Σάββατο, 29 Ιουνίου 2019

ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΕΩΡΓΟΥΛΗΣ "Το νυχτολούλουδο και το γιασεμί " - Παραμύθι



Κάπου κάποτε σ΄ ένα δάσος ,σ΄ ένα λόφο , στη θάλασσα κοντά, ζούσε μια Νεράιδα που θέλησε κάποια στιγμή λουλούδια να ταιριάξει ,να τα δει ,να τα θαυμάσει ,να μαγευτεί ,να ξεχάσει πως ζούσε μοναχή και ….για αρχή …φύτεψε ένα Γιασεμί και μετά σκόρπισε ένα σπόρο νυχτολούλουδου στη γη. 
Σ΄ ένα δάσος που ήταν απλωμένο ,δίπλα στη θάλασσα που ποτέ δεν ησυχάζει , το βουητό του ανέμου τη ταράζει και όλο τη στεριά με το κύμα της πειράζει, ενοχλεί και καλοπιάνει , η Νεράιδα ένα νυχτολούλουδο και ένα Γιασεμί είχε φυτέψει ,αργότερα σε κάποιο όνειρο χάθηκε ,τα ξέχασε και είχαν ορφανέψει.
Το Γιασεμί στο ξέφωτο του δάσους ζούσε , τον ήλιο λαχταρούσε και αποζητούσε. Έβλεπε τον ουρανό και περίμενε πως και πώς, να δει του ήλιου το λαμπρό φως, μα γύρω του όλα στη σκιά των δένδρων ήταν και φοβότανε πολύ ,μη κάποιο δένδρο απλωθεί πολύ, μη …στη σκιά του δάσους χαθεί και τον ήλιο πια δεν ξαναδεί. 
Η μοίρα το φερε, λίγο αργότερα ,στη πρώτη βροχή κοντά στο Γιασεμί ,ένα νυχτολούλουδο να ξεπροβάλλει μέσα από τη γη, λίγο πιο πέρα από το Γιασεμί, μιας και η Νεράιδα έτσι το είχε σκεφτεί.
Το Γιασεμί όλο παραπονιόταν που για συντροφιά ένα νυχτολούλουδο είχε βρει.
«Γιατί να ναι η μοίρα μου αυτή; σ΄ ένα νυχτολούλουδο τη συντροφιά να χω βρει;» μονολογούσε το Γιασεμί .
« Δεν θα ήταν πιο όμορφα να χω συντροφιά ,μια τριανταφυλλιά ένα αγιόκλημα ,μια κληματαριά που λένε πως με τα σταφύλια της σε μεθά και τον ήλιο λαχταρά ,σαν και μένα ζουν όλα αυτά και τη φύση γεμίζουν όλο χαρά . 
Εγώ κάθε ημέρα με το άρωμα μου θα τα κερνούσα όπως και εγώ θα με αγαπούσαν, να χω κάτι μαζί τους να πω ,μια συντροφιά να χω και εγώ.» έλεγε το Γιασεμί.
Το Γιασεμί δεν συμπαθούσε το νυχτολούλουδο γιατί στη νύχτα ζούσε, τη μέρα κοιμόταν και τη νύχτα ξαγρυπνούσε , με το άρωμα του το φεγγάρι και τα αστέρια τραγουδούσε, ενώ το Γιασεμί με το άρωμα του το βαθυγάλαζο ουρανό, τα σύννεφα και τον ήλιο υμνούσε. 
Μια μέρα λοιπόν είδε δίπλα του να βλασταίνει ένα μικρό νυχτολούλουδο .
Δειλά – δειλά ξεπρόβαλλε από τη γη , που κανείς δεν ξέρει από μέσα της τι θα γεννηθεί και σαν ερχότανε σούρουπο, λίγο πριν η νύχτα στην αγκαλιά της πάρει τη γη, την ώρα που για λίγο ακόμη ξύπνιο ήταν το Γιασεμί ,άρχισε να του μιλά το νυχτολούλουδο ψιθυριστά ,λίγο πριν κοιμηθεί και να του διαλαλεί, πόσο όμορφο το είχε βρει, πόσο το αγαπούσε ,πόσο στην αγκαλιά του ποθούσε να βρεθεί και να μείνει για πάντα εκεί.

ΙΙ
Μα … το Γιασεμί το νυχτολούλουδο κοιτούσε ,το υποτιμούσε και το κατηγορούσε που στη σκιά της νύχτας μια παρηγοριά είχε βρει και όλο κάτι θλιβερό, κάτι μελαγχολικό μέσα στη νύχτα είχε να πει και για αυτό δεν του πολυμιλούσε, έκανε σα να το αγνοούσε.
Το νυχτολούλουδο ,όμως ,θαύμαζε το Γιασεμί ,που ήταν τόσο φανερό ,που τον ήλιο δεν φοβόταν, τη χαρά αποζητούσε ,τις πασχαλίτσες ,τις μελισσούλες ,τις πεταλούδες με νέκταρ τις κερνούσε και μαζί τους συζητούσε ,τη συντροφιά τους αποζητούσε, κάτι χαρούμενο έλεγε και το χαμόγελο τους κατακτούσε. 
Στις ακτίνες του ήλιου κάθε ημέρα λουζόταν το Γιασεμί, στου αρμυρού ανέμου το χάδι λικνιζόταν και μεγάλωνε πολύ ,με τα λευκά λουλούδια του είχε τυλιχτεί ,με το άρωμα του σκέπαζε τη φύση όλη ,σα να ήθελε να πει πόσο όμορφα ζει, μα σαν ερχόταν η νύχτα ήθελε να κοιμηθεί το Γιασεμί , γύρω του να μη βλέπει μέχρι να έρθει το πρωί, αφού στη νύχτα τίποτα καλό δεν είχε να βρει, ούτως η άλλως όλα είχαν κοιμηθεί.
Μα το νυχτολούλουδο το Γιασεμί ενοχλούσε ,όλο του μιλούσε λίγο πριν κοιμηθεί .
Το άρωμα του Γιασεμιού γευόταν διψασμένα το νυχτολούλουδο και όλο το ρωτούσε τι έχει στη ψυχή του και τέτοιο άρωμα έχει αναδυθεί και το Γιασεμί του απαντούσε ενοχλημένο, «να το αφήσει ήσυχο να κοιμηθεί , πως κανένα άρωμα δεν είχε το νυχτολούλουδο, ούτε λουλούδι δεν είχε πάνω του ποτέ φανεί, δεν είχε τίποτα να του ζηλέψει και συν τις άλλοις δεν το άφηνε να κοιμηθεί, άλλο πια….. να μη το ενοχλεί.» 
Μα λίγο πριν κοιμηθεί το Γιασεμί ,ένα άρωμα από το νυχτολούλουδο αναδυόταν που έκανε το Γιασεμί να παραξενευτεί, μα δεν προλάβαινε να το γευτεί γιατί η νύχτα είχε έρθει και έπρεπε να κοιμηθεί και πολλά λουλούδια σα να του είχε φανεί πως ήταν έτοιμα να ξεπροβάλλουν από το νυχτολούλουδο, μα δεν προλάβαινε να τα δει ,γιατί είχε ήδη κοιμηθεί το Γιασεμί.
Την άλλη μέρα σαν ξυπνούσε το Γιασεμί έβλεπε το νυχτολούλουδο να νυστάζει, τα λουλούδια του να χάνει , να δύουν στο φως της αυγής . Το άρωμα του να έχει χαθεί στου αυγερινού την ανατολή.
Το παράξενο τούτο λουλούδι καληνύχτα να του λέει την αυγή και καλημέρα το φως του εσπερινού σαν φανεί.
«Φαντασία μου μάλλον θα ταν, όνειρο έβλεπα , λουλούδια δεν έχει ,ούτε άρωμα ,τούτο δω μοναχά νυστάζει , έτοιμο είναι να κοιμηθεί σαν ο ήλιος βγει.» μονολογούσε το Γιασεμί.

