Ετικέτες
- Άρθρα
- Βιβλιοπαρουσίαση
- Γλυπτική
- Διαθεματικότητα
- Εκδηλώσεις
- Επιστήμη
- Ζωγραφική
- Θέατρο
- Θέατρο.
- Ιστορία
- Κινηματογράφος
- Κοινωνία
- Λαογραφία
- Λογοτεχνία
- Μνήμες
- Μουσική
- Μουσική.
- Μυθολογία
- Παιδεία
- Περιβάλλον
- Σαν Σήμερα
- Σύγχρονη Λογοτεχνία
- Ταξιδιωτικές Εντυπώσεις
- Τέχνη
- Τεχνολογία
- Τηλεόραση
- Υγεία
- Φιλοσοφία
- Φωτογραφία
- Ψυχολογία
Παρασκευή 20 Μαρτίου 2026
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ Β. ΜΟΛΑΡΗ "ΠΡΟΣΕΥΧΗ"
Yeon Myung Ji, Republic of Korea - Poetry
Πέμπτη 19 Μαρτίου 2026
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΥΡΓΙΩΤΗΣ "Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος"
Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος
Είναι γνωστό ότι η αγία Εκκλησία μας τις Κυριακές κατά την περίοδο της Μ. Σαρακοστής εορτάζει πρόσωπα και γεγονότα για να στηρίξει τους αγωνιζόμενους πιστούς εις το στάδιο των αρετών. Η τέταρτη Κυριακή, λοιπόν, είναι αφιερωμένη εις την μνήμη του Αγίου Ιωάννου της Κλίμακος ή και Σιναϊτου ονομαζόμενου, ο οποίος υπήρξε υπόδειγμα αγωνιζόμενου ανθρώπου.
Ο Ιωάννης γεννήθηκε από πλούσιους και ενάρετους γονείς περί το 523 μ.Χ. εις την Συρία. Οι γονείς του του πρόσφεραν την καλύτερη εκπαίδευση της εποχής και ο μικρός Ιωάννης ξεχώριζε από τους συνομηλίκους του. Είχε ιδιαίτερη κλίση εις την προσευχή και εις την μελέτη πατερικών κειμένων. Η καρδιά του ποθούσε και αγαπούσε τον Χριστό. Σε ηλικία 15 ετών εντάχθηκε ως δόκιμος μοναχός εις το όρος Σινά έχοντας ως οδηγό του τον ηγούμενο γέροντα Μαρτύριο. Ο Ιωάννης με την καθοδήγηση του Μαρτυρίου άρχισε να αποκτά αρετές κατά θεία, πάντα, παραχώρηση. Μετά από τέσσερα χρόνια έγινε μοναχός . Για τις ανάγκες της Μονής χειροτονήθηκε ιεροδιάκονος και αργότερα ιερομόναχος. Mε την ευλογία του Μαρτυρίου και μετά την κοίμηση του γέροντός του αναχώρησε από το μοναστήρι για την έρημο για περισσότερη άσκηση και ησυχία.
Εκεί επιδόθηκε εις την προσευχή, εις την μελέτη των πατέρων της εκκλησίας και εις την αγρυπνία. Εκοιμάτο πολύ λίγο, τόσες ώρες ώστε να μη υποστεί βλάβη ο εγκέφαλός του. Εις την τροφή ήταν ολιγοδίαιτος καταναλώνοντας όλα τα φαγητά, για να μη προσβάλλει τα γεννήματα του Θεού, σε ελάχιστη ποσότητα. Εννοείται ότι κατανάλωνε τα φαγητά που επιτρέπονται εις τους μοναχούς. Ο Θεός του χάρισε το δώρο της προσευχής, όπως και των δακρύων. Καθημερινά πότιζε με τα δάκρυα της μετάνοιας τα χώματα του σπηλαίου και δοξολογούσε συνεχώς τον Θεό μελετώντας τις θείες γραφές και γράφοντας.
Εις το ασκητήριο της ερήμου παρέμεινε σαράντα χρόνια. Η φήμη του αγίου ανδρός έγινε γνωστή αν και ο ίδιος δεν το επεδίωξε. Ήταν πρόνοια του Θεού να ωφεληθούν και άλλοι άνθρωποι από αυτόν τον άγιο αγωνιστή. Πάρα πολλοί άνθρωποι λαϊκοί, μοναχοί και κληρικοί έρχονταν σε επαφή μαζί του και έφευγαν πολλαπλώς ωφελημένοι. Καθημερινά η ψυχή του φλέγονταν και πυρπολούνταν από την άπειρη αγάπη προς τον Σωτήρα Χριστό. Συνεχώς και καθημερινά του χάριζε ο Θεός χάρη και ευλογία. Ανέβαινε την κλίμακα των αρετών. Παρέμεινε εις την έρημο 40 ολόκληρα χρόνια.
Έφυγε από την έρημο σε ηλικία 75 ετών για να αναλάβει την ηγουμενία της Ιεράς Μονής Σινά παρά την θέλησή του. Η αδελφότητα της Μονής τον εξέλεξε ποιμένα της και υπάκουσε. Καθοδήγησε τους αδελφούς της της Μονής για λίγα χρόνια και κατέφυγε πάλι εις την έρημο για ησυχία και άσκηση. Πριν αναχωρήσει για την έρημο όρισε ως διάδοχό του τον αδελφό του Γεώργιο. Εις την έρημο παρέδωσε το πνεύμα του εις τον αθλοθέτη Κύριο. Ήταν 30 Μαρτίου του 606 μ.Χ. και για τον λόγο αυτό τιμάται η Αγία μνήμη κάθε χρόνο την ημέρα αυτή.
Όταν επρόκειτο να πορευτεί προς τον αθλοθέτη Κύριο ο Ιωάννης, ο, κατά σάρκα, αδελφός του Γεώργιος του έλεγε «Με αφήνεις λοιπόν και φεύγεις; Εγώ παρακαλούσα, εσύ να προπέμψεις εμένα. Διότι εγώ κύριέ μου δεν μπορώ χωρίς εσένα να ποιμάνω την συνοδεία. Και τώρα αντίθετα προπέμπω εσένα»! Του απάντησε τότε ο αββάς Ιωάννης: «Να μη λυπείσαι και να μην ανησυχείς, διότι εάν βρω παρρησία ενώπιον του Κυρίου, δεν θα σε αφήσω πίσω μου να συμπληρώσεις χρόνο». Μέσα σε δέκα μήνες απήλθε και αυτός προς τον Κύριο.
Θαυμαστά γεγονότα.
Ο αρχέκακος διάβολος παρακίνησε ανθρώπους φθονερούς να κατηγορούν τον Άγιο ως «λάλον και φλύαρον». Ήθελαν να περιορίσουν την δυνατότητα του αγίου να βοηθά συνανθρώπους των. Ο Άγιος θέλοντας να εφαρμόσει εις την πράξη τα διδασκόμενα από αυτόν και για να μη σκανδαλίσει τους πιστούς σταμάτησε το έργο του. Οι άνθρωποι τότε συνειδητοποίησαν το λάθος τους δηλαδή στέρησαν από το κόσμο μια πηγή βοήθειας ψυχών. Ζήτησαν μετανοημένοι να συνεχίσει ο Ιωάννης το θεάρεστο έργο. Πράγματι ο Ιωάννης κατά θεία πρόνοια συνέχισε να προσφέρει την διακονία του προς τους πιστούς.
