Παρασκευή 22 Φεβρουαρίου 2019

Ροσαλία ντε Κάστρο (24 Φεβρουαρίου 1837 — 15 Ιουλίου 1885)


Η Ροσαλία ντε Κάστρο (Rosalía de Castro, Σαντιάγο ντε Κομποστέλα, 24 Φεβρουαρίου 1837 — Παδρόν, 15 Ιουλίου 1885) ήταν Ισπανίδα συγγραφέας. Είναι μια από της σημαντικότερες συγγραφείς σε γαλικιανή γλώσσα, ενώ μεγάλο μέρος του έργου της είναι στα καστιλιανικά. Θεωρείται η σημαντικότερη μορφή του Rexurdimento, της αναγέννησης της γαλικιανής γλώσσας και στις 17 Μαΐου, τη μέρα που δημοσιεύθηκε η συλλογή ποιημάτων της Cantares gallegos γιορτάζεται η Ημέρα των Γαλικιανών Γραμμάτων.

Ήταν νόθα κόρη του ιερέα Xosé Martínez Viojo και της María Teresa de la Cruz de Castro e Abadía και πέρασε τα πρώτα χρόνια της ζωής της με της θείες της και αργότερα με τη μητέρα της. Το 1858 παντρεύτηκε τον ιστορικό Manuel Murguía. Μαζί απέκτησαν 6 παιδιά.

Ήταν πάντα φιλάσθενη και το 1885 πέθανε από καρκίνο .

Έργο

Έγραψε τα πρώτα της έργα στα καστιλιάνικα, ενώ το 1863, ο σύζυγός της, κι αυτός σημαντικός εκπρόσωπος του Rexurdimento, δημοσίευσε χωρίς τη γνώση της τα ποιήματα Cantares gallegos. Τον επόμενο χρόνο δημοσιεύτηκε η συλλογή διηγημάτων Contos da miña terra I, και το 1880 η δεύτερη συλλογή ποιημάτων της σε γαλικιανή γλώσσα Follas novas. Όλο το υπόλοιπο έργο της είναι στα καστιλιανικά.

Τα ποιήματά της μελοποιήθηκαν από διάφορους μουσικούς όπως ο Emilio Cao, ο Amancio Prada και η Luz Casal. Στο Soundrack της ταινίας Mar Adentro ακούγεται το ποίημά της Negra Sombra από τη συλλογή Follas Novas.

Στα γαλικιανά

  • 1863 (ποιήματα) Cantares gallegos
  • 1880 (ποιήματα) Follas novas
  • 1864 (πρόζα) Contos da miña terra I

Στα καστιλιάνικα

  • 1857 (ποιήματα) La Flor
  • 1859 (πρόζα) La hija del mar
  • 1861 (πρόζα) Flavio
  • 1863 (ποιήματα) A mi madre
  • 1863 (πρόζα) El cadiceño
  • 1866 (πρόζα) Ruinas
  • 1866 (πρόζα) Las literatas
  • 1867 (πρόζα) El caballero de las botas azules
  • 1881 (πρόζα) El primer loco
  • 1881 (πρόζα) El domingo de Ramos
  • 1881 (πρόζα) Padrón y las inundaciones
  • 1884 (ποιήματα) En las orillas del Sar

ΠΟΙΗΜΑΤΑ 

i.Cuando recuerdo del ancho bosque...

Cuando recuerdo del ancho bosque
el mar dorado
de hojas marchitas que en el otoño
agita el viento con soplo blando,
tan honda angustia nubla mi alma,
turba mi pecho,
que me pregunto:
«¿Por qué tan terca,
tan fiel memoria me ha dado el cielo?»

                                  **
Όταν θυμάμαι απ’ το πλατύ δάσος…

Όταν θυμάμαι απ’ το πλατύ δάσος
τη χρυσαφένια θάλασσα
των μαραμένων φύλλων που στο φθινόπωρο
ταράζει ο αγέρας με πνοή απαλή,
τόσο βαθιά αγωνία συννεφιάζει τη ψυχή μου,
αναστατώνει το στήθος μου,
που αναρωτιέμαι:
« Γιατί να μου ‘χει δώσει ο ουρανός
τόσo επίμονη, τόσο πιστή μνήμη;»

Μετάφραση:Στέργιος Ντέρτσας 


 ii. Son los corazones de algunas criaturas...

Son los corazones de algunas criaturas
como los caminos muy transitados,
donde las pisadas de los que ahora llegan,
borran las pisadas de los que pasaron:
no será posible que dejéis en ellos,
de vuestro cariño, recuerdo ni rastro
**
Είναι οι καρδιές κάποιων πλασμάτων…

Είναι οι καρδιές κάποιων πλασμάτων
σαν τους πολυσύχναστους δρόμους
όπου τα βήματα που φθάνουνε τώρα
σβήνουν τα βήματα αυτών που περάσανε:
δεν υπάρχει περίπτωση σε αυτούς να αφήσετε,
της στοργής σας ανάμνηση ούτε σημάδι.
Μετάφραση:Στέργιος Ντέρτσας 

 
iii.Yo en mi lecho de abrojos…

«Yo en mi lecho de abrojos,
tú en tu lecho de rosas y de plumas;
verdad dijo el que dijo que un abismo
media entre mi miseria y tu fortuna.
Mas yo no cambiaría
por tu lecho mi lecho,
pues rosas hay que manchan y emponzoñan,
y abrojos que a través de su aspereza
nos conducen al cielo.»
**
Εγώ στο κρεβάτι μου από τριβόλια…

“Εγώ στο κρεβάτι μου από τριβόλια,
εσύ στο κρεβάτι σου από ρόδα και πούπουλα ∙
αλήθεια είπε αυτός που είπε πως μια άβυσσος
μεσολαβεί ανάμεσα στην μιζέρια μου και την καλοτυχία σου.
Αλλά εγώ δεν θα άλλαζα
το κρεβάτι μου για το κρεβάτι σου
γιατί υπάρχουνε ρόδα που λεκιάζουν και δηλητηριάζουν
και τριβόλια που μέσα από την τραχύτητα τους
μας κατευθύνουν στα ουράνια.”
Μετάφραση:Στέργιος Ντέρτσας

 
iv.Nada me importa, blanca o negra mariposa…

Nada me importa, blanca o negra mariposa,
que dichas anunciándome o malhadadas nuevas,
en torno de mi lámpara o de mi frente en torno,
os agitéis inquietas.
La venturosa copa del placer para siempre
rota a mis pies está,
y en la del dolor llena... ¡llena hasta desbordarse!,
ni penas ni amarguras pueden caber ya más.
**
Τίποτα δεν με νοιάζει, λευκή ή μαύρη πεταλούδα…

Τίποτα δεν με νοιάζει, λευκή ή μαύρη πεταλούδα
είτε μου προαναγγέλλεις ευτυχίες είτε καινούργιες συμφορές,
γύρω από την λάμπα ή από το μέτωπο μου γύρω,
ας χτυπιέστε ανήσυχες.
Η θυελλώδης κούπα της απόλαυσης για πάντα
σπασμένη στα πόδια μου βρίσκεται,
και σε κείνη την πόνο γεμάτη ….-γεμάτη μέχρι που ξεχειλίζει!-
ούτε οδύνες ούτε πίκρες μπορούνε πλέον να χωρέσουν.

Μετάφραση:Στέργιος Ντέρτσας


v. No subas tan alto, pensamiento loco…

No subas tan alto, pensamiento loco,
que el que más alto sube más hondo cae,
ni puede el alma gozar del cielo
mientras que vive envuelta en la carne.
Por eso las grandes dichas de la tierra
tienen siempre por término grandes catástrofes.
**
Μην ανεβαίνεις τόσο ψηλά, λογισμέ παράλογε…

Μην ανεβαίνεις τόσο ψηλά, λογισμέ παράλογε,
γιατί όσο ψηλότερα πάει κανείς τόσο πιο βαθιά γκρεμίζεται,
ούτε μπορεί η ψυχή τον ουρανό ν’ απολαύσει
για όσο θα ζει τυλιγμένη στη σάρκα.
Γι’ αυτό οι μεγάλες γήινες ευτυχίες
έχουν πάντα κατάληξη μεγάλες συμφορές.

Μετάφραση:Στέργιος Ντέρτσας
 https://eratoarspoetica.blogspot.com/


"Adiós ríos, adiós fontes" - Rosalía de Castro


Adiós, ríos; adiós, fontes;
adiós, regatos pequenos;
adiós, vista dos meus ollos:
non sei cando nos veremos.
Miña terra, miña terra,
terra donde me eu criei,
hortiña que quero tanto,
figueiriñas que prantei,
prados, ríos, arboredas,
pinares que move o vento,
paxariños piadores,
casiña do meu contento,
muíño dos castañares,
noites craras de luar,
campaniñas trimbadoras,
da igrexiña do lugar,
amoriñas das silveiras
que eu lle daba ó meu amor,
camiñiños antre o millo,
¡adios, para sempre adios!
¡Adiós groria! ¡Adiós contento!
¡Deixo a casa onde nacín,
deixo a aldea que conozo
por un mundo que non vin!
Deixo amigos por estraños,
deixo a veiga polo mar,
deixo, en fin, canto ben quero...
¡Quen pudera non deixar!...
.........................................
Mais son probe e, ¡mal pecado!,
a miña terra n'é miña,
que hastra lle dan de prestado
a beira por que camiña
ó que naceu desdichado.
Téñovos, pois, que deixar,
hortiña que tanto amei,
fogueiriña do meu lar,
arboriños que prantei,
fontiña do cabañar.
Adiós, adiós, que me vou,
herbiñas do camposanto,
donde meu pai se enterrou,
herbiñas que biquei tanto,
terriña que nos criou.
Adiós Virxe da Asunción,
branca como un serafín;
lévovos no corazón:
Pedídelle a Dios por min,
miña Virxe da Asunción.
Xa se oien lonxe, moi lonxe,
as campanas do Pomar;
para min, ¡ai!, coitadiño,
nunca máis han de tocar.
Xa se oien lonxe, máis lonxe
Cada balada é un dolor;
voume soio, sin arrimo...
¡Miña terra, ¡adios!, ¡adios!
¡Adiós tamén, queridiña!...
¡Adiós por sempre quizais!...
Dígoche este adios chorando
desde a beiriña do mar.
Non me olvides, queridiña,
si morro de soidás...
tantas légoas mar adentro...
¡Miña casiña!,¡meu lar!


http://galeria-hispanica.blogspot.com/














Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου