Σάββατο, 30 Ιουνίου 2018

ΣΤΕΛΛΑ ΒΡΑΚΑ " Ατιτλο "


Αντίο θλίψη, μπορείς να πηγαίνεις,
αρκετά κράτησε η επίσκεψή σου.
Έχω σκοπό να γευματίζω,
με την χαρά, από δω και πέρα.

Στο δάσος με τα πλατάνια και τα νερά,
έρχεται η θάλασσα να χτίσει το σπίτι μου.

Μέρες αλλιώτικες με προσμένουν,
φορεμένες τα πρωινά χαμόγελα του Ήλιου.
Παράδοξα μεταμορφωμένες.
Τι κι αν το όνειρο παρέμεινε το ίδιο;
Η τόλμη μου απαράλλαχτα όμοια,
δεν μ' εγκατέλειψε.

Άντεξα την Οδύσσεια, γυρεύοντας την Ιθάκη.
Τίποτα δεν μου φαντάζει, δύσκολο πια.
Η τρέλα μου κι η τόλμη μου στο ονείρεμα.

~στέλλα βρακά~
29-6-2013




Έρνεστ Χέμινγουεϊ ( 21 Ιουλίου 1899 – 2 Ιουλίου 1961 )

O Έρνεστ Μίλλερ Χέμινγουεϊ (Ernest Miller Hemingway, 21 Ιουλίου 1899 – 2 Ιουλίου 1961) ήταν ένας από τους σημαντικότερους Αμερικανούς συγγραφείς του 20ού αιώνα, γνωστός ακόμα και για το δημοσιογραφικό του έργο, με ζωή περιπετειώδη και πολυτάραχη όσο αποτυπώνεται στα βιβλία του. Αποτέλεσε μέλος της αποκαλούμενης «Χαμένης Γενιάς» (Lost Generation) των Αμερικανών λογοτεχνών στο Παρίσι, στις δεκαετίες του 1920 και του 1930. Ανάμεσα στα πιο γνωστά έργα του συγκαταλέγονται Ο Γέρος και η Θάλασσα, Για ποιον χτυπά η καμπάνα και ο Αποχαιρετισμός στα όπλα. Το 1953 τιμήθηκε με το Βραβείο Πούλιτζερ, ενώ τον επόμενο χρόνο βραβεύθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Αγάπησε με πάθος τις ταυρομαχίες, το κυνήγι, τα ταξίδια (εργάστηκε ως πολεμικός ανταποκριτής) και τις γυναίκες (έκανε τέσσερις γάμους)

Ο Χέμινγουεϊ γεννήθηκε το 1899 στο Όουκ Παρκ του Ιλλινόις, κοντά στην πόλη του Σικάγου, αποτελώντας τον πρώτο γιο — και δεύτερο από τα συνολικά έξι παιδιά — του Κλάρενς Έντμοντς Χέμινγουεϊ και της Γκρέις Χωλ. Είχε συνολικά τέσσερις αδελφές και έναν αδελφό, ενώ έλαβε τα ονόματά του από τον παππού του Έρνεστ Χωλ και τον θείο του Μίλλερ Χωλ. Η μητέρα του διέθετε ιδιαίτερη κλίση στο τραγούδι και στο παρελθόν είχε πραγματοποιήσει καριέρα στην όπερα διδάσκοντας παράλληλα μουσική και τραγούδι. Ο πατέρας του ήταν γιατρός, αλλά και ερασιτέχνης ψαράς και κυνηγός, μεταδίδοντας στον Χέμινγουεϊ τη φυσιολατρία και το ενδιαφέρον για τον αθλητισμό. Το Όουκ Παρκ, στο οποίο μεγάλωσε, αποτελούσε μία συντηρητική πόλη, την οποία ο ίδιος αποκάλεσε αργότερα ως πόλη με «ανοιχτές αυλές και στενά μυαλά», ενώ ανατράφηκε σύμφωνα με την παράδοση, σε ένα έντονα θρησκευτικό περιβάλλον.
Κατά τη διάρκεια των γυμνασιακών του σπουδών, ο Χέμινγουεϊ διακρίθηκε για τις επιδόσεις του όχι μόνο στα γράμματα (ειδικότερα στη φιλολογία) αλλά και στα αθλήματα του μποξ και του αμερικάνικου ποδοσφαίρου. Παράλληλα, έγραψε τα πρώτα του άρθρα στην εφημερίδα Trapeze καθώς και στο λογοτεχνικό περιοδικό Tabula του γυμνασίου του. Αποφοιτώντας, δεν συνέχισε τις σπουδές του σε κάποιο κολέγιο, αλλά ξεκίνησε να εργάζεται ως δημοσιογράφος, το 1917, στην εφημερίδα The Kansas City Star, θέση στην οποία τελικά παρέμεινε για μόλις έξι μήνες. Κατά την σύντομη παραμονή του, ο ίδιος έγραψε πως έμαθε τους καλύτερους κανόνες συγγραφής, αναφερόμενος προφανώς στις οδηγίες προς τους δημοσιογράφους, για σύντομες προτάσεις και παραγράφους, ενεργητικά ρήματα και αυθεντικότητα στη γραφή.

Πρώτος παγκόσμιος πόλεμος

Σε ηλικία δεκαοχτώ ετών, ο Χέμινγουεϊ, μετά από προτροπή του πατέρα του, προσπάθησε να καταταχθεί στον Αμερικανικό στρατό για να λάβει μέρος στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Τελικά απορρίφθηκε, πιθανώς εξαιτίας προβλήματος όρασης από το αριστερό του μάτι, ωστόσο δεν έχει διασωθεί ιατρικό αρχείο που να επιβεβαιώνει τον λόγο για τον οποίο απορρίφθηκε. Παρά την αδυναμία του να καταταγεί στον στρατό, τον Δεκέμβριο του 1917, έγινε δεκτός ως εθελοντής οδηγός ασθενοφόρου του Ερυθρού Σταυρού και αφού αποχώρησε από την εφημερίδα όπου εργαζόταν, τον Απρίλιο του 1918 αναχώρησε για το ιταλικό μέτωπο. Αρχικά επισκέφτηκε το Παρίσι και στη συνέχεια ταξιδεψε στο Μιλάνο στις αρχές Ιουνίου, όταν και έλαβε τις πρώτες διαταγές.
Σύντομα ήρθε σε επαφή με την τραγικότητα και τις βαρβαρότητες του πολέμου, έχοντας ως αποστολή την περισυλλογή πτωμάτων. Λίγες εβδομάδες μετά την άφιξή του στην Ιταλία, στις 8 Ιουλίου 1918, ο Χέμινγουεϊ τραυματίστηκε από θραύσματα, ενώ μετέφερε εφόδια στους στρατιώτες και τελικά παρασημοφορήθηκε από το ιταλικό κράτος για την ανδρεία του. Οι εμπειρίες του στο μέτωπο, η ανάρρωσή του σε νοσοκομείο του Μιλάνου μετά τον τραυματισμό του, καθώς και η σχέση που ανέπτυξε με την εθελόντρια νοσοκόμα Άγκνες φον Κουρόφσκι αποτέλεσαν υλικό για το μεταγενέστερο μυθιστόρημά του Αποχαιρετισμός στα όπλα. Η αποτυχία του ειδυλλίου του με την Άγκνες τού προκάλεσε ένα βαρύ ψυχικό τραύμα που τον επηρέασε πολύ στη μετέπειτα ζωή του
.

Πρώτα λογοτεχνικά έργα

Με τη λήξη του πολέμου, ο Χέμινγουεϊ επέστρεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Όουκ Παρκ. Το 1920 άρχισε να εργάζεται ως δημοσιογράφος και ανταποκριτής της εφημερίδας Toronto Star Weekly του Τορόντο. Τον επόμενο χρόνο νυμφεύθηκε τη Χάντλυ Ρίτσαρντσον και για ένα διάστημα έζησαν στο Παρίσι, όπου ο Χέμινγουεϊ γνώρισε αρκετούς λογοτέχνες, ενώ συνδέθηκε φιλικά με τον Σκοτ Φιτζέραλντ, τον Έζρα Πάουντ και τον Τζαίημς Τζόυς. Κάλυψε δημοσιογραφικά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο με σημαντικές ανταποκρίσεις για την καταστροφή της Σμύρνης και την ανταλλαγή πληθυσμών στη Θράκη. Παράλληλα, το 1923 ολοκλήρωσε και το πρώτο του βιβλίο, με τίτλο Τρία διηγήματα και δέκα ποιήματα (Three Stories and Ten Poems), το οποίο εκδόθηκε στο Παρίσι από τον Ρόμπερτ Μακάλμον (Robert McAlmon). Την ίδια χρονιά ο Χέμινγουεϊ επέστρεψε για σύντομο χρονικό διάστημα στην Αμερική λόγω της εγκυμοσύνης της συζύγου του και προκειμένου να γεννηθεί εκεί ο γιος τους υπό καλύτερες συνθήκες. Την περίοδο αυτή εργάστηκε στην εφημερίδα Toronto Daily Star ενώ παραιτήθηκε την 1η Ιανουαρίου 1924 προκειμένου να επιστρέψει οικογενειακώς στο Παρίσι.
Μετά από σχετική σύσταση του Έζρα Πάουντ, ο Φορντ Μάντοξ Φορντ δημοσίευσε διηγήματα του Χέμινγουεϊ στο λογοτεχνικό περιοδικό Transatlantic Review. Την περίοδο 1925-1929 ολοκλήρωσε μερικά από τα σημαντικότερα έργα του, μεταξύ των οποίων η συλλογή διηγημάτων του Στον καιρό μας (In Our Time), το μυθιστόρημα Ο Ήλιος ανατέλλει ξανά (The Sun Also Rises), η συλλογή Άνδρες χωρίς γυναίκες (Men Without Women) και ο Αποχαιρετισμός στα όπλα (A Farewell to Arms, 1929), έργο με το οποίο γνώρισε και σημαντική αναγνώριση και εμπορική επιτυχία. Γνωρίστηκε επίσης με την Γερτρούδη Στάιν, η οποία τον εισήγαγε στον κύκλο των καλλιτεχνών με επίκεντρο την Μονμάρτρη και ειδικότερα τη λογοτεχνική «Χαμένη Γενιά» (Lost Generation) των εξόριστων Αμερικανών συγγραφέων του Παρισιού.

Αμερική

Το 1927 χώρισε με την Χάντλυ Ρίτσαρντσον, νυμφεύθηκε για δεύτερη φορά την Αμερικανίδα Πωλίν Φάιφερ, ανταποκρίτρια μόδας για τα περιοδικά Vanity Fairκαι Vogue, και μαζί εγκαταστάθηκαν τον επόμενο χρόνο στo Κη Γουέστ της Φλόριντα, τόπο που αποτέλεσε μία σταθερή βάση για τον Χέμινγουεϊ τα επόμενα χρόνια. Στις 28 Ιουνίου απέκτησε τον δεύτερο γιο του, τον Πάτρικ ενώ τον Δεκέμβριο του 1928 σημειώθηκε η αυτοκτονία του πατέρα του, ο οποίος αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, καθώς και προβλήματα υγείας. Η δημοσίευση του Αποχαιρετισμός στα Όπλα στις 27 Σεπτεμβρίου 1929, του προσέφερε σημαντική λογοτεχνική και εμπορική αναγνώριση. Το 1932 εκδόθηκε ο Θάνατος στο απομεσήμερο (Death in the Afternoon), έργο στο οποίο ο Χέμινγουεϊ διαπραγματεύθηκε την ταυρομαχία, τόσο εγκυκλοπαιδικά όσο και με αναφορές στη μεταφυσική και θρησκευτική της διάσταση. Υπήρξε θαυμαστής των ταυρομαχιών ήδη από το 1925, μετά από ταξίδια του στην Ισπανία.
Το καλοκαίρι του 1933 ταξίδεψε στην Αφρική όπου συμμετείχε σε σαφάρι για διάστημα περίπου τριών μηνών. Οι εμπειρίες του αποτέλεσαν υλικό για το μυθιστόρημα Οι Πράσινοι Λόφοι της Αφρικής (Green Hills of Africa) που εκδόθηκε το 1935. Τον Μάρτιο του 1937 ο Χέμινγουεϊ ταξίδεψε στην Ισπανία προκειμένου να καλύψει δημοσιογραφικά τον ισπανικό εμφύλιο. Την περίοδο αυτή ανέπτυξε παράλληλα σχέση με την Μάρθα Γκέλχορν, η οποία επίσης κάλυπτε τον πόλεμο, γεγονός που οδήγησε σε ένα δεύτερο διαζύγιο το 1940 και σε έναν τρίτο γάμο του με την Γκέλχορν, λίγες εβδομάδες αργότερα.