ΙΙΙ
Και τότε άκουγε το γιασεμί μια φωνή ψιθυριστή, το νυχτολούλουδο να θέλει να του πει στη ψυχή , πως όσο τη νύχτα κοιμόταν το Γιασεμί, με τα λουλούδια του τις νύχτες του έκανε όμορφες και με το άρωμα του το σκέπαζε ,που ήταν φτιαγμένο με στάλες από φεγγαραχτίδες ανακατεμένες με αχνό φως αστεριών, προσεκτικά διαλεγμένων από κάποιο κρυφό παρτέρι του ουρανού που ήξερε μονάχα αυτό . Το νυχτολούλουδο ήθελε να αισθανθεί το Γιασεμί ,πως από τη νύχτα τίποτα δεν έχει να φοβηθεί ,παρά μοναχά να ονειρευτεί και κάτι όμορφο να βρει. 
Τις νύχτες που κοιμόταν το Γιασεμί ,το νυχτολούλουδο με το μεθυστικό άρωμα του με τα λουλούδια του , ήθελε όνειρα να χαρίσει ,ένα παράθυρο ν΄ ανοίξει, για να δει το Γιασεμί τον κόσμο της νύχτας, τα αστέρια το φεγγάρι, ν΄ ακούσει το κελάηδημα του αηδονιού ,που σταματάει να τραγουδάει λίγο πριν ξυπνήσει το Γιασεμί.
Μα η φωνή του νυχτολούλουδου όλο και χανόταν σαν ο ουρανός γινόταν φωτεινός και στο τέλος μοναχά έμενε η σιωπή.
Το Γιασεμί τότε το κοιτούσε έτσι χωρίς λουλούδια να ναι, χωρίς άρωμα , να έχει κοιμηθεί και τον ήλιο αγανακτισμένα κοιτούσε, που τούτο δω ,δίπλα του μια θέση στο κόσμο είχε βρει.
Από τότε πέρασαν μέρες πολλές και το Γιασεμί ήθελε να ξεχάσει το νυχτολούλουδο που δίπλα του έτυχε να ζει.
Το Γιασεμί περνούσε την ημέρα του φτιάχνοντας και αυτό το δικό του άρωμα .
Μάζευε λίγες ηλιαχτίδες σε ένα κύπελλο ,έριχνε μέσα λίγο από το γαλάζιο του ουρανού, μετά στάλαζε στο κύπελλο λίγη βροχή που έκλεβε από κάποιο σύννεφο και έπειτα επειδή είχε θλίψη που ήταν μοναχό, στάλαζε στο ποτό του λίγο από το άρωμα της γης όταν την αγκαλιάζει η βροχή και τέλος λίγο από τη δροσερή, την αρμυρή αύρα της θάλασσας στο κύπελλο έσταζε και έφτιαχνε μεθυστικό ποτό ,το έπινε και με την ανάσα του το Γιασεμί το άρωμα του σκορπούσε σε όλη τη γη .
Αυτή ήταν η χαρά του ,να σκορπίζει το άρωμα του και όλα με αυτό να μεθάνε .
Ζώα ,άνθρωποι και λουλούδια να το ζηλεύουν ,κάτι από αυτό να θέλουν να παίρνουν ,να το θαυμάζουν ,να το θέλουν , μοναχά σαν έπεφτε η νύχτα ένοιωθε μοναξιά ,τότε που όλα έχουν κοιμηθεί.
Και το άρωμα του, το φύλαγε σε μυστικό κουτί, κανείς μη τύχει και το βρει και του κλέψει τη μυστική του συνταγή ,τη μάθει και το ανταγωνιστεί και κοιτούσε με αδιάφορο ύφος το νυχτολούλουδο που τώρα ξυπνούσε και περίμενε… τι άλλο έχει να του πει ,λίγο πριν κοιμηθεί.

IV
Το νυχτολούλουδο κάθε φορά που ξυπνούσε ένα όνειρο του υποσχόταν πως θα του χαρίσει σαν στην αγκαλιά του το αφήσει να βρει τη θαλπωρή.
«μη με βλέπεις έτσι χαμηλό και ταπεινό ,χωρίς λουλούδια χωρίς άρωμα . Τη νύχτα περιμένω να γευτώ , για να αρχίσω να ζω, κάποια μέρα θα σε φτάσω ,θα σε αγκαλιάσω ,θα δεις….. μπορεί σε άλλο κόσμο να ζω διαφορετικό μα στην αγκαλιά σου σαν βρεθώ, μαζί μου στη νύχτα θα ταξιδεύεις ,ένα όμορφο όνειρο θα βλέπεις , στην ημέρα σου και εγώ θα ζω, θα ταξιδεύω , τον ήλιο θα βλέπω ,τα σύννεφα και τον ουρανό», αυτά άκουγε το Γιασεμί λίγο πριν κοιμηθεί και λυπόταν που για συντροφιά τούτο δω είχε βρει.
Και από τότε το νυχτολούλουδο και το γιασεμί ζούσαν χώρια και μαζί.
Το νυχτολούλουδο για να παρηγορηθεί που το Γιασεμί δεν το είχε καταδεχτεί ,αγκάλιαζε λουλούδια ,αγκάλιαζε χορτάρια και τα ονόμαζε Γιασεμί για να νομίζει , να φαντάζεται, πως το είχε αγαπήσει το Γιασεμί και πως αυτό ….το φρόντιζε με περίσσια προσοχή.
Ο ουρανός στεναχωρήθηκε λυπήθηκε πολύ με τη κατάσταση αυτή , κάτι έπρεπε να σκεφτεί για να μη συνεχιστεί και στο τέλος έχασε την υπομονή.
Και τότε όλα τα κάνε γκρίζα σκοτεινά , σύννεφα μάζεψε πολλά, έτοιμα με μια αφορμή να ξεχυθούν μανιασμένα στη γη και φύσηξε πολύ , ο αέρας ξεχύθηκε με ορμή ,στέναξε το νυχτολούλουδο ,λύγισε το Γιασεμί.
Ένας κεραυνός ήταν η αρχή , μετά ξέσπασε η δυνατή βροχή , σαν για κάποιο λόγο ο ουρανός ήθελε να εκδικηθεί, το νυχτολούλουδο και το Γιασεμί που δεν τα είχανε βρει.
Το γιασεμί τρόμαξε πολύ που το μαστίγωνε η βροχή ,τα λουλούδια του έπεφταν στο χώμα, το άρωμα του είχε χαθεί ,μα…. άντεχε ,είχε κορμό γερό, θα το ξεπερνούσε ,σίγουρο ήτανε γι΄ αυτό ,δεν ήταν σα το νυχτολούλουδο που ήταν ακόμη μικρό και ταπεινό .
Το νυχτολούλουδο όμως έχασε όλα του τα φύλλα .
Έμεινε άδειο, χωρίς λουλούδια και ξύπνησε για μια στιγμή που το χαλάζι το χε βρει ,το είχε μαστιγώσει και είχε πληγωθεί και είδε πως τα λουλούδια, το χορτάρι που είχε γύρω του , που σα Γιασεμί τα χε φανταστεί , είχαν όλα παρασυρθεί από της βροχής την ορμή, από του Ουρανού την οργή ,πόνεσε και λυπήθηκε πολύ .

V
Μα όταν όλα μοιάζουν σκοτεινά ,πολύ θλιβερά , το έχει συνήθεια η μοίρα όλα να τα αλλάζει ,με όλο κάτι άλλο να τα μοιάζει και στο τέλος τίποτα να μη θυμίζουν από αυτό που ήταν ,λίγο πριν …όλα αρχίσουν.
Έτσι και τώρα σαν σταμάτησε η βροχή ,ξεθύμανε του Ουρανού η οργή , το νυχτολούλουδο και το Γιασεμί που είχαν πληγωθεί, στο βρεγμένο χώμα ,προσπαθούσαν να επουλώσουν κάθε τους πληγή ,να ξαναβρούν δύναμη για να συνεχίσουν τη ζωή.
Αγωνιούσαν τον κόσμο τους να ξαναφτιάξουν, όλα όπως πριν να τα μοιάσουν.
Το ήλιο περίμενε το Γιασεμί να ξαναβγεί ,από τις ηλιαχτίδες του δύναμη να πάρει, τα λουλούδια του να ξαναφτιάξει, με το άρωμα του τη γη να σκεπάσει, ότι είχε χαθεί να ξαναβρεθεί.
Μα και το νυχτολούλουδο τη σελήνη περίμενε να φωτίσει τη δική του τη ζωή ,η νύχτα στην αγκαλιά της να το πάρει, στον κόρφο της να κουρνιάσει, στο φεγγάρι της στα αστέρια της στα όνειρα της να ξαποστάσει, δύναμη να πάρει, πράσινα φύλλα να βγάλει , μπουμπούκια να πετάξει ,με το άρωμα του κάτι όμορφο να πει στο Γιασεμί, λίγο πριν κοιμηθεί και ονειρευτεί.
Η νύχτα σαν ήρθε ,το νυχτολούλουδο άρχισε να πίνει νερό από της γης το μουσκεμένο χώμα, έπινε από της ζωής το χυμό και μεγάλωναν οι ρίζες του και γύρω απλώνονταν ώσπου κάποια στιγμή οι ρίζες του Γιασεμιού από τις ρίζες του πληγωμένου νυχτολούλουδου είχαν αγγιχτεί και άλλαξε για πάντα του Γιασεμιού και του νυχτολούλουδου η ζωή.
Έμειναν από τότε αγκαλιασμένα , σα να ήθελαν από καιρό να έχουν αγκαλιαστεί ,το χρόνο τους ανόητα χάσει ,κάτι που έπρεπε να έχουν κάνει από τότε που για πρώτη φορά είχαν ξεπροβάλλει από τη γη.
Το Γιασεμί είχε ξαφνιαστεί από την αναπάντεχη τούτη τη στιγμή, από τον ύπνο του ξύπνησε και δεν ξανακοιμήθηκε μέχρι το πρωί.

VI
To νυχτολούλουδο όμως που ήταν πιο μικρό , ίσως που δεν είχε αγαπηθεί , ήταν ασθενικό πολύ, δεν μπορούσε να γίνει όπως πριν.
Τα φύλλα που έβγαζε ήταν αδύναμα και κιτρινισμένα, το άρωμα του αδύναμο. 
Μοναχά με το άγγιγμα της ρίζας στο Γιασεμί μιλούσε ,αχνά χαμογελούσε, ότι είχε στη ψυχή του το νυχτολούλουδο ,το Γιασεμί το ζούσε, τη θλίψη του ,το παράπονο του, τον πόνο του ,την αγάπη που δεν είχε βρει ,τα όνειρα του στα αστέρια ,στο φεγγάρι να ζωγραφίζονται και τη περιπλάνηση στη νύχτα της ψυχή του .
Όλα τα έβλεπε το Γιασεμί ,πόσο το νυχτολούλουδο το λαχταρούσε ,με την αγάπη του τα όμορφα όνειρα που έπλεκε ,τη μοναξιά του έσβηνε.
Το Γιασεμί από κείνη την ημέρα τον κόσμο του νυχτολούλουδου αφουγκραζόταν, τον ζούσε με αυτόν κοιμόταν ,μα δεν του το χε πει, ώσπου μια μέρα ξύπνησε ένα πρωί και το νυχτολούλουδο είχε χαθεί, αιώνια κοιμηθεί.
Μοναχά η ρίζα του έμεινε να αγκαλιάζει το Γιασεμί, σαν να ήθελε ακόμη η αγκαλιά αυτή , η αγάπη του αυτή ,ποτέ να μη χαθεί.
Το Γιασεμί άρχισε να δακρύζει γιατί είχε πια συνηθίσει το νυχτολούλουδο και περίμενε πότε θα του μιλήσει για να κοιμηθεί και σαν έπεφτε η νύχτα σαν να άκουγε τη φωνή του να του λέει πόσο το είχε αγαπήσει , πόσο στην ομορφιά του είχε υποκύψει ,πόσο ήθελε μαζί του να ζήσει.
Και το Γιασεμί συνέχεια δάκρυζε και όλο μονολογούσε ,στο νυχτολούλουδο μιλούσε, σαν αυτό να ζούσε ,πως δεν το ήξερε για αυτό το απόπαιρνε, πόσο θα του έλειπε το νυχτολούλουδο σαν σταμάταγε να του μιλάει να του λέει πόσο το αγαπάει.
Το Γιασεμί ένοιωθε πως το ξέφωτο που ζούσε είχε πια χαθεί ,πως στη σκιά είχε βρεθεί που φοβότανε τόσο πολύ.
Και από τα δάκρυα του Γιασεμιού που ήταν γεμάτα αγάπη βράχηκαν οι ρίζες του νυχτολούλουδου και η ζωή σιγά – σιγά στο νυχτολούλουδο άρχισε να επιστρέφει και ένα μικρό φυλλαράκι πράσινο ξεπρόβαλλε μέσα από τη γη εκεί που κάποτε ζούσε το νυχτολούλουδο.
Ένα πρωί που ξύπνησε το Γιασεμί, είδε στο μέρος που το νυχτολούλουδο είχε χαθεί…
δειλά το νυχτολούλουδο να ξαναβγαίνει από τη γη ,από την αγάπη του να ξαναζεί, στην αγκαλιά του μια παρηγοριά να θέλει να βρει.
Μέρα με τη μέρα ένοιωθε το Γιασεμί πως, το νυχτολούλουδο το αγκάλιαζε όλο και πιο σφικτά και μέσα από τη ρίζα του να του μιλά, να του λέει σιωπηλά, πόσο το αγαπάει . 
Το κρυμμένο παράπονο της ψυχής του ξεπηδούσε και όλο στο Γιασεμί μιλούσε.

VII
Και το Γιασεμί του έλεγε ,πώς όσο είχε χαθεί, αυτό αποζητούσε και λαχταρούσε, το νυχτολούλουδο να ξαναδεί , τη συντροφιά του να ξαναζήσει ,ποτέ πια ,από αυτό να μη χωρίσει.
Και από τότε τίποτα δεν έγινε, δεν έμεινε ,δεν στάθηκε ,όπως πρώτα, όλα άλλαξαν και γεννήθηκε μια καινούρια αυγή στου Γιασεμιού και του νυχτολούλουδου τη ζωή.
Το Γιασεμί έγινε ολόλευκο από τα πολλά λουλούδια ,ίδιο λυγερή νυφούλα και το νυχτολούλουδο μεγάλωσε και στο τέλος με τα φύλλα του το Γιασεμί αγκάλιασε.
Γι ΄αυτό, άμα σε κάποιο δάσος περιπλανηθείτε και κάποιο νυχτολούλουδο κοντά σε κάποιο Γιασεμί δείτε ,μην απορήσετε ,ποτέ μη τα πειράξετε ,απλώς να τα θαυμάσετε, που αν και διαφορετικά ,ζούνε τόσο ταιριαστά και είναι το ένα στου άλλου την αγκαλιά 
…και αν στο κήπο σας σκεφτείτε να φυτέψετε ένα νυχτολούλουδο και ένα Γιασεμί, μη φοβηθείτε να τα βάλετε μαζί και ας είναι διαφορετικά ,ίσως μαγευτούν το ένα από τα όνειρα του άλλου ,από τα λουλούδια του το άρωμα του και θελήσουνε να μείνουνε για πάντα μαζί και ας μη το έχουν καταλάβει από την αρχή…. Ίσως…. όπως μπορεί ….να το έχετε ζήσει και εσείς…. 

Μιχάλης Γεωργούλης
Μ.Γ. …


Η φωτογραφία είναι από https://liamrainsford.com/












ΤΑΣΟΣ Σ. ΜΑΝΤΖΙΟΣ "ΤΟ ΚΟΠΑΔΙ"



Animals by Johann Heinrich Roos 

 Τη μοίρα καταριέται
το κοπάδι.
Τη μοίρα,
τον καιρό
και τους θεούς,
που πια,δεν συναντά
εύφορα βοσκοτόπια,
μον΄βολοδέρνει συνεχώς,
σε βάραθρα
και γκρέμια.
 
Τη μοίρα καταριέται
και την τύχη του
και με σκυφτό κεφάλι
ακολουθεί,
τ΄ανίκανα που διάλεξε,
να τ΄οδηγούν,
γκεσέμια.

(Περιλαμβάνεται στην Ανθολογία "Ποιητικές Συμπλεύσεις-Ρευστά Ορια",των εκδόσεων "Εντύποις")

Τάσος Σ. Μάντζιος
 
 
 
 
 
 
 
 

ΜΑΡΙΝΑ ΧΡΗΣΤΑΚΗ "Φραγκογιαννού"

