Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2026

Κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Υψικάμινος η οικονομική, πολιτική και φιλοσοφική μελέτη του Αντώνη Χαριστού "Γιατί οι εργάτες δεν είναι το επαναστατικό υποκείμενο"

 


ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Αντώνης E. Χαριστός
Γιατί οι εργάτες δεν είναι το επαναστατικό υποκείμενο
H γραφειοκρατία των παραγωγικών δυνάμεων - Δομές, εξουσία και εξάρτηση στο «Κεφάλαιο» του Καρλ Μαρξ
Εισαγωγή: Ευστράτιος Τζαμπαλάτης
Σελίδες: 1374, Τιμή: 21.20 ευρώ
ISBN: 978-618-5934-19-4
Εκδόσεις Υψικάμινος

 

Κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Υψικάμινος η οικονομική, πολιτική και φιλοσοφική μελέτη του Αντώνη Χαριστού Γιατί οι εργάτες δεν είναι το επαναστατικό υποκείμενο: H γραφειοκρατία των παραγωγικών δυνάμεων - Δομές, εξουσία και εξάρτηση στο «Κεφάλαιο» του Καρλ Μαρξ.

Οι κλασικοί του μαρξισμού υπέδειξαν την εργατική τάξη ως το εν δυνάμει επαναστατικό υποκείμενο της ιστορίας, στην προοπτική της κοινωνικής απελευθέρωσης. Αυτή η θέση δεν τεκμαίρεται στον ιστορικό χρόνο, ούτε και επιβεβαιώνεται στον καταμερισμό εργασίας, σε ένα ορισμένο επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών σχέσεων. Κι όμως, επί δεκαετίες «χτίστηκαν» κομματικές και συνδικαλιστικές καριέρες, και συντηρούνται μέχρι σήμερα, στο όνομα αυτής ακριβώς της προοπτικής, σε πλήρη αντίθεση με τα συμφέροντα των εργατών. Πρόκειται για ψευδαίσθηση, η οποία ακυρώνεται στον τρόπο με τον οποίον κατασκευάζεται ο δημόσιος λόγος και ο ιδιωτικός χώρος στα αφηγήματα των αστικών σχέσεων εξουσίας. Οι εργάτες δεν παύουν να βλέπουν την πραγματικότητά τους μέσα από τα μάτια των αστών. Αυτή η πρακτική δεν καταλήγει απλώς στην άρνηση της επαναστατικής διεξόδου, αλλά διαστρεβλώνει και τον ίδιο τον ρόλο των εργατών στην ταξική διάρθρωση της αστικής κοινωνίας.

Το βιβλίο διαρθρώνεται σε τρία θεματικά επίπεδα, όσα και τα αντίστοιχα κεφάλαια. Στο πρώτο επίπεδο αντιστοιχεί η θεμελίωση της υλικής ενσωμάτωσης του εργάτη στους όρους της παραγωγικής διαδικασίας και του καταμερισμού εργασίας. Σε αυτό το επίπεδο, ο αναγνώστης θα έρθει σε επαφή όχι με την εξωτερική φύση του καταμερισμού αυτού καθαυτού, αλλά με την εσωτερική δομή όπως συγκροτείται στις αθέατες όψεις της κεφαλαιακής σχέσης εξάρτησης. Η έμφαση δίνεται στις αναλύσεις στο έργο του Καρλ Μαρξ Το Κεφάλαιο με τρόπο ώστε να αναδεικνύονται οι διεργασίες που καθιστούν τον εργάτη υποχείριο της μηχανής, όχι ως εξάρτημα αυτής, αλλά ως προέκταση των ιδεολογικών συσχετισμών που η μηχανή επιβάλλει στον δημόσιο χώρο. Στο δεύτερο επίπεδο, επιπλέον, ο αναγνώστης καλείται να αναμετρηθεί με την πρώτη αλλοτρίωση. Και αυτή είναι η καινοτομία του εν λόγω βιβλίου. Ενώ στον κλασικό μαρξισμό η αλλοτρίωση είναι εγγενής στη φύση των παραγωγικών σχέσεων, εδώ η αλλοτρίωση είναι συνώνυμη της πρώτης κοινωνικοποίησης του ατόμου, που είναι η οικογένεια, πριν το νεαρό μέλος εισέλθει στους μηχανισμούς κανονικοποίησης. Αυτή η πρώτη αλλοτρίωση βασίζεται στη λακανική ανάλυση και στην κατασκευή της χαρακτηροδομής του ατόμου στη βάση της διάκρισης μεταξύ υποκειμενικότητας και ατομικότητας, γεγονός το οποίο σηματοδοτεί την ταύτιση του παιδιού με τις συμβολικές δομές εξουσίας, εκλαμβάνοντας το περιεχόμενό τους ως δεδομένη αλήθεια, την οποία μεταμορφώνει σε ατομική στάση ζωής ως εχέγγυο για την είσοδό τους στους θεσμικούς φορείς εξουσίας και διαμόρφωσης του δημόσιου πεδίου αναφοράς. Από το σημείο αυτό περνάμε στο τρίτο επίπεδο, το οποίο ταυτίζεται με την αντιστροφή του εγελιανού σχήματος κυρίου και δούλου. Στη θέωρηση της εν λόγω μελέτης ο δούλος δεν είναι η μορφοποίηση της σχέσης εξάρτησης του κυρίου, αλλά η υλική νομικοποίηση της συνείδησης του τελευταίου στον δημόσιο χώρο, ο οποίος δημόσιος χώρος είναι η ταυτότητα των ιδεολογικών σχημάτων που πλαισιώνουν και ορίζουν το περιεχόμενο του δημόσιου λόγου, των θεσμίσεων της συλλογικής ζωής. Αυτό, με τη σειρά του, σημαίνει ότι και ο κύριος είναι θύμα των ψευδαισθήσεων που καθορίζονται από το επίπεδο των ιδιοκτησιακών σχέσεων, μέσω των οποίων αναπτύσσει τη χαρακτηροδομή του, θεωρώντας ως παραδεδεγμένη αλήθεια, ως νομοτέλεια, την ύπαρξη των σχέσεων εξάρτησης ως προέκταση των δεσμών εξουσίας.

Και τα τρία αυτά επίπεδα συγκλίνουν σε μία κεντρική γραμμή σκέψης σύμφωνα με την οποία το επαναστατικό πρόβλημα επί της ουσίας δεν έχει τεθεί ποτέ στον ιστορικό χρόνο και αυτό γιατί οι σχέσεις ιδιοκτησίας δεν είναι απλώς και μόνο σχέσεις εξουσίας, αλλά ετεροκαθορίζονται από συσσωματώσεις κοινωνικών σχέσεων αναγκαιότητας και εξάρτησης από τα συμβαλλόμενα μέρη, κατασκευάζοντας διαρκώς ρόλους και κοινωνικές ταυτότητες, προκειμένου η ιδεολογική συγκρότηση της κοινωνίας να μεταβαίνει ολοένα στο στάδιο της ανταγωνιστικής εξέλιξης, παγιώνοντας καταστάσεις, μετατρέποντάς τες σε συμβάσεις μακράς διάρκειας, τη στιγμή κατά την οποία τα συμβαλλόμενα μέρη δεν είναι σε θέση να αντιληφθούν ότι η ίδια αυτή πορεία πραγματοποιείται έξω από αυτά και δίχως αυτά. Και η εν λόγω σημείωση αφορά τόσο τους αστούς, όσο και τους εργάτες.

 

Βιογραφικό

O Αντώνης Ε. Χαριστός γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1988. Είναι φιλόλογος και δημοσιογράφος, απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ. Είναι ο ιδρυτής του Φιλολογικού Ομίλου Ελλάδος, του οποίου διατελεί πρόεδρος, ενώ, παράλληλα, έχει εισηγηθεί, επεξεργαστεί και διαμορφώσει τους όρους της τεχνοτροπίας του «δομημένου ρεαλισμού» στη λογοτεχνία. Είναι μέλος της Εθνικής Εταιρείας των Ελλήνων Λογοτεχνών, της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων και της Εταιρείας Γραμμάτων και Τεχνών Πειραιά. Ως κριτικός θεάτρου και λογοτεχνίας, δημοσιεύει τακτικά αναφορές σε διαδικτυακούς χώρους πολιτισμού και έντυπες εκδόσεις. Είναι επίσημος επιμελητής, ποίησης και πεζογραφίας, των εκδόσεων «Γράφημα», καθώς και διευθυντής των εκδόσεων «Υψικάμινος», επίσημες εκδόσεις του Φιλολογικού Ομίλου Ελλάδος. Είναι αρχισυντάκτης στο εξαμηνιαίο «Λογοτεχνικό Δελτίο» όργανο του Φιλολογικού Ομίλου Ελλάδος, συλλογική έκδοση πεζογραφικού, ποιητικού και κριτικού λόγου αντίστοιχα. Έχει εκδώσει πέντε έργα πεζογραφίας, δύο θεατρικά έργα, καθώς και δύο λογοτεχνικές μελέτες με επίκεντρο τον Κώστα Καρυωτάκη και τον Άγγελο Τερζάκη. Έχει επιμεληθεί το σενάριο και τα κείμενα στις ταινίες μικρού μήκους «Επιθυμώ», «Πολφός αίματος», καθώς και σενάριο-σκηνοθεσία στην ταινία μικρού μήκους «Ομ/φαλλός Κολπορραγίας». Είναι ο αρχισυντάκτης του ετήσιου τόμου επιθεώρησης τέχνης «Παράθυρο στην Τέχνη» και του εξαμηνιαίου επιστημονικού περιοδικού ανθρωπολογικών και κοινωνιολογικών ερευνών «Χειραφέτηση ή κανονικότητα». Επιπλέον, συμμετείχε ως συγγραφέας και επιμελητής στην έκδοση του θεωρητικού έργου «Οπλίζοντας τις κάμερες. Μανιφέστο της Φράξιας Κινηματογραφιστών 2 Νοέμβρη». Τέλος, συμμετείχε ως συγγραφέας και επιμελητής στο έργο «Το φουστάνι της Ευδοξίας», τεχνική και ιδεολογική ανάλυση της ομότιτλης ταινίας μικρού μήκους της «Φράξιας Κινηματογραφιστών 2 Νοέμβρη» (της οποίας υπήρξε σκηνοθέτης). Επιμελήθηκε ως ανθολόγος τους συλλογικούς τόμους «Στιγμές. Ο ποιητής Τόλης Νικηφόρου» και «Η ποίηση στο ντιβάνι. Ανθολογία. Σωτήρης Παστάκας». Τέλος, έχει εκδώσει τον τόμο επιστημονικής φιλοσοφικής μελέτης «Η βαρβαρότητα του διαφωτισμού. Ιδιοκτησία και αναγκαιότητα» και την αντίστοιχη μελέτη «Η επαναστατική αντι-βία στην ανατομία του δικαίου. Ε.Λ.Α.-17Ν, η ταξική ανάλυση μιας προέκτασης».

 

 

Εκδόσεις Υψικάμινος, Πανεπιστημίου 65, 105 64 Αθήνα
ypsikaminos.com, ekdoseisypsikaminos@gmail.com









ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΥΡΓΙΩΤΗΣ "Άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως"

 

Άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως

Πολεμήθηκε. Δικαιώθηκε

Η επίγεια ζωή του κάθε ανθρώπου είναι μικρή σε σχέση με την μεταθανάτιο. Ερχόμαστε σε τούτο τον κόσμο για να «δώσουμε εξετάσεις» και ανάλογα να πορευτούμε ή στην αιώνιο Ζωή ή στην αιώνια κόλαση. Στην εφήμερη ζωή μας ο Θεός για να μας ενισχύσει στον αγώνα μας επιτρέπει στον χαιρέκακο δαίμονα να μας «πειράξει». Να δώσουμε αγώνα για ταπείνωση, ελεημοσύνη και να προοδεύσουμε στις αρετές. Υπομονή , πραότητα, πίστη και εμπιστοσύνη στον Θεό απαιτείται. Όσα και αν μας καταμαρτυρούν, όσα και να υποφέρουμε να δοξολογούμε με εμπιστοσύνη τον Κύριο

Ο Άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως, κατά κόσμον, Αναστάσιος Κεφαλάς, γεννήθηκε στην Σηλυβρία της Ανατολικής Θράκης την 1η Οκτωβρίου 1846 μ. Χ. από φτωχούς και ευσεβείς γονείς‧ τον Δημοσθένη και την Μαρία. Ήταν το 5ο από τα 6 παιδιά της οικογένειας.

Η ευσεβής γιαγιά του πολύ μικρό του έμαθε τον 50ό ψαλμό. Όταν ο μικρός Αναστάσιος έφθανε στο σημείο του Ψαλμού «διδάξω ανόμους τας οδούς Σου» , το επαναλάμβανε πολλές φορές. Από αυτοσχέδιους άμβωνες μιλούσε για τον Χριστό στους συνομηλίκους του.

Σε ηλικία 14 ετών, αφού τελείωσε και το σχολαρχείο, επειδή η οικογένεια δεν είχε δυνατότητες οικονομικές και επειδή δεν υπήρχε σχολείο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στον τόπο του, με την ευλογία των γονέων του αναχώρησε για την Κωνσταντινούπολη.

Τα πρώτα χρόνια της ζωής στην Κωνσταντινούπολη ήταν δύσκολα και σκληρά. Ο εργοδότης του έμπορος καπνών δεν τον πλήρωνε κανονικά και έτσι ο Αναστάσιος κυκλοφορούσε με τρύπια παπούτσια. Είχε εμπιστοσύνη στον Θεό και έβρισκε γαλήνη στην προσευχή. Σκέφθηκε να γράψει γράμμα στον Χριστό και να του αναφέρει τα προβλήματά του. Έγραψε, λοιπόν, στον Χριστό: «Χριστούλη μου, δεν έχω παπούτσια και ρούχα. Στείλε μου τα Σε παρακαλώ. Ξέρεις πόσο Σε αγαπώ. Αναστάσιος». Έκλεισε την επιστολή και ως παραλήπτη έγραψε στον φάκελο : «Προς Κύριον Ιησού Χριστό στον παράδεισο».

Πηγαίνοντας προς το ταχυδρομείο συνάντησε ένα γείτονά του ο οποίος ανέλαβε να την ταχυδρομήσει. Ο γείτονας άνοιξε το γράμμα, το διάβασε και έστειλε ένα ποσό στον Αναστάσιο, ο οποίος πολύ χάρηκε. Ο εργοδότης του βλέποντάς τον με καινούργια ρούχα και παπούτσια υποψιάστηκε ότι ο Αναστάσιος έκλεψε χρήματα και άρχισε να τον δέρνει. Ο γείτονάς του τον λυπήθηκε και τον προσέλαβε αυτός.

Τα πράγματα αλλάζουν για τον Άγιο. Τώρα είχε χρόνο για εκκλησιασμό, για  διάβασμα της Αγίας Γραφής και περισσότερη προσευχή. Επίσης, οι γονείς και τα αδέρφια του έρχονται στην πόλη.

Σε ηλικία 20 ετών αναχώρησε για το Λιθί της Χίου ( τόπο καταγωγής της οικογένειας ) για να εργαστεί ως δάσκαλος. Εκεί γνωρίζεται με τον ευεργέτη του Ιωάννη Χωρέμη, πλούσιο τοπικό άρχοντα, εξ αιτίας ενός απλού περιστατικού. Ο Χωρέμης τον θέτει υπό την προστασία του.

Ο Άγιος Νεκτάριος είχε αποφασίσει να αφήσει τον κόσμο. Σε ηλικία 30 ετών και μετά από τριετή δοκιμασία λαμβάνει το αγγελικό σχήμα με το όνομα Λάζαρος στις 7 Νοεμβρίου 1876 μ.Χ. Στις 15 Ιανουαρίου 1877 μ.Χ. χειροτονείται διάκονος από τον μητροπολίτη Χίου, Γρηγόριο και μετονομάζεται σε Νεκτάριο.

Στη Χίο φοιτά στο γυμνάσιο  Ο σεισμός του 1881 τον αναγκάζει να φύγει για Αθήνα, όπου τελειώνοντας το γυμνάσιο αναχώρησε για την Αλεξάνδρεια για να συναντήσει τον Πατριάρχη Σωφρόνιο. Ο Σωφρόνιος εντυπωσιάστηκε από τον Άγιο και αποφάσισε να τον στείλει στην Αθήνα, πάλι, για να σπουδάσει Θεολογία. Ο Άγιος κατάφερε λαμπρές επιδόσεις και κέρδισε υποτροφία, χρήσιμη για τις σπουδές του, αφού ο ευεργέτης του Χωρέμης κοιμήθηκε. Μόλις έλαβε το πτυχίο ( 1885 μ.Χ.  ) αναχώρησε για την Αλεξάνδρεια.

Στην Αλεξάνδρεια τα πράγματα πηγαίνουν καλά.Χειροτονείται ιερέας , γραμματέας του Πατριάρχη με το αξίωμα του Αρχιμανδρίτη. Στη συνέχεια, λόγω των προσόντων του ανελίχθηκε σε ιεροκήρυκα και έλαβε και θέση Πατριαρχικού επιτρόπου. Στις 15 Ιανουαρίου 1889 μ.Χ. εκλέγεται επίσκοπος Πενταπόλεως. Με μεγάλη ταπείνωση δέχεται το αξίωμα λέγοντας προς τον Κύριο: «Κύριε διατὶ με ανύψωσες εις τοσούτον μέγα αξίωμα; Εγὼ σού εζήτησα να γίνω μόνον Θεολόγος κι όχι Μητροπολίτης. Εκ νεαράς ηλικίας Σου εζήτησα να γίνω ένας απλὸς εργάτης του Θείου Λόγου Σου, και Συ, Κύριε, τώρα με δοκιμάζεις με τόσα πράγματα. Άλλ  υποτάσσομαι, Κύριε, εις το θέλημά Σου, και δέομαι: καλλιέργησε εντός μου την ταπεινοφροσύνην και τον σπόρον των λοιπών αγίων αρετών, δι᾿ ων τρόπων γνωρίζεις, και αξίωσόν με να ζήσω πάσας τας επί γης ημέρας μου συμφώνως προς τους λόγους του μακαρίου Παύλου, όστις λέγει: «Ζω δε ουκέτι εγώ, ζει δε εν εμοί Χριστός».

Η ραγδαία άνοδος του Αγίου δημιούργησε αντιδράσεις. Ο Σωφρόνιοε πλησίαζε τα 90 χρόνια ζωής και η κούρσα διαδοχής άρχισε. Οι εν αναμονή διεκδικητές του θρόνου αισθανόμενοι την επιθυμία του λαού και την εύνοια του Σωφρονίου προς τον Άγιο αποφάσισαν να τον παραμερίσουν. Τον κατηγόρησαν αόριστα για ηθικές παρεκτροπές, και για σχέδιο ανατροπής του Πατριάρχη . Ο Πατριάρχης πείστηκε και αμέσως διατάζει την παύση των καθηκόντων του Αγίου. Του κόβουν και τον μισθό. Σπίλωσαν το όνομά του σε Αθήνα και Κωνσταντινούπολη. Εν συνεχεία αναχώρησε για την Αθήνα.

 Ο Αρχιεπίσκοπος Γερμανός παρά την συμπάθεια που τρέφει προς τον Άγιο, αδυνατεί να τον εντάξει στον κλήρο της επαρχίας του λόγω πιέσεων της συνόδου. Ο υπουργός Παιδείας σκοντάφτει στο γεγονός ότι ο Άγιος δεν είχε ελληνική υπηκοότητα. ιεροκήρυκα. Οι καχυποψίες του κόσμου τον συνοδεύουν και αρκετοί τον αποδοκίμαζαν.

Το 1891 μ.Χ. αποκαλύφθηκε η σκευωρία εναντίον του και αποκαταστάθηκε το όνομά του. Συνεχίζει με μεγαλύτερο ζήλο το έργο του. Η φήμη του εξαπλώνεται παντού.

Το Μάρτιο του 1894 μ.Χ. αναλαμβάνει διευθυντής στη Ριζάρειο Εκκλησιαστική Σχολή Αθηνών. Εργάζεται με ζήλο Θεού . Αποτελεί ζωντανό παράδειγμα για τους μαθητές του. Το τεράστιο και πολυσχιδές το έργο του στην σχολή του προσέδωσε κύρος.

Στην Αίγινα εγκαταστάθηκε το 1908,  όπου εκπληρώνεται ο πόθος του για μοναχικό βίο . Η εμφάνισή του στην Αίγινα συνοδεύτηκε από δυο γεγονότα θαυμαστά. Θεράπευσε δαιμονισμένο και μετά από παράκλησή του άνοιξαν οι ουρανοί μετά από τριετή   ανομβρία. Δεν παύει καθημερινά να στηρίζει και να ανακουφίζει τους ανθρώπους που τον πλησίαζαν ζητώντας τη βοήθειά του.

Το τέλος της επίγειας ζωής του ήταν επίπονο. Κοιμήθηκε στις 9 Νοεμβρίου 1920. και το σκήνωμά του ευωδίαζε και ευώδες μύρον  έκβλυζε από το πρόσωπό του. Η κηδεία του ήταν πάνδημος.

Έχει αφήσει τεράστιο συγγραφικό έργο, ψυχωφελές και χρήσιμο σε όλους μας.

Πολλά τα θαύματα που έκανε εν ζωή αλλά και μετά την κοίμησή του.

Στις 3 Σεπτεμβρίου 1953 έγινε η ανακομιδή των λειψάνων του.

Το 1961 έγινε η επίσημος αναγνώριση του Αγίου από το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Τιμάται από την Αγία μας Εκκλησία δύο φορές κατ’ έτος: Στις  9 Νοεμβρίου (κοίμηση), και στις 3 Σεπτεμβρίου η (ανακομιδή των λειψάνων)., Επίσης, κατά τη σύναξη των εν Θράκη Αγίων (που συμπίπτει με την Κυριακή των Αγίων Πάντων) και κατά τη σύναξη των εν Αθήναις Αγίων (12 Οκτωβρίου).

 

 

Μυργιώτης Παναγιώτης

Μαθηματικός











Bahtiyar Hidayet( Azerbaijan) "The Smell of Milk"

 


The Smell of Milk


The hottest time of summer,
A crush of passengers in a minibus,
The smell of hell inside.

A woman's milk has spilled from her jar.
She sings a “song” of curses
In a vulgar voice.
There is no smell of milk.

But let me also say
That the driver is more merciful than God.
Using an improvised method,
He has installed a fan
To bring some coolness to this hell.

A new passenger gets on.
The driver shouts:
“Be a little kinder!”

A woman's voice, full of passion:
“Don't worry, brother,
We have already become relatives.”

Wedding music plays on the tape recorder.

How beautiful our land is!
We can enjoy ourselves even in hell.

But this is no pleasure.
Everyone has put on perfume.
The smells of perfume mix with one another.
I feel sick
Because of this artificiality.

I have missed the smell of a cowshed.

All the cows know their own places in the cowshed.
A human being does not even know their own place.
Everyone is trying to get to the top.

The minibus stopped
Because someone had whistled.

Whistling is the world's first music.
How beautiful our land is!
We have not forgotten the first music either.
I remembered my grandmother.