Κούβα

Μετά τον τρίτο του γάμο, ο Χέμινγουεϊ εγκαταστάθηκε στην Κούβα, στη βίλα Φίνκα Βίχια (Finca Vigia), κοντά στην Αβάνα. Το συγκεκριμένο σπίτι, αποτέλεσε το πρώτο που αγόρασε ο ίδιος ο Χέμινγουεϊ, έναντι 18.500 δολαρίων. Είχε παλαιότερα ξαναταξιδέψει στην Κούβα, το 1928, και το νησί θα αποτελούσε την βάση του σχεδόν μέχρι τον θάνατό του. Κατά την εποχή που ξέσπασε ο Ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος αρθρογραφεί υπέρ της Δημοκρατίας και ενεργοποιείται γύρω από ομάδες συμπαθούντων που στέλνουν βοήθεια στα δημοκρατικά κυβερνητικά στρατεύματα. Ο ίδιος αποφασίζει να πάρει μέρος στις πολεμικές ανταποκρίσεις στο μέτωπο της Αραγωνίας, όπως και γύρω από την πολιορκημένη από τα στρατεύματα του Φράνκο, Μαδρίτη. Το ξενοδοχείο Φλόριντα στη Μαδρίτη στο οποίο έμενε, συγκέντρωνε τους πιο γνωστούς Αμερικανούς εθελοντές στον πόλεμο, τους οποίους γνώριζε προσωπικά και ήταν φίλος τους, όπως ο Ρόμπερτ Μέρριμαν, αρχηγός των αμερικανικών εθελοντικών ταξιαρχιών και ο άσος πιλότος Φρανκ Γκλάσκοου Τίνκερ, υποσμηναγός της Δημοκρατικής Αεροπορίας. Στις ανταποκρίσεις του από την Ισπανία υπάρχουν προσωπικοί διάλογοι με αυτούς, ακόμα και ποιήματα αφιερωμένα στους νεκρούς του φίλους.
Οι εμπειρίες του αυτές αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για το μυθιστόρημα Για ποιον χτυπά η καμπάνα, το οποίο ολοκλήρωσε στην Κούβα τον Ιούλιο του 1940. Το βιβλίο αναγνωρίζεται σήμερα ως ένα από τα σημαντικότερα έργα του Χέμινγουεϊ και όταν εκδόθηκε είχε μεγάλη εμπορική επιτυχία, λαμβάνοντας και πολύ θετικές κριτικές. Πρόσωπα έμπνευσης για τους πρωταγωνιστές του έργου αυτού ήταν, και με τα ίδια ακριβώς ονόματα, το ζευγάρι Ρόμπερτ και Μάριον Μέρριμαν. Ο Ρόμπερτ του έργου όπως και ο αληθινός Ρόμπερτ Μέρριμαν, και η Μάριον, θα πέσουν μαχόμενοι στην Ισπανία για το καθήκον, όπως αυτοί είχαν ορίσει στον εαυτό τους

Δεύτερος Παγκόσμιος πόλεμος

Μετά τη συμμετοχή των Ηνωμένων Πολιτειών στον Δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, ο Χέμινγουεϊ οργάνωσε μία επιχείρηση ανακάλυψης γερμανικών υποβρυχίων στις ακτές της Κούβας και των ΗΠΑ. Συγκέντρωσε αρκετούς φίλους και γνωστούς του, ενώ παράλληλα εξόπλισε κατάλληλα το αλιευτικό του σκάφος (γνωστό και ως Pilar). Ονόμασε την οργάνωση αυτή Crook Factory, ωστόσο δεν είχε κανένα αποτέλεσμα. Σύμφωνα με τη σύζυγό του Μάρθα, το εγχείρημα του Χέμινγουεϊ αποτελούσε δικαιολογία ώστε να αποφύγει μία πραγματική δημοσιογραφική αποστολή αλλά και για να διασκεδάσει με τους φίλους του.
Την άνοιξη του 1944, ο Χέμινγουεϊ αποφάσισε τελικά να ταξιδέψει στην Ευρώπη για τη δημοσιογραφική κάλυψη του πολέμου, με πρώτο σταθμό το Λονδίνο. Στο διάστημα αυτό, επήλθε ρήξη στη σχέση με τη σύζυγό του ενώ παράλληλα γνώρισε τη δημοσιογράφο του περιοδικού Time Μαίρη Γουέλς, με την οποία παντρεύτηκαν τελικά (συνολικά για τέταρτη φορά) το 1946. Ο Χέμινγουεϊ επέστρεψε στην Αμερική τον Μάρτιο του ίδιου έτους, μετά τη λήξη του πολέμου.

Τελευταία χρόνια

Το 1950 εκδόθηκε το πρώτο μυθιστόρημα από την εποχή του Για ποιον χτυπά η καμπάνα, με τον τίτλο Across the River and Into the Trees, το οποίο πραγματεύεται μία ρομαντική ιστορία που εκτυλίσσεται στην μεταπολεμική Βενετία. Το μυθιστόρημα έλαβε κακές κριτικές ενταγμένες σε μία γενικότερη αμφισβήτηση της ικανότητάς του να συνεχίσει να δημιουργεί σημαντικά έργα. Η θεώρηση αυτή ανατράπηκε δύο χρόνια αργότερα, με την ολοκλήρωση της νουβέλας Ο Γέρος και η Θάλασσα, το 1951 και την έκδοσή της τον Σεπτέμβριο του 1952. Δημοσιεύτηκε αρχικά στο περιοδικό Life και προκάλεσε πολύ θετικά σχόλια, οδηγώντας τελικά στη βράβευση του Χέμινγουεϊ με το Βραβείο Πούλιτζερ (1953) και το Νόμπελ Λογοτεχνίας (1954).
Αμέσως μετά τη θερμή υποδοχή της νουβέλας, ταξίδεψε αρχικά στην Ισπανία και αργότερα στην Αφρική. Επί αφρικανικού εδάφους, συμμετείχε σε δύο αεροπορικά ατυχήματα τα οποία τού προκάλεσαν σοβαρούς τραυματισμούς. Ενδεικτικό της σοβαρότητάς τους είναι το γεγονός πως αφού επέστρεψε στην Κούβα, του στάθηκε αδύνατο να παραστεί στην απονομή του Νόμπελ Λογοτεχνίας, η οποία έλαβε χώρα στις 28 Οκτωβρίου του 1954. Αντ' αυτού, απέστειλε ένα γράμμα, το οποίο διάβασε ο Αμερικανός πρεσβευτής στη Σουηδία, Τζον Κάμποτ, ανακοινώνοντας την αποδοχή του βραβείου εκ μέρους του συγγραφέα.

Θάνατος

Τα επόμενα χρόνια αντιμετώπισε αρκετά προβλήματα υγείας που στάθηκαν εμπόδιο στη συνέχιση του έργου του. Η κατάστασή του επιδεινώθηκε επιπλέον από την υπερβολική χρήση αλκοόλ καθώς και από την κατάθλιψη που εμφάνιζε. Παρά τις αντιξοότητες, κατάφερε να ολοκληρώσει το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα Μία κινητή γιορτή (A Moveable Feast), έργο που τελικά εκδόθηκε μετά τον θάνατό του. Αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Κούβα τον Ιούλιο του 1960 και εγκαταστάθηκε στην πόλη Κέτσαμ (Ketchum) του Αϊντάχο. Τον ίδιο χρόνο νοσηλεύθηκε στην κλινική Mayo λόγω της υψηλής του πίεσης αλλά κυρίως της κατάθλιψης και της παράνοιάς του. Εκεί υποβλήθηκε και σε θεραπείες με ηλεκτροσόκ (ECT). Σύμφωνα με τον βιογράφο του Jeffrey Meyers, δέχθηκε 11 έως 15 θεραπείες τέτοιου είδους, οι οποίες όμως, όχι μόνο δεν τον βοήθησαν αλλά αντιθέτως είχαν αρνητικά αποτελέσματα, προκαλώντας του απώλεια μνήμης και επιταχύνοντας πιθανά και τη μελλοντική του αυτοκτονία.
Αποπειράθηκε για πρώτη φορά να αυτοκτονήσει την άνοιξη του 1961, και τελικά στις 2 Ιουλίου αυτοπυροβολήθηκε στο κεφάλι με κυνηγετικό όπλο, λίγες ημέρες πριν τα εξηκοστά δεύτερα γενέθλιά του. Ο τάφος του βρίσκεται σήμερα στο καθολικό νεκροταφείο του Κέτσαμ.

Πολιτικές και θρησκευτικές απόψεις

Ο Χέμινγουεϊ ήταν υποστηρικτής της δημοκρατίας και ιδεολογικά ανήκε στην αριστερά, αφού είχε σοσιαλιστικές ιδέες και έδειχνε μεγάλη συμπάθεια στους αναρχικούς. Μάλιστα, πρόσφατα ανακαλύφθηκε ότι η CIA τον είχε καταγράψει σε ένα από τα βιβλία της ως κομμουνιστή πράκτορα της KGB, κάτι που δεν είχε σχέση με την πραγματικότητα. Πάντως ο ίδιος, αν και ήταν αριστερός, είχε και κάποιες απόψεις σε ορισμένα ζητήματα που δεν συμβάδιζαν απόλυτα με τις θέσεις της αμερικανικής αριστεράς. Οι θρησκευτικές του πεποιθήσεις είναι πιο περίπλοκες και σύνθετες. Κατά την επικρατέστερη άποψη ο Χέμινγουεϊ ήταν Χριστιανός καθολικός στην αρχή της ζωής του, αλλά μετέπειτα έγινε άθεος

Ο γέρος και η θάλασσα

«Ο Γέρος και η θάλασσα» (αγγλικά: The Old Man and the Sea‎) είναι νουβέλα που γράφτηκε από τον Έρνεστ Χέμινγουεϊ το 1951 στις Μπαχάμες και δημοσιεύθηκε το 1952. Το 1953 ο Χέμινγουεϊ έλαβε για αυτό το Βραβείο Πούλιτζερ (Μυθοπλασίας) και η έκδοσή του συνετέλεσε στην απονομή του Βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1954. Το διήγημα αναφέρεται σε έναν γέρο ψαρά που μόνος και αβοήθητος παλεύει απελπισμένα στον ωκεανό, στα ανοιχτά της Κούβας, με έναν τεράστιο ξιφία
Ήρωας της ιστορίας είναι ο Σαντιάγκο, ένας φτωχός και ηλικιωμένος ψαράς που για 84 ημέρες έχει αποτύχει να πιάσει έστω κι ένα ψάρι. Τις πρώτες σαράντα μέρες είχε μαζί του ένα παιδί, τον Μανολίνο, στη συνέχεια όμως βγαίνει μόνος με τη βάρκα για ψάρεμα.
Την επόμενη, 85η ημέρα, κατορθώνει να ψαρεύψει ένα ψάρι τεραστίων διαστάσεων, έναν ξιφία, το οποίο όμως δυσκολεύεται να το τραβήξει στην ξηρά. Αγωνίζεται δυο ολόκληρα μερόνυχτα και στο τέλος πετυχαίνει να νικήσει το ψάρι. Καταπονημένος όπως είναι, αδυνατεί να το ανεβάσει στη βάρκα, λόγω και του τεράστιου βάρους του ψαριού. Έτσι, αποφασίζει να το δέσει στο πλάι και ξεκινά το δρόμο της επιστροφής, κάνοντας όνειρα για τη θριαμβευτική επιστορφή στο χωριό του. Ωστόσο, η τύχη δεν είναι με το μέρος του. Η θάλλασα θα παίξει μαζί του ένα τελευταίο, άσχημο παιχνίδι.Οι καρχαρίες, κατά τη διάρκεια της διαδρομής, κατασπάραξαν το μεγάλο ψάρι που είχε πιάσει ο Σαντίαγκο. Έτσι, όταν πλέον μπαίνει στο λιμάνι, το μόνο που έχει απομείνει να θυμίζει το κατόρθωμα του γερο-ψαρά είναι το μέγαλο άσπρο κόκαλο του ξιφία Είναι νύχτα, και ο Σαντιάγκο ανηφορίζει από το λιμάνι προς την καλύβα του, κουβαλώντας το κατάρτι της βάρκας του. Την επομένη το πρωί εμφανίζεται ο Μανολίνο, που του φέρνει καφέ και μαζί κάνουν σχέδια για μελλοντικές ψαριές. Κατόπιν ο Σαντιάγκο αποκοιμιέται, ονειρευόμενος λιοντάρια που παίζουν στην παραλία.

Απόσπασμα 

«Το ψάρι είναι φίλος μου» είπε δυνατά. «Δεν έχω ξαναδεί ούτε έχω ξανακούσει για κανένα τέτοιο ψάρι». Όμως πρέπει να το σκοτώσω. Πάλι καλά που δεν είμαστε αναγκασμένοι να σκοτώσουμε τ’ αστέρια»
Φαντάσου να έπρεπε κάθε μέρα κάποιος να προσπαθεί να σκοτώσει το φεγγάρι, συλλογίστηκε. Το φεγγάρι σώνεται και χάνεται. Φαντάσου όμως να ήταν αναγκασμένος κάθε μέρα κάποιος να προσπαθεί να σκοτώσει τον ήλιο; Γεννηθήκαμε τυχεροί, σκέφτηκε.
Τότε, λυπήθηκε το μεγάλο ψάρι που δεν είχε τίποτα να φάει μα η απόφασή του να το σκοτωσει δεν κλονίστηκε στιγμή από τη λύπησή του για αυτό. Πόσους ανθρώπους θα ταΐσει, σκέφτηκε. Όμως αξίζουν να το φάνε; Όχι βέβαια. Κανείς δεν είναι άξιος να το φάει, έτσι όπως φέρεται, και έτσι περήφανο που είναι.
Δεν τα καταλαβαίνω αυτά τα πράγματα, σκέφτηκε. Όμως πάλι καλά που δεν είμαστε αναγκασμένοι να προσπαθήσουμε να τα βάλουμε με τον ήλιο, το φεγγάρι ή τ’ αστέρια. Φτάνει που ζούμε από τη θάλασσα και σκοτώνουμε τα αληθινά μας αδέλφια.






Για ποιον χτυπά η καμπάνα

Βασισμένο στις εμπειρίες του από τον Ισπανικό Εμφύλιο, το "Για ποιον χτυπά η καμπάνα" θεωρήθηκε από τους βιβλιοκριτικούς ως το κορυφαίο έργο του συγγραφέα και ένα από τα καλύτερα πολεμικά μυθιστορήματα όλων των εποχών. Περιγράφει τέσσερις μέρες από τη ζωή του ήρωα και πρωταγωνιστή Ρόμπερτ Τζόρνταν, ενός Αμερικανού που έχει σταλεί με την ιδιότητα του δυναμιτιστή, για να ανατινάξει μια στρατηγικής σημασίας γέφυρα. Τέσσερις μονάχα μέρες, στα τέλη της άνοιξης του 1937 στην Ισπανία, και συγκεκριμένα στα δάση γύρω από τη Σεγκόβια. Στη διάρκεια αυτών των κρίσιμων ημερών, ο Τζόρνταν βιώνει συγκλονιστικά τον έρωτα στο πρόσωπο της πανέμορφης και βασανισμένης Μαρίας, το φόβο και την αγωνία σε μια σπαρασσόμενη από τον Εμφύλιο χώρα, την αφοσίωση και τη φιλία, αλλά και τη δεισιδαιμονία στα πρόσωπα των Ισπανών ανταρτών. Παντού γύρω του ελλοχεύει ο θάνατος, που δίνει σε όλα τα συνθήματα μια ολότελα διαφορετική διάσταση και ένταση. (ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ)


Κεντρικό πρόσωπο του βιβλίου είναι ο Αμερικανός ιδεαλιστής καθηγητής Ρόμπερτ Τζόρνταν, ο οποίος εγκαταλείπει την πατρίδα του και πηγαίνει στην Ισπανία για να πολεμήσει για την δημοκρατία κατά τη διάρκεια του ισπανικού εμφυλίου πολέμου.
Εκεί γνωρίζεται με μία ομάδα ντόπιων ανταρτών που αποτελείται από τρεις άνδρες και δύο γυναίκες και όλοι μαζί καταστρώνουν σχέδια για την ανατίναξη μιας γέφυρας. Μέσα στη σκληρότητα του πολέμου αναπτύσσεται κι ένα συναίσθημα ανάμεσα στον Τζόρνταν και μια νεαρή αντάρτισσα και το ζευγάρι προσπαθεί να βρει κάποιο νόημα στον παραλογισμό του πολέμου και στη δική του αβέβαιη θέση.
Η στιγμή για την ανατίναξη φτάνει, η αποστολή πετυχαίνει, όμως γίνεται φανερό ότι ο πόλεμος έχει χαθεί. Ο Ισπανός αρχηγός των ανταρτών, σπρωγμένος από δειλία και φόβο, προδίδει την ομάδα στους εχθρούς και στη μάχη που ακολουθεί ο Τζόρνταν τραυματίζεται βαριά.
Θα μπορούσε να είχε σωθεί αν ακολουθούσε την υπόλοιπη ομάδα ή θα μπορούσε να υπακούσει στην αγάπη της συντρόφου του και στην επιθυμία του να ζήσουν μαζί. Όμως μετράει η αίσθηση του καθήκοντος, αφού η πίστη του είναι ότι και η παραμικρή προσπάθεια κατά του φασισμού, αξίζει να γίνει. Πείθει λοιπόν τους άλλους να φύγουν, ενώ ο ίδιος βρίσκει τον θάνατο χρησιμοποιώντας τον εαυτό του για να καθυστερήσει την φάλαγγα των φασιστών.

Μηνύματα και αντιδράσεις
Παρά το ότι η βάση του βιβλίου είναι ο πόλεμος και ο θάνατος που βρίσκονται παντού, κατά βάθος το μυθιστόρημα έχει ξεκάθαρες και σοβαρές πολιτικές σκέψεις. Οι χαρακτήρες του δεν είναι άφοβοι και άτρωτοι, όμως αγαπούν την ζωή και γι αυτό μάχονται γι αυτήν, παρ' ότι πολλές φορές αναρωτιούνται αν αξίζει τον κόπο. Γι αυτούς, δημοκρατία σημαίνει επιβίωση.
Ο χρόνος που γράφτηκε και δημοσιεύτηκε το βιβλίο έχει ιδιάζουσα σημασία. Αν και επικρίθηκε, ειδικά από τους πολιτικούς, σαν μια παραμορφωμένη εικόνα του ισπανικού εμφυλίου πολέμου, ολόκληρο το μυθιστόρημα και ειδικά οι απόψεις του ήρωά του επηρέασαν την αμερικανική κοινή γνώμη σε μια εποχή που ολόκληρη η χώρα προσπαθούσε να αποφασίσει αν έπρεπε να πάρει μέρος στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο βοηθώντας τους Βρετανούς κατά των Γερμανών ή να παραμείνει θεατής, καθώς τα συμφέροντά της δεν θίγονταν άμεσα.
Η πρόθεση του συγγραφέα ήταν να μεταδώσει την πίστη ότι κανένας δεν μπορεί να μένει αμέτοχος σε ότι συμβαίνει γύρω του. Είναι υπεύθυνος, γι αυτό και υποχρεωμένος να λάβει μέρος. Όλο αυτό το «πιστεύω» βρίσκεται συμπυκνωμένο στην πρώτη σελίδα του μυθιστορήματος, σε απόσπασμα από ένα έργο του ποιητή Τζον Ντον (John Donne) του 1624 με τίτλο "Devotions upon Emergent Occasions", στο οποίο αναφέρεται η φράση «...Και γι' αυτό ποτέ μη στείλεις να μάθεις για ποιον χτυπά η καμπάνα. Χτυπά για σένα».



ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΤΑ ΟΠΛΑ

Στη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου ένας νεαρός Αμερικανός κατατάσσεται ως εθελοντής στον Ιταλικό Στρατό και τον στέλνουν στην πρώτη γραμμή. Εκεί γνωρίζει και ερωτεύεται την Εγγλέζα νοσοκόμα Κατερίνα Μπάρκλεϋ. Το ειδύλλιό τους συνεχίζεται και κορυφώνεται σ’ ένα νοσοκομείο στο Μιλάνο, όπου έχει μεταφερθεί εκείνος μετά τον τραυματισμό του στο γόνατο από θραύσμα οβίδας.
Στο μεταξύ, η άμεση επαφή του με τη φρίκη του πολέμου του έχει διαλύσει μια σειρά από αυταπάτες και, όταν παρασυρμένος από το στρόβιλο της γενικής υποχώρησης των Ιταλικών στρατευμάτων κινδυνεύει να τουφεκιστεί εντελώς άδικα από την Ιταλική Στρατιωτική Αστυνομία, αποφασίζει να λιποτακτήσει. 
Πράγματι, κατορθώνει να φύγει κρυφά για την Ελβετία παίρνοντας μαζί του και την Κατερίνα και για λίγους μήνες οι δυο εραστές θα ζήσουν τη γαλήνια ευτυχία της αγάπης τους.
Όμως η καταστροφή ενεδρεύει... (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Απόσπασμα 
"Αυτός ο κόσμος τσακίζει τους ανθρώπους και στο μέρος που τσακίζονται εμφανίζεται ένα ράγισμα. Κι όσοι αρνούνται να τσακιστούν, αυτούς ο κόσμος τους σκοτώνει. Σκοτώνει χωρίς να λογαριάζει τους πολύ γενναίους, τους πολύ δυνατούς και τους πολύ ρομαντικούς. Αν δεν είστε από αυτούς θα σας σκοτώσει επίσης. Όμως τότε θα αφήσει τον χρόνο να κάνει την δουλειά του"http://www.mikresistories.org/




Ο ήλιος ανατέλλει ξανά

Ο Hemigway εκδίδει το "Ο ήλιος ανατέλλει ξανά" το 1926. Ηδη από το 1921 βρίσκεται στο Παρίσι μαζί με την πρώτη του γυναίκα και εργάζεται ως ανταποκριτής της Καναδέζικης εφημερίδας "Τορόντο Σταρ". Το βιβλίο αυτό καθιερώνει τον Hemigway ως αξιόλογο συγγραφέα και μας εισάγει στο κλασσικό, απέριττο ύφος του. Μέσα απ' τις σελίδες του ζωντανεύουν στιγμές από τη ζωή μιας παρέας "αυτοεξόριστων" στο Παρίσι, καθώς και προσωπικά βιώματα πάνω στα έργα και τις ημέρες της γενιάς του, της "χαμένης γενιάς" όπως χαρακτηρίστηκε. Οι ήρωες του έργου, οι οποίοι έχουν βγει από το σφαγείο του Α' Παγκοσμίου Πολέμου παραπαίουν ανάμεσα σε μνήμες, απωθημένα, διαψεύσεις ελπίδων, ζήλιες, αδιέξοδα. Μέσα σε ένα κλίμα φαινομενικής ανεμελιάς και ελευθερίας, ουσιαστικά ασφυκτιούν και αναζητούν διέξοδο στην κραιπάλη και στο ποτό.

Απόσπασμα 

Κάποιος ζήτησε τη Ζωρζέτ για χορό, και εγώ τράβηξα για τον πάγκο. Έκανε πραγματικά πολλή ζέστη και η μουσική του ακορντεόν ήταν ευχάριστη μέσα στη θερμή νύχτα. Ήπια μια μπύρα όρθιος στο κατώφλι, με τ' αεράκι του δρόμου να με δροσίζη. Δυο ταξί κατέβαιναν τον απότομο δρόμο. Και τα δύο σταμάτησαν απέναντι από το χορό. Μια παρέα νεαροί, μερικοί με ζέρσεϋ και άλλοι με πουκάμισο, ξεχύθηκαν έξω. Στο φως της εισόδου μπορούσα να διακρίνω τα χέρια τους και τα φρεσκολουσμένα κυματιστά μαλλιά τους. Ο αστυφύλακας που έστεκε στην πόρτα με κοίταξε και χαμογέλασε. Μπήκαν μέσα. Καθώς έμπαιναν, είδα κάτω από το φως λευκά χέρια, κυματιστά μαλλιά, λευκά πρόσωπα να μορφάζουν, να χειρονομούν, να μιλούν. Μαζί τους ήταν και η Μπρέτ. Ήταν γοητευτική και φαινόταν πολύ ευχαριστημένη ανάμεσα τους.

Ένας απ' αυτούς διέκρινε τη Ζωρζέτ και είπε: 
— Μα την πίστη μου. Να ένα πραγματικό τσουλί. θα χορέψω μαζί της, Λετ. Κοίτα να δής.

Ο ψηλομελάχροινος που λεγόταν Λέτ, είπε: 
— Μην κάνης ανοησίες.

Ο ξανθοκατσαρομάλλης απάντησε: 
— Μην ανησυχής, γλύκα μου. 

Και μ' αυτούς ήταν η Μπρέτ.

Ήμουν πολύ θυμωμένος. Οπωσδήποτε, τέτοιου είδους ανθρωποι πάντα με νευρίαζαν. Ξέρω ότι ο κόσμος τούς θεωρεί διασκεδαστικούς και ότι πρέπει να είμαστε ανεκτικοί, αλλά εγώ νιώθω πάντα την επιθυμία να τους πετάξω κάτι στη μούρη για να σπάσω αυτή την υπεροπτική και βλακώδη στάση. Αντί γι' αυτό, κατηφόρισα το δρόμο και ήπια μια μπύρα στο μπαρ του επομένου κέντρου. Η μπύρα δεν ήταν καλή και κατέβασα ένα κονιάκ, που ήταν χειρότερο για να στρώσω τη γλώσσα μου. Όταν γύρισα στο χορό, ο κόσμος είχε πλημμυρίσει την πίστα και η Ζωρζέτ γυρόφερνε με τον ψηλό ξανθό νεαρό, που με τα μάτια γλαρωμένα και το κεφάλι πλαγιασμένο χόρευε κουνώντας τα χοντρά πισινά του. Μόλις ταμάτησε η μουσική, κάποιος άλλος απ' αυτούς της ζήτησε να χορέψη μαζί του. Την είχαν πάρει μαζί τους. Ήξερα πια ότι όλοι θα χόρευαν μαζί της. Το ίδιο είναι όλοι τους.

μετάφραση: Νίκος Σαρλής 



Η Μικρασιατική Καταστροφή όπως την έζησε και την κατέγραψε o Έρνεστ Χέμινγουεϊ

Ως πολεμικός ανταποκριτής της καναδικής εφημερίδας «Toronto Star» ο Χέμινγουεϊ είχε βρεθεί αυτόπτης μάρτυς στον τόπο της καταστροφής και την είχε περιγράφει σε μια σειρά άρθρων του, που εκδόθηκαν το 1985 σε βιβλίο με τον τίτλο: «Dateline: Toronto».

"Το χειρότερο, είπε, ήταν οι γυναίκες με τα νεκρά παιδιά. Δε μπορούσαμε να τις πείσουμε να μας δώσουν τα πεθαμένα παιδιά τους. Είχαν τα παιδιά τους, νεκρά ακόμα και έξι μέρες, αλλά δεν τα εγκατέλειπαν. Δε μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα. Τελικά έπρεπε να τους τα πάρουμε με τη βία.» (Από τη συλλογή διηγημάτων του με το γενικό τίτλο «Στην προκυμαία της Σμύρνης»).

Με τα παραπάνω λόγια κάποιος ήρωας του Έρνεστ Χέμινγουεϊ, αξιωματούχος πολεμικού πλοίου των ΗΠΑ αγκυροβολημένου στη Σμύρνη, περιγράφει τη μεγάλη καταστροφή. Το απόσπασμα είναι από το πρώτο λογοτεχνικό κείμενο που εξέδωσε ο Αμερικανός συγγραφέας το 1925, μόλις 26 χρονών τότε, και με το οποίο άρχισε να αποκτά παγκόσμια φήμη. Πρόκειται για τη συλλογή διηγημάτων του «Στην εποχή μας» (In Our Times), όπου το πρώτο του διήγημα, ουσιαστικά ο πρόλογος του βιβλίου, έχει τον τίτλο «Στην προκυμαία της Σμύρνης».

Όσο κι αν μιλάμε για διήγημα, ο συγγραφέας δεν γράφει από απλή φαντασία. Μόλις πριν τρία χρόνια ως πολεμικός ανταποκριτής της καναδικής εφημερίδας «Toronto Star» ο Χέμινγουεϊ είχε βρεθεί ως αυτόπτης μάρτυς στον τόπο της καταστροφής και την είχε περιγράφει σε μια σειρά άρθρων του, που εκδόθηκαν το 1985 σε βιβλίο με τον τίτλο: «Dateline: Toronto». Ως ανταποκριτής αυτής της εφημερίδας είχε ταξιδέψει από το Παρίσι στην Κωνσταντινούπολη και σε άλλα μέρη της Τουρκίας στέλνοντας κατά την πορεία του τα άρθρα του στην καναδική εφημερίδα. Στην έκδοση της 20ής Οκτωβρίου 1922 γράφει: «Ο άντρας σκεπάζει με μια κουβέρτα την ετοιμόγεννη γυναίκα του πάνω στον αραμπά για την προφυλάξει από τη βροχή. Εκείνη είναι το μόνο πρόσωπο που βγάζει κάποιους ήχους [από τους πόνους της γέννας]. Η μικρή κόρη τους την κοιτάζει με τρόμο και βάζει τα κλάματα. Και η πομπή προχωρά. Δεν ξέρω πόσο χρόνο θα πάρει αυτό το γράμμα να φτάσει στο Τορόντο, αλλά όταν εσείς οι αναγνώστες της Σταρ το διαβάσετε να είστε σίγουροι ότι η ίδια τρομακτική, βάναυση πορεία ενός λαού που ξεριζώθηκε από τον τόπο του θα συνεχίζει να τρεκλίζει στον ατέλειωτο λασπωμένο δρόμο προς τη Μακεδονία».

Τα λόγια αυτά δεν είναι γραμμένα από κάποιον που πρώτη φορά αντικρίζει τη φρίκη του πολέμου. Ο νεαρός Χέμινγουεϊ είχε ζητήσει να καταταγεί ως εθελοντής στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά δεν έγινε δεκτός λόγω της κακής όρασής του. Αυτό δεν τον εμπόδισε να γίνει εθελοντής νοσοκόμος, να τραυματιστεί σοβαρά δυο φορές στην Αυστρία και τελικά να αποσυρθεί αφού τιμήθηκε με το βραβείο ανδρείας. Κι αυτά πριν να βρεθεί στην Τουρκία ως πολεμικός ανταποκριτής της Toronto Star, μόλις 23 χρονών. Μέσα από το λογοτεχνικό του ταλέντο, που φανερώθηκε μέσα στα επόμενα χρόνια, ο συγγραφέας δίνει συγκλονιστικές περιγραφές μιας περιόδου που έχει σημαδέψει την ψυχή του Νεοέλληνα, μ’ όλο που κοντεύει να περάσει σχεδόν ένας αιώνας από τότε.

Σ’ ένα από τα κείμενα αυτά, στο οποίο αναφερθήκαμε ήδη, «Στην προκυμαία της Σμύρνης», που θεωρείται αριστούργημα γραφής και διδάσκεται, καθώς είδαμε στο Ιντερνέτ, στους φοιτητές αγγλικής φιλολογίας σε πολλά πανεπιστήμια, γράφει: «Είχαμε ρητές εντολές να μην επέμβουμε, να μη βοηθήσουμε. Το πλοίο μας είχε τόση δύναμη που θα μπορούσαμε να βομβαρδίσουμε όλη τη Σμύρνη και να σταματήσουμε το μακελειό, αλλά η εντολή ήταν να μην κάνουμε τίποτα. Το παράξενο ήταν, είπε [ο υποτιθέμενος αξιωματούχος του αμερικάνικου πολεμικού που διηγείται την ιστορία], πώς ούρλιαζαν κάθε νύχτα τα μεσάνυχτα. Δεν ξέρω γιατί ούρλιαζαν αυτή την ώρα. Ήμασταν στο λιμάνι κι αυτές στην προκυμαία και τα μεσάνυχτα άρχιζαν να ουρλιάζουν. Στρέφαμε πάνω τους τους προβολείς και κι αυτές τότε σταματούσαν…».

Ο Χέμινγουεϊ ως πολεμικός ανταποκριτής είναι πιο σαφής. Ξέρει ότι 1.250.000 Έλληνες διώχτηκαν από τα σπίτια τους με την ανταλλαγή των πληθυσμών: «Ό,τι και να πει κανείς για το πρόβλημα των προσφύγων στην Ελλάδα δεν πρόκειται να είναι υπερβολή. Ένα φτωχό κράτος με μόλις 4 εκατομμύρια πληθυσμό πρέπει να φροντίσει για άλλο ένα τρίτο των κατοίκων. Και τα σπίτια που άφησαν οι Μουσουλμάνοι που έφυγαν δεν επαρκούν σε τίποτα, χώρια η διαφορά στο επίπεδο κουλτούρας που είχαν συνηθίσει οι Έλληνες στην Κωνσταντινούπολη».

Σε μια άλλη ανταπόκρισή του στη «Σταρ» γράφει: «Βρίσκομαι σε ένα άνετο τρένο, αλλά με τη φρίκη της εκκένωσης της Θράκης όλα μου φαίνονται απίστευτα. Έστειλα τηλεγράφημα στη «Σταρ»» από την Αδριανούπολη. Δεν χρειάζεται να το επαναλάβω. Η εκκένωση συνεχίζεται… Ψιχάλιζε. Στην άκρη του λασπόδρομου έβλεπα την ατέλειωτη πορεία της ανθρωποθάλασσας να κινείται αργά στην Αδριανούπολη και μετά να χωρίζεται σ’ αυτούς που πήγαιναν στη Δυτική Θράκη και τη Μακεδονία. Δε μπορούσα να βγάλω από το νου μου τους άμοιρους ανθρώπους που βρίσκονταν στην πομπή γιατί είχα δει τρομερά πράγματα σε μια μόνο μέρα. Η ξενοδόχισσα προσπάθησε να με παρηγορήσει με μια τρομερή τούρκικη παροιμία: «Δε φταίει μόνο το τσεκούρι, φταίει και το δέντρο». (Toronto Star, 14 Νοέμβρη 1922) «Η υποχώρηση του ελληνικού στρατού ήταν μια θλιβερή υπόθεση, αλλά δε χρειάζεται να κατηγορούμε γι’ αυτό τον απλό Έλληνα φαντάρο. Ακόμα και όταν γινόταν εκκενώσεις περιοχών οι Έλληνες δρούσαν ως πραγματικοί στρατιώτες. Ο Κεμάλ θα είχε μεγάλο πρόβλημα αν ήταν να τους αντιμετωπίσει στη Θράκη.» Ο λοχαγός Wittal του Ινδικού Ιππικού, που βρισκόταν στην Ανατόλια ως παρατηρητής κατά τη διάρκεια του πολέμου των Ελλήνων με τον Κεμάλ, μου είπε: «Οι Έλληνες στρατιώτες ήταν μαχητές πρώτης κατηγορίας. Οι αξιωματικοί τους ήταν άριστοι… Θα μπορούσαν να έχουν καταλάβει την Άγκυρα και να τελειώσουν τον πόλεμο αν δεν είχαν προδοθεί». Κατά τον Χέμινγουεϊ η προδοσία αυτή πήγασε και από τους συμμάχους, αλλά και από τον βασιλιά Κωνσταντίνο που αντικατέστησε τους έμπειρους -αλλά βενιζελικούς- αξιωματικούς, με δικούς του «που ποτέ δεν είχαν ακούσει τον κρότο της μάχης».

Και τελειώνει με μια πρόταση που δεν θα την έγραφε ποτέ ένας απλός δημοσιογράφος, αν δεν είχε μέσα του το ταλέντο του μεγάλου νομπελίστα συγγραφέα: «Όλη μέρα περνούν δίπλα μου, λεροί, εξαντλημένοι, αξύριστοι, ανεμοδαρμένοι στρατιώτες που βαδίζουν στη γκρίζα γυμνή ύπαιθρο της Θράκης. Χωρίς μπάντες, χωρίς [ανθρωπιστικές] οργανώσεις να τους ανακουφίσουν, χωρίς τόπο να ξαποστάσουν, παρά γεμάτοι ψείρες, με βρώμικες κουβέρτες και κουνούπια όλη τη νύχτα. Είναι οι τελευταίοι από αυτό που ήταν κάποτε η δόξα της Ελλάδας. Κι αυτό είναι το τέλος της δεύτερης πολιορκίας της Τροίας» (Toronto Star, 3 Νοεμβρίου 1922).
Μπορεί ο συγγραφέας να ήταν σκληραγωγημένος και από τη φύση του (πλην των άλλων ήταν και μποξέρ) ή από τη ζωή του ως πολεμικός ανταποκριτής, αλλά δε μπορεί να μη συγκινηθεί με τόσο πόνο. Χρόνια αργότερα, αφού είχε καλύψει δημοσιογραφικά και τον εμφύλιο πόλεμο στην Ισπανία, μιλώντας μέσα από το στόμα ενός ήρωά του γράφει: «Δε θέλω να κοιμηθώ γιατί έχω τη προαίσθηση ότι αν κλείσω τα μάτια μου στο σκοτάδι και αφεθώ στον εαυτό μου, η ψυχή μου θα βγει από το σώμα». Σε ένα από τελευταία του άρθρα από την Τουρκία στην Τορόντο Σταρ γράφει: «Ποιος θα θρέψει τόσο πληθυσμό; Κανένας δεν το ξέρει και μέσα στα επόμενα χρόνια ο χριστιανικός κόσμος θα ακούει μια σπαρακτική κραυγή που ελπίζω να φτάσει και ως τον Καναδά: Μην ξεχνάτε τους Έλληνες!».

(Από το περιοδικό «Ζωσιμάδες» (τ. 40) του Συλλόγου Αποφοίτων Ζωσιμαίας Σχολής Ιωαννίνων)






Carpe " Χρόνια σιωπής...."


Χρόνια σιωπής

μια σάρκα που ανασαίνει

και πονά.

Δρόμοι της νύχτας

λασπωμένοι

απ'του στεναγμού το βήμα.

Ανάσες σαθρές

καλύπτουν της σιωπής

τις κραυγές τις άναρθρες.

Χρόνια σιωπής

που απλά σε ματώνει

μια πληγή βαθειά

που σε πληγώνει.

Μαλλιά λυτά

που σε χαϊδεύουνε θλιμμένα

ξεπλένουν τις πληγές

με αγγίγματα αμίλητα και ξεχασμένα.

Αιώνες σιωπής

μα εσύ προχώρα

και ράψε τις πληγές

ο χρόνος είναι

που κοιτά τις αντοχές

τυλιγμένος με χιτώνες

πόνου,απόγνωσης κι ελπίδας.

Carpe.


Η φωτογραφία είναι από το https://www.pinterest.se/



Σαν σήμερα 30 Ιουνίου

1884: Εγκαινιάζεται ο σιδηροδρομικός σταθμός Πελοποννήσου στην Αθήνα, με σχέδια του Ερνέστου Τσίλερ (Ernst Ziller). Πρόκειται για μικρογραφία του σιδηροδρομικού σταθμού Σικφτσί της Κωνσταντινούπολης.


1892: Γεννιέται ο Στρατής Μυριβήλης.Έλληνας μυθιστοριογράφος και διηγηματογράφος.


1930: Εκδίδεται το ιστορικό ερωτικό μυθιστόρημα "Όσα παίρνει ο άνεμος" ("Gone with the Wind") της Μάργκαρετ Μίτσελ (Margaret Mitchell).


1957: Εγκαθίσταται στην Ελλάδα ο πρώτος ατομικός αντιδραστήρας στο Εθνικό Κέντρο Έρευνας Φυσικών Επιστημών "Δημόκριτος".


1984: Πεθαίνει η Λίλιαν Χέλμαν (Lillian Hellman), Αμερικανίδα θεατρική συγγραφέας.


Σε μουσικό επίπεδο...

1992: Οι Black Sabbath κυκλοφορούν το δέκατο έκτο άλμπουμ τους με τίτλο "Dehumanizer".


Παρασκευή, 29 Ιουνίου 2018

ΕΛΕΝΗ ΤΑΪΦΥΡΙΑΝΟΥ " Μελαγχολία... "


Κι εγώ που πάντα ήθελα
να μιλάω με χρώματα στο στόμα,
μέρες τώρα σωπαίνω...
Πλήθυναν οι άναρθρες φωνές,
φυσάει ένας αέρας Βαβελικός,
σφαδάζουν στο αμόνι του μυαλού
κάποιες άναρχες ιδέες,
που εγκλωβίστηκαν στα πρέπει της γλώσσας,
και κάνουν σιωπηλή διαμαρτυρία
μπροστά στα οδοφράγματα
μιας ξεπεσμένης ηθικής...
Και συ... χαμηλώνεις τα μάτια,
βαριά ματόκλαδα
ρίχνουν σκιά στα μάγουλα σου...
Τραβάς κουρτίνες στα παράθυρα της ψυχής...
Ορθώνεις τοίχους στην αυλή της καρδιάς
" Μην πλησιάζετε "
γράφει στην οθόνη των ματιών...
Αρχίζει η ποινή,
που σου επέβαλαν οι μοίρες ένα βράδυ
συνδαιτυμόνες στη σάλα των αστεριών.
Σε καταδίκασαν ερήμην σου
σε άτυπη μελαγχολία...
Μόνο κάθε φορά
που θα γεμίζει το φεγγάρι,
θα βγαίνεις Στ'ασημένιο αλώνι του,
και με τα μαλλιά λυτά στους ώμους,
θα λούζεσαι στο φως του,
τρελή κι αλλοπαρμένη στα μάτια των πολλών....


Ελένη Ταϊφυριανού.





ΠΡΟΚΗΡΥΞΗ 1ου ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΥ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ΠΟΙΗΣΗΣ 2018 ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΛΟΓΟΥ- ΜΟΥΣΙΚΗΣ-ΤΕΧΝΗΣ " ΛΙΝΟΣ "

ΠΡΟΚΗΡΥΞΗ1ου ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΥ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ΠΟΙΗΣΗΣ 2018 
ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΛΟΓΟΥ- ΜΟΥΣΙΚΗΣ-ΤΕΧΝΗΣ " ΛΙΝΟΣ "



Ο Σύλλογος Λόγου - Μουσικής - Τέχνης
<<Λίνος>> προκηρύσσει τον 1ο Πανελλήνιο Διαγωνισμό Ποίησης 2018 Θέμα ελεύθερο. 
Δικαίωμα συμμετοχής έχουν όλοι οι διαμένοντες εντός και εκτός της Ελλάδος και συγγράφοντες στην ελληνική γλώσσα, ηλικίας άνω των 18 ετών.
Οι διαγωνιζόμενοι μπορούν να λάβουν μέρος με ένα ποίημα αδημοσίευτο, το οποίο δεν θα υπερβαίνει τους 32 στίχους. Θέμα ελεύθερο.
Κάθε έργο θα σταλεί σε πέντε [5] δακτυλογραφημένα αντίτυπα με ψευδώνυμο (γραμματοσειρά Arial, μέγεθος 12, με σωστή ορθογραφία, τονισμό και σημεία στίξεως).
Οι διαγωνιζόμενοι θα εσωκλείσουν σε μεγάλο φάκελο τα πέντε αντίτυπα και μαζί έναν μικρότερο φάκελο με γραμμένο απ’ έξω το ψευδώνυμό τους και μέσα θα υπάρχουν τα εξής προσωπικά τους στοιχεία: ονοματεπώνυμο, διεύθυνση κατοικίας, ταχυδρομικός κώδικας, τηλέφωνα, e mail, τίτλος του ποιήματος και το ψευδώνυμο.
Τα έργα θα σταλούν ταχυδρομικά, με απλή επιστολή και όχι συστημένη, στη διεύθυνση ΕΛΤΑ- ΗΛΙΑ ΗΛΙΟΥ Λ. ΒΟΥΛΙΑΓΜΕΝΗΣ 115- 117 τ. κ. 11603 ΑΘΗΝΑ. ΘΥΡΙΔΑ 18729. Προς το ΣΥΛΛΟΓΟ ΛΟΓΟΥ - ΜΟΥΣΙΚΗΣ - ΤΕΧΝΗΣ <<ΛΙΝΟΣ>>, με την ένδειξη για τον ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟ ΠΟΙΗΣΗΣ 2018. Στη θέση του αποστολέα στον μεγάλο φάκελο θα σημειωθεί μόνον το ψευδώνυμο.
Η αποστολή των έργων αρχίζει την 1η Ιουλίου και λήγει την 30η Νοεμβρίου 2018. Η ημερομηνία θα αποδεικνύεται από τη σφραγίδα του ταχυδρομείου.
Η επιλογή των ποιημάτων θα γίνει από πενταμελή επιτροπή ειδικών κριτικών περί την λογοτεχνία.
Θα απονεμηθούν: 1ο, 2ο και 3ο βραβείο (Δίπλωμα - Μετάλλιο), 1ος, 2ος και 3ος έπαινος (Δίπλωμα) και τιμητικά διπλώματα σε όλους τους συμμετέχοντες.
Η τελετή της απονομής των βραβείων θα γίνει σε εκδήλωση, που θα πραγματοποιηθεί στη πόλη της Αθήνας, τον Μάρτιο του 2019.
Οι διακριθέντες θα ειδοποιηθούν έγκαιρα για την τελετή βράβευσης. Για περισσότερες πληροφορίες οι συμμετέχοντες μπορούν να απευθύνονται στο τηλέφωνο 6944969528.
Είναι αυτονόητο ότι οι συμμετέχοντες συμφωνούν με τους όρους του διαγωνισμού και δέχονται την απόφαση της κριτικής επιτροπής. Έγκυρες συμμετοχές θεωρούνται όσες πληρούν όλους τους όρους του διαγωνισμού.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ:
Ο Σύλλογος <<Λίνος>> προτίθεται να εκδώσει Ανθολογία περιλαμβάνουσα εκατό (100) διακριθέντα ποιήματα από τον διαγωνισμό. Γι’ αυτό, παρακαλούνται οι διαγωνιζόμενοι να επισυνάψουν μέσα στον μικρό φάκελο ένα σύντομο βιογραφικό σημείωμα έως δέκα σειρές (10).







ΜΑΡΙΟΝ ΜΙΝΤΣΗ " ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΣΥΖΥΓΟΥ- ΕΡΩΜΕΝΗΣ! "


Deep though by Vietnamese Artist Vu Dinh Son

Ε, λοιπόν, μια που το έφεραν έτσι οι συνθήκες, να είμαστε πλέον σύζυγος κι ερωμένη, παρελθόν για κείνον, θα στο ομολογήσω και ευθέως.
- Ναι, εγώ ήμουν το τρίτο πρόσωπο μέσα στη ζωή σας.
Α, όχι, για το διαζύγιό σας δεν ευθύνομαι εγώ. Η αιτία προϋπήρχε στη σχέση σας, που έπνεε τα λοίσθια, πριν απ΄τη δική Του εισβολή στη δική μου γαλήνια αυτοδυναμία. 
Τώρα, αν θέλεις να απαλλαγείς εσύ από το βάρος της δικής σου ευθύνης, είναι φυσικό.
Η "άρνηση, είναι πιο βολική από τη θέση." Τυχαίο, ότι κι οι τρεις ζαρώσαμε στου όστρακου την κρύπτη;
Τι εγώ; Εγώ υπήρξα το εξιλαστήριο θύμα, το σκαλοπάτι για να περάσετε κι δυο στην αντίπερα όχθη, ελεύθεροι από το τέλμα του γάμου σας. Έναν δεσμό που τον παρέτεινα για δικό σου όφελος.
Μ΄αρέσει που ρωτάς, γιατί; Για θυμήσου, πως μου τον παρέδωσες; 
Εγώ, πήρα στα χέρια μου ένα άβουλο πλάσμα και του έδωσα φτερά να πετάξει μακριά από την ταριχευμένη μετριότητά του. Μέσα από τα μάτια της αφοσίωσης, πολύ γρήγορα διέκρινα, ότι πίσω απ΄αυτό το καμουφλαρισμένο "τίποτα ", βρισκόταν ένα μεγάλο " κάτι ". Αυτό ανέσυρα μέσα από την ηττοπάθεια του. Έγινα η μούσα του και τον εμψύχωσα.
Για αναλογίσου στη συνέχεια την αλλαγή! Από  " ασήμαντος " , "γελοίος ", "ακαμάτης " όπως εσύ τον στόλιζες ολημερίς, έγινε ξαφνικά ένας άνθρωπος σημαντικός. Όλοι έτριβαν τα μάτια τους απ΄το ανέλπιστο θαύμα που έβλεπαν μπροστά τους.
Κι όλα αυτά, ποιος τα εισέπραττε μου λες; Ασφαλώς, εσύ. Εγώ στα παρασκήνια κρυμμένη, να περιμένω τις υποσχέσεις του για διαζύγιό, που μείναν λόγια να ανεμίζουν το μαράζι μου, στη δική σου ειρωνεία. 
-
''Ε, και λοιπόν; ’Αντρας είναι και καλά κάνει και γλεντάει " έλεγες από θέσεως ισχύος. 
" Όπου και να πάει ,πάντα στη νόμιμη ξαναγυρνάει."

-Μα δε μου λες! Τα πίστευες αυτά; Αν όχι, πως καταδέχτηκες για λίγα πλουσιοπάροχα καρβέλια, να είσαι μια γυναίκα απατημένη; Χωρίς αγάπη, χωρίς διάλογο, μια γυναίκα ηττημένη; 
Αν εσύ το λες αυτό αγάπη, εγώ το λέω βόλεμα στης αναξιοπρέπειας το σεργιάνι.

-Όχι, δεν βγαίνω λάδι. Και μόνο, ότι καταδέχτηκα να είμαι εγώ η γυναίκα των παρασκηνίων, με την καρδιά μου απλωμένη για το υπόλοιπο της ζητιανιάς, αυτό, στον εαυτό μου δεν το συγχωρώ.

Έλα, σε παρακαλώ! Μη ρίχνεις πάλι στην κουβέντα τα παιδιά! Κάλλιο αυτά να συνυπάρχουν με την ψυχική τους ηρεμία, παρά με δυο γονείς που τα δηλητηριάζουν , με του μίσους τα άλυτα δεσμά.
Άλλωστε…εσύ γέννησες παιδιά, ενώ εγώ, καρτερώντας ποιος από τους δυο σας θα πάρει θέση, θυσίασα τη μητρότητα στων αμβλώσεων τα χειρουργεία.
Και σταμάτα πια να κλαις. Τα δάκρυα, μας έγιναν συνήθεια, στου οίκτου την άλογη σοφία.

Μα δε βαριέσαι! Μια ζωή ρουφούσαμε το μεδούλι της αξιοπρέπειάς μας, εξαπολύοντας φαρμάκι η μια στην άλλη, αφήνοντας τον "βασιλιά ", να εμπαίζει τα ένοχα πιόνια του.

Φτάνει πια κορίτσια, ας το ομολογήσουμε επιτέλους ευθαρσώς!
Για τη διαιώνιση αυτής της αψυχολόγητης ανατροφής, που διδάσκει στη μεν γυναίκα, πώς να ερωτοτροπεί με το μήλον της έριδος κι εκείνον, πώς να το προσφέρει πάντα στην καλλίστη, Ένοχες είμαστε πιότερο εμείς, γιατί…

Αυτούς τους προνομιούχους Αρσενικούς, 
Εμείς τους γαλουχήσαμε.
Εμείς ενισχύσαμε, την ανέντιμη φαλλοκρατική ισχύ γιατί... 
μέσα απ΄την προσπάθειά μας να τους διδάξουμε την τεχνική του ανδρισμού, ξεχάσαμε οι έρμες να τους μυήσουμε 
στην ΤΕΧΝΗ του ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΎ.
ΕΜΕΙΣ!!!

ΑΠΟ ΤΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΣΑΛΟΝΙ ΤΗΣ ΜΑΡΙΟΝ ΜΙΝΤΣΗ 




Σαν σήμερα 29 Ιουνίου

1613: Καταστρέφεται από πυρκαγιά το Globe Theater στο Λονδίνο. Είχε κατασκευαστεί από τον  Γουίλιαμ Σέξπιρ για να παίζονται τα έργα του.


1874: Ο Χαρίλαος Τρικούπης δημοσιεύει άρθρο με τίτλο "Τις πταίει". Μέσα από αυτό καταδεικνύει ως υπεύθυνο για την πολιτική κρίση που διέρχεται η Ελλάδα τον βασιλιά Γεώργιο Α'.


1900: Γεννιέται ο Αντουάν Ντε Σεν Εξιπερί (Antoine de Saint Exupery), Γάλλος πιλότος και συγγραφέας.


1907: Πεθαίνει ο Κωνσταντίνος Βολανάκης, Έλληνας ζωγράφος.


1951: Πεθαίνει ο Αιμίλιος Βεάκης. Έλληνας ηθοποιός του δραματικού θεάτρου.


Σε μουσικό επίπεδο...

1968: Οι Pink Floyd κυκλοφορούν το δεύτερο άλμπουμ τους με τίτλο "A Saucerful Of Secrets".


1985: Οι Mick Jagger και David Bowie ηχογραφούν το τραγούδι "Dancing in the Street".


ΕΙΡΗΝΗ - ΒΑΡΒΑΡΑ ΛΑΓΟΥΒΑΡΔΟΥ " Η ΜΕΘΟΔΟΣ ΤΗΣ ΑΕΤΟΓΕΡΑΚΙΝΑΣ "

Photo: " Eagle "  Eduardo Bodner

Παιδί πρωτόβγαλτο ήσουν
έπη ομηρικά σα διάβασες,
για μια Ελένη δύσμοιρη…
που τάχα την πλανέψαν
πώς στ’ όνομά της
πολέμοι θα αρχινίζαν,
ψευδώς…!
Το μόνο θηλυκό που θα βρεις
πολέμους να αιτιολογεί
η απληστία…!
την ασπλαχνία να ερωτοσυνθέτει…!

Και χρόνοι κύλησαν πολλοί,
γυναίκα ήσουν,
ξεσφράγιστη σαν άφηνες
την «Τροία» σου να λεηλατηθεί,
φιδογυρίζαν οι εχθροί
φιλία ενδεδυμένοι,
αγάπης ύμνους απαγγέλλαν,
οι υλακές μην ακουστούν…
μην προδοθούν…
από της αποσύνθεσης το σάπιο
Των «Δαναών τα δώρα» έρχονταν
ακιδωτά…!
Όπως οι ένοχοι κατέχουν να δωρίζουν,
μ’ ένα χαμόγελο σαθρό...
έχουν το βλέμμα πονηρό
σαν υπερεκτιμούν
τη νόηση την κουτοπόνηρη,
σαν την νογούν
λάθρα για ευφυΐα…!

Και χρόνοι κύλησαν πολλοί,
γυναίκα ήσουν
σαν κίνησες
ειρωνικά να τους κοιτάς,
σαν έπαψες να τους μιλάς,
στην ηλιθιότητα…
κουράστηκες να απαντάς…!
Σε όσους μηχανεύονται
ξύλινα… «πράσινα άλογα»…!
στο εσωτερικό τους κούφια…!
Χάσιμο χρόνου ανώφελο…
όταν αντίθετα μπορείς,
ήρεμα να σιωπάς,
ψύχραιμα… τα έξω να τηράς
υπομονετικά… το μέσα να αναπλάθεις,
να πλάθεις…
τη μέθοδο της αετογερακίνας…!
Νωθρά θαρρείς πως κάθεται στο έδαφος,
δυσκίνητα ότι πετά,
μα εκείνη ξέρει…
σοφά να αφουγκράζεται,
ξέρει…
εντέχνως τη λεία της να ξετρυπώνει,
να ξεγυμνώνει…
νυφίτσες και ερπετά…!
════════════════════════
«Ειρήνη – Βαρβάρα Λαγουβάρδου»
«Ραγισμένος Ουρανός - Η ώρα της εξόδου»
Εκδόσεις ΟΣΤΡΙΑ



Κάθριν Χέπμπορν ( 12 Μαΐου 1907 – 29 Ιουνίου 2003 )

Η Κάθριν Χέμπορν σε διαφημιστική φωτογραφία του 1940

H Κάθριν Χάουτον Χέπμπορν (αγγλικά: Katharine Houghton Hepburn, 12 Μαΐου 1907 – 29 Ιουνίου 2003) ήταν Αμερικανίδα ηθοποιός του κινηματογράφου, της τηλεόρασης και του θεάτρου.
Ένας θρύλος της οθόνης, η Χέπμπορν, μέσα από την πολυετή καριέρα της (73 χρόνια) διατηρεί το ρεκόρ για τα περισσότερα Όσκαρ Α' Γυναικείου Ρόλου, τέσσερα τον αριθμό, από δώδεκα υποψηφιότητες (η Μέριλ Στριπ κατέχει το ρεκόρ των περισσότερων υποψηφιοτήτων με δεκαεννέα). Η Χέπμπορν κέρδισε βραβείο Έμμυ τo 1976 για το ρόλο της στην τηλεταινία Love Among the Ruins (Αγάπη Ανάμεσα στα Ερείπια). Ήταν επίσης υποψήφια για τέσσερα ακόμα Emmy, δύο βραβεία Τόνι και εφτά Χρυσές Σφαίρες. Το 1999 το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου την αξιολόγησε πρώτη στη λίστα με τις καλύτερες γυναίκες ηθοποιούς όλων των εποχών

Πρώιμα χρόνια

Η Χέπμπορν γεννήθηκε στο Χάρτφορντ του Κονέκτικατ. Οι γονείς της ήταν η φεμινίστρια Κάθριν Μάρθα Χάουτον (1878-1951) (μια από τις κληρονόμους της εταιρίας γυαλιού Corning και συνιδρύτρια της οργάνωσης για θέματα υγείας στην αναπαραγωγή, και ο Δρ. Τόμας Νόρβαλ Χέπμπορν (1879-1962), ο οποίος ήταν ένας επιτυχημένος ουρολόγος από τη Βιρτζίνια με ρίζες στο Μέριλαντ. Ήταν Σκωτσέζικης και Αγγλικής καταγωγής. Τα αδέρφια της ήταν ο Τόμας Χάουτον Χέπμπορν (1905-1921), ο Ρίτσαρντ Χάουτον Χέπμπορν (1911-2000), ο Ρόμπερτ Χότον Χέπμπορν (1913-2007), η Μάριον Χάουτον Χέπμπορν Γκραντ (1918-1986) και η Μάργκαρετ Χότον Χέπμπορν Πέρρυ (1920-2006).
Ο πατέρας τής Χέπμπορν επέμενε τα κορίτσια να κολυμπούν, να παίζουν γκολφ και τέννις και να κάνουν ιππασία . Η Χέπμπορν θέλοντας διακαώς να ευχαριστήσει τον πατέρα της κέρδισε ένα χάλκινο μετάλλιο στο καλλιτεχνικό πατινάζ από τη λέσχη πατινάζ του Μάντισον Σκουέαρ Γκάρντεν και έφτασε στα ημιτελικά του Πρωταθλήματος Γκολφ Νεανίδων του Κονέκτικατ. Η Χέπμπορν απολάμβανε ιδιαίτερα το κολύμπι και βουτούσε συχνά στα παγωμένα νερά που βρίσκονταν μπροστά από το παραθαλάσσιο σπίτι της στο Κονέκτικατ, πιστεύοντας γενικά πως "όσο πιο πικρό το φάρμακο τόσο καλύτερο είναι για σένα". Συνέχισε το αναζωογονητικό αυτό κολύμπι μέχρι τα 80 της. Η Χέπμπορν θα έφτανε να αναγνωριστεί για το αθλητικό τη σώμα -εκτέλεσε μόνη της όλες τις πτώσεις σε ταινίες όπως Η Γυναίκα με τη Λεοπάρδαλη (Bringing up Baby, 1938) που θεωρείται σήμερα υπόδειγμα σοφιστικέ κωμωδίας.
Στις 3 Απριλίου 1921, καθώς επισκεπτόταν κάποιους φίλους της στο Greenwich Village, η Χέπμπορν βρήκε το μεγαλύτερο αδερφό της Τομ (γεννημένο στις 8 Νοεμβρίου 1905), ο οποίος αποτελούσε το είδωλό της, να κρέμεται από το πλάγιο καδρονάκι της σοφίτας από ένα σκοινί, νεκρό, προφανώς από αυτοκτονία. Η οικογένειά της αρνήθηκε ότι το προκάλεσε ο ίδιος στον εαυτό του υποστηρίζοντας πως ήταν ένα ευτυχισμένο αγόρι. Επέμεναν πως ήταν ένας πειραματισμός που πήγε στραβά. Εικάζεται ότι προσπαθούσε να αναπαράγει ένα κόλπο που είχε δει σε ένα θεατρικό με την Κάθριν. Η Χέπμπορν ήταν συντετριμμένη βυθίστηκε στην κατάθλιψη κι ήταν καχύποπτη με τους ανθρώπους. Ήταν επιφυλακτική με τα άλλα παιδιά και έλαβε το μεγαλύτερο μέρος της εκπαίδευσής της στο σπίτι της. Για πολλά χρόνια χρησιμοποιούσε τα γενέθλια του Τομ (8 Νοεμβρίου) ως δικά της. Η Χέπμπορν δεν είχε αποκαλύψει την πραγματική ημερομηνία γέννησής της, 12 Μαΐου 1907, μέχρι τη στιγμή που έγραψε την αυτοβιογραφία της Me: Stories of my Life.
Η Χέπμπορν μορφώθηκε στο Oxford School, σημερινό Kingswood-Oxford School, στο Δυτικό Χάρτφορντ του Κονέκτικατ, πριν πάει στο Κολέγιο του Bryn Mawr. Ενώ ήταν στο κολέγιο, η Χέπμπορν αποβλήθηκε λόγω παραβίασης της απαγόρευσης εξόδου και καπνίσματος, το οποίο δεν προωθούνταν εκείνη την εποχή στις γυναίκες. Δεκαετίες αργότερα, η Χέπμπορν θα επιβεβαίωνε ότι όταν έπεφτε το σκοτάδι, συνήθιζε να κολυμπά γυμνή στο συντριβάνι του κολεγίου. Έλαβε πτυχίο Ιστορίας και Φιλοσοφίας το 1928, την ίδια χρονιά έκανε το ντεμπούτο της στο Μπρόντγουεϊ με ένα μικρό ρόλο στο έργο Νυχτερινή Οικοδέσποινα.
Ένα εξαίσιο έτος για τη Χέπμπορν, το 1928 σημαδεύητκε από το γάμο της με τον κοσμικό επιχειρηματία Λάντλοου ("Λούντυ") Όγκντεν Σμιθ, τον οποίο συνάντησε όταν φοιτούσε στο Bryn Mawr και παντρεύτηκαν μετά από ένα σύντομο αρραβώνα. Ο γάμος του Σμιθ και της Χέπμπορν ήταν ρευστός από την αρχή και ξόδευαν όλο και λιγότερο χρόνο μαζί καθώς η Χέπμπορν συνέχιζε τη θεατρική καριέρα της και ταξίδευε. Χώρισαν στο Μεξικό το 1934. Φοβούμενος πως το διαζύγιο από το Μεξικό δεν ήταν έγκυρο, ο Λάντλοου πήρε δεύτερο διαζύγιο στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1942 και λίγες μέρες αργότερα ξαναπαντρεύτηκε. Η Κάθριν Χέπμπορν εξέφραζε συχνά την ευγνωμοσύνη της απέναντι στο Λάντλοου για την οικονομική και ηθική υποστήριξή του στα πρώτα στάδια της καριέρας της. Ο "Λούντυ" συνέχισε να είναι φίλος μιας ζωής με την ίδια και την οικογένεια Χέπμπορν.
Στις 21 Σεπτεμβρίου 1938, η Χέπμπορν έμενε στο παραθαλάσσιο σπίτι της στην κωμόπολη του Ολντ Σέιμπρουκ (Old Saybrook) στο Κονέκτικατ όταν ένας πανίσχυρος τυφώνας χτύπησε και κατέστρεψε το σπίτι της. Η Χέπμπορν μόλις που διέφυγε το θάνατο πριν το σπίτι της παρασυρθεί πάνω στα βράχια.
Το 1991, δήλωσε στο βιβλίο της Εμένα πως έχασε το 95% από τα υπάρχοντά της στην καταιγίδα, συμπεριλαμβανομένου και του Όσκαρ Α' Γυναικείου Ρόλου που έλαβε το 1933, που βρέθηκε αργότερα ανέπαφο.

Καριέρα
Θέατρο

Η Χέπμπορν ανέπτυξε τις υποκριτικές της ικανότητες σε έργα στο Bryn Mawr και αργότερα επιθεωρήσεις που τις ανέβαζαν θίασοι σταθερού ρεπερτορίου. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων χρόνων της στο Bryn Mawr, η Χέπμπορν συνάντησε τον παραγωγό Έντι Κνοπφ, ένα νεαρό παραγωγό με ένα θίασο στη Βαλτιμόρη του Μέριλαντ, ο οποίος της έδινε μικρούς ρόλους, συμπεριλαμβανομένης και μιας παραγωγής της Τσαρίνας (The Czarina) και οι Άρπαγες της Κούνιας (The Cradle Snatchers).
Ο πρώτος πρωταγωνιστικός ρόλος της Χέπμπορν ήταν στην παραγωγή Ο Μεγάλος Νερόλακκος (The Big Pond), που άνοιξε στο Great Neck της Νέας Υόρκης. Ο παραγωγός είχε απολύσει την κανονική πρωταγωνίστρια του έργου το τελευταίο λεπτό και ζήτησε από τη Χέπμπορν να αναλάβει το ρόλο. Πανικόβλητη εξαιτίας της απροσδόκητης αλλαγής, η Χέπμπορν έφτασε αργοπορημένη, τα έκανε μαντάρα με τα λόγια της, σκόνταψε επειδή μπέρδεψε τα πόδια της και μιλούσε τόσο γρήγορα που ήταν σχεδόν ακατανόητη. Απολύθηκε αλλά συνέχισε να δουλεύει σε ρόλους με μικρούς θιάσους και ως αντικαταστάτρια.
Αργότερα, η Χέπμπορν πήρε ένα ρόλο στο έργο του Μπρόντγουεϊ O Αρτ και η Κυρία Μποτλ (Art and Mrs. Bottle). Η Χέπμπορν απολύθηκε και από αυτό το ρόλο αν και τελικά επαναπροσλήφθηκε όταν ο σκηνοθέτης δεν μπορούσε να βρει κάποια να την αντικαταστήσει. Μετά από ένα ακόμα καλοκαίρι με θιάσους, το 1932, η Χέπμπορν κατάφερε να κερδίσει το ρόλο της Αντιόπης, της πριγκίπισσας των Αμαζόνων στο Σύζυγο της Πολεμίστριας (The Warrior's Husband, μια διασκευή της Λυσιστράτης) που απαιτούσε από εκείνη να φοράει ένα πολύ κοντό κοστούμι και άνοιξε με εξαιρετικές κριτικές. Η Χέπμπορν έγινε αντικείμενο συζητήσεων στη Νέα Υόρκη και το Χόλιγουντ άρχισε να την προσέχει.
Στο έργο, η Χέπμπορν έμπαινε στη σκηνή με μια σειρά από χοροπηδηχτά βήματα ενώ κουβαλούσε ένα τεράστιο ελάφι στους ώμους της-ένας ανιχνευτής της εταιρίας RKO (ο Λίλαντ Χέιγουορντ, με τον οποίο θα ανέπτυσσε αργότερα ένα ειδύλλιο) εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ από αυτή την επίδειξη φυσικής κατάστασης που της ζήτησε να κάνει ένα δοκιμαστικό για την επόμενη ταινία της εταιρίας, Η Τραγωδία Ενός Πατέρα (A Bill of Divorcement), στο οποίο πρωταγωνιστούσαν οι Τζον Μπάριμουρ, Ντέηβιντ Μάννερς και Μπίλι Μπερκ.
Η Χέπμπορν ζήτησε το ποσό των $1500 την εβδομάδα (εξωπραγματικό για πρωτοεμφανιζόμενη) για να εργαστεί στον κινηματογράφο (την εποχή εκείνη έπαιρνε $80 με $100 την εβδομάδα). Αφού είδε το δοκιμαστικό της, η RKO συμφώνησε με τις απαιτήσεις της και της έδωσε ένα ρόλο. Με ύψος 1,71μ, η Χέπμπορν ήταν μία από τις ψηλότερες πρωταγωνίστριες της εποχής. Η κινηματογραφική της καριέρα εκτοξεύθηκε στο πλευρό του θρυλικού ηθοποιού Τζον Μπάριμορ και του σκηνοθέτη Τζορτζ Κιούκορ. Η Χέπμπορν επρόκειτο να γίνει ισόβια φίλη με τον Κιούκορ, ο οποίος τη σκηνοθέτησε σε 10 ταινίες. Συμπρωταγωνίστησε με τον Τζορτζ Μπάριμορ χωρίς να δείξει ίχνος ανασφάλειας. Ο Μπάριμορ χούφτωσε την Κέιτ πίσω από το σκηνικό σε μία από τις πολλές του προσπάθειες να την αποπλανήσει. Αυτή είπε, "Αν το ξανακάνεις αυτό θα σταματήσω την ηθοποιία". Ο Μπάριμορ απάντησε, "Δε γνώριζα πως είχες αρχίσει, αγαπητή μου"

Κινηματογράφος

Μετά την αντίδραση του κοινού στο Η Τραγωδία Ενός Πατέρα, η RKO υπέγραψε συμβόλαιο με τη Χέπμπορν. Αλλά η αντικονφορμιστική και "αντι-χόλιγουντιανή" συμπεριφορά της εκτός οθόνης, έκανε τους εντεταλμένους της εταιρίας να ανησυχούν πως δε θα γινόταν ποτέ μια σούπερ σταρ. Την επόμενη χρονιά (1933), η Χέπμπορν κέρδισε το πρώτο της Όσκαρ Α' Γυναικείου Ρόλου για Το Ξημέρωμα της Δόξας, όπου έπαιζε μια νεαρή ηθοποιό η οποία απορρίπτει τον έρωτα για χάρη της καριέρας της. Αποφάσισε να μην απέχει από την τελετή, αλλά ήταν ενθουσιασμένη με τη νίκη. Την ίδια χρονιά, η Χέπμπορν έπαιξε τη Τζο στην κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου Μικρές Κυρίες, με τίτλο Οι 4 κόρες του δρς Μορς, που έσπασε τα εισπρακτικά ρεκόρ.
Μεθυσμένη από την επιτυχία της, η Χέπμπορν ένιωσε πως ήταν η ώρα να γυρίσει στο θέατρο. Συμφώνησε να πρωταγωνιστήσει τη Λίμνη έναντι μικρής αμοιβής, αλλά δεν κατάφερε να λάβει άδεια από την RKO και αντί για το Μπρόντγουεϊ επέστρεψε στο Χόλιγουντ και γύρισε το αδιάφορο, Spitfire. Αφού είχε ικανοποιήσει την RKO, η Χέπμπορν γύρισε αμέσως πίσω στο Μανχάταν για να ξεκινήσει το έργο, στο οποίο έπαιζε μια νεαρή Αγγλίδα, δυστυχισμένη εξαιτίας της δεσποτικής μητέρας της και του άβουλου πατέρα της. Το έργο γενικά θεωρήθηκε παταγώδης αποτυχία έλαβε κακές κριτικές και η ερμηνεία της Χέπμπορν προκάλεσε την ποιήτρια Ντόροθι Πάρκερ να πετάξει το διάσημο "καρφί" της, πως η ηθοποιός "έτρεξε το φάσμα των συναισθημάτων από το Α μέχρι το Β."
Το 1935, για τον ομώνυμο ρόλο στην ταινία Άλις Άνταμς (Alice Adams), η Χέπμπορν έλαβε τη δεύτερη υποψηφιότητά της για Όσκαρ αλλά έχασε από τη Μπέτι Ντέιβις που υπερίσχυσε για την ταινία Μια επικίνδυνη γυναίκα (Dangerous). Μέχρι το 1938, η Χέπμπορν ήταν μια αξιόπιστη σταρ και η είσοδος της στην κωμωδία με τις ταινίες Η Γυναίκα με τη Λεοπάρδαλη και το Κατώφλι της Ευτυχίας έλαβαν καλές κριτικές. Αλλά η αντίδραση του κοινού στις δύο ταινίες ήταν χλιαρή και οι καλές κριτικές δεν ήταν αρκετές να τη σώσουν από μια προηγούμενη σειρά αποτυχιών (Αιδεσιμότατος Γκέιβιν, Spifire, Break of Hearts, Σύλβια Σκάρλετ, A Woman Rebels, Μαρία Στιούαρτ, Quality Street). Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η κινηματογραφική καριέρα της Χέπμπορν να αρχίσει να φθίνει.
Η Κάθριν Χέπμπορν πήγαινε συχνά σε συνεντεύξεις ντυμένη με αντρικά κοστούμια, λέγοντας πως ήταν άνετα. Χωρίς να το θέλει, δημιούργησε μια καινούρια επιταγή της μόδας και οι γυναίκες που τη θαύμαζαν άρχισαν να φοράνε παντελόνια, κάτι που δεν προώθούνταν εκείνη την εποχή.



"Δηλητήριο των Ταμείων"

Κάτι που έχει κάνει τη Χέπμπορν ιδιαίτερα αγαπητή σήμερα-το συμβίβαστο, ευθύ, "αντι-χόλιγουντ" ύφος της-άρχισε να "ξινίζει" το κοινό. Ελευθερόστομη και πνευματική με μια καυστική γλώσσα, αψήφησε τα στερεότυπα της "ξανθιάς σεξοβόμβας" της εποχής προτιμώντας να φορά ταγιέρ με παντελόνια και περιφρονώντας το μακιγιάζ. Ήταν, επίσης, γνωστό πως είχε μια ιδιότυπη σχέση με τον τύπο, απορρίπτοντας τις περισσότερες συνεντεύξεις που δε βοηθούσαν την προβολή της στο κοινό. Στην πρώτη της έξοδο με εκπροσώπους του τύπου από το Χόλυγουντ, μετά την επιτυχία της ταινίας Η Τραγωδία Ενός Πατέρα, η Χέπμπορν μίλησε με δημοσιογράφους που είχαν εισβάλλει στην καμπίνα τη δική της και του άντρα της πάνω στο πλοίο Η Πόλη του Παρισιού. Ένας δημοσιογράφος ρώτησε αν ήταν πραγματικά παντρεμένοι, η Χέπμπορν απάντησε, "Δε θυμάμαι". Αμέσως μετά, ένας άλλος δημοσιογράφος ρώτησε αν είχαν παιδιά. Η απάντηση της Χέπμπορν ήταν "Δύο λευκά και τρία παρδαλά." Η αποστροφή της Χέπμπορν προς την προσοχή που της έδειχναν τα μίντια δε μαλάκωσε μέχρι το 1973, οπότε και εμφανίστηκε στο Dick Cavett Show για μια παρατεταμένη διήμερη συνέντευξη.
Οι επικρίσεις της για άλλες σταρ πρόσθεταν στην αντιπάθεια του κόσμου που η ίδια προκαλούσε. Οι ευθαρσείς δηλώσεις της εναντίον άλλων πρωταγωνιστριών της εποχής, όπως η Τζίντζερ Ρότζερς, προσέβαλαν πολλούς και συνέβαλαν στο να κηλιδωθεί η δημόσια εικόνα της.
Η Χέπμπορν ήταν κάποιες φορές ευέξαπτη ακόμα και με τους θαυμαστές της, αν και υποχωρούσε όσο μεγάλωνε, στην αρχή της καριέρας της, η Χέπμπορν αρνιόταν να ικανοποιήσει τα αιτήματα των θαυμαστών της να τους υπογράψει αυτόγραφα . Ωστόσο, πλατό, ήταν πρόθυμη να μάθει τις τεχνικές των θεατρικών ή κινηματογραφικών συνεργείων και έκανε παρέα με πολλούς από αυτούς. Ακόμα κι έτσι όμως, η άρνησή της να υπογράψει αυτόγραφα και να απαντήσει σε προσωπικές ερωτήσεις τής απέφερε το παρατσούκλι "Αικατερίνη της Αλαζονείας" (Katharine of Arrogance), σε σχέση με την Αικατερίνη της Αραγονίας (Catherine of Aragon). Σύντομα, το κοινό άρχισε να απομακρύνεται από τις ταινίες της.
Η Χέπμπορν παράπαιε ήδη από μια εξοντωτική σειρά παταγωδών αποτυχιών όταν, το 1938, αυτή - μαζί με τον Φρεντ Αστέρ, τη Μέη Ουέστ, τη Τζόαν Κρόφορντ, τη Ντολόρες ντελ Ρίο, τη Μάρλεν Ντίτριχ και άλλους - ψηφίστηκε "δηλητήριο των ταμείων" σε μια ψηφοφορία από κινηματογραφικούς διευθυντές και ιδιοκτήτες . Η Χέπμπορν ήταν μια από τις πολλές ηθοποιούς του Χόλιγουντ που ενδιαφέρθηκαν για το ρόλο της Σκάρλετ Ο'Χάρα στην ταινία Όσα Παίρνει ο Άνεμος. Αλλά ο Ντέιβιντ Ο. Σέλζνικ, ο παραγωγός της ταινίας που είχε στήσει διαγωνισμούς σε ολόκληρη τη χώρα για την ανεύρεση της κατάλληλης ηθοποιού που επρόκειτο να ενσαρκώσει τη θρυλική ηρωίδα, δεν ήθελε να της παραχωρήσει το ρόλο εφόσον θεωρούσε ότι η ηθοποιός δεν είχε σεξουαλικότητα. Είπε στην ηθοποιό: Δεν μπορώ να φανταστώ το Ρετ Μπάτλερ να σε κυνηγάει για 12 χρόνια.
Μετά την εμπορική αποτυχία των τελευταίων της ταινιών, η RKO της προσέφερε τον κεντρικό ρόλο σε μια ταινία β' διαλογής με τίτλο Mother Carey's Chickens, 1938, η Χέπμπορν αρνήθηκε κι αποφάσισε να πληρώσει 75.000 δολάρια για να αποδεσμευτεί από το συμβόλαιό της. Πολλοί ηθοποιοί της περιόδου δεν είχαν την πολυτέλεια του να εναντιωθούν στις εταιρίες παραγωγής που τους επέβαλλαν αδιάφορους ρόλους τους οποίους δε μπορούσαν να αρνηθούν καθώς ήταν δεσμευμένοι από το συμβόλαιο. Η Χέπμπορν αντιθέτως ήταν πλούσια και μπορούσε να εργάζεται ως ανεξάρτητη ηθοποιός. Συνεργάστηκε για μια ακόμη φορά με τον Τζορτζ Κιούκορ και συμπρωταγωνίστησε με τον Κάρι Γκραντ για τρίτη φορά στην ταινία Μαζί σου για Πάντα (Holiday), που έλαβε θετικές κριτικές αλλά απέτυχε για άλλη μια φορά στο Box-Office. Η αμοιβή της είχε φτάσει να είναι χαμηλότερη κατά 10.000 σε σχέση με όταν ξεκίνησε να εργάζεται στο Χόλιγουντ Σχολιάζοντας το γύρισμα της τύχης, ο Άντριου Μπρίτον έγραψε: Κανένας άλλος αστέρας δεν έφτασε τόσο γρήγορα στο απόγειο της δόξας και με τόσο ευρεία αποδοχή και κανείς άλλος δεν έχασε τόσο γρήγορα τη δημοτικότητα του και για τόσο καιρό.
Επιζητώντας την επιστροφή της στο θέατρο, η Χέπμπορν γύρισε στις ρίζες της, στο Μπρόντγουεϊ, όπου εμφανίστηκε στα Κοινωνικά σκάνδαλα (The Philadelpheia Story), ένα έργο γραμμένο ειδικά γι' αυτή από το Φίλιπ Μπάρυ. Έπαιξε την κακομαθημένη "κοσμική" Τρέισι Λορντ λαμβάνοντας διθυραμβικές κριτικές. Με τη βοήθεια του πρώην εραστή της Χάουαρντ Χιουζ, αγόρασε τα δικαιώματα του έργου και τα πούλησε στη Metro-Goldwyn-Mayer που μετέτρεψε το έργο σε μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του 1940. Ως μέρος της συμφωνίας της με τη MGM, η Χέπμπορν επέλεξε το σκηνοθέτη - Τζορτζ Κιούκορ - αλλά όχι τους συμπρωταγωνιστές της - Κάρι Γκραντ και Τζέιμς Στιούαρτ. Εκείνη ήθελε τον Κλαρκ Γκέιμπλ και τον Σπένσερ Τρέισι για τους ρόλους του Γκραντ και του Στιούαρτ, αντίστοιχα. Ήταν υποψήφια για το Όσκαρ Α' Γυναικείου Ρόλου για τη δουλειά της στα Κοινωνικά Σκάνδαλα. Η καριέρα της αναζωογονήθηκε σχεδόν εν μία νυκτί.
Στο αποκορύφωμα του φόβου των Αμερικανών για τους κομμουνιστές, στα τελευταία στάδια πριν το Μακαρθισμό, οι έντονα προοδευτικές κοινωνικές απόψεις της Χέπμπορν έγιναν, επίσης, στόχος αντικομμουνιστικής υστερίας. Ο Μάιρον Φάγκαν, δεξιός συγγραφέας, παραγωγός και σκηνοθέτης στο κέντρο του αντικομμουνιστικού κυνηγιού μαγισσών στο Χόλιγουντ την κατήγγειλε, αφού η Χέπμπορν είχε διαμαρτυρηθεί για λογαριασμό συντρόφων της ηθοποιών, σκηνοθετών και σεναριογράφων ενάντια στις διαβόητες μαύρες λίστες της δεκαετίας του 1940. Παρά την έλλειψη πραγματικής συμμετοχής (ή άλλων επίσημων δεσμών) της Χέπμπορν με το Αμερικανικό Κομμουνιστικό Κόμμα, ο Φάγκαν, στη μαχητική του ομιλία εναντίον των "Κόκκινων" στο Χόλιγουντ κατονόμασε τη Χέπμπορν ως "ένα παράδειγμα", προωθώντας τον ισχυρισμό πως "η αγάπη της Κάθριν Χέπμπορν για τον Ιωσήφ Στάλιν δεν είναι μυστικό."

Χέπμπορν και Σπένσερ Τρέισι

Η Χέπμπορν έκανε την πρώτη της εμφάνιση μαζί με τον Σπένσερ Τρέισι στο Η Γυναίκα της Χρονιάς (Woman of the Year,1942), σε σκηνοθεσία Τζορτζ Στίβενς. Στα παρασκήνια το ζευγάρι ερωτεύτηκε, ξεκινώντας ένα ειδύλλιο που θα γινόταν ένα από τα πιο διάσημα του Χόλιγουντ, παρά το γάμο του Τρέισι με άλλη γυναίκα.
Η Χέπμπορν και ο Τρέισι έγιναν ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα ζευγάρια εντός και εκτός οθόνης. Η Χέπμπορν με το εύστροφο μυαλό της και τη χαρακτηριστική προφορά της, συμπλήρωνε το αεράτο "αντριλίκι" του Τρέσι, που έμοιαζε να προέρχεται από την εργατική τάξη. Όταν ο Τζόζεφ Μανκιεβιτς τους σύστησε, η Χέπμπορν, η οποία φορούσε ειδικά τακούνια που πρόσθεταν αρκετά εκατοστά στο ψηλό και λιπόσαρκο σώμα της, είπε, "Φοβάμαι πως είμαι πολύ ψηλή για εσάς, κύριε Τρέισι.". Ο Μάνκιεβιτς ανταπάντησε, "Μην ανησυχείς, σύντομα θα σου κόψει τον αέρα." Όπως παρατήρησε η εφημερίδα The Daily Telegraph στη νεκρολογία της Χέπμπορν, "Η Χέπμπορν και ο Σπένσερ Τρέισι ήταν θελκτικότατοι όταν λογομαχούσαν δριμύτατα: δεν μπορούσε να πει κανείς αν απολάμβαναν περισσότερο τη μάχη ή ο ένας τον άλλο."
Οι περισσότερες από τις ταινίες που έκαναν μαζί η Χέπμπορν με τον Τρέισι τονίζουν τις εντάσεις που μπορεί να δημιουργηθούν όταν ένα ζευγάρι προσπαθεί να βρει μια ομαλή ισορροπία ισχύος μέσα στο σπίτι. Η σέξι διεκδίκηση δύναμης και ελέγχου μέσα στο σπίτι σχεδόν πάντα λύνεται με μια συμφωνία να τα μοιράζονται όλα και να τα μοιράζονται ίσα. Εμφανίστηκαν μαζί σε συνολικά εννέα ταινίες, συμπεριλαμβανομένων των Ο Φύλακας της Φλόγας (Keeper of the Flame, 1942), Από το Πλευρό του Αδάμ (Adam's Rib, 1949), Πατ και Μάικ (Pat and Mike,1952), Αυτή που σ' Όλα Απαντά (Desk Set, 1957), και Μάντεψε ποιος θα 'ρθει το βράδυ (Guess Who's Coming to Dinner, 1967), για την οποία η Χέπμπορν κέρδισε το δεύτερο Όσκαρ της.
Η Χέπμπορν και ο Τρέισι έκρυψαν προσεκτικά το δεσμό τους από το κοινό, χρησιμοποιώντας πίσω πόρτες στα στούντιο και τα ξενοδοχεία και αποφεύγοντας επιμελώς τον τύπο. Αναμφισβήτητα, ήταν ζευγάρι για δεκαετίες αλλά δε ζούσαν κανονικά μαζί μέχρι τα τελευταία χρόνια της ζωής του Τρέισι. Ακόμα και τότε, διατηρούσαν ξεχωριστά σπίτια για να κρατούν τα προσχήματα. Η σχέση τους ήταν περίπλοκη και υπήρχαν συχνές περίοδοι που το ζευγάρι βρισκόταν σε διάσταση. Ο Τρέισι ήταν παντρεμένος με τη Λουίζ Τρέντουελ από το 1923 και παρέμεινε παντρεμένος μαζί της μέχρι το θάνατό του.

Η Χέπμπορν είχε αρκετούς ερωτικούς δεσμούς πριν τον Τρέισι, με τους πιο αξειοσημείωτους αυτούς με το ατζέντη της Λίλαντ Χέιουορντ, τον Τζον Φορντ και τον Χάουαρντ Χιουζ. Ωστόσο,ο Τρέισι φαίνεται πως ήταν η πραγματική της αγάπη. Ο Τρέισι είχε διάφορες ερωτικές περιπέτειες ενώ ήταν σε διάσταση με τη Χέπμπορν, με πιο αξιοσημείωτη αυτή με τη συμπρωταγωνίστριά του στην ταινία Ταξίδι Χωρίς Γυρισμό (Plymouth Adventure), Τζιν Τίρνεϊ. Η Χέπμπορν σταμάτησε να εργάζεται για πέντε χρόνια μετά Μακρύ ταξίδι μέσα στη νύχτα (Long Day's Journey Into The Night) για να φροντίσει τον Τρέισι, ενώ η υγεία του ήταν εξασθενημένη. Για λόγους κοινωνικής ευαισθησίας, ιδιαίτερα όσον αφορούσε την οικογένεια του Τρέισι, η Χέπμπορν δεν παρεβρέθηκε στην κηδεία του. Η ίδια είπε για τον εαυτό της πως ήταν τόσο πληγωμένη που δε θα μπορούσε να ξαναδεί το Μάντεψε ποιος θα 'ρθει το βράδυ, λέγοντας πως της ξυπνούσε αναμνήσεις από τον Τρέισι, οι οποίες ήταν υπερβολικά επώδυνες ψυχικά.



Η Βασίλισσα της Αφρικής

Μία από τις καλύτερες ερμηνείες της Χέπμπορν ήταν ο ρόλος της στη Βασιλισσα της Αφρικής (The African Queen,1951), για την οποία έλαβε την πέμπτη υποψηφιότητά της για Όσκαρ Α' Γυναικείου Ρόλου, χάνοντας από τη Βίβιαν Λι από το Λεωφορείον ο Πόθος. Έπαιξε μια σεμνότυφη γεροντοκόρη ιεραπόστολο στην Αφρική (περίπου την εποχή του Α' Παγκοσμίου Πολέμου), η οποία πείθει το χαρακτήρα που υποδύεται ο Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ, ένα μεθύστακα καπετάνιο σε ένα μικρό ποταμόπλοιο, να χρησιμοποιήσει το πλοίο του για να κατστρέψει ένα γερμανικό πλοίο.
Η Βασίλισσα της Αφρικής κινηματογραφήθηκε στο μεγαλύτερο μέρος της σε τοποθεσίες στην Αφρική, όπου σχεδόν όλοι οι ηθοποιοί υπέφεραν από ελονοσία και δυσεντερία- εκτός από το σκηνοθέτη Τζον Χιούστον και τον Μπόγκαρτ επειδή κανένας από τους δύο δεν έπινε ποτέ νερό. Η Χέπμπορν, πάντα η κόρη ουρολόγου, αποδοκίμαζε την κατανάλωση άλλων ποτών από τους δύο άντρες και έπινε ευλαβικά γαλόνια (1 γαλόνι=περίπου 4,5 λίτρα) κάθε μέρα για να τους πικάρει. Χτυπήθηκε τόσο άσχημα από δυσεντερία, που ακόμα και μήνες μετά την επιστροφή της στην πατρίδα της, η περίφημη για την ευρωστία ηθοποιός ήταν ακόμα άρρωστη. Το ταξίδι και η ταινία είχε τέτοιο αντίκτυπο στη Χέπμπορν που χρόνια αργότερα έγραψε ένα βιβλίο για τα γυρίσματα της ταινίας με τίτλο: "Τα Γυρίσματα της Βασίλισσας της Αφρικής΄: Ή Πώς Πήγα στην Αφρική Με τον Μπόγκαρτ, τη Μπακόλ και τον Χιούστον και Σχεδόν Έχασα το Μυαλό Μου", το οποίο την έκανε συγγραφέα ενός μπέστ σέλλερ σε ηλικία 77 ετών.
Σε μια συνέντευξη στο Πλέιμποϊ, ο Χιούστον μίλησε για το πώς τις μέρες που είχαν άδεια, εκείνος και ο Μπόγκαρτ πήγαιναν για κυνήγι μεγάλων θηραμάτων και για το πώς μια μέρα η Χέπμπορν ζήτησε να έρθει μαζί τους. Την περιέγραψε σα μια "Αρτέμιδα του Κυνηγιού"- εντελώς ατρόμητη- και ικανή να στοχεύει όπως οι καλύτεροι κυνηγοί.



Η Συνέχεια της Καριέρας της

Μετά τη Βασίλισσα της Αφρικής, η Χέπμπορν έπαιζε συχνά γεροντοκόρες, με πιο αξιοσημείωτες τις ερμηνείες που της έδωσαν και δύο υποψηφιότητες για Όσκαρ στο Διακοπές στη Βενετία (Summertime, 1955) και στο Έτσι αρχίζει η ζωή (The Rainmaker, 1956). Οι κριτικοί σχολίασαν όμως το γεγονός ότι ήταν πλέον μεγάλη για αυτούς τους ρόλους. Έλαβε επίσης υποψηφιότητες για τις ερμηνείες της σε κινηματογραφικές μεταφορές θεατρικών δραμάτων, συγκεκριμένα ως κυρία Βενάμπλ στο Ξαφνικά, Πέρυσι το Καλοκαίρι (Suddenly, last summer, 1959) του Τένεσι Ουίλιαμς και ως Μαίρη Τάιρον στη μεταφορά του 1962 του έργου του Ευγένιου Ο' Νηλ, Μακρύ ταξίδι μέσα στη νύχτα (Long Day's Journey Into The Night, 1962).
Η Χέπμπορν έλαβε το δεύτερο Όσκαρ Α' Γυναικείου Ρόλου για την ταινία Μάντεψε ποιος θα'ρθει το βράδυ (Guess Who's Coming to Dinner) αν και πίστευε πως στην πραγματικότητα ήθελαν να τιμήσουν τον Σπένσερ Τρέισι, ο οποίος πέθανε λίγο μετά την ολοκλήρωση των γυρισμάτων της ταινίας. Την επόμενη χρονιά, κέρδισε το Όσκαρ, κάνοντας ρεκόρ, για το ρόλο της στο Λιοντάρι του Χειμώνα (The Lion in Winter), ένα βραβείο που μοιράστηκε εκείνη τη χρονιά με τη Μπάρμπρα Στρέιζαντ από το Ένα Αστείο Κορίτσι. Ο Πήτερ Ο' Τουλ, συμπρωταγωνιστής της στο Λιοντάρι του Χειμώνα, έχει πει σε πολλές συνεντεύξεις του πως η Χέπμπορν ήταν η αγαπημένη του συμπρωταγωνίστρια. Αυτός και η Χέπμπορν παρέμειναν φίλοι μέχρι το θάνατό της.
Η Χέπμπορν συνέχισε να κινηματογραφεί θεατρικά δραματικά έργα, συμπεριλαμβανομένων και της Τρελής του Σαγιό (The Madwoman of Chaillot,1969), των Τρωάδων (The Trojan Women,1971) του Ευριπίδη και το Ευαίσθητη Ισορροπία (A Delicate Balance) του Έντουαρντ Άλμπι. Το 1973 εμφανίστηκε για πρώτη φορά σε μια τηλεοπτική παραγωγή του έργου του Τένεσι Ουίλιαμς, Γυάλινος Κόσμος.
Δύο χρόνια μετά, η Χέπμπορν έλαβε ένα βραβείο Έμμυ για την τηλεταινία Love among the Ruins, στην οποία πρωταγωνίστησε μαζί με τον Σερ Λόρενς Ολίβιε και τη σκηνοθέτησε ο Τζορτζ Κιούκορ. Η Χέπμπορν εμφανίστηκε, επίσης, σε έναν από τους καλύτερους ρόλους της ύστερης καριέρας της με τον Τζον Γουέιν στο Ο μονόφθαλμος (Rooster Cogburn, 1975), τη συνέχεια της ταινίας Αληθινό Θράσος που είχε χαρίσει στον Τζον Γουέιν το Όσκαρ Α' Ανδρικού Ρόλου. Το Ο μονόφθαλμος ήταν ουσιαστικά Η Βασίλισσα της Αφρικής σε γουέστερν. Η Χέπμπορν κέρδισε το τέταρτο Όσκαρ της για την ταινία Στη Χρυσή Λίμνη (On Golden Pond, 1981) με τον Χένρι Φόντα. Το 1994, η Χέπμπορν έδωσε την τελευταία της ερμηνεία της στη νέα έκδοση του Ο πόνος της αγάπης (Love Affair) με το Γουόρεν Μπίτι, ταινία που στην Ελλάδα προβλήθηκε ως Ένας μεγάλος έρωτας, ενώ εμφανίστηκε και στις τηλεοπτικές παραγωγές One Christmas, βασισμένη σε ένα διήγημα του Τρούμαν Καπότε, και This Can't Be Love, που σκηνοθέτησε ένας από τους στενότερους φίλους της, ο Άντονι Χάρβεϊ (Το Λιοντάρι του Χειμώνα).

Θάνατος

Στις 19 Ιουνίου 2003 η Χέπμπορν πέθανε από φυσικά αίτια στην οικογενειακή κατοικία των Χέπμπορν στην πόλη Old Saybrook του Κονέκτικατ. Ήταν 96 χρονών και θάφτηκε στο νεκροταφείο Cedar Hill στο Χάρτφορντ του Κονέκτικατ. Προς τιμήν της εκτεταμένης θεατρικής προσφοράς της, τα φώτα του Μπρόντγουεϊ χαμήλωσαν για ώρα.