Giorgos Kordis, Κυκλαδικό. Ψηφιακή ζωγραφική. 60χ60. Giclee Print. 2017


Σε περίμενα μου είπε, εδώ στο λαιμό της άμμου. Εδώ που μ’ άφησε ο δημιουργός μου. Εδώ, «μεταξύ θείας κι ανθρώπινης Δικαιοσύνης».
Έλα δοσ’ μου το χέρι σου. Που είναι ο δημιουργός μου; Δοσ΄ μου το χέρι σου. Εκείνος ησυχάζει… πάνε πόσα χρόνια…εκείνος έφυγε κι εμένα μ’ άφησε να τυραννιέμαι στην αιωνιότητα. Βαρύ πράγμα η αιωνιότητα. Κουράστηκα να δικάζομαι κάθε τόσο στου καθενός το νου. Εδώ στο λαιμό της άμμου. Τιμωρήθηκα. Μα η ώρα ήρθε. Ήρθε η ώρα, το λόγο θα ζητήσω από το δημιουργό μου. Πλάσμα είμαι του νου του. Του νου του πλάσμα. Από το σκοτάδι με ΄βγάλε, και μ’ άφησε εδώ. Εδώ, με τις αισθήσεις μου άμαθες, κοιτάζω και κοιτάζω. Ίσως κατά εκεί που εκείνος μ’ ήθελε να φθάσω. Εκεί, στα δομικά στοιχεία της ψυχής μου, αφού στη σύντομη ζωή μου κι εγώ η ίδια μ΄ εμένα τρόμαξα. Τρόμαξα. με την αποκάλυψη της πιο σκοτεινής μου όψης, στον «ανώφελο, μάταιο και βαρύ» βίο μου. Κι εγώ ένα ήθελα, να δεις…το είπε ένας…ένας ερμηνευτής μου, «…να διασπάσω ήθελα τη φθοροποιό κυκλικότητα της κοινωνίας». Της κοινωνίας που ζούσα. Αυτή είναι η αλήθεια. Με ξεκούρασε! Ένας. Διάβασε εμένα, με κοίταξε βαθιά πίσω από τις λέξεις. Ένας μόνο με γνώρισε. Πόσο κουράστηκα!
Μα ήρθες! Μαρίνα είπες πως σε λένε; Ήρθες! Ήξερα πως θα 'ρθεις, Ήξερα πως μια μέρα πως θα έφευγα από εδώ. Και φεύγοντας θα πάρω μόνο τούτο: «τούτο το προικιό μου» . Θα φύγω και θα ΄χω επιτέλους εγώ την επιλογή της ζωής μου. Βαρέθηκα. Τα ίδια και τα ίδια…να επαναλαμβάνονται από το πρωί ως το βράδυ… από τη ζωή ως το θάνατο. Καταδικάζω τα εγκλήματα που έκανα. Τι με κοιτάς; Δος΄ μου το χέρι σου. Πάρε με από εδώ. Κουράστηκα να με δικάζουν. Εγώ: η Φόνισσα, η Φραγκογιαννού, η κυνηγημένη… η γραία. Εγώ: ο Παπαδιαμάντης, η γειτόνισσα του. Εγώ: η δαιμονισμένη, το θηλυκό, ο Ηρώδης. Εγώ: βασίλισσα και σκλάβα της ζωής. Εγώ! ένα ακραίο νατουραλιστικό κατασκεύασμα. Εγώ! Δυο άνθρωποι που ζούνε μέσα στο δημιουργό! Το αριστούργημα, η τέχνη, εγώ… εγώ, μια παρτιτούρα …κάποιος δεν το είπε; Ποιος; Δεν θυμάμαι. Εγώ: «επιδεχόμενη κατά καιρούς ποικίλες εκτελέσεις». Εγώ. Προσπάθησα. Προσπάθησα κάθε θηλυκό να εξαλείψω, γιατί εμένα ήθελα να εξαλείψω. Κι η μοίρα του δημιουργού μου, ίδια με τη δίκια μου τη μοίρα. Προσπάθησα να παρεμβώ στη θέληση του, στη θέληση του δημιουργού μου. Να παρεμβώ. Έχω κι εγώ τη δική μου θέληση. Αρνήθηκα. Αρνήθηκα την τάξη αυτή την άδικη του κόσμου. Αυτό είναι όλο. Κι εκείνος, ο πλάστης, ο δικός μου πλάστης, με ΄βάλλε αιώνια να μένω εδώ. Εδώ, «μεταξύ ανθρώπινης και θείας δικαιοσύνης». Και τώρα, τώρα το ίδιο θα κάνω εγώ: Να παρεμβώ ανάμεσα στον πλάστη μου και μένα. Αυτό ο ίδιος μ’ έμαθε, κι αυτό ξέρω να κάνω. Βαρέθηκα τα ερωτήματα και τις απαντήσεις. Θέλω να ζήσω. Εγώ να ζήσω θέλω. Δοσ’ μου το χέρι σου. Βγάλε με από εδώ. Βγάλε με από αυτό το λαιμό της άμμου. Να ζήσω. Να βαφτιστώ, να καθαρθώ. Χαδούλα να με λένε. Τη μοίρα μου να ορίζω. Εγώ, το δημιούργημα την ανυπακοή τώρα επιλέγω. Την ανυπακοή απέναντι στο δημιουργό που με εποίησε. Χρόνια, το βλέμμα μου ακονίζω. Η ένταση στο μέσο των φρυδιών μου καλά είναι ζυγισμένη.
Ελευθερία ή καταδίκη, κουράστηκα, στου νου του καθενός να μπαίνω. Θα δραπετεύσω, από τη σελίδα κι από τη μοίρα μου. «…Να φύγω να μισέψω του ριζικού μου…»

Μαρίνα Μιχαήλ Χρηστάκη






ΕΥΤΥΧΙΑ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΛΟΥΚΙΔΟΥ "ΑΦΟΡΕΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ" - Ποιητική Συλλογή





Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου : Αφόρετα θαύματα

Εκδόσεις : Κέδρος

Έτος έκδοσης : 2017

Είδος : ποιητική Συλλογή 
Σελίδες : 112
Σχήμα : 14 Χ 20,6
Βάρος : 218.00 γραμ.
Μαλακό εξώφυλλο
ISBN : 978-960-04-4776-7

Περιγραφή 

Θαύματα καλοραμμένα και λευκά, παραγγελία τελειωμένη στα μέτρα της ψυχής, αιωρούμενα και ερχόμενα, ανέγγιχτα ωστόσο και αφόρετα προς το παρόν, σε μια περίεργη αντιστροφή, αφού αυτά αφίχθησαν μα λείπουμε εμείς. Τα θαύματα που ευχόμασταν -ω του θαύματος- κατέφθασαν και εν αναμονή τελούν του σώματος που θα τα αναδείξει. Μόνο που το σώμα αυτό άλλοτε είμαστε εμείς κι η ακαθόριστη ύλη μας, άλλοτε το σώμα του κειμένου, κάποτε όμως και το σώμα μιας πατρίδας κυριολεκτικής και μεταφορικής, γενέτειρα και καταγωγή, απ’ την οποία αδικαιολόγητα ακόμα απουσιάζουμε.
Η παιδική ηλικία ανεβασμένη σε σκαμνάκι παίζει εξ αποστάσεως, ο Πόε συμπονά εκείνους που αγνοούν το Ελντοράντο, ένα σκιάχτρο χάνει το φωτοστέφανό του, ένας κλέφτης εξομολογείται πως κλέβει μόνο την αφή, ο Ιησούς απολύει τον άγγελο, η Σελανίκ υποδέχεται κι η Σαλονίκη καίγεται, ένας καπνοδοχοκαθαριστής, μια αρχαιολογία ιδιωτική και ένα γραφείο «Αγοράς Χρυσού» μας πληροφορούν ότι «εκβάλλει η τυφλότητα από βαθύ πηγάδι», οι δεύτερες σκέψεις πως «ό,τι δεν μας συναντά / αυτό στο τέλος / μας διασχίζει» και ο υαλικός δεκαπεντασύλλαβος μαζί με τον Παπαδιαμάντη πως «βεβαιότητα καμιά / σκοπό δεν το ’χει να μας χαριστεί / ολισθηρότητα καμιά / σκοπό δεν το ’χει να μας παρακάμψει». Αλλά και ποιήματα ποιητικής, γιατί νοσεί και νοσηλεύεται ο ποιητής μα παίρνει κάποτε εξιτήριο. Και τέλος μια μετά θάνατον αρχή σαν σχέδιο διάσωσης ή όπως λέμε:
«Χτυπώ τον χρόνο για να μπω / τη γυάλινή του συγκατάθεση γυρεύω».


Ποιήματα Συλλογής 


i. ΤO ΣΚΙΑΧΤΡΟ
ή
ΠΩΣ ΦΤΑΣΑΜΕ ΩΣ ΕΔΩ


Είχαν βλαστήσει από καιρό
οι καλοήθεις όγκοι της ευτέλειας...
Μια ιχνηλασία άκαρπη
πάνω από τέλματα αχανή
υπαίθρια κηρύγματα
και φρούτα που τ’ ανάθρεψαν
αυξητικές ορμόνες.

Τώρα
μας κυνηγούν οι μεσολαβητές
με τα κρυμμένα μάγια στο μανίκι...
Για μια στιγμή κάνουν ότι μας συμπονούν
για μια μοναδική στιγμή
τη σωτηρία των σωμάτων διακηρύσσουν
μα η συνέχεια άγνωστη
κι ανεξιχνίαστο προς το παρόν
μένει το πεπρωμένο
αφού ό,τι μετριέται
πάντα φαίνεται λειψό
κι ό,τι ονοματίζεται
ως απουσία υπάρχει...

– Τι μου ζητήσατε να κάνω, αγαπητέ;
Να γράψουμε στον πίνακα ένα παράδειγμα;
Να γράψουμε!
Να χρησιμοποιήσω και παραβολές;
Να αναφέρω και τις εξαιρέσεις;

Γράψτε λοιπόν:
Δασύνεται η αρπαγή
και οξύνεται το μίσος.

Παρακάτω:
Χειμωνιάζει.
Να μη βασίζεστε σ’ αυτούς
μονάχα στη συγκίνηση.
Και με την οικειότητα
λίγα τα πάρε δώσε
ούτε στα ελαφρυντικά
να προσμετράτε τις προθέσεις.

Και, τέλος, να προσθέσετε κι αυτό:
Αρκεί μια τόση δα παρέκκλιση
απ’ ό,τι λες προορισμό
μια ασυναίσθητη, ούτως ειπείν, αφηρημάδα
και καταρρέει σαν τράπουλα
το σκιάχτρο που προστάτευε
τους κήπους και τα όνειρα.

Ναι, ναι, το σκιάχτρο, αγαπητοί...
Σκόρπια τα ρούχα, τα καπέλα, τα άχυρα
μια συντριβή θριαμβευτική
αριστοκράτη θυρωρού
που έλαμπε σαν επαίτης...

Γεμίζει ο ουρανός μαύρα πουλιά
εκλείπει παντελώς η απειλή
χάνονται οριστικά και διά παντός
το φωτοστέφανο
κι η αντανάκλασή του.


❀❀❀❀

ii.ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ

Αυλές καθαρίζω, υπόγεια καθαρίζω
αποθήκες και ακάλυπτους
σε δύο ώρες συγυρίζω.
Όλα τα παλιά σίδερα μαζεύω…
Εικονοστάσια αδειανά
κάγκελα σκουριασμένα
κλουβιά που απελευθέρωσαν πουλιά
ρόπτρα, σπασμένες πόρτες
σίδερα ατμού και γραφομηχανές
δάχτυλα παγωμένα…
Με μια επιβάρυνση μικρή
σηκώνω και πετάω στο λεπτό
ό,τι παλιό σάς ξέμεινε
στις «μουσικές καρέκλες»
κοκαλωμένο κι άφωνο
με ένδυμα επίσημο, εορταστικό
μα σκοροφαγωμένο
να βλέπει
προς την πλευρά του αφανισμού
και να μην το πιστεύει.
Σκεύη παλιά, ποδήλατα
φουγάρα, καλαπόδια
πούδρες περλέ, μαλλιά μπουκλέ
μονόκλ και περουκίνια
καλειδοσκόπια, παπιγιόν
μουστάκια, φαβορίτες.

Παλιά με φόβιζε πολύ
η εισβολή στα υπόγεια της υγρής ακινησίας
η επικείμενη έξωση διά των μεγαφώνων
η εκκαθάριση του αχρηστευμένου χρόνου.

Τώρα όλο και πιο σπάνια
κάποιος διαλαλεί
ένα παρόν ακέραιο, στιλπνό.
Λιγόστεψαν οι παλιατζήδες.
Όσο για τους ελάχιστους που απέμειναν
απροσδιόριστο πότε ακριβώς περνούν.
Αμφίβολη η ώρα τους.

Σαν την αμφίβολη ώρα
των εκτελέσεων.

❀❀❀❀

iii.ΔΕΥΤΕΡΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ

Α, ελεεινές δεύτερες σκέψεις
που αποδειχτήκατε δειλές
και σπεύδατε να μας σώσετε
σαν θαύμα αναπάντεχο
πριν καν να γίνει η δέηση.

Με το ένα πόδι τεντωμένο στο αύριο
– τέλεια να μιμείται καλπασμό –
να μας κρατάτε ακίνητους και βαρετούς
στη σύνεση καθηλωμένους

ή πιο συχνά
με μια πειθώ δημαγωγού
και ασφαλιστή συγχρόνως
ν’ απλώνετε ρίζες μέσα μας
ρίζες χοντρές και στέρεες
που εγγυώνται βλάστηση
ανθούς, καρποφορία...
Μα, εντέλει, τίποτε απ’ αυτά.
Μονάχα ρίζες
που εγγυώνται ρίζες.

Κι είναι για άλλους
η ζωή και η αποστασία
του δρόμου η σκόνη η άγια
κι οι αγρυπνίες στη χάρη της.

Για εσάς
είν’ τα προσχήματα και τα μεθοδευμένα
η αρτιμελής ζωή και οι φαντασιώσεις
για να μπορεί επ’ άπειρον
του φόβου το βατράχι να κοάζει
για να ανθίζει επιτυχώς
η ομοιομορφία·

σαν κάτι νύχτες νοσηρές
που από πλήξη αφόρητη
τις λάμπες απ’ τους δρόμους
ξεβιδώνουν
και τις βιδώνουνε μετά
μέχρι να ’ρθει τ’ άλλο πρωί.
Μια εναλλαγή μηχανική
με βλέμμα άδειο, σταθερό
λες και μιμούνται θάνατο.

Οι νύχτες...

Ως το πρωί.
Βιδώνουν
ξεβιδώνουν...
Με βλέμμα άδειο
σταθερό.

Α, ελεεινές δεύτερες σκέψεις
που αποδειχτήκατε σοφές
διδάσκοντάς μας άρνηση και υποταγή
κι αθώα οπισθοχώρηση...
Μας μάθατε για τα καλά
πως ό,τι δεν μας συναντά
αυτό στο τέλος

μας διασχίζει.

❀❀❀❀

iv.Η ΑΥΤΑΡΚΕΙΑ ΤΟΥ ΚΥΡ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ

Του αρκούν λίγα χιόνια
τουλίπες αργοκίνητες
βαμβακερής ανίας
όλα να τα αγνίσουν!

Του αρκεί ένας έρωτας
ονόματι μπαρμπα-Γιαννιός
μια καρδιά ρημαγμένη
κι ένα σπίτι ερείπιο
σε δρομάκι μακρόστενο
σοκάκι όμοιο μ’ αυτόν
– το ζωντανό σοκάκι –

Του αρκούν κάποιες γραίες
βασανισμένες και άτυχες
με ήθος ανδρικόν
– εξηκονταετείς σχεδόν –

Χαδούλα, η λεγομένη Φράγκισσα
κι άλλη μια, η θεια-Σκεύω
βαρδιανός μες στα Σπόρκα
να ’ναι σιμά στον γιο της
στο Λοιμοκαθαρτήριο.

Και τέλος
του αρκεί ένας ύπνος αιώνιος
όπως αυτός μες στα ποιήματα
– ενίοτε κατοπτρικός
και πάντα λασπωμένος –
λες και στοιβάζεται αργά
πάνω στο χιόνι χιόνι
σινδόνα και σάβανο μαζί
γ
ια να παραδοθούν
αγιασμένες και λευκές
στη νέα μέρα οι ψυχές
στεφανωμένες οι άμοιρες
την πιο πικρή τους γνώση
πως βεβαιότητα καμιά
σκοπό δεν το ’χει να μας χαριστεί
ολισθηρότητα καμιά
σκοπό δεν το ’χει να μας παρακάμψει.

Ένας βάλτος πριν κι ένα έλος μετά
θα ’ναι όλη κι όλη η σκηνογραφία·
ένας θάνατος εκ γενετής
και ένα πένθος αέναο
κάτω απ’ τα μάτια του Κριτού
του Παλαιού των Ημερών
του Τρισαγίου.

❀❀❀❀

v.ΣΕΛΑΝΙΚ Ι

Μητέρα ανύμφευτη
Εκείνοι που ήρθαν έφερναν
κι από έναν αριθμό...
Για την ακρίβεια
τον κουβαλούσαν πάνω τους
τον είχανε συνέχεια μαζί τους
όχι όμως όπως ένα φυλαχτό
αλλά όπως ένας ανάπηρος
το κομμένο του πόδι.

Εμείς το ’64
που φτάσαμε σ’ αυτό απ’ το ’55
με τη γαλάζια σκόνη του διωγμού
να κάθεται στα ρούχα μας
να ασπρίζει την ψυχή μας.

Εμείς
δεν ήμασταν ποτέ
ό,τι κοιτούσε ο καθρέφτης
μα μία Πόλη που έψαχνε
πόλη να κατοικήσει
με Εγνατία, με Ντεπό
με Βασιλίσσης Όλγας
με Υπερώο θαλασσινό
για να σταθούν επάνω του
Καρέλλη και Πεντζίκης.

– Όμως
εγώ δεν έχω τόπο να σταθώ...

– Σας είπαμε
εδώ είναι πια ο τόπος.

– Δεν έχω...
Βυθιζόμαστε
μπαίνουν νερά
στ’ αμπάρια του μυαλού μου
κι η μπάντα του Παπάφειου
πότε το «Μέγαν εύρατο...»
πότε το «Υπερμάχω...»

Νερά, πολλά νερά...

Τα πρόσωπά μας άδειασαν
κάτω απ’ την πάχνη
που μας στεφανώνει
η αρμονία των ίσκιων μας
σκυφτή μες στην ομίχλη
κι ο έρως προς το έσχατον
κοινή καταγωγή μας

αλλά και οι κήποι...
μια αλληγορία ορίζοντα
που δεν γεωμετρείται
λιμάνι εν πλήρη κινήσει και σιωπή
Βαρδάρης που ιερουργεί
πόρνη που δεν μεταμελείται.

Τώρα
στην προκυμαία με τους γερανούς
πυροτεχνήματα συλλέγει και υγρασία
δίσκους 78 στροφών
παλαιά πορτρέτα ένδοξα
που χάσαν την κορνίζα
μοιράζει σε άγνωστους φιλιά
πολλά φιλιά

μα πιο συχνά στα σκοτεινά
βαμβάκι και ιώδιο

για τ’ ανοιγμένο τραύμα.

❀❀❀❀

vi.ΣΕΛΑΝΙΚ ΙΙ
Η πυρκαγιά

Η πόλη υπήρχε απλώς για να χαθεί
να αντικατασταθεί από την έννοιά της
όταν θα αποφάσιζαν
κάποιοι να την αφηγηθούν
και να την καταγράψουν.

Μια ομορφιά ατάραχη
που απογυμνώνει και εκπορθεί
πράξη ερωτική κι απονενοημένη
σαγήνη που τρομοκρατεί
όπως η λέξη «λάμπα» στο σκοτάδι.

Ήμουν κι εγώ ένα απ’ αυτά
ήταν πολλά, ήμουν μικρή
κι όλα ήταν ξένα.
Κορίτσια με γαλάζιο νυχτικό
στις μύτες σηκωμένα
τις κάτω φράσεις του χρησμού
να προσπαθούν να φτάσουν.

Να γίνεσαι η επιστροφή
όταν η πυρκαγιά
θα σ’ απελευθερώνει
κι άλλοτε ευτέλεια μαγική
για ν’ αποσυντονίζεις.
Συνέργεια στην αιώρηση
και επίκληση σε πρώτο ενικό.

Άντε να ερμηνεύσεις!
Και να ’τανε μόνον αυτό;

Άχνιζε από μακριά κάποια παλιά πατρίδα
κι ας έμοιαζε αυτή εδώ
αγίασμα στα μάτια
– τρεις γουλιές νηστικός κάθε πρωί
να καταποντιστεί στα σωθικά
η κάψα του άλλου τόπου –

Και πώς αλλιώς;

Όταν η μυρωδιά σιμιγδαλιού
και η οσμή λεβάντας
χάνονται απ’ τα ρούχα σου
όταν πια δ ε ν υπάρχεις
επινοείς την κόχη σου
– αρχιτεκτονική εξοντωτική –
μισός μέσα στα όρια
μισός στην έξοδο κινδύνου.

– Και πώς ευθύνεστε εσείς
για το κακό;
– Ήτανε Αύγουστος
την προηγουμένη του Σωτήρος
κόντευε τρεις το μεσημέρι...
Μέναμε τότε σε ένα σπίτι από μπαγδατί
κάπου στο Μεβλεβί Χανέ
πάνω από την Κολόμβου
κι εγώ απλώς λιμπίστηκα
τηγανητές μελιτζάνες.
Παραμονές μεγάλης εορτής.
Πού να το φανταστώ...
Κάηκαν όλα!
Μέχρι κι ο Αϊ-Δημήτρης!

Έκτοτε
στην παραλία οι περιπατητές
βράδυ πρωί λυπούνται
μικραίνουν και συστρέφονται
σαν να διαβάζουν μια πληγή
κάπου πιο πάνω απ’ το στομάχι
και ύστερα
σε στάση προσευχής
στραμμένοι προς τα Κάστρα
ερήμους απαγγέλλουν δυνατά
για τους τροφίμους του Γεντί Κουλέ
και τους εκτελεστές τους.

Πράγματα ασήμαντα, φωσφορικά
που ξελογιάζουνε – όσο να πεις –
τους ξένους.

Η πολιτεία αυτή των ποιητών
με υαλικά στρωμένη
μπερδεύει επετείους και εορτές
δέντρα χριστουγεννιάτικα
στολίζει μες στο θέρος
και σημαιούλες χάρτινες
μοιράζει μες στο Πάσχα.

Είν’ η ρυμοτομία των ψυχών
εκείνο που την καθορίζει.

❀❀❀❀

vii.Ο ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΚΛΕΦΤΗ

Εγώ είμαι αυτός που κρύβεται
πίσω απ’ την απουσία
τα βράδια ωστόσο κατοικώ
σ’ ένα χρυσωρυχείο.

Φοβάμαι το αιφνίδιο
τρέμω τα καλοκαίρια
μα πιότερο απ’ την ερημιά
η ασθένεια με πονά
των συμπτωμάτων.

Κλέβω χαρτονομίσματα
βιβλία διαβασμένα
κι από τα ρούχα ειδικά
αυτά που έχουν τσέπες.

Η απελπισία των χεριών
συχνά μ’ εξαναγκάζει
να μετατρέπομαι σε ηχώ
των άηχων βημάτων.

Των μεγαφώνων η σιγή
και η μελαγχολία
είναι απλώς η αφορμή
για τη λαθροχειρία.

Κυρίως νομίζω ευθύνεται
η σκοτεινή αγκαλιά μου.

Σας κλέβω μόνο την αφή
το άγγιγμα που αφήσατε
πάνω στις πορσελάνες
γιατί είν’ απόκρημνη η ζωή
δίχως το άλλο σώμα
και τελευταία πετάγομαι
κλαίω μέσα στον ύπνο.

Φιλάργυρος της αφαίρεσης
δανείζομαι το παρελθόν
γυρεύω οικογένεια
συλλέγω από απόγνωση
μεταξωτές αισθήσεις.

Κι όσο εγώ σώζομαι κρυφά
στις αμυχές της σάρκας
γίνεστε εσείς η υπογραφή
της άγραφης ζωής μου.
Γι’ αυτό σας λέω, πιστέψτε με:

Δεν είμαι κλέφτης, μα τυφλός
που βλέπει με τα χέρια...
Φάντασμα που ψαχουλεύει αμίλητο
να βρει δικαιολογίες
ν’ ακούσει γύρισμα κλειδιών
το άνοιγμα της πόρτας
ή μια προστακτική φωνή
να του φωνάζει

μείνε.

❀❀❀❀

viii.ΕΜΕΙΣ ΑΥΤΟΙ

Εκδοχή Α΄

Άλλοι χορεύουν με τα μάτια τους κλειστά
πάνω από μία πρόταση
– κύριας ή δευτερεύουσας κραυγής
δεν έχει σημασία –
αρκεί να υπαινίσσεται αποχαιρετισμό
ή να δηλώνει ήττα.

Εκδοχή Β΄

Άλλοι εγκαταλείπουν τις μεταφορές
και σκύβουν με αφοσίωση
πάνω από την αλήθεια.

(Εδώ αντηχεί σαρκαστικό
το γέλιο απ’ την πλατεία).

Αγωνιούν να φέρουν στο προσκήνιο
κάθε φορά μια πιο ολισθηρή εκδοχή της
να αναγγείλουν το άλλο φτεροκόπημα
που κατοικεί παμπάλαιο στη ραχοκοκαλιά
– εκ φύσεως αποδημητικό κι ανέκαθεν φοβισμένο –
να μιλήσουν χωρίς καμία συστολή
για ό,τι κωπηλατεί στο σύμπαν τους
νωχελικό αλλά κι ακαριαίο...

Ξέρουν
ότι μια κίνηση
ή μια ασήμαντη στιγμή αρκεί
να μαραζώσει η άνοιξη
τα τεθλασμένα είδωλα να συνθλιβούν
να ταραχτεί της φύσης τους η κλίση.

Καμιά φορά με νόημα χαμογελούν
όταν τους αναφέρουν για το αταίριαστο.

Θυμούνται...
λίγο το ρούχο που άνοιγε
λίγο ο γιακάς που στένευε
λίγο και το μανίκι που τραβούσε
τους έβαλε τότε σε υπόνοιες
μα πιο πολύ τους τάραζαν εκείνες οι καρφίτσες
που άλλαζαν θέση μόνες τους
λίγα λεπτά αφού τελείωνε η πρόβα.

Και τώρα πια
τι τους προτείνει το ένστικτο;

Χωρίς αγάπη
χωρίς μια τρικυμία ιδιωτική
όλα τα αχειροποίητα που τους αναλογούν
θα καταλήξουν σύμβαση και συνενοχή
μες στον αδιάφορο συνωστισμό
και στην ορθοστασία.

Πώς να το αγνοήσουν;

Άσε που τράβηξε πολύ η ανούσια καρτερία
για τις αόρατες κλωστές
που δήθεν θα έραβαν γι’ αυτούς
μια φορεσιά στα μέτρα τους
να μην τους παίρνουν για σαλούς
στα μπαρ, στις εκδρομές, στις διαλέξεις...

Το μόνο που απομένει τελικά
να πάρουν την υπόθεση στα χέρια τους.

Θα συλλαβίζουν δυνατά κι όλοι μαζί
την ίδια την απόδρασή τους.
Όλοι μαζί και δυνατά
α, όπως ανθός σε απόγνωση
νε, σαν ανορθόγραφη αποδοχή
μο, όπως μόλις και μετά βίας
σκα, όπως σκαρώνω επιτήδεια φυγή
και τέλος λα
έτσι για μια παραλλαγή
να μη φανεί ότι συνωμοτούν
αλλά πως τραγουδάνε.

Άντε, παιδιά...
Όλοι μαζί και δυνατά...
Να υφάνουμε την απόδραση
να την εγκαταστήσουμε
να γίνουμε για μια φορά κι εμείς
το σπίτι κι η γωνία του
κι η αράχνη που υφαίνει τον ιστό της
και που τον ανεβαίνει
να τον ανέβουμε
να ανεβούμε.

Όλοι μαζί και δυνατά...
Να ανεβεί κι ο τελευταίος...

Να τους ξεφύγουμε.

❀❀❀❀

ix.ΠΟΙΗΤΕΣ ΑΝΟΙΧΤΩΝ ΘΑΛΑΣΣΩΝ
ή
ΩΚΕΑΝΟΓΡΑΦΙΑ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ

Και βέβαια
δεν διέπλευσαν τους ωκεανούς
ούτε συνέλεξαν ποτέ ιζήματα πυθμένα
μέχρι την ώρα που άκουσαν
για τις φθορίζουσες σκιές
που τις διεγείρει εύκολα η ακτινοβολία
για τη ναυτία των παλιρροιών
και των φυκιών τις επικίνδυνες ανθήσεις
για συσκευές που θύμιζαν
παλιό ρολόι κούκο
και που κατέγραφαν μ’ αυτές
τη στάθμη της αλήθειας

(χαλάνε τελευταία συνεχώς
κι άπατα μες στα ποιήματα
πηγαίνουνε τα λόγια)

και έκτοτε προσάραξαν
στο σπίτι τα ναυάγια
ένας σταθμός παρακολούθησης πλωτός
κατέλαβε τους χώρους εργασίας
κι οι δειγματοληψίες του αιωρούμενου κενού
μπήκαν στο μικροσκόπιο.

Τι είν’ αυτό
που επαίρεται και κλαίγεται συγχρόνως;
Τι σπινθηροβολεί κι αμφισβητεί
και στη βροχή τρομάζει;
Τι φλέγεται;
Τι ψεύδεται;
Τι διάτρητο κρυώνει
κι εμπρός μας συνωμοτικά
ρίχνει τα αντικλείδια
τα θαυμαστά να μας φανερωθούν
τα τρομερά να λάμψουν;

❀❀❀❀

x.Ο ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΕΡΧΟΜΕΝΗΣ

Ανήκω στα φυτά
της οικογένειας των εβενοειδών...
Ουδέποτε εξαγνίζομαι
μονάχα αποξεχνιέμαι
σκοντάφτω πριν φανερωθώ
και στη σκηνή
διά θαλάσσης ανεβαίνω.

Ανέγγιχτη και τρυφερή
ανεξιλέωτη και παγωμένη
σκορπάω ίχνη με γραφές
που δεν μιλιούνται πια
κυλώ μέσα στις φλέβες μου
τη βραδινή πομπή των διαμελισμένων
κι αφήνω αδικαίωτη τη σάρκα
να ραγίζει.

Απ’ τον καιρό που ειπώθηκε η έρημος
ακέραιη εκπλήρωσα
την καθ’ ημέραν θλίψη
τη μεταμφίεσα σε μουσική
τραύλισμα που μ’ αγρίευε
και μ’ έσωζε συγχρόνως...

Α, η άχαρη δωρεά της ομορφιάς
κι η άνιση πληρωμή της
εικονοστάσι αδειανό
απ’ τ’ αναθήματά του
τρομαχτικό εξαπτέρυγο
που αυτοπυρπολείται...

Ωστόσο αντιστάθηκα.
Με χίλιους τρόπους άντεξα
την όποια εκπαίδευσή μου
ως και λευκή σημαία κούνησα
για να πειστούν ότι εγκαταλείπω.

– Μη μ’ αγκαλιάζεις
άφησέ με χιονισμένη
άσε με να συντηρηθώ
μέσα στην τέλεια ψύξη
να συνεχίσω αγόγγυστα να ζω
με ακίδες μες στο αίμα...

Μα τώρα που κάτι άστραψε
μέσα στη μαύρη οθόνη
πώς θα διέλθω διάφανη
τέτοιον αποκλεισμό;
Πώς θα επιστρέψω τελικά
το ακριβές σκοτάδι;

Έχω διαγραφεί
– να φανταστείς –
κι απ’ τους αγνοημένους...

Επείγει η επάνοδος!

Το έργο που δεν έπαιξα
αιφνίδια κατεβαίνει...

❀❀❀❀

xi.ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΞΗΜΕΡΩΜΑ

Πλέουν τα σώματα
ματαιωμένα κι ακριβά
μες στην ανάμνηση του σχήματος
που πια δεν είναι.
Ανεξημέρωτες φωνές φωταγωγούν
με πυρκαγιές αγιάτρευτες
του τόπου το αδιαπέραστο
που δεν ιχνηλατείται.

Την ίδια στιγμή
στων σκοτεινών μουσείων τις αίθουσες
ανάβουνε ταυτόχρονα όλα τα γιασεμιά
τα πορτρέτα των περασμένων γυναικών
σπάζουν κατά σειρά τα κάδρα τους
μια δίκη αναβάλλεται
και νήματα ομίχλης
τυλίγουν στη νεφέλη τους
επίγειες και ουράνιες γραφές.

Η θάλασσα τότε ακινητεί
να αναγνωρίσει στις σχισμές
τον άλλο εαυτό της·
μια αναγνώριση άγνωστη
στα ως τώρα δάκρυά μας
μια αντοχή ευάλωτη
και μισοτελειωμένη

σαν βλέμμα εκ γενετής τυφλού
πάνω σε βάζο αδειανό
από την άνοιξή του

σαν αθωότητα
που το μυστήριο των πληγών
βέβαιη παρακάμπτει
και εισέρχεται ανίδεη
στον βουλιαγμένο κήπο
εισέρχεται
διεκδικεί
κι αρνείται να πενθήσει.

Μη φοβηθείς...

Η γενναιότητα του ίλιγγου
ουδόλως απελπίζεται.
Έχει και η πληρότητα

τη διαβάθμισή της.

❀❀❀❀

xii.ΤΟ ΠΡΟΣΧΗΜΑ

Ένα κορίτσι που σκύβει και αφαιρεί
το πετραδάκι απ’ το σανδάλι του
δεν είναι παρά ένα πρόσχημα

για να ανθήσουν οι σιωπές του φράχτη
να μεταμεληθεί ο θάνατος
για τη συγκομιδή του
μενεξεδένιες λέξεις να απλωθούν
να σκεπαστεί η άβυσσος.

Όπως και να ’χει
τα στάχυα θα είναι πάντα κίτρινα
το κόκκινο ποδήλατο θα διασχίζει αμέριμνο
τη λύπη του απογεύματος
κι η άνοιξη με το σημαδεμένο γόνατο
θα παίρνει τις κατηφοριές
να σκίσει τα χρεόγραφα
να φέξει με το αίμα της
το άναυδο της στάχτης των σωμάτων.

Κάπως έτσι προχωρημένα μεσάνυχτα
κυλάει ο υδράργυρος
ενώνονται τα θραύσματα ανίατων εποχών
ψιχαλίζει το νόημα της άλλης γραφής
πάνω από τα σεντόνια

που δεν κατατείνει ούτε προέρχεται
μα αέναα προεκτείνεται και διαγράφει
που δεν οικτίρει ούτε χλευάζει
μονάχα σβήνει και ακυρώνει
και διαγράφει και πετά
και τσαλακώνει και πετά
και σκίζει...

Για ν’ απομείνει μόνο αυτή.
Σαν δόξα ξημερώματος.
Η άχραντη
βελούδινη γυμνότητα.

❀❀❀❀

xiii .ΣΧΕΔΙΟ ΔΙΑΣΩΣΗΣ

Χτυπώ τον χρόνο για να μπω
τη γυάλινή του συγκατάθεση γυρεύω
μήπως στεριώσει τούτη τη φορά
η επιστροφή στην ξενιτιά
μα δεν αναγνωρίζω τ’ όνομά μου
ο αρχαίος τρόμος διέρχεται από τις αμυχές
κι αρνούμαι, αντιστέκομαι
το ρίγος να κατανοήσω
τυφλή κι αποχρωματισμένη
με την ηχώ γαμήλιων αποχαιρετισμών
κύκλους να κάνει γύρω μου
λες και το χάος ορίζεται
αν παρατηρηθεί.
Να ξεγλιστράς
αυτό μονάχα σώζει
φύλλα ευκαλύπτου να εισπνέεις
και σε υδάτινους ναούς
τις ρίζες σου ν’ απλώνεις
«τον νυμφώνα σου βλέπω...»
κι αν δεις να κλαίει το παιδί
κράτησε την ανάσα σου
τραγούδησέ του ημερομηνίες παλιές
βοήθα το απ’ την κορνίζα να κατέβει
βάλ’ το λέξεις αποδημητικές να συλλαβίσει
μην το ακούς
«και ένδυμα ουκ έχω ίνα εισέλθω εν αυτώ...»
οι πιθανότητες είναι αρκετές
– να του εξηγήσεις –
κάποιος να σε προλάβει και
πού θα πας νυχτιάτικα, μείνε εδώ, να πει
κι άλλωστε πόσο κρατάει η ζωή
αύριο χωριζόμαστε.



Bιογραφικά στοιχεία 

Η Ευτυχία - Αλεξάνδρα Λουκίδου γεννήθηκε στο Μόναχο, κατάγεται από την Κωνσταντινούπολη και ζει στη Θεσσαλονίκη, όπου σπούδασε στη Φιλοσοφική σχολή του Α.Π.Θ. Διδάσκει δημιουργική γραφή στη Θεσσαλονίκη και στην Κύπρο.
Παράλληλα με την ποίηση ασχολείται με το δοκίμιο, με δημοσιεύσεις σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά και συλλογικούς τόμους.
Έχει εκδώσει εφτά ποιητικές συλλογές:
Λυπημένες μαργαρίτες (εκδ. Εγνατία, 1986)
Το τρίπτυχο του φέγγους (1993)
Εν τη ρύμη του νόστου (εκδ. Αρμός, 1999)
Ν’ ανθίζουμε ως το τίποτα (εκδ. Καστανιώτη, 2004)
Όροφος μείον ένα (εκδ. Καστανιώτη, 2008, β΄ έκδ. 2009)
Το επιδόρπιο (εκδ. Κέδρος, 2012, γ΄ έκδ. 2013). Το επιδόρπιο ήταν υποψήφιο για το
Κρατικό Βραβείο
Αφόρετα θαύματα (εκδ. Κέδρος, 2017)
Έχει εκδώσει τα μελετήματα:
Εν αναμονή (Συμμετοχή στον συλλογικό τόμο «Ακροατής Οριζόντων Προσεγγίσεις
στην ποίηση του Ορέστη Αλεξάκη»), (εκδ. Γαβριηλίδης 2004)
Συρραπτική του Προσώπου - Επίσκεψη στην ποίηση του Ορέστη Αλεξάκη (εκδ. Νέος
Αστρολάβος / Ευθύνη, 2012)
Πέραν της γραφής - Δοκίμια για την ποίηση (εκδ. Κέδρος, 2015)
Υπό έκδοση:
Πέραν της γραφής II, δοκίμια κριτικής (εκδ. Κέδρος)
Στους πίσω κήπους μίας λέξης, δοκίμια κριτικής, (εκδ. Ρώμη)
Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά,
ισπανικά, αλβανικά, βουλγαρικά και περιέχονται σε ελληνικές και ξένες ανθολογίες.
Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων, της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης,
όπου διετέλεσε Γεν. Γραμματέας, και του Κύκλου Ποιητών


Κριτική 


Στέλλα ΒοσκαρίδουΕισαγωγή σ’ έναν «ιδιότυπο μοντελισμό»: «Να συγχαρούμε τους νεκρούς;», Περιοδικό "Ο Σίσυφος", τχ. 15, Νοέμβριος 2018

Γιώργος ΔελιόπουλοςΕν αναμονή του θαύματος, Περιοδικό "Ο Σίσυφος", τχ. 15, Νοέμβριος 2018

Διώνη ΔημητριάδουΤο «πριν» και το «μετά» της ποίησης. Σκέψεις πάνω στην ποιητική της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου, Περιοδικό "Ο Σίσυφος", τχ. 15, Νοέμβριος 2018

Καλλιόπη ΕξάρχουΑφόρετα θαύματα, Περιοδικό "Ο Σίσυφος", τχ. 15, Νοέμβριος 2018

Σωτηρία Καλασαρίδου«Σε τόνο μινόρε ο έρωτας», Περιοδικό "Ο Σίσυφος", τχ. 15, Νοέμβριος 2018

Βαλεντίνη ΚαμπατζάΗ μαγευτική κατάδυση της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου στα άδυτα της ποίησης και του έρωτα ως μια πράξη αντίστασης και ανατροπής, Περιοδικό "Ο Σίσυφος", τχ. 15, Νοέμβριος 2018

Ηλίας ΚεφάλαςΣύντομες νύξεις για την ποίηση της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου, Περιοδικό "Ο Σίσυφος", τχ. 15, Νοέμβριος 2018

Νένα ΚοκκινάκηΣκέψεις για την ποίηση της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου με αφορμή την ποιητική της συλλογή Αφόρετα θαύματα, Περιοδικό "Ο Σίσυφος", τχ. 15, Νοέμβριος 2018

Θωμάς ΚοροβίνηςΟι πόλεις μου με κατατρέχουν, «Σελανίκ Ι» και «Σελανίκ ΙΙ». Σημειώσεις πάνω σε δυο ποιήματα από τη συλλογή της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου Αφόρετα θαύματα, Περιοδικό "Ο Σίσυφος", τχ. 15, Νοέμβριος 2018

Ζέτα ΚουντούρηΤο παράδοξο στην ποίηση της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου, Περιοδικό "Ο Σίσυφος", τχ. 15, Νοέμβριος 2018

Μαρία ΛιτσαρδάκηΑπό τη ρυμοτομία της ψυχής στη ρυμοτομία της γραφής, Περιοδικό "Ο Σίσυφος", τχ. 15, Νοέμβριος 2018

Στέλιος ΜαφρέδαςΝα μεταμεληθεί ο θάνατος για την συγκομιδή του. Εσχατολογικές ανιχνεύσεις στην ποίηση της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου, Περιοδικό "Ο Σίσυφος", τχ. 15, Νοέμβριος 2018

Αλεξάνδρα ΜπακονίκαΑφόρετα θαύματα, Περιοδικό "Ο Σίσυφος", τχ. 15, Νοέμβριος 2018

Στυλιανή ΠαντελιάΠολλαπλή προοπτική του θαύματος, Περιοδικό "Ο Σίσυφος", τχ. 15, Νοέμβριος 2018

Δήμος ΧλωπτσιούδηςΗ σκηνική πολυεδρικότητα στην ποίηση της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου, Περιοδικό "Ο Σίσυφος", τχ. 15, Νοέμβριος 2018

Κλαίτη ΣωτηριάδουΟ μίτος του θήτα, Περιοδικό "Ποιητική", τχ. 20, Φθινόπωρο-Χειμώνας 2017


Κώστας ΠαπαγεωργίουΑφόρετα θαύματα, Περιοδικό "Τα Ποιητικά", τχ. 28, Δεκέμβριος 2017

Βικτωρία ΚαπλάνηΑφόρετα θαύματα, Περιοδικό "Θευθ", τχ. 6, Δεκέμβριος 2017

Κλεοπάτρα ΛυμπέρηΑφόρετα θαύματα, Περιοδικό "Κοράλλι", τχ. 14, Δεκέμβριος 2017