Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2020

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΧΟΡΝ "ΤΟ ΦΙΝΤΑΝΑΚΙ" - ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΕΡΓΟ

Το «Φιντανάκι» του Παντελή Χορν είναι δραματικό έργο της αθηναϊκής γειτονιάς του μεσοπολέμου και γράφτηκε το 1921. Το θέμα είναι εμπνευσμένο από τα γεγονότα της εν λόγω εποχής. Οι οικονομικές όσο και οι κοινωνικές συνθήκες που επικρατούσαν, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά σε όλη την Ευρώπη, (για παράδειγμα ο 1ος παγκόσμιος πόλεμος, η εκβιομηχάνιση), επηρέαζαν ουσιαστικά και ριζικά -εκτός των άλλων- τα πολιτιστικά δρώμενα. Η Ελλάδα, επίσης, βίωσε τον εθνικό διχασμό μετά τη μικρασιατική καταστροφή, όπως και την απογοήτευση για τον μεγαλοϊδεατισμό και τις εδαφικές της διεκδικήσεις. Παράλληλα, η αστάθεια σε όλα τα επίπεδα της ζωής, αποτέλεσε αιτία για οικονομικό μαρασμό, όπως και για μια σειρά αδιέξοδων πολιτικών επιλογών. Το αποτέλεσμα ήταν να αναδυθούν σημαντικά εσωτερικά προβλήματα, που κατέληξαν σε δικτατορίες αλλά και εμφύλιο σπαραγμό

Η υπόθεση του έργου

Σε μια πλακιώτικη αυλή λίγο καιρό πριν από την Μικρασιατική καταστροφή, η Τούλα, (το νεαρό φιντανάκι), φτωχή μοδίστρα, κόρη του ταχυδρόμου κυρ- Αντώνη, θα γνωρίσει τον έρωτα στο πρόσωπο του Γιάγκου, ενός νέου άνεργου μάγκα (κουτσαβάκης). Ο Γιάγκος θα προδώσει τον έρωτά της για χάρη της Εύας, που εκτός από όμορφη έχει και πολλές γνωριμίες που ίσως φανούν χρήσιμες στον Γιάγκο. Η Τούλα όμως, περιμένει το παιδί του. Μπροστά στο σκάνδαλο και με προτροπή της κυρά-Κατίνας, μιας γυναίκας ελαφρών ηθών- ο κυρ-Αντώνης θα καταχραστεί χρήματα της υπηρεσίας του και θα κινδυνέψει να οδηγηθεί στη φυλακή. Στο τέλος του έργου, ο κυρ-Αντώνης πεθαίνει, πληγωμένος βαθιά στην αξιοπρέπειά του, και η Τούλα ακολουθεί τον ηλικιωμένο αλλά εύπορο Γιαβρούση προκειμένου να φύγει από την φτώχεια.

1955 ΤΟ ΦΙΝΤΑΝΑΚΙ - Η ΤΑΝΙΑ 


Ηθογραφία

Στο Φιντανάκι, κάτω από το επίχρισμα της «αθηναϊκής ηθογραφίας», βρίσκεται η δυναμική ενός οικογενειακού και κοινωνικού δράματος, από την οποία το έργο αντλεί όλη τη διαχρονική αξία και ζωντάνια του. Ωστόσο, θα πρέπει να αναφέρουμε ότι ο όρος ηθογραφία δεν αποτελεί επί της ουσίας θεατρικό είδος ενταγμένο στην κατηγοριοποίηση της δραματουργίας, όπως η κωμωδία ή το ιστορικό δράμα, αλλά αποτελεί αναφορά στη δραματουργική θεματική παραγωγή της συγκεκριμένης εποχής.

Η απλή καθημερινή ιστορία της Τούλας και του κυρ-Αντώνη στη γραφική γειτονιά, μοιάζει να περιγράφει ένα μικρόκοσμο, συνηθισμένα περιστατικά με τύπους λαϊκούς από τη σκοπιά μιας φωτογραφικής απεικόνισης των ηθών. Μοιάζει επίσης να ρέπει προς το μελόδραμα, στοιχείο κληροδοτημένο από τον 19ο αιώνα, με τους καλούς και κακούς σε θεμελιακή αντιπαράθεση, με την ατιμασμένη κόρη και τον πικραμένο πατέρα, τη φτώχεια, την πορνεία, τον προδωμένο έρωτα. Όμως ο Π. Χορν ούτε στη φολκλορική επιφάνεια της αυλής στέκεται, ούτε την ηθικοπλαστική έκβαση του μελοδράματος υπηρετεί. Δε λειτουργεί με την επιθυμία του κοινού αισθήματος δικαίου και την ψευδαίσθηση ότι η διασαλεμένη τάξη τελικά θα αποκατασταθεί υπέρ των αθώων και τιμίων, του αδικημένου και του θύματος. Το έργο είναι βαθύτερα ρεαλιστικό στον βαθμό που, ξεκινώντας από μια κλειστή ανθρωπογεωγραφία, ξανοίγεται χωρίς προκαταλήψεις προς τα κοινωνικά προβλήματα, τις συγκρούσεις συμφερόντων και τις διαπροσωπικές αντιθέσεις, οι οποίες όχι απλώς δεν είναι εποχιακές ή πρόσκαιρες, αλλά βρίσκονται σταθερά στη βάση της αστικής κοινωνίας και ιδεολογίας.

Κεντρικό σημείο του συγκεκριμένου δράματος αποτελεί η ηθική καταρράκωση των πρωταγωνιστών, που αποτελούν θύματα του κοινωνικού και οικονομικού μαρασμού. «Δε βαριέσαι, ο μισθός τιποτένιος. Τα τυχερά πότε είναι και πότε δεν είναι … τι τα θες δεν είμαστε τυχεροί», είναι τα λόγια του κυρ- Αντώνη για την κακοτυχία που κατατρέχει τους μεροκαματιάρηδες της αυλής, λόγια που ο Χορν χρησιμοποιεί για να τονίσει την οικονομική ανέχεια που τους διακρίνει. «Τόσες χιλιάδες περνάνε από τα χέρια σου. Ποιος έχει το μέλι στα δάκτυλά του και δεν το γλύφει;». Αυτά είναι τα λόγια της Φρόσως, από την άλλη πλευρά, λόγια που αποτελούν χαρακτηριστική εικόνα, της χαμένης ηθικής, της παρακμής των αξιών, από πεινασμένους -υλικά και πνευματικά- ταλαίπωρους ανθρώπους. Ανθρώπους που έχουν παραμερίσει τις ατομικές -κάθε είδους- αναστολές, προκειμένου να ζήσουν το ελάχιστα ευτυχέστερο, πέρα από την καθημερινή αθλιότητα που τους σκοτώνει.

Δεν ωραιοποιεί ο Π. Χορν τα γεγονότα. Αντίθετα, τα παρουσιάζει με ιδιαίτερο ρεαλισμό, παρουσιάζει συναισθηματικές εξάρσεις που προβάλλουν την οδύνη με έντονο τρόπο, καθώς οι πρωταγωνιστές του αργά ή γρήγορα, θα ακολουθήσουν την άτυχη κατά τα λόγια του κυρ-Αντώνη μοίρα τους.

Χρησιμοποιεί στα έργα του τη δημοτική με χαρακτηριστικό τρόπο. Αναφέρεται με λαϊκές εκφράσεις, όπως η φράση του Γιάγκου: «Σιλάνς, μωρή» και η απάντηση της Φρόσως: «Σιλάνσης είσαι και φαίνεσαι!». Με αυτόν τον τρόπο καταφέρνει την δια του λόγου καταγραφή της πνευματικής καλλιέργειας, όπως και την προβολή της κοινωνικής και αισθητικής συμπεριφοράς της εποχής. Η γραφή του βρέθηκε, αρκετές φορές, σε αντιπαράθεση με το πνεύμα άλλων θεατρικών συγγραφέων της εποχής. Η τάση που επικρατούσε ήταν να γράφονται έργα με πιο απλά λόγια όσο και πιο ανάλαφρη θεματολογία, εστιάζοντας στην παράδοση και την αναφορά στα ελληνικά ήθη και έθιμα. Αν και λογοτέχνης με ιδιαίτερη καλλιέργεια, ο Χορν είχε επιλέξει -όπως ανέφερε και ο ίδιος- μια κατάσταση γλωσσικής ελευθερίας ή αναρχίας, χωρίς να νοιάζεται ιδιαίτερα για την κοινωνική κριτική. Διαφαίνεται ότι με τον λόγο του, τις φράσεις που χρησιμοποιούσε, επιθυμούσε την προβολή των χαρακτήρων των έργων του με αυθεντικό τρόπο, χωρίς ηθικούς φραγμούς και καλλιτεχνικές αναστολές. Η πραγματικότητα και η γνήσια καταγραφή της είναι το ζητούμενο και εκεί είχε στραμμένο προφανώς το ενδιαφέρον του ο Χορν.

Η Τούλα, το κεντρικό πρόσωπο

Είναι ιδιαίτερο το σημείο όπου ο κυρ-Αντώνης λέει στην κόρη του την Τούλα πως είναι η μοναδική του παρηγοριά. Η Τούλα, αγνή κόρη ενός φτωχού αλλά τίμιου πατέρα. Αποτελεί το πρόσωπο της αυλής που σε αντίθεση με το κουτσαβάκι τον Γιάγκο, αντιστέκεται ή εκπροσωπεί θα λέγαμε την αγνότητα, την ηθική, της πάλαι ποτέ ρομαντικής εποχής. «Έχω φυλάξει από κάτι που έραψα… Πάρε το αφού έχεις ανάγκη..» Σε αυτούς τους κόσμους που η Τούλα ζει στα όνειρά της, υφίσταται ακόμα η αγάπη, η αφιέρωση. Υπάρχει ο πρίγκιπας του παραμυθιού και το όνειρο κάθε κοπέλας της φτωχογειτονιάς, που θέλει να το ζήσει έξω από τα βρωμόνερα της αυλής και τους μίζερους καυγάδες των ανέργων ενοίκων της «πρέπει, θέλει δε θέλει η μάνα μου να με πάρεις και να φύγουμε από δω μέσα» λέει στον Γιάγκο. Είναι μια εικόνα που, αργά ή γρήγορα, θα αποδειχθεί ουτοπική. «Στην ποδιά μου θα στο προσφέρω να το ξεφλουδίσεις γιατί σε ξέρω για ασίκη», λέει η Κατίνα η παλιά πόρνη της αυλής στον Γιαβρούση, τον τύπο που επιβουλεύεται την Τούλα. Είναι χαρακτηριστικές καταστάσεις αστικού ρεαλισμού, που με απλό και σαφή τρόπο παρουσιάζουν την προκαθορισμένη πορεία των πρωταγωνιστών.

Μια ανάλογη εικόνα χρησιμοποιεί -αν και χρονικά αναφέρεται σε ελάχιστες δεκαετίες αργότερα- καθώς τα ήθη και οι προσδοκίες παραμένουν ανάλογες στις φτωχογειτονιές της Αθήνας, ο γιος του Π. Χορν, Δημήτρης Χορν στο έργο «Οδός Ονείρων». Στο ανάτυπο του έργου παρουσιάζει τη μουσική και τους στίχους του Μάνου Χατζιδάκι, ως εξής: «Αυτή η γειτονιά είναι για όλους μας ένα κλουβί, κανείς δε ζει αληθινά αυτό που θα ήθελε να ζει, γιατί το όνειρο είναι μια στιγμή και όλες οι άλλες οι στιγμές απελπισία. Μέσα σε αυτή τη γειτονιά γεννιόμαστε, ζούμε και πεθαίνουμε, μαζί με εμάς και τα όνειρά μας, μαζί με εμάς και τα παιδιά μας…».

Με την ίδια σκηνή περιγράφεται το μοιραίο φινάλε και στο «φιντανάκι», καθώς η Τούλα έχει πάρει το δρόμο της τελικά με τον Γιαβρούση: (ο κυρ Αντώνης πέφτει αποκαμωμένος σε μια καρέκλα, ακουμπάει το κεφάλι του στο τραπέζι και αφήνει την τελευταία του πνοή), οι γυναίκες ξαφνιάζονται. Με το φυσικό θάνατο του πατέρα και τον ηθικό θάνατο της Τούλας που οδηγείται στην εκπόρνευση, ολοκληρώνεται η τελευταία πράξη και η αυλαία κλείνει.

Επιδράσεις

Το ρεύμα του νατουραλισμού-ρεαλισμού, βασικό σημείο επίδρασης στους καλλιτέχνες της εποχής. Στον τομέα της λογοτεχνίας εμφανίστηκαν νέες τάσεις, με περισσότερους, εσωτερικούς μονόλογους, αλλά και έντονο κοινωνικό προβληματισμό. Υπαρξιακές αναζητήσεις, καλλιτεχνικές απαγορεύσεις και πιέσεις υπό το καθεστώς της δικτατορίας σε ορισμένες περιόδους, αλλά και η ψυχική διάθεση των δημιουργών όσο και του θεατρικού κοινού της εποχής, διαμόρφωσαν το σκηνικό για τη δημιουργία του «αστικού ρεαλισμού». Οι συγγραφείς αυτής της περιόδου προσπάθησαν να συνδυάσουν την ψυχολογία του ρομαντισμού, με τη ρεαλιστική περιγραφή της αντικειμενικής πραγματικότητας και να κάνουν μια εγκυκλοπαιδική προσέγγισή της, αναζητώντας τα βαθιά κρυμμένα ανθρώπινα συναισθήματα και τα καθημερινά δράματα. Αντιδρώντας στις εξάρσεις της ρομαντικής φαντασίας αποτύπωσαν φωτογραφικά τον κόσμο με αμερόληπτη αντικειμενικότητα και ανεπιτήδευτο ύφος. Για αυτό και άντλησαν τα θέματά τους από την καθημερινή, κοινωνική κυρίως ζωή και επέλεξαν μια απρόσωπη τεχνική γραφής. Οι ήρωες των ρεαλιστικών έργων δεν έχουν τίποτε το ηρωικό. Αντίθετα, είναι άνθρωποι συνηθισμένοι, μπλεγμένοι στα γρανάζια της καθημερινότητας, με ό,τι ασήμαντο και τραγικό εμπεριέχει, άνθρωποι κοινοί, πάνω στους οποίους για πρώτη φορά στρέφει το βλέμμα της σοβαρά η λογοτεχνία.

Οι συγκεκριμένες αρχές, καθώς και άλλα επιμέρους ζητήματα, όπως αυτά της κληρονομικότητας και της επιβίωσης του ισχυρότερου, άσκησαν σημαντική επίδραση στην ανοιχτή σε νέα λογοτεχνικά ρεύματα, όπως η «Νέα Σκηνή» του Κ. Χριστομάνου και του Π. Χορν. Ουσιαστικό ρόλο έπαιξε σε όλη αυτή την καλλιτεχνική διαμόρφωση και η μετακίνηση πληθυσμών από την επαρχία στην πόλη, οι οποίοι πέραν των υλικών αποκτημάτων και των συνηθειών, έφεραν στο άστυ το πολιτισμικό τους υπόβαθρο. Η ζωή της πόλης, είναι ένας άλλος κόσμος με βρωμιά, καταγώγια, πορνεία και φτωχογειτονιές. Οι εικόνες που αποτυπώνονται στο σκηνικό και τα πρόσωπα, μοιάζουν με αυτές που περιγράφει ο Α. Τερζάκης στην κριτική που κάνει για το «φιντανάκι»: […Η Πλάκα, η αυλή της, η κοινωνία της...Οι ήρωες του έργου είναι «τύποι». Θα μπορούσε να τους παραστήσει κανείς με μια μονάχη λέξη, σαν ετικέτα. Η μεσίτρα, ο παραλής, το τσόκαρο, ο κουτσαβάκης, ο νοικοκύρης-άνθρωπος, η «προκομμένη»...Έτσι όπως και η ηρωίδα του έργου είναι το Φιντανάκι. Πιστεύω ακράδαντα στην σημαντικότητα τέτοιων έργων, μέτριων κι αγνών, σε αντίθεση προς τα άλλα, τα διασκευασμένα επιτήδεια «εκ του γαλλικού». Στο υλικό των πρώτων βρίσκεται ασυνειδητοποίητος όλος το δυναμισμός ενός λαού παρθένου, όλο το υλικό εκείνο που θα αποτελέσει αύριο τη βάση της ηθικής του χειραφέτησης…].

Σύνοψη

Στο συγκεκριμένο θεατρικό έργο προσεγγίζονται ζητήματα της νεοαστικής ηθογραφίας του μεσοπολέμου βάσει των κοινωνικών και πολιτιστικών χαρακτηριστικών των οποίων προέκυψαν. Είναι ένα γεγονός που συμβαίνει στις περιόδους των μεγάλων πολεμικών συρράξεων και κοινωνικών αναταραχών. Στην ελληνική πραγματικότητα μιας ταραγμένης ιστορικά εποχής, η τέχνη του θεάτρου έχει να παρουσιάσει σημαντικά έργα τα οποία σφράγισαν με τον τρόπο τους την συγκεκριμένη περίοδο και έμειναν παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές των θεατρικών καλλιτεχνών. Το «Φιντανάκι» γνώρισε επίσης μεγάλη επιτυχία διασκευασμένο ως οπερέτα από τον μουσικοσυνθέτη Μίμη Κατριβάνο.


Γενικές-ιστορικές πληροφορίες:

Γράφτηκε την Ανοιξη του 1921 στην Ιταλία, όταν ο Χορν διέμενε στο Σορέντο.Ανέβηκε για πρώτη φορά από τον θίασο της Κυβέλης ,στις 17 Σεπτεμβρίου του 1921, χωρίς να συμμετέχει η ίδια. Αργότερα δημοσιεύτηκε σε επιφυλλίδα στην εφημερίδα Ελεύθερο Βήμα, και στη συνέχεια κυκλοφόρησε σαν μυθιστόρημα.

Επαναλήφθηκε στις 4 Απριλίου 1926 στο θέατρο Κοτοπούλη με τη Μαρίκα Κοτοπούλη στο ρόλο της Τούλας.

Το 1934 ανεβάστηκε από το Εθνικό θέατρο
Αφού πρώτα μεταφράστηκε στα τούρκικα, τον χειμώνα του 1938 ανέβηκε στο Δημοτικό Θέατρο της Κωνσταντινούπολης.
Το 1947 γίνεται οπερέτα σε ελεύθερη διασκευή* ,ενώ το 1955 γυρίζεται σε κινηματογραφική ταινία**,
Με το έργο αυτό,που αποτελεί σταθμό στη συγγραφική του καριέρα,ο Χορν καταξιώνεται σαν θεατρικός συγγραφέας.
Κεντρικό πυρήνα του έργου,αποτελεί ο εξαναγκαστικός –από τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες-ηθικός ξεπεσμός του ατόμου ,όταν οι ανθρώπινες αξίες καταρρέουν και γίνονται εμπορεύσιμο είδος.

* διασκευάστηκε από τους Σ,Πέτρα και Κ.Κιούση, με μουσική Μ.Κατριβάνου.

**σε σκηνοθεσία Ιάσονα Νόβακ, με τους Ορέστη Μακρή,Γκέλυ Μαυροπούλου, Χρήστο Τσαγανέα κ.ά.

*** "...ο κ.Παντελής Χορν είχεν ομολογουμένως μιαν πρώτης τάξεως ιδέαν,έμπνευσιν πραγματικού δημιουργού, να προσελκυσθή από την αυλήν.Τόσοι και τόσοι θεατρικοί συγγραφείς την ηγνόησαν.Κανένα δεν ετράβηξε εως τώρα,αν δεν μας απατά η μνήμη,η χοάνη αυτή της ελληνικής ζωής..[..]..Οποία χλωρις χαρακτήρων ανάμεσα στις γλάστρες των βασιλικών…[..]..Ο καθένας είναι και ένας ιδιαίτερος μικρόκοσμος.Γνωρίζομεν τη βιογραφία τους.Τους συναντώμεν εις τον δρόμον κινούμενους,χειρονομούντας.Είναι άνθρωποι ζωντανοί,όπως τα πλέον επεισοδιακά πρόσωπα των έργων του Ιψεν.»

Κ.Οικονομίδης Εφ.Εστία 6-4-1926

Το 1995-96 ανεβαίνει στο Θέατρο Βεάκη σε σκηνοθεσία Σταμάτη Φασουλή.

Το Φιντανάκι(ραδιοφωνικό θέατρο)

Απόσπασμα

ΠΡΑΞΙΣ ΠΡΩΤΗ

Η σκηνή παριστάνει αθηναϊκή αυλή. Δεξιά, τελευταίο πλάνο, η μεγάλη πόρτα της εισόδου, και άμα είναι ανοιχτή, στο φόντο φαίνεται η πόρτα της αντικρινής ταβέρνας και κανένα τραπεζάκι. Στο βάθος το διαμέρισμα της κυρα-Κατίνας· μια πόρτα και παράθυρο προς την αυλή. Στο βάθος, δεξιά απ' την πόρτα, η σκάλα που πάει στο πρώτο πάτωμα, εκεί που είναι το διαμέρισμα της Εύας. Φαίνεται στο ύψος του πρώτου πατώματος η πόρτα, το παράθυρο και το μπαλκόνι-χαγιάτι, σαν συνέχεια της σκάλας. Αριστερά, στο πρώτο πλάνο, το διαμέρισμα του κυρ Αντώνη· μια πόρτα και παράθυρο στην αυλή. Αριστερά, στο βάθος, ένα πέρασμα σαν συνέχεια της αυλής, όπου φαίνονται διάφορα ρούχα απλωμένα σε σχοινί. Κάτω από το διαμέρισμα της Εύας, στο βάθος, διάφορες πόρτες και παράθυρα άλλων διαμερισμάτων, αριστερά. Η πόρτα του πλυσταριού και πηγάδι με μαγγάνι δεξιά· μπροστά στο πλυσταριό, απάνω σε κάσες, μια σκάφη με ρούχα μέσα. Μπρος στην πόρτα μουριά, διάφορες γλάστρες μπροστά από τα σπίτια στα παράθυρα, στο χαγιάτι και ψηλά στο πεζούλι της μάντρας, απάνω απ' την πόρτα. Καρέκλες μπρος από τα σπίτια, και τραπεζάκια.

[…]

Κατίνα: Καλώς τον κυρ Αντώνη. Πώς τα πάμε;

Αντώνης: Ας τα λέμε καλά. (Προς τα μέσα.) Περιμένω έξω τον καφέ και το γλυκό.

Τούλα, από μέσα: Έφτασα.

Κατίνα: Ζέστη σήμερα.

Αντώνης: Καμίνι. Και πού δεν έχω να πάω. (Χτυπάει τη σάκα του [του ταχυδρόμου] με χειρονομία ανάλογη.) Να, επιταγές έχω να πληρώσω. Είκοσι μονάχα από την Αμερική.

Κατίνα: Δεν χάθηκε ο κόσμος. Πας και αύριο το πρωί με το δροσό.

Αντώνης: Α! μπα μπα! Να ξεμπερδέψω μια ώρα αρχύτερα! Έγειρα λίγο να ησυχάσω, μα πού να κλείσω μάτι… Κάτι μ' έκαιγε μέσα.

Κατίνα: Η ζέστη βλέπεις. (Η Τούλα μπαίνει με το δίσκο.)

Αντώνης: Ποια ζέστη; Όσο νιώθω πως κρατάω ξένα λεπτά απάνω μου. (Παίρνει γλυκό, πίνει νερό.) Αχ! Κι έπειτα, με περιμένουν όλοι σαν Θεό που λες, κυρα-Κατίνα. (Χτυπάει τη σάκα.) Εδώ είν' οι νόμοι και οι προφήται. (Βγαίνει η Φρόσω κι αρχίζει να πλένει.) Ποιος ξέρει πόσοι θα μείνουν απόψε χωρίς ψωμί, αν εγώ το ρίξω βαριά… Ο πατέρας, ο άντρας, ο αδελφός εκεί κάτω στη ξενιτιά εφρόντισε, ίσως στερήθηκε, για να στείλει. Κι εγώ ν' αμελήσω… Θα ήθελα να κάνουν το ίδιο και στην Τούλα μου;

(Η Τούλα μπαίνει μέσα και ξαναβγαίνει με τη μηχανή του ραψίματος. Τα 'βαλε σε μια καρέκλα κι έπειτα κάθεται σ' ένα σκαμνί και ράβει.)

Κατίνα: Τουλάχιστον ικανοποιείσαι καλά;

Αντώνης: Δε βαριέσαι, ο μισθός τιποτένιος. Τα τυχερά πότε είναι, πότε δεν είναι. Αν ικανοποιόμουνα, θ' άφηνα τη γυναίκα μου και την κόρη μου να δουλεύουν; Τι τα θες, δεν είμαστε τυχεροί. Προχτές ακόμα ο Κωστής ο Πικραμένος άνοιξε μαγαζί στην οδό Ευαγγελιστρίας. Τον είχα τσεράκι στο δικό μου μαγαζί. (Στη Φρόσω.) Τον θυμάσαι;

Φρόσω: Τι βγαίνει, αν εγώ τον θυμάμαι; Εσύ να θυμηθείς τις προκοπές σου. (Στην Κατίνα.) Ντρεπότανε του λόγου του να ζητήσει τα βερεσέδια, κι έτσι μια μέρα βγάλανε το μαγαζί στο σφυρί. Και τώρα τα ίδια. Τόσες χιλιάδες περνάνε από τα χέρια του. Ποιος έχει το μέλι στα δάχτυλα και δεν το γλείφει;

Αντώνης, με αγανάκτηση: Μα γυναίκα αυτά είναι μετρημένα χρήματα. Και να 'θελα, πώς μπορούσα;

Φρόσω: Άλλοι όμως, πώς τα καταφέρνουνε;

Αντώνης: Μα πώς είναι δυνατόν;

Φρόσω: Αμ βέβαια, τι κατάφερες εσύ, στη ζωή σου;

Αντώνης: Εγώ; Έχεις και παράπονα κιόλας που γέρος άνθρωπος γυρίζω μες στους ήλιους; Άρρωστος με σακατεμένη καρδιά.

Φρόσω: Ποιος σου φταίει; Από το κεφάλι σου!..

Τούλα: Κουράζεται τόσο πολύ ο πατέρας για μας.

Αντώνης: Έλα δω! Έλα δω, παιδί μου, εσύ, μονάχη μου παρηγοριά.

Φρόσω, στην κόρη της: Και τι με κόφτει εμένα. Εγώ την πέρασα τη ζωή μου. Εσύ, που θα μείνεις στο ράφι να ιδούμε.

Αντώνης, αφήνει την κόρη του και σηκώνεται: Μια στιγμή ησυχία δεν μ' αφήνεις. Μα πώς; Είκοσι χρόνια τώρα δεν μπορέσαμε να συνεννοηθούμε και θα συνεννοηθούμε σήμερα;

Φρόσω: Πώς να συνεννοηθεί κανείς μ' έναν άνθρωπο σαν κι εσένα, που πήρε αποκοπή την τιμιότη;

Αντώνης: Τώρα το 'πες καλά. Βέβαια, εσύ, δεν ήσουνα συνηθισμένη σ' αυτό το φρούτο… νόμισα πως θα σ' αλλάξω, μα γελάστηκα.

Φρόσω: Αν δεν σ' άρεσα μπορούσες να μη μ' έπαιρνες! Μα βλέπεις, στάθηκα άτυχη να μπλέξω μ' εσένα.

Αντώνης: Στάθηκες εσύ… Εσύ, άτυχη! Καλύτερα να σωπάσουμε· ίσαμ' εδώ.

Φρόσω: Όχι… να μιλήσεις… Τι έχεις να πεις;

Αντώνης: Τίποτα! Τίποτα!

Φρόσω: Δε σε συμφέρει βλέπεις.

Αντώνης: Ίσως είναι κι έτσι… Δε με συμφέρει… Σήμερα πια, βέβαια, δεν με συμφέρει. Ένα μόνο ξέρω, πως σαν κλείσω τα μάτια μου θ' αφήσω στο κορίτσι μου ένα τίμιο και καλό όνομα.

Φρόσω: Καλύτερα να της άφηνες μερικές χιλιαδούλες.

Αντώνης, στην πόρτα: Ω! δεν ξέρεις κι άλλο τίποτα· ο νους σου όλο στο χρήμα.

Φρόσω: Βέβαια, άμα τα βρίσκεις σκούρα, το σκας.

Αντώνης: Καλύτερα να 'φευγα για πάντα, βαρέθηκα. Βαρέθηκα πια. (Χάνεται απ' την εξώπορτα.)

https://www.greek-language.gr/



Το περίφημο σκηνικό μιας Πλακιώτικης αυλής στο Εθνικό Θέατρο, όπου ανέβηκε το «Φιντανάκι» το 1934.


Το Φιντανάκι του Παντελή Χορν και η αθηναϊκή αυλή

Σφράγισε την εποχή πριν από τη Μικρασιατική καταστροφή

Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς

Το περίφημο «Φιντανάκι», η δραματική ηθογραφία του Παντελή Χορν που παίχτηκε στο θέατρο Κυβέλης για πρώτη φορά τον Σεπτέμβριο 1921 για να κατακτήσει στη συνέχεια τις στήλες των εφημερίδων, το αναγνωστικό κοινό και τον κινηματογράφο, είναι από τα έργα τα οποία πολλά έχουν να προσφέρουν στον αναγνώστη ή τον θεατή τους. Σφράγισε οριστικά μια εποχή, αφού γράφτηκε και ανέβηκε το 1921 και δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το επόμενο έτος, λίγους μήνες πριν από τη Μικρασιατική καταστροφή. Οι εικόνες, τα επεισόδια, οι γραφικές και οι σοβαρές πλευρές της ζωής μέσα στην αυλή, υπήρξαν τουλάχιστον μέρος των πληροφοριών που τροφοδότησαν την πένα του Π. Χορν. Γι’ αυτό και οι ειδικοί συνεχίζουν να γράφουν πραγματείες ολόκληρες για την κληρονομία που άφησε πίσω της αυτή η ηθογραφία.

Η φτωχή μοδιστρούλα Τούλα, το φιντανάκι, κόρη του ταχυδρόμου κυρ Αντώνη ερωτεύεται τον τυχοδιώκτη Γιάγκο, ο οποίος την προδίδει για χάρη της προκλητικής Εύας που του προσφέρει τα κάλλη της αλλά και ευκαιρίες ζωής. Η κυρά Κατίνα, κεντρικό πρόσωπο του έργου, γνωρίζει φτωχές κοπέλες σε πλούσιους. Εκείνη θα… σπρώξει την Τούλα να προδώσει τις αξίες της. Έτσι, χανόταν η παράδοση που ήθελε χαμηλοβλεπούσα την «κόρη». Κατά πόδας έπαιρνε τον δρόμο χωρίς επιστροφή και ο ρομαντισμός. Τη θέση τους καταλάμβαναν η ορμή του αυτοκινήτου, η μεταξωτή κάλτσα και τα «ντάνσινγκ». Η αθηναϊκή αυλή ψυχορραγούσε και έμπαινε στην τελευταία, ίσως την πλέον δύσκολη, φάση της. Θεωρήθηκε, δικαιολογημένα, έργο-τομή που αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για τον ελληνικό κινηματογράφο και συνέβαλε στην επιτυχία του.

Ήταν τόση η επιρροή που άσκησε το «Φιντανάκι» στην ελληνική κοινωνία και η επιτυχία του, ώστε το 1933 ανέβηκε στο Εθνικό Θέατρο, αποσπώντας θερμές κριτικές, αλλά η αθηναϊκή αυλή παρουσιάζεται πλέον με την αίσθηση του κλειστού σαλονιού. Το 1944 ο σκηνοθέτης Κώστας Μιχαηλίδης ανέβασε το έργο στη Θεσσαλονίκη, δίνοντάς του «ρεαλιστικό τοπικό χρώμα» και μεταφέροντας την αθηναϊκή Πλάκα στον Βαρδάρη της Θεσσαλονίκης. Οπότε η σκηνή απέκτησε ως φόντο αντί την Ακρόπολη, το Επταπύργιο και η Πλάκα των Αθηνών αντικαταστάθηκε από τον Πολύγυρο Χαλκιδικής! Ο Τύπος κατέκρινε την προσπάθεια, ενώ στη μετάθεση του τόπου στον οποίο υπόκειται το έργο αντέδρασε γραπτά η χήρα του Παντελή Χορν, η Ευτέρπη Χορν. Το έργο, όπως το γνώρισαν οι νεότεροι, απέχει τόσο από την πρώτη μορφή που παρουσιάστηκε στο θέατρο το 1921, αλλά και από την ολοκλήρωσή του ως «Αθηναϊκή Ηθογραφία» που δημοσιεύθηκε σε σειρές στον Τύπο το 1922 για να πάρει τη μορφή αυτόνομης έκδοσης έναν χρόνο αργότερα (1923). Το «Φιντανάκι» γεννιέται και καθιερώνεται στο όριο δύο μεγάλων εποχών∙ είναι κι αυτή η συγκυρία ένα από τα πρόσθετα στοιχεία που το κατέστησε έργο αναφοράς για την ιστορία της αθηναϊκής αυλής.

Τα τοπόσημα του έργου άλλαξαν ή αλλοιώθηκαν και άλλα χάθηκαν με το πέρασμα του χρόνου, τις διάφορες εκδοχές και τις παραλλαγές του. Πέρα από τη γειτονιά της Πλάκας και την αυλή της κυρά Κατίγκως, ο περίγυρος –απαραίτητο συμπλήρωμα για την παρουσίαση της καθημερινής ζωής– άλλαξε απότομα. Ο Ασύρματος του Θησείου ξεχάστηκε, στη θέση της γραφικής Αγίας Μαρίνας υψώθηκε περικαλλής Ναός –οπότε στη σκηνοθεσία της ταινίας (1955) προτιμήθηκε ο Λουμπαρδιάρης–, ο Λόφος του Αστεροσκοπείου έπαψε να είναι ορατός από κάθε σημείο της πόλης, οι αναφορές στο κτηματάκι της Κολοκυνθούς και στο οικοπεδάκι του Πολυγώνου έχασαν την αξία τους, ενώ έσβησε άδοξα και ο ανταγωνισμός με άλλες γειτονιές, όπως η Νεάπολη. Θεωρήθηκαν ανούσιες λεπτομέρειες και αφαιρέθηκαν παίρνοντας μαζί τους το αυθεντικό χρώμα και το άρωμα της αυλής. Τη συνέχεια θα δώσει λίγες δεκαετίες αργότερα ο Μάνος Χατζιδάκις με την «Οδό Ονείρων».




Ο Παντελής Χορν (1 Ιανουαρίου 1881 – 1 Νοεμβρίου 1941) υπήρξε θεατρικός συγγραφέας σημαντικών έργων του ελληνικού δραματολογίου του 20ού αιώνα και αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού και του Λιμενικού Σώματος.
Ο θεατρολόγος Βάλτερ Πούχνερ τον χαρακτήρισε πρωτεργάτη του νεοελληνικού θεάτρου του 20ού αιώνα. Μαζί με τον Γρηγόριο Ξενόπουλο και τον Σπύρο Μελά θεωρούνται οι αξιολογότεροι θεατρικοί συγγραφείς του πρώτου μισού του 20ού αιώνα. 
Έχει γράψει πάνω από 30 θεατρικά έργα – αν και δεν σώζονται παρά μόνο 12 πολύπρακτα και 4 μονόπρακτά του- γνωστότερα των οποίων είναι «Οι Πετροχάρηδες», «Το φιντανάκι», «Το Μελτεμάκι», «Ο Σέντζας», έργα τα οποία παίζονται και μέχρι σήμερα. Τα έργα του ανέβασαν οι σημαντικότεροι θίασοι και ηθοποιοί, όπως ο Βασίλης Αργυρόπουλος, ο Αιμίλιος Βεάκης, η Μαρίκα Κοτοπούλη και φυσικά η Κυβέλη, με την οποία τους συνέδεε και βαθιά πολύχρονη φιλία.
Συνεργάστηκε επίσης με τις μεγαλύτερες ελληνικές εφημερίδες της εποχής του ως χρονογράφος, και σποραδικά ως θεατρικός κριτικός.
Τα σωζόμενα έργα του, συγκεντρώθηκαν σε πέντε τόμους και εκδόθηκαν από το ίδρυμα “Γουλανδρή-Χορν”.
Ήταν πατέρας του εκδότη Γιάννη Χορν και του ηθοποιού Δημήτρη Χορν.

Γεννήθηκε στην Τεργέστη της Ιταλίας από τον Γερμανοεβραϊκής καταγωγής χρηματιστή Δημήτριο Χορν και την Σταματίνα Κουντουριώτη της γνωστής εφοπλιστικής οικογενείας της Ύδρας. Ήταν δηλαδή εγγονός του Παντελή Κουντουριώτη, δισέγγονος του Λάζαρου Κουντουριώτη και ανιψιός του Παύλου Κουντουριώτη (δεύτερος εξάδελφος της μητέρας του), πρώτου Προέδρου της πρώτης ελληνικής Δημοκρατίας. 
Είχε επίσης έναν αδερφό, τον Λάζαρο Χορν. Η οικογένεια εγκαθίσταται οριστικά στην Ελλάδα το 1888 (ή 1889). 
Ακολουθώντας την ναυτική παράδοση της μητρικής οικογένειας, τον Οκτώβρη του 1895 εγγράφεται στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων. Το 1899 αποφοιτά από την σχολή με τον βαθμό του Σημαιοφόρου. Υπηρετεί στο εύδρομο «Ναύαρχος Μιαούλης» ενώ, το 1900 υπηρετεί στα θωρηκτά «Σπέτσαι» και «Ψαρά». Από το 1901 μέχρι το 1907 που τοποθετείται στο Κεντρικό Προγυμναστήριο του Πόρου, υπηρετεί στους ατμομυοδρόμωνες «Αλφειό», «Ευρώτα» και «Πηνειό», στην ατμοημιολία «Αφρόεσσα» και στα θωρηκτά «Ύδρα» και «Σπέτσαι». Το 1905 προάγεται σε Ανθυποπλοίαρχο. 

Ωστόσο αυτό που αγαπούσε να κάνει ήταν άλλο. 
Γράφει ο ίδιος χαρακτηριστικά :Εκεί λοιπόν που λαχταρούσα την αγκαλιά της Μελπομένης, ο Ποσειδών με κρατούσε αιχμάλωτο και δεν με άφηνε να κάνω βήμα. Όργωνα τη θάλασσα με τον “Πηνειό” και μέσα στις τρικυμίες της συλλογιζόμουν την «Τρικυμία» του Σαίξπηρ. Ήρθαν στιγμές που απογοητεύτηκα. Ήθελα την ελευθερία μου. Ξαπλωμένος στην κουκέτα μου, ονειρευόμουν θεατρικά παρασκήνια. 

Το 1905, σε ηλικία 24 ετών, αρχίζει να συνεργάζεται με το φιλολογικό περιοδικό «Ο Νουμάς». Εδώ θα γράψει μια παρουσίαση στο έργο του Ίψεν «Η κυρά της θάλασσας», ενόψει του ανεβάσματός του από τον θίασο του Θωμά Οικονόμου, και θα δημοσιεύσει και τα δύο πρώτα θεατρικά του έργα, τον «Ξένο» και «Το Ανεχτίμητο» 
«Ο Ξένος» είναι ένα σύντομο (μονόπρακτο) συμβολικό δράμα γραμμένο στη δημοτική, το οποίο δεν έχει παιχτεί ποτέ. 
«Το Ανεχτίμητο» - πάνω στο μύθο του Γεφυριού της Άρτας το οποίο πρωτο-εκδόθηκε από τις εκδόσεις του Νουμά, - αφιερωμένο στον Ψυχάρη (φανατικός οπαδός του οποίου ήταν ο Χορν)-το φθινόπωρο του 1906, τράβηξε την προσοχή των φιλολογικών κύκλων της εποχής, τόσο με θετικό όσο και με αρνητικό τρόπο. Οι δημοτικιστές το επαινούν, οι καθαρευουσιάνοι, με προεξάρχουσα όλων την εφημερίδα «Αθήναι», του Γεώργιου Πωπ, το κατακεραυνώνουν. «...[έργο] γραμμένον εις την φρικαλεωτέραν δημοτικήν και παρουσιάζον μακράς σκηνάς χυδαιολογικής αισχρολογίας» . Οι κατηγορίες αυτές οδηγούν σε καταγγελία του συγγραφέα στο Υπουργείο Ναυτικών όπου με την κατηγορία της προσβολής των ηθών παραπέμπεται από τον τότε υπουργό Ναυτικών, Κωνσταντίνο Τρικούπη στο Ναυτοδικείο. Τελικά αθώωθηκε και απαλλάχθηκε με βούλευμα. Ούτε αυτό το έργο παραστάθηκε ποτέ. 








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου