ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
Άγιοι Γαλακτίων και Επιστήμη
τιμήσωμεν ώσπερ συζυγίαν αρίστην και κλειτὴν.
Στην εποχή μας , αποτελεί κοινό τόπο, η διαπίστωση ότι ο θεσμός της οικογενείας διέρχεται κρίση. Οι χωρισμοί και τα διαζύγια είναι στην ημερήσια διάταξη. Οι λόγοι και οι αιτίες μπορεί να είναι πολλές. Η προσωπική μου αίσθηση είναι ότι απουσιάζει η πραγματική, η αληθινή αγάπη η εν Θεώ αγάπη μεταξύ των συζύγων. Αποτελεί σύμπτωση το γεγονός ότι ο όρος σύζυγος αντικαθιστάθηκε από το σύντροφος;; Η εν Χριστώ αγάπη σέβεται την ελευθερία του άλλου και δέχεται με ταπεινό φρόνημα το ρόλο του μέσα στην οικογένεια όπως τον όρισε ο Θεός.
Θα τα παραπάνω θα γίνουν κατανοητά αν μελετήσουμε τον βίο των Αγίων Γαλακτίωνος και Επιστήμης οι οποίοι ήταν σύζυγοι.
Ο Γαλακτίων ήταν υιός του υιός Kλειτοφώντος και Λευκίππης οι οποίοι ήταν ειδωλολάτρες και ήταν άτεκνοι. Αυτό το γεγονός τους στενοχωρούσε πολύ. Η Λευκίππη παρακαλούσε τα είδωλα για να τις χαρίσουν παιδί !! Στην πόλη τους υπήρχε ένας μοναχός με το όνομα Ονούφριος που ζητιάνευε όλη την ημέρα και τα διαμοίραζε στους πτωχούς. Μια μέρα πήγε στο σπίτι της Λευκίππης για να ζητήσει βοήθεια. Την είδε λυπημένη και την ρώτησε τι την απασχολεί. Εκείνη ανέφερε ότι αιτία της λύπης είναι η ατεκνία. Ο Ονούφριος την πληροφόρησε ότι είναι σοφό μέτρο της Θείας Πρόνοιας και ότι ο Θεός μην επιθυμώντας να προσφέρει αυτή το τέκνο της στους δαίμονες, την εμπόδιζε να γεννήσει όσο θα παρέμενε ασεβής. Ο Ονούφριος την μύησε στα μυστήρια και την βάπτισε. Η ίδια οδήγησε και τον σύζυγό της στον Χριστιανισμό και ζούσαν από τότε με ελεημοσύνη και αρετή. Γέννησε ένα αγόρι τον Γαλακτίωνα, όπως τον βαπτίσανε. Ο Γαλακτίων μεγάλωσε «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου» δηλαδή Χριστιανικά.
Σε ηλικία είκοσι χρονών, ορφανός από μητέρα, ο Γαλακτίων υπακούοντας στον πατέρα του παντρεύεται την όμορφη ειδωλολάτρισσα Επιστήμη. Φοβούμενος μη μολυνθεί το άγιο βάπτισμά του αρνήθηκε να πλησιάσει την νέα. Την έπεισε πρώτα με τον βίον του και έπειτα με τα λόγια να παραμείνουν παρθένοι . Εν τω μεταξύ η Επιστήμη απαρνήθηκε την ασέβειά της και βαπτίστηκε και αυτή. Οκτώ ημέρες μετά την βάπτιση είδε σε ένα όνειρο την δόξα που απολαμβάνουν στον ουρανό όσοι διαφυλάξουν την παρθενία τους για να αφιερωθούν ακέραιοι στον Θεό .Έτσι αποφάσισαν να παρατείνουν την παρθενία έως το τέλος της ζωής των.
Αφού πωλήσανε την περιουσία τους τα χρήματα τα μοίρασαν στους φτωχούς αναχώρησαν για την έρημο του Σινά για να περάσουν τον υπόλοιπο βιον τους ως μοναχοί. Στο μέρος Πούπλιον βρήκαν δώδεκα μοναχούς, οι οποίοι δέχτηκαν να μείνει μαζί τους ο Γαλακτίων την σε Επιστήμη την έστειλαν σε κοντινό ερημητήριο με τέσσερες μοναχές. Ο Γαλακτίων με τους ασκητικούς του αγώνες, τη νηστεία και την προσευχή έφθασε σε υψηλά μέτρα αρετής.
Πάντα ο χαιρέκακος διάβολος πολεμά τους Χριστιανούς και πολύ περισσότερο τους αγωνιζόμενους και ασκητές. Βάζει στο μυαλό του τυράννου να αρχίσει τον διωγμό των Χριστιανών που καταφεύγουν στην έρημο. Όταν το απόσπασμα των στρατιωτών που αναζητούσε τον Γαλακτίωνα η Επιστήμη είδε σε όραμα την δόξα που επιφυλάσσεται στους μάρτυρες και είδε ότι εκλήθη να την μοιραστεί με τον Γαλακτίωνα .
Ως καλή Χριστιανή μοναχή λαμβάνει την ευχή από την ηγουμένη να πάει να τον συναντήσει και να προσφέρει την ζωή της στον Χριστό μαζί με εκείνον που ήταν διδάσκαλός της και συναθλητής στη στενή οδό της ζωής.
Μαζί παρουσιάστηκαν ενώπιον του τυράννου Θύρσου. Δεν φοβήθηκαν τις απειλές του τυράννου, ομολόγησαν με θάρρος την πίστη τους στον Σωτήρα Χριστόν. Υποβλήθηκαν σε τρομερά μαρτύρια την Αγία εξέθεσαν γυμνή σε δημόσια θέα, τους έμπηξαν μυτερά καλάμια κάτω από τα νύχια, τους κτύπησαν φοβερά και τους έκοψαν τα χέρια και τα πόδια. Το τελικό μαρτύριο ο αποκεφαλισμός τους.
Ο Άγιος Γαλακτίων ήταν τότε τριάντα ετών και η Αγία Επιστήμη δεκαέξι. Στη νιότη τους και οι δυο Άγιοι. Η ζωή για τους κοσμικούς είναι μπροστά και τους περιμένει. Αυτοί περιφρόνησαν την εφήμερη ζωή και προτίμησαν την Ζωή την αιώνια με το αμάραντο στεφάνι της δόξας. Δεν ενώθηκαν κατά σάρκα στην εφήμερη τούτη ζωή αλλά ενώθηκαν εν Θεώ στην αιωνιότητα.
Η Αγία Επιστήμη ακολούθησε τον Άγιο Γαλακτίωνα στην θρησκεία, αρνούμενη τα είδωλα, στην παρθενία αρνούμενη τις εφάμαρτες ηδονές, στον μοναχισμό αρνούμενη τον κόσμο και τις προσωρινές χαρές. Τον ακολούθησε και στο μαρτύριο. Πήγε μόνη της. Κανένας δεν την πίεσε και δεν την υποχρέωσε. Τι ήταν εκείνο που την οδήγησε και στο μαρτυρικό θάνατο;; Ήταν η εν Χριστώ αγάπη που ένωνε τους δυο Αγίους. Ήταν ο ο Ορθόδοξος ευλογημένος γάμος. Η εν Χριστώ ένωση δυο ανθρώπων.
Η Αγία μας εκκλησία ευλογεί τον γάμο. Ευλογεί και τον μοναχισμό. Ο καθένας έχει να διαλέξει δυο δρόμους. Οδηγούν και οι δυο στην κατά χάρη θέωση του ανθρώπου. Στον γάμο της Κανά, όπως καλά γνωρίζουμε ο Κύριος και Σωτήρας μας Ιησούς Χριστός έκανε το πρώτο Του θαύμα μετατρέποντας το νερό σε κρασί.Στην περίπτωση των δυο Αγίων, των συγκεκριμένων, έχουμε αυτό που ονομάζουμε λευκό γάμο.Είναι η Εκκλησία μας υπέρ του λευκού γάμου και εναντίον της τεκνοποιίας ;; Σίγουρα όχι. Η Εκκλησία έχει ειδικές ευχές για τις λεχώνες, την οκταήμερο της ονοματοδοσίας κ α. Αγαπά τα παιδιά και θέλει να τεκνοποιούμε, μας θέλει πολύτεκνους. Η ζωή μας να είναι σύμφωνη με τα διδάγματα του Χριστού. Είτε άγαμοι, είτε έγγαμοι. Είπαμε δυο είναι οι δρόμοι για την σωτηρία και την κατά χάρη θέωση. Απαιτούν αγώνα και προσπάθεια συνεχή.
Την ευλογία να έχουμε των δυο Αγίων που εορτάζουν την 5η Νοεμβρίου, κατά έτος.
Λειτουργικά κείμενα
Ἀπολυτίκιον
Tὴν λαμπρὰν ξυνωρίδα τῶν μαρτύρων τιμήσωμεν ὥσπερ συζυγίαν ἀρίστην καὶ κλειτὴν καὶ θεόφρονα· τὸν θεῖον Γαλακτίωνα πιστοί, ὁμοῦ σὺν Ἐπιστήμῃ τῇ σεμνῇ. Δι' ἀσκήσεως γὰρ πόνων ἀθλητικὴν ἐξήνθησαν φαιδρότητα. Δόξα τῷ ἐνισχύσαντι ὑμᾶς, δόξα τῷ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι δι' ὑμῶν πᾶσιν ἰάματα.
Κοντάκιον
Μαρτύρων Χριστοῦ, τοῖς δήμοις ἠριθμήθητε, ἀγῶσι στεῤῥοῖς, φαιδρῶς ἀγωνισάμενοι, Γαλακτίων ἔνδοξε, σῦν συζύγῳ σεπτῇ καὶ συνάθλῳ σου, Ἐπιστήμη, τῷ μόνῳ Θεῷ, πρεσβεύοντες ἄμφω ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.
Μυργιώτης Παναγιώτης
Μαθηματικός
UNKNOWN MONT DATE
Γράφει ο Ηλίας Γιαννακόπουλος, Blog "ΙΔΕΟπολις"
Αφιέρωμα στους Έλληνες στρατιώτες που, υπερβαίνοντας τον φόβο του θανάτου, μετέτρεψαν το προσωπικό τους δράμα σε ιστορία Χρέους προς την Πατρίδα και αγώνα για την Εθνική Ελευθερία. Γιατί η Ελλάδα δεν είναι "Τόπος", αλλά "Τρόπος"...
*Ο ρόγχος του θανάτου και ο ανθρώπινος φόβος στο πολεμικό μέτωπο
«Και κάποτε πιο σπάνια, ένα πνιχτό μουσούνισμα, ίδιο ροχαλητό, που 'λέγαν, όσοι ξέρανε, είναι ο ρόγχος του θανάτου». (Οδυσσέας Ελύτης, «Πορεία στο Μέτωπο», από το «Άξιον Εστί»).
Κάθε εθνική επέτειος ανακαλεί στη συλλογική μας μνήμη στιγμές ηρωισμού, αυτοθυσίας και υπεράσπισης της ελευθερίας.
Οι επετειακοί λόγοι, ωστόσο, συχνά φωτίζουν τόσο πολύ το μεγαλείο του ήρωα, ώστε αφήνουν στη σκιά τον άνθρωπο. Κι όμως, πίσω από κάθε στρατιωτικό παράσημο, κάθε ηρωική πράξη και κάθε εθνικό θρίαμβο υπάρχει ένας άνθρωπος που φοβάται, πονά και αγωνιά για τη ζωή του.
Το «Οι, όι Μάνα μου» του Ελύτη μάς καλεί να ακούσουμε αυτήν τη σιωπηλή ανθρώπινη αλήθεια.
«Και κάποτε πιο σπάνια, ένα πνιχτό μουσούνισμα, ίδιο ροχαλητό, που 'λέγαν, όσοι ξέρανε, είναι ο ρόγχος του θανάτου». (Οδυσσέας Ελύτης, «Πορεία στο Μέτωπο», από το «Άξιον Εστί»).
Μέρες του “ΟΧΙ”, μέρες εθνικής υπερηφάνειας και ανάτασης. Οι ομιλητές, με στεντόρεια φωνή και εθνικό οίστρο και ενθουσιασμό, περιγράφουν τον ηρωισμό των Ελλήνων στρατιωτών στα αλβανικά βουνά, απέναντι στην ιταμή επίθεση των Ιταλών.
Με ηχηρά επίθετα και ρήματα προβάλλουν την ανδρεία των στρατιωτών, οι οποίοι, αψηφώντας το κρύο και την πείνα, αντιμετώπισαν με σθένος έναν υπέρτερο σε αριθμό και εξοπλισμό στρατό. Ο ηρωισμός τους αναδεικνύεται ως κορυφαία έκφραση της αγάπης προς την Πατρίδα και της υπεράσπισης της ελευθερίας.
Ωστόσο, μέσα σε αυτόν τον λεκτικό οίστρο των ομιλητών και στον εθνικό μας αυτοθαυμασμό, συχνά αποσιωπάται το ανθρώπινο στοιχείο των Ελλήνων στρατιωτών στο μέτωπο των μαχών και του πολέμου γενικότερα. Οι Έλληνες στρατιώτες, δηλαδή, περιγράφονται ως υπερβατικές μορφές, που αψηφούν τις κακουχίες των χιονισμένων βουνών, αδιαφορούν για τις κλαγγές των όπλων και, το κυριότερο, εμφανίζονται σαν να έχουν απελευθερωθεί από τον φόβο του θανάτου.
Στην εξιδανίκευση των Ελλήνων μαχητών συνδράμουν και οι στίχοι των ποιητών μας, που εστιάζουν στην υψηλή συνείδηση του χρέους και στον δίκαιο αγώνα τους. Έτσι, ο υπαρξιακός φόβος απέναντι στην προοπτική του θανάτου στο πεδίο των μαχών φαίνεται να υποχωρεί μπροστά στην ηθική ανωτερότητα του αγώνα και στην πίστη σε υψηλά ιδανικά.
Ωστόσο, πέρα από τον λυρικό μετασχηματισμό των Ελλήνων στρατιωτών από τους στίχους των ποιητών και την απογύμνωσή τους από κάθε γήινο στοιχείο, υπάρχει και η φρίκη του πολέμου και, φυσικά, ο ανθρώπινος, πρωτόγονος φόβος απέναντι στην προοπτική του θανάτου. Ένας φόβος που πολλές φορές στο μέτωπο των μαχών εμφανίζεται όχι ως μία πιθανότητα, αλλά ως μία οδυνηρή βεβαιότητα.
«Τούτες τις ξεχωριστές ώρες, που η ζωή μου είναι τόσο κοντά στο θάνατο και τα χέρια μου είναι τόσο μακριά απ' τα δικά σου...»(Στρατής Μυριβήλης, «Η Ζωή εν Τάφω»).
Μπροστά σε αυτό το ενδεχόμενο, που τείνει να γίνει βεβαιότητα, το σώμα αναπτύσσει τις δικές του υλικές, γήινες αντιδράσεις, αφού είναι συνυφασμένο με τη ζωή και το ένστικτο της αυτοσυντήρησης και της επιβίωσης. Πόσα αποθέματα ηρωισμού μπορεί να έχει μια ψυχή για να αντέξει την ταπείνωση της λιποταξίας και πόση δύναμη χρειάζεται ένας στρατιώτης στο μέτωπο για να προσπεράσει τον παραλυτικό τρόμο του θανάτου;
Και, τελικά, πόσο εύκολο είναι να απαιτούμε από έναν άνθρωπο να υπερβεί τα όριά του, όταν εμείς οι ίδιοι δεν έχουμε βιώσει την αβάσταχτη εγγύτητα του θανάτου;
Ο Μυριβήλης είναι από τους συγγραφείς που, στο έργο του «Η Ζωή εν Τάφω», περιέγραψαν με αντιηρωικά χρώματα το σωματικό και ψυχικό άλγος του στρατιώτη. Δεν αποσιωπά την αγωνία του ούτε εξωραΐζει τη φρίκη του πολέμου. Αντίθετα, αναδεικνύει τον άνθρωπο που κρύβεται πίσω από τη στρατιωτική στολή και τον ήρωα που δοκιμάζεται από τις πιο ακραίες συνθήκες της ανθρώπινης ύπαρξης.
«Γιατί είναι απαραίτητο να σκοτώσουν και να μας σκοτώσουν; Ποιόνε να το ρωτήσω. Συλλογιέμαι: πού να βρίσκεται η μήτρα του κακού;» (Στρατής Μυριβήλης, «Η Ζωή εν Τάφω»).
Θα μπορούσε να πει κανείς πως στον πόλεμο ο στρατιώτης εξοικειώνεται με τον θάνατο, αφού όλα γύρω του τον εμπεριέχουν και τον υπενθυμίζουν. Βομβαρδισμένο τοπίο, ήχοι όπλων και οβίδων, τραυματίες και ημιθανείς στρατιώτες, νεκρά σώματα και, το κυριότερο, η υποχρέωση να σκοτώσει τον εχθρό πριν εκείνος τον σκοτώσει.
Πρόκειται, όμως, για πραγματική εξοικείωση με τον θάνατο ή για μία αναγκαστική προσαρμογή σε μια καθημερινότητα που απειλεί διαρκώς την ύπαρξή του;
Στο μυαλό του στρατιώτη δεσπόζει, από τη μία πλευρά, η έγνοια για το πώς θα αποφύγει τον θάνατο και, από την άλλη, η αγωνία για το πώς θα σκοτώσει τον αντίπαλο πριν γίνει ο ίδιος ο ιδανικός στόχος γι' αυτόν. Η επιβίωση μετατρέπεται σε καθημερινή αγωνία και η ζωή περιορίζεται συχνά στην αναμονή της επόμενης στιγμής, της επόμενης έκρηξης, του επόμενου κινδύνου.
Τον πρωτόγονο ανθρώπινο φόβο προς τον θάνατο μπορεί να τον απωθήσει για λίγο το Χρέος προς την Πατρίδα ή και η πίστη προς κάποια ιδανικά και ιδέες, αλλά ποτέ και τίποτα δεν μπορεί να τον εξαλείψει, είτε ως πραγματικότητα είτε ως αναπάντεχη προοπτική. Η συνείδηση του καθήκοντος μπορεί να ενισχύσει την ψυχική αντοχή του στρατιώτη, δεν μπορεί, όμως, να καταργήσει την ανθρώπινη φύση του.
"Και γνώρισα από πολύ κοντά την αψηφισιά του θανάτου, την ακατάβλητη θέληση της ζωής που έγινε τελικά και δική μου" (Οδ. Ελύτης)
Η σύγκρουση ανάμεσα στο ένστικτο της επιβίωσης και στο χρέος προς κάτι υψηλό, που στη λογική του εμπεριέχει και τον θάνατο, είναι αδυσώπητη. Κι αυτό γιατί στο μέτωπο ο θάνατος δεν συνιστά μόνον μία απλή πιθανότητα ή μία μεταφυσική έννοια, ευεπίφορη για φιλοσοφικό στοχασμό, αλλά μία κατάσταση που τείνει να γίνει πραγματικότητα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το υποκείμενο, δηλαδή τον στρατιώτη.
Το επικούρειο «ανύποπτον ο θάνατος» φαίνεται να μην πείθει και να μην απαλύνει τον φόβο και την υπαρξιακή αγωνία του στρατιώτη στο μέτωπο. Η φιλοσοφική σκέψη μπορεί να προσφέρει παρηγοριά στον άνθρωπο που στοχάζεται τον θάνατο από απόσταση. Πόσο, όμως, μπορεί να ανακουφίσει εκείνον που ακούει τις οβίδες να σκάνε δίπλα του και αισθάνεται πως η επόμενη μπορεί να είναι η τελευταία του στιγμή;
"Μητέρα εδώ, στο θάνατο κοντά,/πρωτόμαθα το πόσο η ζωή αξίζει" (Γ. Ρίτσος, "Γράμματα από το μέτωπο").
Οι τραυματισμένοι και ημιθανείς συστρατιώτες δίπλα στον μαχόμενο στρατιώτη τού θυμίζουν τυραννικά τον στίχο του Σολωμού: «Γλυκιά η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα». Η αντίθεση ανάμεσα στη γλυκύτητα της ζωής και στη σκοτεινότητα του θανάτου αποκτά στο πολεμικό μέτωπο μια τραγική αμεσότητα. Δεν αποτελεί πλέον μια ποιητική σύλληψη, αλλά μια βιωμένη πραγματικότητα.
Οι σκηνές ηρωισμού ή αυτοθυσίας που διαβάζουμε ή ακούμε στις επετείους δεν αναιρούν τον φόβο προς τον θάνατο, αφού πρόκειται για οριακές στιγμές υπέρβασης της γήινης φύσης των ανθρώπων. Η γενναιότητα δεν σημαίνει απουσία φόβου, αλλά ικανότητα αντίστασης απέναντί του. Και ακριβώς γι' αυτό η ηρωική πράξη αποκτά μεγαλύτερη αξία, όταν αναλογιστούμε το ανθρώπινο τίμημα που ενδεχομένως προϋποθέτει.
Σχετική είναι και η περιγραφή ενός αμερικανού δημοσιογράφου που βρέθηκε στα αλβανικά βουνά τις πρώτες ημέρες του πολέμου:
«Ποτέ δεν είδα στρατιώτες να γλεντούν τον πόλεμο και τις κακουχίες όσο οι Έλληνες. Ο ελληνικός στρατός έχει το υψηλότερο ηθικό παρά τη λάσπη, τη βροχή και τα χιόνια. Είναι άντρες με σιδερένιους μυς και θερμή καρδιά».
Αν οι παραπάνω διαπιστώσεις εμπεριέχουν μία αλήθεια, τότε ας αναλογιστούμε το μέγεθος της θυσίας του Έλληνα στρατιώτη στα αφιλόξενα και χιονισμένα βουνά της Αλβανίας στον πόλεμο του 1940. Το υψηλό ηθικό και η αντοχή στις κακουχίες δεν σημαίνουν ότι ο στρατιώτης έπαψε να φοβάται. Αντίθετα, καθιστούν ακόμη πιο αξιοθαύμαστη την προσπάθειά του να συνεχίσει τον αγώνα, ενώ η ζωή του βρισκόταν διαρκώς σε κίνδυνο.
Οι αναφορές στον αρχέγονο ανθρώπινο φόβο των στρατιωτών απέναντι στην πιθανότητα, έως και βεβαιότητα, του θανάτου στο πολεμικό μέτωπο δεν στοχεύουν στη μείωση της εθνικής τους θυσίας ούτε στην αποηρωοποίησή τους, αλλά τουναντίον. Στοχεύουν στην περιγραφή και ανάδειξη μιας ανθρώπινης εμπειρίας σε οριακές στιγμές της ύπαρξης, όπου η Ζωή συγκρούεται με τον Θάνατο, το ανθρώπινο με το χρέος και το ατομικό με το συλλογικό.
Κάθε φορά που διαβάζω ή ακούω την «Πορεία στο Μέτωπο» από το «Άξιον Εστί» του Ελύτη, εστιάζω στο «Οι, όι Μάνα μου». Είναι η επιτομή του ανθρώπινου πόνου και μια έμμεση, άρρητη ομολογία πως στο πολεμικό μέτωπο ο στρατιώτης μάχεται όχι μόνον απέναντι στις δυνάμεις του αντίπαλου στρατού, όχι μόνον απέναντι στη σωματική κόπωση και στις συνθήκες του πολεμικού μετώπου-πείνα, κρύο, λάσπη, εξάντληση, αλλά και απέναντι στον εγγενή ανθρώπινο φόβο προς τον θάνατο, που συνιστά την κανονικότητα σε έναν πόλεμο.
Το «Οι, όι Μάνα μου» συμπυκνώνει όσα συχνά δεν μπορούν να εκφράσουν οι επετειακοί λόγοι. Είναι η κραυγή του ανθρώπου που, μπροστά στο τέλος, αναζητά ασυνείδητα την πιο βαθιά και πρωταρχική εστία ασφάλειας: τη Μάνα. Η επίκλησή της δεν ακυρώνει τον μαχητή ούτε μειώνει το ηθικό του ανάστημα. Αντίθετα, μας αποκαλύπτει ότι ακόμη και ο πιο γενναίος στρατιώτης παραμένει ένας άνθρωπος που επιθυμεί να ζήσει.
Ο άνθρωπος-στρατιώτης απέναντι στον θάνατο αισθάνεται μια απέραντη μοναξιά, κι ας βρίσκονται δίπλα του δεκάδες άλλοι στρατιώτες: άλλοι φοβισμένοι, άλλοι τραυματισμένοι, άλλοι λιπόθυμοι, ημιθανείς ή νεκροί. Η μοναξιά αυτή δεν είναι απλώς η απουσία συντροφιάς, αλλά η αδυναμία να μοιραστεί κανείς ολοκληρωτικά την προσωπική του αγωνία μπροστά στο ενδεχόμενο του τέλους.
Σε τέτοιες συνθήκες, πόσες αντιστάσεις μπορεί και πρέπει να έχει ένας άνθρωπος-στρατιώτης για να επιτελέσει το Χρέος προς την Πατρίδα και την Ελευθερία; Γιατί ο Πόλεμος δεν τσακίζει μόνον το σώμα, αλλά τρομάζει και την ψυχή. Η αντοχή δεν είναι ανεξάντλητη και η ανθρώπινη ψυχή δεν διαθέτει πάντοτε τις ίδιες δυνάμεις αντίστασης. Η αναγνώριση αυτής της αλήθειας δεν αποτελεί μομφή για τον στρατιώτη, αλλά ουσιαστική κατανόηση της τραγικής του δοκιμασίας.
Σχετικά γράφει ο Στρατής Μυριβήλης στο έργο του «Η Ζωή εν Τάφω»:
«Ο Πόλεμος, προτού να τσακίσει το κορμί αποσυνθέτει πρώτα λίγο-λίγο κι αλύπητα την ψυχή μες στην απομόνωση της υπόγειας ζωής. Η αδιάκοπη τρομάρα που κατοικεί μαζί σου μέσα στο αμπρί...»
Ο πόλεμος, λοιπόν, δεν είναι μόνον μια αναμέτρηση στρατών, όπλων και πολεμικών σχεδίων. Είναι και μια αδυσώπητη δοκιμασία της ανθρώπινης ψυχής, μια καθημερινή σύγκρουση με τον φόβο, την απώλεια και την αβεβαιότητα. Πίσω από τις στρατιωτικές νίκες και τις ιστορικές επετείους υπάρχουν άνθρωποι που έζησαν την αγωνία, πλήρωσαν το τίμημα και, σε πολλές περιπτώσεις, δεν επέστρεψαν ποτέ.
Δεν είναι, λοιπόν, καθόλου λιγότερο γενναίοι και ήρωες όσοι στρατιώτες στο μέτωπο, απέναντι στην προοπτική του επερχόμενου θανάτου, εξακολουθούν να αισθάνονται άνθρωποι και όχι σπάνια λυγίζουν από τον φόβο. Το αντίθετο. Η ανθρώπινη ευαλωτότητά τους δεν μειώνει το μεγαλείο της θυσίας τους, αλλά το καθιστά βαθύτερο και ουσιαστικότερο.
Ίσως, τελικά, το πραγματικό νόημα του ηρωισμού να βρίσκεται ακριβώς εδώ: όχι στην απουσία του φόβου, αλλά στη δύναμη να σταθεί κανείς απέναντί του. Και το «Οι, όι Μάνα μου» ας μας θυμίζει πάντα τον άνθρωπο πίσω από τον ήρωα.
https://iliasgiannakopoulos.blogspot.com/
NDOSHTA
ndoshta për vogëlushet që ishim dikur
ndoshta për rritjen që përgjon (ndoshta për ty e për një Teuta S.) nata është një zebër largpamëse. ti shtrin një tabak të ajkët letre pa ditur se është sëmbimi sferëmerkurtë në shtrojat e mallit tim. bën një balonë xhufka-shpupurisur ujdhesë për ditët kur ndiznim frikën pishtar në barkun e shpellës me kthesa që ndante botët. harku i territ qe ylberi ynë i kapërcyer në një metaforë përtypëse – rigon sot në sferën time që ndryshket pa le të thoshte mësuesja e kimisë se merkuri vetëm oksidohet unë e shoh që kullon kuqësirë dhe pritje. kur qaj shumë kur qaj shumë zvogëlohet pres të ketë humbur si atëherë kur ishim fëmijë por rishfaqet në qindra gogëlza që gjejnë njëra-tjetrën dhe derdhen përqafjes. ti duhet të jesh ende fëmijë. duhet padyshim të kesh mbetur ende e vogël si në selfie-in tënd që më përçon kujtesa ime proteinike ruajtur një llambushkëze në nyjën e dytë djathtas të harresës. kam frikë të të gjej të të pyes të të thërras në ndonjë ekran me emrin libër dhe fytyra se mos ndoshta – s'ma ha shumë mendja – po ndoshta dhe je rritur e je bërë një moshë me mua shndërruar në një tretësirë të panjohur. tek mbledh buzët e bëhesh serioze hënëza mbi mjekër luan kartën djallëzore të mallit ka shije të veçantë heshtjeje kohe të mbrëmshme ringrohur në furrë mikrovalësh. nënqesh me renë që e ka zënë krizë paniku para semaforit me shigjetën sy-blertë të largimit dhe ka ndaluar qarkullimin paradites së mardhur sikur asgjë s'ka të bëj me ty as qielli mbushur me balona sikur diçka ke harruar por s'di çfarë. Armela Hysi