She used to sing songs
While milking the cows.
I think this was the world's second music.

The cows that had grown accustomed
To my grandmother's song
Gave more milk, too.

And the smell of that milk
Was better than all the smells in the world.

But the curses of the woman
Whose milk had spilled
Were, I think, the world's third melody.

The song in the minibus
Was the fourth melody.
I have missed the second melody.

It is like a second wind
For someone like me,
Panting from exhaustion.











Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2026

Ευφροσύνη Στρατιώτη "Αναδημοσιεύτηκε η διαθήκη.."




 Αναδημοσιεύτηκε η διαθήκη...

Έγραφε ρητά και κατηγορηματικά:
«Αφήνω τα γυαλισμένα
και ολίγον φθαρμένα
υποδήματά μου
χρώματος τερακότα
στους κάτωθεν
κληρονόμους...»

 Ευφροσύνη Στρατιώτη ©
4-11-2026

Η Ευφροσύνη–Χρυσάνθη Στρατιώτη είναι απόφοιτος της σχολής Βρεφονηπιοκόμων του ΙΕΚ Ξυνή. Παρακολουθεί μαθήματα Σχέσεων και Επικοινωνίας στο Ανοικτό Λαϊκό Πανεπιστήμιο, εμπλουτίζοντας διαρκώς τις γνώσεις και την προσωπική της εξέλιξη.
Ποιήματά της έχουν αναρτηθεί στην Ανοιχτή Βιβλιοθήκη. Δημοσιεύσεις της έχουν παρουσιαστεί στο Homo Universalis – Γεωργία Κοτσόβολου, καθώς και στα Fractalart.gr, Storywits, polismagazino.gr (Polispress), Υδράνη, Texnes Online,logodiadromes.gr.

Έχει συμμετάσχει σε εκδήλωση ποίησης του Δήμου Νίκαιας με θέμα «Φύση–Άνθρωπος». Παράλληλα, έχει λάβει μέρος σε αξιόλογες συλλογικές εκδόσεις, όπως στο «5ο Ανθολόγιο Ομάδας Ποιητική Έλξη – Απόπειρα Φωτός» και στο «Ανθολόγιο των μελών» από το Ποιητικό Εργαστήρι Θρυαλλίδας.

Το 2025 κυκλοφόρησε η πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο «Το Θαύμα των ανθρώπων» από τις Εκδόσεις Δρόμων.
Η δεύτερη ποιητικής της συλλογή είναι υπό έκδοση.









Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2026

Marash Mirashi "VALSI I AJRIT" και η απόδοσή του στα ελληνικά από την Migel Flor) (Pershtati ne gjuhën greke:Migel Flor)




VALSI I AJRIT

Marash Mirashi 

Do të vijë një ditë 
kur unë do të qesh
por ty do të të kujtohet 
fytyra ime e trishtë 
në luginën e kuajve 
në ditët kur bari 
kërcente vals 
me erën
që frynte si hingëllimë. 

E kam ditur 
se sytë e mi 
pikturojnë fatin jeshil të ajrit 
si një zambak i Clod Mone. 

Kam qeshur dhe unë dikur
me zogjtë 
kur çukitnin hurmat në degë 
dhe ajri mbushej 
me cicërima të verdha... 

Fytyra ime 
ndryshon përditë 
prej rrethanash 
ngjyrash dhe hingëllimash. 

****

ΤΟ ΒΑΛΣ ΤΟΥ ΑΕΡΑ 

Marash Mirashi 

Θα ’ρθει μια μέρα που εγώ θα γελώ, μα εσύ θα θυμάσαι το θλιμμένο μου 
πρόσωπο, στην κοιλάδα των αλόγων, εκείνες τις μέρες που το χορτάρι χόρευε 
βαλς με τον άνεμο, που φυσούσε σαν χλιμίντρισμα. 

Το ήξερα πως τα μάτια μου ζωγραφίζουν την πράσινη μοίρα του αέρα, σαν ένα 
νούφαρο του Κλοντ Μονέ. 

Κι εγώ γέλασα κάποτε μαζί με τα πουλιά, όταν τσιμπολογούσαν τους χουρμάδες 
στα κλαδιά κι ο αέρας γέμιζε με κίτρινα κελαηδίσματα... 

Το πρόσωπό μου αλλάζει κάθε μέρα, από τις περιστάσεις, τα χρώματα και τα 
χλιμιντρίσματα. 

Pershtati ne gjuhën greke:Migel Flor


















Mohamed Rahal "Yamina " Una de las obras maestras de la poesía romántica en la tradición popular argelina.






Yamina

Una de las obras maestras de la poesía romántica en la tradición popular argelina.

Este es un poema popular (Malhoun) compuesto por el poeta argelino Mustafa Ben Ibrahim (1800-1867). Fue escrito en 1833, tres años después del inicio de la ocupación francesa de Argelia. El poeta también es conocido por otros poemas populares famosos, como "Mi corazón conoce la patria" y "Déjenme llorar", entre otros. Este poema es una de las muchas obras literarias que surgieron durante la ocupación francesa de Argelia.
Breve biografía del poeta
Mustafa Ben Ibrahim (nacido alrededor de 1800 en Boujebha, cerca de Sidi Bel Abbès, y fallecido en 1867) es considerado uno de los poetas argelinos más destacados. La ciudad de Mustafa Ben Ibrahim, ubicada en la provincia de Sidi Bel Abbès, en el oeste de Argelia, lleva su nombre. En sus inicios profesionales, siguió los pasos de su padre, trabajando como profesor del Corán, y más tarde se convirtió en juez en su ciudad natal. La administración francesa lo nombró "Khalifa" (diputado) y luego "Qa'id" (líder) de la tribu "Awlad Sulayman", otorgándole un alto rango dentro de la confederación de las tribus "Bani Amer". El coronel Lacritel también lo nombró líder de la tribu "Awlad Balagh", donde se estableció y contrajo matrimonio con miembros de otras tribus. Posteriormente, emigró a Fez, Marruecos, donde residió durante aproximadamente cinco años, manteniendo un contacto constante con su familia en Sidi Bel Abbès. Finalmente regresó a su lugar de nacimiento, buscando una vida de completa tranquilidad, habiendo superado el sufrimiento causado por la pérdida de su posición social y su sentimiento de alienación de su tierra natal. Falleció en 1867 y fue enterrado en el área de "Batah al-Masid" (en Sidi Bel Abbès), entre las tumbas abovedadas. De acuerdo con sus deseos, expresados en uno de sus poemas, no se construyó ninguna estructura sobre su tumba. Mustafa ibn Ibrahim plasmó en sus poemas los acontecimientos más importantes de su vida. Estos poemas se difundieron entre la gente, alcanzando gran popularidad en pueblos y zonas rurales, e inspirando a otros poetas a seguir su ejemplo. Se le atribuye haber sentado las bases del poema beduino dentro de la poesía popular; de hecho, se le considera el primer poeta popular en componer poesía en este estilo beduino específico.
Su difusión como canción:
A lo largo del siglo XX, muchos de sus poemas fueron adaptados a canciones. Entre ellos se encuentra el poema "Yamna", que fue recuperado por el gran artista Ahmed Wahbi en 1957, convirtiéndose en un elemento básico de diversas celebraciones tras la independencia de Argelia. Con el surgimiento de la música "Raï" —que evolucionó más allá del estilo tradicional "Sheikh"— Cheb Khaled presentó su propia interpretación de esta canción en 1981, basada en la interpretación de Ahmed Wahbi. La canción se lanzó como videoclip en 1988. Posteriormente, otros jóvenes artistas de la generación "Raï" —como Cheb Hamid, Cheb Sahraoui y Hakim Salehi (en 1991)— presentaron sus propias versiones. Así, "Yamna" se convirtió en una de las canciones más famosas del folclore argelino, alcanzando una audiencia global a través del arte del Raï.
Sus poemas Inicio del poema: Jamás olvidaré la terrible experiencia que sufrí, y no encontraré paz mientras viva. Que la ley de Dios sea el juez entre tú y yo; Ten algo de dignidad, Yamna. Oh Yamna, Este es un día bendito y feliz, El día en que finalmente te conocí, Yamna. Oh, corona entre las mujeres, dime: Esta enfermedad que te ha afligido ha causado nuestra muerte. No soporto verte en este estado, Y me encuentro preguntando a otros por ti; así que perdona mi intromisión. Mi corazón está destrozado por tu sufrimiento, Que el Señor escuche nuestras oraciones. Si pudiera, llevaría tu dolor en tu lugar, Y si la muerte me alcanzara, que la misericordia de Dios nos cubra a ambos. Y así como Él me perdonó a mí, que te perdone también a ti. Que perdone tus pecados y los míos. ¡Qué maravillosa eres, Yamna!
«Te extraño, y anhelo ver tu rostro; ¡qué momento tan bendito! Mi corazón aún te pertenece; tú eres la fuente de toda esta hermosa y cautivadora confusión. Le ruego a Dios que nos una en matrimonio; es su ley, y la verdad está de nuestro lado». Ella respondió: "Abandona esa idea y no esperes amor de mí. Mi corazón ha muerto por el sufrimiento que has causado... ¡Oh, Safa, perdónanos! ¡Oh, Safa, perdónanos!"
Ella dijo: «No te preocupas por mí, y jamás te interesaste por mi sufrimiento. Cuando me ves, solo me ofreces palabras vacías y melosas. Nunca enviaste a nadie a verme, ni en mi enfermedad ni en mi salud. Sin embargo, por pura generosidad, te cuidé y te protegí de cualquier escándalo. Pasé dos meses con fiebre alta, consumiéndome como la sal en el agua. Grité día y noche, y no conocí un sueño tranquilo. Pero la aflicción ha abandonado mi cuerpo; Dios me ha aliviado y he encontrado la paz». Le respondí: «¡Alabado sea Dios! Ahora que te has recuperado, mi corazón rebosa de alegría y felicidad».

«Te extraño, y anhelo ver tu rostro; ¡qué momento tan bendito! Mi corazón aún te pertenece; tú eres la fuente de toda esta hermosa y cautivadora confusión. Le ruego a Dios que nos una en matrimonio; es su ley, y la verdad está de nuestro lado». Ella respondió: "Abandona esa idea y no esperes amor de mí. Mi corazón ha muerto por el sufrimiento que has causado... ¡Oh, Safa, perdónanos! ¡Oh, Safa, perdónanos!"




















Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2026

"ΚΟΡΗ ΤΩΝ ΚΥΜΑΤΩΝ" Το τραγούδι που έγινε η ψυχή της Χειμάρρας . Του Τίμου Μερκούρη

 


"ΚΟΡΗ ΤΩΝ ΚΥΜΑΤΩΝ"


Το τραγούδι που έγινε η ψυχή της Χειμάρρας "Του Τίμου Μέρκουρη" 1. Η γέννηση του τραγουδιού
Ο Μεγάλος Δάσκαλος Κρίστο Τσίπας δημοσίευσε στο Facebook ένα κείμενο για το τραγούδι «Κόρη των κυμάτων» και, όπως αρμόζει στον υπεύθυνο του συγκροτήματος «Μπέικ ε Μπάρντε» (Λευκή Μπεκάτσα), περιορίστηκε στην ανάδειξη ορισμένων από τις αξίες και τις καινοτομίες αυτού του τραγουδιού.

Εγώ, ωστόσο, αξιοποιώντας το γεγονός ότι έχω συγγράψει τη μονογραφία «Κόρη των κυμάτων», αφιερωμένη στο συγκρότημα του Νέτσο Μούκο, σκέφτηκα να παρουσιάσω ορισμένα επιπλέον στοιχεία για το τραγούδι αυτό και τον δημιουργό του, τα οποία θεωρώ ότι θα είναι χρήσιμα στον αναγνώστη. Το τραγούδι «Κόρη των κυμάτων» ηχογραφήθηκε στο Παρίσι, στα στούντιο της δισκογραφικής εταιρείας PATHE, κατά τη διάρκεια του δεύτερου ταξιδιού του συγκροτήματος, το 1930. Στην ηχογράφηση συμμετείχαν:
"ΚΟΡΗ ΤΩΝ ΚΥΜΑΤΩΝ"
- Νέτσο Μούκο: δημιουργός των στίχων και της μελωδικής επεξεργασίας.
- Πάνο Κοκαβέσι: ρίπτης (hedhës).
- Κότσο Τσακάλλι: πρώτος τραγουδιστής (marrës).

- Αντρέα Μπάλα: δεύτερος τραγουδιστής (marrës). Το τραγούδι ηχογραφήθηκε στον δίσκο με αριθμό 44033. Από τους 36 στίχους του αρχικού κειμένου ηχογραφήθηκαν μόνο οι 18.
Το ηχογραφημένο κείμενο έχει ως εξής: Κόρη των κυμάτων, η καρδιά σου δεν αντέχει πια, και πάνω στην πέτρα, στην άκρη της θάλασσας, κλαις, η δύστυχη, κλαις. Περιμένεις εκείνον που προσμένεις και ένας πόνος σε βαραίνει. Όλος ο κόσμος πηγαινοέρχεται, μα εκείνος δεν επιστρέφει. Έρχεται η άνοιξη, ένα ήσυχο πρωινό. Πηγαινοέρχονται τα χελιδόνια και η κοπέλα τα καλεί: «Όμορφα πουλιά, σε εσάς έχω μια ελπίδα. Εσείς που διασχίζετε θάλασσες και βουνά, θέλω να σας ρωτήσω. Είμαι ορφανή, χωρίς μητέρα και πατέρα. Εκείνος που είχα, εκείνος που αγαπούσα, έφυγε και με άφησε. Μήπως τον είδατε; Ζει ή δεν ζει; Μήπως έχετε κάποιο νέο ή κάποιο γράμμα; Άραγε με θυμάται; Πέρασε πολύς καιρός, μόνη, χωρίς κανέναν. Έκλαιγε τον εαυτό της, έκλαιγε τη μοίρα της, μέσα στη φτώχεια. Ήρθε ο βαρύς χειμώνας, ένα μαύρο πρωινό. Μαύρισε ο ουρανός και η θάλασσα βρυχάται, πέφτει βροχή. Στο όνειρό της είδε το παλικάρι μέσα σε ένα καράβι, σαν να πήγε και να έριξε στην κοπέλα ένα στεφάνι».

2. Η ηχογράφηση στο Παρίσι Αξίζει να αναφέρουμε ότι στην ηχογράφηση αυτού του τραγουδιού δεν συμμετείχε η ορχήστρα που είχε προσλάβει η εταιρεία PATHE. Επειδή οι μουσικοί της δεν γνώριζαν την τοπική χειμαρριώτικη μουσική παράδοση, υπήρχε ο φόβος ότι η ερμηνεία δεν θα είχε την αναμενόμενη επιτυχία και, κατά συνέπεια, θα διακυβευόταν και η φήμη της ίδιας της εταιρείας. Γι' αυτόν τον λόγο, για την ηχογράφηση των χειμαρριώτικων τραγουδιών επιστρατεύτηκε το συγκρότημα των αδελφών Αντόλφι, το οποίο συνόδευε κυρίως τα λυρικά και ξένα τραγούδια που ερμήνευαν σολιστικά η Τέφτα Τάσκο, ο Λλάμπι Τούρτουλλι, η Τούλα Παλαιολόγου και η Κλέα Γιόργκα. 3. Η εξέλιξη των στίχων Οι στίχοι που ερμήνευσε ο Δημήτρης Βάρφι (1933–2022) με το συγκρότημά του —με τον Σπίρο Ντιμαλέξι (γεν. 1935) στον ρόλο του πρώτου τραγουδιστή, τον Λλάμπρο Κίτσο (γεν. 1935) στον ρόλο του ρίπτη και τον Λέκο Λέκα (γεν. 1927) και άλλους στην ισοφωνία— και οι οποίοι ηχογραφήθηκαν στο Αλβανικό Ραδιόφωνο και αργότερα στην Αλβανική Ραδιοτηλεόραση, καθώς και οι μεταγενέστερες εκτελέσεις από το νεότερο χειμαρριώτικο συγκρότημα, δεν συμπίπτουν απόλυτα με τους αυθεντικούς στίχους του δημιουργού. Οι στίχοι αυτοί αποδόθηκαν στην αλβανική πρότυπη γλώσσα από τον συγγραφέα Πέτρο Μάρκο, κατά τη δεκαετία του 1960, με τέτοια μαεστρία, ώστε η παρέμβασή του να μην γίνεται καθόλου αντιληπτή. 4. Η δημιουργική πατρότητα του Νέτσο Μούκο

Η πατρότητα του Νέτσο Μούκο, τόσο ως δημιουργού των στίχων όσο και ως συνθέτη της μελωδικής γραμμής, έχει αποδειχθεί πέραν πάσης αμφιβολίας, αποκλείοντας κάθε υπόθεση περί δανεισμού ή μετάφρασης.

Στο βιβλίο του Νέτσο Μούκο, με τίτλο «LYRA», που εκδόθηκε το 1930, στη σελίδα 74, όπου δημοσιεύεται το συγκεκριμένο τραγούδι, υπάρχει η ακόλουθη σημείωση.... «Λαϊκό αισθηματικό τραγούδι Στίχοι και μουσική από τον N.H. Matioti (Μούκο)». Αντίστοιχα, σε ένα φύλλο τετραδίου του Γιάνκο Πάλι, όπου έχουν καταγραφεί όλα τα τραγούδια του Νέτσο Μούκο, για το συγκεκριμένο τραγούδι αναφέρεται: «Η μουσική και οι στίχοι είναι του N.M.H. (Νέτσο Μούκο Μαριώτη)». 5. Η πραγματική σημασία του τίτλου Ο τίτλος «Κόρη των κυμάτων» δεν σημαίνει «κοπέλα των θαλάσσιων κυμάτων», αλλά «κοπέλα των ορεινών λιβαδιών». Η λέξη «vale» αναφέρεται στα ορεινά λιβάδια, στις χορταριασμένες πλαγιές και στα ξέφωτα των βουνών, όπου οι νεαρές κοπέλες έβοσκαν τα αρνιά τους. Επομένως, πρόκειται για μια κοπέλα των ορεινών λιβαδιών, η οποία κατεβαίνει στην ακτή και περιμένει το παλικάρι που αγαπούσε, ελπίζοντας ότι θα επιστρέψει από την ξενιτιά. Μέσα στην απελπισία της, αυτοκτονεί πέφτοντας στη θάλασσα.
Έτσι ακριβώς το ερμήνευσε ο Νέτσο Μούκο το 1930 και αργότερα ο Δημήτρης Βάρφι.

6. Η πρώτη δημόσια παρουσίαση

Το τραγούδι αυτό ερμηνεύτηκε αρχικά από το προαναφερθέν συγκρότημα στην πόλη των Αγίων Σαράντα, στη σκηνή που είχαν κατασκευάσει τα μέλη του κοντά στο παλιό πρακτορείο μεταφορών (σημερινό Ταχυδρομείο).
Μέλος του συγκροτήματος ήταν και ο Αναστάς Χαρίτο, ο οποίος χρηματοδότησε, μαζί με τον Αντρέα Μπάλα, το πρώτο ταξίδι του συγκροτήματος. Ωστόσο, δεν μπόρεσε να συμμετάσχει στην περιοδεία λόγω ασθένειας, η οποία σύντομα του κόστισε τη ζωή.

7. Η χειμαρριώτικη και η λάμπικη μουσική παράδοση

Το τραγούδι αυτό είναι χαρακτηριστικό της χειμαρριώτικης μουσικής παράδοσης. Δεν παρουσιάζει ουσιαστική συγγένεια με το λάμπικο τραγούδι· αντιθέτως, αποτελεί ακριβώς το διαχωριστικό όριο ανάμεσα στις δύο αυτές μουσικές παραλλαγές.
Αυτό προκύπτει από τα ακόλουθα στοιχεία:
Η "Κόρη των κυμάτων" βασίζεται στη μελωδία και όχι στον στίχο.Το κείμενό της έχει σχεδόν παραδοσιακή μορφή, με αφηγηματική δομή μπαλάντας, που πραγματεύεται τον ερωτικό πόνο μιας κοπέλας. Αντίθετα, οι στίχοι των λάμπικων τραγουδιών περιλαμβάνουν ηρωικά στοιχεία. Ακόμη και όταν αναφέρονται στον έρωτα, δεν απουσιάζουν οι αναφορές στη δύναμη και στην ανδρεία, όπως στο χαρακτηριστικό μοτίβο: «Θα ανέβω από τον τοίχο, ακόμη κι αν ξέρω πως θα σκοτωθώ».
Το γεγονός ότι το τραγούδι αυτό στηρίζεται στη μελωδία αποτελεί ένδειξη ότι ανήκει σε παλαιότερη μουσική παράδοση από εκείνη των τραγουδιών που βασίζονται κυρίως στον στίχο. Επιστημονικά και μουσικολογικά τεκμηριώνεται ότι η χειμαρριώτικη εκδοχή είναι παλαιότερη από τη λάμπικη. Μία από τις αποδείξεις αυτής της παλαιότητας είναι ακριβώς ο τρόπος με τον οποίο επιτυγχάνει τη μουσική της έκφραση.
Ο Νέτσο Μούκο εισήγαγε στο τραγούδι του τον ιδιαίτερο ρόλο του ρίπτη (hedhës), ο οποίος στη χειμαρριώτικη μουσική λειτουργεί σαν το κατάρτι ενός πλοίου, που διατηρεί την ισορροπία του μέσα στη φουρτουνιασμένη θάλασσα. Η ανάδειξη αυτής της φωνής στη σκηνή επισφράγισε τη δημιουργία μιας νέας χειμαρριώτικης μουσικής εκδοχής, η οποία διακρινόταν ακόμη και από τις σύγχρονές της παραλλαγές της Τσαμουριάς και του Σκραπαρίου.
Η χειμαρριώτικη μουσική διακρίνεται για τη μοναδική συλλογικότητα και την παλαιά παράδοση κοινοτικής ζωής. Ο πρώτος τραγουδιστής ερμηνεύει μόνο τις δύο πρώτες λέξεις του πρώτου στίχου: «Κόρη των κυμάτων...» και αμέσως μετά εισέρχεται ολόκληρο το συγκρότημα. Στη λάμπικη μουσική, αντίθετα, ο πρώτος τραγουδιστής ερμηνεύει ή απαγγέλλει σχεδόν ολόκληρη στροφή, αναδεικνύοντας έτσι τον σολιστικό του ρόλο. Αυτό συνδέεται με την παράδοση των παλαιών καπετάνιων και αρχηγών, ενώ η Χειμάρρα, σύμφωνα με τον συγγραφέα, δεν γνώρισε βασιλιάδες ή ηγεμόνες. Τον ρόλο της ηγεσίας αναλάμβαναν δύο στρατηγοί, οι οποίοι εκλέγονταν κάθε δύο χρόνια, με δυνατότητα επανεκλογής για δύο θητείες.
Μουσικά, το χειμαρριώτικο τραγούδι είναι τραγούδι του εσωτερικού πόνου, ενώ το λάμπικο είναι τραγούδι της ανδρείας. Το πρώτο είναι τραγούδι της καρδιάς και στάζει πόνο· το δεύτερο είναι τραγούδι των παλικαριών και στάζει αίμα.

8. Οι θρύλοι και η λαϊκή μνήμη

Η παλαιότητα της μουσικής παράδοσης του τραγουδιού τεκμηριώνεται επίσης από τους θρύλους που δημιουργήθηκαν γύρω από αυτό ή από την ίδια αφηγηματική του γραμμή.

Σύμφωνα με ορισμένους θρύλους, η κοπέλα ούτε πνίγεται ούτε αυτοκτονεί στη θάλασσα. Παραμένει πάνω σε έναν βράχο, στην ακτή, και τα δάκρυά της στάζουν πάνω στην πέτρα, δημιουργώντας μικρές κοιλότητες με αιχμηρά χείλη, σαν να είχε τρυπηθεί ο βράχος με τρυπάνι. Στην πραγματικότητα, οι βράχοι των παραθαλάσσιων περιοχών παρουσιάζουν παρόμοιες κοιλότητες, με αιχμηρά άκρα, οι οποίες δημιουργούνται από τη διαρκή δράση των κυμάτων και των σταγόνων της θάλασσας. Σύμφωνα με τον θρύλο, αυτές οι κοιλότητες δημιουργήθηκαν από τα δάκρυα της Κόρης των Κυμάτων. «Αντίο, πέτρα μου... Υπέφερες κι εσύ για μένα». Όταν όλες οι πέτρες της ακτής γεμίζουν από τις κοιλότητες των δακρύων της και φτάνουμε στους στίχους: «Πάρε με, ω κύμα της θάλασσας...» η κοπέλα δεν πέφτει στη θάλασσα για να πνιγεί ή να αυτοκτονήσει. Αντίθετα, λιώνει σαν πυρακτωμένη λάβα και απλώνεται κάτω από τα κύματα, μεταμορφώνεται σε πέτρα και απολιθώνεται, με το μισό σώμα της μέσα στο νερό και το άλλο μισό στην ακτή. Αν παρατηρήσει κανείς τις επίπεδες πέτρινες πλάκες στις ακτές της Χειμάρρας, θα διαπιστώσει ότι ορισμένες μοιάζουν με ανθρώπινα σώματα ξαπλωμένα στην παραλία, με τα πόδια βυθισμένα στο νερό. Υπάρχει, όμως, και κάτι ακόμη. Μέσα στις μικρές κοιλότητες που δημιουργήθηκαν στους βράχους από τα δάκρυα της κοπέλας φύτρωσε ένα είδος λουλουδιού, το οποίο ονομάζεται «Λουλούδι των Δακρύων» ή «Άνθος του Δακρύου». Το λουλούδι αυτό έχει πράγματι μια υπόξινη, αλμυρή γεύση, που θυμίζει την αλμύρα των δακρύων ή του θαλασσινού νερού.
Αυτό μας οδηγεί να προβληματιστούμε και σχετικά με τη μετακίνηση και τη διάδοση των λαϊκών μοτίβων στα Βαλκάνια και στην Ευρώπη, όπως, για παράδειγμα, στην περίπτωση του ελβετικού λουλουδιού «Stella alpina», στην ονομασία του οποίου βρίσκεται επίσης η βάση ενός παρόμοιου θρύλου


9. Η θάλασσα ως δρόμος ζωής και θανάτου

Η Χειμάρρα έχει το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό ότι όλες οι αναχωρήσεις και οι επιστροφές των νέων πραγματοποιούνταν αποκλειστικά διά θαλάσσης, με βάρκα ή πλοίο, και ποτέ από τη στεριά, μέσω της Λογαράς ή των Αγίων Σαράντα.

Οι λόγοι είναι πολλοί. Ο σημαντικότερος, όμως, είναι η ευκολία της μετακίνησης των ανθρώπων με πλοία, καθώς η Χειμάρρα ήταν και εξακολουθεί να είναι λιμάνι, ανεξάρτητα από το μέγεθος του λιμανιού ή των πλοίων που αγκυροβολούν εκεί. Ένας ακόμη λόγος ήταν ότι η θαλάσσια διαδρομή Χειμάρρα–Κέρκυρα ή Χειμάρρα–Ιταλία ήταν συντομότερη και πιο άνετη για τη μετανάστευση, σε σύγκριση με τη χερσαία διαδρομή Χειμάρρα–Άγιοι Σαράντα και στη συνέχεια προς την Κέρκυρα ή Χειμάρρα–Αυλώνα–Ιταλία, με τη διέλευση από τη Λογαρά. Επομένως, αυτή η γεωγραφική θέση της Χειμάρρας καθόριζε και τον τρόπο με τον οποίο η κοπέλα «έφευγε» από τη ζωή: μέσω των κυμάτων της θάλασσας και όχι με το να πέσει, για παράδειγμα, από κάποιον βράχο ή να επιλέξει κάποια άλλη μορφή αυτοθυσίας. Άρα, τόσο η κοπέλα όσο και το παλικάρι ήταν Χειμαρριώτες και όχι Λιάπηδες. 10. Η καταγωγή του μουσικού ύφους Το ύφος αυτού του τραγουδιού, τόσο ως προς τους στίχους όσο και, κυρίως, ως προς τη μελωδία, ανήκει στην παλαιά παράδοση του θρηνητικού τραγουδιού με πολυφωνικό μοιρολόι. Οι λόγοι είναι προφανείς: ο θάνατος ενός έρωτα, ο θάνατος του νέου μακριά από την πατρίδα του, είτε στον πόλεμο είτε στην ξενιτιά, και στη συνέχεια ο θάνατος της κοπέλας. Πρόκειται για πολλούς θανάτους μέσα σε ένα τραγούδι, αν λάβουμε υπόψη ότι το τραγούδι έχει δημιουργηθεί και γύρω από ένα γεγονός ασθένειας. Οι καλλιτεχνικές και μελωδικές εικόνες που αναδύονται άφθονες μέσα από αυτό το τραγούδι δεν είναι παρά δάκρυα της ψυχής, τα οποία απολιθώθηκαν και μετατράπηκαν σε πέτρες, πάνω στις οποίες βαδίζει το ίδιο το τραγούδι. Πρέπει να κατανοήσουμε ότι το ύφος της χειμαρριώτικης μουσικής δεν διαμορφώθηκε από το ύφος των στίχων του τραγουδιού «Κόρη των κυμάτων». Αντιθέτως, το κείμενο αυτού του τραγουδιού είναι εκείνο που προσεγγίζει περισσότερο, μαζί με το τραγούδι «Ήρθε ο Απρίλης, έλιωσε το χιόνι», το ύφος και τον ιδιαίτερο «αβάζ» της χειμαρριώτικης μουσικής. Το ύφος του χειμαρριώτικου «αβάζ», αν και βασίζεται στο υπόβαθρο της αλβανικής ισοπολυφωνικής παράδοσης, αποτελεί τη μουσική επανάσταση του Νέτσο Μούκο και των συντρόφων του. 11. Η μετρική δομή των στίχων Ο στίχος των δέκα, έντεκα και δεκατεσσάρων συλλαβών αποτελεί ακόμη μία ένδειξη της ανάμειξης χαρακτηριστικών στίχων του έπους των Κρησνίκων με στίχους των επών και των μπαλάντων της Χειμάρρας, καθώς και με μεταγενέστερες λαϊκές δημιουργίες. Η ανάμειξη αυτή πραγματοποιήθηκε με τέτοια μαεστρία, ώστε να μην είναι καθόλου εμφανής η διαφορά στον αριθμό των συλλαβών. Αυτή τη λειτουργία της «κάλυψης» την επιτελεί η ισοφωνία του τραγουδιού, δηλαδή η μελωδία. Είναι σαν να χτίζεις τα τείχη ενός κάστρου, όπου πέτρες διαφορετικών μεγεθών συνδέονται μεταξύ τους με έναν μελωδικό ασβέστη, με τρόπο αδιάσπαστο. Και τη δύναμη του τείχους δεν την εξασφαλίζει το μέγεθος των λίθων, αλλά ο ασβέστης που τους ενώνει. 12. Η ομοιοκαταληξία και ο ρυθμός Έχουμε επισημάνει ότι το χειμαρριώτικο τραγούδι δεν βασίζεται στην ομοιοκαταληξία και στον παραδοσιακό ρυθμό των στίχων, αλλά στη λειτουργία, στη διάρκεια και στη δύναμη της ισοφωνίας. Αν εξετάσει κανείς τα τραγούδια του Νέτσο Μούκο, όπως «Η Άπιστη», «Η Αγάπη» κ.ά., θα διαπιστώσει ότι δεν διαθέτουν ομοιοκαταληξία ούτε σταθερό ρυθμό, ούτε καν έναν σταθερό αριθμό συλλαβών στους στίχους. Το «κενό» που δημιουργείται από την ανομοιομορφία των συλλαβών και την απουσία της ομοιοκαταληξίας αντισταθμίζεται με τον καλύτερο τρόπο από την ισοφωνία. Το λάμπικο τραγούδι, αντίθετα, διαθέτει μια άρτια ρυθμική και ομοιοκατάληκτη δομή, πάνω στην οποία στηρίζεται η μελωδία του. 13. Το σύμβολο της Χειμάρρας Το τραγούδι «Κόρη των κυμάτων» αποτελεί το σύμβολο της Χειμάρρας και ήταν εκείνο που έκανε διάσημο και το ίδιο το συγκρότημα του Νέτσο Μούκο. Η φήμη του οφείλεται στη μελωδία του, η οποία αποτέλεσε καινοτομία στην αλβανική ισοπολυφωνική μουσική, αλλά και στην ανάδειξη του ιδιαίτερου ρόλου του ρίπτη. Πρόκειται για μια εξαιρετική μουσική επινόηση του Νέτσο Μούκο, η οποία έδωσε στο τραγούδι ένα νέο πρόσωπο, όμορφο και βαθιά συγκινητικό, τόσο από μουσική όσο και από συναισθηματική άποψη.
Γι' αυτό και δικαιολογημένα χαρακτηρίστηκε ως ο «αβάζ της Χειμάρρας», δηλαδή η ιδιαίτερη χειμαρριώτικη μουσική έκφραση, μέσα στην ευρύτερη οικογένεια των αλβανικών λαϊκών τραγουδιών


14. Η συμβολή του Δημήτρη Βάρφι

Πρέπει, ωστόσο, να υπογραμμίσουμε και ένα ακόμη σημαντικό γεγονός: ήταν ο Δημήτρης Βάρφι εκείνος που «λείανε» αυτό το χειμαρριώτικο μνημείο, όπως λειαίνεται το μάρμαρο των αγαλμάτων, ώστε αυτά να αποκτούν περισσότερη ζωντάνια, περισσότερη λάμψη και μεγαλύτερη ευκρίνεια ακόμη και στις πιο μικρές λεπτομέρειες.

Υπό αυτό το πρίσμα, μπορούμε δικαιολογημένα να πούμε ότι ο Δημήτρης Βάρφι και το συγκρότημά του, στο οποίο συμμετείχε και ο Πάνο Κοκαβέσι, αποτέλεσαν τη νεωτεριστική συνέχεια του συγκροτήματος του Νέτσο Μούκο. 15. Η ψυχή της ισοφωνίας Για να απολαύσει, όμως, κανείς πλήρως τη χειμαρριώτικη μουσική, πρέπει να έχει υπόψη του δύο βασικά στοιχεία της. Το πρώτο είναι η ισοφωνία του τραγουδιού. Η χειμαρριώτικη μουσική αντλεί όλη την ομορφιά και τη μεγαλοπρέπειά της από την ισοφωνία. Δεν μπορεί να γίνει κατανοητό το χειμαρριώτικο τραγούδι χωρίς την ιδιαίτερη ισοφωνία του. Το ίδιο το τραγούδι μπορεί να παρομοιαστεί με έναν αετό, αλλά η ισοφωνία είναι ο ουρανός μέσα στον οποίο πετά ο αετός· είναι η θάλασσα πάνω στην οποία πλέει το καράβι. Όλα τα αλβανικά πολυφωνικά τραγούδια διαθέτουν ισοφωνία, όμως η ισοφωνία του χειμαρριώτικου τραγουδιού έχει τη δική της ιδιαιτερότητα, όχι τόσο ως προς την τονικότητα, όσο ως προς τη γλυκύτητά της. Όλος ο πόνος της χειμαρριώτικης ψυχής έχει ενσωματωθεί σε αυτή την ισοφωνία. Γι' αυτό, μέσα από την ισοφωνία, η ψυχή του τραγουδιστή συνομιλεί με την ψυχή του ακροατή. Αν προσθέσουμε σε αυτό το γεγονός ότι το χειμαρριώτικο τραγούδι είναι γεμάτο από δάκρυα ψυχής, τότε κατανοούμε γιατί οι ακροατές συγκινούνται τόσο βαθιά και θέλουν να παρασυρθούν μέσα στη δίνη της ισοφωνίας του χειμαρριώτικου συγκροτήματος. Θέλουν να πάρουν μαζί τους, έστω και ένα μικρό κομμάτι αυτής της μελωδίας. 16. Η ισοφωνία ως μουσικό ρεφρέν Η ισοφωνία του χειμαρριώτικου τραγουδιού επιτελεί επίσης τον ρόλο του ρεφρέν. Γενικά, τα κείμενα των χειμαρριώτικων τραγουδιών δεν διαθέτουν ρεφρέν με την παραδοσιακή έννοια του όρου. Μάλιστα, πολλές φορές δεν έχουν ούτε ομοιοκαταληξία, σε αντίθεση με το λάμπικο τραγούδι, το οποίο στηρίζεται στους ομοιοκατάληκτους στίχους και στο ρεφρέν. Στο χειμαρριώτικο τραγούδι, αυτές τις λειτουργίες τις επιτελεί με τον καλύτερο τρόπο η ίδια η ισοφωνία. Υπό αυτό το πρίσμα, μπορούμε να προσθέσουμε ότι το χειμαρριώτικο τραγούδι εκφράζεται και διακρίνεται μέσα από τη μελωδία και την ισοφωνία, ενώ το λάμπικο τραγούδι στηρίζεται κυρίως στον στίχο.
17. Ο ρόλος του ρίπτη Το δεύτερο στοιχείο στο οποίο πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στο χειμαρριώτικο τραγούδι είναι ο ρόλος του ρίπτη. Στην πραγματικότητα, ο ρόλος του ρίπτη υπήρχε στη λαϊκή μας μουσική και πριν από τον Νέτσο Μούκο. Ωστόσο, εκείνος του έδωσε μια πιο καθοριστική και χαρακτηριστική θέση. Μεταφορικά, ο ρόλος του ρίπτη μοιάζει με το κεντρικό κατάρτι ενός πλοίου, πάνω στο οποίο στηρίζονται όλα τα πανιά και στην κορυφή του κυματίζει η σημαία. Το κεντρικό κατάρτι όχι μόνο διατηρεί την ισορροπία του πλοίου κατά τον πλου, αλλά, ως βασικό σημείο στήριξης των πανιών, αντέχει και στη δύναμη του ανέμου που ασκείται πάνω τους, επηρεάζοντας την αύξηση ή τη μείωση της ταχύτητας του πλοίου μέσα στη φουρτουνιασμένη θάλασσα. Όταν υψώνεται η φωνή του ρίπτη στο χειμαρριώτικο τραγούδι, ακόμη και ο Θεός σταματά στον ουρανό και, μέσα από τα σύννεφα, στρέφει το βλέμμα του προς τη Χειμάρρα για να δει ποιος είναι εκείνος που βροντά σαν τον ίδιο.
Μήπως ήρθε στη γη, στη Χειμάρρα, κάποιος νέος θεός....



Ελληνική προσαρμογή: Migel Flor