Να σε σημαδεύει τ’ απλωμένο χέρι του ζητιάνου
και συ να πορεύεσαι άτρωτος το δρόμο της ευθύνης,
απρόσβλητος κάτω από την πανοπλία της ψευδαίσθησης
κι ευτυχής στης ψυχής σου τη μακάρια δεσποτεία,
πως έδειχνε και στιγμάτιζε της πολιτείας το χρέος,
μη θαρρείς πως πρωτοτύπησες που ξέφυγε της προσοχής σου
ούτε πως εξιλεώθηκες που υπέκυψες στην οργή σου.
Ανύποπτοι, πριν από σένα διαβήκαν κι άλλοι.
Να σε γυμνώνει το γυμνασμένο βλέμμα του τσιγγάνου
και συ να υποπτεύεσαι ως αγυρτεία τις δοκιμές του,
οχυρωμένος στην ασφαλή μικρότητα του νου
κι αλώβητος στην άστεγη αλητεία της αλαζονείας,
πως ενίσχυε η εποπτεία του του κόσμου τη δυσπιστία,
μη νομίζεις πως απέφυγες στο δρόμο να δυστυχήσεις
ούτε και πως λυτρώθηκες με ειλικρινείς δεήσεις.
Αμύητοι, πριν από σένα προσευχηθήκαν κι άλλοι.
Να σε καρφώνει η ασπούδαστη γλώσσα του μετανάστη
και συ ν’αντρειεύεσαι σε μια περιτειχισμένη πατρίδα
ανέγγιχτος απ’ την καθημερινή εγχώρια εξορία
και συνεπής στην απόκρυφη εθνική μονομανία,
πως διέρρηξε το φόβο σου και την ιστορία,
μην αισθάνεσαι πως κέρδισες του πολίτη τη γοητεία
ούτε και πως κατέθεσες στην υστεροφημία μνεία.
Ασπόνδυλοι, πριν από σένα το καυχηθήκαν κι άλλοι.
Να σε διαβαίνει και να σε καθαιρεί η δόκιμη νιότη
και συ να στρατεύεσαι πιστός, μ’ αναφορές τυπολατρείας,
αυτόκλητος στην άρνηση, της τάξης συνταγμένος
και ευτυχής που πρόλαβες ασύμμετρες προκλήσεις,
πως ήταν επικίνδυνες κοινωνικές αναρριχήσεις,
μη νιώθεις πως δοκίμασες τις αντοχές της πίστης
ούτε και πως λειτούργησες στη συνοχή της φύσης.
Αυτόμολοι, πριν από σένα το αρνηθήκαν κι άλλοι.
Να σε μαυλίζουν οι μύστες του ήχου και της εικόνας
κι εσύ να απογοητεύεσαι στην αίσθηση της ανάγκης,
ανήσυχος που γλίστρησε η απορία στη σιωπή
και δυστυχής στην τυραννία της κοινής αποδοχής,
πως σε ρημάζουν και σου αδειάζουν την ψυχή,
να νιώθεις πως δε χάθηκε το πείσμα του ονείρου
ούτε και πως χρεώθηκες μόνος τη μοναξιά.
Πριν από σένα, μαζί με σένα, ονειρευτήκαν κι άλλοι.
Του ’λεγε να καταφύγει στην ποίηση,
γιατί μπορούσε ως μύστης να την υπηρετήσει,
στην τέχνη της να υψωθεί,
να λυτρωθεί στη δημιουργία
και να μεταλάβει της ζωής την ομορφιά,
στίχο το στίχο,
κι απ’ τη θεία τούτη μετάληψη
τόσοι πιστοί προσκυνητές και λειτουργοί να πιούνε.
Αρνήθηκε τη σιωπή, φοβήθηκε και τον ύμνο,
γιατί η ποίηση δεν είναι του λόγου σμίλεμα
ούτε έμπνευση του απείθαρχου μυαλού.
Απέχει από την τέχνη και τη σπουδή
και δε συνθέτει πανδαισία
ούτε έκφραση είναι και επικοινωνία.
Είναι οργή και σπαραγμός,
άλγος και ορρωδία,
κατάβαση είναι στα σκοτεινά του θανάτου,
και μοίρασμα και σκόρπισμα της ψυχής.
Είναι κραυγή απ’ την άβυσσο,
ανάστασης πισωγύρισμα,
γεννησημιού το φύτρο,
φως αστραπής που φλογίζει των αδύτων
και φαίνονται στο μεγαλείο τους,
τ’ ανθρώπινα τα πάθη.
Του ́λεγε ν ́ αρμενίζει της ζωής,
με θάλασσα το στοχασμό και άνεμο το λόγο.
Οι λέξεις κόκκινα πανιά,
οι στίχοι του κατάρτια,
μακριά απ ́ αβάσταχτα λιμάνια
κι ανυπόφορες στεριές.
Ανεπιτήδευτα της νύχτας αδελφοποιτοί,
το βιώσατε κι οι δυο
με ταυτισμένη σκέψη.
Δεν είναι η ποίηση διαφυγή
και γλίστρημα στο χρόνο,
ούτε καταφυγή κι αρμένισμα ονείρου.
Οδύνη είναι στ’ αδιέξοδο
και παράδοση στη μοναξιά τ’ απείρου.
Γι αυτό και δεν διαβάζεται,
παρά ομολογείται.



.jpg)