Κάποιος μοναχός ονομαζόμενος Μωυσής αισθάνθηκε στην καρδιά του την επιθυμία να γίνει μαθητής του αγίου ανδρός. Ο άγιος υπάκουσε στις παρακλήσεις των άλλων μοναχών και τον δέκτηκε ως υποτακτικό. Μια μέρα ο άγιος έστειλε τον υποτακτικό του να πάει να φέρει χώμα κατάλληλο για να φυτεύσουν λάχανα για τις ανάγκες του μοναστηριού. Ήταν καλοκαίρι και η ζέστη υψηλή, το μεσημέρι ο Μωυσής κάθισε στην σκιά ενός βράχου για να ξεκουραστεί. Αποκοιμήθηκε καθώς ήταν πολύ κουρασμένος. Ο Ιωάννης βρισκότανε στο κελί του. Για μια στιγμή φάνηκε ότι τον πήρε ο ύπνος και βλέπει άνδρα φωτεινό να του λέγει ότι ο Μωυσής κινδυνεύει. Ξυπνά και αρχίζει να προσεύχεται για τον μαθητή του. Όταν το βράδυ γύρισε ο υποτακτικός πληροφορήθηκε ο άγιος ότι ενώ κοιμόταν ο Μωυσής άκουσε τη φωνή του γέροντός του και ξύπνησε απομακρυνόμενος από το σημείο και αμέσως ο βράχος έπεσε εις το σημείο που κοιμόταν ο Μωυσής. Από ταπεινοφροσύνη ο άγιος πατήρ δεν ανέφερε για την οπτασία εις τον Μωυσή, μέσα του ευχαριστούσε και δοξολογούσε τον Θεό ο οποίος έσωσε τον μαθητή του από βέβαιο θάνατο.
Ο μοναχός Ισαάκ υπέφερε πάρα πολύ από σαρκικούς πειρασμούς και τον κατείχε θλίψη και αθυμία. Με δάκρυα εις τα μάτια και πόνο ψυχής ανέφερε εις τον γέροντα Ιωάννη για τον σαρκικό πόλεμο που δεχότανε ζήτησε την βοήθειά του. Ο πανθαύμαστος αφού διαπίστωσε την πίστη του και την ταπείνωσή του, του λέγει « Έλα αδελφέ να προσευχηθούμε από κοινού και ο αγαθός και ευσπλαχνικός Θεός δεν θα παραβλέψει την ικεσία μας». Πριν τελειώσουν την προσευχή ο ταπεινός μοναχός ευρισκόμενος με το πρόσωπο κατά γης αντιλήφθηκε να απαλλάσσεται από τον πειρασμό. Ο διάβολος δεν μπορούσε να αντέξει την θέρμη της κοινής προσευχής και εγκατέλειψε τον μοναχό. Αμέσως ο όσιος και ο μοναχός ευχαρίστησαν τον Θεό ο οποίος εισάκουσε την προσευχή και θεράπευσε τον δούλο του.
Ο γέροντας Μαρτύριος με τον νεαρό Ιωάννη επισκέφθηκαν τον μέγα Αναστάσιο, ο οποίος ρωτά «ποιος είναι ο νέος και ποιος τον έκειρε μοναχό;». Απαντά ο Μαρτύριος «δούλος σου είναι και εγώ τον έκειρα μοναχό». Η ανταπάντηση του Αναστασίου «Πω πω! αββά Μαρτύριε ποιος να το ειπεί ότι Ηγούμενο του Σινά έκειρες»! Δεν διαψεύσθηκε ο Αναστάσιος, μετά από 40 χρόνια ο Ιωάννης έγινε Ηγούμενος.
Άλλη φορά πάλι ο αββάς Μαρτύριος πήρε τον Ιωάννη και πήγαν και επισκέφθηκαν τον μέγα Ιωάννη τον Σαββαΐτη. Ο Σαββαΐτης μόλις τους είδε πήρε νερό και έπλυνε τα πόδια του Ιωάννη και όχι του γέροντός του Μαρτυρίου. Σε ερώτηση του μαθητή του Στεφάνου ὁ Γέροντας απάντησε: «Πίστευσε, τέκνο μου ότι εγὼ δεν γνωρίζω ποιος είναι αυτὸς ο νέος. Εγώ τον ηγούμενο του Σινά υποδέχθηκα και τα πόδια του Ηγουμένου ένιψα».
Ο Ιωάννης έγινε μοναχός σε ηλικία 20 ετών. Την ημέρα αυτή ο αββάς Στρατήγιος, προφήτεψε ότι ο νέος μοναχός θα γίνει Ηγούμενος.
Το πιο θαυμαστό είναι τούτο το γεγονός που έλαβε χώρα την ημέρα της ανάληψης της Ηγουμενίας από τον Άγιο. Οι προσελθόντες ξένοι ανέρχονταν στον αριθμό 600. Κατά την διάρκεια της τράπεζας έβλεπε νέο με κοντά μαλλιά και τυλιγμένο με σεντόνι όπως οι Ιουδαίοι να δίνει εντολές εξουσιαστικά και να κατευθύνει τους πάντες μαγείρους, κελαρύτας και όλους τους διακονητές. Όταν με το γεύμα αναζήτησαν τον νέο αυτό δεν τον βρήκαν πουθενά. Ήταν λογικό. Φαίνεται από την απάντηση που έδωσε ο Άγιος Ιωάννης «Αφήστε τον. Δεν έκανε τίποτε το παράξενο ο κύριος Μωυσής με το να διακονήσει στον ιδικό του τόπο»
Σε άλλη περίπτωση, όταν στην περιοχή της Παλαιστίνης επικρατούσε ανομβρία οι κάτοικοι κατέφυγαν εις τον Ιωάννη. Μετά από θερμή προσευχή άνοιξαν οι ουρανοί, και εισακούστηκε η προσευχή του. Δεν είναι παράξενο αυτό, διότι «θέλημα των φοβουμένων αυτόν ποιήσει ο Κύριος και της δεήσεως αυτών εισακούσεται».
Εις την αρχή του κειμένου αναφέραμε ότι ο Άγιος Ιωάννης ονομάζεται «Σιναΐτης» ή της «Κλίμακος». Η προσηγορία «Σιναΐτης » με τα γραφέντα μέχρι στιγμής διότι ήταν μοναχός μονής του Σινά και εκεί έγινε Ηγούμενος. Ήλθε η στιγμή να γράψουμε δυο λόγια και για το άλλο όνομα «της Κλίμακος». Ιδού, λοιπόν: Ο Άγιος Ιωάννης υπακούοντας εις το αίτημα του Ηγουμένου της Μονής Ραϊθού έγραψε το βιβλίο με το τίτλο «Η Κλίμακα», το οποίο είναι αριστούργημα της Ορθόδοξης γραμματείας και το οποίο πρέπει όλοι να το διαβάσουμε, αν δεν το διαβάσαμε, ή μάλλον πρέπει να το μελετάμε καθημερινά ιδιαίτερα την περίοδο των νηστειών. Εις το βιβλίο αυτό περιέχονται 30 ομιλίες του Αγίου, αναφερόμενη η κάθε μία σε μία αρετή ξεκινώντας από τις πιο απλές και καθημερινές και ανεβαίνοντας μια μια φθάνει ο πιστός αγωνιστής εις το τελευταίο σκαλί και συναντά τον Θεό. Εις το έργο αυτό γίνεται μια θαυμάσια τομή της ανθρώπινης ψυχής και ψυχολογίας την οποία ζηλεύουν οι σύγχρονοι ψυχολόγοι. Έργο σαφώς θεόπνευστον. Γράφτηκε σε εποχή κατά την οποία ήταν άγνωστη και η έννοια ακόμη της ψυχολογίας.
Ένα μικρό αφιέρωμα εις τον μεγάλο αυτό Άγιο Ιωάννη, την μνήμη του οποίου τιμά η αγία Εκκλησία 30 Μαρτίου (μέρα της κοιμήσεώς του) και την 4η Κυριακή των νηστειών.
Λειτουργικά κείμενα
Ἀπολυτίκιον Ἦχος γ'. Θείας πίστεως.
Θεῖον κλίμακα, ὑποστηρίξας, τὴν τῶν λόγων σου, μέθοδον πάσι, Μοναστῶν ὑφηγητὴς ἀναδέδειξαι, ἐκ πρακτικῆς Ἰωάννη καθάρσεως, πρὸς θεωρίας ἀνάγων τὴν ἔλαμψιν. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος.
Ομοίως Ἀπολυτίκιον. Ήχος πλ. δ'.
Ταῖς τῶν δακρύων σου ῥοαῖς, τῆς ἐρήμου τό ἄγονον ἐγεώργησας· καί τοῖς ἐκ βάθους στεναγμοῖς, εἰς ἑκατόν τούς πόνους ἐκαρποφόρησας· καί γέγονας φωστήρ τῇ οἰκουμένῃ, λάμπων τοῖς θαύμασιν, Ἰωάννη, Πατήρ ἡμῶν ὅσιε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τάς ψυχάς ἡμῶν.
Κοντάκιον. Ἦχος α'. Χορὸς Ἀγγελικός
Καρπούς ἀειθαλεῖς, ἐκ τῆς βίβλου προσφέρων, διδάγματα σοφέ, καθηδύνεις καρδίας, τῶν τούτοις μετά νήψεως, προσεχόντων μακάριε· Κλίμαξ γάρ ἐστι, ψυχὰς ἀνάγουσα γῆθεν, πρὸς οὐράνιον, καί διαμένουσαν δόξαν, τῶν πίστει τιμῶντων σε.
Μυργιώτης Παναγιώτης
Μαθηματικός
Grand Gala με Αστέρες του Παγκόσμιου Μπαλέτου στο θέατρο Παλλάς
ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
Grand Gala με Αστέρες του Παγκόσμιου Μπαλέτου στο θέατρο Παλλάς
Το Θέατρο Παλλάς υποδέχεται ένα Grand Gala κλασικού μπαλέτου με μια εκθαμβωτική σύνθεση διεθνών αστέρων από τις σημαντικότερες σκηνές της Ευρώπης. Στις 23 Μαΐου 2026, το αθηναϊκό κοινό θα έχει την εξαιρετική ευκαιρία να απολαύσει μια μοναδική βραδιά υψηλής καλλιτεχνικής αξίας, όπου η τεχνική αρτιότητα, η εκφραστικότητα και η διαχρονική ομορφιά του κλασικού χορού, συναντώνται στη σκηνή.
Θα αγγίξετε την υψηλή τέχνη του κλασικού χορού και μια ομορφιά πέρα από κάθε γήινο μέτρο.
Στο πρόγραμμα περιλαμβάνονται αποσπάσματα από αριστουργήματα όπως: εμβληματικά pas de deux από τα μπαλέτα Don Quixote (Μίνκους), The Flames of Paris (Ασαφίεφ), Giselle (Αντάν), κλασικό pas de deux (Ντανιέλ Φρανσουά Εσπρί Ωμπέρ), adagio Spartacus (Χατσατουριάν). Για πρώτη φορά ντουέτα από τα μπαλέτα Lady of the Camellias, Le Spectre de la Rose του Φόκιν, The Dying Swan του Σεν Σανς, με συνοδεία πιάνου και βιολοντσέλου.
Προπώληση: pallastheater.com και στο more.com - https://www.more.com/gr-el/tickets/dance/grand-gala-me-asteres-tou-pagkosmiou-mpaletou
Aziza Xasanova - Poetry
1)Life
Poems by Abdel latif Moubarak Egyptian poet
It peeks from the window of our hearts,
And steps onto the paths that have drunk
From its spring, the tales.
Upon a thousand civilians who implore,
And thousands of throats whose echo
Is the roofs of houses.
Their lament still embraces them,
And gathers them,
A million prayers,
Except what it couldn’t contain.
And you, who are ascetic within your prison, waiting
For a glimpse of light,
Just to caress your forehead.
Your umbilical cord between you
And the homeland,
Knows you overcome your tears
And split your chest for the cities,
So that life may enter them,
Free from the gloomy darkness clinging
To every wall that the specter of silence
Has demolished.
These are thousands of throats whose echo
Is the roofs of houses.
****
The Scars of Salvation
Let the halos of my heart fall from my brow,
A light I thought I’d find while resting on the shoulder of the word,
The one that hums a tune through the folds of this poem.
Illuminate for others my journey, this bitter taste of a homeland’s pain,
The anguish that fills it, stirring with every dawn
That rises on a morning full of nonsense.
The word was powerless then,
Unable to forge a new space for confession,
Or pluck a bejeweled pearl from its sky
To gift to the poor, the orphans, the forgotten,
Those on the brink of death.
I know I am the zero from which all poets begin,
The seed whose sprout only grew in the shadow of my ancestors’ verses.
From them, I drew the strength to survive,
Dreaming of their blissful, generous seas.
I lean on them all with a pride that lifts me
Into realms bright with the light of their wisdom, O Lady Poem.
All I ever wanted from you was salvation,
To end on your shores.
I began you (or you began me) among the transients
In a city whose streets had all gone dark,
Forgotten by long wars, then awakened just once
By the triumph of survivors, and drops of hope
That thirst couldn’t defeat.
Between tables of gunpowder and napalm,
Scattered limbs and blood-stained walls,
Jackets lie vomiting on the sides of ruins,
With the words “I was here” scrawled upon them.
A hemorrhage of questions.
How I’ve longed for my poems to take them on,
A path to grief and to release.
I craft my shoot for the fated crowd,
And belong to the march coming from those forgotten lands
Hidden in the folds of shackles and prison cells,
The torment of hungry stomachs,
The gasping of tongues behind cries for departure,
The absence of hope for a coming brilliance
That carries on its face the radiance of the impossible.
Lady Poem, I know glory in your proof.
I know the secret in your river.
This is how we meet, and with us, we meet
A life that has no shrine,
A life that only survived through an impossible bargain
Between a bundle of thorns that grew just once
From the pain of salvation.
I am destined to live and to see the city
Be the first to bless the burning heat of a step toward freedom,
Swearing by the fading glory in its children’s eyes,
The honeyed treasures flowing over a new homeland.
****
Are you trying to die again?
Are you trying to die again?
Even though you
Died in a thousand poems.
And in every poem...
Your soul bleeds out of you.
Are you trying to die again,
And write a new poem?
Its letters... are my tears
And my sadness at your distance.
You gather in it the joy/laughter you planted
In the hearts of your lovers,
And you gather even the word/smile/breeze
The drawing in which you determined
How... we'll condemn you.
Were you planning a new surprise for us
The day your soul was full...
Of all the falsehood surrounding you
In clumsy steps?
Was the silent, virgin pain
Inside the gardens of your love,
On the land inhabited by the blood of your loved ones,
The last... sigh?
...
Are you trying to die again?
Even though you
Died in a thousand poems
****
Brilliance without identity
A secret still resides within your eyes, a pearl,
You confess… everything that never was.
You grant the heart a bolt
And should the nights grow too narrow for us to live,
The harvests of passion sometimes lay siege to us.
A sign of something… we comprehend it… we touch it,
It lived within the tremors of lightning,
Brilliance Without Identity.
In the silence, the nectar was held,
And the hidden heresy in the burning pulse,
Brandishing the light of longing,
Playing the melody of permanence,
The crowning explosion for the sorrow, stained
With blood… and with tears.
…..
And still, in your eyes, a joy remains,
Fertile in its roots… the salvation
For the disappointments of a tragic touch.
And I feel you, in my blood,
The fissures of feeling’s freshness,
For the ground of this seed,
From the ache of the masses,
An existence…
A being for the sense refined,
From the diaspora of memory.
****
The Ambush
I learned to grieve in silence,
As much as I learned to love you,
To surrender to your longing and die within it.
A bitter truth set me free:
That your love for me,
In reality,
Was a spider.
My simple dream was to find you,
Carrying my burdens,
Standing tall within my eyes,
My blood flowing through your veins.
I gave my heart to the sunrise,
Only to awaken and find you were a guillotine
In the hands of your own love.
And my love for you,
Was the whole point of the problem.
Your beginning was painful,
Your ending, crafted in deceit,
Cut to fit,
Without prayer.
I used to worship you,
Not even as a pagan to an idol.
I didn’t know the end of my love for you was nothingness,
Lost in regret.
I was like dough,
Shaped by your fingers.
I would find a future blooming
Under your sun, under your shadow,
And I’d forgive my past days
For ever
Having loved you.
Don’t deny I was the only one born
From your sky with two stars,
Two engravings on my forehead,
Perfectly matched.
The sun of dead truth was colored
Between my sincere words and your fake smile.
Your phony lines were created:
Sometimes an angel,
Sometimes destruction,
Sometimes your flaws were an epic poem
You’d tell with feigned innocence.
Your created devil didn’t leave
In the fire of your cruel loneliness.
Between the soft whisper of your voice
Filling an empty time,
I was there,
Remembering you calling him.
My heart was your toy,
You’d try it out.
It was no good except for being sad.
And for years,
When your dream would come to me and then leave,
I’d feel choked.
I’d become like the truth when it’s hanged
In the eyes of the wronged.
And for years,
When you were the cloud for me,
And the thirst in my tongue would howl,
Like wolves
Standing over a feast for the dead,
Waiting to share the meal.
My look was the orphan.
Your look… was the ambush.
****
Worthy of Your Dream…
And you, whose dream in reality
Still hasn’t come true…
Except for the remnants of silence in a moment of your quietude
Your word calls out to your death
Your word has become nothing but life itself
Strung like beads of a rosary in the hand of a nation
Upon which fear descends…
When trials befall it
It waits for salvation
Your truth in the formation of your letters
Falls upon the city’s brow
Between every green patch
An olive tree
And a thousand witnesses to the martyr's feast
When you decided to dream, forgetting your tear
Upon the wall
The cruelty of a day
Wandering over the cities of "Galilee"
And that same song of yours
Sleeping on the bed of a stranger, waiting
Witnessing forms of siege
Between praises for the seas
Between massacres and destruction
The demolition of bridges
You were the land… the covenant of writing
A poem from you is a cannon
A shell holding the saliva of steadfastness in its embrace
Peace, a rose, and a waking dream
Your fate is that you dreamed
Worthy of your dream, young man
****
Don't Rouse Me
My dates have lost their flavor,
The wind of distance, the relentless rain,
Has stripped away the season of my yearning.
I move further, only to find
My other half remains unquenched.
Still what lingers
Of your eyes, Of your lips,
Your form,
Your stature, draped in a gown of rich brocade,
I flee the hollow of paradise
Before the time is due.
I depart in the robes of a silent watchman,
A guardian over my dream, now done.
Oh, two words that leap within the soul,
Claiming your forbidden in the permitted,
Answers that summon the question.
Don't rouse me.
My dates have lost their flavor.
In the dream, blood still stains the brow of the streets
— My resting place.
Amidst the pyre, the tribe cast out my corpse,
When I sought to sever the heads of every idol.
The fire was not cool upon the heat of my step.
My voice that spread the secret of the King
Among the kind and loyal subjects
— My mournful voice —
Cries out for the Mantle of Truth
To be its shroud. Don't rouse me.
Abdel latif Moubarak
Egyptian poet
EVA Petropoulou Lianou - Poetry
.jpg)
