Ο Ιωάννης ή Γιάννης Αβραμίδης (23 Σεπτεμβρίου 1922 – 16 Ιανουαρίου 2016) ήταν Έλληνας γλύπτης με σημαντική σταδιοδρομία στο εξωτερικό.
Γεννήθηκε στο Βατούμ (ή Μπατούμι) της Γεωργίας το 1922 από Πόντιους πρόσφυγες που κατάγονταν από τα Σούρμενα της Τραπεζούντας. Από το 1937 ως το 1939 σπούδασε στην Κρατική Σχολή Τέχνης του Βατούμ, εξαιτίας όμως των διώξεων που υπέστη η οικογένειά του από το κομμουνιστικό καθεστώς (ο πατέρας του στάλθηκε το 1937 στη Σιβηρία από όπου δεν επέστρεψε) το 1939 εγκαταστάθηκε μαζί με την μητέρα του στην Αθήνα. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής βρήκε καταφύγιο στην Πτολεμαΐδα. Το 1943 μεταφέρθηκε με τραίνο στη Βιέννη, όπου αρχικά δούλεψε σε στρατόπεδο εργασίας, παρέμεινε όμως και μετά τον πόλεμο.
Σπούδασε ζωγραφική (1945-1949) και γλυπτική (1953-1956) στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Βιέννης με τον Ρόμπιν Κρίστιαν Άντερσεν (Robin Christian Andersen) και τον Φριτς Βοτρούμπα (Fritz Wotruba). Το 1956 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο της Ακαδημίας Καλών Τεχνών της Βιέννης, στην οποία διετέλεσε από το 1968 ως το 1972 διευθυντής. Την περίοδο 1966-1967 είχε διδάξει στην αντίστοιχη ακαδημία του Αμβούργου.
Από το 1956 άρχισε να παρουσιάζει το έργο του σε ομαδικές και διεθνείς εκθέσεις, κερδίζοντας επανειλημμένως διακρίσεις. Εκπροσώπησε την Αυστρία στην Μπιενάλε της Βενετίας το 1956 και το 1962, ενώ συμμετείχε στην Ντοκουμέντα του Κάσσελ το 1964 και το 1977. Το 1957 οργάνωσε στη Βιέννη την πρώτη του ατομική, ενώ το 1997 παρουσιάστηκε αναδρομική έκθεση γλυπτικής, ζωγραφικής και σχεδίων του στην Εθνική Πινακοθήκη στην Αθήνα, μετά το τέλος της οποίας ο καλλιτέχνης δώρισε τα έργα του στο μουσείο.
Το 1973 τιμήθηκε με το Μεγάλο Κρατικό Βραβείο της Αυστρίας και έγινε μέλος της Αυστριακής Συγκλήτου Τέχνης.
Το έργο του
Στη δημιουργία του Ιωάννη Αβραμίδη αποκλειστικό σχεδόν θέμα είναι η ανθρώπινη μορφή. Με εξαίρεση ορισμένα πρώιμα έργα της δεκαετίας του ’50, όπως το Κεφάλι (1953) και η Μορφή πρότυπο (1958), τα οποία, αν και αφαιρετικά, είναι πιο κοντά στην ορατή πραγματικότητα, οι μορφές είναι απογυμνωμένες από ρεαλιστικές λεπτομέρειες, απόλυτα σχηματοποιημένες, κατά κανόνα στατικές, κάποιες φορές αποσπασματικές και με σαφείς αναφορές στην αρχαία ελληνική γλυπτική διαφόρων περιόδων. Η πιο χαρακτηριστική φιγούρα είναι μια μονοαξονική κατασκευή που βασίζεται στο μέτρο, την αρμονία και τις αναλογίες και συναντάται για πρώτη φορά στη «Μεγάλη μορφή» (1958). Αρχικά μεμονωμένη, αποτέλεσε στη συνέχεια τον πυρήνα για συνθέσεις με περισσότερες μορφές, που δημιουργούν μια ενότητα και συχνά προκύπτουν από την περιστροφή της αρχικής φιγούρας γύρω από τον άξονά της σε μια ρυθμική επανάληψη. Η κατασκευή των έργων αυτών βασίζεται σε έναν κατακόρυφο μεταλλικό σκελετό από αλουμίνιο, που τέμνει τις μορφές οριζόντια σε διάφορα σημεία. Στη συνέχεια ο σκελετός γεμίζεται με τεχνητή ρητίνη ή άλλα υλικά και γύψο και η διαδικασία ολοκληρώνεται με τη χύτευση σε μπρούντζο. Τα περισσότερα έργα του καλλιτέχνη αποκτούν την τελική τους μορφή είτε στο δεύτερο είτε στο τρίτο στάδιο της διαδικασίας. Ολόκληρη η διαδικασία αποτυπώνεται στα έργα του «Μορφή ΙΙΙ» («Σφαιρική ή Απόλυτη μορφή») του 1959-1960 και «Ασύμμετρο κεφάλι» (1962-1965).
Από το 1967 ο Αβραμίδης άρχισε να φιλοτεχνεί και σειρές μορφών, που τις ονόμασε Bandfiguren, δηλαδή Μορφές σε ζώνες ή ταινίες, στις οποίες εισάγει την έννοια της κίνησης, καθώς και τη γωνιώδη απόδοση. Την ίδια περίοδο, αξιοποιεί γεωμετρικά ή αρχαιοελληνικά σχήματα για να δημιουργήσει εξαιρετικά αφαιρετικές εκδοχές μιας σειράς κεφαλιών.
Παράλληλα με τη γλυπτική έχει ασχοληθεί με τη ζωγραφική και το σχέδιο, το οποίο καλλιέργησε είτε ως προσχέδιο για τη γλυπτική, είτε ως αυτόνομο έργο.
Ο Μέμος Μακρής (Αγαμέμνων Μακρής) (Πάτρα 1 Απριλίου 1913 - Αθήνα 26 Μαΐου 1993) ήταν Έλληνας γλύπτης του 20ού αιώνα. Γεννήθηκε και πέρασε τα παιδικά του χρόνια στην Πάτρα. Το 1919, η οικογένειά του μετακόμισε στην Αθήνα. Σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα με δασκάλους τους Μιχάλη Τόμπρο, Επαμ. Θωμόπουλο και Κ. Δημητριάδη. Αναμίχθηκε γρήγορα στην καλλιτεχνική και πολιτιστική ζωή της δεκαετίας του '30.
Ήταν μέλος του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδος (ΕΕΤΕ).
Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, ο Μακρής πήρε μέρος με έντονη δράση στην Εθνική Αντίσταση. Μετά την απελευθέρωση συνέχισε τις σπουδές του στο Παρίσι. Απελάθηκε από τη Γαλλία το 1950, λόγω των αριστερών πολιτικών πεποιθήσεών του και βρήκε πολιτικό άσυλο στην Ουγγαρία. Στην Ουγγαρία δραστηριοποιήθηκε ενεργά στην καλλιτεχνική, πολιτική και πολιτιστική κίνηση της χώρας, όπου καθιερώθηκε ως ένας από τους γλύπτες που εξέφραζαν την επίσημη αισθητική του κράτους με συνθέσεις μέσα στο πνεύμα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού.
Το 1964, του αφαιρέθηκε η ελληνική υπηκοότητα, την οποία επανέκτησε το 1975 μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας στην Ελλάδα. Το 1978 στην Εθνική Πινακοθήκη, πραγματοποιήθηκε η πρώτη αναδρομική έκθεσή του στην Ελλάδα .
Έργα
Μερικά από τα σημαντικότερα έργα του περιλαμβάνουν το μνημειώδες γλυπτό που αφιερώνεται στα θύματα του ναζιστικού στρατόπεδου συγκέντρωσης του Μαουτχάουζεν στην Αυστρία, το μνημείο στους Ούγγρους εθελοντές του Ισπανικού Εμφύλιου στη Βουδαπέστη, το μνημείο της απελευθέρωσης στο Πετς. Πολλά άλλα έργα του κοσμούν πλατείες και κτήρια σε όλη την Ουγγαρία.
Στην Κύπρο ξεχωρίζει για το εμβληματικό άγαλμα του Αρχιεπισκόπου Μακάριου φιλοτεχνημένο το 1987 στο προεδρικό μέγαρο στη Λευκωσία. Στην Ελλάδα είναι περισσότερο γνωστός για το γλυπτό του με τη μορφή του κεφαλιού του καθηγητή Νίκου Σβορώνου που βρίσκεται στο προαύλιο του Πολυτεχνείου, προς τιμήν των θυμάτων αγώνων απανταχού φοιτητών.
Το 2001, επί δημαρχίας Δημήτρη Αβραμόπουλου, τοποθετήθηκε ανδριάντας του Αρχιεπισκόπου και Εθνάρχη Κύπρου Μακαρίου στην Αθήνα στην συνοικία των Αμπελοκήπων. Το γλυπτό, φιλοτεχνημένο σε ορείχαλκο και ύψους 3.13μ., είναι δωρεά της Ιεράς Μονής Κύκκου προς το δήμο Αθηναίων και αποτελεί αντίγραφο του ανδριάντα που βρίσκεται στο Προεδρικό Μέγαρο της Κύπρου.
Επίσης, μπροστά στο Δημαρχείο Αμαρουσίου Αττικής, έχει στηθεί ολόσωμο άγαλμα από ορείχαλκο του ζωγράφου Γιάννη Τσαρούχη (1910 - 1989), έργο του Μέμου Μακρή, όπου ο Τσαρούχης απεικονίζεται με φουλάρι στο λαιμό και παλέτα στο χέρι του.
Χάλκινο άγαλμα στρατιώτη με αλαβέρδα, 1986. Έγγερ, Ουγγαρία.
Στην Ιεράπετρα της Κρήτης στον πεζόδρομο της πόλης, βρίσκεται το γλυπτό του που απεικονίζει την κόρη του με τίτλο "Η κόρη μου η Κλειώ" (1972).Επίσης στην πλατεία των Γιάννη και Μέμου Μακρή στο νέο σχέδιο πόλης τοποθετήθηκε το άγαλμα <<οι τρεις Κόρες >>πάνω σε ψηφιδωτό της Ζιζής Λουίζας Μακρή σε αρχιτεκτονική μελέτη της Γεωργίας.Μετινίδου Τα δυο αγάλματα είναι προσφορά του Γιάννη Μακρή στην Ιεράπετρα.
Πέθανε από καρδιακή ανεπάρκεια στην Αθήνα στις 2 τα ξημερώματα της 25 προς 26 Μαΐου 1993 και κηδεύτηκε από το Πρώτο Νεκροταφείο Αθηνών.
Ο Παναγιώτης Βασιλάκης, γνωστός παγκοσμίως ως TAKIS, αποτελεί μια από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της ελληνικής αλλά και της παγκόσμιας εικαστικής σκηνής. Πρωτοπόρος της κινητικής τέχνης, ξεδίπλωσε το καλλιτεχνικό του ταλέντο μετά το πέρας του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και επιβλήθηκε προσφέροντας μια διαφορετική προσέγγιση της κινητικής τέχνης. Καλλιτέχνης αυτοδίδακτος εκ πεποιθήσεως, κατάφερε να δημιουργήσει μια άρρηκτη σύνδεση ανάμεσα στην τέχνη και τις επιστήμες συνδυάζοντας στοιχεία της φύσης και της φυσικής στη γλυπτική του. Ο Takis ως «ακάματος δουλευτής των μαγνητικών πεδίων …» εξακολουθούσε μέχρι και σήμερα να πειραματίζεται και να δημιουργεί κινητικά έργα τέχνης που έχουν εμπνεύσει ζωγράφους, γλύπτες και ποιητές της γενιάς του αλλά και συγχρόνους του.
Γεννήθηκε το 1925 στην Αθήνα. Η παιδική του ηλικία και η εφηβεία του σημαδεύονται από αλλεπάλληλους πολέμους από τους οποίους η Ελλάδα υπέφερε όπως η Γερμανική και Ιταλική κατοχή και ο Εμφύλιος πόλεμος. Η οικονομική ευμάρεια της οικογένειάς του είχε πληγεί ήδη από το 1922 , δηλαδή την περίοδο της Μικρασιατικής καταστροφής.
Ξεκινά την καλλιτεχνική του πορεία σε ηλικία περίπου 20 ετών, παρά το γεγονός ότι η οικογένειά του δεν αποδεχόταν την κλίση του προς τις καλές τέχνες, σε ένα υπόγειο εργαστήρι, όταν έρχεται σε επαφή με τα έργα του Picasso και του Giacometti. Το 1952 δημιουργεί το πρώτο του ατελιέ με τους παιδικούς του φίλους και καλλιτέχνες Μίνω Αργυράκη και Ραϋμόνδο στην περιοχή της Ανάκασας. Τα πρώτα έργα του Τάκι είναι προτομές από γύψο και γλυπτά από σφυρήλατο σίδηρο εμπνευσμένα και από τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό αλλά και από καλλιτέχνες όπως ο Picasso και ο Giacometti.
Στα τέλη του 1953 αναχωρεί για το Παρίσι. Το 1954, φτάνοντας στο Παρίσι εντάσσεται για λίγους μήνες στο ατελιέ του Brancusi. Τα τρία περίπου επόμενα χρόνια ταξιδεύει και ζει ανάμεσα στο Παρίσι και στο Λονδίνο, όπου εμπνέεται και δημιουργεί τα πρώτα του κινητικά έργα. Eντυπωσιασμένος από τα ραντάρ, τις κεραίες και τα τεχνολογικά κατασκευάσματα που κοσμούν τον σιδηροδρομικό σταθμό στο Calais της Γαλλίας, εμπνέεται και δημιουργεί τα πρώτα του Σινιάλα, τα οποία ενώ στην αρχή είναι άκαμπτα και έχουν φωτεινά σήματα στην κορυφή τους, σταδιακά αλλάζουν μορφή. Στην κορυφή τους τοποθετούνται πυροτεχνήματα μέσω των οποίων πραγματοποιεί διάφορα street art happenings στις πλατείες του Παρισιού, αποκτούν ευελιξία, κοσμούνται με τα λεγόμενα «objets trouvés», λικνίζονται χάρη στην πνοή του ανέμου ενώ όταν κρούουν μεταξύ τους παράγουν μοναδικούς ήχους δίνοντας την αίσθηση της δόνησης των χορδών και της μελωδίας της άρπας.
Από το 1955 και μέχρι το τέλος του 1965 ο Takis, ως καλλιτεχνική διάνοια ήδη από τότε, πειραματίζεται με όλα τα στοιχεία του περιβάλλοντος και της φύσης τα οποία μας περιβάλλουν, αλλά αδυνατούμε να εντοπίσουμε με γυμνό μάτι. Αυτά τα στοιχεία θα αποτελέσουν τη βάση της καλλιτεχνικής του πορείας και εξερεύνησης καθώς χάρη σε αυτά διακρίνεται, ξεχωρίζει και καινοτομεί. Εξερευνά τις μαγνητικές δυνάμεις και την ενέργεια των μαγνητικών πεδίων τα οποία αποτελούν ένα από τα θεμέλια του έργου του στην καλλιτεχνική του έρευνα. Πειραματίζεται με τον ηλεκτρισμό, τον ήχο και το φως όπως και άλλοι καλλιτέχνες της γενιάς των Νεο-Ρεαλιστών της δεκαετίας του 1960 στο Παρίσι. Έτσι, μέσω της τέχνης του καθιστά ορατά όλα αυτά τα αόρατα στοιχεία. Επηρεασμένος από όλα όσα αναφέρθηκαν αλλά και από τις κοσμικές δυνάμεις και την επικοινωνία με το υπερπέραν δημιουργεί Τηλεγλυπτά και Τηλεπίνακες, Τηλεφώτα, Καντράν, Μουσικά. Την περίοδο εκείνη ταξιδεύει αρκετά συχνά σε όλα τα μεγάλα καλλιτεχνικά και μητροπολιτικά κέντρα του κόσμου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το πρώτο του ταξίδι του στις ΗΠΑ το 1961 όπου γνωρίζει τον μετέπειτα φίλο του Marcel Duchamp.
Χρονιά ορόσημο της περιόδου εκείνης αποτελεί το 1960, όταν ο Takis πραγματοποιεί την performance L’Impossible – Homme dans l’Espace (Το Αδύνατον – Ο Άνθρωπος στο Διάστημα) σε συνεργασία με το φίλο του Νοτιοαφρικανό ποιητή Sinclair Beiles. Η performance πραγματοποιήθηκε στην γκαλερί Iris Clert στο Παρίσι, κατά τη διάρκεια της οποίας ο Sinclair Beiles διάβασε το περίφημο μαγνητικό του μανιφέστο: «Είμαι γλυπτό…Υπάρχουν κι άλλα γλυπτά σαν εμένα. Η κύρια διαφορά είναι ότι δε μπορούν να μιλήσουν…Θα ήθελα να δω όλες τις πυρηνικές βόμβες στη Γη να μετατρέπονται σε γλυπτά …» και «εκτοξεύεται στον αέρα» στιγμιαία αιωρούμενος από το μαγνητικό πεδίο ενός μαγνήτη που συνδέεται με τη ζώνη του.
Το 1968 μετακομίζει στη Μασσαχουσέτη όπου προσκαλείται με υποτροφία ως ερευνητής από το πανεπιστήμιο του ΜΙΤ και πιο συγκεκριμένα από το Κέντρο Προηγμένων Οπτικών Μελετών. Εκεί δημιουργεί μια σειρά από Ηλεκτρομαγνητικά γλυπτά. Μελετά την υδροδυναμική ενέργεια και δίνει μορφή στην επινόησή του με τίτλο Υδροδυναμική της Θαλάσσιας Ταλάντωσης, ενώ παράλληλα εμπνέεται και μια σειρά από Υδρομαγνητικά γλυπτά. Ριζοσπαστικός και ανατρεπτικός, συνιδρύει την περίοδο εκείνη την Ένωση Art Workers Coalition με σκοπό την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των καλλιτεχνών ενάντια στην εκμετάλλευσή τους από τους γκαλερίστες, τους εικαστικούς επιμελητές και τα μουσεία. Χαρακτηριστικό γεγονός αποτελεί η εφόρμισή του στο Mουσείο Μοντέρνας Τέχνης με σκοπό να αποσύρει ένα έργο του πριν προλάβει η ασφάλεια του Μουσείου να αντιδράσει. Η συμβολική του αυτή κίνηση γίνεται πρωτοσέλιδο στους New York Times.
Το 1974, έχοντας πλέον επιστρέψει και πάλι στο Παρίσι, ξεκινά να δημιουργεί τα Ερωτικά του γλυπτά. «La force d’attraction est le denominateur commun du magnétisme et de l’érotisme. En 1974, Takis en fait l’equitation dans une série de bronzes réalisés a partir de moulages» (Takis, monographies, Érotique, p.203).
Το 1986 επιστρέφοντας στην Ελλάδα ιδρύει το Κέντρο Ερευνών για την Τέχνη και τις Επιστήμες (KETE) στο Γεροβουνό Αττικής, του οποίου τα επίσημα εγκαίνια πραγματοποιούνται το 1993.
Όντας καλλιτέχνης πολυσχιδής, επιβάλλεται με την περίφημη Τέταρτη Διάσταση, μια αόρατη δύναμη που δημιουργείται από τα μαγνητικά πεδία που μας περιβάλλουν και διαχέονται στο χώρο.
Παρά το γεγονός ότι είναι αναγνωρισμένος για τα κινητικά του γλυπτά, ο Takis πρωτοπορεί και στη δημιουργία σκηνικών, στη μουσική επιμέλεια θεατρικών παραστάσεων και performances. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν οι συνεργασίες με τον Κώστα Γαβρά για την ταινία Section Spéciale (Ειδικό Δικαστήριο) το 1975, με τον Μιχάλη Κακογιάνη για την παράσταση Ηλέκτρα του Σοφοκλή στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου το 1983 καθώς και την παράσταση Τρωάδες, με το Nam June Paik το 1979, με τη Joelle Léandre και τη χορεύτρια Μάρθα Ζιώγα για την performance με τίτλο Ligne Parallèle Erotique (Παράλληλη Ερωτική Γραμμή) το 1986 καθώς και με τη Βαρβάρα Μαυροθαλασσίτη για την performance «Isis Awakening» (Το ξύπνημα της Ίσιδος) το 1990.
Συνολικά, καθ’ όλη τη διάρκεια της καριέρας του, ο Takis συνεχίζει να διερευνά τα όρια και τα σημεία τομής της καλλιτεχνικής και επιστημονικής αντίληψης, καθώς και της μουσικής, των ήχων και ιδιαίτερα των εικόνων που βρίσκονται σε κίνηση.
Καλλιτέχνης σύγχρονος και πρωτοποριακός, ο Takis ακολουθεί μια καλλιτεχνική πορεία που εκτίθεται στις τέσσερις γωνιές του κόσμου, με ρίζες σε μια γλυπτική παράδοση η οποία κυμαίνεται από την αρχαία ελληνική γλυπτική, τον Giacometti και φθάνουν στα τεχνολογικά αντικείμενα και κατασκευάσματα της σύγχρονης εποχής. Τα έργα του κοσμούν τις μόνιμες συλλογές των σπουδαιότερων μουσείων του κόσμου όπως το Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης George Pompidou στο Παρίσι, το ΜΟΜΑ και το Guggenheim Museum της Νέας Υόρκης, τη De Menil Collection στο Χιούστον, την Tate Modern του Λονδίνου, την Peggy Guggenheim Collection στη Βενετία. Στη Γαλλία, το Μουσείο του Jeu de Paume, το Palais de Tokyo και το Fondation Maeght έχουν οργανώσει μεγάλες αναδρομικές εκθέσεις αφιερωμένες στον καλλιτέχνη. Το έργο του επίσης εκτίθεται στους κήπους της UNESCO στο Παρίσι και στην περιοχή της La Défense, όπου η γαλλική κυβέρνηση του παραχωρεί τον μεγαλύτερο δημόσιο χώρο που δόθηκε ποτέ στην ιστορία του Παρισιού σε καλλιτέχνη, 3500 τμ για ένα “δάσος” από 49 Φωτεινά Σινιάλα. Έχει επίσης συμμετάσχει δύο φορές στη Documenta στο Κάσελ, μια φορά στην Biennale της Βενετίας και το 1985 στην Biennale του Παρισιού όπου τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο. Το 2001, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποδίδει στο Κ.Ε.Τ.Ε. τιμητική πλακέτα για την προσφορά του καλλιτέχνη στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας για τα έργα του με τίτλο Ηλεκτρικά Βαρέλια.
"Ο Θνήσκων Πολεμιστής" του Δ. Καλαμάρα στον σταθμό ΕΘΝΙΚΗ ΑΜΥΝΑ
Ο Δημήτρης Καλαμάρας (30 Ιουλίου 1924 - 1 Ιουλίου 1997) ήταν Έλληνας γλύπτης.
Γεννήθηκε στη Φλώρινα το 1924 [1] και πέθανε στην Αθήνα το 1997.
Σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών ζωγραφική (1946-1947) με τους Δημήτριο Μπισκίνη, Επαμεινώνδα Θωμόπουλο και Ουμβέρτο Αργυρό και γλυπτική (1947-1954) με τον Μιχάλη Τόμπρο.
Συνέχισε στις Ακαδημίες Καλών Τεχνών της Φλωρεντίας (1954-1957) και της Ρώμης (1958-1961), όπου είχε δασκάλους τους Περίκλε Φατζίνι και Βενάντζο Κροτσέτι αντίστοιχα. Κατά την παραμονή του στην Ιταλία, συνδέθηκε με σημαντικούς καλλιτέχνες, όπως τον Τζάκομο Μαντζού, τον Μαρίνο Μαρίνι, τον Τζόρτζιο ντε Κίρικο, τον Τζόρτζιο Μοράντι και τον Χένρι Μουρ. Πραγματοποίησε ταξίδια σε διάφορες ευρωπαϊκές πόλεις και μελέτησε μουσεία.
Το 1958 εγκατέστησε το πρώτο εργαστήριο χαλκοχυτικής στη Σχολή Καλών Τεχνών, ενώ από το 1969 ως το 1985 υπήρξε καθηγητής στην έδρα της γλυπτικής, εισάγοντας και τη συστηματική διδασκαλία θεωρητικών κειμένων.
Παρουσίασε το έργο του σε ατομικές εκθέσεις, καθώς και σε αναδρομική που οργανώθηκε το 1995 από την Εθνική Πινακοθήκη. Έλαβε επίσης μέρος σε ομαδικές, μεταξύ των οποίων Πανελλήνιες, η Μπιενάλε της Αλεξάνδρειας του 1961, όπου κέρδισε το Χρυσό Μετάλλιο, και η Μπιενάλε του Σάο Πάολο το 1979.
Θαυμαστής της τέχνης της Αναγέννησης και έχοντας πάντα ως αφετηρία την ανθρώπινη μορφή, ο Δημήτρης Καλαμάρας δημιούργησε τα πρώτα του έργα παραμένοντας πιστός στην ορατή πραγματικότητα. Το διάστημα 1954-1965 στις συνθέσεις του κυριαρχούν τα εξπρεσιονιστικά στοιχεία, ενώ μετά το 1965 τα έργα του αποκτούν δομικό χαρακτήρα και χτίζονται με γεωμετρικούς όγκους, αποτέλεσμα εξαντλητικής μελέτης και λεπτομερών μετρήσεων που οφείλονται στην πίστη του στην τάξη, την αρμονία, τη συμμετρία και σε ό,τι ήταν βασισμένο στο νόμο του αριθμού.
Η εικαστική προσφορά του Δημήτρη Καλαμάρα άγγιξε την πεντηκονταετία. Μισό αιώνα, ο σημαντικός αυτός καλλιτέχνης, ο υποδειγματικού ανθρώπινου και καλλιτεχνικού ήθους γλύπτης, υπηρέτησε με σεμνότητα, μακριά από τα "φλας της δημοσιότητας", την Τέχνη.
Την 1η Ιουλίου, ξαφνικά, η ζεστή και μεγάλη καρδιά του σταμάτησε να χτυπά. Πέρασε στον κόσμο της σιωπής, αφήνοντας πίσω του, παρακαταθήκη στους νεότερους, μια πλούσια και σημαντική γλυπτική δημιουργία, αλλά και τη βαθύτατα προοδευτική, αριστερή σκέψη του, τα οράματά του για την κοινωνία και την τέχνη, που, τύχη αγαθή για όλους μας, άφησε καταγραμμένα. Από τον πλούτο των γραπτών του, επιλέξαμε κάποια ενδεικτικά κείμενά του για τη ζωή και τη δημιουργία του, τα οποία και παραθέτουμε.
"Γεννήθηκα στην πόλη της Φλωρίνης στις 30 Ιουλίου 1924. Ενας μικρός μαρμάρινος άγγελος στο νεκροταφείο, μοναδική γλυπτή μορφή της πόλης, υπήρξε η πρώτη ώθηση για τις σπουδές που κατόπιν ακολούθησα. Εως το 1946, ζωγράφιζα και έκανα γλυπτική ερασιτεχνικά μέχρι που εντελώς συμπτωματικά πληροφορήθηκα την ύπαρξη της Σχολής Καλών Τεχνών και ξεκίνησα για την Αθήνα χωρίς καμία ουσιαστικά προετοιμασία".
Το 1947-48 ο Δ. Καλαμάρας έλαβε μέρος στις εξετάσεις για τα εργαστήρια της Σχολής και πέρασε πρώτος στη ζωγραφική και γλυπτική.
"Προτίμησα τις σπουδές στον κλάδο της γλυπτικής, αφ' ενός μεν λόγω της προσωπικότητας του Μιχάλη Τόμπρου, αφ' ετέρου δε, διότι το χειρωνακτικό μέρος της τέχνης αυτής, ασκούσε επάνω μου μία ιδιαίτερη γοητεία".
"Θυμάμαι έντονα τα χρόνια των σπουδών μου μαζί του και κυρίως τις ακούραστες εκείνες αφηγήσεις του για τις μέρες του Παρισιού, για γεγονότα και πρόσωπα που είχε γνωρίσει, όπως τον Κριστιάν Ζερβός, τον Λε Κορμπιζιέ, τον Λεζέ, τον Μπρανκούζι κ.ά. Σ' αυτά που έλεγε, πολλές φορές, διαπίστωνα μιαν αντίφαση, αργότερα όμως, όταν βρέθηκα στο σταυροδρόμι, κατάλαβα ότι είχε δίκιο, γιατί τα πράγματα δεν ήταν τόσο απλά και μονοσήμαντα όσο νομίζει κανείς όταν ξεκινάει".
Ανδριάντας του Αγγελή Γάτσου στην Αριδαία, Πέλλας. Έργο του Δ.Καλαμαρά
Από τη Σχολή θα αποφοιτήσει το 1953 με το πρώτο βραβείο γλυπτικής, έχοντας ήδη φιλοτεχνήσει το πρώτο του έργο σε δημόσιο χώρο, τη μαρμάρινη προτομή του Μακεδονομάχου Γκόνου Γιώτα, στο πάρκο του Λευκού Πύργου στη Θεσσαλονίκη. Ακολούθησε ο ανδριάντας του Αγγελή Γάτσου για την πόλη της Αριδαίας, το οποίο υπήρξε το πρώτο έργο μνημειακής γλυπτικής του Δ. Καλαμάρα. Το 1955 μία υποτροφία του ΙΚΥ, θα του επιτρέψει να συνεχίσει και να ολοκληρώσει τις σπουδές του στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Φλωρεντίας και της Ρώμης. Τα χρόνια της Ιταλίας υπήρξαν καθοριστικά για την εξέλιξή του και αποτέλεσαν μία εξαιρετικά γόνιμη περίοδο σπουδής και βαθιάς.
Παράλληλα με τις καθαρά καλλιτεχνικές του σπουδές στην Ακαδημία της Φλωρεντίας, έμαθε την τέχνη της χαλκοχυτικής και με πρόσκληση του ΙΚΥ, ίδρυσε το πρώτο μετά την αρχαιότητα εργαστήριο χαλκοχυτικής, στα υπόγεια εργαστήρια της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών, το 1958.
"Θυμάμαι έντονα τη μακρά προετοιμασία ημερών, καθώς και το σύλλογο των καθηγητών σύσσωμο, τον Παντελή Πρεβελάκη,τον Παύλο Μυλωνά,τ ον Μιχάλη Τόμπρο, τον Γιάννη Κεφαλληνό, τον Γιάννη Παππά, τον Γιάννη Μόραλη, τον Σπύρο Παπαλουκά, να παρακολουθούν το λιωμένο μέταλλο να ρέει και πάλι μετά από αιώνες, μέσα στις γλυπτικές φόρμες".
Την ίδια χρονιά, άρχισε τη φιλοτέχνηση του ανδριάντα του Μακεδονομάχου Κώττα,που σήμερα είναι τοποθετημένος στην είσοδο της Φλώρινας. Με το έργο αυτό, ο Δ. Καλαμάρας εκπροσώπησε την Ελλάδα στην Μπιενάλε Αλεξανδρείας μαζί με τους Θανάση Απάρτη και Θόδωρο Βασιλείου και τιμήθηκε με το Χρυσό Μετάλλιο.
"Τα επόμενα χρόνια όλη η καλλιτεχνική μου εργασία περιστρέφεται γύρω από ένα και μόνο θέμα: τον άνθρωπο και το άλογο σε πολλές παραλλαγές και περιλαμβάνει πολλές μικρές μακέτες σε διάφορα υλικά, μικρούς έφιππους, χιλιάδες ελεύθερων σχεδίων και δεκάδες κοπιωδών σχεδίων πυκνοτάτων μετρήσεων. Το σύνολο της εργασίας αυτής, που η κάθε γλυπτική της διατύπωση διατηρεί την αυτοτέλειά της ως ανεξάρτητο έργο, αποτέλεσε την προϊστορία του ανδριάντα του Μεγάλου Αλεξάνδρου".
Πλούσια δραστηριότητα στη Σχολή Καλών Τεχνών
Το 1969, ο Δ. Καλαμάρας εκλέχτηκε παμψηφεί καθηγητής στην ΑΣΚΤ και εισήγαγε τη συστηματική διδασκαλία θεωρητικών κειμένων καλλιτεχνών με τη μετάφραση και ανάληψη εκδοτικής δραστηριότητας από τη Σχολή.
"Η καθηγεσία στάθηκε για μένα ευεργετική. Η συναίσθηση ότι αποτελούσα πρότυπο για τους νέους, με προφύλαξε από τους κινδύνους που συνεπάγεται για τον καλλιτέχνη ο "επαγγελματισμός"".
Στην ΑΣΚΤ, επίσης, έθεσε τις βάσεις για τη δημιουργία Γλυπτοθήκης για διδακτικούς λόγους με τη μετάβασή του στην Ιταλία και την αγορά σημαντικού αριθμού εκμαγείων, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται έργα του Μιχαήλ Αγγέλου, του Ντονατέλλο και άλλων, τα οποία αποτέλεσαν τον πρώτο της πυρήνα. Μετά τη μεταπολίτευση, ο Δ. Καλαμάρας, υπήρξε ο πρώτος παμψηφεί εκλεγμένος πρύτανης της Σχολής και διατέλεσε αντιπρύτανης επί επτά συνεχή έτη.Το 1979 μετά από πρόταση της αρμόδιας καλλιτεχνικής επιτροπής του ΥΠΠΟ εκπροσώπησε την Ελλάδα στην Μπιενάλε του Σάο Πάολο, με σχέδια και γλυπτά από τη σειρά των σπουδών του για τον ανδριάντα του Μεγάλου Αλεξάνδρου.
Ακόμη, υπήρξε μέλος του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου επί δεκαετία, μέλος του Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων,Πρόεδρος της Επιτροπής Ανεγέρσεως Μνημείων και Ανδριάντων του ΥΠΠΟ κτλ. Το 1995, πραγματοποιήθηκε μεγάλη αναδρομική έκθεση έργων του στην Εθνική Πινακοθήκη. Εκθεση που αποτελούσε χρέος από την πολιτεία για τη μακρόχρονη, σημαντική προσφορά του μεγάλου μας καλλιτέχνη.
Το τέθριππο της Αψίδας Θριάμβου του Καρουζέλ. Έργο του Φρανσουά Ζοζέφ Μποζιό. Παρίσι - Κεραμεικός
Ο Φρανσουά Ζοζέφ Μποζιό (François-Joseph Bosio, 19 Μαρτίου 1768 – 29 Ιουλίου 1845) ήταν Μονεγάσκος γλύπτης, ο οποίος πέρασε σχεδόν όλη του τη ζωή στη Γαλλία. Ήταν μαθητής του Ωγκυστέν Παζού (Augustin Pajou, 1730 – 1809), στον οποίο είχε συστήσει ο πρίγκιπας του Μονακό. Μαθήτευσε κοντά και στο διάσημο Ιταλό γλύπτη Αντόνιο Κανόβα, ο οποίος επηρέασε σημαντικά την καλλιτεχνική του πορεία, ώστε να επονομαστεί ο «Γάλλος Κανόβα».
Ο Μποζιό, κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης, επιστρατεύθηκε ως εθελοντής. Ταξίδεψε στην Ιταλία, όπου συνδέθηκε με το γλύπτη Λορέντσο Μπαρτολίνι (Lorenzo Bartolini, 1777 – 1850), ο οποίος τον σύστησε στο βαρόνο Ντομινίκ Ντενόν (Dominique Denon), γενικό διευθυντή των Μουσείων της Γαλλίας.
Ο Μποζιό ανέλαβε πολλές παραγγελίες από το Ντενόν, ο οποίος, ικανοποιημένος από την τέχνη του, τον παρουσίασε στην αυτοκράτειρα Ιωσηφίνα, την προτομή της οποίας και φιλοτέχνησε. Στη συνέχεια, παραχωρήθηκε στον Μποζιό το αποκλειστικό προνόμιο (που μόνο στον Κανόβα είχε μέχρι τότε παραχωρηθεί) να φιλοτεχνήσει από του φυσικού την προτομή του Ναπολέοντα (1810). Φιλοτέχνησε ακόμη τις προτομές του Λουδοβίκου ΙΗ΄, του Καρόλου Ι΄, του βασιλιά και της βασίλισσας της Βεστφαλίας, της αυτοκράτειρας Μαρίας – Λουΐζας, της βασίλισσας Ορτάνς ντε Μπωαρναί κ. ά.
Κατά την περίοδο της Παλινόρθωσης των Βουρβόνων (Restauration), ο Μποζιό ανέλαβε και πάλι πληθώρα παραγγελιών. Το Παρίσι κοσμείται με το αριστουργηματικό τέθριππο της Αψίδας Θριάμβου του Καρουζέλ (Arc de Triomphe du Carrousel), γνωστό ως «Η Ειρήνη οδηγώντας το άρμα του Θριάμβου», τον έφιππο ανδριάντα του «Λουδοβίκου ΙΔ΄» στην Πλατεία Βικτουάρ (Place des Victoires), τις ανάγλυφες παραστάσεις των ναπολεόντειων εκστρατειών στη Στήλη Βαντόμ στην Πλατεία Βαντόμ (Place Vendôme).
Στο Μουσείο του Λούβρου βρίσκονται τα γλυπτά του «Αριστέας, θεός των κήπων» (1813 – 17), «Υάκινθος» (1817), «Ο Ηρακλής μαχόμενος με τον μεταμορφωμένο σε ερπετό ποταμό Αχελώο», (1824), «Ο Ερρίκος Δ΄ σε παιδική ηλικία» (1824), «Η Νύμφη Σαμαλκίς εξερχόμενη από το λουτρό» (1826), «Η δούκισσα της Ορλεάνης» κ.ά.
Ο Μποζιό πέθανε στο Παρίσι στις 29 Ιουλίου του 1845.
Υάκινθος
Hercules fighting Acheloos transformed into a snake (1824)
Aristaeus, god of the gardens
Groupe en marbre L'Histoire et les Arts
Franco Maria Ricci's collection
Franco Maria Ricci's collection
Henry IV as a Child
Cupid with a Bow
Henri IV enfant
Henri IV (1553-1610) enfant en pied
Portrait of Jacques-Alexandre-Bernard Law, Marquis de Lauriston
European sculpture in the Art Institute of Chicago