Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2019

Νίκος Καχτίτσης ( 26 Φεβρουαρίου 1926 - 25 Μαΐου 1970)

Ο Νίκος Καχτίτσης ( 26 Φεβρουαρίου 1926 - 25 Μαΐου 1970) ήταν Έλληνας πεζογράφος της μεταπολεμικής γενιάς, ο οποίος έζησε για μεγάλο διάστημα και δημιούργησε στο Μόντρεαλ του Καναδά.
Ο Νίκος Καχτίτσης γεννήθηκε στις 26 Φεβρουαρίου 1926 στη Γαστούνη της Ηλείας, πέμπτο από τα έξι παιδιά του Θωμά και της Μελπομένης Καχτίτση (το γένος Λογοθέτη). Ο πατέρας του, με καταγωγή από την Ήπειρο (Κόνιτσα), ήταν σιδηροδρομικός των ΣΠΑΠ (Σιδηροδρόμων Πειραιώς-Αθηνών-Πατρών) και την περίοδο εκείνη υπηρετούσε στη Γαστούνη. Πέρασε τα παιδικά του χρόνια στη Μανωλάδα και την Πάτρα. Από τον Σεπτέμβριο του 1931 μέχρι τον Ιούνιο του 1935 φοίτησε στο Δημοτικό Σχολείο Βάρδας (κωμόπολης και σιδηροδρομικού κόμβου κοντά στη Μανωλάδα Ηλείας). Τον Σεπτέμβριο του 1935 ο πατέρας του μετατέθηκε στο Ναύπλιο όπου διέμεινε η οικογένεια μέχρι το καλοκαίρι του 1940, οπότε και μετακόμισε πάλι στη Βάρδα, διατηρώντας ωστόσο δεύτερο σπίτι στην Πάτρα όπου κατοίκησε ο Καχτίτσης.
Τον Σεπτέμβριο 1940 εγγράφεται στην Δ΄ τάξη του Α΄ Γυμνασίου Αρρένων Πατρών και αναπτύσσει στενή φιλία με τον κατά ένα χρόνο μεγαλύτερό του Ντίνο Ηλιόπουλο, γιο του Γυμνασιάρχη. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, μεταξύ Οκτωβρίου 1942 και Μαρτίου 1943, οι συμμαθητές και φίλοι Ν. Καχτίτσης, Ντ. Ηλιόπουλος, Λ. Μπαζός, Σπύρος Στεφανόπουλος (αδελφός του μετέπειτα Προέδρου της Δημοκρατίας, Κωστή Στεφανόπουλου), Μαρία Στοφόρου [Μανωλάκου], όντας σε επικοινωνία με τον Γιώργη Παυλόπουλο στον Πύργο Ηλείας (όπου εξεδίδετο το νεανικό, πατριωτικό περιοδικό "Οδυσσέας"), αποφασίζουν την έκδοση, σε χειρόγραφη μορφή, ενός φιλολογικού πατριωτικού περιοδικού, της "Μέλισσας".
Στις 20 Δεκεμβρίου ετοιμάζεται ένα πρώτο σχεδίασμα. Ο Καχτίτσης καλλιγραφεί ιδιοχείρως τα πρώτα τέσσερα αντίτυπα, τα οποία κυκλοφορούν από χέρι σε χέρι μεταξύ 15 και 20 Μαρτίου 1943. H έκδοση αναστέλλεται ύστερα από ανώνυμες επιστολές "με την απειλή πως αν τολμήσει να εμφανισθεί το αναρχικό έντυπο "θα καταγγελθείτε εις τας Αρχάς Κατοχής ως αντιτιθέμενοι στο κρατούν καθεστώς"" (Μαρία Mανωλάκου, "Ο έφηβος Νίκος Καχτίτσης", περιοδικό "Γράμματα και Τέχνες", τχ. 46, Ιούλιος-Αύγουστος 1986, σ. 5). Απογοητευμένα, τα περισσότερα μέλη της συντακτικής επιτροπής εντάσσονται στις τάξεις της ΕΠΟΝ. Ο Καχτίτσης διατηρεί στενές σχέσεις με τα υπόλοιπα μέλη, ωστόσο δεν εντάσσεται στην ΕΠΟΝ. Λίγο πριν από την απελευθέρωση της Πάτρας από τον ΕΛΑΣ, στις 4 Οκτωβρίου 1944, συλλαμβάνεται και κρατείται από τα Τάγματα Ασφαλείας, επειδή διατηρούσε αλληλογραφία με τον στενό του φίλο, Λάκη Μπαζό, ενταγμένο τότε στην ΕΠΟΝ.
Στις 24 Μαρτίου 1949, ενώ ο Εμφύλιος συνεχιζόταν, παρουσιάστηκε στο Κέντρο Εκπαιδεύσεως Τριπόλεως. Απολύθηκε από τον Ελληνικό Στρατό ύστερα από τριάμισι χρόνια θητείας στις 21 Ιουλίου 1952 με τον βαθμό του εφέδρου ανθυπολοχαγού. Στις 24 Ιανουαρίου 1953 αναχώρησε αεροπορικώς από την Αθήνα -μέσω Παρισιού, Μπορντώ και Τύνιδας- για τη Ντουάλα του γαλλικού Καμερούν, όπου είχε προσληφθεί ως λογιστής στη βρετανική εταιρεία Paterson, Zochonis & Co Ltd. Επέστρεψε στην Αθήνα τον Απρίλιο του 1955.
Τον Ιούνιο του 1956 έλαβε επίσημη πρόσκληση από τη Θάλεια Τσαπουλάρη να μεταβεί στον Καναδά ως επίσημος μνηστήρας της. Μετά από σύντομη διαμονή στο Παρίσι και το Λονδίνο, στις 6 Ιουλίου αναχώρησε από το Σαουθάμπτον με το υπερωκεάνιο Ascania για το Μόντρεαλ. Στις 27 Οκτωβρίου νυμφεύτηκε τη Θάλεια Τσαπουλάρη στον ορθόδοξο ναό της Αγίας Τριάδας στο Μόντρεαλ με κουμπάρο τον νεανικό του φίλο Ντίνο Ηλιόπουλο. Στο Μόντρεαλ θα βιοποριστεί με ποικίλες εργασίες: κατ' οίκον διδασκαλία αγγλικών και γαλλικών σε ομογενείς, υπάλληλος ταξιδιωτικού πρακτορείου και επίσημος δικαστικός διερμηνέας, εργασία που θα αποτελέσει την κύρια πηγή εσόδων του. Στις 11 Ιανουαρίου 1962 γεννήθηκε ο γιος του Θωμάς-Κωνσταντίνος.
Με την κήρυξη της Δικτατορίας, στις 21 Απριλίου 1967 και ακολουθώντας την τακτική πολλών Ελλήνων συγγραφέων, ο Καχτίτσης παύει να τυπώνει κείμενα στην ελληνική γλώσσα. Εξαίρεση στον κανόνα η υπό την εκδοτική επωνυμία "Λωτοφάγος" έκδοση τον Δεκέμβριο του 1967 του "Ήρωα της Γάνδης". Τον Μάιο του 1968 ως εκδότης πλέον τύπωσε τις "Πρόκες" του Γ. Δανιήλ και πάλι υπό την εκδοτική επωνυμία του "Λωτοφάγου". Αμφότεροι τόμοι στοιχειοθετήθηκαν στα πιεστήρια όπου τυπωνόταν η ημερήσια ομογενειακή εφημερίδα "Το Ελληνοκαναδικό Βήμα". Το καλοκαίρι του 1968 εγκατέστησε στο υπόγειο του σπιτιού του ένα χειροκίνητο πιεστήριο και τύπωσε υπό τη διακριτική επωνυμία "Anthelion Press" στην αγγλική γλώσσα κείμενα δικά του, του Ε. Χ. Γονατά και άλλων καθώς και τρία αντιδικτατορικά τομίδια. Άνθρωπος διηνεκώς κατεχόμενος από φοβίες και λόγω της ημιεπίσημης θέσης του ως δικαστικού διερμηνέως, εξέδωσε τις ανωτέρω εκδόσεις ανωνύμως. Παράλληλα δημοσίευσε με ψευδώνυμο σειρά άρθρων στο "Ελληνοκαναδικό Βήμα" στα οποία παίρνει θέση κατά της Δικτατορίας.
Στις 6 Απριλίου 1970 διαγιγνώσκεται ότι πάσχει από οξεία λευχαιμία. Στις 17 Μαΐου έφτασε στην Αθήνα και την επομένη στην Πάτρα, όπου διέμεινε σε συγγενείς του. Δύο ημέρες πριν πεθάνει εισήχθη στο Νοσοκομείο της Πάτρας όπου και εξέπνευσε στις 25 Μαΐου 1970. Ενταφιάστηκε στις 26 Μαΐου το απόγευμα στον οικογενειακό τάφο σε μια πλαγιά του Α΄ Νεκροταφείου Πατρών, αλλιώς Νεκροταφείου των Αγγέλων.

Το έργο του

Το πρώτο δημοσίευμα του Καχτίτση ήταν ένα, βραβευμένο σε διαγωνισμό, ποίημα που δημοσιεύτηκε με ψευδώνυμο στη "Διάπλαση των Παίδων" (Αθήνα) το καλοκαίρι του 1941. Το δεύτερο, το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς, ένα ποίημα στο "Νεολόγο Πατρών" για έναν πεθαμένο από πείνα φίλο του. Υπήρξε εκδότης και βασικός συντελεστής των βραχύβιων περιοδικών "Μέλισσα" (σε χειρόγραφή μορφή, ένα τεύχος, Πάτρα, Οκτώβριος 1942-Μάρτιος 1943) και "Νέος Ρυθμός" (σε έντυπη μορφή, δύο τεύχη, Πάτρα, Φεβρουάριος και Μάρτιος 1945), όπου δημοσίευσε ποικίλα κείμενα (πεζά, επιγράμματα, χρονογραφήματα). Από το 1945 και εξής δημοσίευσε συνεργασίες του στα περιοδικά: "Παλμός" (Αθηνών), "Νέος Άνθρωπος" (Πατρών), "Βωμός" (Πύργος), "Μορφές" (Θεσσαλονίκη), "Εννέα Οδοί" (Καβάλα).
Το 1949, έγραψε μία συλλογή ποιημάτων στα αγγλικά με τίτλο "Vulnerable Point" ("Τρωτό σημείο"), η οποία εκδόθηκε τελικά από τον ίδιο στο Μόντρεαλ το 1968. Τρία από τα ποιήματα δημοσιεύτηκαν, το 1950, στο περιοδικό "Symposium" (Πάτρα) που εξέδιδε η Βρετανική Ακαδημία, Παράρτημα Πατρών.
Μεταπολεμικά, μεταξύ 1950 και 1952, ο Καχτίτσης συνέταξε χειρόγραφα τεύχη ("περιοδικά"), πάντα σε ένα και μοναδικό αντίτυπο, τα οποία εν είδει προσωπικής αλληλογραφίας ενεχείριζε ή απέστελλε σε φίλους του (Γ. Παυλόπουλο, Ν. Πεντζίκη, Ε. Χ. Γονατά). Τα τεύχη είχαν τους εξής χαρακτηριστικούς τίτλους: "Η Ουλή", "Ρίψασπις", "Λωτός", "Η Σάλπιγξ", "Η εικονογραφημένη Γάνδη", "Η πολιορκημένη Γάνδη" (κυκλοφόρησε σε φωτογραφική αναπαραγωγή με το αφιέρωμα της Νέας Εστίας [2003]). Μεταξύ 14 Φεβρουαρίου 1954 και 6 Μαρτίου 1955, από την Ντουάλα (Γαλλικό Καμερούν), αλλά και κατά τη διάρκεια του ακτοπλοϊκού ταξιδίου επανόδου του στην Ευρώπη απέστειλε αμισθί δεκαεννέα ανταποκρίσεις στην εφημερίδα "Ελευθερία", ευελπιστώντας, ματαίως όπως αποδείχθηκε, ότι με την επιστροφή του στην Αθήνα θα προσληφθεί ως μόνιμος συντάκτης.
Δημοσίευσε, στην ώριμη περίοδό του, κυρίως σε περιοδικά της Θεσσαλονίκης ("Διαγώνιος" και "Νέα Πορεία"). Στον Καναδά δημοσίευσε ορισμένα βιβλιοκριτικά άρθρα, το 1957, στην αγγλόφωνη εφημερίδα "The Montreal Star" και ποικίλα άρθρα στην ελληνική γλώσσα στην ομογενειακή εφημερίδα "Ελληνοκαναδικό Βήμα" από το 1964 μέχρι τον θάνατό του το 1970.
Οι πρώτες εκδόσεις των πεζογραφικών έργων του, στα τέλη του ΄50 και κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του '60, έγιναν με έξοδα του ίδιου του Καχτίτση (ιδίοις αναλώμασιν), σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων, είτε από μικρούς εκδοτικούς οίκους ("Διαγώνιος", "Πρώτη Ύλη") που έθεσαν στη διάθεσή του την επωνυμία τους, είτε από εκδοτικούς οίκους που δημιούργησε ο ίδιος ο Καχτίτσης (π.χ. "Λωτοφάγος").

Ήσαν οι εξής:

- "Ποιοί οι φίλοι", "Διαγώνιος", Θεσσαλονίκη, Σεπτέμβριος 1959 (ανασελιδοποιημένο ανάτυπο από το περιοδικό "Διαγώνιος", Έτος δεύτερο, τχ. 2, καλοκαίρι [Σεπτέμβριος] 1959,με επιμέλεια και εξώφυλλο Κάρολου Τσίζεκ)

- "Η ομορφάσχημη" (άσκηση), "Διαγώνιος", Θεσσαλονίκη, Ιούνιος 1960 (ανασελιδοποιημένο ανάτυπο από το περιοδικό "Διαγώνιος", Έτος τρίτο, τχ. 2, καλοκαίρι [Ιούνιος] 1960, με επιμέλεια και εξώφυλλο Κάρολου Τσίζεκ)

- "Το ενύπνιο", ιδίοις αναλώμασιν, Θεσσαλονίκη, Οκτώβριος 1960 (αναθεωρημένο κείμενο σε σχέση με την α΄ δημοσίευση στο περιοδικό "Νέα Πορεία" με επιμέλεια, εικονογράφηση και εξώφυλλο Κάρολου Τσίζεκ) (α΄ δημοσίευση: "Ένα ενύπνιο του Γ.Π.", περιοδικό "Νέα Πορεία", τχ. 53-54, Θεσσαλονίκη, Ιούλιος-Αύγουστος [Σεπτέμβριος] 1959, σ. 256-267).

- "Ο εξώστης", εκδ. "Πρώτη Ύλη" [ιδίοις αναλώμασιν], Αθήνα, Δεκέμβριος 1964 (αλλά τυπωμένο στη Θεσσαλονίκη με επιμέλεια και εξώφυλλο Κάρολου Τσίζεκ).

- "Η περιπέτεια ενός βιβλίου", ιδίοις αναλώμασιν, Μόντρεαλ, Ιούνιος 1965 (αλλά τυπωμένο στον Πύργο Ηλείας με επιμέλεια Γιώργη Παυλόπουλου).

- "Ο ήρωας της Γάνδης", εκδ. "Λωτοφάγος" [ιδίοις αναλώμασιν], Μόντρεαλ, Δεκέμβριος 1967 (το ήμισυ του τόμου στοιχειοθετήθηκε στον Πύργο Ηλείας με επιμέλεια Γιώργη Παυλόπουλου, ενώ από τη σελίδα 208 κ.ε. στο Μόντρεαλ από τον ίδιο τον Καχτίτση στο τυπογραφείο που τυπωνόταν το "Ελληνοκαναδικό Βήμα").

Μετά την κήρυξη της Δικτατορίας δημοσίευσε λογοτεχνικά κείμενα αποκλειστικά στην αγγλική γλώσσα (εκτός από τον "Ήρωα της Γάνδης" που η εκτύπωσή του ολοκληρώθηκε τον Δεκέμβριο του 1967) μόνον δύο μικρά τομίδια: το πρώτο (1968) περιλαμβάνει την ποιητική συλλογή "Vulnerable Point" που είχε γράψει το 1949 και το δεύτερο ένα και μοναδικό ποίημα που αποτελεί και το κύκνειο άσμα του: "New Year's Rhapsody or The Poor Beggar's Lyre" by Nicholas Prior (1769), Anthelion Press, Μόντρεαλ, 1970 (;). Το κρυπτικο ψευδώνυμο Nicholas Prior (1769) μπορεί ν' αποκρυπτογραφηθεί ως "Νικόλαος ο προ του 1967". Το ερωτηματικό στη χρονολογία είναι ενδεικτικό της κατάστασής του και των αμφιβολιών που τον έζωναν πλέον για τη ζωή του.

Η πρώτη απόπειρα επανέκδοσης του έργου του μετά τον θάνατο του συγγραφέα, έγινε από το στενό φίλο και αλληλογράφο του, Τάκη Σινόπουλο, το 1976, αλλά απέδωσε μόνο έναν τόμο. Δεν είχε συνέχεια λόγω της εμπλοκής του Σινόπουλου σε διαμάχη με τη χήρα του τεθνεώτος συγγραφέως. Η επανέκδοση του συνόλου των βασικών του έργων από τις εκδόσεις "Στιγμή", με την επιμέλεια του Ε. Χ. Γονατά, μεταξύ 1985 και 1988 απετέλεσε τη σημαντικότερη συμβολή στη μεταθανάτια αναγνώριση του Καχτίτση, σε συνδυασμό με τη δημοσίευση, με τη διακριτική παρέμβαση του Ε. Χ. Γονατά, πολλαπλών αφιερωμάτων σε λογοτεχνικά περιοδικά (π.χ. "Αντί", 1985, "Η λέξη", 1986, κ.ά.).

Η επανέκδοση από τον Κέδρο, με προτροπή του Η. Χ. Παπαδημητρακόπουλου, του "Ήρωα της Γάνδης" το 1997 και των τριών αφηγημάτων ("Ποιοι οι φίλοι, Η ομορφάσχημη, Το ενύπνιο") το 2003 είχε μικρή απήχηση, όπως άλλωστε και η ανθολογία της Μ. Λαϊνά το 1995, από τις εκδόσεις Μπάστας. Τον Αύγουστο του 2012 κυκλοφόρησε η τρίτη, νέα έκδοση του "Εξώστη" εγκαινιάζοντας την επανέκδοση του συνόλου του έργου του από τις εκδόσεις Κίχλη σε επιμέλεια Βίκτωρα Καμχή και Γιώτας Κριτσέλη.

Ο χαρακτήρας του έργου του

Τα πεζά, αλλά και τα λιγοστά ποιήματα του Καχτίτση διακατέχονται από μία διαρκή αγωνία και ένα άγχος που συνθλίβει τον άνθρωπο. Οι ήρωές του είναι παγιδευμένοι στις ενοχές που προκαλεί ένα μακρινό παρελθόν και αδυνατούν να απεμπλακούν από την κατάσταση αυτή. Όλοι οι χαρακτήρες του "Εξώστη" και του "Ήρωα της Γάνδης" είναι καχύποπτοι και προσπαθούν να εξοντώσουν ψυχολογικά ο ένας τον άλλον. Δεν είναι τυχαίο ότι οι ήρωες του Καχτίτση, και κυρίως ο ετερώνυμος ήρωάς του, Στοπάκιος Παπένγκους, είναι άτομα με έντονες εμμονές που ζουν ή συνδέονται με τη διηνεκώς πολιορκημένη φανταστική πόλη Γάνδη, η οποία ουδεμία σχέση έχει με την ομώνυμη πόλη του Βελγίου την οποία ο Καχτίτσης ουδέποτε επισκέφθηκε.

Ο αφηγηματικός κόσμος του Καχτίτση κυριαρχείται από την ενοχή. Στην αφηγηματική τεχνική συνδυάζει την παρωδία και την ανατροπή των κλασικών τεχνικών αφήγησης. Ο Καχτίτσης, φανατικός λάτρης του βιβλίου, δέχθηκε κυρίως επιδράσεις από τα ρεύματα του ευρωπαϊκού αισθητισμού και συμβολισμού πριν τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τα μοντέλα του ήταν κλασικοί προπολεμικοί συγγραφείς όπως ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, ο Τζέιμς Τζόυς, η Βιρτζίνια Γουλφ, ο Φραντς Κάφκα και ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Το έργο του επίσης συνδεέται με την μεταπολεμική πεζογραφική παραγωγή της Θεσσαλονίκης, κυρίως με την λεγόμενη σχολή του εσωτερικού μονολόγου (Νίκος-Γαβριήλ Πεντζίκης, Γιώργος Δέλιος κ.ά.). Ο Καχτίτσης υπέφερε από τις πληγές που άφησε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και από τις διάφορες προσωπικές δυσκολίες.

Βιβλιογραφικές αναφορές

Περισσότερες βιογραφικές και βιβλιογραφικές πληροφορίες για τον Ν. Καχτίτση περιλαμβάνονται στις εξής πηγές:
Τάκης Σινόπουλος (επιμ.), "Σελίδες για το Νίκο Καχτίτση", στο "Νεοελληνικός Λόγος/Ετήσια Κριτική Επιθεώρηση Λόγου και Τέχνης: Το πνευματικό και καλλιτεχνικό 1974", τ. 24, εκδ. Μίνωας, Αθήνα, Ιανουάριος 1974 [=1975], σ. 49-101, Τάκης Δόξας , "Καχτίτσης Νίκος", στη "Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας", τ. 8, Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ., Γιώργος Δανιήλ, "Ο λεπιδοπτερολόγος της αγωνίας Νίκος Καχτίτσης: εισαγωγή στη ζωή του, ανέκδοτες επιστολές, πρωτότυπα κείμενα", (επιμ. Ε.Χ. Γονατάς), Αθήνα, Νεφέλη, 1981, Αλέξης Ζήρας, "Καχτίτσης Νίκος", στο "Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό", τ. 4, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1985, Η. Χ. Παπαδημητρακόπουλος, "Νίκος Καχτίτσης", στο "Η μεταπολεμική πεζογραφία· από τον πόλεμο του '40 ως τη δικτατορία του '67", τ. Δ΄, Αθήνα, Σοκόλης, 1988, Σταύρος Ζουμπουλάκης (επιμ.), "Αφιέρωμα στον Νίκο Καχτίτση", περιοδικό "Νέα Εστία", τχ. 1755, Απρίλιος 2003, σ. 503-684, Αλέξης Ζήρας, "Καχτίτσης Νίκος", στο "Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας", Αθήνα, Πατάκης, 2007, σ. 1069-1070, Βίκτωρ Καμχής (επιμ.), "Πρώτη ύλη για τη διηνεκή επιστολή: Επιστολές του Νίκου Καχτίτση στον Ε.Χ. Γονατά και άλλα τεκμήρια για την εκ του μακρόθεν σχέση τους: εισαγωγή, σημειώσεις, βιβλιογραφία Βίκτωρ Καμχής", περιοδικό "Οροπέδιο", τχ. 11, Φεβρουάριος 2012, σ. 597-823, και Βίκτωρ Καμχής, "Χρονολόγιο σε α΄ και γ΄ πρόσωπο", στο Επίμετρο του Νίκος Καχτίτσης, "Ο εξώστης", εκδόσεις Κίχλη, Αύγουστος 2012, σ. 187-226.
Ο ΕΞΩΣΤΗΣ 

"Ο ήρωας του Εξώστη, για να γλιτώσει, καταφεύγει στην Αφρική. Αλλά, ενώ γλιτώνει από τους εχθρούς του, δεν μπορεί να διαφύγει την τιμωρία από τον κυριότερο κατήγορο: τον εαυτό του. Βλέπει οράματα, περνάει νύχτες και νύχτες αϋπνίας. Η μοναξιά, το κλίμα κ.λπ. τον σκοτώνει, όπως επίσης και οι αναμνήσεις. Τέλος, έπειτα από πολυετή παραμονή στην κόλαση της Αφρικής, δύο εφιαλτικά περιστατικά ανασκαλεύουν και ξεσκεπάζουν ένα παρελθόν που είχε κατορθώσει με τα ψέματα να κρύψει από τον εαυτό του. Η όλη ιστορία τελειώνει με τον ήρωα παίρνοντα την απόφαση ν' αυτοκτονήσει κατά τον εξής τρόπο: Διώχνει τους υπηρέτες του, κόβει κάθε σχέση με τις γνωριμίες του (που έχει στην αποικιακή αυτή πόλη), και αποτραβιέται για πάντα στην έπαυλή του [...], μέσα στην ενδοχώρα της ζούγκλας, αποφασισμένος να πεθάνει από την ασιτία, και από την ασφυξία που θα του εξασφαλίσουν τα διάφορα φυτά της Αφρικής, τα οποία, με τον γιγαντισμό και την επεκτατικότητα που τα διακρίνει, θα φράξουν μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα τις πόρτες, τα παράθυρα, κάθε άλλο άνοιγμα..."

Επιστολή του Ν. Καχτίτση στον Γιώργη Παυλόπουλο, 3.3.1963

Στο βιβλίο έχω επιχειρήσει να δώσω την ατμόσφαιρα ενός ξενοδοχείου […], την τροπική ατμόσφαιρα, την ατμόσφαιρα της πολιορκίας, την ατμόσφαιρα του σπιτιού ενός, στη Γάνδη, και ιδιαίτερα του γραφείου του, που βλέπει προς ένα φθινοπωρινό κήπο, κ.λπ. -όλα κάτω από ένα αμυδρό φως, και ορώμενα πλαγίως κάπως, και όχι κατευθείαν.

Ν. Καχτίτσης, επιστολή στον Γ. Παυλόπουλο, 2.7.1964


«Ο εξώστης» Κεφάλαιο 1

«…ένα ταξίδι τόσο μακρινό, δεν κατάφερε να μου εξασφαλίσει τη γαλήνη που ζητούσα [...] αργά το κατάλαβα πως το σαράκι το κουβαλάω μέσα μου όπου και να βρεθώ.
Γράφω εν κεντρική Αφρική την 27ην ή 28ην Ιουνίου 19…, και ώραν 3ην πρωινήν, με τα πρώτα κοράκια, εντός της βιβλιοθήκης της ιδιοκτήτου, και ικανής να στεγάσει ένα λόχο, επαύλεώς μου, ευρισκομένης εις τα κράσπεδα της πόλεως, και παρά τας εκβολάς του ποταμού Βούρι, όπου κατοικώ εγώ κι ο κούκος από επταετίας.

Ο κάτωθι υπογεγραμμένος, Σ. Π…, πρώην αρχαιοπώλης και ιδιοκτήτης ξενοδοχείων, και πάλαι ποτέ επιφανής κάτοικος της πόλεως Γάνδης, δηλώ υπευθύνως, και εν γνώσει των συνεπειών του νόμου περί ψευδούς δηλώσεως, ότι βρίσκομαι από ψυχολογικής απόψεως στα πρόθυρα της καταστροφής ότι οικονομικώς κοντεύω να καταρρεύσω και ότι η υγεία μου έχει κλονισθεί στο απροχώρητο. Το τελευταίο το αποδίδω όχι τόσο στα χρόνια που με πήραν, όσο στις αϋπνίες, στο άγχος που μου φέρνουν οι αναμνήσεις και οι τύψεις, και στους ρευματισμούς αρκεί να πω πως αυτή τη στιγμή που γράφω φορώ γάντια μέχρι τους ώμους και με δυσκολία σφίγγω την πένα.

Δηλώ επίσης, αυτή την πρωινή ώρα που μπορεί κάλλιστα να υπογράφω την καταδίκη μου (καλώ τους ενδιαφερομένους να επωφεληθούν της ευκαιρίας), ότι δύο πρόσφατα περιστατικά εχτύπησαν το τελευταίο κουδουνάκι μέσα στην ψυχή μου, και ότι βλέπω πως δε μου απομένει τώρα παρά ο θάνατος.

Δηλώ επιπροσθέτως, εις επήκοον των νυχτερίδων, των κουνουπιών, των μάντηδων, των απαισίων τριγμών των επίπλων μου, που είχα την απερισκεψία να κουβαλήσω μαζί μου από την Ευρώπη, και τέλος της βροχής, που δεν εννοεί να σταματήσει μέρες τώρα, ότι ή έτσι ή αλλιώς δεν έχω λόγο υπάρξεως. Και ότι αν, ο μη γένοιτο (αυτό το λέω με ειρωνεία), με βρουν καμιά μέρα οι υπηρέτες μου μπρούμυτα στο πάτωμα, με τα λευκά μου μουσκεμένα στο δικό μου αίμα, ή πεθάνω δηλητηριασμένος, ή από όποια άλλη αιτία (έχω στο νου μου πολλές), αυτό θα είναι από υπαιτιότητα δική μου. Αν είναι από υπαιτιότητα άλλου, τόσο το καλύτερο. Περιττό να τονίσω ότι δεν πρέπει να ενοχοποιηθεί κανένας από τους υπηρέτες μου, παρόλο που θα είχαν το δικαίωμα να με σπάσουν στο ξύλο γιατί ομολογουμένως τους έχω πρήξει το συκώτι με τις παραξενιές μου. Αλλά ακόμα κι αν αποδειχθεί κάτι τέτοιο από τα σοφά πουλιά της αστυνομίας, που έρχονται στην αποικία για να τρώνε έξι φορές την ημέρα, δικαιολογώ τους δολοφόνους μου προκαταβολικά, γιατί όχι μόνο μου αξίζει, όπως θα αποδείξω παρακάτω, αλλά και έχω απόλυτη ανάγκη από κάποιο λυτρωμό. Να μην ξεχάσω να βάλω την υπογραφή μου στο τέλος. Το χειρόγραφό μου θα το αφήσω σε εμφανή θέση, πάνω στο προσκέφαλό μου, ή μέσα από τα τζάμια της βιβλιοθήκης, ώστε να βρεθεί οπωσδήποτε. Όχι, θα το αφήσω καλύτερα στη θυρίδα μου της τραπέζης, μαζί με τις ομολογίες. Μπορεί να το στείλω στις αρχές, μέσα σε σφραγισμένο φάκελο, με την παράκληση ν’ ανοιχθεί όταν θα έχω πεθάνει. Πάντως θα ιδώ τι θα κάνω.

Ούτε ν’ αποδοθεί ο θάνατός μου σε κανέναν από τους εχθρούς που απόχτησα στην πατρίδα μου με τον πόλεμο. Θα τους ήταν αδύνατο να με ανακαλύψουν στο καταφύγιο που έχω βρει. Έχω αλλάξει το όνομά μου, ζω σε αποικία που ανήκει σε άλλη επικράτεια – οπότε τρέχα γύρευε. Εξασφάλισα απόλυτη εχεμύθεια, αφού πλήρωσα αδρά πρόσωπα ευυπόληπτα που ξέρουν να το ράβουν. Αυτοί που κανόνισαν τη φυγή μου έχουν μεσάνυχτα ποιος είμαι. Ακόμα και οι φίλοι μου οι παιδικοί δεν ξέρουνε πού βρίσκομαι. Μερικοί νομίζουνε ότι πέθανα στη λαίλαπα του πολέμου – εννοώ τις τελευταίες μέρες. Πού να ξέρανε! Επί του προκειμένου, θα ήταν ασυγχώρητη παράλειψη αν δεν απηύθυνα τις θερμές μου ευχαριστίες στον σχετικά άγνωστό μου κύριο Φ…, που με τη συμπάθεια που μου έδειξε, και μ’ ένα αναλόγως μέτριο ποσό που προθυμοποιήθηκα να του εγχειρίσω, μ’ εβοήθησε, εφοδιάζοντάς με μέ τα απαραίτητα χαρτιά. Εύγε του ας είναι καλά. Μαθαίνω ότι έχει από τότε αποσυρθεί από τη ζωή, και απολαμβάνει, στον ολάνθιστο κήπο του, που πληροφορούμαι ότι τον έχει στολίσει ωραία, τα αγαθά ενός ήσυχου βίου.

Ουσιαστικά, έπαψα να φοβάμαι εδώ και εφτά χρόνια, από τη στιγμή που πάτησα το πόδι μου στη σκάλα του πλοίου, με το οποίο έκανα ένα ομολογουμένως ονειρώδες ταξίδι. Ο μόνος που ξέρει ποιος είμαι βρίσκεται εδώ. Αλλά τι μ’ ενδιαφέρουν πλέον όλα αυτά; Τι κάθομαι και ζαλίζω το κεφάλι μου με κάτι τέτοια, τη στιγμή που, όπως είπα και παραπάνω, εκείνο που μ’ ενδιαφέρει είναι να δοθεί ένα τέλος σε όλα. Η καλοσύνη μου δεν έχει όρια πάω να εξιλεώσω προκαταβολικά τους δολοφόνους μου. Τέτοιος ηλίθιος είμαι.

Για ν’ αποδείξω ότι δεν αστειεύομαι, προσθέτω πως εύχομαι να με βρει ο θάνατος σε καμιά από τις περιπλανήσεις που κάνω σαν τρελός, μόνος μου, μέχρι τα μύχια της ζούγκλας, στην αγωνία μου να σκοτώσω το χρόνο, και να κουραστώ για να μπορέσει να με πάρει λίγο ο ύπνος το βράδυ – αν και ξέρω ότι αυτά είναι μπαλώματα. Τέλος, εύχομαι να με σωριάσει νεκρό καμιά ηλίαση, αλλά πολύ αμφιβάλλω, γιατί έχω το συνήθειο να κυνηγάω τις σκιές.
http://nikos-kachtitsis.blogspot.com/


 ΠΟΙΗΜΑΤΑ 


ΝΙΚΟΣ ΚΑΧΤΙΤΣΗΣ, ΤΡΩΤΟ ΣΗΜΕΙΟ, 1949, Δεκατέσσερα Νεανικά Ποιήματα
Μετάφραση Γιώργος Δανιήλ

ΑΔΙΕΞΟΔΟ

Ο σωσίας μου
συλλέκτης μεσαιωνικών κλειδιών
ζει κάπου αλλού,
στη Λιθουανία υποθέτω
ή πιθανόν στη Σαμαρκάνδη.

Και δέ θ’ αυτοκτονήσει
πριν ανταμώσουμε και πάλι
στο Εδιμβούργο.
 
✤✤


ΞΕΡΙΖΩΜΕΝΟΣ

Μνήμες, μην έρχεστε!
Η μουσκεμένη
εχθρική γη μυρίζει
σαν το νιόσκαφτο μνήμα
του Κρίνου Κοριτσιού
της θύμησης μου.

Η σαλαμάνδρα
υφαίνει ντροπαλό
τραγούδι
κι εγώ μαζεύω
κόκκινα φύλλα, έντομα κι άνθη του αγρού
για το λεύκωμα σου.

✤✤
 
ΑΔΡΑΝΕΙΑ

Ο μολυβένιος ουρανός
μου σφεντονίζει ένα τρελό φεγγάρι
καταπρόσωπο,
κι η Γη
θρηνεί τα τέκνα της
που χάθηκαν
στα πορφυρά πεδία των μαχών.

Απόψε ο νους μου παέι
σ’ αυτούς που κάνουν το ταξίδι
Κορνουάλη – Σφαξ
Κι Αμβούργο – Άγνωστο.

✤✤

ΤΟ ΧΡΩΜΑ ΤΗΣ ΣΤΙΓΜΗΣ

Είν έξοχη η στογμή
όταν ανοίγεις
το κουτί της φαντασίας σου
και ξεχειλίζουν αρώματα
μεθυστικά
θυμίζοντας σου
την από καιρό χαμένη βεντάλια της Πενθεσιλείας
που βρέθηκε απροσδόκητα ένα απόγευμα
σε κάποιο βελουδένιο κήπο …

Μα γρήγορα τα μάτια σου εξαντλούνται,
μια στιγμή ήταν αυτό, τίποτα παραπάνω,
και μονομιάς
όλα χάνονται :
οι ταινίες
τα γράμματα
τα ξηραμένα άνθη.
 
 ✤✤
 
Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΗΣ ΟΜΙΧΛΗΣ

Μ’ αρέσει η φιλία
της ομίχλης
μ’ όλο που νιώθω
ένα υγρό φορτίο
αηδίας
στο λαιμό μου
όταν της κουβεντιάζω

Μα σαν αποτραβιέμαι
με σιωπηλά φευγαλέα βήματα
μες στα ερείπια,
τότε υποφέρω αληθινά
και μ’ αγωνία την περιμένω
να’ ρθει πάλι
με νέα οράματα
καινούρια μουσική.


http://www.sarantakos.com/



 Οι φωτογραφίες είναι από http://nikos-kachtitsis.blogspot.com/












Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου