Πέμπτη, 21 Οκτωβρίου 2021

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΛΙΧΝΟΣ "ΝΟΣΤΟΣ" Διήγημα


Bruno Catalano "Ταξιδιώτης"

Χάρμα οφθαλμών η θέα! Μια απέραντη κυματιστή κουβέρτα ομίχλης καλύπτει ολάκερο τον κάμπο, ενώ στο βάθος, στη γραμμή του ορίζοντα, αναδύεται θριαμβικά ο πύρινος δίσκος του ήλιου για να διαλύσει την πάχνη και να θερμάνει την πλάση. Με τον ίδιο τρόπο που πυρώνει την καρδιά μου η λαχτάρα να φτάσω ξανά στην πλαγιά όπου είναι χτισμένο του παππού μου το σπίτι.

Απαράλλαχτος έχει μείνει ο τόπος εδώ, δύσβατο κι άγριο είναι το μέρος μα δεν αποδιώχνει τον άνθρωπο, τον καλοδέχεται. Τα στήθη φουσκώνουν από τον τσουχτερό βουνίσιο αγέρα και τα ρουθούνια ανοίγουν διάπλατα για να υποδεχτούν τις οσμές της νοτισμένης γης. Και καθώς καθαρίζει η ατμόσφαιρα, λαγαρίζει κι ο νους και ξεφορτώνεται τις συνηθισμένες του έγνοιες. Κι αν τα καταφέρει να ξεστρατίσει ολότελα, να απομακρυνθεί από της καθημερινότητας τα τετριμμένα προβλήματα, αποξεχνά για λίγο τη σκληρότητα της ζωής και περιπλανιέται αχαλίνωτος στης φύσης τα σεπτά μονοπάτια.

Χρόνια ολόκληρα νοσταλγούσα το βουνό τούτο κι από την ανυπομονησία μου δεν έκλεισα μάτι όλο το βράδυ εχθές. Δεν είναι δα και πράμα μικρό να επιστρέφεις, ύστερα από τόσο καιρό, στους τόπους που μεγάλωσες και να επισκέπτεσαι το πατρικό σου το σπίτι. Από το χάραμα στο πόδι ήμουν, κάνοντας βαρύκαρδα ετοιμασίες, συντροφιά με μια γλυκόπικρη μελαγχολία που πράυνε λίγο την λαχτάρα μου και των αναμνήσεων το ορμητικό θρασομάνημα. Κι όταν τελικά το πήρε απόφαση να σηκωθεί και η Έλλη, ξεκινήσαμε το οδοιπορικό μας. Με τις συγκοινωνίες φτάσαμε μέχρι το χωριό και ύστερα ανηφορίσαμε πεζοί, ακολουθώντας ξέπνοοι τ' ορεινό μονοπάτι. Σ' όλη την διαδρομή δεν σταμάτησα να μιλώ για τις αναμνήσεις μου από τούτο το μέρος, μα εμπρός στη θέα του δεν έβρισκα να ξεστομίσω κουβέντα. Η εικόνα καταργούσε τις θύμησες και τις απωθήσεις και κάθε λέξη έμοιαζε με ευτελές προκάλυμμα για εκείνο που παρέμενε διαρκώς ακατάληπτο.

Σαν ιερή ανάβαση αισθάνθηκα αυτή την διαδρομή και εξερευνούσα κάθε πτυχή του εδάφους, μήπως κι αναθυμηθώ κάτι που θα με επανασύνδεε με αυτό το αρχέγονο μέρος. Αμέτρητα χρόνια, από παιδί, έχω να επισκεφτώ του παππού μου το σπίτι. Τέσσερις δεκαετίες, σχεδόν, έχω να πατήσω πόδι στο χωριό μου γενικώς. Εκτοπίστηκα άθελα μου από μικρός και ύστερα το εγκατέλειψα ηθελημένα. Δέσμιος της βιοπάλης ο πατέρας μου, έφυγε απ' το χωριό αναζητώντας δουλειά. Υποδουλωμένος στο μεροκάματο κι εγώ, τράβηξα αντίστοιχο δρόμο από παιδί και τώρα πια γέρασα. Το 'φέρε η μοίρα να ξενιτευτώ και να νοικιάζω τα χέρια μου στα γερμανικά εργοστάσια. Για να προσφέρω στα παιδιά μου κάτι περισσότερο απ' ό,τι φύλαγε σε 'μένα η τύχη μου.

Έτσι ξεκινά πάντα η ζωή, με βλέψεις και όνειρα, μα σταδιακά η βιοπάλη απομυζά την φαιά ουσία του εγκεφάλου και στραγγίζει τους χυμούς του κορμιού. Μέχρι να μην έχεις κουράγιο παρά μόνο για δουλειά και την απαιτούμενη ξεκούραση για να συνεχίζεις να εργάζεσαι. Μέχρι να πάψει να ρέει η σκέψη και να γιομίσει κόμπους, άλυτους και λιγδιασμένους, ώστε να μην πηγαίνει ποτέ παραπέρα από εκεί που ορίζουν αυτοί που μας περάσαν το χαλινάρι. Απόλυτη προσαρμογή στις συνθήκες, πλήρης υποταγή στην αναγκαιότητα της μισθωτής εργασίας· που όσο πιο ανυπόφορη γίνεται, τόσο αναγκάζεσαι να την παραβλέπεις. Προϋπόθεση επιβίωσης οι ψευδαισθήσεις λοιπόν, αυστηρώς απαραίτητο το αφιόνισμα του μυαλού. Αβάσταχτη καταλήγει η ζωή χωρίς αυταπάτες που θα εξωραΐζουν την επιβίωση σε ζωή, τη σκλαβιά σε εργασία, το ματωμένο υστέρημα σε κομπόδεμα.

Δεν βαριέσαι όμως, είχαμε πάντοτε το προνόμιο να αποβλέπουμε στο αύριο. Οικονομία και αποταμίευση! Έτσι πορευτήκαμε, κι έγινε απρόσμενα σκέτος παιδεμός η ζωή μας. Ελπίζαμε παρ’ όλα αυτά, πως αν δεν αρρωσταίναμε και δεν μας τύχαινε καμιά αβαρία το κομπόδεμα θα συνέχιζε ν' αβγατίζει για να εξαργυρωθεί σε μελλοντική ευτυχία. Όχι για μας - εμείς την ξέραμε τη μοίρα μας από μικροί - αλλά για τα παιδιά μας. Το δικό μας μέλλον είχε προδιαγραφεί οριστικά τη στιγμή που κινήσαμε για τη Γερμανία. Μια αδιάκοπη υπακοή στα κελεύσματα του ενστίκτου της επιβίωσης έγινε έκτοτε η ζωή μας. Στοιβαχτήκαμε στα βαγόνια του τρένου γιομάτοι ελπίδες και το ακούσαμε να βρυχάται σαν αφηνιασμένο θηρίο που θα μας υφάρπαζε απ' τα σπίτια μας για να μας σύρει σε ξένους τόπους. Κι όταν φτάσαμε στο Μόναχο, αποβιβαστήκαμε απέλπιδες, ξένοι κι αλλόγλωσσοι· με δυο βαλίτσες όλες κι όλες στα χέρια μας.

Σάμπως μπορούσαμε και κάτι άλλο να κάνουμε; Πιθανότατα όχι, απαντάω αυτόματα μα τούτο το ρώτημα μου προκαλεί πάντοτε αμηχανία. Δύσκολο ζήτημα για το λήξεις ολότελα κι εγώ ποτέ μου δεν κόπιασα σοβαρά κι ούτε μπόρεσα να το λύσω στο πόδι και να ξεμπερδέψω. Τραβούσα το δρόμο μου, αυτόν που μας οδηγούσε σιωπηρά σε μια ατέρμονη αλυσίδα επιβεβλημένης και εθελούσιας σκλαβιάς· καθηλώνοντας μας να ατενίζουμε τη ζωή μακρόθεν, προσδοκώντας μελλοντικές απολαβές. Εξοστρακισμένοι στα εργατικά γκέτο του Μονάχου, να συναναστρεφόμαστε άλλους γκασταρμπάιτερς (φιλοξενούμενος εργάτης στη Γερμανία) που, εξουθενωμένοι όπως και εμείς, σπανίως είχαν το κουράγιο να ανταλλάξουν πάνω από δυο κουβέντες μεταξύ τους. Κάθε βάρδια στο εργοστάσιο, ένα αλόγιστο ξόδεμα της αλκής του κορμιού και μια σταδιακή αποχύμωση της σκέψης.

Αυτή ήταν η ζωή η δική μου και της Έλλης. Δέσμιοι και οι δυο στο ζυγό της αυτοεξορίας και του πικρού ψωμιού από παιδιά, ώστε δεν γνωρίσαμε ποτέ άλλη κατάσταση για τον άνθρωπο. Τέλος κάλο, όλα καλά όμως! Αντέξαμε, επιζήσαμε και σταθήκαμε τυχεροί. Ούτε αρρώστιες, ούτε ατυχίες μεγάλες μας βρήκανε και ήρθε επιτέλους η ώρα της λευτεριάς από τα δεσμά της εργασίας. Να μπορέσουμε να δούμε τον εαυτό μας σαν κάτι περισσότερο από ένα ενοικιαζόμενο εργαλείο, να δούμε πως ζούνε οι άνθρωποι ανάμεσα στους ανθρώπους. Να κάνει και η Έλλη την επέμβαση που χρειάζεται στα πόδια της, γιατί πλέον μετά βίας στέκεται όρθια. Να πάμε επιτέλους και διακοπές στο νησί της, που έχει μαραθεί να το ξαναδεί. Μα το κυριότερο, να εγκατασταθούμε μόνιμα στην πατρίδα, να βγαίνουμε ξέγνοιαστα έξω στο δρόμο, να ακούμε “καλημέρα” και να μας φαίνεται όνειρο.

Η σύνταξη μας είναι καλή και το κομπόδεμα αρκετό, ανταμοιβή για τη σαραντάχρονη συντριβή μας στις μυλόπετρες της εκμετάλλευσης. Εξηντάρηδες πλέον αλλά, παρά τις κακουχίες και τις στερήσεις, στεκόμαστε καλά. Γερές κράσεις αποδειχθήκαμε και οι δυο μας, διαφορετικά, δεν θ’ αντέχαμε. Σπουδάσαμε τα παιδιά μας, αγοράσαμε και δυο διαμερισματάκια να έχουμε ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι μας, να έχουν κι εκείνα. Και τώρα, απαλλαγμένοι από τις βιοποριστικές έγνοιες, θα αγωνιούμε μονάχα για τη ζωή των παιδιών μας. Θα αγωνιούμε περισσότερο από εκείνα, γιατί γνωρίζουμε από πρώτο χέρι τι είδους ζωή τα περιμένει. Αυτά τουλάχιστον θα πουλούν την εργατική τους δύναμη με καλύτερους όρους, αυτό το δώρο τους το κάναμε εμείς με τη δουλειά μας. Μερικές φορές, όμως, μου φαίνονται τόσο απονήρευτα για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ο κόσμος, που σαστίζω και δε βρίσκω καρδιά να τα νουθετήσω. Δε βρίσκω καρδιά, γιατί ξέρω πως γίνεται αφόρητος ο βιος του ανθρώπου αν με το ένα του πόδι δεν πατάει σε κάποιο πλανερό όνειρο. Τα αφήνω να συντηρούν την δική τους εικόνα για τον κόσμο, λοιπόν, μέχρι να τη θρυμματίσει αλύπητα η ίδια η πραγματικότητα. Αβάσταχτη καταλήγει η ζωή χωρίς αυταπάτες!

Τα βήματα μου είναι αργά και σταθερά, μα μέσα μου τρέμω σύγκορμος. Δεκαετίες ολόκληρες με έτρωγε η νοσταλγία σαν αφορμισμένη πληγή και να που σήμερα θα ξανά αντικρίσω του παππού μου το σπίτι, εδώ στους πρόποδες αυτού του βουνού, λιγάκι έξω απ' το χωριό που γεννήθηκα. Η Έλλη αισθάνεται τη συγκίνηση μου και μου παραστέκεται με τον τρόπο της. Σε όλη την διαδρομή δεν είπε κουβέντα. Με κρατάει από το μπράτσο μονάχα και σφίγγει τα δόντια για να ολοκληρώσει μαζί μου αυτό το ταξίδι. Πριν από κάθε σοβαρό εγχείρημα άλλωστε, απαιτείται μια κάποια προετοιμασία και όσο πιο φορτισμένο είναι το ζήτημα, τόσο πιο ανάλαφρη πρέπει να είναι η προπαρασκευή. Τι πιο κατάλληλο για την περίσταση τούτη, λοιπόν, από τη σιωπή; Ποιος θα μπορούσε, ακόμη κι αν ήθελε, να συνοδεύσει με λέξεις αυτή την επιστροφή, αυτή την διαδρομή προς την επανασύνδεση με το παρελθόν; Μέχρι κι ο Ορέστης το κατάλαβε αυτό, ο πρώτος μου ξάδερφος που ήρθε να μας προϋπαντήσει και να μας οδηγήσει στο πατρικό μου· το οποίο πιθανότατα να μην το έβρισκα καν μοναχός μου.

Ούτε πέντε δεν ήμουν όταν έφυγε ο πατέρας μου από το χωριό και πήγε στην πόλη. Από τότε ζήτημα αν ξαναείδα τον Ορέστη δυο φορές μέχρι να φύγω για Γερμανία. Ούτε αυτόν αναγνωρίζω, ούτε τούτο το βουνό, ούτε τους καφενέδες στο χωριό μας. Ξένος πορεύτηκα στο Μόναχο, ξένος βαδίζω κι εδώ και τα παιδιά μου ξένα θα είναι ολούθε. Κι αυτά τα χώματα σαν ξένος τα πατώ τώρα, παρόλο που από παντού αναδύεται η ξεγνοιασιά των παιδικών μου των χρόνων.

Και στο χωριό να έμενα όμως, σε ξένα χωράφια θα δούλευα. Προκοπή στο ξενοδούλι δεν θα 'βρισκα και είναι δυσκολότερο να ζεις στην ανέχεια και να είσαι στον τόπο σου. Να χαμηλώνεις το βλέμμα όποτε συναντάς τον μπακάλη, επειδή ψωνίζεις με πίστωση. Στην ξενιτιά, τουλάχιστον, δεν έχεις κανέναν να ντρέπεσαι. Σαν άγνωστος αναμεταξύ αγνώστων πορεύεσαι. Κι αν η η ντροπή σε πάρει ξοπίσω, γρήγορα χάνεται, την καταπίνει το παράπονο και καταλήγει καημός.

Φτάνει με τα περασμένα όμως, τούτη τη μέρα την περίμενα καιρό και δεν θα αφήσω να την θολώσουν οι θύμησες. Τώρα περπατούμε και σε κάθε βήμα μας καλωσορίζει η φύση. Οι πλαγιές είναι κατάφυτες και οι ανθισμένες μυγδαλιές μου κρυφογνέφουν “καλώς γύρισες”. Από παντού ηχούν τα κουδούνια των ζωντανών και των πουλιών τα ρυθμικά κελαηδίσματα. Οπού θες στέκεσαι και γεύεσαι άγρια σύκα κυκλωμένος από τις οσμές της βλάστησης. Οπού πατάς, ραγίζουν καρύδια κάτω από το πέλμα σου κι ανοίγουν ακόπιαστα να σου προσφέρουν το καρπό τους σαν δώρο. Μακάρι μονάχα να ήταν τέτοια αγία κι ανθρώπινη και η δουλειά μας στις φάμπρικες! Μακάρι να μας είχε υποδεχτεί τόσο φιλόξενα και η ξενιτιά!

- Μεγάλη ήταν τελικά η διαδρομή, Ορέστη.

- Γεράσαμε Ξενοφών. Όταν παρατρέχαμε σαν παιδιά απ' την πλατεία του χωριού μεχρι την καλύβα του παππού σου, ουτε τρία λεπτά δεν μας έπαιρνε. Είπε και γέλασε με το χαρακτηριστικό αργόσυρτο τρόπο του, ενώ εστίαζε πάνω μου με μυωπική προσήλωση για να σιγουρευτεί πως όντως με γνώριζε.

Γεράσαμε είν' η αλήθεια, μα εγώ αναριγώ τώρα μέσα μου σαν αμούστακο παιδί, καθώς αναρωτιέμαι τι περιμένω άραγες να αντικρίσω σαν φτάσουμε. Η ξεθωριασμένη παιδική ανάμνηση αυτού του βουνού ήταν που συνδαύλιζε τη νοσταλγία μου και με γέμιζε θαλπωρή, καθώς περιπλανιόμουν σε ξένες λεωφόρους περιζωσμένος από μια ακατάληπτη γλώσσα και καχύποπτα βλέμματα. Εκεί που επέλεξα να ανταλλάξω την απομόνωση και την εξάντληση για ένα καλύτερο μέλλον. Πως θα μπορούσε ποτέ η πραγματικότητα να αναμετρηθεί με αυτή την παιδική εικόνα που κρατώ φυλαγμένη μες το κεφάλι μου; Πως θα μπορούσα να βρω αναλλοίωτο αυτό που εγκατέλειψα πίσω μου από όταν ήμουν παιδί;
- Καλά κάνατε και φύγατε, Ξενοφών. Εδώ ήμασταν όλοι αγρότες τότε και δεν είχαμε μέλλον. Αγρότης θα γινόσουν κι εσύ και άρα χαμένος θα πήγαινες.
- Καλά, κακά ποιος ξέρει στα αλήθεια;
- Καλά, άκου με που σου λέω. Εδώ δεχτήμαμε την κηδεμονία της ΕΟΚ και υπογράψαμε την καταδίκη μας με αντίτιμο πακέτα Ντελόρ. Από εκεί και ύστερα, γινόταν μόνο ότι πρoστάζαν οι Βρυξέλλες. Είπε παθιασμένα ο Ορέστης και ύστερα σώπασε.
- Για τους Ευρωπαίους η Ελλάδα ήταν τότε το καλύτερο οικόπεδο, Ξάδερφε. Αποκρίθηκα εγώ, μα ήταν τόσο αδιάφορο το ύφος μου, που φάνηκε σαν να μην έχω γνώμη πάνω στο θέμα κι αυτό με έκαμε να φανώ γελοίος στον εαυτό μου.
- Μας διέλυσαν, Ξενοφών. Καλύτερα που έφυγες να μη τα δεις. Τα φρούτα πήγαιναν χαράμι στις χωματερές. Ξεριζώθηκε η καλλιέργεια της σταφίδας, των σιτηρών, του καπνού. Παρήκμασε η καλλιέργεια των αμπελιών και παρέλυσε η ελαιουργία. Να μην μπορούμε να παράγουμε τίποτα και να μπορούν αυτοί να προωθούν τα δικά τους προϊόντα. Να έρθουν ύστερα οι πολυεθνικές και να σαρώσουν δεινοσαυρικά όλα τα μικρά επαγγέλματα.
- Κι εμείς στη ξενιτιά νομίζεις καλύτερα περάσαμε; Ένα πράμα μάθαμε για ζωή· σκληρή δουλειά και αποταμίευση. Να στέλνουμε συνάλλαγμα πίσω, να συγκεντρώνουμε χρήματα για να ανοίξουμε μια επιχείρηση και να γλιτώσουμε από τη μοίρα του εργάτη. Για να μη πεθάνουμε σε ξένο χώμα σαν γκασταρμπάιτερς.
- Βγάλατε τα παιδιά σας όμως· τα σπουδάσατε να έχουν καλύτερο μέλλον.
- Και τώρα γυρνάμε στη πατρίδα που δεν γνώρισαν για να τους κουνήσουμε το μαντίλι, καθώς θα φεύγουν.
- Τι να έρθουν να κάνουν εδώ; Εδώ δεν βρίσκεις πια μεροκάματο, γιομίσαμε ξένους δουλευταράδες. Φεύγουν οι Έλληνες, για να 'ρθούνε οι ξένοι ή μάλλον έρχονται αβέρτα οι ξένοι και γι' αυτό αναγκάζονται να φύγουν οι Έλληνες.
- Τα ίδια λέγανε και για μας όταν πήγαμε στη Γερμανία, Ορέστη. Ότι ρίξαμε τα μεροκάματα και στερήσαμε το ψωμί από τους ντόπιους εργάτες.
- Κι άδικο είχανε; Μακάρι να καθότανε ο καθένας στον τόπο του, αλλά φαίνεται πως δεν γίνεται αυτό.
- Το αν γίνεται ή δεν γίνεται, δεν ξέρω να σ’ το απαντήσω. Αυτό που με πονάει όμως, είναι πως τα παιδιά μας ούτε να ακούσουν δεν θέλουν για επιστροφή στην Ελλάδα. Μπορεί να ήρθαν μαζί μας σε αυτό το ταξίδι, έμειναν όμως στο διαμέρισμα που αγοράσαμε στην Αθήνα. Καμία όρεξη δεν είχαν να κουβαληθούν εδώ, να ξεψαχνίσουν τις ρίζες τους. Ποιες ρίζες θα μου πεις; Ούτε ιδέα δεν έχουν για τη ζωή των παππούδων τους. Επιχείρησα κάμποσες φορές να τους μιλήσω, αλλά δεν έδειξαν το παραμικρό ενδιαφέρον. Δεν τα αδικώ, μεγαλώσαν αλλού και βλέπουν αλλιώς τη ζωή που ξανοίγεται εμπρός τους. Τα ίδια με μας θα τραβήξουνε όμως· εξειδικευμένα βέβαια, αλλά πάλι ενοικιαζόμενα χέρια σε ξένο τόπο θα είναι.

Είχαμε σχεδόν φτάσει στο προορισμό μας και οι αναμνήσεις με επισκέπτονταν πλέον ορμητικά και ασύνταχτα. Θυμήθηκα τον παππού μου που είχε παραμορφωθεί από την πολλή δουλειά, καμπουριασμένο σαν ανθρώπινο αγκίστρι. Θυμήθηκα πως οι συγχωριανοί του τον πείραζαν, γιατί συχνά προκαλούσε γέλιο η στάση του· σε όσους το βαστούσε η καρδία τους να γελάσουνε με τέτοιο θέαμα. Τη γιαγιά μου δεν πρόλαβα να τη γνωρίσω. Διπλά δουλεμένη, σαν γυναίκα αυτή, ξεχαρβάλωσε πριν απ' την ώρα της. Θυμήθηκα και τη στιγμή που ξεφούρνισα στο πατέρα μου πως θα φύγω στο εξωτερικό για δουλειά και τον πιάσαν τα κλάματα. Ακόμη και σήμερα, δεν ξέρω αν δάκρυσε από χαρά ή από στεναχώρια, από ελπίδα ή απόγνωση.

Σαν έφυγα, έστελνα συνεχώς γράμματα στους δικούς μου και πάντα πως «είμαι καλά» έγραφα. «Όλοι μας χαίρουμε άκρας υγείας» μου απαντούσαν κι εκείνοι, μέχρι που γεράσαν και πέθαναν. Εμείς όμως θα έχουμε πιότερη άνεση, θα μπορούμε να ταξιδεύουμε και να επισκεπτόμαστε τα παιδιά μας όποτε θέλουμε. Θα μπορούν να έρχονται κι αυτά για διακοπές να μας βλέπουν και κάθε φορά που θα φεύγουν, θα δακρύζω σαν το πάτερα μου, από χαρά και στεναχώρια συνάμα. Να δω μονάχα τι θα σκέφτομαι όταν θα μου γράφουν πως τα περνάνε καλά. “Να μου γράφουν” λέω; Τώρα θα μιλάμε τηλεφωνικώς, όποτε θέλουμε. Πιο δύσκολο σήμερα να κρύψεις τον καημό και τον πόνο σου.

Βέβαια, τόσα και τόσα παιδιά φεύγουν στο εξωτερικό σήμερα, δεν είναι δα και το τέλος του κόσμου. Ατελείωτα πηγαινοέρχονται τα καραβάνια των ανθρώπων. Το άσχημο δεν είναι να ξεριζώνεσαι όμως, ούτε το να κατοικείς σε άγνωρα μέρη με συνήθειες παράξενες. Το άσχημο είναι να καταλήγεις ξένος στους δικούς σου ανθρώπους. Τι πιο αλλότριο άλλωστε, από το οικείο που με το χρόνο καθίσταται αγνώριστο; Παλιά φανταζόμουν τους συγγενείς μου στην Ελλάδα να με μελετάνε αραιά και που και να λένε: “Ο Ξενοφών είναι στη Γερμανία. Ποιος να ξέρει άραγε πως τα περνάει εκεί”. Και καθώς θα με μελετάνε, χρόνο με το χρόνο, θα ξεχνάνε ολοένα τα μούτρα μου και τη χροιά της φωνής μου. Κι αν τύγχανε μια μέρα να εμφανιστώ δίπλα τους στο καφενέ, ούτε που θα με αναγνώριζαν.

Ο Ορέστης πιστεύει πως πράξαμε καλά που ξενιτευτήκαμε, μέχρι και τυχερούς μας θεωρεί απ' ό,τι κατάλαβα. Τυχεροί, που γινήκαμε ξένοι με όσα γνωρίζαμε. Κι απ' την άλλη, κατηγορεί τους ξένους για όσα συνέβησαν στο δικό μας τον τόπο. Μα αναρωτιέμαι τώρα, ποιοι είναι αυτοί οι ξένοι, οι συλητές του ανθρώπινου ίδρου; Ξένος είσαι εσύ, Ορέστη, για μένα. Ξένος γίνηκα εγώ απέναντι στον εαυτό μου τον ίδιο. Τίποτα δεν έμεινε πάνω μου που να θυμίζει το άβγαλτο χωριατόπουλο που έφυγε κάποτε για τη Γερμανία. Ξένη είσαι και εσύ Έλλη μου, αγνώριστη έγινες εντελώς και δεν μπορώ να βρω στη μορφή σου διόλου το πρόσχαρο πλάσμα που κάποτε αγάπησα.

Τι τα σκέφτομαι τώρα όλα αυτά; Tι θα μπορούσα να είχα πράξει διαφορετικά άραγες; Ίσως τίποτα. Θα μπορούσα όμως να λέω τουλάχιστον τα πράγματα με τ’ όνομα τους. Το ταξίδι στην Γερμανία ξερίζωμα, το εργοστάσιο κάτεργο, τον εαυτό μου γκασταρμπάιτερ. Τα βαφτίσαμε όλα με ονόματα παράταιρα σήμερα και έχασαν πλέον οι λέξεις το νόημα τους. Και τώρα τρέμω για όσα πρέπει να ξεστομίσω, για την ώρα που θα πρέπει να ευχηθώ στα παιδιά μου βιο ανέφελο κι ακύμαντο στη ξενιτιά. Φοβάμαι πως δε θα καταφέρω να το πράξω χωρίς να δαγκώσω τη γλώσσα μου. Παρ' όλ' αυτά θα το κάνω, γιατί ξέρω πως είναι αβάσταχτη η ζωή χωρίς εξωραϊσμούς.

Ακόμη κι αυτό το ταξίδι, απόρροια μακροχρόνιων εξιδανικεύσεων είναι και για αυτό νιώθω ρευστός να περιπλανιέμαι σαν ίσκιος στα μέρη που μεγάλωσα. Μέχρι να φτάσω στο προορισμό μου κι αυτός τάχα να νοηματοδοτήσει τα πάντα. Μα τώρα που στέκομαι στο πατρικό μου απέξω, μένω κενός και σαστισμένος να το κοιτώ, με την γυναικά μου και τον Ορέστη να περιμένουν αμίλητοι δυο βήματα πίσω μου. Μου μεταδίδει μια θλίψη αβάσταχτη, η θέα της ετοιμόρροπης και εγκαταλελειμμένης ετούτης παράγκας και πρέπει οπωσδήποτε να αποστρέψω το βλέμμα. Να κοιτάξω πέρα κατά το βουνό και ύστερα να χαθώ στα θολά μάτια της Έλλης, καθώς αυτή αρχίζει να σφίγγει με νεύρο το χέρι μου νιώθοντας το να τρέμει.

- Να πάρουμε τηλέφωνο τα παιδιά, Ξενοφών. Την Αγγελική πάρε, ο Λεωνίδας θα κοιμάται ακόμη. Πες τους πως περνάμε καλά, να μην έχουν την έγνοια μας.
- Ναι, θα τα πάρω τώρα στο κατηφόρισμα.
Θα τους μιλήσω με λίγες κουβέντες, μετρημένες. Θα τους πω ότι περνάμε καλά και το ίδιο θα μου αποκριθούνε κι εκείνα. Αυτά θα ανακουφιστούν που θα μ' ακούσουν χαρούμενο κι εγώ που θα γλιτώσω από πιότερες ερωτήσεις. Κι έτσι, παρόλο που μιλάμε, θα παραμένουμε ξένοι και μόνοι. Την υποκρισία πάντα τη γυροφέρνει η μοναξιά άλλωστε, αλλά η ειλικρίνεια, καθώς φαίνεται, δεν είναι για τον καθένα. Μα αναρωτιέμαι συχνά, θα γινόταν αλήθεια τόσο πιο αφόρητη η ζωή, αν είχαμε το σθένος να τη κοιτούμε κατάματα και να μιλούμε σταράτα;


Βιογραφικό


Ο Κων/νος Λίχνος γεννήθηκε στον Αστακό Αιτ/νίας. Είναι Πτυχιούχος Μηχανικός Πληροφορικής & Επικοινωνιών. Διατηρεί το μπλόκ Επίκουρος, αρθρογραφεί σε ηλεκτρονικά έντυπα (λογοτεχνικά και πολιτικά), είναι συνεργάτης των εκδόσεων Κεφαλος και μέλος της συντακτικής ομάδας του περιοδικού Texnesonline.gr.
Με την λογοτεχνία ασχολήθηκε από την εφηβεία του και διακρίθηκε σε πολυάριθμους πανελλαδικούς λογοτεχνικούς διαγωνισμούς, ενώ δοκίμια και διηγήματά του δημοσιεύτηκαν σε λογοτεχνικά περιοδικά καθώς και σε λογοτεχνικά ιστολόγια του διαδικτύου. Διηγήματά του έχουν εκδοθεί σε συλλογικά έργα από τον εκδοτικό οίκο Σύγχρονη εποχή και Άπαρσις.
Θεωρεί την λογοτεχνία και την τέχνη γενικότερα, ως πράξη πολιτική. Ως προσπάθεια αποκάλυψης της κοινωνικής πραγματικότητας και παρέμβασης στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Ένα μέσο για τον εξανθρωπισμό της ζωής των ανθρώπων.
Το Διήγημα του “Οι πορτοκαλιές” εκδόθηκε το 2018 από τον Εκδοτικό οίκο Σύγχρονη εποχή και το διήγημά του «Επιδημική κρίση» εκδόθηκε από τον εκδοτικό οίκο Άπαρσις το 2019 στο συλλογικό έργο “Διηγήματα του εγκλεισμού”.
Κέρδισε το 1ο βραβείο για το δοκίμιο του “Περί λογοτεχνικής κριτικής και δοκιμιογραφίας” στον 20ο πανελλαδικό λογοτεχνικό διαγωνισμό της Ε.Τ.Ε.Π.Κ, ενώ για το ίδιο έργο του απέσπασε το δεύτερο βραβείο στον πανελλαδικό διαγωνισμό του λογοτεχνικού περιοδικού Κέφαλος. Το 2ο βραβείο κέρδισε και στον 20ο Πανελλαδικό διαγωνισμό της Ε.Τ.Ε.Π.Κ για το παραμύθι του “Ο μικρός Κάστορας”.

Το 2018 απέσπασε για το διήγημα του “Οι πορτοκαλιές” Γ’ βραβείο διηγήματος στον 8ο Πανελλήνιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό που διεξήγαγε η Πνευματική Συντροφιά Λεμεσού 2018 καθώς και το Γ’ βραβείο διηγήματος στο Διαγωνισμό Λογοτεχνικού Έργου που προκήρυξε η ΚΕ του ΚΚΕ το 2018, με αφορμή τα 100 χρόνια του ΚΚΕ.
Το 2019 πέτυχε συνολικά 10 πανελλαδικές διακρίσεις στις κατηγορίες του Δοκιμίου και του Διηγήματος. Το Δοκίμιο του “Ο ρεαλισμός του εξωπραγματικού” κέρδισε το Α’ βραβείο Δοκιμίου στον Παγκόσμιο λογοτεχνικό διαγωνισμό του ΕΠΟΚ , Α’ βραβείο Δοκιμίου στον 19ο λογοτεχνικό διαγωνισμό της Εταιρείας Τεχνών Επιστήμης και Πολιτισμού Κερατσινίου (Ε.Τ.Ε.Π.Κ.) καθώς και έπαινο στον ΛΕ´ Λογοτεχνικό Διαγωνισμό από το Φιλολογικό Σύλλογο Παρνασσός και έπαινο στον 38ο Πανελλήνιο λογοτεχνικό διαγωνισμό της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών.
Το διήγημα του “Νόστος” απέσπασε Έπαινο στην κατηγορία του Διηγήματος στον Παγκόσμιο λογοτεχνικό διαγωνισμό του ΕΠΟΚ καθώς και στον 9ο πανελλαδικό διαγωνισμό που προκηρύχτηκε απο την Πνευματική Συντροφιά Λεμεσού. Το 1ο βραβείο κέρδισε και στην μεγάλη κατηγορία του μυθιστορήματος ενήλικων στον 2ο πανελλαδικό διαγωνισμό Πεζογραφίας Κέφαλος για το μυθιστόρημα του WWW.Dialogos.gr.
Για το σύνολο των διακρίσεων, το έργο και την ενεργή του παρουσία στα γράμματα, στη διανόηση και στη σύγχρονη πνευματική δραστηριότητα, το Λογοτεχνικό Περιοδικό της Κεφαλλονιάς του απένειμε το ειδικό «Βραβείο Πεζογραφίας ”Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης”.











ΣΟΦΙΑ ΤΑΝΑΚΙΔΟΥ "Oι λύκοι που ονειρεύτηκα" Μυθιστόρημα


Τίτλος : Oι λύκοι που ονειρεύτηκα
Τύπος Μέσου: έντυπο / ΒΙΒΛΙΟ
Συντελεστές: Σοφία Τανακίδου, Συγγραφέας ;
Χρήστος Παπαχρυσάφης, Επιμελητής έκδοσης
Εκδότης: Σοφία Τανακίδου (Αυτοέκδοση)
Έτος Έκδοσης: 2021
Σελιδοποίηση: 252
Μέγεθος: 15 Χ 21
ISBN : 978-618-00-3296-3



Οπισθόφυλλο

Η Άννα ξυπνάει μετά από ένα χειρουργείο και δεν αναγνωρίζει την οικογένεια της. Αμνησία λένε οι γιατροί! "Εγώ είμαι ο άντρας σου, Άννα μου " υποστηρίζει ένας ξένος, κι ένα νεαρό κορίτσι την φωνάζει "μαμά "... Μα η Άννα ξέρει... Ο γιος της κι ο αληθινός άντρας της δεν είναι δίπλα της!
Δεν είναι αυτή η οικογένειά της! Πρέπει να τους βρει γρήγορα, χωρίς αυτούς, οι λύκοι θα ξαναγυρίσουν και θα την κυνηγήσουν στους εφιάλτες της...
Μήπως όμως... κάνει λάθος;
Μήπως ψάχνει άδικα να βρει τον γιο της και τον άντρα της; Μήπως οι λύκοι που χρόνια τώρα ονειρεύεται έχουν κατασπαράξει το παρελθόν της μια για πάντα;


Αποσπάσματα

«Μία φορά κι έναν καιρό ξημέρωσε μια ατέλειωτη νύχτα στο μυαλό ενός νεαρού αρνιού. Μπήκαν οι λύκοι μέσα του και κατασπάραξαν τον ήλιο του, το φεγγάρι και τα αστέρια του και το βύθισαν στο απέραντο σκοτάδι.

Κατασπάραξαν τα ποτάμια, τις λίμνες και τις θάλασσες του και το ανάγκασαν να ζει σε μια αιώνια δίψα. Κατασπάραξαν τα δέντρα, τα λουλούδια και τα λιβάδια του, στερώντας του την τροφή του κορμιού και της ψυχής του.

Κατασπάραξαν στο τέλος τα όνειρά του, αφήνοντας μόνο έναν εφιάλτη να στοιχειώνει τον ξύπνιο του. Κι όταν δεν υπήρχε τίποτα άλλο να κατασπαράξουν, το αρνί έγειρε αποκαμωμένο να πεθάνει. Δεν ήθελε να ζήσει! Δεν είχε τίποτα, για να ζήσει! Ούτε φως, ούτε νερό, ούτε τροφή, μα πάνω απ' όλα δεν είχε όνειρα! Ποιος θέλει να ζει με έναν εφιάλτη μόνο; Αυτός ο εφιάλτης ήταν ό,τι του είχε απομείνει. Κι όπως έπεσε αποκαμωμένο στο χώμα, για να πεθάνει, εμφανίστηκε ξαφνικά ένας τρομακτικός λύκος, σταλμένος από τον αρχηγό της αγέλης, που είχε κατασπαράξει το μυαλό του αρνιού. Τώρα τον έστειλε για να κατασπαράξει και το κορμί του. Όταν, όμως, αντίκρυσε από κοντά το αρνί, κοίταξε στα μεγάλα πράσινά του μάτια κι είδε εκεί μέσα όλο τον εφιάλτη που ζούσε και το λυπήθηκε τόσο, που αποφάσισε να μην το σκοτώσει.

«Σήκω και φύγε» του είπε. «Σήκω και φύγε από αυτά τα λημέρια!

Εγώ σε λυπήθηκα και δε θα σε σκοτώσω, αλλά αύριο ο αρχηγός θα στείλει τον επόμενο λύκο, κι ύστερα τον επόμενο και τον επόμενο, μέχρι να σε σβήσει από προσώπου γης!». Κι έφυγε χωρίς να το αγγίξει. Το αρνί μάζεψε το κορμί του κι ό, τι είχε απομείνει από την ψυχή του κι εξαφανίστηκε για πάντα. Κανείς δεν το ξαναείδε από τότε. Ο αρχηγός το έψαχνε και το έψαχνε αδιάκοπα, αλλά δεν το βρήκε ποτέ. Είχε κρυφτεί μέσα στο σκοτάδι, που εκείνος ο ίδιος το είχε ρίξει, ζώντας καθημερινά τον εφιάλτη στο μυαλό του, έναν εφιάλτη που είχε σφηνωθεί, απλωθεί και πλημμυρίσει κάθε του ίνα. Είχε γίνει η τροφή του, το νερό του, το φως του, είχε γίνει αυτός ο εφιάλτης η ίδια η κινητήρια δύναμη που τον κράτησε στη ζωή, προσδοκώντας τη στιγμή που θα κατασπάραζε, όχι τον εφιάλτη του πια, γιατί είχε μάθει να ζει μ' αυτόν, αλλά τον ίδιο τον λύκο, που τον γέννησε».
🍁🍁

«Λοιπόν, αρχίζουμε την πρώτη μας ιστορία, Λεωνίδα» είπε η Άννα, άνοιξε ένα μεγάλο βιβλίο που κρατούσε στα χέρια της κι άρχισε να διαβάζει...
«Σε ένα δάσος απομακρυσμένο και κρυμμένο από του κόσμου το βλέμμα, ζούσε ένα ζευγάρι λύκων. Οι λύκοι αυτοί δεν είχαν παιδιά. Χρόνια προσπαθούσαν ν' αποκτήσουν, αλλά η λύκαινα αντί για μήτρα μέσα της είχε έναν δαίμονα που δεν άφηνε να γονιμοποιηθούν λυκάκια, τα έλιωνε πριν δημιουργηθούν στο λεπτό. Μια μέρα ο λύκος πήγε στον μάγο της αγέλης και τον ρώτησε τι έπρεπε να κάνουν για να σκοτώσουν τον δαίμονα της κοιλιάς της λύκαινας και να δουν επιτέλους ένα παιδί στην αγκαλιά τους. Ο μάγος του είπε να υιοθετήσουν ένα αρνί.
«Ένα άσπρο αρνί θα διώξει το δαίμονα και θα σας φέρει μια ευτυχισμένη οικογένεια, αλλά πρόσεξε, θα προσέχεις το αρνί σαν τα μάτια σου, δε θα αφήσεις να του συμβεί ποτέ κακό!».
Έτσι κι έγινε. Την επόμενη κιόλας μέρα ο λύκος κατέβηκε στο χωριό, πήγε σε μια στάνη και διάλεξε το πιο άσπρο αρνί. Το άρπαξε και το έφερε σπίτι του. Οι υπόλοιποι λύκοι όρμησαν να το ξεσκίσουν, αλλά δεν τους άφησε να το πλησιάσουν.
«Όποιος τολμήσει να φάει το αρνί θα έχει να κάνει μαζί μου» τους είπε.
Κι επειδή ήταν ο πιο δυνατός λύκος της αγέλης, όλοι τον φοβόντουσαν και δεν ξαναπλησίασαν το αρνί. Σε λίγους μήνες ήρθαν τα πρώτα λυκάκια, τρία πανέμορφα λυκάκια, που αγάπησαν το αρνί από την πρώτη στιγμή. Έπαιζαν μαζί του σαν να ήταν πραγματικό τους αδερφάκι. Κι όλη η αγέλη με τον καιρό αγάπησε το αρνί και δεν το έβλεπε πια σαν αρνί, ούτε το μύριζε σαν αρνί. Αν κοιτούσες μέσα στα μεγάλα τους μάτια, δεν έβλεπαν παρά έναν τεράστιο πανέμορφο λύκο. Μόνο οι γονείς που το υιοθέτησαν το έβλεπαν αρνί, δεν μπορούσαν να δουν τον λύκο που μεγάλωναν, γι' αυτούς πάντα ήταν ένα άσπρο αρνί, που έκλεψαν από μια στάνη για να διώξουν τον δαίμονα από την κοιλιά της λύκαινας. Κι ο δαίμονας είχε φύγει! Ήδη η λύκαινα είχε ακόμα δύο καλές γέννες κι έφερε στη ζωή ακόμα έξι λυκάκια. Έπεσε βαρύς χειμώνας εκείνον τον χρόνο, τα λυκάκια πεινούσαν κι έκλαιγαν και δεν υπήρχε πουθενά τροφή. Μάταια έψαχνε όλη η αγέλη.
Τότε η λύκαινα είπε στον λύκο.
«Καιρός να φάμε το αρνί, πρέπει να ταΐσουμε τα παιδιά μας» κι ο λύκος συμφώνησε.
Κι έπιασαν το αρνί μέσα στα δυνατά τους δόντια και το σκότωσαν κι ύστερα το έκοψαν κομματάκια και το μοίρασαν στα παιδιά τους. Εκείνα κοίταξαν το κρέας μπροστά τους και δεν το άγγιξαν.
«Δεν τρώμε λύκο εμείς» είπαν όλα με μια φωνή κι έμειναν νηστικά ακόμα μία νύχτα.
Το πρωί είχαν πεθάνει όλα από την ασιτία κι ο δαίμονας ξαναγύρισε μέσα στην κοιλιά της λύκαινας. Ο λύκος ανέβηκε επάνω στο βουνό κι άρχισε να ουρλιάζει και να καταριέται το αρνί που έγινε λύκος κι άφησε νηστικά τα παιδιά του».
Η Άννα έκλεισε το βιβλίο και ρώτησε τον Λεωνίδα.
«Σου άρεσε η ιστορία μου; Δεν ξέρω αν την κατάλαβες, σκέψου την όλη τη νύχτα, το πρωί θα έρθω να σου πω μια καινούργια, έχουμε μέρες μπροστά μας κι έχω πολλές ιστορίες με λύκους να σου διηγηθώ, θα τους γνωρίσεις όλους τους ήρωες λύκους μου κι είναι πολλοί, τους δουλεύω χρόνια και τους έχω μάθει πια καλά, ξέρεις γιατί; Γιατί ήμουν αρνί κι έγινα λύκος! Γιατί όταν συναναστρέφεσαι με λύκους, όσο κι αν είσαι αρνί, γίνεσαι λύκος, για να επιβιώσεις. Θα μου πεις ότι στην ιστορία που σου διάβασα δεν επιβίωσε το αρνί, αλλά θα σου πω κι εγώ πως κάνεις εσύ λάθος, αυτοί που δεν επιβίωσαν ήταν οι μικροί λύκοι, το αρνί επιβίωσε γιατί έγινε ένας καινούργιος δαίμονας, που μπήκε μέσα στην κοιλιά της λύκαινας. Ούτε οι απάνθρωποι γονείς λύκοι επιβίωσαν, γιατί χειρότερο είναι να χάνεις παιδιά από το να μην γεννήσεις ποτέ. Ο πόνος τους τρέλανε γι' αυτό ούρλιαζαν μερόνυχτα κι έχασαν το μυαλό τους για πάντα. Καλό βράδυ Λεωνίδα, ονειρέψου τους λύκους, τα λέμε αύριο» του ψιθύρισε στο τέλος στο αυτί κι έφυγε.
Ο Λεωνίδας προσπάθησε να μιλήσει αλλά μόνο κραυγές βγήκαν από τα χείλη του, κραυγές σαν του λύκου που ούρλιαζε, αναζητώντας πίσω τα παιδιά του.

Βιογραφικά στοιχεία 

Η Σοφία Τανακίδου γεννήθηκε στην Μακρυνίτσα Σερρών και μεγάλωσε στους Αμπελόκηπους Θεσσαλονίκης.Μένει μόνιμα πια στη Χαλάστρα Θεσσαλονίκης είναι σύζυγος και μητέρα δύο παιδιών.Γράφει από την εφηβική της ηλικία ποίηση.Έχει λάβει μέρος σε ποιητικούς διαγωνισμούς και ποιήματα της έχουν φιλοξενηθεί σε blogs, sites και ραδιοφωνικές εκπομπές.

Συμμετέχει σε αυτοέκδοση ποιητικής συλλογής με τη συνεργασία δύο ακόμα ποιητών με τον τίτλο "Τρι-λογία ψυχής" το 2018. Το 2020 εκδίδει την πρώτη της προσωπική συλλογή με τίτλο «Σοφίας ποίηση» από την εκδοτική Δυάς. Το ίδιο διάστημα εκδίδει την πρώτη της νουβέλα αυτοέκδοση «Ελπίδα. Το βιβλίο που κάηκε» που διακινείται σε έντυπη και σε ηλεκτρονική μορφή. Το 2020 πήρε μέρος στην πρώτη ποιητική συλλογή του blog https://poetry-road-dream.blogspot.com που διαχειρίζεται μαζί με τον Χρήστο Παπαχρυσαφη. Η συλλογή έχει την ονομασία του blog «Ποίηση. Ένας δρόμος προς το όνειρο. Θεσσαλονίκη- Αθήνα».Το 2021 πήρε μέρος στο δεύτερο βιβλίο του μπλογκ με τίτλο " Ποίηση. Ένας δρόμος προς το όνειρο. Σεργιάνι στην Ελλάδα" στη συλλογή ποίησης "Του έρωτα το κόκκινο" από τις εκδόσεις Όστρια, στη συλλογή ποίησης της "Ποιητική έλξη" από τις εκδόσεις ποιειν στο τρίτο βιβλίο του μπλογκ "Ποίηση. Ένας δρόμος προς το όνειρο. Ελλάδα - Κύπρος" και στην συλλογή "Τεχνών συναπαντήματα" από τις εκδόσεις "Όστρια" με ένα διήγημα της.










Τρίτη, 19 Οκτωβρίου 2021

ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΚΙΡΤΖΗΣ "Η γέφυρα του κόσμου" - Εικονογραφημένη νουάρ νουβέλα

 

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Η γέφυρα του κόσμου

του Γιάννη Βακιρτζή 

ISBN: 978 618 5456 55 9

Λιανική τιμή 13 ευρώ + ΦΠΑ


Κυκλοφόρησε η εικονογραφημένη νουάρ νουβέλα του εικαστικού Γιάννη Βακιρτζή.
40 πρωτότυπα σχέδια υπηρετούν μια σκοτεινή υπόθεση, ενδιαφέρουσας πλοκής, που διαδραματίζεται σε μια παραθαλάσσια ελληνική, επαρχιακή πόλη.
Με όλα τα χαρακτηριστικά του νουάρ: ονειρική, παράξενη, ερωτική, αμφίσημη και σκληρή, η νουβέλα συντηρεί το ενδιαφέρον του αναγνώστη, με όλες τις ανατροπές, που επιφυλάσσει, μέχρι την τελευταία σελίδα.

 


Πινελιές εικαστικής οπτικής και λογοτεχνικής διάθεσης προσθέτουν στο τελικό αποτέλεσμα του βιβλίου.

Η γέφυρα του ποταμού έμοιαζε να είναι η γέφυρα του κόσμου, καθώς το φως του ήλιου γινόταν ολοένα και πιο χρυσό, ώσπου άρχισε να χάνεται, σκαρφαλώνοντας στα σπίτια, για να καταλήξει σ’ ένα  θαμπό κόκκινο, που έσβησε τελικά στις κορυφές των υψηλότερων κτηρίων.

Το ζευγάρι έμενε εκεί, έως ότου τα φώτα της πόλης άρχισαν να ανάβουν και οι αντανακλάσεις τους στα ήσυχα νερά έφτασαν να αναμειχθούν για τα καλά με αυτές από τ’ άστρα και το φεγγάρι.

Η ρόδα, από το κοντινό πάρκο του φεγγαριού, κατάφωτη από χρωματιστές πυγολαμπίδες, γύριζε σαν φλεγόμενη βάτος.

       Στη μία όχθη του ποταμού είναι τα κτήρια της καινούργιας πόλης. Η άλλη προσφέρει ένα διαφορετικό τοπίο, δρομάκια της παλιάς πόλης ανακατεμένα, στην αρχή της μόνο, δίπλα στην όχθη, με πιο καινούργια. Λίγα φανάρια φωτίζουν, εκεί που διασταυρώνονται οι δρόμοι. Συνθήματα γραμμένα. Ένα κλειστό μαγαζάκι, που πουλάει πέταλα και κουδούνια για τα πρόβατα. Οι τοίχοι γδαρμένοι σαν από κάποιο μεγάλο ζώο, που αόρατο κάνει βόλτες στην πόλη.



Βιογραφικό: Ο Γιάννης Βακιρτζής γεννήθηκε στον Πειραιά το 1957, από οικογένεια ζωγράφων. Πρώτη ατομική έκθεση 1980, Αίθουσα Τέχνης Πειραιά. Από τότε μέχρι σήμερα έχει πραγματοποιήσει πάνω από 40 ατομικές εκθέσεις στην Ελλάδα και κυρίως στο εξωτερικό.
Ενώ είχε εισαχθεί στους ηλεκτρολόγους μηχανολόγους στο Ε.Μ.Π., τα παράτησε, για να αφοσιωθεί στη ζωγραφική, ενώ παράλληλα έκανε σπουδές μουσικής και αρχιτεκτονικής χώρου.
Σπούδασε στην ΑΣΚΤ, τελείωσε με άριστα, και υποτροφία στην τέχνη του βιβλίου, συνέχισε με ελεύθερες μεταπτυχιακές σπουδές στο εξωτερικό.
Σημαντικότερες παρουσίες του έργου του: Richard Gray gallery, New York και MOMA Μuseums Contemporary Αrt, με το βίντεο τέχνης «Vanito».
Στο έργο του έχουν αναφερθεί επιφανείς προσωπικότητες: Ντόρα Ηλιοπούλου-Ρογκάν, Ελένη Βλάχου, Bassam Taufik Μαρίνα Κανακάκη, Έπη Τρίμη κ.α
Έργα του βρίσκονται: Μουσείο Μπουζιάνη, Εθνική Πινακοθήκη, Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης, Μουσείο Πολεμικού Ναυτικού, Αρχιεπισκοπή Πειραιά, Gray Gallery New York, Place des minimes de la vile de Lyon, Μουσείο Βορρέ κ.α.
Βραβεύσεις: Το 1971, βραβείο σε ομαδική έκθεση, που διοργάνωσε η Νομαρχία Πειραιά. 1973 για την απεικόνιση της Καινής Διαθήκης σε διαγωνισμό, που ξεκίνησε από την Επισκοπή του Πειραιά. Το 1974 και 1975 κέρδισε βραβεία σε διαγωνισμό του Αρχηγείου Ναυτικού. Το 2000 από το Σύλλογο Ελλήνων Λογοτεχνών για βιβλίο του (ΟΕΔΒ) σχετικό με τα εικαστικά.
Πρόσφατες εκθέσεις του: Μάρτιος 2020, Palazzo ca Zanardi, Βενετία, συμμετοχή με το art video «music and body», μια μουσική σύνθεση, που έγραψε και εκτελεί στο πιάνο σχεδιάζοντας γυμνά σώματα, που αιωρούνται.
2020, art Quid, συμμετοχή στη διεθνή έκθεση του Βερολίνου.
2020, Μάρτιος, Πινακοθήκη Γρηγοριάδη. «Μορφές και Μετασχηματισμοί».
2021, έκθεση με τίτλο αναζητήσεις στην Αυστρία Atelier Perchtoldsdorf.
2021, Μάιος, art gallery Epsilon, με το «μαύρο κίτρινο», μια παλαιότερη ενότητα έργων, που εκτέθηκαν για πρώτη φορά.
2021, συμμετοχή στα «Απρεπή» του Μουσείου Εικαστικών Τεχνών Ηρακλείου Κρήτης.
2021, επιλέχθηκε το βίντεό του «The bridge of the wold», να προβληθεί στην Μπιενάλε της Ουρουγουάης.


Εκδόσεις Φίλντισι

Ξανθίππου 123,
Παπάγου, 15669
Τηλ.: 210 6540170
www.filntisi.gr
info@filntisi.gr








Δευτέρα, 18 Οκτωβρίου 2021

ΓΙΩΡΓΟΣ Σ. ΚΟΚΚΙΝΟΣ - ΔΕΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ



 ''Ο Δημιουργητής''

Στην πλάση γεννιούνται νότες και πεθαίνουν από τη φύση τους
δίχως ποτέ να κηδευτούν

πεινασμένα γεράκια παρασύρονται από τους ήχους
ψάχνοντας την τροφή τους στα βράχια

ερπετοειδή, σαύρες, μαζεύονται για λίγα αποφάγια πλάι στις καλαμιές

ασυνόδευτες, λησμονημένες νότες αναζητούν πεντάγραμμο
για να έχουν λόγο ύπαρξης

αιχμηρά παπούτσια σέρνονται στις παραλίες
και κατατροπώνουν την μοίρα των ερώτων

ενίοτε ένας εκσκαφέας των παλινδρομήσεων των ήχων
που απορροφώνται στα έγκατα

- χλωμός, ρακένδυτος στρατιώτης, υπηρέτης της αλήθειας -

ορκισμένος αρνητής υπό τους ήχους των κυμβάλων
σηκώνει το μολύβι, σημαδεύει στην πληγή
κι ας σμίγουνε τα όρνεα μπροστά του

στα χέρια μάζευε τις λέξεις της αυγής
που μίλαγαν τα βότσαλα κι η αλμύρα

ικέτης των ερώτων, της γαλήνης μαχητής
των απομακρυσμένων εργαλείων της γλώσσας ένας δημιουργητής
να ζωγραφίζει καστροπολιτείες σε αμμουδιά
όπου πολλοί ταξιδευτές κουρσέψαν πριν εκείνος αγαπήσει

και πήρε ένα στίχο από το χώμα
κανείς δεν τον λαμβάνει αληθινά

νομίζουν πως απώλεσε τα αλλότρια
μα το μελάνι σφίγγει και γεμίζει η χαρακιά
όπου απ’ τη μοίρα είχε η πραμάτεια του αφήσει

πρόθυμος την τελευταία πνοή ν’ αφήσει
κι η νύχτα κατατρώγει τα ψωμιά του
των απομακρυσμένων φθόγγων της γλώσσας, ο συγγραφέας-ποιητής
και να που απολαμβάνει τη σειρά του

κοίτα να τον δεις, πιο χαμηλά απ’ τη θωριά σου
μπλέκεται στα κάλλη σου και χάνει τη ζαριά
τα πάντα που απ’ τη φύση του έχει χάσει.

(22/08/2021)

                🍁  

''Άτιτλο''

Θέλω να σου πω
πως φτάνει κάπου εδώ και σώνεται η ζωή
κι αν πεις πως δεν χόρτασα, να θυμάσαι πως δεν την ευχαριστήθηκα
γιατί είναι δύσκολο να αποχωρίζεσαι τα ηλιοβασίλεματα
την πρωϊνή βροχή, τις στάλες στο παραθύρι
την υγρασία. Το φως, στο σκοτάδι της νύχτας.
Είναι δύσκολο να έχεις όλα αυτά που σου λείπουν
για να τα εγκαταλείπεις δίχως σφάλμα
να τα αφήνεις να μεγαλώνουν αυτούσια
να τα μοιράζεσαι με τις ενοχές σου
να μαρτυράς για τις υπερβολές σου
κι ύστερα να ξεχύνεσαι στο σύμπαν.
Εδώ, που τώρα δα σταματούν οι χτύποι
αρχίζει μια κοσμο-συμπαντική γενετική ιστορία
το στίγμα μιας πιθαμής σώματος
που χωρά ανάμεσα στη συζυγία του Κρόνου με τον Δία.
Και οι μέρες μας έτσι θα κυλούν. Τι νόμιζες;
πότε αναλαμπές και πότε σκοτάδι
λίγο να μπαίνει το φως και λίγο θάνατος
και στο τέλος να μένει μονάχα μια γλυκιά ανάμνηση..

(25/12/2020)

                  🍁  

''Ξεκίνησε να βρέχει''

Ξεκίνησε να βρέχει
πάει καιρός που τώρα βρέχει κάθε μέρα
να δεις τις στάλες πως διασπώνται στα πλακάκια που βαδίζαμε

βαδίζαμε σκυφτοί και σιωπηλοί
άυλοι άνθρωποι, αδειανοί
σα να μην είχαμε ανταλλάξει μια κουβέντα
ένα χάδι, μια αγκαλιά ή ένα φιλί
μες στον πολύπαθο έρωτά μας

σα να μην ήμασταν εμείς, οι τελευταίοι μιας στιγμής
που ερωτικά σ’ ένα κορμί είχαμε ενώσει
- πώς είχες νιώσει; -

νιώθω απίστευτη οργή, θλίψη κι ανάγκη και θυμό
νιώθω αμέτρητα "γιατί" να μ’ έχουν ζώσει
πως θέλω κάπου να μιλήσω, να ξεσπάσω
νιώθω εγκατάλειψη μ’ απίστευτο λυγμό

- κι αντιλαμβάνομαι πως όλα έχουν τελειώσει -

πάει καιρός που βρέχει τώρα κι απ’ τα μάτια μου
αυτά τα μάτια αν θυμάμαι είχες λατρέψει
βλέπεις, τα πίστευα όλα ο τρελός, πολλά τα λόγια
και ό,τι άκουγα και μ’ άγγιζε είχα κλέψει

- πολλές θυσίες για να κλέψω κομματάκι-κομματάκι την καρδιά σου -

πολλές οι μέρες και τα δάκρυα με πνίγανε κι υπέμενα
πολλά μου κάτσαν’ στο λαιμό και τα κατάπινα
κι όλα που είχαν μαζωχτεί με κατατρώγανε
μα απαντούσα, πως εσένα είχα διαλέξει

ευχαριστώ λοιπόν, που χόρτασα με κλάματα
κι απ’ την ανάγκη ν’ αποδείξω τις αξίες μου
λυπάμαι μόνο - και κοίτα με κατάματα -
αν κάπου έσφαλα ... και σου ζητώ συγνώμη

θέλω να φύγω από ‘δω με καθαρή συνείδηση
και για τα λάθη μου συγνώμη να ζητήσω
από τον φίλο, τον εχθρό ή τη γυναίκα μου
ό,τι κι αν πλήγωσα ζητώ να το εξαγνίσω

βλέπεις, εκεί που θα ανταμωθούμε πάλι
μόνο γαλήνη θα υπάρχει και τα αισθήματα
δε θα μπορείς να διασκεδάζεις με τα χρήματα
θα ‘σαι ένα ράκος απ’ τη μέρα που θα φύγω

- σημάδι δείχνει ο καιρός κι είναι ευκαιρία να διακόψει αυτή η αγάπη -

αυτή η πολύπαθη, η αγνή, αυτή που είχαμε ορκιστεί
πως θα κρατούσε μια ζωή, μέσα απ’ τα λάθη

άλλο να μη μακρηγορώ
δε ψάχνω μέσα από τους στίχους μου να κλαίγομαι
απλά θυμήσου ταχτικά, να μου προσέχεις τα παιδιά
κι όσο για μένα ... ε! βγήκα λίγο να ξεσκάσω.

(21/11/2014)

               🍁  

''Παραμονή Χριστούγεννα''

Ανάμεσα στο ψέμα κι η αλήθεια μας
εκεί είναι κρυμμένο το καλό μες το κακό
της έχθρας τα παιχνίδια στη μαγεία μας
αιώνιο το αποτέλεσμα για κάποιον χωρισμό

αγάπη που χωρίστηκε στα δύο
παλάτι που γκρεμίστηκε κι απόμεινε μισό
φεγγάρι π’ αποκόπηκε να γίνει φυλαχτό

οι στίχοι σου αγάπη μου, κορδέλα στο λαιμό
μαντήλι στα μαλλάκια σου, λουράκι στον καρπό
να μ’ έχεις κάπου επάνω σου να φέγγω
- ιδού η τιμωρία μας -
μα τώρα είναι το φως μου λιγοστό.

Τα μάτια μου γερμένα, κουρασμένα απ’ το κρύο
στην άκρη π’ ανταμώσαμε τα δυο
γνέθω απόψε ένα δικό μας παραμύθι
- παραμονή Χριστούγεννα -
να έχει όσο γίνεται πιο μαυρισμένη τύχη

ο χάρος με αντάμωσε στην πόρτα
τις περασμένες τις φορές, του γλύτωσα από θαύμα
μα σήμερα ζητούσε την ψυχή μου ή εσένα
κι αντάλλαγμα δε βρήκα να του δώσω. Διάλεξα εμένα.

Η όμορφη ψυχή σου έρωτά μου, έτσι απλά δε χαραμίζεται
δε δίνεται γι’ αστείο, δε χαλιέται
δε σπαταλιέται η αγάπη ν’ απογίνει μαύρο κλάμα
ούτε κυλάει σα νεκρώσιμο ποτάμι
που αδειάζει σε μια λίμνη με ξερόχορτα, η αγάπη

εμμένει, επιμένει, παραμένει και διαχέεται
και βρίσκει τρόπο όταν φτάσει η στιγμή να μεταλαμπαδεύεται
- για όλα σου, του έδωσα εμένα, έρωτά μου -

εμένα που με πρόδωσε η αχάριστη ζωή
ζωή φέρνει τα όνειρα κι εκείνη μας τα παίρνει
ζωή γεννά ο έρωτας κι αν κάποτε χαθεί
νομίζεις πως δεν πρόλαβες, δεν ένιωσες ακόμα
της ευτυχίας τις στιγμές, ποτέ να τις γευτείς.

- Του έδωσα εμένα, έρωτά μου, μη θυμώνεις -
νιώθω απλά πως δε γεννήθηκα, δεν έφτασα στη γη
μισός τί να πρωτόμαθα, μισός τί χάρες είδα;
μονάχα ένα χάροντα να μου ζητάει ψυχή

κι αυτή που παραδίδω εδώ δεν είναι η ψυχή μου
πλαστή είναι και κάλπικη, αέρινη ψυχή
κούφια και άδεια, μάτια μου, γιομάτη από λύπη
για λύπηση, για πέταμα, μία και μοναδική.

(24/12/2008)

              🍁  

''Σημαίνεις πολλά''

Σημαίνεις πολλά
έχεις χαράξει μια πορεία στο νου, που τα βράδια αγρυπνώντας
η μνήμη τρελαίνει τις σκέψεις. Ίσως το χθες να μην έσβησε
κι ίσως να άντεξε έτσι το βλέμμα, να περιφέρεται
ανάμεσα στους διαδρόμους της φαντασίας
τρία χρόνια γύρω-γύρω από τη θύμηση και την απόγνωση
δε μου ‘λειψε ούτε μια στιγμή απ’ τα περασμένα
όλα φωτογραφήθηκαν στη συνείδηση
κι εγώ συνέχιζα τη ζωή μου βήμα-βήμα, ολομόναχος όπως πάντα
γνώρισα κόσμο, γυναίκες που με λαχταρούσαν
θαυμάστριες της ψυχής μου. Ποθούσα το σώμα τους. Μα όχι τα μάτια τους
τα δικά σου έμεναν καρφωμένα στην καρδιά, σαν βέλη που τη μάτωναν απ’ τον έρωτα
Σε σκεφτόμουν στο κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε και παραμιλούσα
δεν αισθανόμουν ότι έλειπες. Ήσουνα δίπλα μου, στο πλευρό μου, φύλακας άγγελος
η καλή νεράιδα του παραμυθιού. Χαριτωμένη και πανέμορφη όπως πάντα
με τα διάφανα φτερά σου πετούσες ψηλά
κι ερχόσουν κατευθείαν στην αγκαλιά μου να ξαποστάσεις
εύθραυστη, λεπτεπίλεπτη, διάφανη και κρυστάλλινη
κάποιο πρωινό, θα έφευγα μαζί σου, για το ταξίδι στον Έρωτα
εγώ ρακένδυτος όπως με γνώρισες
- παιδί του δρόμου και των επαναστάσεων -
Όλοι με μπερδεύουν τώρα με εικοσάχρονο φοιτητή
γεννήθηκα λίγο πιο ανώριμος απ’ τους άλλους
ευφάνταστος, που ψοφάει για τα παραμύθια με τις νεράιδες
ήθελα βλέπεις τα αισθήματά μου να ξεχειλίζουν, από τα μάτια, τη μιλιά, τα χέρια
ήθελα πάντα να ‘μαι ο σκλάβος της γοητείας σου
να προσκυνώ το κορμί σου, να το φιλάω πόντο-πόντο
κι εσύ να χαίρεσαι, να γελάς, να διατάζεις πάνω στο μαρμάρινο βάθρο σου
να εξουσιάζεις τη ζωή μου. Με κάρφωναν οι ματιές σου
με εξουσίαζαν τα βέλη του βλέμματός σου, όπως σπινθηροβολούσαν σαν τις αστραπές
ώρες που με κοιτούσες μες τα μάτια. Ξεχύνονταν και πλήγωναν τα φυλλοκάρδια
- και τα στόχευαν ακαριαία -
είχες για όπλο, μια φαρέτρα με βέλη και τη γοητεία σου
για να τραβάς τ’ αρσενικά απ’ το μανίκι
μα εγώ σ’ αγάπησα και σε πόνεσα. Ήθελα να σ’ έχω μέσα στα χέρια
να γεμίζεις την αγκαλιά μου, τη ζωή μου ολάκερη
να σου χαϊδεύω τα μαλλιά, την ώρα που διηγούμαι ιστορίες για μάγους και ιππότες
με πανοπλίες και ξίφη - Το δικό μου μαγικό ραβδάκι, είναι το μολύβι μου -
το στόμα το κρατώ ερμητικά κλειστό, μήπως και ξεχάσει με το χρόνο να μιλάει για σένα
έμαθα να οσφρίζομαι με τα μάτια και τη φαντασία
ν’ αλητεύω στο κορμί σου κάνοντας κύκλους με το μαρκαδόρο
πάνω στο μπλοκ της ιχνογραφίας - Το χαρτί δεν ξεχνά ποτέ -
μένουν τυπωμένες οι λέξεις πάνω του, να θυμίζουν κάτι απ’ την αγάπη
ό,τι κι αν πει κανείς, θα ξεχαστεί. Κι αν βρίσει, ο θυμός θα ημερέψει
πού να ‘σαι τώρα αγαπημένη; Εσύ θα με εντοπίσεις, θα με διαβάσεις, θα με ανακαλύψεις
μα εγώ θα σε θυμάμαι όπως σε γνώρισα. Αέρινη!
κι η ζωή θα συνεχίζεται σαν τα παραμύθια δίχως τέλος. Καληνύχτα!
τραβάω ανηφόρα γι’ απόψε, μα σ’ έχω στο πλευρό μου και δε φοβάμαι. Καληνύχτα!
Σημαίνεις πολλά…

(21/05/2007)

               🍁  

''Τα βράδια που κυοφορούνται οι μεγάλες ιδέες''

Διπλώσανε οι στίχοι μου σε κάτασπρο πανί
στο πιο υψηλό, με εξόρισαν, της λησμονιάς κατάρτι
με τα μαλλιά μου ξέπλεκα και σείονταν οι ιστοί
κι απάνω που τα έλυσα, τυλίχτηκα μ’ εφιάλτες
μια μελωδία με νότες στο κορμί να συγγραφεί

τουλάχιστον να ‘χει ένα μέρος να κρυφτεί η αλήθεια
τα βράδια που κυοφορούνται οι μεγάλες ιδέες
τα βράδια ξεμυτούν και οι αλήτισσες ώρες
που σέρνουν τους μεθυστικούς τους στίχους
με φθόγγους και αλαλαγμούς αφύσικους
βγαλμένους από λυπημένες απορίες..

Συγκίνηση, θα πει κανείς. Συμπόνοια. Σύμπνοια;
Η εύνοια των προνομιούχων συρφετών
των όχλων, δύστυχων ιστοριών μας
των αλληλουχιών που δέσανε ακατάλληλη στιγμή
κι ακούμπησε ημίγυμνη η περηφάνια στο οδόστρωμα
κι απώλεσε κάθε ίχνος αξιοπρέπειας ανθρώπινης.

Ντροπή μας ! Φώτα ρε, για τους πεζούς
Φώτα για τους περαστικούς και για τον ποδηλάτη
Φώτα για τον ηθοποιό που σχίζεται για να Ποιήσει ήθος
Φώτα και για τον Καλλιτέχνη που πλημμύρισε με στίχους τα τραπέζια
[και με μπογιές πασάλειψε την πολυθρόνα της γιαγιάς.
Φώτα ρε, γι’ αυτή τη νότα που αβοήθητη ψυχορραγεί
[λίγο πριν πέσει απ’ το πεντάγραμμο αναίσθητη.
Φώτα και για τον προβολέα, στην οθόνη
που μόλις παίχτηκε το έργο της ζωής μας
και γύρισε κακήν κακώς τ’ ανάποδα η ταινία
κι απ’ το φινάλε φτάσαμε στα κρεμαστά πανό.

Διπλώσανε οι στίχοι μου σε κάτασπρο πανί
στο πιο υψηλό, με δέσανε, της λησμονιάς κατάρτι
με τα μυαλά τ’ ανέμελα και σείονταν οι ιστοί
κι άξαφνα κατέπεσα στο πιο βαθύ αμπάρι
τουλάχιστον να ‘χει ένα μέρος να κρυφτεί η αλήθεια
τα βράδια που κυοφορούνται οι μεγάλες ιδέες.

(08/05/2020)

               🍁  

''Οδηγός Marketing και προώθησης προϊόντος''

‘’..έξω αφήκαν το κλειδί του Μανωλιού
έξω απ’ την κάμαρα του δόλιου κι ορφανού
κι η αδερφή του η Κατίνα, κοίμισε όλη την Αθήνα..’’

φτιάξε ένα καινούργιο προϊόν
συσκεύασέ το, στόλισέ το, γνωστοποίησέ το
προώθησέ το μ’ ένα εύπεπτο σιγκλάκι
πλήρωσε μερικούς διαφημιστές
ασήμωσε δικούς σου καλοθελητές
απηύθυνε ρητορική μίσους
φύτεψε έχθρες, να καρπίσεις πελατεία
να μαζέψεις ψήφους, να θερίσεις έσοδα
κι ας μην πουλάς με την Δημοκρατία, ιδεολογία
μιας και η Δημοκρατία ισοπεδώνει τις απόψεις
φτιάξε ένα brand name προϊόν
IDEOLOGIA ™®
κι αμόλησέ το ελεύθερο με άγνωστο περιεχόμενο
έχοντας εξωθήσει μερικές ελπίδες να πορεύονται
για το δικό σου νέο κι εύπεπτο προϊόν Δημοκρατίας

φυσάει απρόσμενα στην καινούργια γη
το μένος του ανέμου θεριεύει
θερίζει τα δένδρα που ξεγυμνώνονται
μπορείς να σπείρεις περιβόλια
να φτιάξεις κήπους με μενεξέδες
σε περιμένει η παρθένα γη να την κοιμίσεις
μέσα στα κάλλη της και τη θερμή αγκαλιά της
είναι πρωτόγνωρες οι ευθύνες
κι είναι πρωτόγονα τα αισθήματα
κάθε κορυφή να κατακτήσεις
- μη λησμονήσεις –

(04/03/2020)

               🍁  

''Χλωμό Σαββατόβραδο''

Και να μια μελωδία π’ ακούγεται, ξεχασμένη
καιρός πάει πολύς που άκουγα και διάβαζα για νέους κόσμους
εδώ να μασουλάω Μαγιάτικο ψωμί, με ελαιόλαδο και δυόσμο

πόσα φεγγάρια μάτια μου να περιμένεις ακόμα;
γεμίσανε τα φεγγάρια, αδειάσανε
περάσανε μήνες, χρόνια, δεκαετίες
γεμίσανε τα ποτήρια με πίκρες, φαρμάκι από χάπια και αηδία
σπάσανε τα ποτήρια με μια μανία τόση, σε ραγισμένους τοίχους
σπάσανε πάνω τους τα μπολ, τα πιατικά
σε στίχους που με κλάματα και με φωνές βαφτήκαν
και σκέπασε η ερημιά την πλάση κι όλα χαθήκανε...

και οι ψυχές ολούθε να περπατούνε, σα στοιχειωμένες οι κάμαρες
κι έξω και μέσα η ερημιά να πλανάται στον ορίζοντα
άγνωστες ψυχές να περπατάνε στο πλευρό σου ...τί φρίκη!
άλλες σ’ ακολουθήσανε και πήρανε το κατόπι σου
κι άλλες γίναν το έλκηθρο για την καταστροφή σου

κι όταν είδαν την ανημποριά που κουβαλάς στις πλάτες σου
εσύ που μόχθησες να τις κερδίσεις με τις βολές σου
εσύ που περπάτησες χιλιόμετρα, που έφτυσες αίμα
που κουβάλησες, που βράχηκες απ’ το χαλάζι
που ξεποδαριάστηκες να μαζεύεις και να μαζεύεις τόσα χρόνια
κι όταν είδαν την ψυχή σου ...λάκτισαν

κι όταν είδαν τη ζωή σου, τις ομορφιές σου, τα πάθη σου
όταν σε είδαν να κλαις απαρηγόρητος
ή άκουσαν τα επιβεβαιωμένα σου λόγια στην αφοσίωση
κι όταν γεύτηκαν τους εγωισμούς σου, τις αξίες σου, τις ιδέες σου
τότε ήταν που σ’ αποχαιρέτησαν κουνώντας στοργικά το μαντήλι

πόσα φεγγάρια περιμένεις ακόμα μάτια μου να γεμίσουν;

δώσαμε τα χέρια, δώσαμε την ψυχή μας
τις πενιχρές μας οικονομίες για την αγάπη μας
πουλήσαμε τα, δεδουλευμένα απ’ τα χρόνια μας, αποκτήματα
δώσαμε τη στοργή και υπομείναμε του κόσμου τις κατραπακιές
μέχρι που αρρωστήσαμε, δακρύσαμε, απελπιστήκαμε
στο τέλος σβήσαμε, πέφτοντας, σαν άλλα πεφταστέρια

καθόμαστε εδώ και συγκεντρώνουμε αναμνήσεις
συλλέγουμε όμορφες στιγμές, να μπουν στη βιβλιοθήκη με το τζάμι

πες μου! αλήθεια ναυαγήσαμε, άλλοτε σκληρέ και ψυχρέ κόσμε;
απόκοσμε πελαγίσιε ορίζοντα, μασουλάμε βότσαλα να ξεχάσουμε το θυμό μας

πονάω! μέσα μου, γύρω μου κι εκτός μου
εδώ που υπάρχω, πονάω ακόμα...
και νυχτιές σαν και τούτη, με ξαστεριά κι ομίχλη
- χλωμό Σαββατόβραδο -
ψάχνω εναγωνίως να δω αν γέμισε το φεγγάρι.

(02/05/2015)

               🍁  

''Πασχαλιά''

Ανοίξτε τα παράθυρα της Άνοιξης
μ' αγάπη να γιομίσουν τα κελιά μας
με χρώματα να βάψουν τα φιλιά μας
πιο ρόδινος να γίνει ο ουρανός

ανοίξτε τα παντζούρια στα υπόγεια
πολύτιμα αισθήματα να μάσουμε
πιο κόκκινη να φέγγει η καρδιά μας
περήφανος να στέκει ο Αυγερινός

στα γκρίζα πρωινά τα πικραμένα
ας διώξουμε τα δάκρυα της μοναξιάς
ας δώσουμε τα χέρια, στα όνειρά μας
τα χείλη πια να σμίγουν με φιλιά

στους άχρωμους καιρούς και τη μιζέρια
βοηθήστε ν' αγγίξουμε τ' αστέρια
τη λάμψη αυτή να βρούμε απ' τον Απρίλη
που σήμερα γιορτάζει η Πασχαλιά.

(20/04/2006)

               🍁  

''Σύννεφο''

Μακρύναν τα μαλλιά μου και γίνανε χιλιόμετρα
σε λίγο θ’ ακουμπήσουν το κατώφλι σου

να μην τρομάζεις απ’ το χτύπημα στην πόρτα
δώσε ένα σάλτο κι ανέβα στο χαλί
ακολούθησε εκείνο το περίεργο σύννεφο, με τ’ αξύριστο πρόσωπο
και τη μεγάλη μύτη

ακολούθησε τα σημάδια μου, μετρώντας τα βήματά σου
τα χνάρια που αφήνεις στο έδαφος, είναι πληγές
απ’ τον λαβωμένο μας έρωτα

σκίσαμε την αγάπη, σαν ένα χαρτόνι
κι από μέσα της πετάχτηκε
εκείνος ο κόκκινος διαβολάκος, με την τρίαινα
- χαμογέλασε αυθόρμητα κι έτριψε τα χέρια του -

με είδε που μακρύναν τα μαλλιά μου
στον ώμο κουβαλάω το σταυρό του μαρτυρίου μου
με πνίγει η αδικία
βήχω για να διώξω από πάνω μου κάθε ευθύνη

το βλέμμα μου χαμηλωμένο στη γη
κι έτσι όπως είμαι, δε θα ματαδείς τα μάτια μου

παρά μονάχα τα μακριά μαλλιά μου
και για οδηγό εκείνο το περίεργο σύννεφο
με τ’ αξύριστο πρόσωπο και τη μεγάλη μύτη.

(12/11/2007)


Γιώργος Σ. Κόκκινος


Ο Γιώργος Κόκκινος ξεκίνησε τη συγγραφική του δραστηριότητα το 2004 κι έκτοτε συνεχίζει να γράφει αποσπασματικά, στίχους, ποιητικά κείμενα και άρθρα αποκλειστικά στο διαδίκτυο ως διαδικτυακός εραστής της τέχνης του Λόγου. Είναι μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών (2007) και έχει στο ενεργητικό του το Γ΄ Βραβείο ποίησης του διαγωνισμού της ΠΕΛ για το έτος 2006. Είναι μέλος επίσης του σωματείου ''Το σπίτι του Καλλιτέχνη'' (2021). Γεννήθηκε στην Κηφισιά Αττικής τον Σεπτέμβρη του 1977 και ζει ακόμα στην Αθήνα, έχοντας επιπλέον στο ενεργητικό του συνεντεύξεις, δημοσιεύσεις σε περιοδικά (Λογοτεχνικά, Κινηματογράφου και ποικίλης ύλης) - έντυπα και του διαδικτύου: Περί-Γραφής, Εξιτήριον, Ποιείν, Βακχικόν, Λογοτεχνικά Επίκαιρα, FreeMinds, Se-Skepseis, Sparmatseto, Θεματοφύλακες Λογω-Τεχνών, Πνευματική Ζωή, Νέα Αριάδνη, Συμπαντικές Διαδρομές, Εκδοτικά Νέα, MusicHeaven, Apostaktirio, pontokomicom.blogspot, MemoryLife Magazine, Homo Universalis, Idimokratia, Εφημερίδα Κηφισιά, Εφημερίδα Αμαρυσία, Εφημερίδα Ευρυτανικά Νέα, Magazino1, Culture365, Depart, Your e-Articles, MyFilm και ShortFilm
Έχει συμμετοχές σε ετήσια ημερολόγια και ανθολογίες ποίησης:
''Ανθολογία - Ποιήματα και τραγούδια για την Φωτογραφία'' (Fotoart 2021)
"Μενεξέδες εφήμερη ομορφιά" (Κηφισιά 2009)
"Κι εγώ θα σ' αγαπάω κάθε μέρα 2008" (Εμπειρία Εκδοτική 2007)
"Τα λουλούδια της ψυχής μας" (Έκδοση stixoi.info 2006)
Διετέλεσε συντάκτης στο eBooks4Greeks από τον Αύγουστο του 2018 έως τον Απρίλιο του 2019, ενώ στο eBooks4Greeks, στο openbook, στο free-ebooks, στο Culture365 και στο Τwirpx, έχουν αναρτηθεί τμηματικά από τον Αύγουστο του 2018 έως σήμερα τα ηλεκτρονικά του βιβλία : "Φυγείν εστί", "Τα Λυρικά", "Πρότερον Θνητοί", "Πρότερον Θνητοί - μεταγραφή σε Μπράιγ", "Κατηγορώ", "Τα Ανένταχτα", "Τα Ανένταχτα II", καθώς και οι συλλογές "Σκάλες" και "Κλίμακες" με το φιλολογικό ψευδώνυμο Προκρούστης. Διανέμονται επίσης δωρεάν οι συλλογές στίχων του ''Άτλας'' και ''Παράθεση''. Η συλλογή "Φυγείν εστί" έχει αξιολογηθεί με κριτική αναφορά από τον Αντώνη Χαριστό για τα "Εκδοτικά Νέα" (Τεύχος 2ο, 4 Ιουνίου 2020). Το βιβλίο "Πρότερον Θνητοί" στην επίτομη έκδοσή του έλαβε μέρος, ως θεατρικό έργο γραμμένο στην Ελληνική γλώσσα, στο διαγωνιστικό τμήμα του ευρωπαϊκού προγράμματος θεατρικών έργων Eurodram 2020 European network for drama in translation.
Συμμετείχε στη δημιουργία της ταινίας μικρού μήκους "ΜΠΛΕ" (25 Απριλίου 2020) με την Σπυριδούλα-Υρώ Γιολδάση, με την ιδιότητα του Παραγωγού της ταινίας, του Κειμενογράφου/Σεναριογράφου και του Τεχνικού ήχου/μοντάζ. Η ταινία μικρού μήκους "ΜΠΛΕ" διαγωνίσθηκε στο International Film Festival of Larissa: ‘προβολές ταινιών από το διαγωνισμό με θέμα Unlocked 2020’. Συμμετείχε επίσης με τρία ποιήματα στην "Μικρή ανθολογία σύγχρονης ανέκδοτης ελληνικής σατιρικής ποίησης" σε επιμέλεια Βαγγέλη Παπαδιόχου (Τόμος συγκεντρωτικός, Ιούνιος 2020)
Το 1994 συνεργάστηκε με τον Βάσο Αδριανό και την Ρένα Βουτσινά για τις ανάγκες μαθητικής παράστασης στο 2ο Λύκειο Κηφισιάς, για το μονόπρακτο των Κιντέρο Σ., Κιντέρο Ι. "Ένα ηλιόλουστο πρωινό". Το πρόγραμμα της παράστασης διατίθεται στο Scribd.
Συνεντεύξεις του έχουν φιλοξενήσει οι ιστότοποι: Your e-Articles, Culture365, FreeMinds, Se-Skepseis, Θεματοφύλακες Λογω-ΤεχνώνΕίναι ιδιοκτήτης του Λογοτεχνικού ιστολογίου "Πορφυράδα" (στο BlogSpot) που βρίσκεται σε συνεχή λειτουργία από τον Μάρτιο του 2007, καθώς και της αντίστοιχης σελίδας Λογοτεχνικών έργων ‘Συμβατός Δότης Συναισθημάτων’ (στο FB). Διατηρεί επίσης την επαγγελματική του σελίδα στο Facebook "Γιώργος Σ. Κόκκινος/George S. Kokkinos".