Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2019

ΠΟΛΥΞΕΝΗ ΒΑΚΙΡΛΗ-ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΥ "Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΧΟΡΟΣ ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ"


Νικόλαος Γύζης - Γιαγιά χορεύει με τα εγγόνια της


Εκείνη η στρογγυλή αυλή στο σπιτάκι της γιαγιάς μου της Ξένης, τα είχε όλα: Και τα ράντζα και το διπλό αυτοσχέδιο κρεββάτι με το σουμιέ, και το ξύλινο τραπέζι. Α! Και τον τενεκέ με το νερό και το βρυσάκι του, κρεμασμένον στη ράχη της μουριάς για τις ανάγκες της οικογένειας. Εκεί πλενόμασταν όλοι με τη σειρά το πρωί, μικροί και μεγάλοι, εκεί πλέναμε και τα πιάτα και τ' απιθώναμε, καθώς έλεγε η γιαγιά, σ'ένα ετοιμόρροπο τραπεζάκι που όλο έλεγε να πέσει κι όλο΄όρθιο στεκόταν. Εκεί όλο το καλοκαιρινό σπιτικό μαζί με τις φωνές και τις ζαβολιές των παιδιών και τα ροχαλητά του παππού που μας έκαναν και γελούσαμε τα μεσημέρια.Και στην άκρη της αυλής στεκόταν καρτερικός ο φούρνος μια τρύπα με το φουρνόκλεισμα και τα άλλα σύνεργα για να υποδέχεται το καλοζυμωμένο από τα χέρια της ψωμί ή το μεγάλο αλουμινένιο ταψί με τα γεμιστά.
Τα θυμάμαι ακόμα με λαχτάρα εκείνα τα καρβέλια και τα χέρια της που τίναζαν από πάνω τους τη στάχτη και το αράδιασμα ύστερα στην πινακωτή. Και μας τα παιδιά που περιμέναμε να κρυώσουν για να κόψουμε και να φάμε, μοσχομυριστό ψωμί με τυρί που έφτιαχνε η ίδια από γίδινο γάλα.
Όλη η ζωή και η δράση σ'εκείνη την αυλή. Και το απόγευμα ο καφές με τις γειτόνισσες που τις φώναζε ονομαστικά να κοπιάσουν. Και τα λουκούμια, τριαντάφυλλο ροζ στα πιατάκια τα γυάλινα τα στρογγυλά, που τα είχε φυλαγμένα μέσα στο μπαούλο, στο μέσα σπίτι. Ένα δωμάτιο μεγάλο όλο κι όλο, με κρεββάτια αραγμένα στη σειρά και το καντήλι να καίει στη μνήμη όσων είχαν φύγει ψηλά στα εικονίσματα. Και δίπλα ένα μακρόστενο χωλ που τρώγαμε εκεί, σαν έπιανε βροχή και που με ένα παραπόρτι σ' έβγαζε έξω στον κήπο, στο περβόλι.

Από εκείνη την αυλή, έβλεπε κανείς όλη την κίνηση του χωριού. Ποιος κατέβαινε στην αγορά το απόγευμα, τι φορούσε η τάδε, πού το είχε ράψει το φόρεμα. Γιατί και οι μοδίστρες οι δυο ανέβαιναν κι αυτές για το παραθέρισμα κι έραβαν τις γυναίκες, έχοντας κουβαλήσει όλα τα σύνεργα της ραπτικής. Και σ' εκείνη την πλατεία της αγοράς τα πλατάνια κρατούσανε τόση δροσιά για όσους κατέφευγαν στην αγκαλιά τους. Και τα δυο καφενεδάκια με τα φώτα τους από τις λάμπες σαν φαναράκια φάνταζαν στον επισκέπτη που τα έβλεπε από ψηλά. Και γύρω γύρω τα τρεχαλητά των παιδιών που ξεσήκωναν με τις φωνές τους και προκαλούσαν τις μαγκούρες των ιδιότροπων.
Εκεί μαζεύονταν οι πανηγυριώτες του Αη Λια και της Παναγίας το Δεκαπενταύγουστο για να γιορτάσουν και να χορέψουν μέχρι το ξημέρωμα! Και τι μαγεία είχε ο ήχος του κλαρίνου που ξεσήκωνε μικρούς και μεγάλους στο χορό. Τραγούδια κατά παραγγελία και κατά οικογένεια που τα ανήγγελλε ο τραγουδιστής από μικροφώνου και αδρά τα πλήρωνε ο αρχηγός της οικογένειας με καμάρι για τα μέλη που έσερναν το χορό. Και είχε ο καθένας το τραγούδι του και ανάλογα με το ποσό που κατέβαλε χαιρόταν ο κλαριτζής και τα δάχτυλα έδειχναν όλη τη δεξιοτεχνία τους. Ταυτόχρονα τα μεζεδάκια πηγαινοέρχονταν και η οινοποσία καλά κρατούσε.

Μια τέτοια μέρα, γιορτινή, Δεκαπενταύγουστος ήτανε, περίμενε και η γιαγιά μου η Ξένη τον ξενιτεμένο γιο της, το θείο μου για να τον δει μετά από είκοσι και βάλε, χρόνια.Θα γνώριζε τη γυναίκα του και τα δυο του κορίτσια, τη νύφη και τα εγγόνια της που ζήτημα ήτανε αν τα είχε δει από φωτογραφίες.Περίμενε κι ετοίμαζε η κυρα Ξένη. Άσπριζε με ασβέστη τα γύρω γύρω, έπλενε τα πιατικά που είχε στο μπαούλο και λογάριαζε τι θα μαγειρέψει για τον ερχομό της οικογένειας. Μέρες πριν παρήγγειλε το αρνί, οι πατάτες περίμεναν στο σακί και τα ζαρζαβατικά στο περβόλι της γίνονταν κατ' εντολήν της πιο νόστιμα.Στις προετοιμασίες βοηθούσαν όλοι , μικροί και μεγάλοι. Ακόμα θυμάμαι τη χαμογελαστή θεία μου, την άλλη νύφη,που σιδέρωνε με το σίδερο με τα κάρβουνα, το άσπρο τραπεζομάντηλο. Αλλά και την ακούραστη της οικογένειας, την πρώτη κόρη της γιαγιάς, τη φημισμένη για τη δεξιοσύνη της στα γλυκίσματα, να καταφτάνει με ένα μεγάλο ταψί σιροπιαστό γλυκό, χαλβά στο σπίτι της γιαγιάς. Κι άλλες νοστιμιές ετοίμαζε εκείνη η θεία μου η άξια, κι όλο εκείνη φώναζε η γιαγιά για βοήθεια: Μαριγώ, ε Μαριγώ! Και τρέχαμε εμείς τα παιδιά να τη φωνάξουμε στην άλλη γειτονιά και να φέρουμε και νερό απ' τη βρύση που ήτανε κοντά. Αχ! αυτό το νερό της Βαλιμής, πιο δροσερό δεν έχω ξαναπιεί ούτε θα ξαναπιώ νομίζω.

Την ξέραμε την ώρα περίπου που θα ερχόταν το ταξί και θα τους έφερνε και περιμέναμε με αγωνία.
Η γιαγιά πηγαινοερχόταν με σχετική νευρικότητα και με ένα κόμπο στο λαιμό που όσο πλησίαζε η ώρα, τόσο μεγάλωνε. Καλά που είχε και το ψητό στο νου της και το πρόσεχε για να αντιμετωπίζει κάπως την αδημονία της. Κόντευε να μεσημεριάσει και ήμασταν όλοι παρατεταγμένοι στην αυλή για να τους υποδεχτούμε . Λίγη ώρα έμενε ακόμη και η καρδιά της γιαγιάς πήγαινε να σπάσει.Φαινόταν να χορεύει ρυθμικά κάτω απ΄ το λουλουδωτό φουστάνι της, το φρεσκοραμμένο κα τα μάτια της τα γαλάζια γίνονταν ουρανός ολοκάθαρος για να δουν τους αγαπημένους.
Έρχεται,έρχεται το ταξί, φωνάξαμε εμείς τα παιδιά μόλις το είδαμε να ξεπροβάλει απ' τη γωνία της αυλής και τρέξαμε όλα προς τα εκεί. Στεκόταν η γιαγιά βουρκωμένη με την αγκαλιά της ανοιχτή σαν χελιδόνα που περιμένει να κλείσει μέσα τα μωρά της.- Γιε μου, Ντίνο μου, άντρας έγινες και τον αγκάλιασε σφιχτά για να μην της ξαναφύγει! -Μάνα, μάνα μου, είπε εκείνος και της χάιδευε τα ρυτιδιασμένα χέρια με λατρεία. Ο παππούς στεκόταν δίπλα και περίμενε τη σειρά του για να τους αγκαλιάσει. -Η γυναίκα μου, η Έφη, η νύφη σας,. είπε με χαρά και οι εγγονές σας. -Να σας χαιρόμαστε όλους, απάντησαν οι γονείς, καλως όρισες κόρη μου, καλώς ορίσατε κορίτσια και οι αγκαλιές μεγάλωναν και τα δάκρυα λυτρωτικά πότιζαν τα αναψοκοκκινισμένα μάγουλα.

Κι ύστερα στήθηκε το τραπέζι. Άσπρο, λινό τραπεζομάντηλο και τα πιατικά ν' αστράφτουν φρεσκοπλυμένα. Τα ψητά και οι πίτες κατέφταναν αραδιασμένα στις πιατέλες και οι ντοματοσαλάτες μοσχοβολούσαν εκείνη τη γνώριμη μυρωδιά της ντοματιάς του χωριού.Το κρασί, ο ροδίτης έρρεε άφθονο και το βαρέλι πρόθυμο να τέρψει τους ουρανίσκους των μεγάλων.
Στην κεφαλή του τραπεζιού ο παππούς με τα γκρίζα σπαστά μαλλιά του είχε πιάσει πρώτος θέση και όλο κάτι ψαχούλευε στη δεξιά του τσέπη. Εκεί το είχε βάλει η γιαγιά το κουτάκι με τα χρυσαφικά που είχε αγοράσει για την περίσταση. Έτσι μετά τα καλωσορίσματα και την πρόποση, το έβγαλε δειλά δειλά από την τσέπη και το απίθωσε στο τραπέζι. Ύστερα με χέρια που έτρεμαν πήρε το δαχτυλίδι και το χρυσό σταυρό και τα φόρεσε στη νύφη του. -Τόσα χρόνια μετά, είπε και δάκρυσε. Να ζήσετε παιδί μου και την αγκάλιασε ξανά. - Σας ευχαριστούμε πατέρα, είπε εκείνη χαμογελώντας γλυκά και του φίλησε το χέρι . Τέτοιες ήταν οι συνήθειες, όμορφες που συντηρούσαν την αγάπη και το σεβασμό καθώς και την αλληλοαναγνώριση νύφης και πεθερικών.
Σαν τελειώσαμε το φαγητό, μας φώναξε όλους μέσα στο σαλονάκι ο θείος για να μας δώσει τα δώρα. Τα είχε κλεισμένα σε μια μεγάλη βαλίτσα, σε φακέλλους μέσα με τα ονόματά μας. Πρώτα πρώτα στη γιαγιά, τη μάνα του, ένα ωραίο κομμάτι ύφασμα ,μεταξωτό σε μπλε χρώμα σαν τα μάτια της, για να φτιάξει ένα φόρεμα. -Για σένα μάνα, είπε και το έβαλε επάνω της. -Τι ωραίο! Είπανε όλες οι θείες κι η μάνα μου κι η γιαγιά μου καμάρωνε πριν το ράψει ακόμα. Ύστερα ακολούθησαν κι άλλα υφάσματα, χρωματιστά που τα δώρισε στις θείες και τη μάνα μου. Και στον παππού ένα πουκάμισο άσπρο με ασημένια μανικετόκουμπα για να το φοράει στις γιορτές και να τον θυμάται.
Και σε μας τα παιδιά διάφορα παιχνίδια, μπρελόκ και καγκουράκια μικρά που είναι το σήμα κατατεθέν της μακρινής δεύτερης πατρίδας τους. Τα κοιτάζαμε όλα με απορία και μαλώναμε για τη μοιρασιά όλο το μεσημέρι στην αυλή κάτω απ' τη μουριά.

Το απόγευμα, σαν κοιμήθηκαν όλοι και ξεκουράστηκαν, κάθησαν πάλι γύρω απ' το τραπέζι για καφεδάκι. Οι πίτες και τα γλυκά έκαναν πάλι την εμφάνιση τους και οι κουβέντες ζωήρευαν ολοένα και περισσότερο.Έβλεπαν και οι γείτονες το πανηγύρι της αυλής και κατέφθαναν να καλωσορίσουν τους νιόφερτους. Έτσι γέμισαν οι καρέκλες και τα ντιβάνια της αυλής με αγκαλιές και γέλια χαράς και συγκίνησης. Συχνά ακουγόταν η φωνή της γιαγιάς:- Ξένη, Πόλα τρεξτε για νερό στη βρύση, κρύο να είναι , άντε γρήγορα, πάρτε τις στάμνες! Και μεις με χαρά και προθυμία τρέχοντας, φτάναμε στη στιγμή και στη στιγμή γυρίζαμε πάλι με γεμάτες τις στάμνες.

Μιλούσε ακατάπαυστα η γιαγιά κι έλεγε τα νέα και τα παλιότερα στο γιο της και τη νύφη της λες και δεν θα είχε άλλες ευκαιρίες.. Λες και ο χρόνος συμπυκνώθηκε σε κείνο το γιορτινό απόγευμα. Και όλοι την άκουγαν με προσοχή κι ευχαρίστηση. ¨Εμοιαζε με ηφαίστειο που ήθελε να εκτονωθεί από τη λάβα που έκρυβε στα σπλάχνα του κι όλο τα γαλανά της μάτια βούρκωναν κι όλο τα δουλεμένα χέρια της άπλωνε να τους αγκαλιάσει. Κάποια στιγμή έδωσε το λόγο στο θείο μου για να πει κι εκείνος τις ιστορίες της ξενιτιάς και να ημερέψει η ψυχή του. Κι άρχισε να λέει αργά αργά για το πώς κύλησε η ζωή είκοσι χρόνια: Δουλειά σπίτι, σπίτι δουλειά κι ύστερα ο γάμος και τα κορίτσια.Σκληρή η ζωή, εξαντλητικό το ωράριο, διάφορες οι εργασίες. Χιλιάδες πιάτα πέρασαν από τα χέρια του σε μαγαζιά Ελλήνων κυρίως, μέχρι να φτιάξει τη δική του δουλειά. Κι όταν έγινε αφεντικό ποτέ δεν ξεχνούσε από πού ξεκίνησε, πάντα με καλοσύνη και φιλότιμο φερόταν στους υπαλλήλους του και καλοπληρωτής ήτανε. Μιλούσε για τους ξενιτεμένους συγχωριανούς του και έδινε πληροφορίες στους συγγενείς τους που έφταναν στην αυλή για να ρωτήσουν. Και κάθε τόσο έμπαινε στο σαλονάκι, άνοιγε τη βαλίτσα κι έδινε το δώρο στη μάνα τους , στον πατέρα τους, στα αδέλφια. Με πόση συγκίνηση κρατούσαν εκείνοι αυτά τα δώρα κι ας ήταν μικρής αξίας; ένα μαντήλι, ένα κομμάτι ύφασμα, ένα πουκάμισο.Ήσαν κομμάτια των ξενιτεμένων τους που τα άγγιζαν με καημό και λαχτάρα λες κι άγγιζαν το κορμί τους. - Πες μας Ντίνο για τον Ηλία μας, τί λέει, πότε θα έρθει; ρωτούσε η κυρα Σταμάτω και τα μάτια της γέμιζαν δάκρυα. Ρίζωνε ο καημός στα στήθη της και ποτιζόταν με την γλυκειά προσμονή του ξενιτεμένου γιου της.

Έτσι κύλησε εκείνο το απόγευμα μέχρι που άρχισε να σουρουπώνει.Η πλατεία ντύθηκε με τα στρωμένα σε άσπρο τραπεζάκια και ο γερο πλάτανος καμάρωνε ορθός στο κέντρο αγκαλιάζοντας με τα μπράτσα του τους πανηγυργιώτες. Πήγε κι ο παππούς να πιάσει από νωρίς τραπέζι, μπροστά στα όργανα όπως του παρήγγειλε η γιαγιά μου. Ντυμένος με τα γιορτινά του έλαμπε από χαρά που θα είχε ένα μεγάλο μέρος της φαμίλιας δίπλα του. Κι όταν έπεσε το σκοτάδι , κατηφορίσαμε όλοι, μικροί και μεγάλοι προς την πλατεία και καθήσαμε γύρω γύρω απ' το τραπέζι που είχε πιάσει ο παππούς.Σε λίγο κατέφθασαν τα ψητά και η γίδα η βραστή που ήταν η σπεσιαλιτέ του καταστήματος. Το κρασί ντόπιο και τα αναψυκτικά για μας τα παιδιά συμπλήρωναν το τραπέζι.
Ευχές ακούγονταν πάλι και τσουγκρίσματα ποτηριών για το καλωσόρισμα των ξενιτεμένων.

Στο μεταξύ, οι οργανοπαίχτες ετοιμάζονταν και κάποιος έγραφε τη λίστα των οικογενειών που θα χόρευαν με τη σειρά, όπως είπαμε. Έφτασε και η σειρά της οικογένειας του παππού να σύρει το χορό ενώ το γλέντι καλά κρατούσε. Σηκώθηκε όλη η οικογένεια, πιάστηκαν στο χορό πρώτα οι μεγάλοι και στο τέλος εμείς τα παιδιά μπερδευόμασταν κυριολεκτικά μέσα στα πόδια τους καθώς προσπαθούσαμε να μάθουμε τα βήματα του χορού. Και ήταν δυο οι κυρίαρχοι χοροί: ο συρτός Καλαματιανός και ο τσάμικος. Ο πρώτος ή η πρώτη του χορού παρήγγελνε το τραγούδι που επιθυμούσε ενώ μέλη της οικογένειας “ κόλλαγαν” στα όργανα, συνήθως στην τραγουδίστρια, χαρτονομίσματα, ανάλογα με τον ενθουσιασμό και με τις αντοχές της τσέπης.

Παρήγγειλε και η γιαγιά μου την ΙΤΙΑ, τσάμικο και την κρατούσε στο χορό με το άσπρο του μαντήλι ο θείος μου, ο ξενιτεμένος γιος της αφού πρώτα έδωσε αδρή αμοιβή στα όργανα. Κελαηδούσε το κλαρίνο και η φωνή της τραγουδίστριας μελωδική ρύθμιζε τα βήματα με το τραγούδι;Ιτιά ιτιά λουλουδιασμένη, σ' όλο τον κόσμο ξακουσμένη! Η γιαγιά μου χόρευε με όση όρεξη και δεξιοτεχνία διέθετε και έκανε όμορφες φιγούρες που όλους μας ενθουσίασαν. - Γεια σου μάνα, λεβέντισσα, να ζήσεις! Ακούστηκε η φωνή του θείου που δεν μπορούσε να κρατήσει τα δάκρυά του και την έκλεισε μέσα στην αγκαλιά του.Σπίθιζαν από χαρά τα μάτια της γιαγιάς μου και ΄ενιωθε την καρδιά της πάλι να χτυπάει δυνατά και τα πόδια της να τρέμουν ενώ τη χειροκροτούσαμε όλοι με ενθουσιασμό.

Αυτή ήτανε και η τελευταία φορά που χόρεψε η γιαγιά. Ακολούθησαν συμφορές στο σπίτι, πέθανε η πρώτη νύφη της, μια γλυκύτατη θεία που ακόμα θυμάμαι τα μεγάλα καλοσυνάτα μαύρα μάτια της και το γέλιο της σα γάργαρο νερό έμοιαζε.Τότε τα ανέλαβε όλα εκείνη στις ήδη γερασμένες πλάτες της , προσπαθώντας να μη λείψει τίποτα στα παιδιά ούτε στο γιο της. Τη θυμάμαι να πηγαινοέρχεται ακούραστη και να μαγειρεύει μέχρι το θάνατό της σχεδόν τόσο νόστιμα!
Ένα μήνα κράτησε η παραμονή των ξενιτεμένων στο χωριό κι ύστερα ήρθε η ώρα του αποχωρισμού. Σκληρή ώρα, άκαρδη, αλύγιστη στο βλέμμα της μάνας που ικέτευε να μη φύγουν. Αλλά εκείνοι είχαν χαράξει τη δική τους ζωή, είχανε βρει και δεύτερη πατρίδα και ο νους τους και η μοίρα τους ήταν εκεί, στη μακρινή χώρα του νότιου ημισφαίριου. Αγκάλιασε η γιαγιά το γιο της με λυγμούς και νέο καρδιοχτύπι, τη νύφη και τα εγγόνια της. Συννέφιασαν τα μάτια της και πήραν το βαθύ μπλε του ουρανού, το σκοτεινό, καθώς όταν ακολουθεί νεροποντή.
-Να μη μας ξεχάσετε παιδιά μου, να μας γράφετε τακτικά, να μαθαίνουμε τα νέα σας και την προκοπή σας. Α! Και καμμιά φωτογραφία για να βλέπουμε τα κορίτσια να μεγαλώνουν!

Και δεν τους ξεχνούσαν. Κάθε τόσο ο ταχυδρόμος τους έφερνε το γράμμα με τη γραφή, τη φωτογραφία και τα δολλάρια για να πάρουν ό,τι θέλουν.Μέχρι που σκέπασε το χώμα και τους δυο, πρώτα τον παππού και ύστερα τη γιαγιά για να τους λυτρώσει από τα βάσανα της ζωής. Τους έκλαψαν στη μακρινή χώρα ο θείος μου και τ' αδέρφια του, τους έκαναν μνημόσυνα με όλα τα πρεπούμενα με τους συγγενείς και φίλους τους.Έμεινε όμως στην ψυχή τους ένα βαθύ παράπονο που έθρεψε η ξενιτιά εκείνα τα χρόνια: Δεν έδωσαν στους νεκρούς γονείς τους “ τον τελευταίον ασπασμόν” ούτε τους ξεπροβόδισαν στο τελευταίο τους ταξίδι. Κι έμεινε να πλανιέται στον αέρα η τελευταία υπόσχεση του θείου:- Θα ξανάρθω μάνα μου!

ΤΕΛΟΣ
Πόλα






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου