Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου 2019

ΒΙΡΓΙΛΙΟΣ ( 15 Οκτωβρίου 70 π.Χ. - 21 Σεπτεμβρίου 19 π.Χ.)

Ο Πόπλιος Βιργίλιος Μάρων (Publius Vergilius Maro, 15 Οκτωβρίου 70 π.Χ. - 21 Σεπτεμβρίου 19 π.Χ.), ο οποίος αποκαλείται συνήθως Βιργίλιος, ήταν αρχαίος Ρωμαίος ποιητής της περιόδου του Οκταβιανού Αύγουστου. Το σημαντικότερο ίσως έργο του, η Αινειάδα, θεωρείται το σπουδαιότερο έπος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Ο Βεργίλιος γεννήθηκε στο χωριό Andes (σημερινό Βιρτζίλιο (Virgilio)), κοντά στην πόλη Μάντοβα της βόρειας Ιταλίας. Οι γονείς του ήταν ταπεινής καταγωγής, χωρικοί, ωστόσο φρόντισαν να λάβει την καλύτερη δυνατή μόρφωση. Μέχρι την ηλικία των δεκαέξι ετών εκπαιδεύεται στην Κρεμόνα και αργότερα στέλνεται στο Μιλάνο για ευρύτερες σπουδές. Την εποχή αυτή δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ελληνική και λατινική φιλολογία.

Σε ηλικία 18 ετών βρίσκεται στη Ρώμη όπου σκόπευε αρχικά να σπουδάσει ρητορική, ιατρική και αστρονομία. Σύντομα το ενδιαφέρον του επικεντρώνεται στη φιλοσοφία και για τον λόγο αυτό επισκέπτεται τη Νάπολη όπου γίνεται μαθητής του επικούρειου φιλοσόφου Σείρωνα. Παράλληλα διδάσκεται και ελληνικά. Την ίδια εποχή ο Βιργίλιος ξεκινά να γράφει τα πρώτα του ποιήματα και σταδιακά αφοσιώνεται ολοένα και περισσότερο στην ποίηση.

Τα πρώτα έργα

Επιστρέφοντας στη Ρώμη, ο Βιργίλιος συνδέεται φιλικά με τον Μαικήνα (Gaius Maecenas), πλούσιο Ρωμαίο, ευεργέτη των καλλιτεχνών και υπεύθυνο για την πολιτιστική προπαγάνδα υπέρ του νέου, αυτοκρατορικού καθεστώτος του Οκταβιανού. Από το 39 π.Χ. ο Βιργίλιος ανήκε στον κύκλο ποιητών του Μαικήνα και διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τον Αύγουστο.

Στα σημαντικότερα πρώιμα έργα του Βιργίλιου, ανήκουν οι Εκλογές (Eclogae), μια συλλογή ποιημάτων βουκολικού περιεχομένου, γραμμένα την περίοδο 42-39 π.Χ. Μετά την ολοκλήρωση των Εκλογών, στο διάστημα 39-29 π.Χ., έγραψε τα Γεωργικά (Georgica), ένα αγροτικό ποίημα συνολικά τεσσάρων τόμων, αφιερωμένο στον Μαικήνα και στο οποίο περιγράφονται η ζωή και η εργασία των αγροτών της εποχής.

Ο Βιργίλιος πέθανε το έτος 19 π.Χ. ενώ επισκεπτόταν την Ελλάδα. Κατά την επίσκεψή του στα Μέγαρα αρρώστησε από ελονοσία και πέθανε, ενώ επέστρεφε στη Νάπολη, στο σημερινό Μπρίντιζι. Στη διαθήκη του Βιργίλιου υπήρχε εντολή να μη δημοσιευτεί η ανολοκλήρωτη Αινειάδα, ωστόσο ο Οκταβιανός Αύγουστος διέταξε τη δημοσίευσή της με ελάχιστες παρεμβάσεις, αναγνωρίζοντας τη μεγάλη αξία του έργου.

Φήμη

Κατά τον Μεσαίωνα ο Βιργίλιος απέκτησε στην Ευρώπη τη φήμη μάντη και το όνομα του συνδέθηκε με μαγικές πρακτικές. Από την άλλη η Αινειάδα διδασκόταν στα σχολεία ως βασικό λατινικό κείμενο και ο ίδιος ο Βιργίλιος θεωρούνταν προφήτης του χριστιανισμού, με βάση μία αναφορά του έργου του σε ένα αναμενόμενο παιδί που θα αλλάξει τον κόσμο.

Αποφθέγματα Βιργιλίου

Lacrimae rerum
Incredibile Visu, απίστευτον το ιδείν.
Timeo Danaos et dona ferentes, Φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντας.
Latet anguis in herba, το φίδι παραφυλάει στο γρασίδι.


Εργογραφία

Appendix Vergiliana (50 π.Χ)
Εκλογές (42 π.Χ) -- 10 βιβλία
Γεωργικά (29 π.Χ) -- 4 βιβλία ― ελλην. μετάφρ. Κωνσταντίνος Θεοτόκης ("Κείμενα")
Αινειάδα (19 π.Χ) -- 12 βιβλία
Σημείωση: Οι χρονολογίες είναι ενδεικτικές

Virgil Reading the Aeneid to Augustus, Octavia, and Livia by Jean-Baptiste Wicar

Αινειάς -  Aeneis

Η Αινειάδα (Aeneis) αποτελεί το σημαντικότερο έργο του Βιργίλιου. Το προπαγανδιστικό αυτό έργο τού ανατέθηκε από τον Οκταβιανό, τον πρώτο Ρωμαίο Αυτοκράτορα, στον οποίο είχε γνωρίσει τον Βιργίλιο ο Μαικήνας. Η Αινειάδα αποτελεί έπος μεγάλης ιστορικής σημασίας που επιπλέον καταξίωσε τον Βιργίλιο ως μείζονα ποιητή. Το έργο ολοκληρώθηκε σε διάστημα περίπου δέκα ετών και περιγράφει μέσα σε συνολικά δώδεκα τόμους το ηρωικό έπος του Αινεία, ο οποίος μετά την πτώση της Τροίας, ταξιδεύει και φθάνει μετά από πολλές περιπέτειες στην Ιταλία, όπου και ιδρύει τη Ρώμη. Τα έξι πρώτα βιβλία της Αινειάδας είναι γραμμένα στο πρότυπο της Οδύσσειας του Ομήρου, ενώ τα υπόλοιπα έξι ακολουθούν το παράδειγμα της Ιλιάδας. Η Αινειάδα έχει χαρακτήρα ανεξάρτητο από τον Όμηρο. Τα ομηρικά ποιήματα είναι το πιο τέλειο φυσικό έπος και η Αινειάδα είναι μίμηση τους, αλλά συνάμα είναι δημιούργημα καινούργιο και προσωπικό. Ο Αινείας είναι ένας νέος τύπος επικού ήρωα που δεν εντάσσεται σε κανένα σχήμα, καθώς τυραννιέται από διλήμματα σχετικά με το ηρωικό πεπρωμένο του. Η Αινειάδα συμβόλισε ουσιαστικά την ιστορική αποστολή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και για το λόγο αυτό προωθήθηκε ως εθνικό έπος από το αυγούστειο καθεστώς.

Η Αινειάδα (Αινειάς, Aeneis στα λατινικά) είναι ένα επικό ποίημα (έπος) γραμμένο από τον Ρωμαίο ποιητή Βιργίλιο στα τέλη του 1ου αιώνα π.Χ. (29 π.Χ. ως 19 π.Χ.). Το έργο εξιστορεί τις μυθικές περιπέτειες του Αινεία, ενός Τρωαδίτη που ταξίδεψε με λίγους συντρόφους του στην Ιταλία μετά την άλωση της Τροίας και εκεί έγινε ο πρόγονος των Ρωμαίων. Το έπος είναι γραμμένο σε δακτυλικό εξάμετρο στίχο και χωρίζεται σε 12 βιβλία. Τα πρώτα 6 βιβλία αφηγούνται τις περιπλανήσεις του Αινεία από την Τροία μέχρι την άφιξή του στην Ιταλία, ενώ το δεύτερο μισό του έργου εξιστορεί τον πόλεμο μεταξύ των Τρώων και των Λατίνων.

Ο κεντρικός ήρωας Αινείας ήταν ήδη γνωστός στην ελληνορωμαϊκή μυθολογία ως πρόσωπο της Ιλιάδας. Ο Βιργίλιος συγκέντρωσε διάσπαρτες ιστορίες και θρύλους για τις περιπέτειές του, την ομιχλώδη σύνδεσή του με τους ιδρυτές της Ρώμης, τον εξόπλισε με ευσέβεια και δημιούργησε έτσι έναν ιδρυτικό μύθο, ένα εθνικό έπος για την κοσμοκράτειρα Ρώμη. Το έπος αυτό, που έχει χαρακτηρισθεί ως το σημαντικότερο που γράφτηκε ποτέ στη λατινική γλώσσα, συνδέει τη Ρώμη με την Τροία και τους θρύλους της, ενώ ταυτόχρονα δοξάζει τις «παραδοσιακές» ρωμαϊκές αρετές και «νομιμοποιεί» την Ιουλιο-κλαυδιανή δυναστεία ως καταγόμενη από τους ιδρυτές, ήρωες και θεούς της Ρώμης και της Τροίας.

Αισθητική αρτιότητα

Υποδειγματικά για την αισθητική τους αρτιότητα παραμένουν τα σημεία εκείνα στα οποία αναπτύσσονται ορισμένα μυθικά και ειδυλλιακά μοτίβα και εξυμνούνται τα αισθήματα εκείνα που επιλύουν ο θάνατος και η αδυσώπητη (σκληρή) μοίρα. Από τα ωραιότερα χωρία της Αινειάδας θεωρούνται εκείνο όπου περιγράφεται ο τάφος του Πολυδώρου που στάζει αίμα και εκείνο όπου τα πλοία των Τρώων μεταμορφώνονται σε θαλάσσιες Νύμφες.

Πηγές του Βιργιλίου

Συνθέτοντας την Αινειάδα, ο Βιργίλιος άντλησε υλικό από πολλές πηγές και κυρίως από την Ιλιάδα και την Οδύσσεια. Είναι αδιαμφισβήτητο το γεγονός ότι μιμήθηκε τον Όμηρο, αναφορικά με τη δομή, το ύφος αλλά και την παρουσίαση ολόκληρων επεισοδίων (νεκρικοί αγώνες στο Βιβλίο V, επίσκεψη στον Κάτω Κόσμο στο Βιβλίο VI, περιγραφή της ασπίδας στο Βιβλίο VIII). Τα έξι πρώτα βιβλία (οι περιπλανήσεις του Αινεία) έχουν ως πρότυπο την Οδύσσεια και τα άλλη έξι (πολεμικά επεισόδια για την κατάκτηση της Ιταλίας) την Ιλιάδα. Επίσης άντλησε στοιχεία από τα Αργοναυτικά του Απολλώνιου του Ρόδιου, τους Έλληνες τραγικούς και τους αμέσως δικούς του προκατόχους, τον Έννιο, τον Λουκρήτιο και άλλους.

Τα έξι πρώτα βιβλία

Η Ήρα, εχθρική προς τον Αινεία (προστατευόμενο της Αφροδίτης), εξαπολύει μια καταιγίδα, από την οποία ο ήρωας, πλέοντας από την Σικελία προς την Τυρρηνία με τους Τρώες πρόσφυγες, σώζεται με 7 πλοία, προσαράζοντας στη σημερινή Λιβύη.

Διαμάχη γύρω από την Αινειάδα

Η δεξιοτεχνία με την οποία χειρίστηκε ο Βιργίλιος το θέμα εμπλουτίστηκε από το στοχαστικό πνεύμα του, τη συμπάθειά του προς την πάσχουσα ανθρωπότητα και την αγάπη του προς τη φύση. Ωστόσο διατυπώθηκαν και διάφορες επικριτικές απόψεις που επικεντρώθηκαν κυρίως στην εγκατάλειψη της Διδούς και το θάνατο του Τούρνου.

Η εγκατάλειψη της Διδούς από τον Αινεία θεωρήθηκε ενέργεια ασύμβατη με τις νεότερες πεποιθήσεις σχετικά με το καλό και το κακό. Στην εποχή του Βιργιλίου, όμως, οι αντιλήψεις ήταν διαφορετικές.

Ο γάμος με τη Διδώ, μια ξένη γυναίκα, δεν θα είχε επιδοκιμαστεί. Το πάθος για τη Διδώ είχε κυριαρχήσει στην ψυχή του Αινεία, η θέληση όμως των θεών έπρεπε να υπερέχει του ανθρώπινου πάθους.

Το επεισόδιο αυτό απαντά σε πολλές παραλλαγές στην ελληνική μυθολογία (Θησέας και Αριάδνη), Ιάσονα και Μήδεια κ.α. Η συμπάθεια του αναγνώστη για τη Διδώ προκαλείται ίσως χωρίς να τη επιδιώκει ο ποιητής.

Τα άλλα έξι βιβλία

Στο έβδομο βιβλίο, ο Βιργίλιος διηγείται την άφιξη του Αινεία στο Λάτιο και την πολεμική μανία που εξαπολύει στις ψυχές η Ήρα. Στο όγδοο, ο Αινείας αναπλέοντας τον Τίβερη φτάνει στο Παλάντιο, τη μέλλουσα Ρώμη, όπου τον υποδέχεται φιλόξενα ο βασιλιάς Εύανδρος. Περιγράφεται επίσης η ασπίδα του Αινεία, διακοσμημένη με τα κύρια επεισόδια από την ιστορία της Ρώμης έως το θρίαμβο του Οκτάβιου στο Άκτιο.

Αποσπάσματα 

Βιβλίο πρώτο

Ἐγὼ ποῦ πρὶν μὲ τρυφερὴ φλογέρα ἐτραγουδοῦσα
καὶ ἀπὸ τὰ δάση βγαίνοντας τὰ πρόσκερα χωράφια
στένεψα καὶ 'ς ἀχόρταγον ζευγᾶ βουλὲς νὰ στρέξουν,
ἔργο ἀρεστὸ στοὺς γεωργούς, τ' ἄσπλαχνου τ' Ἄρη τώρα

τ' ἄρματα καὶ τὸν ἥρωα ψάλλω, ποῦ, ὡς τὸ 'χε ἡ Μοῖρα,
ἀπὸ τῆς Τροίας φεύγοντας τὴ γῆ, 'ς τὴν Ἰταλία,
'ς τοῦ Λαβινίου τοὺς γιαλοὺς πρωτόρθε, ἀφ' οὗ ἀπὸ θεία
συνέργει' αὐτὸς παράδειρε πολὺ στεριᾶς πελάγου,
γιὰ τὴν ἀκοίμητην ὀργὴ τῆς θυμωμένης Ἥρας, [5]
καὶ ἀφ' οὗ πολλὰ 'ς τὸν πόλεμον ὑπόφερε, ὣς νὰ χτίσῃ
τὴ χώρα καὶ 'ς τὸ Λάτιο νὰ φέρῃ τοὺς θεούς του·
ὅθε κρατοῦν οἱ Ἀλβανοὶ πατέρες, τῶν Λατίνων
τὸ γένος, τὰ τειχόκραστα τῆς δοξασμένης Ῥώμης.
Μοῦσα, σ' ἐμὲ τὲς ἀφορμὲς μελέτησε, γιὰ τίνος [10]
θελήματος ἀψήφημα, γιὰ ποιὸ δικό της ἄχτι
ἀνάγκασ' ἡ βασίλισσα τῶν ἀθανάτων ἄντρα
περίσσια θεοφοβούμενον τόσο νὰ πάθῃ, τόσο
νὰ παραδείρῃ; Τέτοια ὀργὴ χωράει στὰ οὐράνια σπλάχνα;
Ἦταν μιὰ χώρα παλαιά, ποῦ Τύριοι τὴν οἰκίσαν, [15]
'ς τὴν Ἰταλί' ἀντίκρυ, ἐμπρὸς 'ς τὸ Θύμβριο στόμα πέρα,
ἡ Καρχηδόνα πάμπλουτη σὲ δύναμες καὶ 'ς ἔργα
πολεμικὰ δεινότατη, ποῦ ἀγάπα, ὡς λέν, ἡ Ἥρα
μοναδικὰ παρ' ἄλλη γῆ, κάλλιο ἀπ' τὴν ἴδια Σάμο·
ἐκεῖ 'χε ἁμάξι, ἄρματα ἐκεῖ· 'ς αὐτὴν τὴ βασιλεία [20]
νὰ δώσῃ ἐπάνω 'ς τοὺς λαούς, ἂ θὰ ἐσυγχώρειε κἄπως
ἡ μοῖρα, ἐπάσκιζε ἡ θεὰ κ' ἐφρόντιζε ἀπὸ τότε. -
Ἀλλ' ἄκουσ' ὅτι γενεὰ θἄβγῃ ἀπὸ Τρώων αἷμα
τὰ Τύρια κάστρα ἕναν καιρὸ νὰ ρίξῃ, θἄρθῃ ἐκεῖθε
λαὸς μεγαλοκράτορας τρανὸς γιὰ τοὺς πολέμους [25]
ποῦ θἀφανίσῃ – ἔτσι ἔκλωσαν οἱ Μοῖρες – τὴ Λιβύα.
Αὐτὸ τὴν κόρη ἐφόβιζε τοῦ Κρόνου κ' ἐθυμότουν
πῶς γιὰ τ' ἀγαπημένο της Ἄργος 'ς τὴν Τροία πρώτη
πρὶν πολεμοῦσε· - οὔτ' εἶχε βγοῦν ἀκόμ' ἀπ' τὴν ψυχή της
τῆς ὄργητάς της οἱ ἀφορμὲς μηδὲ οἱ σκληρές της πίκρες· [30]
στὸ θεῖο νοῦ της φυλαχτὴ τοῦ Πάρη μέν' ἡ κρίση,
τῆς καταφρονεμένης της εἰδῃς ἡ ἀτιμία,
κ' ἡ μισητὴ γενιὰ καὶ πῶς τιμήθηκε κλεμμένος
ὁ Γανυμήδης· - ἄναψε γι' αὐτὰ κ' ἐκράταε πέρα
τοὺς Τρῶες ἀπ' τὸ Λάτιο, ποῦ παραδέρναν 'ς ὅλο [35]
τὸ πέλαγ' ὅσοι ἀπ' τὴν ὀργὴ τῶν Δαναῶν γλυτῶσαν
κι' ἀπ' τὸν ἀνήμερο Ἀχιλλιᾶ· κι' αὐτοὶ πλανιῶνταν 'ς ὅλες
πολυχρονῆς τὲς θάλασσες φερμένοι ἀπὸ τὲς Μοῖρες.
Τόσα ἐχρειαστῆκαν νὰ φτειαχτῇ τὸ ἔθνος τῶν Ρωμαίων.
Μόλις ἀπὸ κατάγναντα τῆς γῆς τῆς Σικελίας [40]
πρόσχαροι ἀνοῖγαν κι' ἄσκοναν τῆς ἅρμης τὴν ἀφρίλα
μὲ τὰ χαλκωματένια τους καράβια κ' εἶπ' ἡ Ἥρα
μόνη, μ' ἀγιάτρευτη πληγὴ' ς τὸν κόρφο. «Νικημένη
ν' ἀφήσω ἐγ' ὅ,τι σκόπευα καὶ ἀπὸ τὴν Ἰταλία
τὸ βασιλέα τῶν Τευκρῶν νὰ μὴ μπορῶ νὰ διώξω; [45]
Τ' ἀρνιέται ἡ Μοῖρα· ναί! μὰ πῶς νὰ κάψῃ τῶν Ἀργείων
τὸ στόλο ἠμπόρεσε ἡ Ἀθηνᾶ βουλιάζοντάς τους μόνο
γιὰ τ' Οϊλιάδη Αἴαντα τὸ κρίμα καὶ τὴ λύσσα;
Ἡ ἴδια 'πὸ τὰ σύγνεφα τὴ γλήγορη τοῦ Δία
ρίχνοντας φλόγα ἐξέκαμε τὰ πλοῖα καὶ μ' ἀνέμους [50]
τὰ πέλαγ' ἀνακάτωσε καὶ αὐτὸν ποῦ ἀπ' τὸ σκισμένο
στῆθος του ἀνάδινε φωτιές, 'ς τὸ σίφουνα τὸν πῆρε
ψηλὰ καὶ 'ς ἕνα μυτερὸ τὸν κάρφωσε κοτρῶνι.
Κ' ἐγὼ προβαίνω τῶν θεῶν βασίλισσα, τοῦ Δία
μαζὶ γυναῖκα κι' ἀδερφὴ καὶ μ' ἕνα γένος μόνο [55]
μάχομαι τόσα χρόνια! Ποιὸς τῆς Ἥρας τὴ θεότη
πλειὰ θὰ λατρέψ' ἢ 'ς τοὺς βωμοὺς τιμὲς θὰ δώσ' ἱκέτης;»
Τέτοια κλωθόστριφε ἡ θεὰ 'ς τὸ φλογεσμένο στῆθος
μόνη καὶ 'ς τῶν ἀνεμορπῶν ἐπῆγε τὴν πατρίδα,
σὲ τόπους ποῦ νοτιὲς παντοῦ μανίζαν, 'ς τὴν Αἰολία. [60]
Ὁ βασιλέας Αἴολος σὲ μιὰ σπηλιὰ μεγάλη
κεῖ τοὺς ἀνέμους μ' ἐξουσιὰ βαρένει, ποῦ παλεύουν,
καὶ τὲς φορτοῦνες ποῦ βροντοῦν καὶ τοὺς ἀλυσοδένει
καὶ φυλακίζει τους καὶ αὐτοὶ 'ς τὰ κλείσματά τους γύρου
μὲ τρανὸ βόγγο τοῦ βουνοῦ βουΐζουν βαργομῶντας. [65]
Σὲ πύργ' ὁ Αἴολος καθιστὸς ψηλὸ κρατεῖ τὰ σκῆπτρα
καὶ μαλακόνει τὲς ψυχὲς καὶ τὲς ὀργὲς πρααίνει.
Ἂν δὲν τὸ ἔκανε στεριὲς καὶ θάλασσες θἁρπάζαν
καὶ τὸ βαθὺ στερέωμα κι' ἀλήθεια θὰ τὰ σέρναν
μὲ τοὺς ἀέριδες γοργά, μονὲ μ' αὐτὸν τὸ φόβο [70]
σὲ μαῦρα ὁ παντοδύναμος τοὺς ἔκρυψε πατέρας
σπήλια καὶ ἀπάνου τους ψηλῶν βουνῶν ἐσώριασ' ὄγκο
καὶ βασιλιᾶ τοὺς ἔδωκε, ποῦ μ' ὡρισμένο νόμο
νὰ ξέρῃ, σἄμπως διαταχτῇ, νὰ χαλινώσῃ ἀνέμους
ἢ ν' ἀπολύσῃ. Τοῦτον τότ' ἱκέτεψ' ἔτσ' ἡ Ἥρα· [75]
«Αἴολε (ὅτι τῶν θεῶν 'ς ἐσὲ 'δωκε ὁ πατέρας
καὶ τῶν ἀνθρώπων βασιλιᾶς τὸ κῦμα νὰ ἡμερόνῃς
καὶ νὰ φουσκόνῃς μ' ἄνεμο) τοὺς νικημένους φέρνει
Πενάτες καὶ τὸ Ἴλιο στὴν Ἰταλία γένος
ἐχτρό μου, ποῦ 'ς τῶν Τυρρηνῶν τὴ θάλασσ' ἁρμενίζει. [80]
Δὸς τῶν ἀνέμων δύναμη, βούλιαξε, θάψ' τὰ πλοῖα
ἢ χώρισ' τους καὶ σκόρπισε τὰ λείψανα 'ς τὸν πάτο.
Ἑφτὰ κ' τὰ μὲ διαλεχτὸ κορμὶ ποτάζω νύμφες·
τὴ Δηϊόπει', ἀπὸ εἰδὴ τὴν ὀμορφήτερή τους
σὲ γάμο ἀδιάλυτον ἐγὼ θὰ δέσω, γιὰ δική σου [85]
θὰ σ' τὴν χαρίσω, πάντοτε νὰ ζῇ μ' ἐσὲ γιὰ τούτη
τὴ χάρη κι' ὄμορφων παιδιῶν πατέρα νὰ σὲ κάμῃ.»
Ὁ Αἴολος ἀπάντησε· «Βασίλισσα, δικό σου
ἔργο νὰ βρῇς τὶ θὰ ζητᾷς, δικό μου χρέος εἶναι
θελήματα νὰ δέχωμαι· σὺ τὸ βασίλειο τοῦτο, [90]
ὅποιο καὶ ἂν εἶναι, τοῦ Διὸς τὴ χάρη, σὺ τὰ σκῆπτρα
μοῦ προβοδᾷς, σὺ δίνεις μου 'ς τοὺς θείους ν' ἀκκουμπάω
δείπνους καὶ κάνεις μὲ τρανόν 'ς ἀνεμορπὲς καὶ μπόρες.»
Αὐτὰ 'πε καὶ μ' ἀνάποδη τὴν τρίαινα τὸ κούφιο
βουνὸ βαρεῖ κατάρραχα κ' οἱ ἀνέμοι, σὰν ἀσκέρι, [95]
σιφούνι' ἀπ' τ' ἄνοιγμα χουμοῦν 'ς τὴ γῆ φυσομανῶντας·
'στὸ πέλα' ὁρμοῦν, τὰ τρίσβαθα τοῦ ἀνακατόνουν ὅλα
ὁ Νότος, ὁ Εὗρος καὶ ὁ συχνὸς 'ς ἀνεμοζάλες λίβας,
καὶ κύματα θεώρατα κυλοῦν κατὰ τὲς ξέρες.
Θρῆνος ἀντρῶν καὶ σφούριγμα ξαρτιῶν ἀκολουθάει. [100]
Ξάφνου τὰ σύγνεφα οὐρανὸ καὶ μέρ' απὸ τὴ βλέψη
τῶν Τρώων κρύβουν, τὸ γιαλὸ πλακόνει μαύρη νύχτα.
Βροντοῦν οἱ πόλοι, μὲ συχνὲς φωτιὲς ἀστράφτει ὁ αἰθέρας
καὶ θάνατ' ὅλ' ἀφεύγατον 'ς τοὺς ἄντρες φοβερίζουν.
Λυοῦνται μὲ μιᾶς τὰ ἥπατα τοῦ Αἰνεί' ἀπὸ τὸ ρῖγος· [105]
βογγάει καὶ 'ς τ' ἄστρ' ἁπλόνοντας τὲς δυὸ παλάμες τέτοια
φωνάζει· «Ὦ τρεῖς καὶ τέσσερες φορὲς μακαρισμένοι
ὅσ' ηὗραν θάνατο μπροστὰ 'ς τὰ μάτια τῶν γονέων
κάτου ἀπ' τῆς Τροίας τὰ ψηλὰ τειχιά! Νὰ μὴ μπορέσω
νὰ πέσω ἐγὼ 'ς τοῦ Ἴλιου τοὺς κάμπους καὶ νὰ χύσω [110]
τὸ αἷμα μου ἀπὸ χέρι σου, κεῖ ποῦ ἀπ' τ' Αἰακίδη
τὴ σαγιττιὰν ὁ Ἔχτορας ὁ τρομερὸς ξαπλώθη,
Τυδείδη, ὦ δυνατώτατε 'ς τὸ ἔθνος τῶν Ἀργεῖων,
κι' ὁ Σαρπηδόνας ὁ τρανός, κεῖ ποῦ ὁ Σιμόεις τόσα
σκουτάρι' ἁρπάζοντας ἀντρῶν καὶ περικεφαλαῖες [115]
καὶ τ' ἀντρειωμένα τους κορμιὰ 'ς τὰ ρέμματα κυλάει!»
Αὐτά 'λεε μὲ παράπονο καὶ τὸ παννὶ τοῦ δέρνει
ἐνάντια μπόρ' ἀπ' τὸ Βοριᾶ σφουρίζοντας κι' ὣς τ' ἄστρα
τὸ κῦμ' ἀσκόνει· τὰ κουπιὰ σποῦν· γέρνει τότ' ἡ πλώρη
καὶ 'ς τὸ γιαλὸ τὸ πλάϊ βουτᾷ· βουνὸ νεροῦ πλακόνει [120]
σωρὸς καὶ ἀπάνου τους σκορπᾷ· 'ς τὴν ἄκτη τοῦ κυμάτου
κρέμονται, ἀνοίγ' ἡ θάλασσα καὶ δείχνει τους τὸν πάτο·
μὲς τὰ νερὰ τὸ χόχλασμα τὸ βοῦρκο ἀνακατόνει.
Τρία καράβι' ἁρπάζοντας στρήφει ὁ Νοτιᾶς 'ς τὲς πέτρες,
ποῦ οἱ Ἰταλοὶ λέγουν τὲς βωμούς, καὶ φοβερή 'ναι ξέρα [125]
στὴν κορυφὴ τῆς θάλασσας κρυμμένη μὲς τὸ κῦμα·
κι' ὁ Εὗρος τρί' ἀπ' τὰ ψηλὰ νερὰ 'ς τὲς σύρτες σπρώχνει
καὶ 'ς τ' ἄβαθα, τσακίζει τα (λυπητερὴ θεωρία)
'ς τὲς ρῆχες καὶ κουλουμιαστὰ τὰ περιζώνει μ' ἄμμο.
Ἕνα ποῦ οἱ Λύκιοι ἀρμένιζαν μὲ τὸν πιστὸν Ὀρόντη [130]
ἐμπρὸς 'ς τὰ μάτια τουτουνοῦ τὸ πέλαγο 'ς τὴν πλώρη
πελώριο δέρνει το ἄνουθε· ξετιναγμένος γέρνει
πίκουπα ὁ ναύκληρος μ' ἐμπρὸς τὴν κεφαλή, μὰ ἐκεῖνο
'ς τὸν ἴδιον τόπο τρεῖς φορὲς τὸ ρέμμα τὸ γυρίζει
στριφτὰ καὶ χάφτει το γοργὴ 'ς τὸ πέλαγο ἡ ρουφήχτρα. [135]
Φαίνονται ἀριὰ μὲς τὸν πλατὺ βυθὸ κολυμπιστάδες,
ἄρματ' ἀντρῶν. σανίδια πλὲν καὶ τρωϊκὸ λογάρι
πάει! τοῦ Ἰλιονέα τὸ γερὸ καράβι καὶ τοῦ ἀντρείου
Ἀχάτη, αὐτὸ ποὺ ἀρμένιζεν ὁ Ἄβαντας, κ' ἐκεῖνο
τοῦ Ἀλήτη τοῦ πολύχρονου τὰ ἐνίκησε ἡ φουρτοῦνα. [140]
Ἀπ' τὲς σκανταλισμένες τους κλείδωσες δέχοντ' ὅλα
τὸ ἐχτρικὸ ρέμμα χάσκοντας ἀπὸ τὲς χαραμάδες.
Ὡστόσο ν' ἀναδέβεται μὲ βόγγο μέγα ὁ πάτος
καὶ νὰ ξεσπά' ἡ χειμωνιὰ καὶ ἀπ' τ' ἄκωλά τους βύθη
ν' ἀνηφοροῦν τ' ἀκίνητα νερά, βαρυαιστημένος [145]
ὁ Ποσειδῶνας ἔνοιωσε καὶ 'ς τὸ γιαλὸ κυττῶντας
ἔβγαλε ἀπάνου ἀπ' τὸν ἀφρὸ τὸ γαληνὸ κεφάλι·
σκόρπιον παντοῦ 'ς τὰ πέλαγα τὸ στόλο εἶδε τοῦ Αἰνεία,
ζάλη καὶ οὐράνιος χαλασμὸς τοὺς Τρῶες νὰ πλακόνῃ.
Καὶ τοῦ ἀδερφοῦ δὲν ξέφυγαν δόλοι κι' ὀργὲς τῆς Ἥρας.

Βιβλίο δεύτερο

Ὅλοι σιωπῆσαν κ' ἔστεκαν μὲ προσοχὴ στὴν ὄψη.
Κι' ἀπὸ τὸν θρόνο τὸν ψηλὸ τότ' ἄρχισε ὁ Αἰνείας:
Θέλεις ἀνέκφραστο. ἄνασσα, ν' ἀνανεώσω πόνον -
τῆς Τροίας πῶς τὸ δυνατὸ πολύκλαυστο βασίλειον
ἐχάλασαν οἱ Δαναοί, τὰ βάσανα π' ἁτός μου [5]
εἶδα κι' ἁτός μου ἔπαθα. - Ποιός τοῦτα ἐνῷ διηγᾶται
ἢ Μυρμιδὼν ἢ Δόλοπας ἢ τ' ἄσπλαχν' Ὀδυσσέα
στρατιώτης δὲν θὰ ἐδάκρυζεν; Ἡ νύκτα ὑγρὴ μὲ βία
φεύγει ψήλαθε καὶ ὡς βυθοῦν τ' ἄστρα καλοῦν στὸν ὕπνο.
Ἀλλ' ἀφοῦ τόσον ἔστερξες τὰ πάθη μου ν' ἀκούσῃς [10]
καὶ σύντομα τὸν ὄλεθρο τὸν ὕστερο τῆς Τροίας,
μ' ὅλον ποῦ ἐκείνη ἡ ἐνθύμηση ταῖς φρέναις μου τρομάζει,
θ' ἀρχίσω.
….............Ἀπὸ τὸν πόλεμο κομμένοι κι' ἀπ' τὴ μοῖρα
τῶν Δαναῶν οἱ ἄρχοι, ἀφοῦ χρόνοι πολλοὶ περάσαν,
ἄλογο κτίζουν σἂν βουνὸ μὲ τέχνη καὶ βοήθεια [15]
τῆς Ἀθηνᾶς καὶ ταῖς πλευραῖς μ' ἔλατο σανιδόνουν.
'Σ ἐκεῖνο μέσα διαλεχτοὺς ἄνδρες κληρούχους κρύβουν
καὶ κλείουν τους 'ς τὸ σκοτεινὸ πλευρόν, ὥστε τ' ἀλόγου
τὰ σωθικὰ βαθειὰ γεμίσαν ὅλα ἀρματωμένους.
Ἀγνάντια κεῖτ' ἡ Τένεδος ἡ ξακουσμένη νῆσος, [20]
ποῦ δύναμη (ὅσο ὁ Πρίαμος ἐζοῦσε) εἶχε καὶ πλούτη
καὶ τώρα μόνο ἀδέξιο λιμάνι γιὰ καράβια·
ἐκεῖ 'ς τὴν ἔρμη ἀκρογιαλιὰν ἐπῆγαν κ' ἐκρυφθῆκαν
καὶ 'μεῖς θαρροῦμε π' ἄνεμος τοὺς παίρνει 'ς ταῖς Μυκήναις,
ὥστε τὸ πένθος τὸ μακρὸν ὅλ' ἡ Τευκρίδα βγάνει, [25]
ἡ πύλαις της ἀνοίγονται, τὰ δωρικὰ λημέρια
τρέχουν νὰ ἰδοῦν, ὁπ' ἄφησαν, καὶ τὸ ἔρημο ἀκρογιάλι.
«Ἐδῶ μὲ πλήθιους Δόλοπες λημέριαζε ὁ Ἀχιλλέας,
ἐδῶ τὰ πλοῖα κ' ἐδεκεῖ τὴ μάχη ἐκεῖνοι ἀρχίζαν.»
Τὸ δῶρον ἄλλοι θαύμαζαν τ' ὀλέθριο τῆς Ἀθήνης [30]
καὶ τὸ τρανό του μέγεθος καὶ πρῶτος ὁ Θυμοίτης
εἶπ' αὐτὸ μέσα νὰ φερθῇ 'ς τὸ φρούριο νὰ τὸ βάλουν,
εἴτε γιὰ δόλο ἢ τὄθελεν ἡ Μοῖρα τῆς Τρωάδος.
Ὁ Κάπυς καὶ ὅλοι ὅσοι 'ς τὸν νοῦν καλλίτερ' εἶχαν γνώμη,
εἴτε εἰς τὸ πέλαο νὰ ριφθῇ τὸ ὕποπτον τὸ δῶρο [35]
τῶν Δαναῶν συμβούλαυαν, εἴτε καὶ νὰ τὸ κάψουν,
ἢ νὰ τρυπήσουν τὴν κοιλιὰ καὶ μέσα νὰ ἐξετάσουν·
εἰς διάφοραις χωρίζεται γνώμαις τἀβέβαιο πλῆθος.
Πρῶτος αὐτοῦ ὁ Λαοκόοντας μ' ἄλλους πολλοὺς μαζῆ του
ἀπὸ τὸν πύργο τὸν ψηλὸ ἔτρεξεν ὠργισμένος [40]
κι' ἀπὸ μακρυά: «σᾶς βγῆκε ὁ νοῦς, δυστυχισμένοι» κράζει·
«Θαρρεῖτ' ὁπ' ἔφυγαν οἱ ἐχθροί; τῶν Δαναῶν τὰ δῶρα
ἀθῶα τὰ λογιάζετε; Τί 'ναι ὁ Ὀδυσσέας ξεχάστε;
Ἢ μὲς τὸ ξύλιν' ἄλογον εἶν' Ἀχαιοὶ κρυμμένοι
ἢ τέτοια φτιάσαν μηχανὴ τὰ τείχη νὰ χαλάσουν [45]
νὰ βλέπουν εἰς τὰ σπίτια μας 'ς τὴ χώρα νὰ κατέβουν
ἢ καὶ ἄλλη πλάνη· τ' ἄλογο μὴ 'μπιστευθῆτ', ὦ Τεῦκροι,
ὅ,τι κι' ἂν εἶν', τοὺς Δαναοὺς φοβοῦμαι καὶ ἂν χαρίζουν.»
Αὐτὰ 'πε καὶ μὲ δύναμη πολλὴ τὸ μέγα ἀκόντι
'ς τὸ πλάγι, μέσα 'ς τὴν κυρτὴ κοιλία τοῦ θηρίου [50]
σφενδόνισε, ποῦ τρέμοντας ἐστάθη· κ' ἐσαλεύθη
τὸ σῶμα κι' ὅλα ἐβούϊξαν στενάζοντας τὰ βάθη
κι' ἂν οἱ θεοὶ δὲν τὄθελαν κι' ὁ νοῦς τυφλὸς δὲν ἦταν, -
ὅ,τι εἰμποροῦσε ἔκαμε αὐτὸς τ' ἄλογο γιὰ νὰ σχίσουν -
ἀκόμη ἡ Τροία θὰ ἦτ' ὀρθή, πύργε ψηλέ, θὰ ἐβάστας. [55]
Νὰ τότε πλῆθος Δαρφανεῖς βοσκὸν σέρνουν δεμένον
πισθάγκωνα 'ς τὸν βασιληᾶ σκούζοντας ἕνα νέον
π' ἄγνωστος παρουσιάσθηκε 'ς αὐτοὺς ὡς ἐπερνοῦσαν,
μὲ πλάνην εἰς τοὺς Ἀχαιοὺς τὴν Τροίαν διὰ ν' ἀνοίκῃ,
εἰς τὴν ψυχὴν θαρρεύοντας κ' ἕτοιμος εἰς τὰ δύο: [60]
ἢ ν' ἀπατήσ' ἢ βέβαιον θάνατον νὰ ὑποφέρῃ.
Ὁλοῦθε γιὰ νὰ τὸν ἰδῇ τῆς Τροίας ἡ νεολαία
χύνεται γύρω κι' ὅλοι τους τὸν σκλάβον ἀναπαίζουν.
Τώρα ἄκουσε τῶν Δαναῶν ταῖς πλάναις κι' ἀπὸ τοῦτο
τὸ κρῖμα μόνο γνώρισ' τους ὅλους. - [65]
Τί ἀφοῦ 'ς τὴ μέση ἐστάθηκε ἄοπλος ταραγμένος
καὶ τῶν Φρυγίων τήραξαν ἀργὰ γύρω τὰ πλήθη
«Ἀλλοιά! ποιὰ γῆς» ἐφώναξε « καὶ ποιὸς γιαλὸς ἐμένα
θὰ γλύσῃ; ἐμένα τ' ἄμοιρου τί μένει τώρα πλέον
ποῦ μ' ἔδιωξαν οἱ Δαναοὶ καὶ θυμωμένοι οἱ ἴδιοι [70]
οἱ Δαρδανεῖς τὸ αἷμα μου ζητοῦν γιὰ τιμωρία;»
Ἔπαυσε τὸ παράπονον αὐτὸ τὴν ὄργητά μας
καὶ τὴν ὁρμή· νὰ μᾶς εἰπῇ προστάζουμε τὸ γένος,
τί νέο μᾶς φέρνει, ἀπάνου εἰς τί θὰ ἐμπιστευθοῦμε σκλάβον.
Τοῦτα μᾶς εἶπε, ὡς πέρασεν ὁ φόβος του, τὰ λόγια: [75]
«Ὅ,τι κι' ἂν πάθω, βασιληᾶ, θὲ νὰ σοῦ εἰπῶ τὰ πάντα
μ' ἀλήθεια·» λέγει· «ν' ἀρνηθῶ δὲν θέλω ποὖμαι Ἀργεῖος·
πρῶτον αὐτό· κι' ἂν ἄθλιον κατάντησεν ἡ Τύχη
τὸν Σίνων', ὅμως ἡ κακὴ δὲν θὰ τὸν κάμῃ ψεύτην.
Θἄτυχε νἄχῃς ἀκουστὸν κάπουθ' ἀπ' ὅσα λέγουν [80]
τὸν Παλαμήδη τὸν υἱὸν τοῦ Βήλου, φημισμένον
κ' ἔνδοξον, ὁπ' οἱ Πελασγοὶ τάχα γιὰ προδοσία
ἀθῶον, μ' αἰσχρὴ πρόφαση, γιατὶ νὰ πολεμήσουν
ἐμπόδζε, ἐθανάτωσαν· τώρα νεκρὸν τὸν κλαίουν.
Σύντροφον εἰς τὸν πόλεμον μ' αὐτόν, ποῦ 'ταν δικός μου, [85]
ἐδῶ ἀπ' τὰ πρῶτα μ' ἔστειλε χρόνια ὁ πτωχὸς πατέρας,
κι' ὅσῳ βασίλευ' ἄβλαπτος καὶ δύναμη αὐτὸς εἶχε
'ς τῶν ἄρχων τὰ συμβόυλια κἄποια κ' ἐγὼ εἶχα φήμη.
Ἀλλ' ὅταν γιὰ τοῦ δολεροῦ τὸν φθόνο τοῦ Ὀδυσσέα,
(γνωστὰ σᾶς λέγω πράγματα) 'ς τὸν κάτω κόσμον πῆγε, [90]
περίλυπος καὶ σκοτεινὸς ἔσερνα τὴ ζωή μου
καὶ γιὰ τ' ἀθώου φίλου μου τὴν τύχη ἀγανακτοῦσα.
Ἀλλὰ δὲν σιώπησα ὁ μωρός· κ' ἔταξ', ἂν ἴσως λάχῃ
'ς τὸ Ἄργος 'ς τὴν πατρίδα μου ὡς νικητὴς νὰ γύρω,
νὰ ἐκδικηθῶ κ' οἱ λόγοι μου σκληρὸν ἄναβαν μῖσος. [95]
Ἄρχισε τότε ὁ ξεπεσμός, τὰ πάθηα μου· ὁ Ὀδυσσέας
πάντα μὲ νέα ψέματα μ' ἐτρόμαζε κ' ἐσκόρπα
'ς τὸ πλῆθος λόγια βλεδυρὰ κι' ἀπάτης ὅπλα ἐζήτει.
Καὶ δὲν ἡσύχαζεν αὐτός, ὣς ποῦ μὲ τὴ βοήθεια
τοῦ Κάλχαντ'... ἀλλὰ τί πικρὰ λόγια τοῦ κακοῦ λέγω; 

Μεταφραστής: Λορέντζος Μαβίλης

A 3rd-century Tunisian mosaic of Virgil seated between Clio and Melpomene


Γεωργικά

Απόσπασμα 

Βιβλίο Α

Τί κάνει τὰ γεννήματα καλόρεχτα, μὲ τὶ ἄστρο

Ταιριάζει νὰ γυρίζονται, Μαικήνα, τὰ χωράφια,
Και στὸ φτεληᾶ νὰ δένεται τὸ κλήμα- ποιὲς φροντίδες
Καματερὰ καὶ πρόβατα χρειάζονται καὶ πόση
Πράξη θέλουν οἱ μέλισσες, ποῦ οἰκονομοῦν ἐδῶθε
Θὰ ἀρχίσω τὸ τραγοῦδι μου. Τοῦ κόσμου ἐσεῖς φωστῆρες
Λαμπρότατοι κι’ ὁδηγητές στὸν οὐρανὸ τοῦ χρόνου,
Ὁποῦ περνᾶ, ἐσὺ Δήμητρα πανέμνοστη καὶ Βάκχε,
Ἀνίσως μὲ τὴ χάρη σας ἄλλαξε ἡ γῆς σὲ ἀστάκι
Θρεφτάρικο τὸ Χαονικό βαλάνι της, κι’ ἀνίσως
Μὲ τὰ σταφύλια, ποῦ ηὕρατε, τὸ κῦμα τοῦ Ἀχελώου
Ἀντάμωσε· καὶ Φαῦνοι ἐσεῖς, ποὺ ἡ δύναμή σας σκέπει
Τοὺς δουλευτές· Φαῦνοι μαζῆ καὶ κορασιὲς Δρυάδες,
Ἐλᾶτε, ἐγὼ τὰ δῶρα σας ψάλλω. Κι’ ὦ Ποσειδῶνα,
Ποῦ ἔκρουσες μὲ τὴν τρίαινα τὴ δυνατὴ τὸ βράχο,
Καὶ πρώτη ἡ γῆς σοῦ ἀνάδωκε τἄτι ποῦ χλημιντράει,
Καὶ σύ, ποῦ στέκεις στὰ δρυμὰ καὶ ποῦ γιὰ σὲ στῆς Κέας
Τοὺς λόγγους τοὺς θρεφτάρικους λευκὰ δαμάλια βόσκουν
Τρακόσια• καὶ τῶν κοπαδιῶν φυλάχτορα, ἐσὺ ΙΙᾶνα,
Ἄν ἀγαπᾶς τὸ Μαίναλο, καλόγνωμος φανίσου,
Ἀφίνοντας τὸ πατρικὸ τὸ δάσος, Τεγεαῖε,
Καὶ τοῦ Λυκαίου τὰ δρυμά• καὶ τῆς ἐληᾶς εὑρέτρα,
Καὶ σὺ παιδὶ ποῦ ἀνάδειξες τἀγγυστρωτὸ τ’ ἀλέτρι,
Καὶ σὺ Σιλβᾶνε, ποῦ κρατεῖς χολὸ κυπαρισσάκι
Σύρριζο• κι’ ὅλοι σας θεοὶ καὶ θέαινες ἀντάμα,
Ποῦ ρίχνετε τ’ ἀνάβλεμμα πρόθυμα στὰ χωράφια
Καὶ νέους θρέφετε καρποὺς χωρὶς κανένα σπόρο
Καὶ χύνετε πολλὲς βροχὲς γιὰ τὰ σπαρτὰ οὐρανόθε•
Καὶ τέλος καὶ σύ, Καίσαρα, ποῦ γλίγωρα θὰ σ’ ἔχουν
Δὲν ξέρω τῶν ἀθάνατων ποιοὶ σύλλογοι, εἴτε θέλεις
Νἄχεις φροντίδα γιὰ τὴ γῆς, νὰ κυβερνᾶς τὲς χῶρες,
Καὶ σένα νὰ παραδεχτεῖ τῆς τρικυμίας ἀφέντη
Καὶ τῶν καρπῶν δημιουργὸν ἡ τρισμεγάλη σφαῖρα,
Ζώνοντας μὲ τὴ μητρικὴ μυρτιὰ τὸ μέτωπό σου·
Εἴτε κι ἄν ἔρθεις σὰ θεὸς τοὺ ἀπέραντου πελάγου,
Καὶ οἱ ναυτικοὶ τὴ χάρη σου μονάχα προσκυνήσουν,
Καὶ σὲ λατρέψει ἡ ἀκρόκοσμη Θούλα καὶ σ’ ἀγοράσει
Μ’ ὅλα τὰ κύματα γαμπρὸ δικό της ή Τηθύα•
Εἴτε καὶ μὲ τοὺς ὄψιμους τοὺς μῆνες σμίξεις ἄστρο
Καινούριο, έκεῖ ποῦ ἀνάμεσα στἄστρα τῆς Ἠριγόνης
Καὶ στὲς χηλές, ποῦ ἀκολουθοῦν, εἶνε ἀνοιχτὸς ὁ τόπος,
(Ὁ φλογισμένος ὁ Σκορπιὸς μαζεύει ἀπὸ τὰ τώρα
Ὁ ἴδιος τὰ βραχιόνια του καὶ τοὐρανοῦ σ’ ἀφίνει
Περσότερο ἀπὸ τὸ σωστὸ μοιράδι-) ὅτι κι’ ἂ θἆσαι
(Τὶ βασιληᾶ τὰ Τάρταρα δὲν πρέπει νὰ σ’ ἐλπίζουν•
Μὴ σοὔρθει τόσο φοβερὸς πόθος νὰ βασιλεύεις, -
Ἂν καὶ θιαμάζουν οἱ Ἕλληνες τὰ Ἠλυσιακὰ λιβάδια,
Κ’ἡ Περσεφόνη ἀρνήθηκε τὴ μάννα ν’ ἀκλουθήσει,
Ποῦ τὴ ζητοῦσε•) στρέξε ἐσὺ τ’ ἀπόκοτο ἄρχισμά μου
Καὶ δός του δρόμον εὔκολο καὶ βάδιζε μαζῆ μου,
Σπλαχνιστικὸς γιὰ τοὺς γεωργοὺς τοὺς ἄγνωρους τῆς στράτας,
Καὶ μὲ δέησες συνείθισε νὰ κράζεσαι ἀπὸ τώρα.


Μὲ τὴν καινούριαν ἄνοιξη, σὰ νερουλιάζει ὁ πάγος
Στὰ θολωμένα τὰ βουνὰ καὶ μὲ τἀέρι λυώνει
Ὁ σάπιος σβῶλος, παρευτὺς ζεμένο τὸ δαμάλι
Στὸ πλακωμένο τἄλατρο τὸ μουγγητὸ ἂς μοῦ ἀρχίσει,
Κι’ ἂς μοῦ ξαστράφτει τὸ γυννὶ στ’ αὐλάκι τροχισμένο.
Μονάχα ἡ γῆς ποῦ δυὸ φορὲς ἥλιο γρικᾶ καὶ κρύα
Στοῦ δουλευτῆ τἀχόρταγου τοὺς πόθους ἀπαντάει·
Κεινοῦ τ’ ἀμπάρια ἐσκεύρωσεν ὁ ἀμέτρητος ὁ θέρος.
Πρὶν ὅμως σκίσει σίδερο τ’ ἀγνώριμο χωράφι,
Νὰ μάθουμε τοὺς ἄνεμους θὰ λάβουμε τὴν ἔγνοια
Καὶ τοὐρανοῦ τὰ διάφορα συνήθεια, καὶ στοὺς τόπους
Τί φύτευαν οἱ παλαιοὶ καὶ τί εἶνε φυσικό τους,
Καὶ κάθε μέρος τί γεννᾶ καὶ τί τὸ κάθε ἀρνιέται.
Ἐδὼ προκόβουν τὰ σπαρτά, κ’ ἐκεῖ τ’ ἀμπέλια κάλλιο,
Κι’ ἀλλοῦ τῶν δέντρων οἱ καρποί, καὶ πρασινίζουν χόρτα
Ἀπρόσταχτα. Μὴ δὲ θωρεῖς ποῦ οἱ τρυφεροὶ Σαβαῖοι
Μᾶς στέρνουν τὰ λιβάνια τους, ἡ Ἰνδία τὸ φίλντισί της,
Ὁ Τμῶλος κρόκου ἀρώματα, κ’ οἱ Χάλυβες οἱ ζόρκοι
Σίδερο; Καὶ φαρμακερὰ καστόρχια στέρνει ὁ Πόντος,
Κ’ ἡ Ἤπειρο τῶν Ὀλυμπιακῶν πουλάρων της τὰ βάγια.
Ἡ φύση ἀμέσως πρόβαλε σὲ διορισμένους τόπους
Τοὺς νόμους τούτους, κ’ ἔγραψε συνθῆκες ἀναιώνιες,
Ἅμα ποῦ ὁ Δευκαλίωνας στὸν ἀδειανὸν τὸν κόσμο
Τὲς πέτρες ἐπρωτόριξε ποῦ γίνηκαν ἀνθρῶποι,
Τὸ γεννοβόλι τὸ σκληρό. Λοιπὸν ὀμπρός· ἂς γέρνουν
Τῆς γῆς τὴν ὄψη τὴν παχειὰ τὰ δυνατὰ δαμάλια,
Δίχως νὰ χάνεται ὁ καιρὸς ἀπὸ τοὺς πρώτους μῆνες
Τοῦ χρόνου, καὶ τὸ σκονιστὸ τὸ καλοκαῖρι ἂς βράσει
Μὲ τὤριμο λιοπύρι του τοὺς σβώλους ποῦ ἀπομένουν.
Ἀλλὰ ἂ δὲν εἶνε γόνιμο τὸ χῶμα, τότες φτάνει
Νὰ τ’ ἀλαφρόσουν αὔλακες ριχοί, σὰ βγαίνει ὁ Ἀρκτοῦρος,
Θἂπνιγε ἀλλοιῶς τοὺς γελαστοὺς καρποὺς ἐκεῖ τὸ χόρτο,
Κ’ ἐδὼ στὸν ἄμμον τὸ φτωχὸ θἄφευγε, ἡ λίγη νότια.


Κι’ ὁμοίως σ’ ἀντικατάλλαγες χρονιὲς δὲ θὰ δουλεύεις
Τὸ θερισμένο νιόργωτο χωράφι καὶ θ’ ἀφήκεις
Στὴ σκόλη νὰ δυναμωθοῦν οἱ μουδιασμένοι κάμποι·
Ἤ, μ’ ἄλλο ἀστέρι, κίτρινο σιτάρι θὲ νὰ σπείρεις,
Ἐκεῖ, ὅπου πρὶν ἐθέρισες τὄσπριο τὸ ψωμωμένο
Στὸ βροντερὸ λοβίδι του, καὶ τὴ λιανὴ τὴ γέννα
Τοῦ λαθυριοῦ, καὶ τοῦ πρικοῦ τοῦ λουμπανιοῦ τὰ φλέστρα
Τὰ ψαθερὰ καὶ τὸ λογγό ποῦ ὁλόγυρα ἀντηχοῦσε,
Γιατὶ τὰ λιναρόφυτα συγκαῖνε τὰ χωράφια,
Καῖνε κ’ οἱ σπόροι τοῦ βρωμιοῦ, καῖνε κ’ οἱ παπαροῦνες,
Ποὖνε μὲ τοὺς Ληθαϊκοὺς τοὺς ὕπνους μοσχεμένες.
Μὰ σὰν ξαλλάζεις τὲς σπορὲς εἶν’εὔκολος ὁ κόπος,
Ἂ μοναχὰ δὲ ντρέπεσαι τὸ χῶμα τ’ ἀναμμένο
Νὰ τὸ χορτάσεις κοπριὲς παχειὲς καὶ στά χωράφια
Τὰ ξεπεσμένα ἀκάθαρτες νὰ ρίξεις στάχτες· κ’ ἔτσι.
Ὅταν ἀλλάζεις τοὺς καρπούς, οἱ κάμποι ξεμουδιαίνουν,
Κι’ὡς τόσο οὔτε τὸ δόσιμο τῆς χέρσης γῆς δὲ λείπει.
Οἱ κάμποι κι' ὅλας οἱ φτωχοὶ πολλὲς φορὲς συμφέρει
Ν’ ἀνάφτονται καὶ τ’ ἀλαφρυὰ τἀχύρατα νὰ καίγουν
Οἱ φλόγες ποῦ τριζοκοποῦν, εἴτε γιατὶ ἀπὸ κεῖθε
Τὸ χῶμα παίρνει δύναμες κρουφὲς καὶ πλούσιο θρέμμα.
Εἴτε γιατὶ μὲ τὴ φωτιὰ τοῦ ξεθυμαίνουν ὅλες
Οἱ κακοσύνες κ’ οἱ ὅγρητες οἱ ἀνέφελες σὰν ἴδρος
Βγαίνουν, ἢ καὶ περσότερους δρόμους καὶ φυσητῆρες
Κλειστοὺς ἀνοίγει ἡ ζεστασιά, κ’ἔτσι τὸ νιὸ χορτάρι
Παίρνει χυμούς, ἢ καὶ γιατί φρύγει περσὰ καὶ σφίγγει
Τὲς φλέβες τὲς ὀρθάνοιχτες, κ’ ἔτσι ἡ λιανὴ ψυχάλα,
Ἤ ἡ μπόρεση ἡ δεινότερη τοῦ ἥλιου τ’ ἀψιωμένου,
Ἤ καὶ τὸ κρύο τὸ ψιλὸ τῆς μπόρας δὲ θὰ βλάφτουν.


Πολὺ βοηθάει κι’ ὅλας τὴ γῆς ὅποιος μὲ τὲς ἀξίνες
Τοὺς σβώλους τοὺς ἀσάλευτους συντρίβει κι’ ἀπὸ πάνου
Σέρνει τὰ βέργινα πλεχτά• (τοῦ κάκου δὲν τηράζει
Ἐκεῖνον ἀπὸ τὰ ψηλὰ τοῦ Ὀλύμπου ἡ ξανθομάλλα
Δήμητρα·) κι’ ὅποιος, γέρνοντας λοξὰ τὸ ἀλέτρι, πάλι
Χαλᾶ τὲς ράχες ποῦ ἄσκωσε στὸ σιάδι τὸ σκισμένο,
Καὶ σκάφτει τὸ συχνὸ τὴ γῆς καὶ τήνε δυναστεύει.


Προσευκηθεῖτε, δουλευτές, γιὰ βροχερνὰ ἡλιοστάσια
Καὶ γιὰ χειμῶνες ξάστερους. Στὲς σκόνες τοῦ χειμῶνα
Τὰ στάρια εἶνε πασίχαρα, χαιράμενος κι’ ὁ κάμπος.
Χωρὶς δουλειὰ περήφανη εἶνε ἡ Μυσία τόσο,
Θιαμάζουν καὶ τὰ Γάργαρα τοὺς θέρους τους τὰ ἴδια.
Τί θένα πῶ γιὰ ἐκεῖνον ποῦ, μὲ τὸ τσαπὶ στὸ χέρι,
Τὴ γῆς παιδεύει, ἀφοῦ ἔρριξε τὸ σπόρο καὶ γκρεμίζει
Τὲς σωριασμένες χούμουλες πὤχουν περίσσιο πάχος;
Καὶ τὸ ποτάμι στὰ σπαρτὰ στερνώτερα ὁδηγάει
Καὶ τὰ τραφούλια, ποῦ ὑπακοῦν• καὶ σύντα ὁ κάμπος βράζει,
Ξερὸς, μὲ ἑτοιμοθάνατα χορτάρια, νά, τὸ κῦμα
Ἁπὸ τοῦ ὀρθοῦ μονοπατιοῦ τὸ χτένι κατεβάζει;
Ἐκεῖνο πέφτει ἀνάμεσα στοὺς τροχισμένους βράχους
Καὶ βγάζει ἕνα μουρμούρισμα βραχνὸ καὶ θαραπεύει
Τὰ διψασμένα χώματα μὲ τὸ ἀναβρύσιασμά του.
Καὶ τί γι’ αὐτὸν ποῦ τῶν σπαρτῶν τὸ θύμωμα νὰ βόσκουν
Στὸ χορταράκι τἀπαλὸ τὰ πρόβατά του ἀφίνει
Ἀμέσως ἅμα τὰ φυτὰ ταὐλάκια τους σκεπάσουν,
Μήπως τἀστάκια τὰ βαρειὰ ξεγύρουν τὰ καλάμια;
Καὶ τὶ γι’ αὐτὸν, ποῦ, ὅσα νερὰ συμμάζεψαν οἱ βάλτοι,
Μακράθε ἀπὸ τὲς χούμουλες τὲς πισταριὲς ξεσπάει,
Σὰ μάλιστα στοὺς ἄστατους τοὺς μῆνες τὸ ποτάμι
Ξεχειλισμένο χύνεται καὶ πλημμυράει, τὰ πάντα
Σκεπάζοντας μὲ βούρβουρες, κ’ ἔτσι σὰν ἵδρος νότιες
Χλιαρὲς ἀπὸ τὲς βαθουλὲς λιμνοῦλες ξεθυμαίνουν;

Μεταφραστής: Κωνσταντίνος Θεοτόκης

Τα κείμενα από https://el.wikisource.org/














Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου