Δευτέρα, 15 Ιουλίου 2019

ΣΤΑΥΡΟΣ ΛΑΓΚΑΔΙΑΝΟΣ "ΠΑΡΑΛΟΓΟ ;" - Απόσπασμα

Φωτογραφία - Σταύρος Λαγκαδιανός

Περνάνε βιαστικά οι μέρες και η αναμονή είναι που πονάει ,σφίγγει και ματώνει την ψυχή. Και η υπομονή ,η ζυγαριά που αντιστέκεται στο πετροβόλημα το ασταμάτητο του χρόνου. Και πώς να τον δαμάσεις; Τόσο εφήμεροι ,τόσο τυχαίοι που ξεχνάμε- και καλά κάνουμε-τον θάνατο μας. Τούτη η παραφροσύνη, να ζεις σαν να μην πρόκειται να χαθείς ποτέ. Τούτη η μεγαλοσύνη και το όσιο ,να ζεις και τίποτα να μην σταματά αυτό το θρασύ ,πολεμόχαρο ,κατάλευκο άτι απ’ την κίνηση του προς τα μπρος. Τι τρέλα να διάγεις βίο των στερνών ,βίο νεκροβίοτων και να ξεχνάς. Η Ζωή είναι αυτό ,να σου δίνει αυτό το παράλογο ,αυτή την παλαβομάρα ,πως δεν υπάρχει τέρμα ,πως δεν θα χαθείς ,πως διαγράφτηκε για σένα ο θάνατος ,πως δεν αισθάνεσαι το πρόσωπο να χνωτιάζει από κατράμι θανάτου. Και σαν το γνωρίζεις τι βγαίνει; Αυτή η θεόμουρλη ζωή ,η έξω από κάθε κανόνα και ορισμό ,σε κάνει να αψηφάς, παράλογος και υπέροχος όσο ποτέ ,ευλαβής και βλάσφημος όσο ποτέ ,ότι θα μείνεις αιώνιος στα Τάρταρα και στα πορφυρά σύννεφα ξαπλωμένος. Χαρά σε τούτη την μεγάλη πράξη. Σπόρια που είμαστε θνησιγενή ,παιδιά που γελάμε στο ουράνιο τόξο ,έφηβοι που τρέχουμε στα λιβάδια ,γυναίκες και άντρες που σκορπίζουμε γαλαξίες στο στερέωμα …και μετά αμέτρητες σιωπές ,τάφοι ,ησυχίες ∙ κι όμως όσο να φτάσουμε εκεί ,ποτέ απ’ της χαράς μας τον αγώνα δεν δίνουμε κομμάτι στο θάνατο. 
Σταύρος Λαγκαδιανός 


























ΚΟΥΛΑ ΑΔΑΛΟΓΛΟΥ "Οι περαστικοί"

πίνακας: Paul Klee

Το άνοιξε όταν είδε ένα περίεργο ζωύφιο, μπας και το διώξει,
εκείνο το παράθυρο που κρατούσε χρόνια κλειστό.
Το ξέχασε. Οι συγκάτοικοι άκουσαν για πρώτη φορά
φωνές στριγκιές κλάματα παρακαλετά βρισιές γδούπους.
Όταν το ανακάλυψε ήξερε ότι όλοι έμαθαν πλέον.
Όμως τα πιο βαθιά δεν μαθαίνονται.
Ότι σκάει το στήθος της σε πεταλούδες διάφανες,
μερικές τις είχαν δει να περιφέρονται στον φωταγωγό.
Οι πιο δυνατές όμως κατεβαίνουν στο ισόγειο τις νύχτες,
ανοίγουν την εξώπορτα και βάζουν μέσα τούς περαστικούς,
όχι όλους, κάποιους που φέρνουν σ’ εκείνον που αναζητά
χρόνια και χρόνια τώρα.


«Γιατί το μέλλον μια μικρή κουκίδα», 2018






epikouros sofista "ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΣΤΗΝ ΑΝΩ ΠΟΛΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ"


Ταπεινέ προσκυνητή αυτού του σαγηνευτικού τόπου, εσύ που αναζητάς χαμένες μνήμες μιας ανθρωπινότερης ζωής, έλα μαζί μου να χαθούμε στον Δαίδαλο από τα στενοσόκακά της, μέσα από αυλές και ταπεινά σπιτάκια, να πάρουμε και να δώσουμε γελαστές καλημέρες, να ανταλλάξουμε βλέμματα συνενοχής για την ομορφιά που απολαμβάνουμε, παραδομένοι στον χαμένο παράδεισο των ξένοιαστων παιδικών μας χρόνων.
Σε αυτό το ταξίδι νοσταλγίας στα ξεφτισμένα από τον καιρό κρόσσια της μνήμης, πασχίζω να αναστήσω χώρους, πρόσωπα, οσμές και αγγίγματα, που κάποτε η καθημερινή ζωή με περισσή γενναιοδωρία έντυνε. Σαν σε φωτογραφίες παλιές με εκείνα τα περίτεχνα κυματιστά τους πλαίσια, αναζητώ στο γκρεμισμένο πια μπακάλικο του κυρ Αλέκου στην πλ. Τερψιθέα, εκείνο το συνονθύλευμα από τις μυρωδιές της παστής σαρδέλας, του ούζου, του τουρσιού και των μπαχαρικών, που διέγειρε τη μετακατοχική μας πείνα και μας ταξίδευε σε γαστρονομικές φαντασιώσεις. Και εκεί σε μια γωνία μέσα στα χαλάσματα θα ξαναβρώ σκονισμένο από την σκόνη του χρόνου το τεφτέρι για τα βερεσέδια, που πόσο πιο μπροστά, μα προπαντός πόσο πιο ανθρώπινο ήταν από την εποχή της άψυχης πλαστικής πιστωτικής κάρτας. Γιατί έκλεινε μέσα του την αγωνία της ανέχειας αλλά και την μεγαλοσύνη της αλληλεγγύης και της συμπόνιας. Όλα αρώματα ψυχής που ο καταναλωτικός κυνισμός της σύγχρονης εποχής με περισσή απερισκεψία σκόρπισε. Οι  αξίες των πραγμάτων τότε αποτιμούνταν μέσα από το αίσθημα της θυσίας και της ανάγκης και εκταμιεύονταν από το ταμείο της καρδιάς. Ξαναβρίσκω σε αυτό το τρυφερό ραντεβού μνήμης, τους πρόσφυγες βιοπαλαιστές το κυρ Αβραάμ και την κυρά Ραχήλ σε εκείνο το χαμηλό σπιτάκι, μπροστά από το καζάνι το γανωμένο πάνω στην φωτιά να ανακατεύουν το αχνιστό μαντολάτο, να στριφογυρίζουν μέσα στην ζεστή μάζα ένα καλαμάκι για να αιχμαλωτίσουν την γλυκιά νοστιμιά να την προσφέρουν σαν ανταμοιβή σε εμάς τα παιδιά, που πρόθυμα μαζέψαμε τα ξύλα για την φωτιά.
Ξαναθυμάμαι τον κυρ Θανάση πρόσφυγας και αυτός με εκείνη την μικρή αποθήκη στην οδό Δανάης, στην οποία εγκατέστησε το εργαστήριο του φτιάχνοντας χαρτοσακούλες, όπου παιδιά εμείς πηγαίναμε να βοηθήσουμε απλώνοντας την πηχτή αλευρόκολλα στο γκρίζο χοντρό χαρτί για να πάρουμε τις λίγες δεκάρες που ο καλοσυνάτος άνθρωπος μας έδινε. Θα ξαναδούμε τον μπάρμπα Σταύρο, τον πιο αγαπητό μας άνθρωπο τον παγωτατζή με το μικρό αυτοσχέδιο βαρελάκι του που μέσα του έκρυβε την πιο γλυκιά λιχουδιά των παιδιών, που ο χρόνος μέχρι σήμερα αλλά και για πάντα πιστεύω δεν θα μπορέσει να σβήσει. Εδώ στο περιούσιο κομμάτι της πόλης, νοιώθεις τις εποχές να υφαίνουν τον ιστό των αισθήσεών σου. Με μια άνοιξη που εισβάλει ορμητικά μέσα στο φως και τα αρώματα από αυλές ανθισμένες, φορτωμένες στο αγιόκλημα και της γλυσίνες , θα αφεθείς στην γοητεία του πιο ερωτικού επιταφίου και της πιο γλυκιάς Ανάστασης των αισθήσεων στην μικρή αυλή του όσιου Δαυίδ με τους ασβεστωμένους γκαζοτενεκέδες φορτωμένους από πολύχρωμα λουλούδια, σύμβολο της φαντασίας και της ανάγκης αισθητικής έκφρασης της λαϊκής νοικοκυροσύνης, τα στερημένα εκείνα χρόνια.
Σε αυτή την μικρή αυλή του Οσίου Δαβίδ που σμίγει με τις διπλανές αυλές , σε ένα σφιχταγκάλιασμα οικειότητας, μέσα από μία χωροταξική αντίληψη λαϊκής αρχιτεκτονικής που επιδιώκει την ανθρώπινη επικοινωνία, θα δεις όλη την ημέρα τις γυναίκες και τα παιδιά να ζουν και να απολαμβάνουν τον χώρο μεταβάλλοντας την θρησκευτική βλοσυρότητα του σε χαρά ζωής παιχνιδιού και γέλιου. Είναι παράξενο αλήθεια πως μέσα από μυστικές διαδρομές συλλογικής μνήμης, ο Διόνυσος να συναντά τον Χριστό έτσι όπως φαντάζει αμούστακος και φωτεινός στο θόλο του ιερού. Και μέσα από τον απόηχο των βυζαντινών ψαλμών θα ξαναρθούν στην μνήμη "η συννεφιασμένη Κυριακή" και οι ηδυπαθείς τούρκικοι αμανέδες ντυμένοι το προσφυγικό μεράκι τους από το μικρό ταβερνάκι του κυρ Λεωνίδα στην πλ. Τερψιθέα. 
Τα ζεστά καλοκαίρια πάλι όταν η πόλη βυθίζεται στον καυτερό μεσογειακό ήλιο, μια αύρα δροσερή θα μας ανταμώνει στην αυλόπορτα της κυρ Άννας, για ένα βαρύ γλυκό με δροσερό νερό από την στάμνα και απογευματινό κουτσομπολιό. Αλήθεια πόσο ενοχλητικό ήταν τότε για εμάς τους νέους το κουτσομπολιό, τότε που ο έρωτας ήταν υπό διωγμό και οι σχέσεις αμαρτία. Και όμως πίσω από αυτή την "ενοχλητική" συνήθεια των μεγάλων κρυβότανε ο φόβος τους για μια ανεπιθύμητη καρποφορία. Βλέπεις η φτώχεια της εποχής και η αγωνία για μια καλή αποκατάσταση, κρατούσε την διάσωση της παρθενίας σαν την μοναδική προίκα των κοριτσιών. Δυστυχώς αυτός ο φόβος στέρησε από την γενιά μου την ελεύθερη χαρά του έρωτα και είχε σαν συνέπεια την στρεβλή εξέλιξη του έρωτα, από φαινόμενο ανιδιοτελούς αγάπης σε πορνογραφία και ευκαιριακή συνεύρεση δίχως συναίσθημα και ψυχή. Μπορεί η γενιά μου να στερήθηκε το φαγητό η τον έρωτα χορτάσαμε όμως παιχνίδι. Οι αλάνες γινήκανε το αμόνι που πάνω του σφυρηλατηθήκανε οι χαρακτήρες μας, καλοί και κακοί. 
Και καθώς το βραδάκι θα βρίσκει τα βήματα μας στο Τσινάρι, στο ταβερνάκι κάτω από τον μεγάλο πλάτανο δίπλα στην Βυζαντινή κρήνη, ένα τσιπουράκι θα αφήσει την σκέψη να πετάξει με νοσταλγία στα περασμένα και στα σημερινά σεκλέτια,στο πανηγύρι του Προφήτη Ηλία και τις φωτιές του αϊ Γιάννη στην Πλατεία Τερψιθέα, που ακόμα και σήμερα τα παιδιά κρατούν κλειδωμένο το έθιμο στον κλείδωνα της μνήμης. 
Και όταν τα πρώτα σύννεφα του φθινοπώρου έρθουν, θα ανταμώσουμε παλιοί και νέοι φίλοι στην Δόμνα, το παλιό κουτούκι να μεταλάβουμε μέσα στο κατοστάρι το πορφυρό φως του πιο γλυκού ηλιοβασιλέματος. Θα ξανατραγουδήσουμε κρυφά Θεοδωράκη, όπως τότε στα ζοφερά χρόνια της δικτατορίας και θα ξαναδούμε τον Τάκη τον ταβερνιάρη να μας σερβίρει στο πιάτο μια σκουριασμένη πρόκα, σινιάλο πως κάποιος χαφιές κατέφθασε στο μαγαζί.
Συνοδοιπόρε φίλε που θέλησες μαζί να μοιραστούμε αυτό το μικρό οδοιπορικό μνήμης, μη σιαχτείς από το χιόνι που πέφτει και ασπρίζει τα μαλλιά μας και έλα μαζί να περπατήσουμε τούτες τις μακριές χειμωνιάτικες νύχτες στη γειτονιά μου. Έλα μαζί να μυρίσουμε την μυρωδιά από καμμένο ξύλο, να ξαναβρούμε μέσα από την μοσχοβολιά της βασιλόπιτας, εκείνες τις λεπτές σταγόνες του ιδρώτα που στόλιζαν σαν φωτοστέφανο το μέτωπο της μάνας μας όταν την ζύμωνε, να ξανακούσουμε "η Παρθένος σήμερον τον Υπερούσιο τίκτει", στον κατανυκτικό όρθρο στην Αγία Αικατερίνη και ύστερα να σε οδηγήσω εκεί στο παλιό δημοτικό σχολείο δίπλα στο υδραγωγείο στην Κασσάνδρου μαζί να ψηλαφήσουμε στα ξεχασμένα θρανία τα χαραγμένα ονόματα των πρώτων παιδικών ερώτων μας. 







Φωτογραφίες -  Panos Kazanasmas

Φωτογραφία -  Γ. Παπασουλιώτης 

 Φωτογραφία - epikouros sofista 

Φωτογραφία - epikouros sofista 















ΜΙΝΑ ΜΠΟΥΛΕΚΟΥ "Στου Φεγγαριού την άκρη"




Στου φεγγαριού την όψη
χλόμιασε το πρόσωπό σου,
η ανάσα μου κόπηκε στα δυο.
πως θα σε ξεχωρίσω μες το πλήθος..

Στεκόμουν ακίνητη
μπροστά σου ακρωτηριασμένη...
απομακρυνόμουν ξανά και ξανά,
αντικρίζοντας το λευκό σου πουκάμισο
ν’ ανεμίζει στην πλώρη.

Έχε γεια, σ’ αποχαιρετώ,
κάτω απ’ την ξεθωριασμένη
μαύρη μου ομπρέλα.
Άπλωσα το νήμα μου,
μέχρι να τελειώσει.
Άπλωσα τα χέρια μου,
μέχρι να σ’ αγγίξω.

Στα σύννεφα του στεναγμού
ξεδιάλυνα
τις επιβλητικές σου γωνίες
ιχνηλατώντας
το σκαμμένο πρόσωπο σου
καθαγιασμένο από τη λήθη,
απαλλαγμένο
από τα εφήμερα πάθη
κρατώντας μια Ανεμώνα.

Σύμβολο του ανέμου.
Άνοιξα τα πέταλά της ορθάνοιχτα
στην αγκαλιά μου,
τίναξα
τον ζυγό που σε μαστιγώνει.

Πρόσκαιροι μοιάζουν
οι επίδοξοι σφετεριστές σου
ασήμαντοι
στην μικρή τους βεβαιότητα.
Μνήμες χαρακωμένες
βυθισμένες στην αμφιβολία
σωπαίνουν για πάντα.

© By Mina Boulekou









ΓΡΗΓΟΡΙΑ ΠΕΛΕΚΟΥΔΑ "ΑΤΙΤΛΟ"

Christian Schloe art

Μες στην βαθιά τη σκοτεινιά
έμεινα μόνος να με κυνηγά
ένα φεγγάρι απ΄τα παλιά
στα χέρια των ανέμων,
ξορκίζω όλα τα παλιά
μακριά απ΄την συνήθεια
μ΄ένα τασάκι
γεμάτο αποτσίγαρα.

Στη νύχτα χάνομαι ξανά
κατηφορίζω στα παλιά
νοσταλγικά μου στέκια,
όπου καπνίζουν τα βουνά
κι αόρατα δεσμά βελάζουν
δεν σβήνουν οι συνήθειες
σαν λύνονται οι λέξεις
δεν έχουν επιείκεια.

Πάψε μου λέει η νυχτιά
σταμάτα να ελπίζεις
να ικετεύεις έρωτα
που κρύβεται σε βλέμμα
μαχαιριά μες
στην κατεβασιά της μνήμης.

Στης λύπης τα μαλάματα
είν τα θολά παράθυρα
φτερά της τύχης πάρτε με
απ΄τα βαθιά γκρεμίσματα
μα ποιος θα ρίξει
μια κατεβασιά για χάρη μου
εξάρες από ντόρτια
μες στης φυγής μου
τον αντίλαλο...

Γρηγορία Πελεκούδα











Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ (29 Ιουνίου 1900 - 31 Ιουλίου 1944)



Ο Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ (29 Ιουνίου 1900 - 31 Ιουλίου 1944) ήταν Γάλλος συγγραφέας, γνωστός στο ευρύ κοινό από το βιβλίο του «Ο Μικρός Πρίγκιπας», το οποίο μεταφράστηκε σε 250 γλώσσες και έρχεται ως ένα από τα πιο πολυδιαβασμένα βιβλία στο κόσμο. Ο Εξυπερύ δεν ήταν όμως ένας διηγηματογράφος, αλλά ένας βαθύς φιλόσοφος που αποτύπωνε τη ζωή κι ανέλυε τον προορισμό της. Από την άποψη αυτή το έργο που τον χαρακτηρίζει απόλυτα είναι τα βιβλία του «Γη των Ανθρώπων» και το «Ταχυδρομείο του Νότου», που αποτελούν το απάνθισμα της φιλοσοφίας του.

Αλλά το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του αφιερώθηκε στην κατάκτηση των αιθέρων της πολιτικής αεροπορίας, της οποίας είναι ιστορικά απ' τους μεγάλους προδρόμους , ήταν ηγετικός παράγων της δημιουργίας της πρώτης διεθνούς γαλλικής εμπορικής εταιρείας από την οποία ξεπήδησε η Air France, ήταν δοκιμαστής αεροπλάνων της Air France και πολέμησε στον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, στην πτώση της Γαλλίας, όπου και παρασημοφορήθηκε για να σκοτωθεί τελικά το 1944. Η Γαλλία και οι γαλλόφωνες χώρες τιμούν με το όνομά του σωρεία δρόμων και εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Το διεθνές αεροδρόμιο της Λυών ονομάζεται Σαιντ-Εξυπερύ.

Τα βιβλία του και η ζωή του έχουν γίνει θέματα περίπου 10 ταινιών, αν και μερικές από αυτές έχουν χαθεί από τις προπολεμικές ταινιοθήκες.

Γεννήθηκε στις 29 Ιουνίου 1900 στη Λυών, ανάμεσα σε τέσσερα άλλα αδέλφια στο ευτυχισμένο περιβάλλον μιας παλιάς αριστοκρατικής οικογένειας μίας καταγωγής η οποία χανόταν κάπου στον 5ο μ.Χ. αιώνα. Ο Εξυπερύ γεννήθηκε την ίδια εποχή που γεννιόταν και το αεροπλάνο, τότε που τα κατορθώματα του Μπλεριό έκαναν τον κόσμο να θαυμάζει, καθώς διέσχιζε τη Μάγχη με ένα αεροπλάνο που έμοιαζε περισσότερο με φτερωτό ποδήλατο. Ο μικρός Αντουάν έφτιαξε ο ίδιος φτερά από χαρτόνι και τα κόλλησε στο ποδήλατό του, στριφογυρίζοντας αδιάκοπα στον κήπο του και μιμούμενος το βούισμα εκείνου του θαύματος των αιθέρων. Η σημαδιακή στιγμή για εκείνον ήρθε στα 12 χρόνια του, όταν κατά τη διάρκεια κάποιων διακοπών παρακολουθούσε μία μικρή ομάδα μηχανικών να συναρμολογούν ένα αεροπλάνο μερικά χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι του. Όταν το αεροπλάνο ολοκληρώθηκε, οι μηχανικοί τον προσκάλεσαν να πετάξει μαζί τους. Ο ενθουσιασμός από την αίσθηση της πτήσης ήταν φυσικό να αιχμαλωτίσουν για πάντα τη φαντασία του μικρού Αντουάν. Το 1918 τελειώνοντας το γυμνάσιο αρραβωνιάστηκε μία οικογενειακή τους φίλη, την Λουίζ Βιλλερμπάν (Louise Villerban), παρακολουθώντας ταυτόχρονα με ενθουσιασμό τα νέα από τις μεγάλες πτήσεις Γάλλων αεροπόρων και ειδικά του Ντιντιέ Ντορά, ο οποίος κάλυψε πρώτος την διαδρομή Τουλούζη - Ραμπάτ (Γαλλία - Μαρόκο). Το 1921 ήρθε η ώρα να υπηρετήσει τη θητεία του στις Ένοπλες Δυνάμεις. Η οικογένειά του τον συμβούλευσε να επιλέξει το ναυτικό, που θεωρείτο πιο αριστοκρατικό σώμα, αλλά μετά από την αποτυχία του στις εξετάσεις δεν αναρωτήθηκε καθόλου ποια θα ήταν η επόμενη επιλογή του, οπότε υπέβαλε την αίτησή του στην αεροπορία, όπου και έγινε δεκτός με την ειδικότητα του μηχανικού, ενώ παράλληλα έπαιρνε και μαθήματα πιλότου με ιδιωτικό εκπαιδευτή. Η ανυπομονησία του ήταν τόσο μεγάλη που πολλές φορές τον οδηγούσε σε σφάλματα, τα οποία κατέληγαν σε μικροατυχήματα. Παρά τις δυσκολίες θα καταφέρει να πάρει το πτυχίο του και στη συνέχεια θα εκπαιδευτεί και στα στρατιωτικά αεροσκάφη, έως ότου στις 10 Οκτωβρίου του 1922, με τον βαθμό του ανθυποσμηναγού είχε πλέον αποκτήσει και το πτυχίο του πιλότου μαχητικών. Όταν πια το όνειρο μίας ζωής φαινόταν να έχει πραγματοποιηθεί, η κακοτυχία χτύπησε τον 22χρονο Εξυπερύ σε κάθε τομέα της ζωής του. Στην βάση Λε Μπουρζέ των Παρισίων παθαίνει το πρώτο σοβαρό ατύχημα της ζωής του. Η κρανιοεγκεφαλική κάκωση που υπέστη ήταν τόσο σοβαρή, ώστε από θαύμα απέφυγε τον θάνατο. Η επιμονή του να συνεχίσει στην αεροπορία προκάλεσε την παρέμβαση του πεθερού του, ο οποίος τον ανάγκασε να αλλάξει επάγγελμα και να γίνει εμπορικός υπάλληλος το 1923. Ο Εξυπερύ μετά από μια περίοδο αφόρητης ανίας και απογοητεύσεων, ενώ εν τω μεταξύ τον εγκατέλειψε και η αρραβωνιαστικιά του, θα πιάσει για πρώτη φορά την πένα βρίσκοντας εκεί μια υπέροχη διέξοδο με το να περιγράφει στο χαρτί στιγμές που χάνονταν «...στον υπέροχο ήρεμο ουρανό σε ύψος 4000μ...», όπως έγραφε στην μητέρα του. Τα κείμενα αυτά οδήγησαν το 1926 στην έκδοση του πρώτου βιβλίου του «Ο Αεροπόρος» και στην απόφαση να αναζητήσει για πάντα την καριέρα του στην πολιτική αεροπορία.

Ο Α. Σαιντ-Εξυπερύ , Σμηναγός
πιλότος του αναγνωριστικού σμήνους
2/33 , Κορσική 1944
Το Ταχυδρομείο του Νότου

Αναζήτησε εργασία σε μια πρωτοποριακή εμπορική γαλλική εταιρεία την «Λατεκέρ» (Latecoere) που εκτελούσε ταχυδρομικές πτήσεις μεταξύ Τουλούζης και Β. Αφρικής και προϊστάμενός του ήταν ο ίδιος ο Ντιντιέ Ντορά. Μέσα στα αεροπορικά υπόστεγα που συχνά έπαιρνε μέρος στη συντήρηση των αεροπλάνων έβρισκε την ώρα να γράφει αποτυπώνοντας στο χαρτί την ανθρώπινη αναμέτρηση με την πρόσκληση του κινδύνου και την απόφαση του ανθρώπου να ξεπερνάει τα όριά του. Οι τότε φυσικά συνθήκες της αεροπλοΐας ήταν κάτι περισσότερο από μια περιπέτεια στο άγνωστο: πιλότοι χάνονταν από απλές βλάβες των εμβρυακών ακόμα τότε αεροπλάνων, άλλοι έπεφταν θύματα των άγριων νομαδικών φυλών ενώ ο κακός καιρός αρκούσε για να προκαλέσει την οριστική απώλεια αεροπλάνου και πιλότου. Αλλά, όπως έγραφε: «...το ταχυδρομείο έπρεπε πάντα να περάσει...».

Εκεί θα γνωρίσει ως συναδέλφους τους μετέπειτα πρωτοπόρους των πρώτων διηπειρωτικών πτήσεων Ζαν Μερμόζ και ο Ζωρζ Γκυγιωμέ, με τους οποίους θα γίνονταν αχώριστοι φίλοι. Εκείνες ήταν οι καλύτερες στιγμές της ζωής του. Η αγάπη, η αδελφοσύνη και ο κοινός αγώνας για την ολοκλήρωση του έργου δημιουργούσαν συγκινητικές στιγμές που θα αποτύπωνε για πάντα στα μετέπειτα έργα του. Ο Εξυπερύ απαθανάτισε εκείνες τις μοναδικές στιγμές στο επόμενο βιβλίο του, το «Ταχυδρομείο του Νότου». Οι στιγμές που περιγράφει είναι γεμάτες από τα συναισθήματα που δημιουργούνται μέσα στο πιλοτήριο κατά την διάρκεια εκείνων των μακρινών και επικίνδυνων πτήσεων: η μοναξιά των δύο πιλότων που πετούν δίπλα-δίπλα, αμίλητοι επί ώρες, ανταλλάσσοντας περιστασιακά κάποια τυπικά λόγια για την κατάσταση των οργάνων, με μόνη επαφή έναν ασύρματο. Όχι ότι τους βοηθούσε στη ναυτιλία, αλλά τους υπενθύμιζε ότι υπήρχαν κάπου κάποιοι άνθρωποι -ότι δεν ήταν μόνοι. Μέσα στο σκοτάδι έριχναν μία ματιά στο έδαφος: τι να κάνουν μέσα στη νύχτα οι χωρικοί σε εκείνα τα φωτάκια εκεί κάτω; Τι να σκέπτονται, πώς να ζουν; Τι είναι αυτό που εξυψώνει τον άνθρωπο; Και την απάντηση την δίνει ο ίδιος: «Αν θες να κάνεις τους ανθρώπους να κατασκευάσουν καράβια, μη κάνεις φασαρία προσπαθώντας να τους συγκεντρώσεις, να τους αναθέσεις εργασίες και να τους βάλεις να κόβουν ξύλα. Το μόνο που χρειάζεται είναι να τους κάνεις να ποθήσουν το μεγαλείο και την απεραντοσύνη της θάλασσας»…«Οι άνθρωποι ενώνονται μόνο όταν θέτουν τους ίδιους κοινούς στόχους, γιατί το ιδανικό είναι εκείνο που εξυψώνει τα νοήματα».

Το βιβλίο αυτό τον κάνει ετούτη τη φορά πολύ γνωστό , το όνομά του ακούγεται με εξαιρετικά φιλολογικά σχόλια και οι συνάδελφοί του τον θεωρούν ως τον άνθρωπο που τους χαρίζει την αναγνώριση. Ο Ντιντιέ Ντορά τον επισκέπτεται στον εκδοτικό οίκο που παρουσιάζει το βιβλίο του και του αποσπά ένα αυτόγραφο. Τον Οκτώβριο του 1927 τον διορίζει σταθμάρχη της Λατεκέρ στο Καπ Ζουμπί, στη μέση της Ισπανικής Σαχάρας. Το Καπ Ζουμπί ήταν για πολλούς λόγους ένας σταθμός ζωτικής σημασίας για τα αεροπλάνα της εταιρείας που εκτελούσαν το δρομολόγιο Καζαμπλάνκα - Ντακάρ: εκεί θα σταματούσε κάποιος πιλότος για να ανεφοδιαστεί σε καύσιμα προκειμένου να συνεχίσει το ταξίδι του, εκεί θα κατέφευγε κάποιο αεροπλάνο που είχε υποστεί βλάβη πάνω από την έρημο, και εκεί θα αναζητούσε σωτηρία κάποιος για να σωθεί από τους Άραβες που τον κυνηγούσαν. Η ομαλή λειτουργία της αερογραμμής αλλά και η ζωή πολλών συναδέλφων του, στηριζόταν αποκλειστικά επάνω του. Η νέα του μετάθεση δεν διέφερε πρακτικά από εξορία αλλά αυτό του έδωσε την ευκαιρία μιας νέας εποικοδομητικής αυτοσυγκέντρωσης. Παράλληλα, χάρις σε εκείνο τον σταθμό, η μικρή «Λατεκέρ» επεκτάθηκε και εξελίχθηκε στην «Αεροποστάλ» (Aeropostal) την πρώτη επιβατική γαλλική αεροπορική εταιρεία που τώρα είχε 24 αεροπλάνα – μεταφοράς ταχυδρομείου μεν αλλά και με θέσεις για 10 επιβάτες. Η συμβολή του Εξυπερύ στην εταιρεία αυτή αλλά και η παράλληλη αναγνώρισή του στον φιλολογικό τομέα του απέφεραν μια κρατική αναγνώριση, τον Σταυρό των Ιπποτών της Λεγεώνας της Τιμής.

Μια περίοδος επαγγελματικής και λογοτεχνικής περιπέτειας

Το 1929 η Αεροποστάλ επεκτείνεται στη Νότια Αμερική με πτήσεις μεταξύ Ρίο ντε Τζανέιρο και Μπουένος Άιρες και ο Εξυπερύ ορίζεται σταθμάρχης της εταιρείας στην Αργεντινή. Σε μια αποστολή ο φίλος του Γκυγιωμέ θα χαθεί για μέρες στις χιονισμένες Άνδεις και ο Εξυπερύ θα κάνει τα αδύνατα δυνατά για να τον βρει τελικά, κάτω από απίστευτα άγριες συνθήκες, σε μια χώρα που έχει ως λαϊκό απόφθεγμα πως: «Τον χειμώνα οι Άνδεις δεν επιστρέφουν τις ψυχές που παίρνουν». Την ίδια ώρα ο Μερμόζ δοκιμάζει με επιτυχία νυκτερινές πτήσεις μεταξύ Γαλλίας και Αργεντινής, που για εκείνη την εποχή θεωρούνται ως μοναδικό επίτευγμα τόλμης και πρωτοπορίας. Ο Εξυπερύ θα σημαδευτεί για πάντα από εκείνες τις στιγμές της δοκιμασίας και της φιλίας για όλη του τη ζωή με ένα πνεύμα που σύντομα θα αποτυπώνει συνέχεια στα βιβλία του μέχρι το τέλος της ζωής του.

Το 1931 γνώρισε την Κονσουέλο Σουνσίν, μία γυναίκα που τον εντυπωσίασε και αποφάσισε να την κατακτήσει σε μια ασυνήθιστη πτήση πάνω απ' το Μπουένος Άιρες. Την παντρεύτηκε σύντομα αν και διέφεραν ως χαρακτήρες παρόλο που ενώ κι εκείνη σύχναζε σε φιλολογικούς κύκλους την ενδιέφεραν περισσότερο οι πεζές πραγματικότητες της ζωής και δεν κατάφερε ποτέ να αποτελέσει την μούσα μιας ψυχής σαν του Εξυπερύ. Το 1933 η Αεροποστάλ αντιμετώπισε οικονομική κρίση και αγοράστηκε από ένα όμιλο, ο οποίος μετονομάστηκε σε Air France. Ο Εξυπερύ δεν συμφώνησε με την τότε διοίκηση και αποφάσισε να φύγει αν και αυτό σήμαινε ότι άρχιζαν γι αυτόν οι οικονομικές δυσκολίες. Θα αποφασίσει να βρει διέξοδο στα βιβλία του και συγγράφει το έργο του «Νυχτερινή Πτήση» που αποσπά λογοτεχνικό βραβείο και ένα συμβόλαιο για μια παραγωγή του Χόλλυγουντ, ταινία που γυρίζεται με πρωταγωνιστή τον Κλαρκ Γκαίημπλ με τον εμπορικότερο τίτλο: «Άνεμος, Άμμος και Άστρα».

Μεταξύ 1935 και 1936 γυρίζονται ακόμα δύο ταινίες από αισθηματικές του νουβέλες, το «Αν-Μαρί» και το «Σαββατοκύριακο στο Αλγέρι». Αυτό του προσφέρει μια πρόχειρη επίλυση του οικονομικού προβλήματος αλλά επειδή δεν θέλει να απομακρυνθεί από την αεροπορία προσλαμβάνεται ως δοκιμαστής πιλότος σε ένα νέο μεγάλο υδροπλάνο με το οποίο η Αιρ Φρανς σκοπεύει να κάνει μόνιμα δρομολόγια στο Αλγέρι. Το πρωτότυπο του μοντέλου ωστόσο υποφέρει από κατασκευαστική αστάθεια και ο Εξυπερύ πέφτει θύμα σοβαρού ατυχήματος, τα τραύματα του οποίου θα τον κάνουν να υποφέρει επί χρόνια. Τέλη του 1936 η Αιρ Φρανς του προσφέρει ένα συμβόλαιο για μια πειραματική προσπάθεια να δημιουργηθούν πτήσεις από τη Γαλλία στη Σαϊγκόν. Ο Εξυπερύ θα αγοράσει με δικές του οικονομίες ένα αεροπλάνο με το οποίο επιχειρεί μια πρώτη προσπάθεια αλλά τσακίζεται από αμμοθύελλα στην Λιβυκή έρημο και τελικά σώζεται συμπτωματικά από κάποιους Βεδουίνους. Μετά από αυτήν την περιπέτεια απομακρύνεται από τον αεροπορικό τομέα και πέφτει σε μια κατάσταση απογοήτευσης, την οποία επιδεινώνει η απώλεια του Μερμόζ πάνω από τον Ατλαντικό. Το 1937 επιστρέφει στον τομέα των διηπειρωτικών πτήσεων με την Αιρ Φρανς με σκοπό τη διάσχιση του Ατλαντικού και εγκαινίαση δρομολογίων μεταξύ Ευρώπης και Κεντρικής Αμερικής. Ένα νέο όμως ατύχημα στη Γουατεμάλα τον φέρνει πολύ κοντά στον θάνατο. Πέρασε πολύ καιρό σε νοσοκομείο της Νέας Υόρκης για να ανακάμψει και καθώς η περαιτέρω συνέχιση των αεροπορικών περιπετειών του φάνηκε να απομακρύνεται, αποφάσισε να συνεχίσει αποκλειστικά με τα βιβλία του. Ένας μικρός όμιλος Γάλλων επιχειρηματιών και φίλων της τέχνης που ζούσαν στην Αμερική του συμπαραστάθηκαν πολύ. Εκείνη την περίοδο γράφει τα δύο αριστουργήματά του, την «Γη των Ανθρώπων» και τον «Μικρό Πρίγκιπα». Το 1938 επιστρέφει στη Γαλλία και εργάζεται ως δημοσιογράφος - πολεμικός ανταποκριτής στον εμφύλιο πόλεμο της Ισπανίας. Τα άρθρα του είναι υπέρ των φιλοκυβερνητικών δυνάμεων κι εναντίον του Φράνκο. Το 1939 τα δύο τελευταία του βιβλία του εξασφαλίζουν ένα ακόμα βραβείο από τη Γαλλική Ακαδημία.

Πιλότος Πολέμου

Στην Αμερική τον βρίσκουν τα νέα της κήρυξης του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και αποφασίζει να προσφερθεί για υπηρεσία και προτιμά την δίωξη αλλά ο στρατιωτικός γιατρός τον βρίσκει πολύ ηλικιωμένο και αρκετά αδύναμο για τέτοια καθήκοντα. Ο Εξυπερύ θα χρησιμοποιήσει τη φήμη του και τα μέσα του, καθώς είναι ο διασημότερος Γάλλος αεροπόρος την ώρα εκείνη. Τελικά συμβιβάζεται με την θέση του Σμηναγού Αναγνώρισης. Στις 3 Νοεμβρίου 1939 παρουσιάστηκε στον Επισμηναγό Ρενέ Γκαβουάλ της 2/33 Μοίρας Αναγνώρισης, στο αεροδρόμιο του Ορκόντ στην περιοχή της Καμπανίας, νοτιοδυτικά της Ρενς. Η σύντομη εκείνη περίοδος τον γεμίζει με περισσότερη εμπειρία για τους χαρακτήρες και την μοίρα των ανθρώπων καθώς οι συνθήκες που αντιμετωπίζει είναι ιδιαίτερα απογοητευτικές. Τα αεροπλάνα της Μοίρας του είναι ελάχιστα για να φυλάξουν ένα μέτωπο από την Ελβετία ως τον Ατλαντικό και οι επιδόσεις τους μπροστά στα γερμανικά: «...εξασφαλίζουν μόνο μια ευκαιρία για δόξα...» έλεγε ειρωνικά , εννοώντας τον βέβαιο θάνατο. Παρόλα αυτά παίρνει μέρος σε όλες τις απελπισμένες προσπάθειες να ενημερώσει την γαλλική ανώτατη διοίκηση για τα σημεία που οι Γερμανοί περνούν τα σύνορα έστω κι όταν τον περιζώνουν επικίνδυνα τα πολύ ικανά και γρήγορα Μέσσερσμιτ δίνοντάς του ολοένα και λιγότερες ευκαιρίες να ξεφεύγει. Σε μια από αυτές τις αποστολές στο Αρράς διακινδυνεύει τόσο πολύ που οι συνάδελφοί του τον θεωρούν ήδη νεκρό αλλά εκείνος έχει καταφέρει να διαφύγει πετώντας εξαιρετικά χαμηλά και κρυπτόμενος μέσα στους πυκνούς καπνούς από τις εκρήξεις των βομβών. Η τελευταία του αποστολή είναι στην Αμπεβίλ κατά την υποχώρηση στη Δουνκέρκη. Οι παρατηρήσεις που κάνει δίνουν την ευκαιρία στον Γάλλο διοικητή στο έδαφος να κατορθώσει, έστω και πρόσκαιρα, την ανακοπή της γερμανικής επίθεσης: ο αξιωματικός εκείνος λέγεται Σαρλ Ντε Γκωλ.

Μετά την πτώση της Γαλλίας ο Εξυπερύ είναι οργισμένος από την απαράδεκτη γαλλική διοίκηση που φάνηκε ανύπαρκτη σε κάθε ενέργειά της παρόλο που αριθμητικά και υλικά η Γαλλία υπερτερούσε της Γερμανίας. Όταν η διάδοχη Κυβέρνηση του Βισύ τον μεταθέτει σε μια βάση στο Μπορντώ το θέαμα που βλέπει τον κάνει να μείνει άφωνος. Υπάρχει σωρεία καινούργιων αεροπλάνων που δεν χρησιμοποιήθηκαν ποτέ στη μάχη, πιστεύει ότι η Γαλλία βρίσκεται σε μια κατάσταση αποχαύνωσης και προδοσίας και αποφασίζει να την εγκαταλείψει. Η κυβέρνηση του Βισύ του προσφέρει μια θέση στη Βουλή με σκοπό να εκμεταλλευτεί το όνομά του αλλά εκείνος αρνείται. Αμέσως τα βιβλία του απαγορεύονται και πέφτει σε δυσμένεια. Προσπαθεί να δραπετεύσει μέσω της φρανκικής Ισπανίας αλλά τότε θυμούνται τα αντιφρανκικά του άρθρα κατά τον εμφύλιο πόλεμο και του απαγορεύουν την διέλευση. Τελικά θα βρει ευκαιρία να φύγει για τις ΗΠΑ, με τις οποίες η Γαλλία του Βισύ επίσημα δεν βρίσκεται σε πόλεμο.

Στις ΗΠΑ ο Εξυπερύ θα συγγράψει σε βιβλίο τις πρόσφατες πολεμικές του εμπειρίες, το «Πιλότος Πολέμου», ένα βιβλίο που γεμίζει ανθρωπιά, έντονη φιλοσοφία και απογοήτευση για την Γαλλία. Αλλά ένα τέτοιο έργο γραμμένο από έναν που μόλις γύρισε απ' τον πόλεμο έχει μεγάλο εκδοτικό ενδιαφέρον ενώ ταυτόχρονα του προτείνουν το γύρισμα ταινίας με θέμα τον «Μικρό Πρίγκιπα». Ενώ έτσι τα οικονομικά του βελτιώνονται αισθητά του φτάνουν ξαφνικά τα νέα του θανάτου του Γκιγιωμέ που εβλήθη, πιθανόν κατά λάθος, από ιταλικό μαχητικό. Ο εσωτερικός του κόσμος γκρεμίζεται ενώ την ίδια ώρα η γυναίκα του γκρινιάζει περισσότερο για τις τουαλέτες που άφησε πίσω στην Γαλλία και νοιώθει πολύ λίγο να νοιάζεται για τον Αντουάν. Εκείνος κρατάει πάντα στα χέρια του την εικόνα των φίλων του απ' το Ταχυδρομείο του Νότου κι όταν η Κονσουέλο του υπενθυμίζει ότι αυτοί είναι πια νεκροί της απαντά με πόνο «Όχι... οι νεκροί είμαστε εμείς...». Στις μέρες που ακολουθούν ο Ντε Γκωλ καλεί όλους τους Γάλλους εκτός Γαλλίας να στρατευθούν μαζί του και του γίνονται προτάσεις να τον υποστηρίξει. Ο Εξυπερύ πιστεύει ότι μόνο αν η Αμερική μπει στον πόλεμο υπάρχει σοβαρή ελπίδα για την Γαλλία και αρνείται, χαμένος πιθανόν και στην προσωπική του απογοήτευση, αλλά αυτό εκνευρίζει αφάνταστα τον Ντε Γκωλ και από τότε οι άλλοτε συμπολεμιστές θα παραμείνουν για πάντα εχθροί μεταξύ τους.

Επιστροφή στον πόλεμο και τελευταία αποστολή

Όταν το 1943 οι Αμερικανοί αποβιβάζονται στη Βόρεια Αφρική, ο Εξυπερύ νοιώθει ότι η στιγμή να επιστρέψει στην μάχη ήρθε, αλλά η πολιτική κατάσταση της Γαλλίας που χωρίζεται σε Γκωλικούς και πρώην ανθρώπους του Βισύ που δειλά τώρα παρουσιάζονται ως αντι-γερμανοί, τού προκαλεί αποστροφή και τον φέρνει σε δύσκολη θέση. Επιπλέον η φυσική του κατάσταση δεν του επιτρέπει πάντα να γίνει δεκτός ως πιλότος, έχοντας μάλιστα φτάσει και στην ηλικία των 44 ετών. Θα χρειαστεί να βάλει φίλους του να ζητήσουν απ' την Αμερικανική κυβέρνηση να τον βοηθήσουν μέχρι που επεμβαίνει ο ίδιος ο Ντουάιτ Αϊζενχάουερ που προτιμά, όπως δήλωσε, να αφήσει τον Εξυπερύ επιτέλους να πετάει στον αέρα παρά να του βάζει μπελάδες στο έδαφος. Του επιτρέπουν να επιστρέψει στο παλιό του σμήνος 2/33, που τώρα εδρεύει στο Οράν. Οι παλιοί του φίλοι και συμπολεμιστές, κι ειδικά ο πρώην και νυν διοικητής του 2/33, Ρενέ Γκαβουάλ, τον υποδέχονται με πολύ ενθουσιασμό και αγάπη τόσο που ξανανιώνει μετά από πολύ καιρό να ζει και πάλι σε ένα ζεστό συντροφικό περιβάλλον. Πολιτικά ωστόσο αρνείται να εκφρασθεί υπέρ του ενός η του άλλου πολιτικού γαλλικού στρατοπέδου που αντιπροσωπεύουν οι στρατηγοί Ζιρώ και Ντε Γκωλ. Ο Ντε Γκωλ ειδικά δεν θέλει να ακούσει γι αυτόν και σε κάποια στιγμή θυμού, απαγορεύει ακόμα και την διάδοση των βιβλίων του, κάτι που εξοργίζει και αγανακτεί τον συγγραφέα που ανακράζει «...αυτοί οι Γκωλικοί κι ο πολύς πατριωτισμός τους μου δίνουν στα νεύρα... φορώ την γαλλική στολή και κινδυνεύω να σκοτωθώ όσο κι ο οποιοσδήποτε άλλος Γάλλος ...». Εκείνη την περίοδο ο Εξυπερύ κάνει πολλούς εχθρούς που τον κατηγορούν από αντι-πατριώτη ως και φιλοναζιστή. Ο ίδιος τραυματισμένος ψυχικά αποφασίζει να κλειστεί ακόμα περισσότερο στον εαυτό του και θεωρεί ότι η μόνη πραγματική συντροφιά του είναι οι πιλότοι στο σμήνος του.

Το 2/33 του μεταφέρεται στην Κορσική και εκείνος αναλαμβάνει αποστολές αναγνώρισης πάνω απ' την υπό κατοχή ακόμα Γαλλία. Ο Αμερικανός όμως γενικός διοικητής των συμμαχικών μοιρών τον περιορίζει να τερματίσει μετά την 5η του αποστολή καθόσον το αεροπλάνο που του δίνουν να πετάξει ένα P38F-5B, έχει μέγιστο όριο ηλικίας για τους πιλότους του το 28ο έτος. Ο Γκαβουάλ δεν τολμά όμως να το εφαρμόσει από φόβο ότι αυτό θα τον συντρίψει ψυχικά. Το αεροπλάνο εκείνο προκαλεί όντως μεγάλες δυσκολίες στον παλαίμαχο πιλότο γιατί είναι φτιαγμένο για πολύ μεγάλα ύψη και μια-δύο φορές ο Εξυπερύ χάνει τις αισθήσεις του από έλλειψη οξυγόνου ενώ τα παλιά του τραύματα δεν τον αφήνουν να ησυχάσει από τους πόνους. Ο Γκαβουάλ τον παρακολουθεί θορυβημένος, ο Εξυπερύ έχει πάντα μέσα στο χειριστήριό του τη φωτογραφία των νεκρών του φίλων απ' την εποχή του Ταχυδρομείου του Νότου, είναι πολύ αφηρημένος και τα βράδια ξενυχτάει γράφοντας. Εκείνη την εποχή ο συγγραφέας, μέσα στα ατέλειωτα χαρτιά που γεμίζουν το ακατάστατο δωμάτιό του έχει αρχίσει άλλα δύο έργα, το «Κάστρο» (Citadelle) και το «Γράμμα σε ένα όμηρο». Την 31/07/1944, νωρίς το πρωί, ο πίνακας επιχειρήσεων του 2/33 έχει προγραμματισμένο τον Εξυπερύ σε μια αναγνωριστική πτήση στην παραλία Γένοβας - Αντζιο, καθώς επίκειται η εκεί απόβαση. Ο Γκαβουάλ ελπίζει ότι ο ξενυχτισμένος Εξυπερύ απλά δεν θα παρουσιαστεί αλλά εκείνος εμφανίζεται πανέτοιμος και μάλιστα του εμπιστεύεται τα γραπτά του. Ο Γκαβουάλ δεν το θεωρεί αυτό καλό σημάδι και κυριολεκτικά πανικοβάλλεται όταν διαπιστώνει ότι το δωμάτιο του Εξυπερύ είναι τακτοποιημένο και το κρεβάτι άθικτο, απόδειξη ότι ο συγγραφέας δεν κοιμήθηκε όλο το βράδυ. Τρεις και μισή ώρες μετά την απογείωση ο Εξυπερύ θεωρείται αγνοούμενος και ο Γκαβουάλ υποψιάζεται αυτοκτονία. Επί κάπου 50 και περισσότερα χρόνια οι έρευνες για να βρεθεί το αεροπλάνο εκείνο δεν καρποφόρησαν και δημιούργησαν μεγάλο θόρυβο γύρω από την εξαφάνιση εκείνη, που ως ένα βαθμό εκμεταλλεύτηκαν και τουριστικά ορισμένοι καθώς η φήμη του Εξυπερύ έφτασε το αποκορύφωμά της στην μεταπολεμική εποχή. Τελικά το μπρασελέ του Εξυπερύ που του είχε χαρίσει η Κονσουέλο ανακαλύφθηκε από ένα ψαρά (Ζαν-Πώλ Μπιάνκο) δυτικά της Τουλόν τον οποίο αρχικά δεν πίστεψε κανείς, μιας και βρέθηκε πολύ πιο μακριά από την θέση που προέβλεπε η διαδρομή της τελευταίας αποστολής του Εξυπερύ. Αλλά το αεροπλάνο αυτή τη φορά εντοπίστηκε και αναγνωρίστηκε από τον αριθμό του (228233) από τον δύτη-αρχαιολόγο Luc Vanrell. Τα συντρίμμια του αεροπλάνου του συγγραφέα εκτίθενται σήμερα στο Μουσείο Αεροπορίας του Λε Μπουρζέ (Παρίσι).

Από μια τυχαία φράση που βρέθηκε ανάμεσα στα τελευταία του χειρόγραφα και έλεγε: …«Κάποια μέρα θα χαθώ πάνω σε έναν μαρτυρικό σταυρό που θα είναι η Μεσόγειος»… σχεδόν όλοι πίστεψαν ότι ο Εξυπερύ αυτοκτόνησε καθώς ήταν πολλαπλά λυπημένος απ' την απώλεια των συντρόφων του, την αδιαφορία της γυναίκας του και την στάση του Στρατηγού Ντε Γκωλ, ο οποίος είχε πεισματωθεί από την αρχική άρνηση του συγγραφέα να ενταχθεί στο Γκωλικό στρατόπεδο. Εντούτοις στις αρχές του 2008, ένας παλαίμαχος Γερμανός πιλότος, ο Χορστ Ρήπερτ, 88 ετών, δήλωσε ότι πολύ πιθανόν αυτός ήταν εκείνος που τον κατέρριψε συνδυάζοντας την μέρα και τον τόπο όπου εντοπίστηκε το αεροπλάνο του Εξυπερύ. Δήλωσε μάλιστα ότι ως νέος θαύμαζε τον συγγραφέα και θα ευχόταν τελικά να μην ήταν εκείνος που τον είχε καταρρίψει.

Μια φράση του που έχει χαραχτεί συχνά σε πλάκες ως το πιο αυθεντικό ρητό του που τον αντιπροσωπεύει είναι η παρακάτω :

«Το ουσιώδες διαφεύγει από τα μάτια, βλέπει κανείς σωστά μόνο με την καρδιά»

Ο Μικρός Πρίγκιπας

Το βιβλίο του «Ο Μικρός Πρίγκιπας» γράφηκε μεν για παιδιά, αλλά είναι ένα αρκετά φιλοσοφημένο έργο το οποίο κατακρίνει και ειρωνεύεται τον κόσμο των μεγάλων. Τα σχέδια του βιβλίου είναι δικά του.

Στον Μικρό πρίγκιπα υπάρχουν σχεδόν ανεξάρτητα κεφάλαια με μια μικρή διδακτική ιστορία στο καθένα.

Το βιβλίο λοιπόν, είναι αντιπολεμικό και μιλά για την αγάπη και τη φιλία, οι οποίες για να αναπτυχθούν πρέπει να υπάρχει ειρήνη. Είναι ένα συμβολικό παραμύθι που γράφτηκε στην Αμερική, όπου είχε καταφύγει ο συγγραφέας μετά την υποταγή της Γαλλίας στη Γερμανία. Το περιεχόμενό του είναι ένα μήνυμα στη δοκιμαζόμενη πατρίδα του μακριά απ' την οποία νιώθει εξόριστος, χαμένος, όπως ο μικρός πρίγκιπας μακριά απ' τον πλανήτη του. Υπάρχουν παραμυθικοί ρόλοι: πρίγκιπας, τριαντάφυλλο, αλεπού, καθώς και συμβολισμοί που υποκρύπτουν: βαθμιαία πορεία προς τη γνώση μέσω της κοινωνικοποίησης, μετάβαση από τον κόσμο του παιδιού στη ζωή, στις σχέσεις και υποχρεώσεις του ενηλίκου.


Βιβλία

1926: L'Aviateur (Ο αεροπόρος)
1928: Courrier sud (Ο Ταχυδρόμος του Νότου)
1931: Vol de nuit (Νυχτερινή Πτήση- Βραβείο Φεμίνα, τον ίδιο χρόνο) ― ελλην.μετάφρ.Κ.Τσαϊλα ("Γκοβόστης")
1938: Terre des hommes (Γη των ανθρώπων)
1942: Pilote de guerre (Πιλότος πολέμου)
1943: LePetitPrince(ΟΜικρόςΠρίγκιπας)―ελλην.μετάφρ.Ν.Αθανασιάδης ("Σ.Ι.Ζαχαρόπουλος")
1943: Lettre à un otage (Γράμμα σε έναν όμηρο)
1948: Citadelle, δημοσίευση μετά θάνατον
1982: Γραπτά του πολέμου 1939-1944, επιστολές, δημοσίευση μετά θάνατον



Ο Μικρός Πρίγκιπας

"Ο Μικρός Πρίγκιπας" είναι βιβλίο του Γάλλου συγγραφέα Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ. Αν και θεωρείται παιδικό βιβλίο, απευθύνεται σε όλους. Το θέμα του βιβλίου είναι το εξής: ο αφηγητής πέφτει με το αεροπλάνο του -που έχει πάθει βλάβη- στην έρημο. Εκεί συναντά ένα ασυνήθιστο παιδί (το Μικρό Πρίγκιπα), γνωρίζονται και γίνονται φίλοι. Ο αφηγητής μαθαίνει πολλά από τον καινούργιο του φίλο. Ο καινούργιος του φίλος σιγά-σιγά τού διηγείται την επίσκεψή του σε άλλους πλανήτες, όπου υπάρχουν άνθρωποι ματαιόδοξοι αλλά και κάποιοι (ελάχιστοι) περισσότερο "ανθρώπινοι". Δεν ξεχνάει ποτέ και με τίποτα τις ερωτήσεις που έχει υποβάλει, ενώ ο ίδιος, αντίθετα, δεν συνηθίζει ν' απαντάει στις ερωτήσεις των άλλων.

Μολονότι υποτίθεται ότι είναι παιδικό βιβλίο, ο Μικρός Πρίγκιπας κάνει μερικές βαθυστόχαστες και ιδεαλιστικές παρατηρήσεις σχετικά με τη ζωή και την ανθρώπινη φύση. Η ουσία του βιβλίου περιέχεται στις ατάκες που βγαίνουν από το στόμα της αλεπούς προς τον μικρό Πρίγκιπα: "On ne voit bien qu'avec le cœur. L'essentiel est invisible pour les yeux." (Δεν βλέπεις καθαρά παρά μόνον με την καρδιά. Η ουσία είναι αόρατη στα μάτια). Η αλεπού στέλνει και άλλα μηνύματα-κλειδιά, όπως: "Είσαι υπεύθυνος για πάντα, γι' αυτό που έχεις εξημερώσει" και "Ο χρόνος που πέρασες με το τριαντάφυλλό σου είναι αυτό που το κάνει ξεχωριστό για σένα".

Το ξεκίνημα και η ζωή του Πρίγκιπα

Μετά από τα 9 πρώτα κεφάλαια, στα οποία η οπτική γωνία του αφηγητή είναι το τρίτο πρόσωπο, περνάει στην αφήγηση από πρώτο πρόσωπο. Τις πρώτες οκτώ μέρες που ο αφηγητής βρίσκεται στην έρημο, ο Πρίγκιπας του διηγείται αυτές τις ιστορίες.

Ο Πρίγκιπας ζητά από τον αφηγητή να του ζωγραφίσει ένα πρόβατο. Χωρίς να ξέρει πώς να το ζωγραφίσει, ο αφηγητής ζωγραφίζει ό,τι γνωρίζει, έναν βόα με έναν ελέφαντα στο στομάχι του, μια ζωγραφιά που οι αναγνώστες προηγουμένως θεώρησαν ότι ήταν καπέλο. "Όχι! όχι!", αναφωνεί ο Πρίγκιπας. "Δεν ζήτησα ένα βόα με έναν ελέφαντα μέσα του! Ζήτησα ένα πρόβατο...". Προσπαθεί κάμποσες φορές, αλλά ο Πρίγκιπας πάντα τις απορρίπτει. Τελικά σχεδιάζει ένα κουτί, μέσα στο οποίο εξηγεί ότι βρίσκεται ένα πρόβατο. Ο Πρίγκιπας που βλέπει το πρόβατο μέσα στο κουτί, όπως και τον ελέφαντα μέσα στον βόα, λέει "Αυτό είναι τέλειο!".

Αργότερα μας συστήνεται ο "πλανήτης" του Μικρού Πρίγκιπα. Ο Αστεροειδής του (πλανήτης) έχει το μέγεθος ενός σπιτιού και ονομάζεται Β612, ο οποίος έχει τρία ηφαίστεια (δύο ενεργά και ένα ανενεργό) και ένα τριαντάφυλλο ανάμεσα σε πολλά άλλα αντικείμενα. Το ίδιο το όνομα του αστεροειδή (Β612) έχει σημαντική έννοια για το βιβλίο, το οποίο σκιαγραφεί το γεγονός ότι οι ενήλικοι θα πίστευαν μόνο κάποιον επιστήμονα που ντύνεται ή συμπεριφέρεται όπως αυτοί.

Επίσκεψη στη γη

Το κεφάλαιο 16 ξεκινάει: "Έτσι ο έβδομος πλανήτης ήταν η Γη". Στη Γη, περιπλανιέται στην έρημο και συναντά ένα φίδι που λέει ότι έχει τη δύναμη να τον στείλει πίσω στον πλανήτη του. (Ένας έξυπνος τρόπος για να πει ότι μπορεί να σκοτώσει ανθρώπους, "στέλνοντας όποιον θελήσει από εκεί που ήρθε"). Ο Πρίγκιπας συναντά ένα φυτό της ερήμου που, έχοντας δει ένα καραβάνι να περνά, του λέει ότι υπάρχει μόνο μια χούφτα ανθρώπων στη γη και ότι δεν έχουν ρίζες, που αφήνει τον άνεμο να περνά γύρω τους κάνοντάς τους της ζωή δύσκολη. Ο Μικρός Πρίγκιπας σκαρφαλώνει το ψηλότερο βουνό που έχει δει ποτέ. Από την κορυφή του, ελπίζει να δει ολόκληρο τον πλανήτη και να βρει ανθρώπους, αλλά το μόνο που βλέπει είναι ένα έρημο, βραχώδες τοπίο. Όταν φωνάζει ο Πρίγκιπας, η ηχώ του απαντά και θεωρεί ότι ακούει φωνές ανθρώπων. Σκέφτεται ότι δεν υπάρχει λόγος να είναι η γη σκληρή και αιχμηρή, και το βρίσκει παράξενο οι άνθρωποι στη γη απλά να επαναλαμβάνουν ό,τι τους λέει. Ο Πρίγκιπας βλέπει μια ολόκληρη αράδα από τριαντάφυλλα, και νοιώθει στεναχωρημένος γιατί νόμιζε ότι το δικό του ήταν το μοναδικό σε ολόκληρο το σύμπαν. Αρχίζει να αισθάνεται ότι δεν είναι πια ένας ένδοξος πρίγκιπας, αφού ο πλανήτης του έχει μόνο τρία μικροσκοπικά ηφαίστεια και ένα συνηθισμένο πια τριαντάφυλλο. Ξαπλώνει στο γρασίδι και κλαίει.

Στο κεφάλαιο 21 είναι η αναφορά του συγγραφέα στον ανθρώπινο έρωτα. Ο Πρίγκιπας συναντά και εξημερώνει μία αλεπού, που του εξηγεί ότι το τριαντάφυλλό του είναι μοναδικό και ιδιαίτερο, γιατί είναι αυτό που αγαπά (και όχι τα άλλα). Ύστερα ο Πρίγκιπας συναντά έναν κλειδούχο και έναν έμπορο που δεν είναι τόσο φιλοσοφημένος και γνώριμος με τον εαυτό του όσο οι άλλοι ενήλικοι που γνώρισε νωρίτερα. Στο κεφάλαιο 24, η οπτική γωνία του αφηγητή αλλάζει πάλι από το τρίτο στο πρώτο πρόσωπο, και βρισκόμαστε στο σημείο που ο αφηγητής πεθαίνει από τη δίψα, αλλά αργότερα βρίσκουν ένα πηγάδι. Μετά από λίγη σκέψη, ο Πρίγκιπας δίνει στον αφηγητή έναν συγκινητικό αποχαιρετισμό, εξηγώντας του ότι ενώ θα φαίνεται ότι είναι νεκρός, δε θα είναι στ' αλήθεια, αλλά επειδή το σώμα του είναι βαρύ δε θα μπορέσει να τον πάρει μαζί του στον πλανήτη του. Του λέει επίσης ότι θα ήταν λάθος αν τον έβλεπε ο αφηγητής να φεύγει, γιατί θα τον έκανε να στεναχωρηθεί. Τότε ο Πρίγκιπας αφήνει το φίδι να τον δαγκώσει. Το άλλο πρωί ο αφηγητής ψάχνει τον Μικρό Πρίγκιπα, βλέπει ότι το σώμα του έχει εξαφανιστεί. Η ιστορία τελειώνει με το πορτρέτο του τοπίου που βρίσκονταν ο Μικρός Πρίγκιπας και ο αφηγητής και που το φίδι πήρε τη ζωή του Πρίγκιπα. Ο αφηγητής επίσης κάνει έκκληση, όποιος δει ένα παράξενο παιδί στην περιοχή που να αρνείται να απαντήσει σε ερωτήσεις, να απευθυνθεί αμέσως σε αυτόν. Ο Μικρός Πρίγκιπας έμεινε στη γη έναν χρόνο και ο αφηγητής τελειώνει την ιστορία έξι χρόνια μετά την επιβίωση και απόδρασή του από την έρημο.


Απόσπασμα - Ο μικρός πρίγκιπας και η αλεπού

Έτυχε όμως, ύστερα που περπάτησε πολύ μέσα απ' τους άμμους, τα βράχια και τα χιόνια, ν' ανακαλύψει τέλος ο μικρός πρίγκιπας ένα δρόμο. Κι οι δρόμοι πάνε όλοι στους ανθρώπους.
- Καλημέρα, είπε.
Ήταν ένας τριανταφυλλόκηπος ανθισμένος.
- Καλημέρα, είπαν τα τριαντάφυλλα.
Ο μικρός πρίγκιπας τα κοίταξε. Μοιάζανε όλα με το λουλούδι του.
- Τι είσαστε;, τα ρώτησε κατάπληχτος.
- Εμείς είμαστε τριαντάφυλλα, είπαν τα τριαντάφυλλα.
- Α!, έκανε ο μικρός πρίγκιπας.
Βαθιά λύπη τον γέμισε. Το λουλούδι του τού είχε πει πως ήταν ένα μονάκριβο σ' ολόκληρο το σύμπαν. Και να που ήτανε πέντε χιλιάδες, όλα τα ίδια, σ' ένα μονάχα κήπο!
«Θα του κακοφαινόταν πολύ», σκέφτηκε, «αν το 'βλεπε αυτό... Θα έβηχε φριχτά και θα 'κανε τάχα πως πεθαίνει, για να γλιτώσει απ' το ρεζίλεμα. Κι εγώ θα ήμουν αναγκασμένος να κάνω τάχα πως το περιποιούμαι, γιατί αλλιώς, για να με ταπεινώσει κι εμένα, θ' αφηνόταν στ' αλήθεια να πεθάνει...».
Ύστερα σκέφτηκε κι αυτό: «Νόμιζα πως ήμουν πλούσιος, γιατί είχα δικό μου ένα μοναδικό στον κόσμο λουλούδι, και να που δεν έχω παρά ένα κοινό τριαντάφυλλο. Αυτό και τα τρία μου ηφαίστεια, που μου φτάνουν ως το γόνατο, και που το ένα τους μπορεί να έχει σβήσει για πάντα, δε με κάνουν και κανένα μεγάλο πρίγκιπα...».
Και, πέφτοντας χάμω στο γρασίδι, έκλαψε. Τότε είναι που παρουσιάστηκε η αλεπού.
- Καλημέρα, είπε η αλεπού.
- Καλημέρα, αποκρίθηκε ευγενικά ο μικρός πρίγκιπας και γύρισε, μα δεν είδε τίποτα.
- Εδώ είμαι, είπε μια φωνή, κάτω από τη μηλιά...
- Ποια είσαι;, είπε ο μικρός πρίγκιπας. Μου φαίνεσαι πολύ όμορφη...
- Είμαι μια αλεπού, είπε η αλεπού.
- Έλα να παίξεις μαζί μου, της πρότεινε ο μικρός πρίγκιπας. Είμαι τόσο λυπημένος...
- Δεν μπορώ να παίξω μαζί σου, είπε η αλεπού. Δε μ' έχουν ημερώσει.
- Α! με συγχωρείς, έκανε ο μικρός πρίγκιπας.
Το σκέφτηκε όμως και πρόσθεσε:
- Τι πάει να πει «ημερώσει»;
- Εσύ δεν είσαι αποδώ, είπε η αλεπού, τι γυρεύεις;
- Γυρεύω τους ανθρώπους, είπε ο μικρός πρίγκιπας. Τι πάει να πει «ημερώσει»;
- Οι άνθρωποι, είπε η αλεπού, έχουν τουφέκια και κυνηγούνε. Μεγάλος μπελάς! Ανατρέφουν όμως και κότες. Αυτό είναι το μόνο τους όφελος. Κότες γυρεύεις;
- Όχι, είπε ο μικρός πρίγκιπας. Γυρεύω φίλους. Τι πάει να πει «ημερώσει»;
- Είναι κάτι που παραμελήθηκε πολύ, είπε η αλεπού. Σημαίνει «να δημιουργείς δεσμούς...».
- Να δημιουργείς δεσμούς;
- Βέβαια, είπε η αλεπού. Για μένα, ακόμα δεν είσαι παρά ένα αγοράκι εντελώς όμοιο μ' άλλα εκατό χιλιάδες αγοράκια. Και δε σ' έχω ανάγκη. Μήτε κι εσύ μ' έχεις ανάγκη. Για σένα, δεν είμαι παρά μια αλεπού όμοια μ' εκατό χιλιάδες αλεπούδες. Αν όμως με ημερώσεις, ο ένας θα έχει την ανάγκη του άλλου. Για μένα εσύ θα είσαι μοναδικός στον κόσμο. Για σένα εγώ θα είμαι μοναδική στον κόσμο...
- Αρχίζω να καταλαβαίνω, είπε ο μικρός πρίγκιπας. Ξέρω ένα λουλούδι..., νομίζω πως με ημέρωσε...
Γίνεται, είπε η αλεπού. Βλέπει κανείς στη Γη τόσα περίεργα πράματα...
- Ω! δεν είναι πάνω στη Γη, είπε ο μικρός πρίγκιπας.
Η αλεπού φάνηκε πολύ παραξενεμένη:
- Πάνω σ' άλλο πλανήτη;
- Ναι.
- Έχει κυνηγούς σ' αυτό τον πλανήτη;
- Όχι.
- Πολύ ενδιαφέρον αυτό. Και κότες;
- Όχι.
- Τίποτα δεν είναι τέλειο, αναστέναξε η αλεπού.
Ξαναγύρισε όμως στην ιδέα της:
- Η ζωή μου είναι μονότονη. Κυνηγάω τις κότες, οι άνθρωποι κυνηγούν εμένα. Όλες οι κότες μοιάζουν, κι όλοι οι άνθρωποι μοιάζουν. Γι' αυτό λοιπόν βαριέμαι κάπως. Αν με ημερώσεις όμως, η ζωή μου θα είναι σαν ηλιόλουστη. Θα γνωρίσω έναν κρότο από πατήματα που θα είναι διαφορετικός απ' όλους τους άλλους. Τ' άλλα πατήματα με κάνουν να χώνομαι κάτω απ' τη γη. Το δικό σου θα με κάνει να βγαίνω έξω απ' τη φωλιά μου, σαν μια μουσική. Κι ύστερα κοίτα! Βλέπεις εκεί κάτω τα χωράφια με το στάρι; Εγώ δεν τρώω ψωμί. Το στάρι εμένα μου είναι άχρηστο. Τα χωράφια με το στάρι δε μου θυμίζουν τίποτα. Κι αυτό είναι κρίμα! Εσύ όμως έχεις μαλλιά χρώμα χρυσαφένιο. Θα είναι λοιπόν θαυμάσια, όταν θα μ' έχεις ημερώσει! Το στάρι, που είναι χρυσαφένιο, θα με κάνει να σε θυμάμαι. Και θα μ' αρέσει ν' ακούω τον άνεμο μέσα στα στάχνα...
Σώπασε η αλεπού και κοίταξε πολλή ώρα το μικρό πρίγκιπα.
- Σε παρακαλώ..., ημέρωσέ με, του είπε!
- Θέλω βέβαια, της αποκρίθηκε ο μικρός πρίγκιπας, μα δε με παίρνει ο καιρός. Έχω ν' ανακαλύψω φίλους και πολλά πράματα να γνωρίσω.
- Δε γνωρίζει κανείς παρά τα πράματα που ημερώνει, είπε η αλεπού. Οι άνθρωποι δεν έχουν πια καιρό να γνωρίσουν τίποτα. Τ' αγοράζουν όλα έτοιμα στα εμπορικά. Καθώς όμως δεν υπάρχουν εμπορικά που πουλάνε φίλους, οι άνθρωποι δεν έχουν πια φίλους. Αν θες ένα φίλο, ημέρωσε με!
- Τι πρέπει να κάνω;, είπε ο μικρός πρίγκιπας.
- Πρέπει να έχεις μεγάλη υπομονή, αποκρίθηκε η αλεπού. Θα καθίσεις πρώτα κάπως μακριά μου, έτσι στο χορτάρι. Εγώ θα σε κοιτάζω με την άκρη του ματιού μου κι εσύ δε θα λες τίποτα. Τα λόγια είναι που κάνουν τις παρεξηγήσεις.
Αλλά, κάθε μέρα, θα μπορείς να κάθεσαι λιγάκι πιο κοντά...
Την άλλη μέρα ήρθε πάλι ο μικρός πρίγκιπας.
- Θα 'ταν πιο καλά να έρχεσαι πάντα την ίδια ώρα, είπε η αλεπού. Αν έρχεσαι, λόγου χάρη, στις τέσσερις το απόγευμα, εγώ θ' αρχίζω από τις τρεις να είμαι ευτυχισμένη. Όσο θα περνάει η ώρα, τόσο εγώ θα νιώθω και πιο ευτυχισμένη. Στις τέσσερις πια, δε θα μπορώ να καθίσω και θα τρώγομαι• θ' ανακαλύψω την αξία της ευτυχίας. Αν έρχεσαι όμως όποτε και να 'ναι, δε θα ξέρω ποτέ ποια ώρα να φορέσω στην καρδιά μου τα καλά της... Σ' όλα χρειάζεται κάποια τελετή.
- Τι είναι τελετή;, είπε ο μικρός πρίγκιπας.
- Είναι κι αυτό κάτι που πολύ παραμελήθηκε, είπε η αλεπού. Είναι αυτό που κάνει τη μια μέρα να μη μοιάζει με τις άλλες, τη μια ώρα με τις άλλες ώρες. Οι κυνηγοί μου, λόγου χάρη, έχουν μια τελετή. Κάθε Πέμπτη χορεύουν με τις κοπέλες του χωριού. Γι' αυτό η Πέμπτη είναι θαυμάσια μέρα! Μπορώ και κάνω μια βόλτα ως τ' αμπέλι. Αν χόρευαν οι κυνηγοί όποτε και να 'ναι, όλες οι μέρες θα μοιάζαν μεταξύ τους, κι εγώ δε θα είχα καθόλου διακοπές.
Έτσι ο μικρός πρίγκιπας ημέρωσε την αλεπού. Κι όταν κόντευε πια η ώρα που θα χωρίζανε:
- Αχ!, είπε η αλεπού. Κλάμα που θα κάνω...
- Εσύ φταις, είπε ο μικρός πρίγκιπας, εγώ δεν ήθελα το κακό σου, μα εσύ θέλησες να σε ημερώσω...
- Ναι, σωστά, είπε η αλεπού.
- Μα τώρα θα κλάψεις!, είπε ο μικρός πρίγκιπας.
- Ναι, σωστά, είπε η αλεπού.
- Και τότε τι κέρδισες;
- Κέρδισα, είπε η αλεπού, γιατί μου μένει το χρώμα του σταριού.
Ύστερα πρόσθεσε:
- Άμε να ξαναδείς τα τριαντάφυλλα. Θα καταλάβεις πως το δικό σου είναι το μοναδικό στον κόσμο. Να περάσεις πάλι αποδώ, για να μ' αποχαιρετήσεις, κι εγώ θα σου χαρίσω ένα μυστικό.
Ο μικρός πρίγκιπας πήγε και ξαναείδε τα τριαντάφυλλα:
- Δε μοιάζετε καθόλου με το δικό μου τριαντάφυλλο, εσείς δεν είσαστε ακόμα τίποτα, τους είπε. Κανένας δε σας ημέρωσε κι εσείς δεν ημερώσατε κανένα. Είσαστε όπως ήταν η αλεπού μου. Ήταν μια αλεπού όμοια μ' εκατό χιλιάδες άλλες. Γίναμε όμως φίλοι, και τώρα είναι μοναδική στον κόσμο.
Και τα τριαντάφυλλα δεν είχαν μούτρα να σταθούν.
- Είσαστε όμορφα, μα είσαστε άδεια, τους είπε ακόμη. Δεν μπορεί κανείς να πεθάνει για το χατίρι σας. Βέβαια, ένας κοινός διαβάτης, το δικό μου τριαντάφυλλο θα το νόμιζε πως σας μοιάζει. Αλλά εκείνο μόνο του έχει πιο πολλή σημασία απ' όλα εσάς μαζί, αφού είναι αυτό που πότισα. Αφού είναι αυτό που έβαλα κάτω από τη γυάλα.
Αφού είναι αυτό που προστάτεψα με το παραβάν. Αφού είναι αυτό που του σκότωσα τις κάμπιες (εκτός από τις δυο ή τρεις, για να γίνουν πεταλούδες). Αφού είναι αυτό που τ' άκουσα να παραπονιέται ή να κομπάζει ή καμιά φορά και να σωπαίνει. Αφού είναι αυτό το δικό μου τριαντάφυλλο.
Και ξαναγύρισε στην αλεπού:
- Αντίο, της είπε.
- Αντίο, είπε η αλεπού. Να το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό: μόνο με την καρδιά βλέπεις καλά. Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια.
- Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια, ξαναείπε ο μικρός πρίγκιπας, για να το θυμάται.
- Ο καιρός που έχασες για το τριαντάφυλλό σου είναι που το κάνει να έχει τόση σημασία.
- Ο καιρός που έχασα για το τριαντάφυλλό μου..., έκανε ο μικρός πρίγκιπας, για να το θυμάται.
- Οι άνθρωποι έχουν ξεχάσει τούτη την αλήθεια, είπε η αλεπού. Εσύ όμως δεν πρέπει να την ξεχάσεις. Απ' εδώ κι εμπρός θα είσαι για πάντα υπεύθυνος για εκείνο που έχεις ημερώσει. Είσαι υπεύθυνος για το τριαντάφυλλό σου...
- Είμαι υπεύθυνος για το τριαντάφυλλό μου..., ξαναείπε ο μικρός πρίγκιπας, για να το θυμάται.
Α. ντε Σαιντ-Εξυπερύ, Ο μικρός πρίγκιπας,  μτφρ. Στρατής Τσίρκας, Ηριδανός


Η φωτογραφία είναι από https://www.greekbooks/


Γη των Ανθρώπων

Απόσπασμα 

Εδώ και μερικά χρόνια, σε ένα μακρύ ταξίδι με το τραίνο, θέλησα να επισκεφτώ την μετακινούμενη πατρίδα, όπου είχα κλειστεί για τρεις μέρες, αιχμάλωτος για τρεις μέρες αυτού του θορύβου σαν από χαλίκια που τα κυλά η θάλασσα, και σηκώθηκα. Διέσχισα, κατά τη μία το πρωί το τραίνο από τη μια άκρη ως την άλλη. Τα βακόν-λι ήταν άδεια. Τα βαγόνια της πρώτης θέσεως ήταν άδεια.
Όμως τα βαγόνια της τρίτης στέγαζαν εκατοντάδες Πολωνούς εργάτες, που είχαν απολυθεί από τη Γαλλία και ξαναγύριζαν στην Πολωνία τους. Και πέρναγα τους διαδρόμους, δρασκελώντας ξαπλωμένα σώματα. Στάθηκα να κοιτάξω. Ορθός, κάτω από το φώς, αντίκριζα μέσα σε αυτό το δίχως χωρίσματα βαγόνι, που έμοιαζε με θάλαμο και μύριζε στρατώνα ή κρατητήριο, ένα ολόκληρο λαό ανάκατο, που ταρακουνιόταν από τη ρυθμική κίνηση του τραίνου. Ένα ολόκληρο λαό, βυθισμένο στα κακά του όνειρα, που ξαναγύριζε στη μιζέρια του. Χοντρά ξυρισμένα κεφάλια κυλούσαν πάνω στα σανίδια των πάγκων. Άντρες, γυναίκες, παιδιά, στριφογύριζαν όλοι δεξιά και αριστερά, σαν χτυπημένοι από όλους αυτούς τους θορύβους, όλα αυτά τα τραντάγματα, που τους απειλούσαν στη λησμονιά τους. Δεν είχαν βρει τη φιλοξενία ενός καλού ύπνου.

Ένα παιδί θήλαζε μια μάνα, τόσο κουρασμένη, που έμοιαζε σαν να κοιμόταν. Η ζωή μεταδινόταν μέσα στην παραζάλη και την ανακατωσούρα του ταξιδιού. Κοίταζα τον πατέρα. Ένα κεφάλι βαρύ και γυμνό σαν πέτρα. Ένα κορμί διπλωμένο στον άβολο ύπνο, φυλακισμένο στα ρούχα της δουλειάς, φτιαγμένο από καμπούρες και βαθουλώματα. Έμοιαζε με ένα σωρό λάσπη. Έτσι, τη νύχτα, ναυάγια που δεν έχουν πια ανθρώπινο σχήμα κοιμούνται βαριά πάνω στους πάγκους της αγοράς. Και συλλογιόμουν: το πρόβλημα δεν βρίσκεται διόλου σε αυτή τη μιζέρια, σε αυτή τη βρώμια, ούτε σε αυτή την ασχήμια. Όμως αυτός ο ίδιος άντρας και αυτή η ίδια γυναίκα, γνωρίστηκαν μια μέρα και ο άντρας σίγουρα χαμογέλασε στη γυναίκα. Σίγουρα μετά τη δουλειά της έφερε λουλούδια. Συνεσταλμένος και αδέξιος, έτρεμε ίσως μην τον περιφρονήσει. Μα η γυναίκα, από φυσική φιλαρέσκεια, η γυναίκα, σίγουρη για τη χάρη της ευχαριστιόταν ίσως να τον κρατά σε αμφιβολία. Και εκείνος που πια δεν είναι σήμερα παρά μια μηχανή για να σκάβει ή να φτυαρίζει, δοκίμαζε έτσι στην καρδιά του τη γλυκεία αγωνία. Το μυστήριο είναι πού έγιναν αυτοί οι σωροί από λάσπη. Από ποιο τρομερό καλούπι πέρασαν και τους σημάδεψε, όπως η πρέσα το μέταλλο; Ένα γερασμένο ζώο διατηρεί τη χάρη του. Γιατί αυτή η ωραία ανθρώπινη άργιλος έπαθε τέτοια φθορά;

Κάθισα αντίκρυ σε ένα ζευγάρι. Ανάμεσα στον άντρα και στην γυναίκα, το παιδί, όσο γινόταν πιο βολικά, είχε χωθεί και κοιμόταν. Γύρισε όμως μέσα στον ύπνο του και το πρόσωπο του μού φανερώθηκε κάτω απ΄το φώς. Ά! Τι εξαίσιο πρόσωπο! Είχε γεννηθεί από αυτό το ζευγάρι, κάτι σαν ένας χρυσός καρπός. Από αυτά τα βαριά και άχαρα σώματα είχε βγει αυτό το επίτευγμα λεπτότητας και χάρης. Έσκυψα πάνω από αυτό το λείο μέτωπο, από αυτά τα γλυκά σουφρωμένα χείλη και είπα μέσα μου: να ένα πρόσωπο μουσικού, να το παιδί Μότσαρτ, να μια ωραία υπόσχεση της ζωής. Οι μικροί πρίγκιπες των παραμυθιών δεν ήταν αλλιώτικοι. Αν έβρισκε προστασία, στοργή, καλλιέργεια, και τι δε θα μπορούσε να γίνει! Όταν γεννιέται ένα καινούργιο τριαντάφυλλο, στους κήπους, από διασταύρωση, όλοι οι κηπουροί συγκινιούνται. Απομονώνουν το τριαντάφυλλο, το καλλιεργούν, το ευνοούν. Όμως δεν υπάρχει κηπουρός για τους ανθρώπους. Το παιδί Μότσαρτ θα περάσει, μαζί με τους άλλους από την πρέσα. Ο Μότσαρτ θα βρει τις πιο ανώτερες χαρές του στη διεφθαρμένη μουσική, μέσα στη βρωμιά των καφενείων. Ο Μότσαρτ είναι καταδικασμένος.

Και ξαναγύρισα στο βαγόνι μου. Μέσα μου έλεγα: αυτοί οι άνθρωποι δεν υποφέρουν καθόλου από την κατάντια τους. Και δεν είναι ο οίκτος που με βασανίζει. Το θέμα δεν είναι να συγκινείσαι για μια πληγή που ποτέ δεν κλείνει. Αυτοί που την έχουν δεν την νοιώθουν. Εκείνο που τραυματίζεται εδώ, που βλάπτεται, είναι το ανθρώπινο είδος και όχι το άτομο. Δεν πιστεύω καθόλου στον οίκτο. Αυτό που με βασανίζει είναι η άποψη του κηπουρού. Αυτό που με βασανίζει δεν είναι τούτη η αθλιότητα, όπου στο κάτω- κάτω βολεύεται κανείς, το ίδιο καλά, όπως και στην τεμπελιά. Γενιές και γενιές ανατολίτες ζούνε μέσα στην λίγδα και τους αρέσει. Αυτό που με βασανίζει δεν το θεραπεύουν τα λαϊκά συσσίτια. Αυτό που βασανίζει δεν είναι ούτε οι καμπούρες και τα βαθουλώματα στα κορμιά ούτε η ασχήμια. Είναι ο Μότσαρτ που δολοφονείται μέσα στον κάθε άνθρωπο…

Μόνο το Πνεύμα, όταν πνέει στη λάσπη, μπορεί να δημιουργήσει τον Άνθρωπο.









ΤΖΟΥΛΙΑ ΠΟΥΛΗΜΕΝΑΚΟΥ "ΗΜΙΤΕΛΕΣ ΠΑΙΧΝΙΔΙ"


Εσύ μ’ έμαθες να παίζω το "κρυφτό"
μαζί με τ’ άλλα τα παιδιά της γειτονιάς,
τα καλοκαίρια στο χωριό...

Κι αυτά, να τρέχουν σαν τρελά
να ’βρουν κρυψώνα,
εγώ, τυφλά να μετρώ μέχρι το εκατό,
της νιότης μου τα όμορφα τα χρόνια
νοσταλγώντας...

Τα βήματα ηχούν στη σκέψη μου,
πίσω απ’ την τρεχούμενη τη βρύση,
μέσα στο άδειο το βαρέλι,
κάτω από το σιδερένιο κρεβάτι της γιαγιάς...

"Φτου και βγαίνω" , ακούγεται η φωνή μου
κι ύστερα να ψάχνω ήχους από κοφτές αναπνοές,
της νιότης μου τα όνειρα... δε φανερώνονται!

"Φτου ξελευτερία"...
μα με πρόλαβε ο Σωκράτης,
προτού προφτάσω τη δική μου απολογία να πω!

Μα η μνήμη έχασε το μέτρημα
λες και το μυαλό έπαιζε το δικό του παιχνίδι
κι έμεινε εκεί μετέωρη,
αιχμάλωτη,
αλυσοδεμένη...

"Πέντε, δέκα, δεκαπέντε, είκοσι, εικοσιπέντε..."

Εσύ που μ’ έμαθες να παίζω το "κρυφτό"
γιατί ποτέ σου δε φανερώθηκες;

ΤΖΟΥΛΙΑ ΠΟΥΛΗΜΕΝΑΚΟΥ
ΣΥΛΛΟΓΗ "ΑΠΡΟΣΜΕΝΗ ΑΝΟΙΞΗ"
Β΄ΕΚΔΟΣΗ 2017 - ΚΕΝΤΡΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΧΑΡΗ ΤΖΟ ΠΑΤΣΗ