Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2026

Bahtiyar Hidayet (Azerbaijan) "UNKNOWN MONT DATE"


 UNKNOWN MONT DATE

I remember well,
I wrote my first poem with a knife:
In the pistachio tree,
My name together with that girl's name:
Bahtiyar + so-and-so = love.
It wasn't hard to print then:
Knife, forest,
And "forest ranger - editor".

Then I wrote my poem with charcoal.
I drew hearts on the walls,
And crossed arrows went through that heart.
Then they replaced the knife with a pen.
At that time, the forest ranger wouldn't say anything,
But the editors found a hundred excuses.
Those editors
Who couldn't be a poet
Became an editor out of necessity.

...The shepherd said: "Your sheep gave birth!"
How much I was in a hurry
To see the newborn lamb,
Now I'm not in a hurry
To buy a newspaper from the kiosk
Which my poem was printed in.
I know that the editor changed something.

I grew up.
The villains wrote “poems” with a knife on my back.
They really shot my heart with an arrow.
That forest guard is no more,
Nor that shepherd,
Nor that time, nor that lover, nor that love, nor that purity.
Nor that forest...
They cut down that forest and made newspapers.
Lies are written in those newspapers,
And the poems of those who cannot be poets are published.
In those newspapers, only the date of the month is correct.
They cut down that forest and extracted coal.
They eat my dreams like kebabs.

Now the situation is like this:
Bahtiyar + sadness = worse sadness.
In short,
Like an orphan lamb, I am an angel.
This is still a good situation -
A knife has not been drawn to my throat.
My first love remained
Like a wound
On the trunk of that tree.
The oppressors destroyed it too.
The walls that I had built around that heart collapsed;
Those walls fell on memories.

...They eat my dreams like kebabs.
Their smoke has blinded me.
I can't find a wall to hold on to and walk on,
But for me
The world has become four walls.
And I forgot the time -
Thank God there are those newspapers.
I look at the date of the month -
The date of an unknown month,
The date of an unknown month.









ΗΛΙΑΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ «Όι, Όι Μάνα μου…»

 

 Γράφει ο Ηλίας Γιαννακόπουλος, Blog "ΙΔΕΟπολις"

     Αφιέρωμα στους Έλληνες στρατιώτες που, υπερβαίνοντας τον φόβο του θανάτου, μετέτρεψαν το προσωπικό τους δράμα σε ιστορία Χρέους προς την Πατρίδα και αγώνα για την Εθνική Ελευθερία. Γιατί η Ελλάδα δεν είναι "Τόπος", αλλά "Τρόπος"...

    *Ο ρόγχος του θανάτου και ο ανθρώπινος φόβος στο πολεμικό μέτωπο

        «Και κάποτε πιο σπάνια, ένα πνιχτό μουσούνισμα, ίδιο ροχαλητό, που 'λέγαν, όσοι ξέρανε, είναι ο ρόγχος του θανάτου». (Οδυσσέας Ελύτης, «Πορεία στο Μέτωπο», από το «Άξιον Εστί»).

           Κάθε εθνική επέτειος ανακαλεί στη συλλογική μας μνήμη στιγμές ηρωισμού, αυτοθυσίας και υπεράσπισης της ελευθερίας.

          Οι επετειακοί λόγοι, ωστόσο, συχνά φωτίζουν τόσο πολύ το μεγαλείο του ήρωα, ώστε αφήνουν στη σκιά τον άνθρωπο. Κι όμως, πίσω από κάθε στρατιωτικό παράσημο, κάθε ηρωική πράξη και κάθε εθνικό θρίαμβο υπάρχει ένας άνθρωπος που φοβάται, πονά και αγωνιά για τη ζωή του.

           Το «Οι, όι Μάνα μου» του Ελύτη μάς καλεί να ακούσουμε αυτήν τη σιωπηλή ανθρώπινη αλήθεια.

       «Και κάποτε πιο σπάνια, ένα πνιχτό μουσούνισμα, ίδιο ροχαλητό, που 'λέγαν, όσοι ξέρανε, είναι ο ρόγχος του θανάτου». (Οδυσσέας Ελύτης, «Πορεία στο Μέτωπο», από το «Άξιον Εστί»).

            Μέρες του “ΟΧΙ”, μέρες εθνικής υπερηφάνειας και ανάτασης. Οι ομιλητές, με στεντόρεια φωνή και εθνικό οίστρο και ενθουσιασμό, περιγράφουν τον ηρωισμό των Ελλήνων στρατιωτών στα αλβανικά βουνά, απέναντι στην ιταμή επίθεση των Ιταλών.

          Με ηχηρά επίθετα και ρήματα προβάλλουν την ανδρεία των στρατιωτών, οι οποίοι, αψηφώντας το κρύο και την πείνα, αντιμετώπισαν με σθένος έναν υπέρτερο σε αριθμό και εξοπλισμό στρατό. Ο ηρωισμός τους αναδεικνύεται ως κορυφαία έκφραση της αγάπης προς την Πατρίδα και της υπεράσπισης της ελευθερίας.

            Ωστόσο, μέσα σε αυτόν τον λεκτικό οίστρο των ομιλητών και στον εθνικό μας αυτοθαυμασμό, συχνά αποσιωπάται το ανθρώπινο στοιχείο των Ελλήνων στρατιωτών στο μέτωπο των μαχών και του πολέμου γενικότερα. Οι Έλληνες στρατιώτες, δηλαδή, περιγράφονται ως υπερβατικές μορφές, που αψηφούν τις κακουχίες των χιονισμένων βουνών, αδιαφορούν για τις κλαγγές των όπλων και, το κυριότερο, εμφανίζονται σαν να έχουν απελευθερωθεί από τον φόβο του θανάτου.


              Στην εξιδανίκευση των Ελλήνων μαχητών συνδράμουν και οι στίχοι των ποιητών μας, που εστιάζουν στην υψηλή συνείδηση του χρέους και στον δίκαιο αγώνα τους. Έτσι, ο υπαρξιακός φόβος απέναντι στην προοπτική του θανάτου στο πεδίο των μαχών φαίνεται να υποχωρεί μπροστά στην ηθική ανωτερότητα του αγώνα και στην πίστη σε υψηλά ιδανικά.

         Ωστόσο, πέρα από τον λυρικό μετασχηματισμό των Ελλήνων στρατιωτών από τους στίχους των ποιητών και την απογύμνωσή τους από κάθε γήινο στοιχείο, υπάρχει και η φρίκη του πολέμου και, φυσικά, ο ανθρώπινος, πρωτόγονος φόβος απέναντι στην προοπτική του θανάτου. Ένας φόβος που πολλές φορές στο μέτωπο των μαχών εμφανίζεται όχι ως μία πιθανότητα, αλλά ως μία οδυνηρή βεβαιότητα.

          «Τούτες τις ξεχωριστές ώρες, που η ζωή μου είναι τόσο κοντά στο θάνατο και τα χέρια μου είναι τόσο μακριά απ' τα δικά σου...»(Στρατής Μυριβήλης, «Η Ζωή εν Τάφω»).

         Μπροστά σε αυτό το ενδεχόμενο, που τείνει να γίνει βεβαιότητα, το σώμα αναπτύσσει τις δικές του υλικές, γήινες αντιδράσεις, αφού είναι συνυφασμένο με τη ζωή και το ένστικτο της αυτοσυντήρησης και της επιβίωσης. Πόσα αποθέματα ηρωισμού μπορεί να έχει μια ψυχή για να αντέξει την ταπείνωση της λιποταξίας και πόση δύναμη χρειάζεται ένας στρατιώτης στο μέτωπο για να προσπεράσει τον παραλυτικό τρόμο του θανάτου;

          Και, τελικά, πόσο εύκολο είναι να απαιτούμε από έναν άνθρωπο να υπερβεί τα όριά του, όταν εμείς οι ίδιοι δεν έχουμε βιώσει την αβάσταχτη εγγύτητα του θανάτου;

           Ο Μυριβήλης είναι από τους συγγραφείς που, στο έργο του «Η Ζωή εν Τάφω», περιέγραψαν με αντιηρωικά χρώματα το σωματικό και ψυχικό άλγος του στρατιώτη. Δεν αποσιωπά την αγωνία του ούτε εξωραΐζει τη φρίκη του πολέμου. Αντίθετα, αναδεικνύει τον άνθρωπο που κρύβεται πίσω από τη στρατιωτική στολή και τον ήρωα που δοκιμάζεται από τις πιο ακραίες συνθήκες της ανθρώπινης ύπαρξης.

         «Γιατί είναι απαραίτητο να σκοτώσουν και να μας σκοτώσουν; Ποιόνε να το ρωτήσω. Συλλογιέμαι: πού να βρίσκεται η μήτρα του κακού;» (Στρατής Μυριβήλης, «Η Ζωή εν Τάφω»).

         Θα μπορούσε να πει κανείς πως στον πόλεμο ο στρατιώτης εξοικειώνεται με τον θάνατο, αφού όλα γύρω του τον εμπεριέχουν και τον υπενθυμίζουν. Βομβαρδισμένο τοπίο, ήχοι όπλων και οβίδων, τραυματίες και ημιθανείς στρατιώτες, νεκρά σώματα και, το κυριότερο, η υποχρέωση να σκοτώσει τον εχθρό πριν εκείνος τον σκοτώσει.

          Πρόκειται, όμως, για πραγματική εξοικείωση με τον θάνατο ή για μία αναγκαστική προσαρμογή σε μια καθημερινότητα που απειλεί διαρκώς την ύπαρξή του;

            Στο μυαλό του στρατιώτη δεσπόζει, από τη μία πλευρά, η έγνοια για το πώς θα αποφύγει τον θάνατο και, από την άλλη, η αγωνία για το πώς θα σκοτώσει τον αντίπαλο πριν γίνει ο ίδιος ο ιδανικός στόχος γι' αυτόν. Η επιβίωση μετατρέπεται σε καθημερινή αγωνία και η ζωή περιορίζεται συχνά στην αναμονή της επόμενης στιγμής, της επόμενης έκρηξης, του επόμενου κινδύνου.

            Τον πρωτόγονο ανθρώπινο φόβο προς τον θάνατο μπορεί να τον απωθήσει για λίγο το Χρέος προς την Πατρίδα ή και η πίστη προς κάποια ιδανικά και ιδέες, αλλά ποτέ και τίποτα δεν μπορεί να τον εξαλείψει, είτε ως πραγματικότητα είτε ως αναπάντεχη προοπτική. Η συνείδηση του καθήκοντος μπορεί να ενισχύσει την ψυχική αντοχή του στρατιώτη, δεν μπορεί, όμως, να καταργήσει την ανθρώπινη φύση του.

    "Και γνώρισα από πολύ κοντά την αψηφισιά του θανάτου, την ακατάβλητη θέληση της ζωής που έγινε τελικά και δική μου" (Οδ. Ελύτης)

             Η σύγκρουση ανάμεσα στο ένστικτο της επιβίωσης και στο χρέος προς κάτι υψηλό, που στη λογική του εμπεριέχει και τον θάνατο, είναι αδυσώπητη. Κι αυτό γιατί στο μέτωπο ο θάνατος δεν συνιστά μόνον μία απλή πιθανότητα ή μία μεταφυσική έννοια, ευεπίφορη για φιλοσοφικό στοχασμό, αλλά μία κατάσταση που τείνει να γίνει πραγματικότητα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το υποκείμενο, δηλαδή τον στρατιώτη.


           Το επικούρειο «ανύποπτον ο θάνατος» φαίνεται να μην πείθει και να μην απαλύνει τον φόβο και την υπαρξιακή αγωνία του στρατιώτη στο μέτωπο. Η φιλοσοφική σκέψη μπορεί να προσφέρει παρηγοριά στον άνθρωπο που στοχάζεται τον θάνατο από απόσταση. Πόσο, όμως, μπορεί να ανακουφίσει εκείνον που ακούει τις οβίδες να σκάνε δίπλα του και αισθάνεται πως η επόμενη μπορεί να είναι η τελευταία του στιγμή;

        "Μητέρα εδώ, στο θάνατο κοντά,/πρωτόμαθα το πόσο η ζωή αξίζει" (Γ. Ρίτσος, "Γράμματα από το μέτωπο").

            Οι τραυματισμένοι και ημιθανείς συστρατιώτες δίπλα στον μαχόμενο στρατιώτη τού θυμίζουν τυραννικά τον στίχο του Σολωμού: «Γλυκιά η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα». Η αντίθεση ανάμεσα στη γλυκύτητα της ζωής και στη σκοτεινότητα του θανάτου αποκτά στο πολεμικό μέτωπο μια τραγική αμεσότητα. Δεν αποτελεί πλέον μια ποιητική σύλληψη, αλλά μια βιωμένη πραγματικότητα.

         Οι σκηνές ηρωισμού ή αυτοθυσίας που διαβάζουμε ή ακούμε στις επετείους δεν αναιρούν τον φόβο προς τον θάνατο, αφού πρόκειται για οριακές στιγμές υπέρβασης της γήινης φύσης των ανθρώπων. Η γενναιότητα δεν σημαίνει απουσία φόβου, αλλά ικανότητα αντίστασης απέναντί του. Και ακριβώς γι' αυτό η ηρωική πράξη αποκτά μεγαλύτερη αξία, όταν αναλογιστούμε το ανθρώπινο τίμημα που ενδεχομένως προϋποθέτει.

          Σχετική είναι και η περιγραφή ενός αμερικανού δημοσιογράφου που βρέθηκε στα αλβανικά βουνά τις πρώτες ημέρες του πολέμου:

         «Ποτέ δεν είδα στρατιώτες να γλεντούν τον πόλεμο και τις κακουχίες όσο οι Έλληνες. Ο ελληνικός στρατός έχει το υψηλότερο ηθικό παρά τη λάσπη, τη βροχή και τα χιόνια. Είναι άντρες με σιδερένιους μυς και θερμή καρδιά».

            Αν οι παραπάνω διαπιστώσεις εμπεριέχουν μία αλήθεια, τότε ας αναλογιστούμε το μέγεθος της θυσίας του Έλληνα στρατιώτη στα αφιλόξενα και χιονισμένα βουνά της Αλβανίας στον πόλεμο του 1940. Το υψηλό ηθικό και η αντοχή στις κακουχίες δεν σημαίνουν ότι ο στρατιώτης έπαψε να φοβάται. Αντίθετα, καθιστούν ακόμη πιο αξιοθαύμαστη την προσπάθειά του να συνεχίσει τον αγώνα, ενώ η ζωή του βρισκόταν διαρκώς σε κίνδυνο.

         Οι αναφορές στον αρχέγονο ανθρώπινο φόβο των στρατιωτών απέναντι στην πιθανότητα, έως και βεβαιότητα, του θανάτου στο πολεμικό μέτωπο δεν στοχεύουν στη μείωση της εθνικής τους θυσίας ούτε στην αποηρωοποίησή τους, αλλά τουναντίον. Στοχεύουν στην περιγραφή και ανάδειξη μιας ανθρώπινης εμπειρίας σε οριακές στιγμές της ύπαρξης, όπου η Ζωή συγκρούεται με τον Θάνατο, το ανθρώπινο με το χρέος και το ατομικό με το συλλογικό.

         Κάθε φορά που διαβάζω ή ακούω την «Πορεία στο Μέτωπο» από το «Άξιον Εστί» του Ελύτη, εστιάζω στο «Οι, όι Μάνα μου». Είναι η επιτομή του ανθρώπινου πόνου και μια έμμεση, άρρητη ομολογία πως στο πολεμικό μέτωπο ο στρατιώτης μάχεται όχι μόνον απέναντι στις δυνάμεις του αντίπαλου στρατού, όχι μόνον απέναντι στη σωματική κόπωση και στις συνθήκες του πολεμικού μετώπου-πείνα, κρύο, λάσπη, εξάντληση, αλλά και απέναντι στον εγγενή ανθρώπινο φόβο προς τον θάνατο, που συνιστά την κανονικότητα σε έναν πόλεμο.

             Το «Οι, όι Μάνα μου» συμπυκνώνει όσα συχνά δεν μπορούν να εκφράσουν οι επετειακοί λόγοι. Είναι η κραυγή του ανθρώπου που, μπροστά στο τέλος, αναζητά ασυνείδητα την πιο βαθιά και πρωταρχική εστία ασφάλειας: τη Μάνα. Η επίκλησή της δεν ακυρώνει τον μαχητή ούτε μειώνει το ηθικό του ανάστημα. Αντίθετα, μας αποκαλύπτει ότι ακόμη και ο πιο γενναίος στρατιώτης παραμένει ένας άνθρωπος που επιθυμεί να ζήσει.

               Ο άνθρωπος-στρατιώτης απέναντι στον θάνατο αισθάνεται μια απέραντη μοναξιά, κι ας βρίσκονται δίπλα του δεκάδες άλλοι στρατιώτες: άλλοι φοβισμένοι, άλλοι τραυματισμένοι, άλλοι λιπόθυμοι, ημιθανείς ή νεκροί. Η μοναξιά αυτή δεν είναι απλώς η απουσία συντροφιάς, αλλά η αδυναμία να μοιραστεί κανείς ολοκληρωτικά την προσωπική του αγωνία μπροστά στο ενδεχόμενο του τέλους.

            Σε τέτοιες συνθήκες, πόσες αντιστάσεις μπορεί και πρέπει να έχει ένας άνθρωπος-στρατιώτης για να επιτελέσει το Χρέος προς την Πατρίδα και την Ελευθερία; Γιατί ο Πόλεμος δεν τσακίζει μόνον το σώμα, αλλά τρομάζει και την ψυχή. Η αντοχή δεν είναι ανεξάντλητη και η ανθρώπινη ψυχή δεν διαθέτει πάντοτε τις ίδιες δυνάμεις αντίστασης. Η αναγνώριση αυτής της αλήθειας δεν αποτελεί μομφή για τον στρατιώτη, αλλά ουσιαστική κατανόηση της τραγικής του δοκιμασίας.

          Σχετικά γράφει ο Στρατής Μυριβήλης στο έργο του «Η Ζωή εν Τάφω»:

         «Ο Πόλεμος, προτού να τσακίσει το κορμί αποσυνθέτει πρώτα λίγο-λίγο κι αλύπητα την ψυχή μες στην απομόνωση της υπόγειας ζωής. Η αδιάκοπη τρομάρα που κατοικεί μαζί σου μέσα στο αμπρί...»

              Ο πόλεμος, λοιπόν, δεν είναι μόνον μια αναμέτρηση στρατών, όπλων και πολεμικών σχεδίων. Είναι και μια αδυσώπητη δοκιμασία της ανθρώπινης ψυχής, μια καθημερινή σύγκρουση με τον φόβο, την απώλεια και την αβεβαιότητα. Πίσω από τις στρατιωτικές νίκες και τις ιστορικές επετείους υπάρχουν άνθρωποι που έζησαν την αγωνία, πλήρωσαν το τίμημα και, σε πολλές περιπτώσεις, δεν επέστρεψαν ποτέ.

            Δεν είναι, λοιπόν, καθόλου λιγότερο γενναίοι και ήρωες όσοι στρατιώτες στο μέτωπο, απέναντι στην προοπτική του επερχόμενου θανάτου, εξακολουθούν να αισθάνονται άνθρωποι και όχι σπάνια λυγίζουν από τον φόβο. Το αντίθετο. Η ανθρώπινη ευαλωτότητά τους δεν μειώνει το μεγαλείο της θυσίας τους, αλλά το καθιστά βαθύτερο και ουσιαστικότερο.

           Ίσως, τελικά, το πραγματικό νόημα του ηρωισμού να βρίσκεται ακριβώς εδώ: όχι στην απουσία του φόβου, αλλά στη δύναμη να σταθεί κανείς απέναντί του. Και το «Οι, όι Μάνα μου» ας μας θυμίζει πάντα τον άνθρωπο πίσω από τον ήρωα.


https://iliasgiannakopoulos.blogspot.com/






           

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2026

Armela Hysi "Ndoshta " και η απόδοσή του στα ελληνικά από την Migel Flor



 NDOSHTA

ndoshta për vogëlushet që ishim dikur

ndoshta për rritjen që përgjon (ndoshta për ty e për një Teuta S.) nata është një zebër largpamëse. ti shtrin një tabak të ajkët letre pa ditur se është sëmbimi sferëmerkurtë në shtrojat e mallit tim. bën një balonë xhufka-shpupurisur ujdhesë për ditët kur ndiznim frikën pishtar në barkun e shpellës me kthesa që ndante botët. harku i territ qe ylberi ynë i kapërcyer në një metaforë përtypëse – rigon sot në sferën time që ndryshket pa le të thoshte mësuesja e kimisë se merkuri vetëm oksidohet unë e shoh që kullon kuqësirë dhe pritje. kur qaj shumë kur qaj shumë zvogëlohet pres të ketë humbur si atëherë kur ishim fëmijë por rishfaqet në qindra gogëlza që gjejnë njëra-tjetrën dhe derdhen përqafjes. ti duhet të jesh ende fëmijë. duhet padyshim të kesh mbetur ende e vogël si në selfie-in tënd që më përçon kujtesa ime proteinike ruajtur një llambushkëze në nyjën e dytë djathtas të harresës. kam frikë të të gjej të të pyes të të thërras në ndonjë ekran me emrin libër dhe fytyra se mos ndoshta – s'ma ha shumë mendja – po ndoshta dhe je rritur e je bërë një moshë me mua shndërruar në një tretësirë të panjohur. tek mbledh buzët e bëhesh serioze hënëza mbi mjekër luan kartën djallëzore të mallit ka shije të veçantë heshtjeje kohe të mbrëmshme ringrohur në furrë mikrovalësh. nënqesh me renë që e ka zënë krizë paniku para semaforit me shigjetën sy-blertë të largimit dhe ka ndaluar qarkullimin paradites së mardhur sikur asgjë s'ka të bëj me ty as qielli mbushur me balona sikur diçka ke harruar por s'di çfarë. Armela Hysi
ΙΣΩΣ

Ίσως για τα κοριτσάκια που ήμασταν κάποτε ίσως για την ενηλικίωση που παραμονεύει (ίσως για σένα και για μια Teuta S.)

η νύχτα είναι μια ζέβρα με μακρινή όραση. Απλώνεις ένα φύλλο χαρτί κρεμ, χωρίς να ξέρεις πως είναι ο σφαιρικός, υδραργυρικός σπασμός στα στρώματα της νοσταλγίας μου. Φτιάχνεις έναν χαρταετό με φουντωτές φούντες, ένα νησί για τις μέρες που ανάβαμε τον φόβο σαν πυρσό στην κοιλιά της σπηλιάς με τις στροφές που χώριζε τους κόσμους. Το τόξο του σκότους ήταν το ουράνιο τόξο που είχαμε διαβεί, μια μεταφορά που μασιόταν αργά — σήμερα ρίγανη στη σφαίρα μου που σκουριάζει. Ας έλεγε η καθηγήτρια της χημείας πως ο υδράργυρος μόνο οξειδώνεται· εγώ βλέπω να στάζει κοκκινίλα και αναμονή. Όταν κλαίω πολύ, όταν κλαίω πολύ, μικραίνει. Περιμένω να έχει χαθεί, όπως τότε που ήμασταν παιδιά, μα ξαναεμφανίζεται σε εκατοντάδες μικρές γυάλινες μπίλιες που βρίσκουν η μία την άλλη και χύνονται σε μια αγκαλιά. Εσύ πρέπει να είσαι ακόμη παιδί. Πρέπει, δίχως άλλο, να έχεις μείνει ακόμη μικρή, όπως στη σέλφι σου που μου μεταφέρει η πρωτεϊνική μου μνήμη, φυλαγμένη σ’ ένα μικρό λυχνάρι, στη δεύτερη άρθρωση, δεξιά, της λήθης. Φοβάμαι να σε βρω, να σε ρωτήσω, να σε φωνάξω σε κάποια οθόνη με το όνομα «βιβλίο» και «πρόσωπο»· μήπως — δεν το πολυπιστεύω — ναι, μήπως όμως έχεις κι εσύ μεγαλώσει κι έχεις φτάσει στην ηλικία μου, μεταμορφωμένη σε ένα άγνωστο διάλυμα. Καθώς σουφρώνεις τα χείλη και σοβαρεύεις, το μισοφέγγαρο στο πηγούνι σου παίζει το διαβολικό χαρτί της νοσταλγίας. Έχει μια παράξενη γεύση σιωπής, χρόνου περασμένου, ξαναζεσταμένου στον φούρνο μικροκυμάτων. Χαμογελώ ειρωνικά στο σύννεφο που το έχει πιάσει κρίση πανικού μπροστά στο φανάρι, με το βελονομάτινο, πράσινο βέλος της αναχώρησης, κι έχει σταματήσει την κυκλοφορία σ’ εκείνο το παγωμένο πρωινό, λες και δεν έχει τίποτα να κάνει μ’ εσένα. Ούτε κι ο ουρανός, γεμάτος χαρταετούς. Σαν να έχεις ξεχάσει κάτι, μα δεν ξέρεις τι. Armela Hysi
Μετάφραση στα ελληνικά: Migel Flor













Alfons Zeneli "SONATË" και η απόδοσή του στα ελληνικά από την Migel Flor



SONATË

Shkëlqente një teh nëpër natë. 
U pamë të dy, 
unë dhe pylli. 
Po s`të pamë ty. 
Secili nga një kamë në dorë, 
nga një plagë secili. 
Duart e pyllit 
dhe degët e mia 
fashuar 
me ulërimë të kalter.
Veç filli i dihej kësaj lufte 
të gjatë. 

Ky teh i dhimbjes shkëlqen. 
Shkëlqente një teh nëpër natë.

Alfons Zeneli

******
ΣΟΝΑΤA 

Έλαμπε ένα μαχαίρι μες στη νύχτα, κοιταχτήκαμε οι δυο,
εγώ κι το δάσος, μα εσένα δεν σε είδαμε. 

Μια κάμα ο καθένας στο χέρι,
 μια πληγή ο καθένας. 
Τα χέρια του δάσους κι οι κλώνοι μου, 
δεμένοι με επιδέσμους, 
με γαλάζια ουρλιαχτά. 

Μονάχα η κλωστή φαινόταν 
σ’ αυτόν τον πόλεμο τον μακρινό. 

Αυτή η λεπίδα του πόνου λάμπει.
Έλαμπε ένα μαχαίρι μες στη νύχτα.

Αλφονς Ζενελι

Μετάφραση στα ελληνικά: Migel Flor









ΙΩΑΝΝΑ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΟΥ "ΔΥΟ ΜΑΧΑΙΡΙΑ"

 


ΔΥΟ ΜΑΧΑΙΡΙΑ
Μια φρεγάτα πλουμισμένη
ταξιδεύει στ' ανοιχτά
φτάνει στ' άδυτα του κόσμου,
στα φεγγάρια ξεχυχτά.
Κι απιθώνει δυο μαχαίρια
μες στον δίσκο τ' ουρανού
και τα πιάνουν παλληκάρια
για να κόψουν τη νυχτιά.
Πάνω κάτω περπατούνε
άρχοντες των αστεριών
και γενναίοι καρτερούνε
τους ληστές των θαλασσών.
Στα λημέρια των κυμάτων
στήνουν άγριο χορό
και τα μπήγουν τα μαχαίρια
στην καρδιά των ωκεανών.
Κι αντρειώνονται τα νέφη
και ορμούν σαν τα θεριά
να λυγίσουν τους λεβέντες
με την τρομερή ματιά.
Φέρνουνε και τους ανέμους
με βοή τρομαχτική
για να πέσουν στους γενναίους
μες στην κόψη του ντουνιά.
Αλλά εκείνοι πολεμούνε
με του λιόντα την καρδιά
και το βλέμμα τους ατσάλι
μες στη φοβερή νυχτιά.
Μαρμαρώνει η μορφή τους
στα αθάνατα βουνά
κι η καρδιά τους αντικρίζει
της αστραπής την τρομερή θωριά.
Δυο μαχαίρια, δυο αστέρια,
δυο αγέρωχα κορμιά
σε απάτητα λημέρια
στέφουνε τη λεβεντιά.
Ιωάννα Αθανασιάδου










Μπριτζιλντα Ντεντε " ΟΤΑΝ ΟΙ ΟΥΡΑΝΟΙ ΚΑΤΕΡΧΟΝΤΑΙ "



ΟΤΑΝ ΟΙ ΟΥΡΑΝΟΙ ΚΑΤΕΡΧΟΝΤΑΙ 

Σήμερα επιθυμώ να ακούσω τη φωνή της καρδιάς μου, 
Καθώς τα φώτα σβήνουν κι το μάτι του ουρανού λάμπει ανάμεσα στα αστέρια. 

Καθώς οι ωκεανοί απλώνονται για να με πάρουν στην αγκαλιά τους, 
Και να με οδηγήσουν σε ένα μονοπάτι μέσα από το ασήμι του φεγγαριού. 

Σήμερα επιθυμώ να ακούσω τη φωνή της καρδιάς μου, 
Να οδηγηθώ σε ένα σύμπαν που τρεμοφέγγει. 

Σε έναν τόπο όπου οι πασχαλιές αρωματίζουν τον βραδινό αέρα, 
Κι όπου, μέσα στα ίδια μου τα μάτια, μπορώ να διαβάσω το πρόσωπό σου. 

Μπριτζιλντα Ντεντε






Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2026

ΗΛΙΑΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ "Τα δικά μας “Χειμαδιά”…"

 

 Γράφει ο Ηλίας Γιαννακόπουλος, Blog "ΙΔΕΟπολις"

     *”Να πέσω να κοιμηθώ του Άι Γιωργιού και να ξυπνήσω του Άι Δημητριού”.

        #. Οι γιορτές του Άι Δημητριού και του Άι Γιωργιού οριοθετούσαν παλιότερα την αλλαγή των βοσκοτόπων (χειμαδιά).


  "Εμαραθήκαν τα κλαριά,/ τα κορφοβούνια ασπρίζουν,/κ΄οι βλάχοι παν στα χειμαδιά,/ πάνε να ξεχειμάσουν"     

             Πρέπει σιγά-σιγά, τώρα που μπαίνει ο χειμώνας, να πάμε να βρούμε για λίγο τα δικά μας χειμαδιά. Η ζωή θέλει κάποια προφύλαξη, κάποιες μικρές απομακρύνσεις από τον θόρυβο και την ένταση της καθημερινότητας. Όπως τα κοπάδια κατεβαίνουν τον χειμώνα σε πιο ήπιους τόπους, έτσι κι εμείς έχουμε ανάγκη από τους δικούς μας ήρεμους τόπους. Όχι για να εγκαταλείψουμε τη ζωή, αλλά για να προστατευτούμε από την υπερβολή της. Να σωπάσουμε λίγο, να ανασάνουμε, να ξαναβρούμε τον εαυτό μας. Γιατί υπάρχουν στιγμές που η απομάκρυνση δεν είναι φυγή, αλλά είναι ένας τρόπος να παραμείνουμε όρθιοι.

                                                     Τα πραγματικά χειμαδιά

           Τα χειμαδιά αποτελούσαν από παλιά έναν αναγκαίο σταθμό στη ζωή των κτηνοτρόφων. Με τον ερχομό του χειμώνα, τα κοπάδια εγκατέλειπαν τα ορεινά βοσκοτόπια και κατέβαιναν σε χαμηλότερους, πιο προστατευμένους και θερμότερους τόπους. Εκεί υπήρχαν καλύτερες συνθήκες διαβίωσης, τροφή και σχετική ασφάλεια απέναντι στο κρύο και στις δυσκολίες του χειμώνα. Η μετακίνηση αυτή δεν ήταν φυγή ούτε εγκατάλειψη του τόπου. Ήταν μια σοφή προσαρμογή στις απαιτήσεις της φύσης, ένας τρόπος επιβίωσης και διατήρησης των δυνάμεων μέχρι να περάσει ο δύσκολος καιρός και να επιστρέψει η άνοιξη.

 Τα προβλήματα που μας σπρώχνουν στα δικά μας χειμαδιά                                      

                                  O σύγχρονος δύσκολος χειμώνας

          Και ο σύγχρονος άνθρωπος έχει τους δικούς του «χειμώνες». Η οικονομική ανασφάλεια, η κοινωνική πίεση, η μοναξιά, ο ανταγωνισμός και η αβεβαιότητα δοκιμάζουν καθημερινά τις αντοχές του. Δίπλα σε αυτά προστίθενται το άγχος, η ψυχική κόπωση, η πνευματική σύγχυση, η κρίση αξιών και η ηθική αμφισημία.

             Κάποτε, μάλιστα, τα ερωτήματα γίνονται βαθύτερα: Ποιος είμαι; Τι αξίζει πραγματικά; Πού πηγαίνω; Γιατί αγωνίζομαι; Είναι τότε που ο άνθρωπος αισθάνεται την ανάγκη να απομακρυνθεί προσωρινά από όσα τον εξαντλούν και να αναζητήσει τον δικό του ασφαλέστερο τόπο.


                                  Η ανάγκη των δικών μας χειμαδιών

           Τα δικά μας χειμαδιά δεν είναι πολυτέλεια αλλά ανάγκη. Είναι οι μικρές ή μεγάλες «ζώνες προστασίας» που δημιουργούμε όταν οι εξωτερικές πιέσεις απειλούν να εξαντλήσουν τις εσωτερικές μας δυνάμεις. Εκεί μπορούμε να αποσυρθούμε χωρίς να παραιτηθούμε, να σιωπήσουμε χωρίς να αδιαφορήσουμε, να ανασάνουμε χωρίς να εγκαταλείψουμε τον αγώνα.

           Είναι διέξοδος από την υπερένταση, συντήρηση δυνάμεων, ανανέωση και ψυχική αποτοξίνωση. Είναι ένας χρόνος παύσης που μας επιτρέπει να δούμε καθαρότερα όσα ζούμε και να επαναπροσδιορίσουμε όσα επιδιώκουμε. Κυρίως, όμως, αποτελούν επένδυση στο αύριο.

           Γιατί, όπως το κοπάδι χρειάζεται το χειμαδιό για να αντέξει τον χειμώνα, έτσι και ο άνθρωπος χρειάζεται καταφύγια για να συνεχίσει τον δρόμο του.


                                            Τα προσωπικά μας χειμαδιά

           Τα δικά μας χειμαδιά δεν έχουν έναν συγκεκριμένο τόπο. Μπορεί να είναι ο αναστοχασμός και η αυτογνωσία, η σιωπή και η μελέτη, ένα βιβλίο που ανοίγει νέους δρόμους στη σκέψη ή ένα ταξίδι που μας φέρνει σε επαφή με άλλους ανθρώπους και διαφορετικούς κόσμους.

          Μπορεί, επίσης, να είναι η φιλοσοφική διάθεση, η επιστροφή στη φύση, μια δημιουργική ασχολία ή ακόμη και η αλλαγή στόχων όταν διαπιστώνουμε πως οι παλιοί δεν μας εκφράζουν πια. Κάποτε μπορεί να είναι και η απλή λαϊκή βιοθεωρία, η σοφία που κρύβεται σε μια παλιά κουβέντα, σε μια συνήθεια ή σε έναν ήσυχο τρόπο ζωής. Όλα εκείνα, δηλαδή, που μας βοηθούν να ξανασυναντήσουμε τον εαυτό μας.

                                                  Τα χειμαδιά της ζωής

       Τα πραγματικά χειμαδιά ήταν μια ανάγκη της φύσης. Τα δικά μας είναι μια ανάγκη της ζωής. Εκεί κατέβαιναν τα κοπάδια για να προστατευθούν από τον χειμώνα και εκεί καταφεύγουμε κι εμείς όταν οι δικοί μας «χειμώνες» γίνονται δύσκολοι.

        Δεν πρόκειται για φυγή, αλλά για προσωρινή απομάκρυνση, ώστε να διατηρήσουμε τις δυνάμεις μας και να επιστρέψουμε δυνατότεροι. Γιατί, τελικά, όπως έγραψε ο Καβάφης, «σαν βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη», σημασία έχει και η πορεία. Και κάθε πορεία χρειάζεται τα δικά της χειμαδιά.

                                    Τα χειμαδιά δεν είναι φυγή

              Τα «δικά μας χειμαδιά», επομένως, δεν είναι καταφύγια δειλών ούτε τόποι παραίτησης από τη ζωή. Δεν σημαίνουν λιποταξία από τη μάχη, φυγή από τις ευθύνες ή ριψασπιδία μπροστά στις δυσκολίες.

         Αντίθετα, αποτελούν μια γενναία εσωτερική απόφαση να σταματήσουμε προσωρινά, να αναμετρηθούμε με τον εαυτό μας και να ανασυντάξουμε τις δυνάμεις μας. Είναι μια συνειδητή απομάκρυνση από ό,τι μας εξαντλεί, για να ανανεωθούμε, να μεταμορφωθούμε εσωτερικά και να αναγεννηθούμε.

          Στα χειμαδιά δεν κρυβόμαστε από τον κόσμο, αλλά προετοιμαζόμαστε να επιστρέψουμε σε αυτόν διαφορετικοί. Ίσως, μάλιστα, εκεί να γεννηθεί η απόφαση να γνωρίσουμε «νέους τόπους», νέες ιδέες, νέες δυνατότητες και, κυρίως, έναν νέο εαυτό.

                                                           Η ένσταση

         Υπάρχει όμως και η ένσταση: Μήπως τα χειμαδιά γίνουν μόνιμη φυγή; Μήπως ο άνθρωπος συνηθίσει την ασφάλεια και αρνηθεί την επιστροφή; Ο Καβάφης στην «Πόλι» προειδοποιεί: «Η πόλις θα σε ακολουθεί». Δεν αρκεί λοιπόν να αλλάξουμε τόπο· πρέπει να αλλάξουμε και τον εαυτό μας.

         Ωστόσο, υπάρχει ένας κίνδυνος που δεν πρέπει να παραβλέψουμε. Τα «δικά μας χειμαδιά» μπορεί να αποτελέσουν χώρο ανανέωσης, αλλά μπορούν, αν δεν προσέξουμε, να μετατραπούν σε μόνιμο καταφύγιο και σε άλλοθι φυγής.

          Γιατί δεν αρκεί να αλλάξουμε τόπο, να απομακρυνθούμε από ανθρώπους και καταστάσεις ή να αναζητήσουμε την ησυχία. Αν μαζί μας μεταφέρουμε τα ίδια πάθη, τις ίδιες φοβίες, τις ίδιες αδυναμίες και τις ίδιες εσωτερικές συγκρούσεις, τότε το «χειμαδιό» μας δεν θα είναι παρά μια προσωρινή ψευδαίσθηση αλλαγής.

          Εδώ ο Καβάφης, στην «Πόλι», μας προσφέρει μια βαθύτερη προειδοποίηση: «Η πόλις θα σε ακολουθεί». Δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από τον εαυτό μας αλλάζοντας απλώς τόπο.

        Το αληθινό χειμαδιό, επομένως, δεν είναι μόνο ένας τόπος απομάκρυνσης, αλλά είναι κυρίως ένας τόπος εσωτερικής μεταμόρφωσης. Μόνο τότε η επιστροφή μας στον κόσμο μπορεί να σημαίνει πραγματικά μια νέα αρχή.

 

https://iliasgiannakopoulos.blogspot.com/