Τετάρτη 26 Ιουνίου 2019

ΣΤΡΑΤΗΣ ΜΥΡΙΒΗΛΗΣ ( 30 Ιουνίου 1890 – 19 Ιουλίου 1969 )


Ο Στράτης Μυριβήλης (1892-1969), ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους της γενιάς του '30, αντιμιλιταριστής πατριώτης και λυρικός πεζογράφος του Αιγαίου, ένας «αδιάλλακτος της λογοτεχνίας» σε συνεχή αναζήτηση της ελληνικότητας, γεννήθηκε στις 30 Ιουνίου του 1892 στην υπόδουλη ακόμη Συκαμιά της Λέσβου

Ανήκει στη γενιά εκείνη που πολέμησε για την ανόρθωση του ελληνισμού κατά τους βαλκανικούς πολέμους, που παρακολούθησε με πόνο τη Μικρασιατική Καταστροφή και την κατάρρευση της Μεγάλης Ιδέας και τελικά στράφηκε σε έναν ενδοσκοπικό εθνικισμό, αναζητώντας με πάθος τα διακριτικά της ελληνικής συνείδησης στην ελληνική γη και στη λαϊκή παράδοση.

Νεανικά χρόνια

Ο Στράτης Μυριβήλης, ψευδώνυμο του Ευστράτιου Σταματόπουλου, ήταν το πρώτο από τα πέντε παιδιά του Χαράλαμπου και της Ασπασίας Σταματοπούλου. Μέτριος μαθητής, παίρνει το απολυτήριό του από την Αστική Σχολή Συκαμιάς το 1903. Εκεί, ο σχολάρχης Σπύρος Αναγνώστου, με το κιτρινισμένο δάχτυλό του πάνω στον ανοιγμένο ελληνικό χάρτη, έκανε περιπάτους πάνω στα Βαλκάνια, στη Μικρασία και μέσα στις ελληνικές θάλασσες, περιπάτους αντάξιους της Μεγάλης Ιδέας. Έτσι ξεκινάει ο Μυριβήλης το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου του Απ' την Ελλάδα. Από τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς έως το 1909 φοιτά στο Γυμνάσιο Μυτιλήνης και στο Γυμνάσιο των Κυδωνιών. Στα γυμνασιακά θρανία η επαφή του με σημαντικά κείμενα του δημοτικισμού Το Ταξίδι του Ψυχάρη, Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου του Κωστή Παλαμά, η Ιλιάδα του Αλέξανδρου Πάλλη, τα διηγήματα του Αργύρη Εφταλιώτη, Τα Λόγια της Πλώρης του Ανδρέα Καρκαβίτσα, αλλά και ανέκδοτα χειρόγραφα ποιήματα του Γρυπάρη που κυκλοφορούσαν κάτω από τα θρανία διαμορφώνουν πρώιμα τη λογοτεχνική και γλωσσική του συνείδηση. Πεζογραφήματά του ήδη δημοσιεύονται σε περιοδικά της Σμύρνης και της Μυτιλήνης.Τέτοια είναι λυρικά πεζά και αφηγηματικά κείμενα στο περιοδικό «Νεότης» της Σμύρνης με το ψευδώνυμο «Φοίβος» και βραβεύεται σε διαγωνισμό διηγήματος για το έργο του «Το άσπρο στεφάνι».

Το 1912 βρίσκεται στην Αθήνα, φοιτά στη Νομική και για ένα χρόνο στη Φιλοσοφική Σχολή και συγχρόνως εργάζεται ως συντάκτης στην εφημερίδα "Πατρίς". Τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς στρατεύεται εθελοντής και παίρνει μέρος στους δύο βαλκανικούς πολέμους. Τραυματίζεται στη μάχη του Κιλκίς το 1913, αποστρατεύεται και επιστρέφει στην Αθήνα. Εγκαταλείπει όμως τα μαθήματα της Φιλοσοφικής και εγκαθίσταται τελικά στη Συκαμιά της Λέσβου. Εκεί εργάζεται ως αρχισυντάκτης στην εφημερίδα «Σάλπιγξ» της Μυτιλήνης και ζει από κοντά το προσφυγικό κύμα από τη Μικρασία. Τότε ήρθε πρόσφυγας από το Δικελί και η Ελένη Δημητρίου, η οποία γνωρίζεται με τον Μυριβήλη, για να τον παντρευτεί αργότερα, στα 1920. Απέκτησαν 3 παιδιά: τη Χάρη, τη Δροσούλα και τον Λάμπη. 

Μέτωπο

Κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο στρατεύεται στο μέτωπο της Μακεδονίας. Το 1917 κατατάσσεται στο 4ο Σύνταγμα της Μεραρχίας Αχιπελάγους και συμμετέχει στην προκάλυψη του Μοναστηρίου μαζί με τον αδελφό του, Κίμωνα. Εκεί αρχίζει να γράφει το «Η Ζωή εν Τάφω». Ο Μυριβήλης παίρνει μέρος και στη μικρασιατική εκστρατεία. Μετά την εκκένωση του Εσκί-Σεχίρ καταφεύγει πρόσφυγας στη Θράκη και από εκεί επιστρέφει στη Λέσβο το 1922. Γίνεται μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του Εθνικού Συνδέσμου Ελλήνων Επιστράτων Αιγαίου και υποστηρίζει το κίνημα της Εθνικής Άμυνας, ενώ μετά τη Μικρασιατική καταστροφή παίρνει θέση υπέρ της Στρατιωτικής Επανάστασης. Κατά τη διάρκεια της ταραγμένης περιόδου 1944-1949 εκδήλωσε την ξεκάθαρη αντίθεσή του προς τον κομμουνισμό.


Ο Μυριβήλης διδάσκει θεατρικό έργο σε στρατιωτικό θίασο, στο Μακεδονικό Μέτωπο (Νιγρίτα 1916-17).
(Προέλευση: «Η μεσοπολεμική πεζογραφία», εκδ. Παν. Σοκόλη, τ. ΣΤ', Αθήνα 1993, σ. 106)

Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή επιστρέφει στη Λέσβο όπου κύρια ενασχόλησή του είναι η δημοσιογραφία. Εκεί εκδίδει την εφημερίδα «Καμπάνα», στην οποία δημοσιεύει σε επιφυλλίδες τη «Ζωή εν τάφω», και συνεργάζεται με τις εφημερίδες «Σάλπιγξ», «Ελεύθερος Λόγος», «Ταχυδρόμος», δημοσιεύοντας πεζογραφήματα, ποιήματα, άρθρα και χρονογραφήματα. Θα παραμείνει στο νησί έως το 1932, οπότε και εγκαθίσταται οικογενειακώς στην Αθήνα.


Χειρόγραφο γράμμα Μυριβήλη προς κ. Πάλλη.
Στο τέλος υπογράφει ονομαστικά περιλαμβάνοντας και τη διεύθυνσή του στην Αθήνα.

Κατά τη διαμονή του στην Αθήνα συνεχίζει να δημοσιογραφεί και γίνεται τακτικό μέλος της Ενώσεως Συντακτών. Συνεργάζεται με πολλές εφημερίδες όπως την «Καθημερινή», την «Εθνική», την «Ακρόπολις», την «Πρωία», την «Απογευματινή», την «Ελευθερία» και τα περιοδικά «Θεατής», «Νέα Εστία», «Ελληνική δημιουργία», «Ακρίτας» και «Στρατιωτικά Νέα». Αργότερα εργάζεται στο Ραδιοφωνικό Σταθμό Αθηνών, με εβδομαδιαίες εκπομπές, όπως «Το χρονικόν της εβδομάδος», «Μιλάμε για την Τέχνη», «Το Λογοτεχνικό Τέταρτο». Το 1938 διορίζεται στη Βιβλιοθήκη της Βουλής ως Τμηματάρχης Β' Τάξεως. Από το 1946 έως το 1950 είναι Διευθυντής Προγράμματος στο Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας. Παράλληλα, συμμετέχει ενεργά στη συγκρότηση σωματείων λογοτεχνών ενώ υπήρξε ιδρυτικό μέλος και διετέλεσε Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εθνικής Εταιρείας των Λογοτεχνών της Ελλάδος και της Ελληνικής Εταιρείας Λογοτεχνών.Πέθανε στην Αθήνα, στις 19 Ιουλίου 1969 από βρογχοπευμονία, στο νοσοκομείο «Ευαγγελισμός». 

Βραβεία

Ο Μυριβήλης τιμήθηκε για το έργο του όσο ζούσε. Το 1940, με το κρατικό βραβείο Πεζογραφίας για το «Γαλάζιο Βιβλίο». Το 1958 εκλέγεται μέλος της Ακαδημίας, ύστερα από πέντε ανεπιτυχείς υποψηφιότητες και διορίζεται τιμητικά μέλος του Διεθνούς Ινστιτούτου Γραμμάτων και Τεχνών. Το 1959 του απονέμεται ο Σταυρός του Ταξιάρχη του Βασιλικού Τάγματος του Γεωργίου του Α'. Προτάθηκε τρεις φορές για το Νόμπελ ενώ το 1969, λίγο πριν από τον θάνατό του, η Εθνική Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών τον ανακηρύσσει επίτιμο πρόεδρό της. Το έργο του Στράτη Μυριβήλη μελετήθηκε εκτενώς από την κριτική και τοποθετήθηκε κυρίως στο πλαίσιο του πολεμικού μυθιστορήματος και της γενιάς του '30. 

Έργο

Ο Στράτης Μυριβήλης πήρε το ψευδώνυμό του από το βουνό Μιριβίλι, στην πλαγιά του οποίου βρίσκεται η γενέτειρά του και διακρίθηκε κυρίως ως πεζογράφος έργων φαντασίας. Η πρώτη εμφάνιση του στη λογοτεχνία καταγράφηκε με τη συλλογή διηγημάτων Κόκκινες Ιστορίες, που δημοσιεύθηκε στη Μυτιλήνη το 1915. Ακολουθεί «Η Ζωή εν Τάφω», πρώτα σε συνέχειες από την εφημερίδα «Καμπάνα» και σε πρώτη έκδοση το 1924. Η δεύτερη έκδοση έγινε το 1930 και ήταν σημαντικά αναθεωρημένη και προσαυξημένη με νέα κεφάλαια. Πραγματοποιήθηκαν άλλες πέντε, όλες ξαναδουλεμένες. Η έβδομη και οριστική έκδοση δημοσιεύθηκε το 1955. Ο Στράτης Μυριβήλης έγραψε άλλα δύο μυθιστορήματα. Αυτά είναι «Η Δασκάλα με τα Χρυσά Μάτια» το 1933 και «Η Παναγιά η Γοργόνα», το 1949. Και τα δύο αυτά μυθιστορήματα είχαν ήδη προδημοσιευτεί σε συνέχειες από περιοδικά έντυπα. 

Ένα μεγάλο μέρος του έργου του διοχετεύθηκε σε νουβέλες, διηγήματα και λυρικά πεζογραφήματα που δημοσίευε χωρίς διακοπή. Έγραψε τρεις νουβέλες: «Ο Βασίλης ο Αρβανίτης», που στην τελική του μορφή δημοσιεύθηκε το 1943, «Τα Παγανά» το 1944 και «Ο Παν» το 1946. Εκτός από τη συλλογή Διηγήματα που δημοσιεύθηκε το 1928, οι άλλες συλλογές διηγημάτων φέρουν χρωματικούς τίτλους: «Το Πράσινο Βιβλίο» (1935), «Το Γαλάζιο Βιβλίο» (1939), «Το Κόκκινο Βιβλίο» (1952) και «Το Βυσσινί Βιβλίο» (1959). Δημοσίευσε δύο συλλογές λυρικών πεζογραφημάτων: «Το Τραγούδι της Γης» (1937) και «Μικρές Φωτιές» (1942) και κατέγραψε ταξιδιωτικές εντυπώσεις: «Απ' την Ελλάδα» (1954) και «Ολυμπία» (1958). Μία συλλογή χρονογραφημάτων δημοσιεύθηκε με τον τίτλο «Πτερόεντα», ενώ ιδιαίτερα σημαντικά είναι και τα κριτικά μελετήματα. Τα τρία μυθιστορήματα και «Ο Βασίλης ο Αρβανίτης» μεταφράστηκαν σε ξένες γλώσσες, φανερώνοντας την απήχηση του έργου του και στο εξωτερικό. 

Ξαναδιαβάζοντας σήμερα τον Μυριβήλη, οι παρατηρήσεις μας περιστρέφονται κυρίως γύρω από δύο κεντρικούς άξονες που προσδιορίζουν τον γενικό χαρακτήρα του έργου του σε όλη την πορεία του: ρεαλισμός και/ή λυρισμός, παράδοση και/ή ανανέωση. Μέσα από το πρίσμα αυτό τίθενται ζητήματα που έχουν κατά καιρούς απασχολήσει την κριτική, όπως η επιτυχία μυθιστορηματικής σύνθεσης, η εναρμόνιση του Μυριβήλη με τη γενιά του '30, καθώς και το ζήτημα της γλώσσας και της μορφικής επεξεργασίας των κειμένων.



Ο Μυριβήλης σε σκίτσο του γλύπτη Νικόλα (προέλευση: περ. «Νέα Εστία», 
αφιέρωμα στον Στράτη Μυριβήλη (1890 - 1969), τ. 128 (Χριστούγεννα 1990), σελ. 89.


Η παραδοσιακή και ξεπερασμένη για την εποχή της επιστολιμαία μορφή του «Η Ζωή εν Τάφω» αποβαίνει το εκφραστικό μέσο μιας νεωτερικής αντίληψης του πολέμου και της υποκειμενικής έκφρασης της πραγματικότητας. Δεν πρόκειται εδώ για την ηρωική διάσταση του πολέμου, αλλά για μια πραγματικότητα φρικιαστική, έτσι όπως βιώνεται από τον φοιτητή λοχία Κωστούλα και καταγράφεται στο ημερολόγιό του. Είναι η φρίκη των χαρακωμάτων έτσι όπως την έζησε ο ίδιος ο συγγραφέας. Το αντιπολεμικό μήνυμα του έργου αναδεικνύεται μέσα από την ωμότητα της ρεαλιστικής περιγραφής που χρησιμοποιεί τη φρίκη ως μέσο απώθησης και εξισώνει όλους τους ανθρώπους, φίλους και εχθρούς, κάτω από το βάρος της συντριβής της ανθρώπινης ύπαρξης. Η αυθεντικότητα της πρώτης ύλης, το βάρος της προσωπικής εμπειρίας και η αντιπολεμική ιδεολογική φόρτιση προσδίδουν στη γραφή την αμεσότητα του ρεαλισμού. Η εσωτερικευμένη όμως πραγματικότητα επιτρέπει λυρικές εξάρσεις και συναισθηματική φόρτιση. Η εξαντλητική επεξεργασία του λόγου, προϊόν των αλλεπάλληλων αλλαγών και αναθεωρήσεων του αρχικού κειμένου της πρώτης έκδοσης, αγγίζει πολλές φορές τη γλωσσική εκζήτηση και γίνεται ιδιαίτερα εμφανής στην περιγραφή τόσο της εξωτερικής και αντικειμενικής πραγματικότητας όσο και της εσωτερικής, του αφηγητή λοχία. Ο ρεαλισμός τού Μυριβήλη παραμένει λυρικός, χωρίς να αναιρείται ούτε η αυθεντικότητα της πραγματικής εικόνας του πολέμου ούτε και η εσωτερικευμένη βίωσή της. Άλλωστε, μοναδική διέξοδος από τον παραλογισμό του πολέμου είναι η αγάπη για τη ζωή, η ερωτική έλξη για τον άνθρωπο και το φυσικό του περιβάλλον. Και καλύτερη μαρτυρία γι' αυτό δεν μπορεί να είναι παρά η προσωπική.


Από αριστερά, Θράσος Καστανάκης, Στράτης Μυριβήλης, Άγγελος Τερζάκης, Ηλίας Βενέζης, 1934. 
(Προέλευση: «Η μεσοπολεμική πεζογραφία», εκδ. Παν. Σοκόλη, τ. ΣΤ', Αθήνα 1993, σ. 113)

Η αγάπη για τη ζωή, για τον άνθρωπο και το φυσικό του περιβάλλον θα παραμείνει άλλωστε ο συνεκτικός ιστός της σκέψης του και ολόκληρου του έργου του στην εξελικτική του πορεία, ανεξάρτητα από τις ιδεολογικές μετατοπίσεις του συγγραφέα που έχουν επισημανθεί. Η πολύ συγκεκριμένη και πολύ τραυματική εμπειρία του πολέμου αρχικά υποδεικνύει τη δύναμη της φύσης, ως φυσική ανάγκη επιβίωσης του ανθρώπου και ερωτική έλξη. Αργότερα θα καταλήξει σε έναν οικουμενικό ανθρωπισμό, που θα στηλιτεύσει κάθε πολιτική θεωρία και κάθε υπαρκτό σύστημα, εφόσον μέσα από τον δογματισμό τελικά στρέφονται εναντίον του ίδιου του ανθρώπου, της αξιοπρέπειάς του και της πνευματικής ελευθερίας του.

Με αφετηρία την επιστροφή του πολεμιστή μετά τον πόλεμο, την προσπάθεια ένταξής του σε ένα σχεδόν ξένο πια κοινωνικό περιβάλλον, καθώς και την υπεροχή της φυσικής ερωτικής έλξης απέναντι σε ηθικά διλήμματα και ιδεολογικούς προβληματισμούς, ο Μυριβήλης θα προσπαθήσει να δημιουργήσει ένα πραγματικό μυθιστόρημα, «τη Δασκάλα με τα Χρυσά Μάτια», απομακρυσμένο από τον αυτοβιογραφικό λόγο τού «Η Ζωή εν Τάφω». Ωστόσο, το σχήμα αυτό αποτελεί τη βάση ενός μύθου που δεν κατορθώνει να μετουσιωθεί μέσα από τα πρόσωπα της πλοκής. Γράφοντας τη «Δασκάλα με τα Χρυσά Μάτια», ο Μυριβήλης θα προσπαθήσει να εναρμονισθεί με τις γενικότερες επιδιώξεις της γενιάς του '30, αλλά θα βρεθεί παγιδευμένος σε αντιθέσεις. Ο έντονος ιδεολογικός διδακτισμός χαλαρώνει το κεντρικό νήμα της πλοκής, ενώ ο ρεαλισμός της κοινωνικής κριτικής δεν κατορθώνει να ανανεώσει πραγματικά την παράδοση της ηθογραφίας ενός Καρκαβίτσα και ενός Παπαδιαμάντη. Ο μόνος δρόμος που μένει ανοικτός για τον θερμό αυτόν πατριώτη από τη Λέσβο, και που με συνέπεια θα ακολουθήσει στο εξής, είναι η λαϊκή παράδοση. Η ανανέωση έρχεται μέσα από την επιστροφή στην παράδοση και κυρίως μέσα από την αναγωγή της σε αξία συλλογική. Η ηθογραφική διάσταση του έργου του εξελίσσεται προοδευτικά σε σθεναρή αναζήτηση της ελληνικότητας, η οποία θα αποτελέσει το επίκεντρο των προσπαθειών του, τόσο ως προς το περιεχόμενο των κειμένων όσο και ως προς τον λόγο που χρησιμοποιεί.


Ο Μυριβήλης με τη σύζυγό του Ελένη Δημητρίου, πρόσφυγα από το Δικελί της Μικράς Ασίας που γνώρισε στη Μυτιλήνη, όταν ήταν αρχισυντάκτης της τοπικής εφημερίδας «Σάλπιγξ». Μαζί της απέκτησε τρία παιδιά.

Μέσα στο πνεύμα αυτό, αν διαβάσουμε το έργο του Μυριβήλη που ακολούθησε τη «Δασκάλα με τα Χρυσά Μάτια» θα διαπιστώσουμε την προοδευτική εξέλιξη μιας πορείας που ξεκίνησε από μια σαφή και συγκεκριμένη αντιπολεμική ιδεολογία, αντιμετώπισε με δυσκολία την προσαρμογή της τραυματικής εμπειρίας του πολέμου και της αναμφισβήτητης αγάπης για την πατρίδα με τα δεδομένα της ειρηνικής κοινωνίας και τελικά κατέληξε να αναζητά την εθνική και φυλετική ουσία στο παρελθόν, μέσα στη λαϊκή παράδοση, που αποβαίνει έτσι υποθήκη για το μέλλον ως εθνική αυτογνωσία. «Η Παναγιά η Γοργόνα», το τρίτο του μυθιστόρημα, όσο και αν στηρίζεται στην κοινωνία της προσφυγιάς, στην ουσία αποτελεί ένα ηθογραφικό πορτραίτο με διαστάσεις συλλογικές. Για τον λόγο αυτό άλλωστε και τα πρόσωπα του έργου δεν έχουν μυθιστορηματική αυτοτέλεια, αλλά αποτελούν επιμέρους όψεις ενός νησιωτικού πολιτισμού. Παράλληλα, η δύναμη της φύσης φανερώνει την υπεροχή της έναντι του λογικού, συνδέεται με λαϊκές δοξασίες, αλλά και με τον ερωτισμό και εκδηλώνεται με όλη την ορμή και τον ηδονισμό του, ιδιαίτερα στις νουβέλες «Παν» και «Βασίλης ο Αρβανίτης».


Από αριστερά, Κώστας Μουσούρης, Μιχάλης Περάνθης, Πέλος Κατσέλης, Στράτης Μυριβήλης, 1964.
(Προέλευση: «Η μεσοπολεμική πεζογραφία», εκδ. Παν. Σοκόλη, τ. ΣΤ', Αθήνα 1993, σ. 129

Οι έννοιες του λυρισμού και του ρεαλισμού χάνουν τα όριά τους, γιατί η ρεαλιστική και ηθογραφική αποτύπωση της παράδοσης και των ανθρώπινων τύπων ανάγεται, μέσα από λυρικές εξάρσεις, σε όψη της ελληνικότητας, της ελληνικής φυλής. Μια φυλή τυραννισμένη και πληγωμένη από εκπατρισμούς. Μια φυλή γεννημένη μέσα στη θάλασσα. 

Στον Μυριβήλη η έννοια της φυλής διαδέχεται την έννοια του Γένους, ενώ η Μεγάλη Ιδέα μετενσαρκώνεται σε αναζήτηση της ελληνικότητας. Το φυσικό περιβάλλον στον Μυριβήλη δεν είναι μόνο αισθητικής τάξης, αλλά και γενεαλογικής, ως αρχέγονη πηγή της ύπαρξης του ελληνισμού, ως πηγή της Ιστορίας και του Πολιτισμού. Αργότερα, στα 1952, σε κείμενό του για την ελληνική θάλασσα, θα υποστηρίξει και ακραίες θέσεις, όπως για παράδειγμα ότι κάθε έργο τέχνης, προκειμένου να διατηρηθεί και να δικαιώσει την αξία του οφείλει να είναι εναρμονισμένο με το πνεύμα της φυλής που το δημιούργησε. Αλλιώς, είναι καταδικασμένο στην καταστροφή. 

Η γλώσσα του Μυριβήλη εναρμονίζεται πλήρως με τον στόχο του και αποτυπώνει σε μια ξεχωριστή προσπάθεια, μέσα από τις συνεχείς αναθεωρήσεις των κειμένων, όλη την εξέλιξη της σκέψης του. Αντλεί ακατάπαυστα από τη λαϊκή παράδοση, την κιβωτό του ελληνισμού, και μεταφέρει την προφορική διάλεκτο στον γραπτό λόγο χωρίς ωστόσο να προδώσει τη λογοτεχνική δημιουργία. Έχουν σημειωθεί βέβαια και κάποιες λεκτικές ακρότητες ή αστοχίες, αποτελέσματα ενός άκρατου δημοτικισμού. Η γλωσσική εκζήτηση, θεωρητικά ασύμβατη με τη ρεαλιστική ηθογραφία, οδήγησε την κριτική να μιλήσει για «ρεαλιστική ωραιολατρεία» ή για «κράμα ρεαλισμού και λυρισμού». Ωστόσο, η αδιάκοπη εκφραστική προσπάθεια του Μυριβήλη συγκροτεί ολόκληρο το έργο του σε ένα σύνολο και ουσιαστικά αναιρεί τις αντιθετικές του όψεις: παράδοση και ανανέωση, ρεαλισμός και λυρισμός μετουσιώνονται σε ένα σώμα, σε μια εσωτερικευμένη ποίηση της ζωής και της φύσης, με στόχο να προβάλουν την αξία και την ουσία του ελληνικού στοιχείου. Ο Στράτης Μυριβήλης συμπορεύθηκε με τη γενιά του '30, αλλά διακρίθηκε σε πολλά σημεία από τις επιδιώξεις της. Η πίστη στην παράδοση, η προσκόλληση στο νησιωτικό περιβάλλον και οι ηθογραφικές διαστάσεις του έργου του δεν εναρμονίζονται πλήρως με τα ζητούμενα της γενιάς αυτής. Ωστόσο, ο Μυριβήλης μέσα από την προσωπική του πορεία, με τους ξεχωριστούς δικούς του τρόπους, ανανεώνει την παράδοση και την ανάγει σε αξία συλλογική, αναζητά με πάθος την ελληνικότητα, εκφράζει την αναγεννητική ορμή της φύσης και τη βαθιά του πίστη στον άνθρωπο και στην πνευματική του ελευθερία, αποβαίνοντας έτσι ένας από τους κυριότερους εκφραστές του καιρού του.


Εργογραφία

Μυθιστορήματα 

«Η ζωή εν τάφω», (1924)
«Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια», (1933)
«Η Παναγιά η γοργόνα», (1948)
«Το μυθιστόρημα των τεσσάρων», (1954)

Συλλογές διηγημάτων

«Κόκκινες ιστορίες», (1915)
«Διηγήματα», (1928)
«Το πράσινο βιβλίο», (1935)
«Το γαλάζιο βιβλίο», (1939)
«Το κόκκινο βιβλίο», (1953)
«Το βυσινί βιβλίο», (1959)

Νουβέλες

«Ο Βασίλης ο Αρβανίτης», (1943)
«Τα παγανά», (1945)

Λυρικά

«Το τραγούδι της γης», (1937)
«Μικρές φωτιές», (1942)

Ταξιδιωτικά

«Απ’ την Ελλάδα», (1954)
«Ολυμπία», (1958)
Χρονογραφήματα
«Πτερόεντα», (1964)

Δοκίμια

«Το Πνεύμα της 28ης Οκτωβρίου», (1945)
«Μιλάμε για την Τέχνη», (1958)
«Το λογοτεχνικό τέταρτο», (1962)
«Ο Παλαμάς στη ζωή μου», (1963)

Διαλέξεις

«Ιωάννης Γρυπάρης», (1943)
Παιδικά
«Στάθης Σταθάς», (1934)
«Ο αργοναύτης», (1936)

Άλλα κείμενα

«Άνθρωποι από τη Λαοδικεία», (1947)




Η ζωή εν τάφω 


«Η ζωή εν τάφω» του Στράτη Μυριβήλη, άρχισε να σχεδιάζεται μέσα στα χαρακώματα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, στην προκάλυψη του Μοναστηριού της Σερβίας. Ένα κεφάλαιο κιόλας δημοσιεύτηκε από τότε στην εφημερίδα Νέα Ελλάδα, που έβγαινε στη Θεσσαλονίκη το 1917. Mετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, το πρώτο σύνολο μπήκε σαν επιφυλλίδα στη βδομαδιάτικη "Καμπάνα" της Μυτιλήνης. Το ανάτυπο από εκείνη την επιφυλλίδα (1924) στάθηκε η πρώτη έκδοση του βιβλίου. Από τότε το «Η ζωή εν τάφω» σημειώνει μια σταθερή πορεία ως τις μέρες μας, ανάμεσα σε πολλές και τρικυμιώδεις πολιτικές περιπέτειες, ενθουσιασμούς και παρεξηγήσεις. Η κυκλοφορία του βιβλίου είχε απαγορευτεί τα τέσσερα χρόνια της μεταξικής δικτατορίας και τα κατοπινά τέσσερα της Κατοχής. «Ο πόλεμος, η φρίκη και η αγωνία του, οι ανατριχιαστικές κι εφιαλτικές σκηνές του, υπάρχουν και περιγράφονται στο βιβλίο, για να δείξουν τη σημασία και την ομορφιά της ζωής. Και είναι ακριβώς το χαράκωμα, οι κακουχίες και οι ταλαιπωρίες του πολέμου, που έκαναν τον Στράτη Μυριβήλη να νιώσει τη ζωή ανάμεσα από το κορμί, να γνωρίσει και να διακηρύξει το πρωτείο του σώματος, να γίνει ο υλιστής και ο ηδονιστής που βλέπει τη ζωή σαν ερωμένη»

Περιγραφή

Με τη.. «Ζωή εν τάφω», ο Στράτης Μυριβήλης, ζωντανεύει σε ένα κλασικό για τα ελληνικά γράμματα έργο - ύμνο στη ζωή και την ειρήνη - τις μνήμες του από τα χαρακώματα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Μιλάει με τη φωνή - με τα χειρόγραφα καλύτερα - του λοχία Κωστούλα. «Τούτα τα τετράδια», μας γράφει ο Μυριβήλης, «βρεθήκανε μέσα στο γελιό του Αντώνη Κωστούλα. Τόνε θυμήθηκα τόσο ζωηρά και καθαρά κείνο τον αψηλό μελαχροινό φοιτητή με το μακρουλό πρόσωπο και τα φουντωμένα μαλλιά! Κάηκε κατά λάθος μέσα στα βουλγαρικά χαρακώματα που πατήσαμε... Είναι βαρύ πράμα να ‘χετε μέσα σας έναν πεθαμένο που γυρεύει να μιλήσει και να του σφαλνάτε με την απαλάμη το στόμα. Γνέφει και κάνει παρακαλεστικά νοήματα προς την καρδιά σας απ το υπερπέραν. Θέλει να εκφραστεί. Ας μου συχωρεθεί τούτο το βιβλίο, γιατί μου είναι μια προσωπική απολύτρωση...»
✦✦✦✦

Ο Μυριβήλης κάνει την επίσημη είσοδό του στη νεοελληνική λογοτεχνία το 1931 με τη δεύτερη έκδοση της Ζωής εν τάφω. Για πρώτη φορά τότε η κριτική τον ανακαλύπτει με έκπληξη και εκδηλώνει τον θαυμασμό της. Από τότε και μέχρι σήμερα η ανταπόκριση του κοινού είναι συνεχής, παρόλο που το βιβλίο δεν ανατυπώθηκε ποτέ όσο διαρκούσε το καθεστώς Μεταξά. Τότε όπως και τώρα, για να το πούμε με τα κοινότερα λόγια που συνηθίζονται από όσους εκτιμούν τον συγγραφέα αυτό, έκανε εντύπωση η άνετη μετάβαση από τον ωμό ρεαλισμό στην πιο λυρική έκσταση και τανάπαλιν. Στην πραγματικότητα η εντύπωση αυτή επιτυγχάνεται από τον Μυριβήλη με τη συγκινησιακή παρόρμηση με την οποία φορτίζει τη γραφή του. Απέναντι στην τυφλή βιαιότητα του πολέμου και της άθλιας ζωής στα χαρακώματα, διαμαρτύρεται δίνοντας έμφαση με περιγραφές νατουραλιστικής τεχνοτροπίας ώστε να προκαλέσει τη φρίκη. Άλλοτε εκστασιάζεται απέναντι σε καταστάσεις που ικανοποιούν το πάθος για τη ζωή, όπως στο γνωστό πλέον σημείο όπου μέσα στον ζόφο του πολέμου, στα χαρακώματα, ανακαλύπτει μια παπαρούνα, υποβάλλοντας μια έντονη λυρική συγκίνηση. Απώθηση, λοιπόν, και έλξη είναι οι πρωτογενείς ορμές που πυροδοτούν τη συγκίνηση και τη γραφή του. Αλλά σε αυτή την κυρίαρχη στάση, συνδυασμένη με την πρωτοπρόσωπη αφήγηση, έρχεται να προστεθεί μια άλλη επιλογή ύφους που μετατοπίζει το βάρος προς λύσεις που θα καλλιεργηθούν ολοένα και πιο συστηματικά από τον ίδιο μέχρι να εγκαταλείψει στο σχήμα απώθησης-έλξης που εφάρμοζε στα πρώτα του έργα: το λαϊκότροπο και προφορικό ύφος.
Mario Vitti, Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα 2003, 391-392.

Διαβάστε περισσότερα εδώ 




Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια (1933)

Το έργο του Στράτη Μυριβήλη «Η Δασκάλα με τα χρυσά μάτια», φαίνεται ως συνέχεια του έργου «Η Ζωή εν τάφω», με το θαυμάσιο γλωσσικό του όργανο, το εντελώς προσωπικό και ανεπανάληπτο ύφος του, και τον ολάνθιστο πεζογραφικό λυρισμό του, μας δίνει σαν σε ραφαηλική ζωγραφιά το νησί του ολόκληρο και πανέμορφο: στεριά, θάλασσα, βλάστηση, χωριό, πολιτεία, λαό.

Περιγραφή

Το μυθιστόρημα «Η Δασκάλα με τα χρυσά μάτια» (1933), αποτελεί ένα αριστούργημα του Στράτη Μυριβήλη που μεταφέρθηκε στη μικρή οθόνη από τον Κώστα Αριστόπουλο το 1978. Η ατμόσφαιρα του πολέμου είναι κι εδώ παρούσα, καθώς ο ήρωας επιστρέφει από τον πόλεμο στη Μυτιλήνη, όπου βασανίζεται ανάμεσα στο σεβασμό προς τη μνήμη του σκοτωμένου φίλου του και στον έρωτα που αισθάνεται για τη χήρα εκείνου.
Η αναγγελία έκδοσης του βιβλίου

"Με πρωτοφανή διά τα χρονικά του λογοτεχνικού βιβλίου ζωηρότητα εξακολουθεί η ζήτησις του γνωστού ελληνικού βιβλίου του πολέμου "Η ζωή εν τάφο". Από της ερχόμενης εβδομάδος τίθεται εις κυκλοφορίαν η 8η χιλιάς του βιβλίου. Εντός του Οκτωβρίου κυκλοφορεί και νέον μυθιστόρημα του κ. Μυριβήλη "Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια το οποίον επίσης θα εκδώσει ο οίκος Flammarion εις την γαλλικήν, όπως έγινε και με το "Η ζωή εν τάφω".

"Ελεύθερον Βήμα"
Στήλη: "Καθημερινή Ζωή", Παρασκευή 25 Αυγούστου 1933

Κριτική

Η ασύγκριτη πένα του Μυριβήλη μας ταξιδεύει και πάλι! Σ’ ένα νησί που ξετυλίγεται μαγευτικά μέσα από εκπληκτικές περιγραφές... Σε καταστάσεις και γεγονότα που κυριολεκτικά ζωντανεύουν μέσα στις σελίδες του... Σε πρόσωπα και χαρακτήρες – προ πάντων αυτά! Πορτραίτα ανθρώπων που σου δίνονται με ξεχωριστή ευκρίνεια, που σε κάνουν να ταυτίζεσαι, να αγωνιάς, να πονάς και να χαίρεσαι μαζί τους! Με γλώσσα αυθεντική και γοητευτική ο συγγραφέας υφαίνει την μοναδική ιστορία του Λεωνή και της Σαπφώς, της δασκάλας με τα μάτια τα χρυσά, και σε στροβιλίζει στον κυκλώνα καταλυτικών συναισθημάτων... Η σύγκρουση ανάμεσα στο καθήκον και στον έρωτα - καημό που διεκδικεί και εξαγνίζει μέχρι την τελική του δικαίωση, μέχρι τον θρίαμβο της ζωής πάνω στον θάνατο!

Λίγα λόγια για το έργο

O Λεωνής γυρίζει στο νησί του τη Μυτιλήνη, μετά την μικρασιατική καταστροφή, με τραυματικές εμπειρίες κυρίως ψυχικές και ελαφρώς σωματικές. Τον υποδέχονται συγγενείς φίλοι και συγχωριανοί με αγάπη και σεβασμό. Συναντά την Σαπφώ, δασκάλα χήρα γυναίκα του αδικοσκοτωμένου λοχία και φίλου του, που έκλεισε τα μάτια του στο διπλανό κρεββάτι του άθλιου νοσοκομείου όπου νοσηλεύονταν και οι δύο, για να της παραδώσει τα φτωχά προσωπικά αντικείμενα του άτυχου συζύγου της! Μα συναντά τα απίστευτα χρυσά της μάτια! Μια ιστορία τρυφερής αγάπης εξελίσσεται μεταξύ τους κάτω απο τα αδηφάγα αντρικά βλέμματα του χωριού και τα ζηλόφθονα γυναικεία της τότε τοπικής συντηρητικής κοινωνίας! Μα πάνω απ'όλους το φάντασμα του αδικοπεθαμένου συζύγου Βρανά που θυσίασε την ζωή του για την πατρίδα, θα τους κυνηγά ανελέητα! Θα νικήσει άραγε η αγάπη ζωντανούς και πεθαμένους;


Απόσπασμα

Η κορυφαία στιγμή του έργου με το Λεωνή να καταχτά τη Σαπφώ

Η Σαπφώ αφήνεται στην αγκαλιά του, πιάνεται από το λαιμό του με το χέρι που σφίγγει τα καβούρια, δένεται πάνω του με το μπράτσο της και σιγά – σιγά ξαμολάει το κλαδί της αγριοσυκιάς.
Ο Λεωνής την κρατά σφιχτά με το ζερβί του πάνω στο στήθος, κατεβαίνει πολύ αργά, με προσοχή. Δοκιμάζει πρώτα καλά την κάθε προεξοχή του βράχου, πριν πατήσει απάνω με όλο του το βάρος. Ένα κύμα καυτερό τόνε γλύφει όλον, στα μηλίγγια του βαράνε σφυριές. Όλα είναι πράσινα μπροστά στα μάτια του, ένα ρευστό πράσινο που τρέχει. Ένας καταρράχτης από φύλα που θροούν και χύνουνται σε βάραθρο.
Ακούει το νερό σα να γουργουρίζει βαθιά μέσα στο καύκαλό του. Νιώθει το ζεστό κορμί της να τόνε τυλίγει σαν κισσός. Μεστό, λυγερό και ντελικάτο. Νιώθει στο πρόσωπο τη γλυκιά ζεστασιά των στέρεων κόρφων, που ζουλιούνται πάνω στο μάγουλό του, κ’ η ευωδιά τους τόνε ζαλίζει. Σα νάχει το πρόσωπό του ολόκληρο χωμένο μέσα σ’ ένα πελώριο τριαντάφυλλο. Ακούει την καρδιά της που χτυπά δυνατά κάτ’ από τη λεπτή μπλουζίτσα, και θαρρεί πως είναι η δική του καρδιά. Τα αίματά τους ορμούν ενάντια, αντιχτυπιούνται, βροντάνε τον ίδιον άγριο ρυθμό, σα να συγκοινώνησαν ξαφνικά οι αρτηρίες τους. Μια αίσθηση τρομερή, βίαια ευτυχισμένη, που φτάνει ως τον πόνο.
Σαν πάτησε χάμω δεν την άφησε. Ξαμόλησε μόνο το μπαστούνι να κρέμεται στην αγριόριζα κ’ έσφιξε γύρω στο κορμί της και τ’ άλλο του το μπράτσο. Τήνε κράτησε έτσι σαν ένα παιδί, σαν ένα θησαυρό. Την έσφιξε στην αγκαλιά σαν ένα λάφυρο. Έσκυψε στο πρόσωπό της έξαλλος, έσκυψε πολύ κοντά, πάνω από τα χρυσά μάτια της. Και τα βρήκε να τον κοιτάνε από κάτω, όπως κοιτάνε τα μάτια των αρρώστων μες από το βύθος της θέρμης. Η ματιά του μπήκε μέσα της, αρσενική και βάρβαρη. Είταν η αστραψιά της τρέλας του, κυκλοφόρεσε μονομιάς μέσα της. Πήγε κ’ ήρθε ο σπασμός ως τα ακρότατα των νεύρων της. Ένα γλυκό ρίγος τη συντάραξε σύγκορμη, και σφίχτηκε σπασμωδικά πάνω του με όλη της την ύπαρξη.
Τότες αυτός γύρισε τα μάτια του ένα γύρω, σαν ένα αγρίμι που γυρεύει καταφύγι για να σπαράξει το θύραμά του. Είδε τις πυκνές τούφες της φτέρης, την πήγε βιαστικά εκεί, την απόθεσε προσεχτικά πάνω στο παχύ στρώμα της πρασινάδας, που τσακίστηκε και μύρισε βαριά κατ’ από τα γόνατά του, και την έκαμε δική του μ’ έναν τρόπο βίαιο, σχεδόν εχθρικό.
Τα μάτια της βασίλεψαν κάτω από τα βαριά ματόκλαδα, τα δάχτυλα ξαμόλησαν λίγο – λίγο το μαντίλι με τα καβούρια.
Αυτά ξαπολύθηκαν μονομιάς, ξελευτερωμένα, σκορπίστηκαν όλα μαζί μ’ ένα χαρούμενο χαρχάλεμα μέσα στα χόρτα και μέσα στις πέτρες, χυμώντας πίσω κατά το ρέμα τους, με τις κουτσουρεμένες τους δαγκάνες όρθιες…
«Η Δασκάλα με τα χρυσά μάτια», μεταφέρθηκε στην οθόνη από τον Κώστα Αριστόπουλο το 1978. 







Η Παναγιά η Γοργόνα


«Η Παναγιά η Γοργόνα» (1949), είναι το τρίτο και τελευταίο μυθιστόρημα που έγραψε ο λογοτέχνης Στράτης Μυριβήλης.
Μαζί με τα δυο προηγούμενα, την Ζωή εν τάφω (1924) και την Δασκάλα με τα χρυσά μάτια (1933), σχηματίζουν τη λεγόμενη «Τριλογία του πολέμου», την τριλογία δηλαδή που αναφέρεται στους πολέμους του ελληνικού λαού και τις συνέπειές τους. [1]

Κύριο θέμα του μυθιστορήματος είναι ο αγώνας των Μικρασιατών προσφύγων - που εγκατέλειψαν τα σπίτια τους αμέσως μετά την Μικρασιατική Καταστροφή - να ζήσουν και να ριζώσουν στην καινούργια πατρίδα τους, το μικρό χωριό Σκάλα Συκαμιάς στη Λέσβο. Ο κριτικός της λογοτεχνίας Αντώνης Καραντώνης θεωρεί ...τα βασικά μοτίβα της αθάνατης καθημερινότητας δοσμένα με παραδειγματική ελληνικότητα, κάνουν την Παναγιά τη Γοργόνα ένα από τα πιο κεφαλαιώδη λογοτεχνήματα της γλώσσας μας . 
Ο Αιμίλιος Χουρμούζιος επισημαίνει ότι... είναι η πρώτη φορά που ένα νεοελληνικό πεζογράφημα αντιμετωπίζει το θέμα της εγκατάστασης των προσφύγων στην Ελλάδα από τη στιγμή του ξεριζωμού και κατόπιν χωρίς ανόητους ρομαντισμούς και περιττές λειάνσεις ενός γεγονότος που είχε τόσο τραχειές γωνίες. αλλά και ότι...πως ότι συναρπάζει αμέσως τον αναγνώστη και τον κατακλύζει με γοητεία είναι αυτός ο θαυμάσιος πλούτος της γλώσσας που συνθέτει στέρεες εικόνες, τις ζωντανεύει και τις αφήνει να κυματίζουν ανάμεσα στον ρεαλισμό της περιγραφής και στη λυρική διάθεση που τις ζεσταίνει. 

Ιστορία της έκδοσης

Πρώτη μορφή του μετέπειτα μυθιστορήματος, υπήρξε το διήγημα «Κει κάτου, στην Παναγιά τη Ψαραδούλα», που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Πρωία» και στη στήλη «Διήγημα της Κυριακής», σε δύο συνέχειες στις 27 Μαϊου και στις 3 Ιουνίου του 1934.

Σε μορφή μυθιστορήματος πλέον, θα πρωτο-δημοσιευτεί με τον τίτλο «Παναγιά η Ψαροπούλα», στην καθημερινή εφημερίδα «Ασύρματος» από τις 12 Ιουνίου του 1939 και σε 130 συνέχειες.
Με τον οριστικό τίτλο του «Η Παναγιά η Γοργόνα» θα πρωτο-δημοσιευτεί, όχι ολοκληρωμένο όμως, στο περιοδικό «Ελληνική Δημιουργία» από τις 15 Φεβρουαρίου του 1948 έως τις 15 Οκτωβρίου 1949, σε 39 συνέχειες.
Η πρώτη έκδοση σε βιβλίο έγινε τον Δεκέμβριο του 1949 από τις εκδόσεις «Οι φίλοι του βιβλίου» σε 4000 αντίτυπα και με περιεχόμενο 500 σελίδων, το δε εξώφυλλο το είχε φιλοτεχνήσει ο Γιάννης Τσαρούχης. 
Τον Οκτώβριο του 1955 κυκλοφορεί η δεύτερη έκδοση από τις εκδόσεις «Βιβλιοπωλείο της Εστίας» σε 4085 αντίτυπα, με εξώφυλλο και εικονογράφηση του Μάριου Αγγελόπουλου.
Σήμερα κυκλοφορεί στο εμπόριο η τελευταία έκδοση του 1997. Τελευταία ανατύπωση τον Μάρτιο του 2008. ISBN 960-05-0179-3
✦✦✦✦

Η Παναγιά η Γοργόνα είναι το κεντρικό σύμβολο της σύνθεσης των διαφορετικών εμπειριών και δυνάμεων που προέκυψαν μέσα απο αυτόν τον πολιτισμό έτσι όπως την ζωγραφίζει ο Καπτά Λιάς, στον τοίχο της εκκλησίας. Από τη μέση και πάνω γυναίκα από τη μέση και κάτω ψάρι. «Και κανείς δεν στοχάστηκε πως εκείνη τη μέρα μέσα απο το κεφάλι του γερο κοσμοκαλόγερου {του ζωγράφου}, όπως μέσα από το κεφάλι του Δία, πήδηξε και στυλώθηκε πάνω στο μοναδικό θαλλασόβραχο του αιγαιοπελαγίτικου νησιού μια καινούρια ελληνική θεότητα, που έδεσε με τον πιο θαυμαστό τρόπο όλες τις εποχές και όλο το νόημα της φυλής. Μιας φυλής που ζει και αγωνίζεται με τα στοιχειά και με τις φουρτούνες του κόσμου, η μισή στη στεριά κι η μισή στη θάλασσα, με το ινί και με την καρίνα, πάντοτε κάτω από μια θεότητα πολεμική, θηλυκιά και παρθένα.»Το ενδοκοσμικό αντίστοιχο αυτής της θεότητας είναι η Σμαραγδή, μια νέα κοπέλα που η σπάνια ομορφιά της και ο φυσικός δυναμισμός της ηλικίας της συνδυάζονται με την ηθική ανωτερότητα, τα πλούσια συναισθήματα και την ευφυία, λαμβάνοντας έτσι την υπερφυσική διάσταση της ξωτικιάς και της νεράιδας.»
Π.Δ. Μαστροδημήτρης: «Η λογοτεχνική πρόσληψη των λαϊκών - παραδοσιακών αξιών στο μυθιστόρημα του Μυριβήλη «Παναγιά η Γοργόνα», σελ.212

Απoσπάσματα

Κεφάλαιο 1

Κατάμπροστα στο ψαραδολίμανο, μέσα στο μάτι του πουνέντη, ορθώνεται πάνω σε θεώρατη θαλασσοβραχιά το ξωκλήσι της Παναγιάς της Γοργόνας. Τούτο τον όγκο της πέτρας τόνε κράζουν οι χωριανοί «της Παναγιάς τα Ράχτα». Ο βράχος είναι ριζωμένος στον πάτο. Σηκώνει την χήτη του μες από τα νερά σα θεριό που ξενέρισε το μισό και εκεί πέτρωσε. Οι άνθρωποι ρίξανε ριχτίμι στην προέχταση του βράχου. Έτσι έκαναν εύκολα το μόλο του λιμανιού, και το διαφεντεύουν από τις αγροκαιριές της Ανατολής. Όσο γέρνει η μέρα σκουραίνουν οι ίσκοι μέσα στα νερά και τα ράχτα ροδίζουνε στον ήλιο με το χρώμα του ξερού τριαντάφυλλου. Τη νύχτα ο όγκος τους ξεκόβει ψηλός και σκοτεινός μες από την ισάδα της ακρογιαλιάς και του νερού. Στέκεται σα δραγάτης και ξαγρυπνά πάνω από τα μαγαζάκια και τα λίγα σπίτια της Σκάλας. Οι περαστικοί τρατάρηδες ανεβαίνουν και ανάβουν φωτιές εκεί πάνω, στις γούβες και στα σπηλάδια, να βράσουν την κακαβιά. Οι μεγάλοι ίσκοι τους κουνιούνται με την αντιλαμπή στ’ ασβεστωμένα ντουβάρια της Παναγιάς και πάλι χάνουνται. Το ξωκλήσι δεν είναι να πεις τίποτα παλαιικό χτίσμα, απ’ αυτά τα μικρά αριστουργήματα που μαστόρεψε η βυζαντινή αρχιτεχτονική σ’ όλη την Ελλάδα. Είναι τετράγωνο και γερό, χτισμένο με πολλή ευλάβεια και λίγο γούστο από κάτι θεοφοβούμενους μαστόρους και ναύτες, πάνε τώρα εβδομήντα ή ογδόντα χρόνια.

Περνούσαν με μια μπρατσέρα, κι ο εργολάβος τους μαζί, συμφωνημένοι στα βορεινά του νησιού, σ' ένα κεφαλοχώρι, να χτίσουν κάποιο σαπουνάδικο. Στο δρόμο τους πήρε αλακάπα ένα άγριο μπουρίνι. Πήγαν να μπατάρουν εκεί απέξω στον κάβο - Κόρακα, σαν αντίκρισαν ξάφνου της Παναγίας τα ράχτα. Γλίτωσε μας, τάχτηκε ο εργολάβος, και μεις θα σου χτίσουμε ένα ξωκλήσι. Μεμιάς καταλάγιασε ο καιρός, οι μαστόροι και το τσούρμο απάγγιασαν στο μικρό λιμάνι της Παναγιάς. Δέσανε πρυμάτσα και κάμαν το τάμα τους. Γι' αυτό το κλησάκι τούτο μοιάζει τόσο πολύ με μικρό λαδομάγαζο.

Έχει ένα καμπανάκι κρεμασμένο από σιδερένια καμάρα. Από σκέτο σίδερο είναι κι ο διπλός σταυρός πάνω στη σκεπή. Έχει ακόμα κ’ ένα ψηλό κατάρτι για τη σημαία, σιδεροδεμένο με χυτό μολύβι στο βράχο και στις γωνιόπετρες, εκεί πίσω στη ράχη της αχιβάδας. Αυτό το ξύλο είναι λάφυρο από τη ναυμαχία της «Έλλης» και το παρακύλησε το κύμα ως εδώ γύρω. Το περιμάζεψαν οι χωριανοί, και σα λευτέρωσε ο «Αβέρωφ» το νησί, το σήκωσαν εκεί και ισάρισαν μια μεγάλη γαλανόλευκη να παίζει χαρωπά με τον αγέρα κάθε Κυριακή, να τη βλέπουν και να καμαρώνουν.

Όμως κατόπι πλάκωσαν δίσεχτα χρόνια. Οι αγέρηδες κομμάτιασαν σιγά - σιγά τη σημαία, οι πόλεμοι, η φτώχεια και οι πολιτικάντηδες μάραναν τον ενθουσιασμό των ανθρώπων, και κανένας πια δεν είχε την όρεξη να γνιαστεί για μια καινούργια σημαία. Έτσι το ψηλό κατάρτι απόμεινε να σκεβρώνει και να ξεβάφει μέσα στον ήλιο και στις φουρτούνες.

Τα πρωτινά χρόνια, πριν αρχίσουν οι πόλεμοι, άναβε ακοίμητη μιαν ασημένια καντήλα μπροστά στο ξυλένιο τέμπλο. Το φωσάκι της φαινόταν κάθε νύχτα ν’ αγρυπνά πίσ' από το γαλάζιο τζάμι του στρογγυλού φεγγίτη. Ήταν το ήμερο μάτι της μικρής εκκλησίας. Κοίταζε με έγνια μες απ' το σκοτάδι τα κύματα να ξεδιπλώνουνται με τάξη, τα σπιτόπουλα και τις βάρκες να κοιμούνται, τον απέραντον ελιώνα να σαλεύει και να ψιθυρίζει με πολλές μικρές και μυστηριώδικες φωνές κάτω από τ' αμέτρητα άστρα.

Αυτό γινόταν όσο κατοικούσε μέσα στο κλησάκι ο καπτα - Λιάς, που τον παρανόμιαζαν και dεdέ, γιατί ζούσε κει μέσα ολομόναχος, σα μουσουλμάνος καλόγερος στον « τεκέ » του. Αυτός φρόντιζε νάναι όλα παστρικά και γυαλισμένα, οι μαλτεζόπετρες χάμου, τα τζάμια και οι μπρούντζοι, κ' η καντήλα, να μην της λείπει το λάδι και το φρέσκο καφτούρι στη μικρή σημαδούρα.

Εκεί μέσα είχε τα σύνεργα και το γιατάκι του, μια παλιά γούνα αιβαλιώτικη, που τυλιγόταν μέσα στις προβιές της το χειμώνα. Το καλοκαίρι και τις χειμωνιάτικες μέρες πούκανε λιακάδες, σα δεν είχε δουλειά, καθότανε ξαπλωμένος στα ράχτα και λιαζόταν. Χουζούρευε ανάσκελος, με το πρόσωπο κατάφατσα στον ουρανό, συλλογιόταν και κάπνιζε μια πίπα από μαύρο γιούσουρο. Τις καλοκαιριάτικες νύχτες κρέμαζε τα πόδια του απ' το γκρεμό και χάζευε ώρες κατ’ από τ’ άστρα. Τότες ακουγόταν να ξεκουκίζει το κομπολόι του από κερασόχρωμες κοκαλένιες χάντρες.

Κανένας δε θυμόταν πούθε τάχα να ξενέρισε κείνος ο άνθρωπος πάνω σε τούτο το βράχο. Οι γέροι Μουριανοί που πρόφτασαν και τόνε γνώρισαν, άλλος από τον Τσεσμέ τον κάνει, άλλος από τ' Αλάτσατα. Ό ίδιος δεν τόστρεξε ποτές ν' ανοίξει το στόμα πάνω στη ζωή του. Και μια φορά που τόνε ρώτησε ένας αστόχαστα από πού είναι, σώπασε κάμποσο, υστέρα του απάντησε κοιτάζοντας μακριά: «Από τούτο τον κόσμο είμαι και γω, γιε μου. Πατριωτάκια είμαστε, βλέπεις». Τώρα, είναι χρόνια που σηκώθηκε κ’ έφυγε (κανένας δεν έμαθε πού πήγε και πότε πέθανε), ακόμα κι ακόμα η κουβέντα του γυρίζει από στόμα σε στόμα, σαν παραμύθι και σαν παροιμία: «Από τούτο τον κόσμο είμαι κ’ έλόγου μου, πατριωτάκια. είμαστε, γιε μου».

Οι πιο παλιοί που τον θυμούνται λεν πως τον έφτασαν ένα γέρικο, γεροδεμένο σκαρί. Παστρικός στα ρούχα του, με άσπρη γενειάδα απλωμένη στο φαρδύ στέρνο, πάνω στη μαβιά ναυτική φανέλα, σκορπούσε γύρω έναν αγέρα από καλοσύνη και σέβαση. Σα στεκότανε μπροστά στο μικρό ξωκλήσι, έτσι μεγαλόκορμος, με τα μπράτσα στις δυο πετρένιες παραστάτες της πόρτας, έδινε την εντύπωση πως φορούσε το κλησάκι στη ράχη όπως ο κόχυλας το καβούκι του.

Μόλις ξεχώριζε μακριά νάρχεται κανένα καΐκι με ρότα για το λιμάνι, το παρακολουθούσε με τα καθάρια μαβιά μάτια του ώσπου κόντευε. Τότες πετιόταν απάνω σβέλτος κι αλαφρύς, κ' έτρεχε στο μόλο ν' αρπάξει στα πεταχτά και να θελιάσει κάβο στη δέστρα. Σαν ήταν άβολος ο καιρός και δεν του άρεζε η μανούβρα, έβαζε τα χέρια χουνί κ' έδινε από την άκρα του μόλου τα όρντινα στον καπετάνιο που δεν ήξερε τα νερά και ρεζιγάριζε να καθίσει σε καμιά ρηχοπατιά. Κάθε επέμβαση τέτοιας λογής σκυλιάζει τους ναυτικούς, όμως με τον καπτα-Λιά ποτές κανένας δε θύμωσε. Τόσο σωστός ήταν ό λόγος του και με τόσο καλοσυνάτον τρόπο έκανε το κάθε τί.

Μέσα στο κλησάκι φύλαγε μια μικρή σανιδόκασα. Εκεί μέσα είχε τα σύνεργα του. Ντενεκεδάκια με λαδομπογιές, νερομπογιές και πινέλα. Μια ματσόλα, μια σφήνα, κάτι στουπιά, πίσσες και τέτοια, όλα χρειαζούμενα για το καλαφάτισμα και τα μερεμέτια του σκαριού. Ήτανε την πάσαν ώραν έτοιμος να δώσει ένα χέρι στο παλάμισμα, στο πάστρεμα, στο φόρτωμα της σαβούρας. Όμως η χαρά και το μεγάλο μεράκι του ήταν να ζουγραφίζει γοργόνες και λουλούδια στις μάσκες των καϊκιών που τούδιναν να μπογιαντίσει. Όλες οι γοργόνες του χαμογελούσανε σαν τα αρχαϊκά είδωλα. Και στο δικό του πρόσωπο ήταν το ίδιο το χαμόγελο. Έξαλλου κι όλα τα λουλούδια του είχανε χρώματα αφύσικα. Έβαφε τα τριαντάφυλλα του γαλάζια, πράσινα ή ασημιά, έκανε τα φύλλα βυσσινιά ή μαβιά, ανάλογα με τη μπογιά που του χτυπούσε στο μάτι κατά το κέφι της στιγμής.

Τούλεγαν οι ναυτικοί :
— Κόκκινα, μαθές, είναι τα τριαντάφυλλα, καπτά - Λιά. Πώς γίνεται και τα δικά σου είναι πράσινα σαν τα τσάγαλα!
— Έδετσι είναι τα δικά μου, απαντούσε κείνος και χαμογελούσε δίχως να σηκώνει κεφάλι. Κόκκινα κι άσπρα τριαντάφυλλα βρίσκεις σ' όλα τα περβόλια, γιε μου. Γαλάζια και πράσινα μόνο ετούτα είναι σ' όλο το ντουνιά.

Τόνε πλέρωναν οι καπεταναίοι κ' οι καραβοκύρηδες με οκαδιάρικα πακέτα καπνό, από το κοντραμπάντο της Ανατολής, τυλιγμένα σε μενεξελί χοντροχάρτι. Του γέμιζαν τα πανεράκια με ξερά σύκα, αλατισμένες ελιές και γαλέτα, τούδιναν καρπούζια και κουκιά, ό,τι είχανε στ' αμπάρι. Καμιά φορά τούβαζαν στο χέρι και ασημένια μετζίτια. Όμως και τίποτα να μην έπαιρνε πάλι δεν κακοκάρδιζε. Μάζευε τα σύνεργα σαν τέλειωνε η δουλειά κι ανέβαινε στα ράχτα γελαζούμενος. Μόνο, πριν ξεμακρύνει, κοντόστεκε, σταματούσε τρεις δρασκελιές από το καΐκι που ζωγράφιζε. Έγερνε έτσι - δα λίγο κατά τον ώμο το κεφάλι, ακουμπούσε ανοιχτή την απαλάμη πάνω στη γενειάδα και καμάρωνε με μισόκλειστα ματόφυλλα τα πλουμιά και τις γοργόνες του. Έκανε μια μικρή κίνηση με το χέρι.

— Άιντε και συ, έλεγε σα να το ξεπροβοδούσε. Άιντε στο καλό !

Στο πλεούμενο τόλεγε για στη γοργόνα, ποιος ξέρει. Θα τάβλεπε, λέγω, μες -στη φαντασία του και τα δυο ν' αρμενίζουν τις μεγάλες θάλασσες, να πλευρίζουν τις μακρινές στεριές που τις λαχταρούσε η καρδιά του και που αυτός ποτές πια δε θα τις ξαναχαιρόταν.

Απ' όλα τούτα τα φερσίματά του, οι χωριανοί έβγαζαν πως ο μπάρμπα - Λιάς ο δεδές θάτανε, δε γίνεται, κανένας ξεπεσμένος καπετάνιος, αποπαίδι της θάλασσας. Κανένα από κείνα τα βασανισμένα κορμιά, που παραπετά το πέλαγο αψήφιστα στη μια και στην άλλη, σαν τα γλειμμένα κούτσουρα που κατεβάζει ο καιρός ως εδώ, συνεπαρμένα, ποιος ξέρει από ποιές στεριές, κατεβασμένα από ποιές νεροποντές της Μικρασίας.

Εκεί αντίκρυ, βλέπεις, όλα είναι μεγάλα. Σαν τη στεριά της Ανατολής είναι μεγάλα. Και τα καλά της κ' οι φουρτούνες που τη δέρνουν. Έτσι οι πόταμοι κουβαλούν κάτι θεόρατα ξεριζωμένα δρυά, παλαιικά δέντρα, κατοχρονίτικα και βάλε. Οι κατεβασιές τα παραδίνουν στη θάλασσα ύστερ' από πολύν παραδαρμό. Κ' η θάλασσα πάλι τα παίρνει και τα βασανίζει από τη μια στεριά ως την άλλη, τα γδέρνει από το πετσί τους, τα γλείφει, τα ποτίζει άρμη και τα στρογγυλεύει. Τα γυαλίζει από παντού.

Λοιπόν, ύστερ' από μια γερή τραμουντάνα, τα βρίσκεις μισοχωμένα στην αμμουδιά, ν' ασπρολογούν στον ήλιο, θεόρατα κατακλυσμικά σκέλεθρα. Τίποτα πια δε θυμίζουν από το βουνό κι από το ξύλο, έτσι που ξεβγαίνουν μες από το νερό. Πιάνουν γλιστερό μούσκλι, οι κουφάλες τους γιομίζουν μικρά φαγάνικα καβούρια και σαλιγκάκια, όμως δε σαπίζουν. Απομένουν και μουσκεύουν στον ίδιον τόπο βδομάδες και μήνες, γίνουνται ένα με το τοπίο, δένουν με το περίγυρο. Όπου πηγαίνεις ξάφνου ένα πρωί να σεργιανίσεις τ' αμμογιάλι και απορείς που δεν τα βρίσκεις πια. Ο αγέρας πούβγαλε τη νύχτα η στεριά τα ξερίζωσε, τα σήκωσε και τα παράδωσε πάλι της θάλασσας. Ατέλειωτα να παραδέρνουν στα χέρια της Μοίρας, που κυβερνά τα πράματα με τον ακατανόητο νόμο της, το ίδιο σαν τους ανθρώπους. Ψάχνεις και δε βρίσκεις μηδέ το γιατάκι τους για σημάδι μέσα στον άμμο.

'Έτσι έρημος, άσπρος κι ακατέλυτος ήταν κι ο καπτα -Λιάς, έτσι και χάθηκε πάν' από της Παναγίας τα ράχτα ο δεδές ένα πρωινό. Σ' όλο το χωριό απάνω, και στο λιμάνι κάτω,, παραξενοφάνηκε τότες το πώς γίνεται νάφυγε αυτός και ν' απόμειναν πίσω τα ράχτα και το ξωκλήσι, τ' αδειανό θολάμι του. Αμ' πώς αλλιώς. Τον ξεσήκωσε και τον πήρε ακόμα μια φορά τα παραδείρι της αλήτισσας ζωής του σαν ήρθε η ώρα να τον καλέσει. Χάθηκε ένα πρωί, μεσοκαλόκαιρα του 1914, και την άλλη μέρα άραξαν στο νησί οι πρώτοι πρόσφυγες της Ανατολής. Κανένας δεν έμαθε για που τράβηξε ο δεδές και γιατί άφησε ξαφνικά το καυκί του. Όμως γύρισε ένας λόγος από στόμα σε στόμα, πως μπορεί νάταν κανένα πρόσωπο από την Ανατολή, που ο καπτα - Λιάς δεν ήθελε με κανέναν τρόπο να το ξαναντικρίσει στη ζωή του. Τόσο μόνο. Καμιά γυναίκα; Κανένα αχάριστο παιδί; Ποιος μπορεί να ξέρει πόσων ειδών είναι το σαράκι που δαγκάνει την ανθρώπινη καρδιά. Όσοι είναι οι άνθρωποι τόσω λογιών είναι και τα μεράκια που τους παιδεύουν. Ο καπτα - Λιάς ο ίδιος έλεγε μια σημαδιακή κουβέντα, που ως τα σήμερα απόμεινε ν' ακούγεται στο στόμα των χωριανών. «Καθένας κι ο νους του, έλεγε. Καθένας κι ο θεός του». Λέω πως πολύ θα συλλογίστηκε πάνω στα βάσανα της ζωής και τα φυσικά των ανθρώπων αυτός ο γέρος, για να κατασταλάξει σε τούτον το βαθυστόχαστο λόγο.

Τώρα ο dεdές δεν είναι πια εδώ. Θεός ξέρει πού λιώνουν τα κόκαλα του. Όμως στο λιμάνι της Παναγίας, κι απάνω στο χωριό, ζει ως τα σήμερα το παραμύθι της ζωής του, κ' οι ψαράδες ξαναλένε τις αξέχαστες κουβέντες του σαν τα βαγγέλια.

Σαν ακούστηκε τότες, ύστερ' από τον πόλεμο του 12-13, πως οι Τούρκοι θα διώξουν από την Ανατολή το χριστιανόκοσμο, είπε στους ταραγμένους χωριανούς: «Μην κάνετε δα έτσι. Όλοι για προσώρας είμαστε όπου και να πάμε. Μόνο, το νου μας, νάχουμε τον μπόγο δεμένο για παρτέντζα την πάσαν ώρα. Κ' ένα μαχαίρι, να κόψουμε γρήγορα την πρυμάτσα ...»

'Έτσι έγινε και μ' ελόγου του.

Σαν ήρθε η ώρα της παρτέντζας, πήρε στη ράχη το μπογαλάκι με τα σύνεργα του, έκοψε με αλύγιστη καρδιά την πρυμάτσα της αραξιάς του και χάθηκε. Όμως απόμεινε πίσω τ' όνομά του, απόμεινε ακόμα, αύτη πάνω απ' όλα, μια παράξενη ζουγραφιά, που την άφησε στορισμένη πάνω στον τοίχο της μικρής εκκλησίας. Στέκεται κει ως τα σήμερα, μισοσβησμένη από τον αγέρα και τ' αλάτι της θάλασσας, και είναι μια Παναγιά, η πιο αλλόκοτη μέσα στην Ελλάδα και σ' όλο τον κόσμο της χριστιανοσύνης.

Το κεφάλι της είναι έτσι όπως το ξέρουμε από τις τοιχογραφίες της Πλατυτέρας. Πρόσωπο μελαχρινό, ψιλοσήμαδο, συσταζούμενο στην έκφρασή του. Έχει στρογγυλό πηγούνι, μυγδαλωτά μάτια και μικρό στόμα. Έχει βυσσινί μαφόρι ως το κούτελο, έχει και το κίτρινο τ' αγιοστέφανο γύρω στο κεφάλι, όπως όλα τα κονίσματα.


Ο ερχομός της άνοιξης στην αιγαιοπελαγίτικη σκάλα

Στ’ ακρογιάλια του Αιγαίου η άνοιξη βγαίνει από τη θάλασσα. Ένα πρωί ο αγέρας φέγγει πιο γαλάζιος, τα κύματα ξεδιπλώνουν στον άμμο το νέο ρυθμό με κοντές αναπνοές. Το πέλαγο μυρίζει φρεσκάδα, παντού το κεντάνε σύντομες απανωτές αστραψιές. Τότες ανοίγουν πάνω στα τρεμουλιάρικα νερά κύκλοι ασημένιοι, μ’ ένα χρώμα σαν το στήθος του παγονιού. Είναι αμέτρητοι, ο ένας μέσα στον άλλον, ο ένας κυνηγά τον άλλον. Έτσι ως τον ορίζοντα. Από τη μέση, από την καρδιά του ανθού της θάλασσας, βγαίνει η άνοιξη του Αιγαίου. Η Αναδυόμενη. Παντού πεταρίζουν άσπρες, γαλανές φτερούγες. Γιορτάζει ο αγέρας, η στεριά, τα λαφριά σύννεφα κι ο μεταξωτός ουρανός. Τα καράβια μέσα στο λιμάνι ισάρουν όλα τα πανιά να στεγνώσουν, κ’ είναι να κάθεσαι να τα βλέπεις. Στις ρηχοπατιές σειούνται, πιασμένα από τις μαλλιασμένες πέτρες του βυθού, λιγνά, μακριά τσουνιά από νερολούλουδα. Τα φύλλα τους είναι ζωντανά, είναι ξανθιά. Απλώνουν ράθυμα κάτι νήματα από μαλακό μάργαρο, και κρεμάζουν αρμαθιές από μικρούς καρπούς, χρώμα άγουρο κερασί. Παντού είναι το πανηγύρι της νέας νιότης, που ξαναβαφτίστηκε στην αιώνια χαρά του Θεού. Χιλιάδες μικρά χρωματιστά ψάρια συνθέτουν, και πάλι στη στιγμή τσακίζουν τα μωσαϊκά του βυθού. Αμέτρητα σαλιγκάκια, μικρά σα σπόροι του ροδιού, σηκώνουν στο φρέσκον ήλιο το σουβλερό καφκί τους, ψιλοδουλεμένο με πορτοκαλιά πλουμίδια. Έχουν τριανταφυλλιά νυχάκια, βγαίνουν και βοσκίζουν λαίμαργα το χνούδι από τις μουσκλιασμένες γιαλόπετρες. Απλώνεις να τα πιάσεις, και κείνα, μόλις νιώσουν από πάνω τους τον ίσκιο του χεριού, αφήνουν μπόι και βουλιάζουν, αμμοκούκουτσα ανάμεσα στ’ άλλα του βυθού. Τρέχα να τα βρεις.

Έτσι βγαίνει η Άνοιξη από το Αιγαίο, βγαίνει από τα νερά και προχωρεί.



Ποίημα - Τροία

Μικρές φωτιές. Ποιήματα και τραγούδια, Ἀθήνα, ἔκδ. οἶκος Ἰ. και Π. Ζαχαρόπουλου, 1942, σ. 25.

Κάψαμε την Τροία με τον πυρσό τῆς Ἀγάπης!
Πάνω στα τείχη χόρεψαν οἱ φλόγες τῆς Ἑλένης.
Φώτισαν τριανταφυλλιά  τα νερά στο καραβοστάσι,
ἔλαμψε κόκκινα ὁ χαλκός στις περικεφαλαῖες!

Τώρα τα πλοῖα θαλασσοδέρνουνται ξυλάρμενα
ἀνάμεσ᾿ ἀπό τρόμους και λαχτάρες.
Με θείαν ὀργή  τοῦ πόντου ὁ Κύριος μᾶς παιδεύει
κ᾿ ἡ θάλασσα μ᾿ ὅλα τα θεριακά της.

Γυρίζει ὁ κύκλος τῶν καιρῶν.
Οἱ Ἀνέμοι κυνηγοῦν τα κύματα,
κ᾿ ἐμεῖς γυρεύουμε στα πέλαα την Ἰθάκη
και μίαν ἄσπρη κλωνιά καπνό ἀπ᾿ το παραγώνι.

Θα βροῦμε, δε θα βροῦμε την Ἰθάκη;
Θεός βοηθός! Ὅμως για πάντα
στα ταραγμένα πέλαα θα μᾶς φέγγουν,
χορεύοντας πάνω ἀπό τις   φουρτοῦνες,
και μες στα νεκρά μάτια τῶν συντρόφων,
οἱ φλόγες οἱ μεγάλες ἀπό την   Τροία,
οἱ ρόδινες οἱ φλόγες τῆς Ἑλένης.

Η φωτογραφία από https://www.elculture.gr/


Στράτης Μυριβήλης: Το ευτύχημα της αγραμματοσύνης του ελληνικού λαού

…Αν ύστερα από ένα αιώνα αντεθνικής εκπαίδευσης σώζεται ακόμα ακμαίο και δυνατό στις βιολογικές εκδηλώσεις του το ελληνικό έθνος, το χρωστάμε στο ευτύχημα της αγραμματοσύνης του ελληνικού λαού. Και εννοώ τον γνήσια αγράμματο λαό, που εξακολουθεί να μας απομένει ο μοναδικός θεματοφύλακας του εθνικού πολιτισμού, και να διατηρεί μέσα στη σοφή άγνοιά του όλα τα νήματα της φυλετικής μας συνέχειας. Αν αυτά τα εκατό χρόνια τα κατάφερναν οι δάσκαλοι να περάσουν από το ανθελληνικό τεζάχι τους όλα τα εκατομμύρια των ρωμιών, σήμερα δε θα υπήρχαμε πάνω στη γη σα φυλή με αυτοτελή φυσιογνωμία καταγωγής και πολιτισμού.
Το πανεπιστήμιο στάθηκε ο μεγάλος οχτρός της εθνικής ψυχής. Αυτό χτύπησε κατακέφαλα καθετί που ήταν η γνήσια και ατόφια κληρονομιά του γένους. Γλώσσα, ήθη και έθιμα, μουσική, χορούς, βιοτεχνία, λαϊκές τέχνες, παραδόσεις και θρύλους. Γιατί όλα αυτά τα καταδίωξε το πανεπιστήμιο με φανατισμό, με σύστημα και με πάθος, που ποτές, κανένας καταχτητής δεν τόφτασε, απ’ όσους μας τσαλαπάτησαν μέσα στην αιώνια Ιστορία μας. Από κει βγήκαν και σκόρπισαν σ’ όλες τις πολιτείες, σ’ όλα τα νησιά, στα χωριά και στα βουνά και στ’ ακρογιάλια της Ελλάδας, οι φοιτητές, οι γιατροί, οι δικηγόροι, οι υπουργοί της παιδείας, οι καθηγητές των γυμνασίων και οι δάσκαλοι των δημοτικών σχολειών, όλοι φανατισμένοι καταλυτές της ζωντανής Ελλάδας, όλοι κήρυκες της επιστροφής προς μιαν Αρχαίαν Ελλάδα – Βρυκόλακα, προς μιαν Αρχαίαν Ελλάδα – τάφο, προς μιαν Αρχαίαν Ελλάδα – Νεοελληνοφάγο. Καμιά κοροϊδία δεν ήταν αρκετή για τη γλώσσα, για τα φερσίματα, για τη ντυσιά, για τα τραγούδια, για τις παραδόσεις του αγράμματου γονιού, από μέρους του γιου του που τον έστειλε να σπουδάσει, και γύριζε από τη μια μεριά αρνητής και οχτρός κάθε παράδοσης και κάθε συνέχειας φυλετικής, κι από την άλλη οπλισμένος με το κύρος του σπουδαγμένου και με την επιβεβαίωση του τυπωμένου βιβλίου, που ακόμα πριν από λίγα χρόνια είχε το κύρος της Αγίας Γραφής, γιατί μόνο τα θρησκευτικά βιβλία έβλεπε τυπωμένα και τάκουγε στην εκκλησία ο ελληνικός λαός.
Το αρχαιόπληχτο πανεπιστήμιο όμως στάθηκε στο δρόμο του έθνους μόνο σαν άρνηση της ψυχικής ζωής. Στυλίτεψε, καταράστηκε, αφόρεσε τη γνήσια ελληνική ζωή, χτύπησε με μανιακή λύσσα όλες τις μορφές αυτής της ζωής σα μορφές βάρβαρες, όμως δεν είχε τι να προσφέρει σε αντάλλαγμα για τις αξίες που καταργούσε, έξω από μια παγωμένη γλώσσα, που έπαιζε τραμπάλα ανάμεσα στην αρχαία και τη νέα και παρίστανε την αττική γλώσσα. ..

ΣΤΡΑΤΗΣ ΜΥΡΙΒΗΛΗΣ, απόσπασμα από κείμενό του στο περιοδικό
ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ τ. 318, 15/3/1940













Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου