Τρίτη 12 Ιουνίου 2018

Ο ΤΣΕ ΓΚΕΒΑΡΑ ( 14 Ιουνίου 1928 – 9 Οκτωβρίου 1967 ) ΚΑΙ Η ΠΟΙΗΣΗ

" Ο Τσε ήταν κάτι ανάμεσα σε αθλητή και σε ασθματικό· ενάλλασσε τον Στάλιν με τον Μπωντλέρ, την ποίηση με το μαρξισμό"
Φιντέλ Κάστρο
πηγή 



O Τσε και η ποίηση


Ο Ερνέστο Γκεβάρα, κατά τη διάρκεια της ζωής του, ήταν αδηφάγος αναγνώστης ποίησης. Υπάρχουν εκατοντάδες ανέκδοτα που το επιβεβαιώνουν. Ήταν ένα πάθος που ανακάλυψε στην εφηβεία, μια περίοδο συνεχών κρίσεων άσθματος, όταν ο Τσε, υποχρεωμένος να υπομένει πολλές ώρες ακινησίας, έβρισκε στα βιβλία ένα συγγενικό κόσμο όπου μπορούσε να καταφεύγει. Οι πρώτοι του έρωτες ήσαν ο Πάμπλο Νερούδα και τα Άνθη του Κακού του Μποντλέρ, που παραδόξως τα διάβασε στα γαλλικά. Σε ηλικία 15 ετών είναι η σειρά του Βερλέν και του Αντόνιο Ματσάδο. Πέρα από την ανακάλυψη του Γκάντι που τον εντυπωσιάζει βαθιά, οι φίλοι του τον θυμούνται να απαγγέλλει Νερούδα, αλλά και ισπανούς ποιητές.

Το 1952, σε ηλικία 24 ετών, και ενώ βρίσκεται στη Μπογκοτά, ο Τσε κάνει τη γνωριμία ενός κολομβιανού ηγετικού στελέχους του φοιτητικού κινήματος. Μιλάνε για πολιτική, λογοτεχνία, και ο Τσε ισχυρίζεται ότι έχει αποστηθίσει όλα τα ποιήματα του Νερούδα. Ο κολομβιανός φοιτητής τον προκαλεί αρχίζοντας να απαγγέλλει κάποιο ποίημα του Νερούδα και σταματά. Ο Γκεβάρα συνεχίζει χωρίς δισταγμό: «...μπορώ να γράψω απόψε τους πιο λυπημένους στίχους/ Να γράψω για παράδειγμα…» και συνεχίζει. Κάπου δύο χρόνια αργότερα, από μια μεξικάνικη φυλακή, θα έγραφε στους γονείς του: «Εάν για έναν οποιοδήποτε λόγο, παρόλο που μου φαίνεται απίθανο, δεν θα μπορούσα πλέον να γράψω και τα πράγματα πήγαιναν προς το χειρότερο, δεχτείτε αυτές τις γραμμές σαν αποχαιρετισμό, όχι δραματικό αλλά ειλικρινή. Διέσχισα τη ζωή αναζητώντας την αλήθεια μου μέσα από χιλιάδες εμπόδια, και τώρα, που βρίσκομαι πλέον σε αυτό το δρόμο, με μία κόρη που θα συνεχίσει την πορεία μου, έχω κλείσει τον κύκλο μου. Στο εξής δεν θα θεωρήσω το θάνατό μου σαν αποτυχία. Ίσως, όπως ο Χικμέτ, «Στον τάφο θα φέρω μονάχα / την πίκρα ενός ατέλειωτου τραγουδιού». […]


Κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων στη Σιέρα Μαέστρα, ο Τσε κατόρθωσε να οργανώσει ένα δίκτυο επαφών, ικανό να μπορεί να στέλνει στο βουνό τα βιβλία του Χοσέ Μαρτί, τις ποιητικές συλλογές του Χοσέ Μαρία Ερέδα, του Χερτρούδες ντε Αβεγιανέδα, του Γκαμπ­ριέλ δε λα Κονθεπθιόν και του Ρούμπεν Νταρίο. Ανάμεσα σ’ αυτά έβλεπες και τη βιογραφία του Γκέτε από τον Εμίλ Λούντβιχ, που διάβασε (όπως φαίνεται σε φωτογραφία), ξαπλωμένος σε μια καλύβα από κλαδιά, σκεπασμένος με κουβέρτα και καπνίζοντας ένα τεράστιο πούρο.
Τον Ιούνιο του 1961, όταν ήταν Υπουργός Βιομηχανίας της νικηφόρας επανάστασης, ο Τσε αποκάλυπτε στον Ίγκορ Μαν, κατά τη διάρκεια συνέντευξης: «γνωρίζω τον Νερούδα απέξω, και στο κομοδίνο μου έχω τον Μποντλέρ, τον οποίο διαβάζω στα γαλλικά». Ο Γκεβάρα είχε προσθέσει ότι από τα ποιήματα του Νερούδα αγαπούσε πιο πολύ «Το ερωτικό άσμα στο Στάλινγκραντ». Η Αλέιδα Μάρτς, η σύντροφός του, θυμάται: «διάβαζε όλες τις ώρες, σε οποιαδήποτε ελεύθερη στιγμή, ανάμεσα σε δύο συσκέψεις, ή στη διάρκεια των ταξιδιών του».

Ο Τσε ως ποιητής

Ο Τσε Γκεβάρα δεν ήταν μόνο δεινός αναγνώστης. Όλη τη ζωή ερωτοτροπούσε με την ποίηση ως δημιουργός, την είχε πλησιάσει και είχε απομακρυνθεί, αντιμετωπίζοντάς την με απόλυτο σεβασμό. Ποτέ δεν αισθάνθηκε ικανοποιημένος από το αποτέλεσμα των προσπαθειών του και πιστεύοντας ότι οι στίχοι του δεν είχαν μεγάλη αξία, δεν θέλησε ποτέ να τους δημοσιεύσει.
Είναι πιθανόν να έγραφε ποίηση σε όλη τη διάρκεια της εφηβείας του και της πρώτης νιότης του, όμως τα λίγα κείμενα που γνωρίζουμε σήμερα γράφτηκαν μεταξύ του 1954 και του 1956 στη Γουατεμάλα και το Μεξικό. Πρόκειται για ποιήματα ενός ατόμου σε μεταβατική περίοδο, γοητευμένου από το απέραντο σύμπαν (που κατά κάποιον τρόπο τον περίμενε) και από τα προκολομβιανά ερείπια. Το 1955 ο Τσε έγραφε: «Η θάλασσα με καλεί με το φιλικό της χέρι/ το λιβάδι μου – μια ήπειρος – / ανοίγει απαλό και ανεξίτηλο / σαν κωδωνοκρουσία στο δειλινό». Θα επιστρέψει με τα ίδια θέματα σε ένα άλλο ποίημα: «Βρίσκομαι μόνος απέναντι στην αμείλικτη νύχτα / με το ελαφρό άρωμα των εισιτηρίων / η Ευρώπη με φωνή παλιού κρασιού / πνοή ξανθής σάρκας, μουσειακά αντικείμενα. / Με το χαρούμενο κουδούνισμα των νέων χωρών / βρίσκομαι μπροστά στις συγκρούσεις / που έφερε το τραγούδι του Μαρξ και του Ένγκελς».
Όταν ασκούσε την ιατρική στο Μεξικό, ο Τσε χρειάστηκε να θεραπεύσει μια γυναίκα ονόματι Μαρία, με σοβαρά αναπνευστικά προβλήματα εξαιτίας του άσθματος. Θεωρώντας την εξαθλίωση μέσα στην οποία ζούσε η γυναίκα αυτή και το φρικτό θάνατό της σαν προσωπική προσβολή, ο Γκεβάρα έγραψε ένα ποίημα: «Γριά Μαρία, πρόκειται να πεθάνεις / θέλω να σου μιλήσω σοβαρά /η ζωή σου ήταν γεμάτη αγωνίες / δεν είχες εραστή, ούτε υγεία ούτε χρήματα / μόνο την πείνα είχες να μοιραστείς...».
Είναι πιθανόν ότι συνέχισε να γράφει στίχους κατά τη διάρκεια των τελευταίων χρόνων της ζωής του, αλλά κανείς δεν τους γνωρίζει.

Διαβάστε περισσότερα H προσωπική ανθολογία του Τσε


Ο Ερνέστο Γκεβάρα και ο Φιντέλ Κάστρο στην Αβάνα, 1961.


Hasta la poesía de la revolución − Ο Τσε και η ποίηση

Τα ποιήματα που ακολουθούν δημοσιεύτηκαν κατά καιρούς από την Μποτίλια Στον Άνεμο . Ξαναδουλεμένα και σχολιασμένα, υπό τον γενικό τίτλο Ο ΤΣΕ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΑΙΩΝΕΣ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ παρουσιάστηκαν στη μεγάλη εκδήλωση στο σινέ Αλκυονίς, που διοργάνωσε η New Starγια τα 89 χρόνια από τη γέννηση του Κομαντάντε, στις 14 Ιουνίου 2017.

Τα ποιήματα των Κορτάσαρ, Μπενεδέτι, Δάλτον και Γκιγιέν μεταφράζονται για πρώτη φορά στη γλώσσα μας.


TΣΕ ΓΚΕΒΑΡΑ -  ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΦΙΝΤΕΛ


Το πρώτο ποίημα, Τραγούδι για τον Φιντέλ, ανήκει στον Τσε. Γράφτηκε στο Μεξικό, πιθανόν τον Ιούνιο του 1956, στο ράντσο που είχαν νοικιάσει οι επαναστάτες για την εκπαίδευσή τους, ή τον Ιούλιο στη φυλακή Μιγκέλ Σουλτς, από όπου στις 6 του μήνα, ο Τσε γράφει στους γονείς του:
«Ένας νεαρός Κουβανός ηγέτης με προσκάλεσε να προσχωρήσω στο κίνημά του, που αφορά την ένοπλη απελευθέρωση της πατρίδας του. Εγώ, φυσικά, δέχτηκα»[…] «Όσον αφορά τα μακροπρόθεσμα σχέδιά μου, θα σας πω ότι το μέλλον μου είναι συνδεδεμένο με την απελευθέρωση της Κούβας. Ή θα θριαμβεύσω με αυτήν ή θα πεθάνω εκεί». Και πιο κάτω «Από δω και στο εξής δε θα θεωρούσα το θάνατό μου λόγο μεγάλης απογοήτευσης, αλλά, όπως λέει κι ο Χικμέτ: Το μόνο που θα πάρω μαζί μου στον τάφο / θα είναι η θλίψη ενός ατέλειωτου τραγουδιού».
Ορισμένες πηγές δίνουν ως ημερομηνία γραφής του ποιήματος την επομένη της επιστολής (7 Ιουλίου 1956). Σε αυτό συνηγορούν άλλωστε και οι ομοιότητες του ποιήματος με την επιστολή (υπογραμμίσεις).
Στις 25 Νοέμβρη εκείνης της χρονιάς θα ξεκινήσουν με το κότερό τους για την κρίσιμη αναμέτρηση με την αθανασία.


Πάμε λοιπόν,
φλογερέ προφήτη της αυγής
για τα κρυφά αποκομμένα μονοπάτια
Πάμε να ελευθερώσουμε αυτόν τον πράσινο αλιγάτορα που τόσο αγαπάς.

Πάμε λοιπόν
τους εξευτελισμούς να αντιμετωπίσουμε
οπλισμένοι με τα εξεγερμένα αστέρια του Μαρτί
κι ας πάρουμε όρκο πως μας περιμένει ο θρίαμβος ή που το θάνατο θα βρούμε.

Όταν θα πέσει η πρώτη ντουφεκιά και θα σκιρτήσει
μες στον παρθενικό της ύπνο η ζούγκλα απ’ άκρη σ’ άκρη,
εκεί, στο πλάι σου, αποφασισμένους μαχητές
λογάριαζε κι εμάς.

Όταν η φωνή σου στους τέσσερεις ανέμους αντηχήσει
γι’ αγροτική αλλαγή, δικαιοσύνη, ψωμί και λευτεριά,
εκεί, στο πλάι σου, με μια φωνή,
λογάριαζε κι εμάς.

Κι όταν θα φτάσεις στου ταξιδιού το τέρμα
στην κρίσιμη αναμέτρησή σου με τον τύραννο
εκεί, στο πλάι σου, προσμένοντας την τελευταία μάχη,
λογάριαζε κι εμάς.

Τη μέρα που το κτήνος θα γλείφει την πληγή
απ’ της εθνικοποίησης το βέλος που θα ρίξεις,
εκεί, στο πλάι σου, με την καρδιά αγέρωχη,
λογάριαζε κι εμάς.

(Μη φανταστείς ότι μπορεί να κόψουν την ορμή μας
αυτοί οι στολισμένοι ψύλλοι που παριστάνουν το στρατό·
ένα τουφέκι χρειαζόμαστε, τις σφαίρες τους κι ένα βράχο.
Τίποτ’ άλλο).

Κι άμα το δρόμο μας το σίδερο θα κόψει,
το μόνο που ζητάμε είν’ ένα σάβανο από τα δάκρυα της Κούβας
για να σκεπάζει τ’ αντάρτικα κουφάρια μας,
καθώς θα διασχίζουν την αμερικάνικη ιστορία.
Τίποτ’ άλλο.
Μετάφραση, Μπάμπης Ζαφειράτος, 26 Δεκεμβρίου 2016

Che Guevara Portrait by Arun Sivaprasad

ΠΑΜΠΛΟ ΝΕΡΟΥΔΑ - ΘΛΙΨΗ ΓΙΑ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΕΝΟΣ ΗΡΩΑ

(Από τη συλλογή Το Τέλος Του Κόσμου, 1969)

Εκείνοι που έζησαν αυτή την ιστορία, το θάνατο και την ανάσταση της πεθαμένης μας ελπίδας,
αυτοί που τον αγώνα διάλεξαν κι είδαν να ξεδιπλώνονται σημαίες, ήξεραν
πως οι πιο αθόρυβοι ήταν οι αληθινοί μας ήρωες, κι αυτοί που καπηλεύτηκαν
τις νίκες ήταν οι φαφλατάδες με τα παχιά τα λόγια και τα σάλια τους.

Κούνησε το κεφάλι του ο λαός:
και γύρισε ο ήρωας στη σιωπή του.
Μα μαυροφόρεσε η σιωπή, ώσπου κι εμείς βουλιάξαμε στο πένθος, σαν έσβησε απάνω στα βουνά η πυρκαγιά κι η δόξα του Γκεβάρα.
O Κομαντάντε είναι νεκρός, σ’ ένα φαράγγι σκοτωμένος.

Κανείς δεν βρήκε λέξη για να πει.
Κανείς δεν έκλαψε στα ινδιάνικα χωριά.
Κανείς δεν χτύπησε καμπάνες.
Κανείς δεν σήκωσε ντουφέκι, και πήρανε την επικήρυξη αυτοί που ο δολοφονημένος κομαντάντε είχε πάει για να τους σώσει.

Τι να συνέβη, συντετριμμένος συλλογιέμαι, με τούτα τα γεννούμενα;
Και η αλήθεια δεν ειπώθηκε, σκεπάστηκε όμως σε μια κόλα από χαρτί αυτή η δυστυχία η ασήκωτη.
Μόλις που είχε χαράξει ο δρόμος και ήταν για μας η ήττα του
μια τσεκουριά που γκρέμισε τη στέρνα της σιωπής.

Η Βολιβία γύρισε στην έχθρα της, στους διαβρωμένους γοριλάνθρωπους, μες στην αγιάτρευτή της φτώχεια,
και τότε σαν τρομαγμένες μάγισσες, οι λοχίες της ντροπής, οι δολοφόνοι στρατηγίσκοι,
κρύψαν καλά καλά το σώμα του αντάρτη, λες και τους έκαιγε ο νεκρός.
Κατάπιε η άγρια ζούγκλα τα μονοπάτια, τα οράματα, κι εκεί που άλλοτε διάβαιναν οι αποδεκατισμένοι άντρες
τώρα οι γλυσίνες ρίζωσαν, με πράσινη φωνή μοιρολογούν κι αθόρυβα στις φυλλωσιές τ’ άγριο ελάφι επιστρέφει.

(Μετάφραση, Μπάμπης Ζαφειράτος, 11 Οκτωβρίου 2015)


ΧΟΥΛΙΟ ΚΟΡΤΑΣΑΡ - ΤΣΕ

ΕΙΧΑ έναν αδερφό.
Δεν ειδωθήκαμε ποτέ
αλλά δεν έχει σημασία.

Είχα έναν αδελφό
που τράβαγε μες στα βουνά
όσο εγώ κοιμόμουν.

Αγάπησα τον τρόπο του
και πήρα τη φωνή του
ελεύθερη όπως το νερό.
Κάποιες φορές περπάτησα
μαζί με τη σκιά του.

Δεν ειδωθήκαμε ποτέ
αλλά δεν έχει σημασία.
Ο αδερφός μου έμενε ξάγρυπνος
όσο εγώ κοιμόμουν.
Ο αδερφός που μου ’δειχνε
πίσω απ’ τη μαύρη νύχτα
το διαλεχτό του αστέρι.
Μετάφραση, Μπάμπης Ζαφειράτος, 4 Ιουνίου 2016


Painting by Alexander Schäd from Germany

ΜΑΡΙΟ ΜΠΕΝΕΝΤΕΤΙ - ΓΕΜΑΤΟΙ ΟΡΓΗ, ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΜΕΝΟΙ

Προχωράμε,
αποκρούοντας επιθέσεις. 

Ερνέστο Τσε Γκεβάρα

ΈΤΣΙ είμαστε
γεμάτοι οργή
συγκλονισμένοι
αν και αυτό το φονικό
ήταν παράλογα προβλέψιμο

νιώθω ντροπή κοιτάζοντας
τους πίνακες
τις πολυθρόνες
τα χαλιά
ακόμα και να πάρω ένα μπουκάλι απ’ το ψυγείο
και να χτυπήσω τα τρία παγκόσμια γράμματα του ονόματός σου
στην παγωμένη γραφομηχανή
εκείνη που ποτέ
ποτέ δεν ήταν άλλοτε
τόσο η ταινία της χλωμή

και που κρυώνω ντρέπομαι
μα και που πάω κοντά στη σόμπα όπως συνήθως
και που πεινάω και τρώγω
αυτό το τόσο απλό 
και που ανοίγω το πικάπ ν’ ακούσω κάτι στη σιωπή
ιδίως ένα του Μότσαρτ κουαρτέτο

νιώθω ντροπή για τις ανέσεις μου
και ντρέπομαι για το άσθμα μου
όταν εσύ κομαντάντε σωριάζεσαι
από τις σφαίρες θερισμένος
υπέροχος
λαμπρός

είσαι η συνείδησή μας η διάτρητη

λένε πως σ’ έκαψαν
μα ποια φωτιά
μπορεί να κάψει το καλό
τα καλά νέα
αυτή την οργισμένη τρυφερότητα
που έγινε μεταδοτική
μέσα απ’ το βήχα
κι απ’ τις λάσπες

λένε πως αποτέφρωσαν
όλη σου τη ζωή
εκτός από ένα δάχτυλο


μα είναι αρκετό το δρόμο να μας δείξει
το κτήνος να δικάσει και με τη στάχτη του
να σφίξει πάλι τη σκανδάλη


έτσι είμαστε
γεμάτοι οργή
συγκλονισμένοι
βέβαια με τον καιρό αυτή η βαριά
κατάπληξη
θα υποχωρήσει
θα μείνει
σκέτη η οργή

είσαι νεκρός,
είσαι ζωντανός,
είσαι πεσμένος καταγής
είσαι ένα σύννεφο
είσαι βροχή,
είσαι αστέρι

όπου κι αν είσαι
αν είσαι
αν έρχεσαι

μπορείς εντέλει
να ανασάνεις ήσυχος
και να γεμίσεις τα πνευμόνια σου ουρανό

όπου κι αν είσαι
αν είσαι
αν έρχεσαι
κρίμα που δεν υπάρχει και θεός

μα θα υπάρξουν άλλοι
σίγουρο πως θα υπάρξουν άλλοι
άξιοι να σε υποδεχτούνε
κομαντάντε.


Μετάφραση, Μπάμπης Ζαφειράτος, 6 Ιουνίου 2016

 Che Guevara - Dominique Capocci

ΡΟΚΕ ΝΤΑΛΤΟΝ - ΣΥΜΒΟΛΟ ΠΙΣΤΗΣ ΣΤΟΝ ΤΣΕ

Ο ΤΣΕ ο Ιησούς Χριστός
αιχμαλωτίστηκε
μετά από την επί του όρους ομιλία του
(στο βάθος των πολυβόλων το κροτάλισμα)
από ρέιντζερς Βολιβιανούς κι Εβραίους
κατ’ εντολή γιάνκηδων εκατόνταρχων
Τον καταδίκασαν Γραμματείς και Φαρισαίοι ρεβιζιονιστές
με τον Καγιάφα Μόνχε εκπρόσωπό τους
ο Πόντιος Μπαριέντος ένιπτε τας χείρας του
μιλώντας στους αμερικανούς στρατιωτικούς
πίσω απ’ την πλάτη του λαού που μασουλούσε φύλλα κόκας
και ούτε καν η εναλλακτική για έναν Βαραββά
(ο Ιούδας ο Ισκαριώτης ήταν σ’ εκείνους που εγκατάλειψαν το αντάρτικο
και άνοιξε στους ρέιντζερς το δρόμο)
Ύστερα φόρεσαν στο Χριστό Γκεβάρα
ένα στεφάνι αγκάθινο κι έναν ζουρλοχιτώνα
και μια ταμπέλα για εμπαιγμό κρεμάσαν στο λαιμό του
ΙΝΒΙ: Ιδανικός Νοηματοδότης των Βασανισμένων απ’ τον Ιμπεριαλισμό
Κατόπιν του φόρτωσαν το σταυρό πάνω απ’ το άσθμα του
και τον καρφώσαν με ριπές από Μ-2
του έκοψαν το κεφάλι και τα χέρια
κι έκαψαν ό,τι απόμεινε ώσπου να γίνει στάχτη
και να σκορπίσει με τον άνεμο.
Κατά συνέπεια δεν έμεινε άλλος δρόμος για το Τσε
παρά ν’ αναστηθεί
και στα αριστερά να στέκει των ανθρώπων
ζητώντας τους ν’ ανοίξουνε το βήμα
εις τους αιώνες των αιώνων
Αμήν.
(Από τη συλλογή Παράνομα Ποιήματα, 1980)

Μετάφραση, Μπάμπης Ζαφειράτος, 11 Οκτωβρίου 2015

Διαβάστε περισσότερα : http://www.katiousa.gr/


Art Sketch by Kim Wang

Νικολάς Γκιγιέν - 4 Ποιήματα για τον Τσε

ΤΣΕ ΓΚΕΒΑΡΑ

ΟΠΩΣ του Σαν Μαρτίν το τιμημένο χέρι
με του Μαρτί το αδερφικό το χέρι σμίγει
κι ως τα νερά στον κάμπο ο Πλάτα ξετυλίγει
και με του Κάουτο τα νερά ζωή έχει φέρει,

έτσι ο Γκεβάρα, ο γκάουτσο, φωνή γενναία,
με τον Φιντέλ τ’ αντάρτικό αίμα του έχει δέσει,
κι όταν η νύχτα μας τρισκότεινη είχε πέσει
φαρδιά η παλάμη του μας κράτησε παρέα.

Ανίκητος. Από φαρμάκι, από θηρίο,
κι από λερή σκιά θανάτου, και μαχαίρι,
που μόνο η μνήμη η βάρβαρη δεν θα αποφύγει.

Σε μια λαμπρή ψυχή ενώθηκαν οι δύο,
όπως του Σαν Μαρτίν το τιμημένο χέρι
με του Μαρτί το αδερφικό το χέρι σμίγει.

Μετάφραση
Μπάμπης Ζαφειράτος, Οκτ. 2015
Νικολάς Γκιγιέν, Ιανουάριος 1959


CHE GUEVARA

COMO si San Martín la mano pura
a Martí familiar tendido hubiera,
como si el Plata vegetal viniera
con el Cauto a juntar agua y ternura,

así Guevara, el gaucho de voz dura,
brindó a Fidel su sangre guerrillera,
y su ancha mano fue más compañera
cuando fue nuestra noche más oscura.

Huyó la muerte. De su sombra impura,
del puñal,del veneno,de la fiera,
sólo el recuerdo bárbaro perdura.

Hecha de dos un alma brilla entera,
como si San Martín la mano pura
a Martí familiar tendido hubiera.
Guillen Nicolás, Enero 1959


Ο Ερνέστο Γκεβάρα σε ηλικία 37 ετών στο Κονγκό1965.

ΤΣΕ ΚΟΜΑΝΤΑΝΤΕ

ΚΙ ΑΣ έπεσες
το φως σου μένει πάντοτε μεσούρανα.
Άλογο καμωμένο από φωτιά
καλπάζει με το αντάρτικο άγαλμά σου
μες στους ανέμους και τα σύννεφα
της Σιέρρας.
Κι αν σώπασες, δε σώπασε η φωνή σου.
Κι αν σ’ έκαψαν,
κι αν σ’ έχωσαν βαθιά κάτω απ’ το χώμα,
κι αν έκρυψαν τη στάχτη σου
σε κοιμητήρια, σε δάση και τυρφώνες,
δε θα μας εμποδίσουν να σε βρούμε,
Τσε Κομαντάντε,
φίλε.

ΓΕΛΑΕΙ σαρδόνια
η Βόρεια Αμερική. Μα ξάφνου
στριφογυρνάει πάνω σε κείνο το στρώμα
από δολάρια. Το γέλιο της
μια παγωμένη μάσκα τώρα,
και το γιγάντιο σώμα σου από μέταλλο
ανυψώνεται, διασκορπίζεται,
σαν ντάβανος κεντρίζει τους αντάρτες,
και το τρανό όνομά σου λαβωμένο
απ’ τους στρατιώτες
λάμπει μέσα στ’ αμερικάνικα σκοτάδια,
σαν ένα πεφταστέρι
στη μέση μιας απαίσιας γιορτής.
Εσύ, Γκεβάρα, το ’ξερες,
μα από σεμνότητα δεν το ’πες
για να μην καυχηθείς,
Τσε Κομαντάντε,
φίλε.

ΕΙΣΑΙ παντού. Στον Ινδιάνο
τον από χαλκό και όνειρα πλασμένον.
Κι είσαι στη μαύρη
εξεγερμένη, τρικυμισμένη λαοθάλασσα,
στου πετρελαίου τον εργάτη και του νίτρου

και στη φριχτή εγκατάλειψη
της μπανανοφυτείας, και στης μεγάλης
πάμπας το πετσί
και στο αλάτι και στη ζάχαρη, και στις
φυτείες του καφέ,
εσύ, φιγούρα αναδυόμενη απ’ το αίμα σου
καθώς σωριάστηκες,
και ζωντανός, όπως δεν σε ήθελαν,
Τσε Κομαντάντε,
φίλε.

Η ΚΟΥΒΑ σ’ έχει αποστηθίσει. Πρόσωπο
με τη φωτεινή γενειάδα. Και χρώμα ελιάς και φίλντισι στο δέρμα του άγιου νέου.
Φωνή ακλόνητη, που δίνει διαταγές
μα δεν προστάζει,
μια προσταγή συντροφική, μια φιλική
διαταγή,
σκληρή και τρυφερή, οδηγητή και
σύντροφου.
Σε βλέπουμε καθημερνά υπουργό,
καθημερνά στρατιώτη, καθημερνά
άνθρωπο απλό, και δύσκολη
η κάθε μέρα.
Κι άδολος είσαι σαν παιδί
σαν ένας άντρας άδολος,
Τσε Κομαντάντε,
φίλε.

ΠΕΡΝΑΣ με την ξεθωριασμένη, σκισμένη,
τρύπια σου στολή της μάχης.
Στη ζούγκλα σήμερα, σαν άλλοτε
στη Σιέρα. Μισόγυμνο
το δυνατό σου στέρνο, του λόγου και του
τουφεκιού,
ένας τυφώνας πύρινος, κι αμάραντο
τριαντάφυλλο.
Χωρίς ανάπαυλα.
Γεια σου Γκεβάρα!
Μα πιο καλά για να στο πω, εκεί
στο αμερικάνικο φαράγγι:
Περίμενέ μας. Θα φύγουμε μαζί σου.
Θέλουμε
να πεθάνουμε για να ζήσουμε όπως
πέθανες εσύ,
να ζήσουμε όπως ζεις εσύ,
Τσε Κομαντάντε,
φίλε.

Μετάφραση
Μπάμπης Ζαφειράτος, Οκτ. 2015
Νικολάς Γκιγιέν,
8 - 15 Οκτωβρίου 1967


CHE COMANDANTE

NO porque hayas caído
tu luz es menos alta.
Un caballo de fuego
sostiene tu escultura guerrillera
entre el viento y las nubes
de la Sierra.
No por callado eres silencio.
Y no porque te quemen,
porque te disimulen bajo tierra,
porque te escondan
en cementerios, bosques, páramos,
van a impedir que te encontremos,
Che Comandante,
amigo.

CON sus dientes de júbilo
Norteamérica ríe. Mas de pronto
revuélvese en su lecho
de dólares. Se le cuaja
la risa en una máscara,
y tu gran cuerpo de metal
sube, se disemina
en las guerrillas como tábanos,
y tu ancho nombre herido
por soldados
ilumina la noche americana
como una estrella súbita, caída
en medio de una orgía.
Tú lo sabías, Guevara,
pero no lo dijiste por modestia,
por no hablar de ti mismo,
Che Comandante,
amigo.

ESTÁS en todas partes. En el indio
hecho de sueño y cobre. Y en
el negro
revuelto en espumosa muchedumbre,
y en el ser petrolero y salitrero,
y en el terrible desamparo
de la banana, y en la gran pampa de
las pieles,
y en el azúcar y en la sal y en los
cafetos,
tú, móvil estatua de tu sangre como
te derribaron,
vivo, como no te querían,
Che Comandante,
amigo.

CUBA te sabe de memoria. Rostro
de barbas que clarean. Y marfil
y aceituna en la piel de santo joven.
Firme la voz que ordena
sin mandar,
que manda compañera, ordena
amiga,
tierna y dura de jefe
camarada.
Te vemos cada día ministro,
cada día soldado, cada día
gente llana y difícil
cada día.
Y puro como un niño
o como un hombre puro,
Che Comandante,
amigo.

PASAS en tu descolorido, roto,
agujereado traje de campaña.
El de la selva, como antes
fue el de la Sierra. Semidesnudo
el poderoso pecho de fusil
y palabra,
de ardiente vendaval y lenta
rosa.
No hay descanso.
¡Salud, Guevara!
O mejor todavía desde el hondón
americano:
Espéranos. Partiremos contigo.
Queremos
morir para vivir como tú has
muerto,
para vivir como tú vives,
Che Comandante,
amigo.
Nicolás Guillen,
8 - 15 de Οctubre de 1967


Ο Ερνέστο Γκεβάρα στη Βολιβία λίγο πριν το θάνατο του, 1967


ΚΙΘΑΡΑ ΣΕ ΜΕΓΑΛΟ ΠΕΝΘΟΣ

I
ΒΟΛΙΒΙΑΝΕ στρατιωτάκο,
στρατιωτάκο Βολιβιάνε,
το ντουφέκι που έχεις πάρει,
made in USA στο πουλάνε,
made in USA στο πουλάνε,
στρατιωτάκο Βολιβιάνε,
made in USA στο πουλάνε.

II
ΒΟΛΙΒΙΑΝΕ στρατιωτάκο,
ο Μπαριέντος στο ’χει δώσει
δώρο απ’ τον μίστερ Τζόνσον,
αδερφό σου να σκοτώσει,
αδερφό σου να σκοτώσει,
Βολιβιάνε στρατιωτάκο
αδερφό σου να σκοτώσει.

III
ΠΟΙΟΣ είναι ο νεκρός δεν ξέρεις,
στρατιωτάκι Βολιβιάνο;
Σκότωσε τον Τσε Γκεβάρα
Αργεντίνο και Κουβάνο,
Αργεντίνο και Κουβάνο,
Βολιβιάνο στρατιωτάκι
Αργεντίνο και Κουβάνο.

IV
ΤΟΝ καλύτερό σου φίλο,
στρατιωτάκι Βολιβιάνο,
φίλος σου ήτανε στη φτώχεια
στην Ανατολή ως επάνω,
ως τις πόλεις στο Αλτιπλάνο,
Βολιβιάνο στρατιωτάκι,
ως τα υψίπεδα επάνω.

V
ΤΩΡΑ τούτη εδώ η κιθάρα,
στρατιωτάκο Βολιβιάνε,
πένθος έχει μα δεν κλαίει,
αν και οι άνθρωποι πονάνε,
αν και οι άνθρωποι πονάνε,
Βολιβιάνε στρατιωτάκο,
αν και οι άνθρωποι πονάνε.

VI
ΣΤΡΑΤΙΩΤΑΚΟ Βολιβιάνε,
δεν είναι η στιγμή να κλάψεις
ούτε δάκρυα να κυλάνε,
μια ματσέτα σφίξε μόνο,
μια ματσέτα στ’ άδειο χέρι,
στρατιωτάκο Βολιβιάνε,
μια ματσέτα στ’ άδειο χέρι.

VII
Ο ΧΑΛΚΟΣ που σε πληρώνουν,
στρατιωτάκο Βολιβιάνε,
σε πουλάει και σ’ αγοράζει,
κι είναι αυτών που τυραννάνε
είναι αυτών που τυραννάνε
Βολιβιάνε στρατιωτάκο
είναι αυτών που τυραννάνε.

VIII
ΞΥΠΝΑ, έχει ξημερώσει,
στρατιωτάκι Βολιβιάνο.
Κοίτα! Οι άλλοι έχουν κινήσει,
ο ήλιος κιόλας είναι πάνω,
ο ήλιος κιόλας είναι πάνω,
Βολιβιάνε στρατιωτάκο,
ο ήλιος κιόλας είναι πάνω.

IX
ΣΤΟ σωστό μπες μονοπάτι,
στρατιωτάκο Βολιβιάνε,
εύκολο δεν είναι πάντα,
ίσιο και στρωτό δεν θα ’ναι,
εύκολο στρωτό δεν θα ’ναι,
Βολιβιάνε στρατιωτάκο,
ίσιο και στρωτό δεν θα ’ναι.

X
ΟΜΩΣ σίγουρος θε να ’σαι,
στρατιωτάκο Βολιβιάνε,
που αδερφό δεν θα σκοτώσεις,
που αδερφό δεν πολεμάνε,
που αδερφό δεν θα σκοτώσεις,
Βολιβιάνε στρατιωτάκο,
που αδερφό δεν πολεμάνε.

Μετάφραση
Μπάμπης Ζαφειράτος, Οκτ. 2015
Από τον Νικολάς Γκιγιέν / Κιθάρα σε μεγάλο πένθος - Casa de las Américas. Νο 46, Γενάρης - Φλεβάρης 1968.
8ο Έτος της Επανάστασης.


GUITARRA EN DUELO MAYOR

I
SOLDADITO de Bolivia,
soldadito boliviano,
armado vas con tu rifle,
que es un rifle americano,
que es un rifle americano,
soldadito de Bolivia,
que es un rifle americano.

II
TE lo dio el señor Barrientos,
soldadito boliviano,
regalo de mister Johnson,
para matar a tu hermano,
para matar a tu hermano,
soldadito de Bolivia,
para matar a tu hermano.

III
¿NO sabes quien es el muerto,
soldadito boliviano?
El muerto es el Che Guevarra,
y era argentino y cubano,
y era argentino y cubano,
soldadito de Bolivia,
y era argentino y cubano.

IV
EL fue tu mejor amigo,
soldadito boliviano,
el fue tu amigo de a pobre
del Oriente al altiplano,
del Oriente al altiplano,
soldadito de Bolivia,
del Oriente al altiplano.

V
ESTÁ mi guitarra entera,
soldadito boliviano,
de luto, pero no llora,
aunque llorar es humano,
aunque llorar es humano,
soldadito de Bolivia,
aunque llorar es humano.

VI
NO llora porque la hora,
soldadito boliviano,
no es de lagrima y pañuelo,
sino de machete en mano,
sino de machete en mano,
soldadito de Bolivia,
sino de machete en mano.

VII
CON el cobre que te paga,
soldadito boliviano,
que te vendes, que te compra,
es lo que piensa el tirano,
es lo que piensa el tirano,
soldadito de Bolivia,
es lo que piensa el tirano.

VIII
DESPIERTA, que ya es de día,
soldadito boliviano,
esta en pie ya todo mundo,
porque el sol salió temprano,
porque el sol salió temprano,
soldadito de Bolivia,
porque el sol salió temprano.

IX
COGE el camino derecho,
soldadito boliviano;
no es siempre camino fácil,
no es fácil siempre ni llano,
no es fácil siempre ni llano,
soldadito de Bolivia,
no es fácil siempre ni llano.

X
PERO aprenderás seguro,
soldadito boliviano,
que a un hermano no se mata,
que no se mata a un hermano,
que no se mata a un hermano,
soldadito de Bolivia,
que no se mata a un hermano.

Published by: Guillen Nicolás / Guitarra en duel mayor - Casa de las Américas. No 46. Enero - Febrero, 1968,
Año VIII.


Artist Georgeta Blanaru

ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ

ΔΙΑΒΑΖΩ ξαπλωμένος
όλη τη ράθυμή μου Κυριακή.
Χαλαρώνω στο κρεβάτι μου
στο μαλακό προσκέφαλό μου
στις καθαρές μου τις καλές κουβέρτες,
αγγίζοντας πέτρα, λάσπη, αίμα,
τσιμπούρι, δίψα,
κάτουρo, άσθμα:
βουβοί αυτόχθονες που δεν καταλαβαίνουν
στρατιώτες που δεν καταλαβαίνουν
της θεωρίας κύριοι που δεν καταλαβαίνουν,
εργάτες, αγρότες που δεν καταλαβαίνουν.


ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ τελειώνεις,
στρέφεις αλλού το βλέμμα·
σε ποια μεριά του ανέμου;
Μου καίει τα χέρια το βιβλίο,
απ’ τη στιγμή που το άνοιξα
κάρβουνο πυρωμένο
μου κάθεται στο στήθος.
Τα τελευταία λόγια νιώθω
από μια μαύρη τρύπα ν’ ανεβαίνουν.

Ο Ίντι, ο Παμπλίτο, ο ελ Τσίνο κι ο Ανιθέτο.
Ο κλοιός που σφίγγει.
Το ράδιο του στρατού
παραπλανάει.
Κι εκείνο το φτενό το φεγγαράκι
αβέβαια κρεμασμένο
μια λεύγα απ’ την Ιγέρα
και δυο απ’ την Πουκαρά.
Μετά σιωπή.
Δεν έχει άλλες σελίδες.
Τα πράμα δυσκολεύει.
Είναι η αρχή του τέλους.
Τελειώνει.
Παίρνει φωτιά.
Σβήνει
Θα ξαναγεννηθεί.

Μετάφραση
Μπάμπης Ζαφειράτος, Οκτ. 2015
Νικολάς Γκιγιέν, 1969. Περιλαμβάνεται στην έκδοση Τέσσερα τραγούδια για τον Τσε,που δολοφονήθηκε δυο χρόνια νωρίτερα στη Βολιβία.


LECTURA DE DOMINGO

HE LEIDO acostado
todo un blando domingo.
Yo en mi lecho tranquilo,
mi suave cabezal,
mi cobertor bien limpio,
tocando piedra, lodo, sangre,
garrapata, sed,
orines, asma:
indios callados que no entienden,
soldados que no entienden,
señores teorizantes que no entienden,
obreros, campesinos que no entienden.

TERMINAS de leer,
quedan tus ojos fijos
¿en qué sitio del viento?
El libro ardió en mis manos,
lo he puesto luego abierto,
como una brasa pura,
sobre mi pecho.
Siento las últimas palabras
subir desde un gran hoyo negro.

Inti, Pablito, el Chino y Aniceto.
El cinturón del cerco.
La radio del ejército
mintiendo.
Aquella luna pequeñita
colgando suspendida
a una legua de Higueras
y dos de Pucará.
Después silencio.
No hay más páginas.
Esto se pone serio.
Esto se acaba pronto.
Termina.
Va a encenderse.
Se apaga
Va a nacer.

Nicolás Guillen, 1969. Publica susCuatro canciones para el Che, muerto dos años antes en Bolivia.

Διαβάστε περισσότερα :https://zbabis.blogspot.com/


Andy Warhol-Che Guevara 1962

Βολφ Μπίρμαν - Κομαντάντε Τσε Γκεβάρα

Μας μένει ό,τι καλό ήταν και καθάριο
Πως διάφανη ήταν πάντα η ψυχή σου
Κι έβλεπε μέσα σου κανείς
Αγάπη, μίσος μα ποτέ φόβο
Κομαντάντε Τσε Γκεβάρα

Αυτοί σε φοβούνται
Μα εμείς σ’αγαπούμε
Βλέποντας εμπρός στον αγώνα
Εκεί που γελάει ο χάρος
Κει που ο λαός τέρμα βάζει στη μιζέρια
Κομαντάντε Τσε Γκεβάρα

Και δεν έγινες εργατομανδαρίνος
Ούτε τέρας ιερό να κυνηγάς τον παραβάτη
Και τον ήρωα να κάνεις πίσω από το γραφείο
Σε αντίθεση αγεφύρωτη με τα παλιά παράσημά σου
Κομαντάντε Τσε Γκεβάρα
 (μετάφραση: Δημοσθένης Κούρτοβικ)


 Che Guevara by David Lloyd Glover


Κάποιο αποφασιστικό χέρι / σ' έριξε στο σούρουπο της Λατινικής Αμερικής. / Στις πέτρες του Περού. / Είσαι συγχρόνως στο Σαλβαδόρ / και στη Βολιβία. / Βρέχει στα βουνά της Βολιβίας. / Δεν ξεκουράζεσαι Γκουεριελιέρο Τσε. / Δεν έχεις δικαίωμα όπως οι άλλοι, / να μεριμνήσεις για τον έρωτα. / Ερωτεύεσαι την αγκαλιά των λαών. / Η Σιέρα Μαέστρα είναι στο μυαλό σου. / Ο Μάρκος, ο Μιγκέλ και ο Μπραούλια ξεκινάνε. / Ο Χάκιν και ο Πέδρο / σκαρφαλώνουν στα βράχια. / Ο Μπενίνο ξυπόλυτος περνάει το ποτάμι. / Εσύ στέκεσαι ολόρθος. / Στη μέση του Μάρτη. / Στη μέση της Λατινικής Αμερικής. / Στη μέση της καρδιάς μας / ο Ιντι, ο Ουρπλιάνο, ο Ρικάρντο. / Κι αυτοί οι πρόγονοι / που σας σπρώχνουν μέχρι την άκρη / μετακομίζοντας την Ιστορία προς τα εμπρός / και κάνοντας μια απλή πορεία σε έφοδο» (Θάνος Ασίκης).


Ηρθες με τα τραγούδια του Μάη και την πνοή των τροπικών, / χαράζοντας τα μονοπάτια της Ιστορίας / στο χρώμα της Επανάστασης. / Σαν ούριος άνεμος Ερνέστο Κομπανιέρο / στο χώρο και στο χρόνο θα ταξιδέψουμε. / Πνευστά της Κόρντοβα, έγχορδα του Λα Πλάτα / της Σάντα Κλάρα και του Οριέντε τα κρουστά / πλέξαν εφόδους. / Γινήκαν διαβατήρια του αγώνα / γκρεμίζοντας τα σύνορα» (Μάκης Αποστολάτος). 




Tortilla-Art-Painting-Che-Guevara-Portrait-Joe-Bravo-wb



Ν. Λυγερός - Μην λες ότι είσαι του Τσε


Μην λες ότι είσαι του Τσέ
επειδή καπνίζεις πούρο
γιατί θα σε σβήσουμε
μόλις ανάψεις
δεν έχουμε ανάγκη
από τα λόγια σου
γιατί είμαστε της πράξης
κι αν δεν μπορείς
να σταθείς όρθιος
μπροστά στον Άρη 
τον Βελουχιώτη
επειδή γεννήθηκες
γονατισμένος
μην μας πρήζεις
γιατί ξέρουμε
τι είναι έγκλημα
κατά της ελευθερίας
όπου κι αν γίνεται
όταν λοιπόν
παριστάνεις
τον ριζοσπαστικό
μην το κάνεις
μπροστά σε επαναστάτες
γιατί το γελοίο
μπορεί να μην σκοτώνει
αλλά εμείς
δεν το σηκώνουμε.



Αριάδνη Πορφυρίου - ΕΡΝΕΣΤΟ

La patria americana.
Προτίμησα τα όπλα
Παρά την άσπρη μπλούζα.
Έβλεπα πάντα πίσω απ τις γραμμές
Πίσω απ τους ανθρώπους
Τον θολό ορίζοντα.
Σύμβολο; Καλό κι αυτό.
Γελάνε πού και πού
Κι οι βλοσυροί επαναστάτες.
Θα πεθάνω guerillero.
Κάποιος προδότης, ναι, ξέρω.
Ιούδας ή Ρεζίς.
Φιντέλ, τους συντρόφους μου……
Ρεζίς, δε θα γλυτώσεις.
Να το ξέρεις.
Κάποιος θα πει
Πόσο Εφιάλτης έγινες.
Αριάδνη Πορφυρίου "Επαναστατών Ιστορίες" 12 Ιουλίου 2017





Hasta Siempre Comandante
Μουσική/Στίχοι: Puebla Carlos/Φορτσερά Δέσποινα 


Πυξίδα μέσα στον χρόνο
Και ο μύθος να σου ανήκει
Είναι των ματιών σου οι κύκλοι
Που αγκαλιάζουν τον κόσμο

Εδώ θα μείνει για πάντα
Το ζεστό το πέρασμά σου
Φωτιά που ανάβει η ματιά σου
Comandante Che Guevara

Εσύ που ανάβεις τ' αστέρια
Της μνήμης φτιάχνεις το χάρτη
Και περνάς μέσ' απ' τη στάχτη
Την ελπίδα σ' άλλα χέρια

Εδώ θα μείνει για πάντα...

Σαν θρύλος γύρω καλπάζει
Σαν ευχή και σαν κατάρα
Στα στενά της Santa Clara
Το όνειρο σου γυμνάζεις

Εδώ θα μείνει για πάντα...

Μιλάς κοιτώντας μπροστά σου
Το ποτάμι της ευθύνης
Και στην ιστορία γράφεις
Τη φωνή και το όνομά σου

Εδώ θα μείνει για πάντα...

Γελάς και γίνεται μέρα
Η νύκτα σε συλλαβίζει
Μυστικά σου, ψιθυρίζει
Asta siempre comandante

Εδώ θα μείνει για πάντα..








«Το τραγούδι του Γκουεβάρα» σε μουσική του Σπύρου Σαμοϊλη και στίχους του Αταόλ Μπεχράμογλου. 

Θέλω να τραγουδήσω τα βουνά και τα ποτάμια,
θέλω να τραγουδήσω τον απέραντο ουρανό,
να τραγουδήσω τον έρωτα και την ελπίδα,
το τραγούδι μιας ηρωικής καρδιάς,
το τραγούδι του Γκουεβάρα.

Θέλω να τραγουδήσω τους τυφλούς τα ορφανά,
θέλω να τραγουδήσω τις μανάδες και τους αρρώστους,
να τραγουδήσω στις φυλακές τους εξορίστους,
το τραγούδι μιας ηρωικής καρδιάς,
το τραγούδι του Γκουεβάρα.

Αχ, πως βραδιάζει στην καρδιά μου αγαπημένη,
πέφτει η νύχτα στα βουνά της Βολιβίας,
κι ένα παιδάκι , αχ πως ζητά λίγη αγάπη
κι η καρδιά μου πως πονά και νοσταλγεί
το τραγούδι του Γκουεβάρα.


Στίχοι: Νίκος Καββαδίας - Γκεβάρα
Μουσική: Χάρης Παπαδόπουλος



Ήτανε ντάλα μεσημέρι κι έδειξε μεσάνυχτα.
Έλεγε η μάνα του παιδιού: Καμάρι μου κοιμήσου.
Όμως τα μάτια μείνανε του καθενός ορθάνοιχτα
τότε που η ώρα ζύγιαζε με ατσάλι το κορμί σου.

Λεφούσι ο άσπρος μέρμηγκας, σύννεφο η μαύρη ακρίδα.
Όμοια με τις Μανιάτισσες μοιρολογούν οι Σχόλες.
Λάκισε ο φίλος, ο αδελφός. Που μ’ είδες και που σ’ είδα;
Φυλάει το αλώνι ο Σφακιανός κι ο Αρίδα την κορίδα.

Ποιος το `λεγε, ποιος το `λπιζε και ποιος να το βαστάξει.
Αλάργα φεύγουν τα πουλιά και χάσαν τη λαλιά τους.
Θερίζουν του προσώπου σου το εβένινο μετάξι,
νεράιδες και το υφαίνουνε να δέσουν τα μαλλιά τους.

Πάνθηρας ακουρμάζεται θωράει και κοντοστέκει.
Γλείφει τα ρόδα απ’ τις πληγές, μεθάει και δυναμώνει.
Ξέρασε η γη τα σπλάχνα της και πήδησαν δαιμόνοι.
Σφυρί βαράει με δύναμη, μένει βουβό τ’ αμόνι.

Πυγολαμπίδες παίζουνε στα μάτια τ’ ανοιχτά.
Στ’ `ομορφο στόμα σου κοιμήθηκε ένας γρύλος.
Πέφτει από τα χείλη σου που ακόμα είναι ζεστά,
ένα σβησμένο cigarillos.

Τ’ όνειρο πάει με τον καπνό στον ουρανό,
έσμιξε πια με το καράβι του συννέφου.
Το φως γεννιέται από παντού μα είναι αχαμνό
και τα σκοτάδια το ξεγνέθουν και σου γνέφουν.

Χοσέ Μαρτί (κόνδορας πάει και χαμηλώνει,
περηφανεύεται, ζυγιάζεται, θυμάται.
Με τα φτερά του θα σκοτείνιαζ’ ένα αλώνι).
Απόψε οι δυο συντροφιαστοί θα πιειτε μάτε.

Φτάνει ο Μπολίβαρ καβαλώντας σαϊτάρι.
Παραμονεύει ορθή κουλέμπρα γκαστρωμένη.
Βότανα τρίβει η Περουβάνα σε μορτάρι
και μασουλάει φαρμακωμένη μανιτάρι.

Του Λόρκα η κόκκινη φοράδα χλιμιντράει
μ’ αυτός μπλεγμένος στα μετάξινα δεσμά του
μακρύ κιβούρι με τον πέτρινο κασμά του
σενιάρει ο φίλος και στο μπόι σου το μετράει

Γέροντας ναύτης με τα μούτρα πισσωμένα
βάρκα φορτώνει με την πιο φτηνή πραμάτεια.
Έχει τα χέρια από καιρό ψηλά κομμένα
κι ήθελε τόσο να σου σφάλαγε τα μάτια




Τάσος  Λειβαδίτης - Ο Άγιος Τσε
Μουσική Μ. Θεοδωράκης 

Στο κατώφλι των καιρών
γνέθουν οι μητέρες την ελπίδα
και πριν γνωρίσουν τα φιλιά
φεύγουν τα παιδιά
και γίνονται άντρες στα βουνά,
και τα κορίτσια που αγαπούν
τη Γκουέρνικα κεντούν...

Άγια είναι η λευτεριά
κι ο καημός του κόσμου σημαία πλατιά
τη σκιά χαιρετά του Τσε Γκεβάρα
είναι ο δρόμος μακρινός.
Πάμε για τη μάχη.
κι ίσως να 'σαι, μάνα
αύριο μονάχη...







Ένα τραγούδι σε μουσική του Γιάννη Ζουγανέλη και στίχους του Χρήστου Καρκαμπούλια, με τη φωνή του Βασίλη Παπακωνσταντίνου. Το τραγούδι κυκλοφόρησε σε δίσκο το 2003 και οι στίχοι του μιλάνε για την χωρίς όρια εκμετάλλευση της εικόνας, του ονόματος, και τελικά της μνήμης του Τσε.


Κατέβηκε χθες βράδυ από τον τοίχο

μου πέταξε στα μούτρα τον μπερέ
μου μίλησε σκληρά, μου είπε: “Ρε
έχω πεθάνει, είμαι καλά
άλλη αφίσα βρείτε κι άλλο μύθο”

Δεν είχε κλείσει μάτι τελευταία
του είπαν πως τον είδαν στην σχολή
στο μποξεράκι κάποιου φοιτητή
σ’ ένα φλιτζάνι, σ’ ένα tatoo
σε BMW με τραβεστί παρέα

Τσε θα πεθάνεις ξανά σ’ ένα πάρτι με φλώρους
Τσε θα πεθάνεις ξανά σ’ ένα δρόμο μ’ εμπόρους
Στην καρδιά μιας χαμένης γενιάς θα πεθάνεις ξανά
Τσε θα πεθάνεις ξανά
Τσε θα πεθάνεις ξανά σε μπαράκια ορθίων
Τσε θα πεθάνεις ξανά σε γραφεία γελοίων
Στα υπόλοιπα της αγοράς θα πεθάνεις ξανά
Τσε θα πεθάνεις ξανά









Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου