Τα πρώτα χρόνια
Ετικέτες
- Άρθρα
- Βιβλιοπαρουσίαση
- Γλυπτική
- Διαθεματικότητα
- Εκδηλώσεις
- Επιστήμη
- Ζωγραφική
- Θέατρο
- Θέατρο.
- Ιστορία
- Κινηματογράφος
- Κοινωνία
- Λαογραφία
- Λογοτεχνία
- Μνήμες
- Μουσική
- Μουσική.
- Μυθολογία
- Παιδεία
- Περιβάλλον
- Σαν Σήμερα
- Σύγχρονη Λογοτεχνία
- Ταξιδιωτικές Εντυπώσεις
- Τέχνη
- Τεχνολογία
- Τηλεόραση
- Υγεία
- Φιλοσοφία
- Φωτογραφία
- Ψυχολογία
Κυριακή 5 Απριλίου 2026
ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΣΑΚΑΛΗΣ "Τα πρώτα χρόνια"
Ένα ποίημα στα ρουμανικά της ποιήτριας Λουτσία Στέφενς ντε Ρότσιλντ σε μετάφραση στα Αραβικά από τον γνωστό ποιητή Abdel latif Moubarak
ابتسامة في الخاطر
عَلى طَريقي أمضي بخطواتي
ونارٌ خافتةٌ تشتعلُ في أعماقنا،
عبرَ سنواتٍ ضاعت في خيوط الفجر..
بكل ذرةٍ من أفكارنا الجديدة.
أبحثُ عنكِ ثانيةً في اللحظات
وفي مَوج الأفكارِ أغوصُ غريقاً،
أتأملُ بعمقٍ كلَّ ما أتمناه
على ذلك الطريق المرصوفِ بالخيال.
رُوحي شُعاعٌ من مَواجع
لا أجدُ في داخلي سِوى الدموع،
هي لحظةُ البُعدِ التي تَغسلُ
آلامَها في الظنونِ والأهواء.
نداءاتٌ متأخرةٌ تُبعثرني
وتجاعيدُ غائرةٌ تكسرُ كبريائي،
أنظرُ إلى المرآةِ الكاذبة
وكأنني زهرةٌ نادرةُ الوجود.
لكنَّ المرآةَ أمامي تبدو جلية
والتجاعيدُ تبتسمُ عبرَ الخواطر،
فهي علاماتٌ حيةٌ لأفراحٍ مَضت،
وربيعٌ يسطعُ بالشمسِ في العيون.
تمرُّ السنينُ وتتراكمُ فوقَ الأجفان
ككوكبِ الصبحِ حينَ يَبزغ،
أستقبلُ سنواتِ شبابي..
التي تُغيرُ اليومَ مَسارَ قدري.
كنتُ دوماً شعلةً من العاطفة
أغفو على أحلامِ الشوقِ واللوعة،
لكنَّ روحي لا تزالُ ربيعاً،
منفتحةً على مَجدِ الضياء.
ومن أجلِ ملامحِ الابتسامة
أرغبُ في مَسحِ الدموعِ من مآقيّ،
في انتظارِ عيدٍ آتٍ،
تترنمُ به كلماتُ المحاريبِ والصلوات.
تأليف: لوتشيا ستيفنز دي روتشيلد
ألمانيا -
ترجمة: عبد اللطيف مبارك
--
UN SURÂS ÎN GÂND
Pe drumul meu pășeșesc
Cu un foc mocnit din noi,
Prin ani ce s-au pierdut în zori...
Cu fiecare fibră de noi idei.
Te caut iar din nou în clipe
În val de gânduri mă cufund,
Gândesc profund tot ce doresc
La drumul pietruit în gând.
Mi-e sufletul o rază de tristețe
În mine pot găsi doar lacrimi,
E clipa depărtării ce-și scaldă
Durerea-n gânduri și de patimi.
Chemări târzii mă răscolesc
Și riduri adânci mă doboară,
Privesc oglinda mincinoasă
Că parcă sunt o floare rară.
În fața mea, oglinda-i clară
Riduri zâmbesc prin gânduri,
Sunt semne vii de bucurii,
Primăvara cu soare și-n priviri.
Anii vin și se aștern pe pleoape,
Ca un luceafăr ce răsare
Îmi primesc anii tinereții...
Ce-mi schimbă astăzi poarta.
Am fost mereu o patimă
Prin vise adormind de dor,
Sufletul mi-e încă primăvară,
Deschis în slavă de lumină.
Pentru zâmbet mai doresc
Să-mi sterg lacrimi din priviri,
Așteptând de sărbătoare,
Ce cântă-n cuvinte din altare.
Autor Lucia Steffens de Rothschild
Germania @copyrigt
Yeon Myung ji ( Korea ) Poetry
Anwer Ghani: poetry
BEHIND THE VEIL
Carpe " Η Ανάσταση προ των πυλών..."
Με βήματα αβέβαια γλιστρώ
προς στην αιωνιότητα .
Η πορεία για το ξέφωτο
ένας δακρυσμένος ποταμός .
Στο πλάϊ , ένα βήμα πιο μακριά,
η συνείδηση βαμμένη με αίμα ,
η ψυχή να βυθίζεται στη σιγή,
να ζητιανεύει την αλήθεια.
Στην μεγάλη αίθουσα αναμονής
παρήγορη η αίσθηση
για μια νέα αρχή....
η Ανάσταση προ των πυλών,
καταλύει των μελλοθάνατων
τις στέρφες μέρες .
Carpe
ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗ ΕΝΩΣΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ
Σάββατο 4 Απριλίου 2026
ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ "ΟΜΟΛΟΓΙΑ "
Μου ’λεγες για τις αλήτισσες μέρες που έζησες,
για τις τσιγγάνες νύχτες στις οποίες δραπέτευσες,
δείχνοντάς μου παλιές εφηβικές φωτογραφίες.
Μου ιστορούσες για τα κρυφομιλήματα της νύχτας,
τότε που τραβιόσουν στις πιο απόμερες γωνιές του νου
και τον άφηνες να σε ταξιδεύει ύποπτος κι ανυπάκουος
πέρα απ’ το φόβο της βεβαιότητας και του κενού,
μόνη, ολοκληρωμένη με της γης τις αισθήσεις.
Με οδήγησες μπροστά στο κατώφλι της ψυχής σου
και μ’ άφησες στη μισάνοιχτη πόρτα να διακρίνω
στις αναδυόμενες μνήμες σου τις δικές μου προσδοκίες.
Σου έπιασα το χέρι να μείνει η πόρτα ανοιχτή
κι απ’ το βάθος ένας μεθυσμένος και βίαιος ήλιος
μας πυρπολούσε ανελέητα και μας συνέτριβε.
Κοιταχτήκαμε ανυπόκριτα στη γλύκα της αθωότητας
ζητώντας δικαιοσύνη και έλεος που είχαμε ανακαλύψει
τους εαυτούς μας, ο ένας στη σκέψη του αλλουνού.
Ευτυχήσαμε. Μοιάζαμε κι οι δυο πυρπολημένες πόλεις.
Έτρεμες και βιαζόσουν να μοιραστείς
τον χρόνο που έφευγε νερό απ’ τις ανοιχτές σου χούφτες,
να προλάβεις να μου πεις πως ανακάλυψες ότι υπάρχεις
διάτρητη μέσ’ από πρωτόγνωρες σκέψεις και αισθήματα
και να παραδεχθείς πως πρώτη φορά
αισθάνθηκες τόσο όμορφα έτσι ανυπεράσπιστη.
Σπαραγμός και οδύνη οι αναμνήσεις και οι προσμονές
τότε που άνοιγα τα χέρια μου και μ’ ένα τραγούδι
θαρρούσα πως αγκάλιαζα τη γη.
Τώρα κομμάτια ο πόθος στο γύρισμα της μέρας
και θρύψαλα η κρυφή γοητεία της νύχτας
καθώς έχασα την αρχή στο μικρό μου τ’ αλώνι
και τόλμησα στα τόσα σταυροδρόμια των ματιών σου
να πω με βεβαιότητα πως υπάρχω.
Μας πυρπολούσε ένας μεθυσμένος και βίαιος ήλιος
και μας σαϊτευε ένας κόκκινος μικρός θεός.
Oμολογήσαμε ο καθένας την παρουσία του άλλου,
έγινε η στιγμή αιωνιότητα κι ανάγκη
κι αφήσαμε το χθες μας στη συντριβή.
Πυρπολημένες, διαγουμισμένες πόλεις κι αγύρτισσες ψυχές
που γκρεμίζουν για να κτίσουν που πεθαίνουν για να αναστηθούν
θέλαμε να το πούμε δυνατά με μια κραυγή.
Το κρατήσαμε όμως μόνο για μας. Το υποσχεθήκαμε.
Και το σφραγίσαμε μ’ ένα φιλί. Το πρώτο μας φιλί.




