Δευτέρα 22 Απριλίου 2019

ΤΟ ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΟΥ ΣΤΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ

 Βάλε το δεύτερο
σε χρόνο ελεύθερο,
με τα τραγούδια της παρέας
σ’ Αθήνα και Πειραίας
βάλε το δεύτερο βάλε το δεύτερο
 Λίνα Νικολακοπούλου

 Remember When We Listened To The Radio by Frank SantAgata


Κωστούλα Μητροπούλου - 1050 ΧΙΛΙΟΚΥΚΛΟΙ

"Εδώ Πολυτεχνείο, εδώ Πολυτεχνείο!"
Αυτή η φωνή που τρέμει στον αέρα,
δεν σούστειλε ένα μήνυμα μητέρα,
αυτή η φωνή δεν ήτανε του γιού σου,
ήταν φωνές χιλιάδες του λαού σου.
"Εδώ Πολυτεχνείο ,εδώ Πολυτεχνείο!"
Μιλάει ένα κορίτσι κι ένα αγόρι,
εκπέμπουνε τραγούδι μοιρολόι,
χίλιες πενήντα αντένες η λαχτάρα,
σε στόματα μανάδων η κατάρα.
Και τα κορίτσια και τ' αγόρια που μιλούσαν,
τρεις μέρες και τρεις νύχτες δεν μετρούσαν,
δοκίμαζαν τις λέξεις με αγωνία,
κι αλλάζανε ρυθμό στην ιστορία.
"Εδώ Πολυτεχνείο, εδώ Πολυτεχνείο!"
Γραμμένα μένουν τα ονόματα στο αρχείο,
δεν αναφέρονται οι νεκροί που είναι στο ψυγείο,
λένε πως είναι τέσσερις κι είναι εκατό οι μανάδες,
πρώτα σκοτώθηκε η φωνή και σώπασαν χιλιάδες.

http://www.sarantakos.com/



Antique Transistor Radio by Ali Mohamad
Γιάννης Ρίτσος - Σονάτα του Σεληνόφωτος 

(Τό δωμάτιο σκοτεινιάζει. Φαίνεται πώς κάποιο σύννεφο θἄκρυψε τό φεγγάρι. Μονομιᾶς, σάν κάποιο χέρι νά δυνάμωσε τό ραδιόφωνο τοῦ γειτονικοῦ μπάρ, ἀκούστηκε μιά πολύ γνωστή μουσική φράση. Καί τότε κατάλαβα πώς ὅλη τούτη τή σκηνή τή συνόδευε χαμηλόφωνα ἡ «Σονάτα τοῦ Σεληνόφωτος»,39 μόνο τό πρῶτο μέρος. Ὁ Νέος θά κατηφορίζει τώρα μ' ἕνα εἰρωνικό κ' ἴσως συμπονετικό χαμόγελο στά καλογραμμένα χείλη του καί μ' ἕνα συναίσθημα ἀπελευθέρωσης. Ὅταν θά φτάσει ἀκριβῶς στόν Ἅη-Νικόλα, πρίν κατέβει τή μαρμάρινη σκάλα, θά γελάσει, — ἕνα γέλιο δυνατό, ἀσυγκράτητο. Τό γέλιο του δέ θ' ἀκουστεῖ καθόλου ἀνάρμοστα κάτω ἀπ' τό φεγγάρι. Ἴσως τό μόνο ἀνάρμοστο νἆναι τό ὅτι δέν εἶναι καθόλου ἀνάρμοστο. Σέ λίγο ὁ Νέος θά σωπάσει, θά σοβαρευτεῖ καί θά πεῖ: «Ἡ παρακμή μιᾶς ἐποχῆς». Ἔτσι, ὁλότελα ἥσυχος πιά, θά ξεκουμπώσει πάλι τό πουκάμισό του καί θά τραβήξει τό δρόμο του. Ὅσο γιά τή γυναίκα μέ τά μαῦρα, δέν ξέρω ἄν βγῆκε τελικά ἀπ' τό σπίτι. Τό φεγγαρόφωτο λάμπει ξανά. Καί στίς γωνιές τοῦ δωματίου οἱ σκιές σφίγγονται ἀπό μιάν ἀβάσταχτη μετάνοια, σχεδόν ὀργή, ὄχι τόσο γιά τή ζωή, ὅσο γιά τήν ἄχρηστη ἐξομολόγηση. Ἀκοῦτε; Τό ραδιόφωνο συνεχίζει):
http://ebooks.edu.gr/


Raymond Logan
Μίλτος Σαχτούρης - Η Μαρία
 
Ἡ Μαρία σκεφτικὴ ἔβγαζε τὶς κάλτσες της
Ἀπὸ τὸ σῶμα της ἔβγαιναν
φωνὲς ἄλλων ἀνθρώπων
ἑνὸς στρατιώτη ποὺ μιλοῦσε σὰν ἕνα πουλὶ
ἑνὸς ἀρρώστου ποὺ εἶχε πεθάνει ἀπὸ πόνους προβάτων
καὶ τὸ κλάμα τῆς μικρῆς ἀνεψιᾶς τῆς Μαρίας
ποὺ αὐτὲς τὶς μέρες εἶχε γεννηθεῖ

Ἡ Μαρία ἔκλαιγε ἔκλαιγε
τώρα ἡ Μαρία γελοῦσε
ἅπλωνε τὰ χέρια της τὸ βράδυ
ἔμενε μὲ τὰ πόδια ἀνοιχτὰ

Ὕστερα σκοτείνιαζαν τὰ μάτια της
μαῦρα μαῦρα θολὰ σκοτείνιαζαν

Τὸ ραδιόφωνο ἔπαιζε
Ἡ Μαρία ἔκλαιγε
Ἡ Μαρία ἔκλαιγε
τὸ ραδιόφωνο ἔπαιζε


Τότε ἡ Μαρία
σιγὰ-σιγὰ ἄνοιγε τὰ χέρια της
ἄρχιζε νὰ πετάει
γύρω-γύρω στὸ δωμάτιο
https://www.catisart.gr/


"Listening to Saturday footfall over the radio," by Stevan Dehanos
Ένα διήγημα Του Αντώνη Κηπουρού

Παράθυρο στον κόσμο στη δεκαετία του 50 και στις αρχές αυτής του 60 ήτανε το ραδιόφωνο. Από τότε που πήγα στο Δημοτικό θυμάμαι τον πατέρα μου να έχει φέρει ένα τσέχικο ραδιόφωνο στο σπίτι. Μεγάλο, επιβλητικό για τα παιδικά μου μάτια, ήτανε μια προβολή στο μέλλον, μια προκαταβολή για τα μελλούμενα. Με εντυπωσίαζε ο φωτεινός του πίνακας με τις ονομασίες όλων των μεγαλουπόλεων του κόσμου που ήτανε γνωστός μέχρι τότε. Όταν γύριζε η βελόνη και αλλάζανε οι σταθμοί, ακουγότανε ένας ήχος σαν μπουρμπουλήθρες, μόνο κάπως πιο γυαλιστερός, αν μπορώ να τον εκφράσω καλύτερα. Βλέπετε τότε δεν υπήρχανε τα FM και τα ραδιόφωνα μετέδιδαν μέσα από τα μακρά και τα βραχέα κύματα. Ο φωτεινός πίνακας λοιπόν ήτανε σαν κινηματογραφική οθόνη ομιλούσα με έργα που παιζότανε σε όλες τις γλώσσες του πλανήτη, ένας περίπατος πάνω σε μια υδρόγειο σφαίρα που από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου η περιηγητική περιέργεια με συνάρπαζε και περιδιάβαινα τις ηπείρους από πόλη σε πόλη και με φανταζόμουνα να τριγυρνάω στα στενά τους και στις λεωφόρους τους ακούγοντας τις μουσικές των τόπων, ένας από όλους κι εγώ ανάμεσά τους, μια φαντασίωση ποίημα. Θυμάμαι τις εκπομπές του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, τα Ελληνικά Χρονικά, κάτι σαν τις σημερινές ειδήσεις με το κατάλληλο μαγείρεμα που τότε δεν το καταλάβαινα με την πείνα που είχα για ό,τι συνέβαινε στον έξω κόσμο. Θυμάμαι ακόμη τη μουσική από τον χορό των σπαθιών του Αράμ Χατσατουριάν, μάλλον στα Χρονικά της Ημέρας και οπωσδήποτε την εκπομπή με το καθαρότερο σήμα από όλες τις άλλες, τη φωνή της Αμερικής. Τότε δεν ήξερα, τώρα ξέρω. Η θλίψη με κατελάμβανε όταν το δυναμικό της μπαταρίας του ραδιοφώνου μας έπεφτε και πλησίαζε ο καιρός να αγορασθεί καινούργια. Τα λεφτά ήτανε λιγοστά αλλά ευτυχώς με τη μετρημένη χρήση που κάναμε κρατούσε έξι μήνες. Ήτανε μεγάλη σαν τούβλο και βαριά, πολύ βαριά για τα αδύνατα χέρια μου. Όταν τα κατάφερνε ο πατέρας μου να αγοράσει καινούργια από τον Μπάμπη τον Πολατίδη που διατηρούσε κατάστημα ηλεκτρικών ειδών στη γειτονιά μας, ήτανε σαν να μέναμε κι εμείς σε κανονικό σπίτι γιατί εκεί που μέναμε τις νύχτες μας τις φώτιζε μια λάμπα πετρελαίου.http://fractalart.gr/ 

Mother ironing on Monday night listening to Lux Radio Theater - Robert J. Johnson http://bigcrayola.info/

 Διήγημα,  Γιώργος Μπαλούρδος -  Η Μηχανή

Ο Νίκος, καθισμένος αναπαυτικά στον καναπέ του δωματίου του φυλλομετρούσε ένα περιοδικό για νέους.

Ο πατέρας του, του είχε υποσχεθεί ότι αν έπαιρνε καλούς βαθμούς στο σχολείο θα του αγόραζε μια μηχανή. Γι’ αυτό είχε βάλει τα δυνατά του όχι μόνο να αριστεύσει, αλλά να πάρει και το καθιερωμένο βραβείο που έδιναν στα πρωτάκια, όπως ονόμαζαν όλους τους μαθητές του γυμνασίου τα Χριστούγεννα.

Έτσι τώρα, μετά από ένα κουραστικό και γιομάτο άγχος τρίμηνο, με χαρά περίμενε την ημέρα που ο πατέρας του θα του έδινε τα χρήματα που του είχε υποσχεθεί για να αγοράσει το παπάκι του όπως έλεγε μέσα του που, τόσο επιθυμούσε.

Σκεφτόταν τις σούζες και τα μαρσαρίσματα που θα έκανε μαζί με τους κολλητούς του κι η χαρά του μεγάλωνε ακόμα πιο πολύ. Είχε αποφασίσει την πρώτη μέρα που θα πήγαινε μαζί με τον πατέρα του να το αγοράσει θα έκανε με τη μηχανή του δύο φορές το γύρο του σχολείου. Ήθελε να τον δουν οι συμμαθητές του εκείνοι που είχαν μηχανάκι και μέχρι πριν λίγο τον κορόιδευαν. Τώρα θα θεωρούσε τον εαυτό του ισάξιό τους. Άσε που θα έκανε και μόστρα σε κάτι χαζοχαρούμενα γκομενάκια που συνεχώς του την έμπαιναν, και επειδή δεν είχε εργαλείο τον θεωρούσαν για τα μπάζα και τον έφτυναν.

Ξεφυλλίζοντας το περιοδικό, τα μάτια του στέκονταν πάνω στις πολύχρωμες εικόνες. Του έκανε εντύπωση ο πλούτος και η ομορφιά των διαφόρων προϊόντων που διαφημίζονταν μέσα στις σελίδες του. Γυμνασμένοι άντρες και καλλίγραμμες γυναίκες μανεκέν από διάφορες χώρες σε διάφορες πόζες και με ψεύτικο χαμόγελο προσκαλούσαν και προκαλούσαν τους αναγνώστες να αγοράσουν τα πάντα.

Εκείνος, παρόλο που οι γονείς του τον αποκαλούσαν ο μικρός, ιδιαίτερα η μητέρα του, θεωρούσε τον εαυτό του αρκετά μεγάλο ώστε να μην παρασύρεται από την ψεύτικη μαγεία των εικόνων. Όχι ότι δεν γούσταρε και αυτός όπως και τα φιλαράκια του να ζήσει μια μεγάλη ζωή με ακριβά αμάξια βαρβάτα γκομενάκια και ταξίδια σε εξωτικά μέρη, αλλά να, από πολύ μικρός είχε μάθει να κρατά για τον εαυτό του, και να ζητά από τους άλλους, μόνο τα πιο απαραίτητα, τα πιο αναγκαία πράγματα εκείνα που του χρειάζονταν μόνο για τις καθημερινές του ανάγκες. Οι σειρήνες της κατανάλωσης δεν τον είχαν αγγίξει ακόμα, οι γονείς του, είχαν φροντίσει να του μάθουν να σέβεται το χαρτζιλίκι που του έδιναν, δεν ήταν τσιγκούνηδες άνθρωποι, απλά ήσαν πολύ μετρημένοι στα έξοδά τους, μια και τα έβγαζαν πέρα με αρκετή δυσκολία. Δεν του χαλούσαν όμως χατίρι και εκείνος, από την δική του πλευρά τους το ανταπέδιδε με τον τρόπο του. Το μόνο έξοδο που επέτρεπε στον εαυτό του, ήταν η αγορά βιβλίων ή δίσκους με ροκ μουσική που την πήγαινε αφάνταστα. Από τα βιβλία συνήθως προτιμούσε τους Έλληνες συγγραφείς, τους κατανοούσε καλύτερα, έβρισκε τα θέματά τους πιο κοντά στα δικά του ενδιαφέροντα και των άλλων εφήβων της ηλικίας του.

Δεν αγόραζε βιβλία μόνο για να τα διαβάσει και να περάσει ευχάριστα την ώρα του, αλλά από κάθε βιβλίο σαν την μέλισσα που πετάει από λουλούδι σε λουλούδι και συλλέγει την απαραίτητη γύρη για να φτιάξει το νέκταρ της, έτσι και αυτός μελετώντας προσεκτικά έπαιρνε ότι ωραιότερο υπήρχε μέσα σε αυτό. Ρουφούσε με πάθος το περιεχόμενο των σελίδων του κάθε βιβλίου και απολάμβανε την εικονογράφησή του. Αντλούσε από αυτό, ωραίες εικόνες, παράξενες και άγνωστες σε αυτόν λέξεις, πρωτότυπες ιδέες που διάβαζε, στέκονταν σε ευχάριστες εκφράσεις και διάφορα άλλα. Όλα όσα σταχυολογούσε από το διάβασμα ενός καλού βιβλίου τα κατέγραφε σε ένα μεγάλο τετράδιο που είχε φυλαγμένο στο γραφείο του, άλλοτε με μαύρο στυλό και άλλοτε με μολύβι. Πολλές φορές πάνω στην σελίδα του βιβλίου σημείωνε δίπλα από τις λέξεις ή τις προτάσεις που του άρεσαν και τις έβρισκε ενδιαφέρουσες, μια δική του άποψη ή έναν σχολιασμό που του είχε κάνει εντύπωση και πίστευε ότι ταίριαζε με αυτό που διάβαζε. Άλλοτε, έγραφε την δική του άποψη δίπλα στην άποψη του συγγραφέα στο τετράδιο που φύλαγε και όταν τέλειωνε το βιβλίο προσπαθούσε να καταλάβει αν ταίριαζαν οι δικές του απόψεις με αυτές του συγγραφέα. Αλλά και στις εκθέσεις που τους έβαζε ο καθηγητής στο Γυμνάσιο, πρόσθετε όπου νόμιζε ότι ταίριαζε με το θέμα που τους είχανε βάλει να γράψουν, μια φράση, μια λέξη, ή ένα απόσπασμα από ένα βιβλίο που πρόσφατα είχε διαβάσει. Έτσι, όχι μόνο πλούτιζε το λεξιλόγιό του, κάτι που προκαλούσε κατάπληξη στους άλλους μαθητές και πολλές φορές τον έλεγαν υποτιμητικά σπασίκλα και τον κορόιδευαν, αλλά και ήταν και πρώτος στα μαθήματα, ιδιαίτερα στο μάθημα της έκθεσης και των νέων ελληνικών.

Το ίδιο έκανε και τώρα, κρατώντας ένα στυλό, σημείωνε πάνω στο περιοδικό ότι του άρεσε, και δεν ξεχνούσε φυσικά να προσθέσει τα απαραίτητα μουστάκια στα διάφορα πρόσωπα των εικόνων, ή διάφορα άλλα σχέδια πάνω στα σώματα των γυναικών που συνηθίζουν να κάνουν οι έφηβοι της ηλικίας του.

Σήμερα, ήταν η τελευταία μέρα που θα πήγαινε σχολείο, πριν από τις διακοπές των εορτών. Μεθαύριο ξημέρωναν Χριστούγεννα. Τα μαθήματα είχα τελειώσει, είχαν δοθεί κι οι απαραίτητες ευχές από τους δασκάλους και μετά τα αναγκαία πειράγματα μεταξύ των μαθητών, το κάθε παιδί σχεδίαζε πως θα περάσει τις μέρες της σχόλης.

Ο Γυμνασιάρχης όμως, τους είχε ζητήσει να πάνε την ημέρα των Χριστουγέννων στο σχολείο για να εορτάσουν όλοι μαζί τις Άγιες αυτές μέρες, με τραγούδια, κάλαντα, διάφορα μικρά σκετς και να ανταλλάξουν γλυκίσματα μεταξύ τους. Είχε παρακαλέσει μάλιστα τον ίδιο, να εκφωνήσει ένα μικρό εορταστικό λόγο εκ μέρους όλων των συμμαθητών του. Γνώριζε ότι ήταν καλός στις εκθέσεις και στα ωραία λόγια, και του είχε αδυναμία. Έτσι εκείνος, χαρούμενος που του ζήτησε ο Γυμνασιάρχης να εκφωνήσει έναν μικρό εορταστικό λόγο, αλλά και που έδωσε μεγάλη χαρά στους γονείς του που τον είχαν επιλέξει γι’ αυτό, βάλθηκε να βρει τις κατάλληλες εκείνες φράσεις, προτάσεις και λέξεις που είχε γράψει στο τετράδιό του από τα διάφορα διαβάσματά του, και που θεωρούσε ότι θα ταίριαζαν με την ατμόσφαιρα και το πνεύμα της ημέρας.

Δεν ζήτησε βοήθεια από τους γονείς του, ήθελε να προσπαθήσει μόνος του, είχε αρχίσει να πιστεύει στις δυνατότητες που είχε, και μες στα όνειρά του ήταν να γίνει δάσκαλος, να μάθει τα παιδιά να αγαπάνε τα βιβλία και τον πολιτισμό.

Άφησε το περιοδικό και πήρε στα χέρια του ένα βιβλίο που είχε στην μικρή αλλά ενδιαφέρουσα βιβλιοθήκη του. Καθώς γύριζε τις σελίδες του τα μάτια του έπεσαν πάνω σε ένα διήγημα του Στρατή Τσίρκα, λεγόταν «Τα κάλαντα».

Διάβασε το μικρό αυτό διήγημα και συγκινήθηκε πολύ με την άτυχη περιπέτεια του Μιχάλη και του Δημήτρη. Αποφάσισε να διαβάσει αύριο το διήγημα αυτό στους συμμαθητές του και στους καθηγητές του, και να τους πει μερικά λόγια για την αδικία που βασιλεύει στον κόσμο των μεγάλων.

Άνοιξε ένα συρτάρι του γραφείου του και πήρε από μέσα ένα τετράδιο και έκοψε από την μέση δύο φύλλα, κατόπιν αντέγραψε με ακρίβεια το μικρό αυτό διήγημα που του είχε κάνει εντύπωση. Τώρα, του έμενε να γράψει τον μικρό λόγο που θα έβγαζε στους συμμαθητές του, η αγωνία του ήταν μεγάλη και είχε νεύρα, όμως πίστευε στις δυνατότητές του και αυτό τον γέμιζε αισιοδοξία.

Κοιτώντας γύρω του, τα μάτια του έπεσαν στο μικρό ραδιόφωνο που είχε πλάι στο κρεβάτι του, ακριβώς κάτω από μια μεγάλη αφίσα που παρίστανε έναν ηθοποιό πάνω σε μια μεγάλη μηχανή χάρλευ. Σηκώθηκε από το γραφείο, πλησίασε το ραδιόφωνο και πάτησε το κουμπί. Ο πρώτος σταθμός που έπιασε, ήταν ένας ερασιτεχνικός σταθμός από αυτούς που γεμίζουν το πρόγραμμά τους με πολλές διαφημίσεις και ξένη μουσική. Κατόπιν έπιασε έναν σταθμό που του είχε κάνει εντύπωση, αν και δεν τον άκουγε, αυτός ο σταθμός έπαιζε μόνο κλασική μουσική, και ορισμένα πρωινά που δεν είχε πρώτη ώρα μάθημα στο σχολείο και τον άνοιγε, άκουγε μια εκπομπή που τον έκανε να γελάει με την καρδιά του. Την εκπομπή αυτή την έλεγαν Λιλιπούπολη, και προσπάθησε να το πει και σε άλλους συμμαθητές του να την ακούσουν αλλά δεν κατάφερε τίποτα, οι κολλητοί του γέλαγαν και τον έπαιρναν στο ψιλό, έτσι την άκουγε μόνο αυτός και το ευχαριστιόταν αφάνταστα. Αργότερα έμαθε, ότι ο διευθυντής αυτού του σταθμού ήταν κάποιος έλληνας μουσικοσυνθέτης ονόματι Μάνος Χατζιδάκις. Τα δάχτυλά του αμήχανα πάτησαν πάλι το κουμπί του ραδιόφωνου. Μια ψιλή κάπως λαχανιαστή φωνούλα τράβηξε την προσοχή του. Από τον ήχο και τον τόνο της φωνής κατάλαβε ότι έπρεπε να άκουγε τα λόγια ενός μικρού κοριτσιού. Τα ελληνικά του δεν ήταν και τόσο καλά, πολλές φορές κόμπιαζε και άλλες μπερδεύονταν. Σε μια στιγμή μάλιστα, έβαλε τα κλάματα. Το κλάμα του μικρού αυτού κοριτσιού μέσα στην σιωπή του δωματίου που καθόταν ο Νίκος, ακούγονταν σαν θρηνητικός ήχος καμπάνας μέσα στη νύχτα.

Ήταν ένα από τα ελάχιστα μικρά παιδιά που είχαν σωθεί από έναν μεγάλο και καταστροφικό σεισμό σε μια γειτονική χώρα που είχε γίνει πρόσφατα.

Είχε διαβάσει και εκείνος για το θλιβερό αυτό συμβάν στις εφημερίδες που έφερνε στο σπίτι ο πατέρας του, και είχε ακούσει την είδηση στα νέα των οκτώ που παρακολουθούσαν οι γονείς του καθώς ετοιμάζονταν για το βραδινό φαγητό. Το είχαν σχολιάσει και εκείνοι το γεγονός αυτό, με θλίψη και απόγνωση, και μιλούσαν με πόνο για τον ξαφνικό θάνατο τόσων ανθρώπων και των ξεριζωμό χιλιάδων άλλων. Χιλιάδες άνθρωποι επίσης, είχαν θαφτεί κάτω από τα ερείπια τω σπιτιών τους, όμως εκείνος, τότε που άκουσε και διάβασε την σχετική είδηση δεν μπορούσε να συλλάβει μέσα στο μικρό του μυαλό το μέγεθος της καταστροφής αυτής.

Τώρα όμως που άκουγε την λεπτή αυτή κοριτσίστικη παιδική φωνούλα να παρακαλεί κλαίγοντας όσα παιδιά ήθελαν να στείλουν όποια βοήθεια μπορούσαν για να σωθούν χιλιάδες παιδιά σε αυτήν την χώρα, συγκινήθηκε πολύ.

Ένα δυνατό ρίγος διαπέρασε το μικρό ασχημάτιστο ακόμα κορμάκι του. Άφησε το μολύβι που κρατούσε και έπιασε το κεφάλι του με τα δυο του χέρια. Η προσοχή του όλη, είχε στραφεί στη μικρή αυτή σπαρακτική έκκληση που έβγαινε από το μικρό του ραδιόφωνο.

Μετά από αρκετή ώρα, και αφού το κοριτσάκι είχε πάψει να μιλά, μια άλλη γυναικεία φωνή ακούστηκε. Ήταν μια δημοσιογράφος που έδινε τις απαραίτητες πληροφορίες για όσους από τους ακροατές θα ήθελαν να στείλουν χρήματα ή άλλα οικογενειακά είδη, ή ρούχα μπορούσαν για τα μικρά παιδιά που είχαν πληγεί από τον πρόσφατο σεισμό στην γειτονική χώρα.

Ο Νίκος έκλεισε το ραδιόφωνο. Μια βαθειά σιωπή απλώθηκε στο δωμάτιο. Ο ήλιος είχε δύσει από ώρα, και οι γονείς του από στιγμή σε στιγμή θα γύριζαν στο σπίτι από την δουλειά τους, σήμερα και οι δύο θα έπαιρναν το δώρο των Χριστουγέννων που δικαιούνταν. Ο πατέρας του, χαρούμενος θα του έδινε τα χρήματα που του είχε υποσχεθεί, όλα κυλούσαν ρολόι όπως τα είχε σχεδιάσει, η μηχανή θα γίνονταν δική του. Αύριο, ξημέρωνε Χριστούγεννα μετά την σχολική εορτή θα αποφάσιζε μαζί με τον πατέρα του πότε θα πήγαιναν να αγοράσει την μηχανή που γούσταρε και περίμενε με αγωνία. Ένα παλιό όνειρό του θα γινόταν πραγματικότητα

Μέχρι τώρα μάθαινε τον κόσμο περισσότερο μέσα από τα βιβλία που διάβαζε, και λιγότερο από τις ειδήσεις που άκουγε στο ραδιόφωνο ή παρακολουθούσε στην τηλεόραση.

Τώρα είχε έρθει η στιγμή, να τον γνωρίσει άμεσα. Σκεφτόταν τα ταξίδια και τις περιπέτειες που θα έκανε συντροφιά με το δικό του παπάκι. Ονειρευόταν τα μέρη που θα πήγαινε, τις καφετέριες που θα έπινε την φραπεδιά του με τα φιλαράκια του, τώρα δεν θα είχε ανάγκη να τους παρακαλέσει να τον πάρουνε μαζί τους, τώρα θα είχε το δικό του εργαλείο και θα πήγαινε όπου γούσταρε αυτός, σκέφτονταν τα πειράγματα που θα έκανε στα κορίτσια καθώς θα περνούσε από δίπλα τους πάνω στην μηχανή του, τις αγώνες ταχύτητας μαζί με τις άλλες μηχανές των φίλων του, άσε το καλοκαίρι τα μπάνια που θα έκανε στις διάφορες καινούργιες παραλίες που θα πήγαινε πλέον με το μηχανάκι του, δεν θα ήταν αναγκασμένος να περιμένει με τις ώρες στην στάση αυτό το γαμημένο λεοφωρείο, ακόμα-ακόμα και το ότι θα έπαιρνε και την μητέρα του να την πάει καμιά βόλτα, όλα αυτά και άλλα πολλά περνούσαν μέσα από το μυαλό του. Είχε αποφασίσει ακόμα και το χρώμα του κράνους που θα φορούσε. Το ήθελε λευκό με έναν κόκκινο κύκλο στο μπροστινό μέρος.

Τα λόγια όμως που λίγο πριν είχε ακούσει, του είχαν χαλάσει την διάθεση, του την άλλαξαν. Ένιωσε ξαφνικά μια μελαγχολία να τον πλημμυρίζει και οι σκέψεις του άρχισαν να στριφογυρίζουν γύρω από την έκκληση του μικρού κλαμένου κοριτσιού που είχε ακούσει λίγο πριν. Σήκωσε τα μάτια του και κοίταξε έξω από το παράθυρο του δωματίου. Η νύχτα είχε απλώσει το πέπλο της έκανε ψύχρα, ο δήμαρχος της πόλης που έμενε, είχε στολίσει τους δρόμους με γιρλάντες και πολύχρωμα φωτάκια, που και που έβλεπες και έναν μεγάλο αγιοβασίλη πλημμυρισμένο από φως που έμοιαζε σαν εκείνους τους παλιούς ταβερνόβιους θαμώνες που είχε δει σε παλιές ελληνικές ταινίες, αυτούς τους βαρελοφρόνους όπως τους αποκαλούσε ο πατέρας του και έσκαγαν όλοι μαζί στα γέλια.

Στην απέναντι πολυκατοικία μια οικογένεια στόλιζε το χριστουγεννιάτικο δέντρο της. Ήταν ένα ψηλό χιονισμένο δέντρο με μια μπάλα στην κορφή του. Δύο μικρά παιδιά παίζοντας και γελώντας ξετύλιγαν με προσοχή τις διάφορες μικρές και μεγάλες πολύχρωμες μπάλες και μπαλίτσες και τα διάφορα μικρά παιχνιδάκια. Τα έβγαζαν από τα μεγάλα κουτιά που ήσαν στοιβαγμένα κάτω από το ψηλό δέντρο και τα έδιναν με χαρά στην μητέρα τους, που τα κρεμούσε με την σειρά της στις άκρες του δέντρου. Μια φάτνη είχε στηθεί φωταγωγημένη κάτω από το δέντρο, και δίπλα της υπήρχαν κούτες με δώρα για τα μικρά παιδιά της οικογένειας όπως μπόρεσε να καταλάβει καθώς κοιτούσε από το παράθυρο τον στολισμό.

Ο Νίκος τους παρατηρούσε με προσοχή. Μάλιστα, για μια στιγμή του φάνηκε ότι είδε ένα μικρό παιδί να κρατά στα χέρια του μια μικρή μηχανή. Ήταν μια μικρή ασημένια μηχανούλα με μεγάλες ρόδες και πράσινα λαμπάκια γύρω από το τιμόνι. Ο Νίκος, κοιτούσε σιωπηλός την μικρή αυτή ιεροτελεστία του στολισμού του δέντρου μέσα από το μισοσκότεινο δωμάτιό του. Η σκέψη του όμως, πετάρισε έξω από το δωμάτιο και τα σύνορα της χώρας του. Και βρέθηκε εκεί, στην παγωμένη και πληγωμένη από τον σεισμό γη. Μέσα στα ερείπια, τα γκρεμισμένα σπίτια και χωριά και τα συντρίμμια της γειτονικής χώρας. Και σαν να έβλεπε χιλιάδες μικρά παιδάκια, αγόρια και κορίτσια της ηλικίας του να τον κοιτάζουν με τα βουρκωμένα μάτια τους γιομάτα απόγνωση, απορία και θλίψη. Ακόμα, άλλα πολύ μικρότερης ηλικίας με την απορία και τον φόβο ζωγραφισμένη στο λεπτό και δακρυσμένο προσωπάκι τους να τριγυρίζουν μέσα στα χαλάσματα ξυπόλητα και ρακένδυτα αναζητώντας τους δικούς τους.

Έβλεπε και άλλες πιο φρικτές σκηνές από αυτές που δεν χωράει εύκολα ο νους του ανθρώπου.

Και όλα αυτά, τα παρατηρούσε μέσα από δύο μεγάλες ρόδες μιας μηχανής.

Μιας μηχανής σαν αυτή που τόσες φορές είχε ονειρευτεί, και περίμενε να αγοράσει.

Ξαφνικά σηκώθηκε. Έκλεισε το παράθυρο, άνοιξε το φως και ξάπλωσε στο κρεβάτι του. Κοίταξε προς το ταβάνι. Του φάνηκε ότι πάνω στο λευκό χρώμα του, ήταν ζωγραφισμένη μια τεράστια φάτνη.

Μια φάτνη, που μέσα της όμως δεν κοιμόταν το θείο βρέφος, αλλά το μικρό κοριτσάκι που λίγες ώρες πριν, είχε ακούσει στο ραδιόφωνο. Τα ματάκια του ήταν κλειστά και δεν μπορούσε εύκολα να διακρίνει αν κοιμόταν ή είχε πεθάνει. Γύρω από την φάτνη, βρίσκονταν μαζεμένα διάφορα παιδάκια, αγόρια και κορίτσια από όλες τις χώρες του κόσμου και τις φυλές. Και όλα κρατούσαν στο χέρι τους ένα μικρό δωράκι. Νόμισε ότι ένα αγοράκι με ξανθά μαλλάκια ντυμένο στα λευκά κρατώντας ένα μικρό καλαθάκι στο χέρι, κάθε φορά που ένα μικρό παιδάκι πρόσφερε το δώρο του, αυτό έριχνε και από ένα μικρό σπόρο που είχε μέσα στο καλαθάκι του στο χώμα που είχε πληγεί από τον σεισμό. Και αμέσως φύτρωναν πανέμορφοι ολόλευκοι κρίνοι.

Σε μια γωνιά της φάτνης, ο Νίκος είδε τον εαυτό του να περιμένει την σειρά του. Πίσω του, ακολουθούσαν όλα τα πρωτάκια, όχι μόνο της τάξης του αλλά όλου του Γυμνασίου.

Τα μάτια του θόλωσαν, αργά αλλά σταθερά άπλωσε το χέρι του και έσβησε το φως.
Πρώτη δημοσίευση, εφημερίδα «Εξόρμηση», Κυριακή 23 Δεκεμβρίου 1990
https://www.timesnews.gr/


 Norman Rockwell - Wonders of Radio, 1922

Η «Θεία Λένα» των παιδικών μας χρόνων!

Της Ελένης Μπετεινάκη*

Αντιγόνη Μεταξά, η δεύτερη γιαγιά της ζωής μου, η παραμυθού των παιδικών μας χρόνων, η πιο αγαπημένη φωνή της τρυφερής μας ηλικίας.Tόσο πολύ, που νοιώθω πως ακόμα αντηχεί στ΄ αυτιά μου η χροιά της φωνής της και πως από στιγμή σε στιγμή κάπου θα την συναντήσω ξανά… στη συχνότητα του ραδιοφώνου.

«…Καλημέρα σας παιδιά μου, είναι η θεία Λένα εδώ,
να σας πει ένα παραμύθι όμορφο και χαρωπό…».

Πόσες γενιές μεγάλωσαν ακούγοντας αυτό το τραγουδάκι κάθε μέρα; Πόσοι από μας έζησαν αυτές τις μαγικές στιγμές «κολλημένοι» στα ερτζιανά; Πόσα παραμύθια, τραγούδια, ιστορίες, δεν μάθαμε που συντρόφεψαν τα πιο αθώα χρόνια της ζωής μας;

Ήταν η πιο μαγική στιγμή της ημέρας!

Κάθε πρωί στις 9.00, πίνοντας ένα ποτήρι γάλα, στη σειρά οι κούκλες να μου κρατούν συντροφιά, και η αξέχαστη φωνή από εκείνο το μεγάλο ραδιόφωνο, στο ψηλό ράφι της κουζίνας. Δεν μπορούσα να καταλάβω, που ήταν κρυμμένη και μιλούσε τόσο γλυκά. Η μαμά έλεγε πως ήταν στην Αθήνα κι εγώ πίστευα πως τούτη η πολιτεία θα ΄ταν η πιο μαγική του κόσμου, η πιο πολύχρωμη, η πιο μεγάλη, κι ήθελα σαν μεγάλωνα να πάω εκεί να γνωρίσω τη θεία Λένα και όλους τους ήρωες της από τα παραμύθια. Θυμάμαι την απόλυτη ησυχία του σπιτιού σαν ακουγόταν το σήμα της εκπομπής. Ήταν η ώρα της «Θείας Λένας». Μιας γυναίκας που στην παιδική φαντασία έμοιαζε σαν ένας γίγαντας, σαν νεράιδα ή μάγισσα ακόμα και σαν ξωτικό. Ήταν εκείνη που γνώριζε τα πάντα. Δεν την είχα δει ποτέ αλλά την φανταζόμουν σαν ένα αερικό που κρατούσε ένα μαγικό ραβδί και ξεκλείδωνε όλες τις πόρτες των κάστρων της φαντασίας, κάθε πρωί. Και σαν πέρασε ο καιρός κι ήρθε η ώρα να πάω σχολείο, το αρνιόμουν πεισματικά γιατί δεν θα την άκουγα. Τότε η μητέρα μου κατάφερε να μάθει να μου γράφει σε κασέτες τις εκπομπές της. Σαν γύριζα τα μεσημέρια, η πρώτη μου δουλειά ήταν να ακούσω τις ιστορίες της, και πολλές φορές τις ξανάβαζα το βράδυ λίγο πριν κοιμηθώ. Η τηλεόραση ήρθε στη ζωή μας πολύ αργότερα, όπως και τα βιβλία της κι έτσι δεν την είχα δει ποτέ πως ήταν!

Θυμάμαι τα ατελείωτα μοναχικά απογεύματα μου που γινόμουν εγώ η αφηγήτρια στις κούκλες μου. Τους μάθαινα τα τραγουδάκια, τις ιστορίες κι όλα όσα είχα ήδη ακούσει και αποστηθίσει από τις πολυπαιγμένες κασέτες που δυστυχώς χάθηκαν με το πέρασμα των χρόνων. Κι αυτό συνεχίστηκε για πολλά χρόνια.

Νόμιζα πως τούτη η γυναίκα θα ζούσε για πάντα, όπως τα παραμύθια και πως η εκπομπή της δεν θα τέλειωνε ποτέ. Σαν μεγάλωσα κάμποσο, έψαξα λίγο κι έμαθα πως όλα εκείνα που άκουγα, ήταν από αναμεταδώσεις και η σπουδαία αυτή γυναίκα δεν υπήρχε καν στη ζωή όταν εγώ την ζωντάνευα με την φαντασία μου. Η ζωντανή φωνή της σταμάτησε την 16η Οκτωβρίου του 1971 ενώ οι εκπομπές της ακούγονταν από το ελληνικό ραδιόφωνο ακόμα μια ολόκληρη δεκαετία. Αργότερα έμαθα και κάτι άλλο που επίσης με συγκλόνισε. Ο γίγαντας των παιδικών μου χρόνων, η νεράιδα, η βασίλισσα όλου του κόσμου ήταν μια μικροκαμωμένη κυρία, με γαλανά μάτια και μαύρα κοντά κυματιστά μαλλιά. Καμιά σχέση με την φαντασία μου. Αυτό που κανένας δεν μπορούσε να μου αλλάξει ποτέ και να με κάνει να ξεχάσω, ήταν η φωνή της…
https://www.cretalive.gr/

 Bronze Statue of a Man Listening to Radio During Great Depression


ΤΑΙΝΙΑ - Radio Days (1987)Μέρες Ραδιοφώνου 
 

Το 1987, ο Woody Allen υπογράφει μια ταινία που αναφέρεται σε μια εποχή γνωστή στον ίδιο και στο τότε κοινό, άγνωστη στη συντριπτική πλειοψηφία του σημερινού κοινού: στη χρυσή εποχή του ραδιόφωνου και συγκεκριμένα στα τέλη της δεκαετίας του `30 και στις αρχές αυτής του `40. Μοιραία, λοιπόν, πρόκειται για μια βαρετή ταινία που φτιάχτηκε για να ενδιαφέρει μόνο τον κόσμο της εποχής;

«Μοιραία» στον κινηματογράφο δεν υπάρχει, ειδικά όταν πίσω από την κάμερα βρίσκεται ο Woody Allen. Εδώ καταφέρνει όχι απλά να φτιάξει ένα πανέμορφο οπτικά πορτρέτο μιας διαφορετικής εποχής, αλλά και να μας γεμίσει νοσταλγία για πρόσωπα και καταστάσεις που τόσο θα θέλαμε να είχαμε ζήσει. Η σκηνοθεσία και τα σκηνικά μάς ταξιδεύουν σε ένα κόσμο όπου το ραδιόφωνο ήταν η συντροφιά, η ευτυχία και τα όνειρα. Έναν κόσμο που μοιάζει μέσα από τα μάτια του νεαρού τότε αφηγητή πιο ρομαντικός και πιο αθώος απ`ότι κι αν έχουμε ζήσει εμείς. Σίγουρα, θα θελήσετε κι εσείς να γιορτάσετε την επόμενη Πρωτοχρονιά με το ραδιόφωνο ανοιχτό και την τηλεόραση κλειστή...

Δεν πρόκειται για μια ταινία που είναι -ούτε και ποτέ διεκδίκησε να είναι- αριστούργημα. Δεν πρόκειται για κανένα συμβολικό κοινωνικό σχόλιο, ούτε για την ταινία στην οποία έχει νόημα να αναζητήσουμε άπειρες σινεφιλικές αναφορές. Πρόκειται για μια δημιουργία που πετυχαίνει πλήρως το στόχο της, να αποτίσει φόρο τιμής στην εποχή που ο ίδιος ο Allen έζησε τα παιδικά του χρόνια και στο ραδιόφωνο και τους εκάστοτε πρωταγωνιστές του που απ`ότι φαίνεται τόσο αγάπησε. Σίγουρα, όσοι βίωσαν την εποχή και τα γεγονότα της θα βρουν περισσότερα κοινά σημεία αναφοράς με τους πρωταγωνιστές. Για τους υπόλοιπους δεν παύει να είναι ένα απολαυστικό ταξίδι στο χρόνο.
http://cine.gr/


 Juangroovie Carballo - mantel con radio
https://m.artelista.com/


ΜΟΥΣΙΚΗ



Γιώργος & Νίκος Τζαβάρας - Κι έπαιζε το ράδιο
Μουσική: Αλέκος Χρυσοβέργης Στίχοι: Σπύρος Γιατράς

Σφιχτά μου κράταγες τους ώμους,
στα μάτια μου ήσουν το φως μου.
Τ’ αγνά σου τα χείλη μού είπαν
την πιο όμορφη λέξη του κόσμου:
"Σ’ αγαπώ".

"Θα με θυμηθείς ..."

Κι έπαιζε το ράδιο
τραγούδια με τον Πάριο,
τραγούδια που πονάνε
αυτούς που αγαπάνε.

Μακριά είσαι τώρα από μένα,
μαχαίρι η πίκρα και ο πόνος.
Ανάμνηση έχω από σένα
που δε θα τη σβήσει ο χρόνος:
"Σ’ αγαπώ."

"Θα με θυμηθείς ..."

Κι έπαιζε το ράδιο
τραγούδια με τον Πάριο,
τραγούδια που πονάνε
αυτούς που αγαπάνε.

http://www.stixoi.info/

 
Raymond Logan art


Δήμητρα Γαλάνη - Το λαϊκό το καφενείο
Μουσική: Μάνος Λοΐζος 
Στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος 
Copyright: 1980 
Δισκογραφική εταιρία: Minos


Το λαϊκό το καφενείο
έχει μια πόρτα που όλο τρίζει
κι από το τζάμι μπαίνει κρύο,
που μας θερίζει.

 Όλες τις μέρες είναι άδειο,
 τις Κυριακές κάργα ως στη σκάλα,
 γιατί ανοίγουμε το ράδιο
κι ακούμε μπάλα.

Οι τακτικοί του οι πελάτες, 
ο χωροφύλακας ο Αντρέας, 
πέντε-έξι άνεργοι εργάτες 
και ο κουρέας. 

 Κι εγώ που λες παιδάκι πράμα,
 ποτέ ταμπής, πότε γκαρσόνι, 
χρόνια να καρτερώ το θάμα, 
που με ζυγώνει.

 Juangroovie Carballo
https://m.artelista.com/




Βάλε το δεύτερο - Ελευθερία Αρβανιτάκη

 (Σταμάτης Κραουνάκης - Λίνα Νικολακοπούλου) Τραγουδά η Ελευθερία Αρβανιτάκη. 
Γράφτηκε το 1986 (ή 1987) μετά από "παραγγελία" της τότε διευθύντριας του Δευτέρου Προγράμματος της Ελληνικής Ραδιοφωνίας Σοφίας Μιχαλίτση. Συμπεριλήφθηκε στο cd που εκδόθηκε το 2008 με αφορμή τα 70 χρόνια της Ελληνικής Ραδιοφωνίας, σε επιμέλεια του Σιδερή Πρίντεζη.

 Καθε μέρα πανυγύρι, βάλε εσύ το ξυπνητήτι στις εφτά
κι ας το ράδιο να παίζει όλη μέρα στο τραπέζι λαικά

Απ’ το Σάββατο Δευτέρα όλη νύχτα κι όλη μέρα συντροφιά
κι από το τρανζιστοράκι μου το είπε ενα πουλάκι μια φορά

Βάλε το δεύτερο
σε χρόνο ελεύθερο,
με τα τραγούδια της παρέας
σ’ Αθήνα και Πειραίας
βάλε το δεύτερο βάλε το δεύτερο

κι άσε με λεύθερο
να γίνω εγώ το αισθημά σου
και το πρόγραμμά σου
βάλε το δεύτερο.

Για θυμήσου τέτοια μέρα που σου είπα καλημέρα ξαφνικά
κι όπως είχες τα δικά σου ήρθα κι έμεινα κοντά σου τελικά

Ένα χρόνο στον αέρα κι απ’ τις 11 και πέρα ειλικρινά
ότι έχω να σου δώσω θέλω να στο μεταδώσω ζωντανά

Βάλε το δεύτερο
σε χρόνο ελεύθερο,
με τα τραγούδια της παρέας
σ’ Αθήνα και Πειραίας
βάλε το δεύτερο βάλε το δεύτερο

κι άσε με λεύθερο
να γίνω εγώ το αισθημά σου
και το πρόγραμμά σου
βάλε το δεύτερο.
 http://www.stixoi.info/


Norman Percevel Rockwell  art


Ιστορία του ραδιοφώνου


Το 1895, ο πατέρας του ραδιοφώνου Γουλιέλμος Μαρκόνι κατόρθωσε να μεταδώσει ηχητικά σήματα Μορς διαμέσου ερτζιανών κυμάτων. Οι επιτυχίες του Μαρκόνι και άλλων ερευνητών όπως του Ρέτζιναλντ Φέσεντεν (Reginald Fessenden) και του Λη ντε Φόρεστ (Lee de Forest) αποτελούν την απαρχή της ανάπτυξης της ραδιοφωνίας. Η ραδιοφωνία, η οποία συνίσταται στη μετάδοση ομιλιών, μουσικής και λόγου σε μεγάλες αποστάσεις χωρίς τη μεσολάβηση αγωγών, αλλά με ηλεκτρομαγνητικά κύματα, και στη λήψη τους από ειδικούς δέκτες, αποτελεί πρακτική εφαρμογή της εφεύρεσης των ηλεκτρονικών λυχνιών. Άρχισε να αναπτύσσεται τη δεκαετία του 1910 στις ΗΠΑ.

Γύρω στα 1873 ο Μάξγουελ πρότεινε την θεωρία του ηλεκτρομαγνητισμού, σύμφωνα με την οποία ένα ηλεκτρομαγνητικό κύμα μπορεί να μεταδοθεί χωρίς να μεσολαβεί κάποιο φυσικό μέσο. Το 1883 ο Χερτς (Hertz) επαλήθευσε τη θεωρία του Μάξγουελ για τον ηλεκτρομαγνητισμό και ανακάλυψε τα ραδιοκύματα. Γύρω στα 1897, ο Μαρκόνι επαληθεύει τα πειράματα του Χερτς και καταφέρνει να στείλει ασύρματο σήμα σε απόσταση 3 km. Με τη συσκευή αυτή ο Ιταλός Μαρκόνι πηγαίνει στην Αγγλία - που ήταν η μεγαλύτερη ναυτική δύναμη της εποχής - και ιδρύει την εταιρεία 'Marconi Wireless telegraph', η οποία προσφέρει υπηρεσίες στη ναυσιπλοΐα. Τα ραδιοκύματά του δεν μετέδιδαν φωνή αλλά σήματα Μορς.

Ήταν παραμονές των Χριστουγέννων του 1906 στην Νέα Υόρκη όταν ο Φέσεντεν μετέδωσε για πρώτη φορά φωνή και μουσική μέσω ραδιοκυμάτων. Αργότερα ήρθε ο ντε Φορέ για να εφεύρει την ηλεκτρονική λυχνία, η οποία ήταν η μόνη "μορφή" ραδιοφώνου για τα επόμενα 50-60 χρόνια. Μέχρι τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο το ραδιόφωνο είναι ένα μέσο χρησιμοποιούμενο σε ερασιτεχνική βάση και δεν είναι καθόλου ανεπτυγμένο ούτε διαδεδομένο. 
 Ακροατές ραδιοφώνου με ακουστικά το 1920

Σταθμός στην ιστορία του ραδιοφώνου αποτελεί η έμπνευση ενός Αμερικανού, του Φρανκ Κόνραντ (Frank Conrad), ο οποίος εργαζόταν ως μηχανικός και ερασιτεχνικά ασχολείτο με το ραδιόφωνο και τον αθλητισμό. Ο Κόνραντ τυχαία "βγήκε στον αέρα" με το ραδιόφωνο για να μεταδώσει τα αποτελέσματα των αγώνων. Απέκτησε φανατικό κοινό. Ήταν τότε που μεταδόθηκε και η πρώτη ραδιοφωνική διαφήμιση, ενός καταστήματος στη γειτονιά του Κόνραντ. Την εκπομπή του Κόνραντ, που ουσιαστικά θεωρείται ο πατέρας του ραδιοφώνου, πήρε η εταιρεία Westinghouse, την υποστήριξε τεχνικά και την επαύξησε. Στις 20 Νοεμβρίου 1920 λειτούργησε ο πρώτος ραδιοφωνικός σταθμός, ο K.D.K.A., που λειτουργεί ακόμη και σήμερα. Το 1926 εμφανίζεται στην αγορά ραδιοφωνικός δέκτης αρκετά εύχρηστος, ποιοτικός και φθηνός. Από τότε το ραδιόφωνο κατακτά πολύ ευρύ κοινό. Στην πορεία εμφανίζεται και η σύσταση σχετικής νομοθεσίας για την οργάνωση τόσο των σταθμών όσο και των συχνοτήτων εκπομπής. Η εδραίωση, όμως, του ραδιοφώνου έρχεται μετά το 1930. Σε αυτή την περίοδο δημιουργείται το καλά οργανωμένο δίκτυο σταθμών (κρατικών και ιδιωτικών) τόσο στην Αμερική όσο και στην Ευρώπη.

Κατά τη διάρκεια του Β' παγκοσμίου πολέμου το ραδιόφωνο και ο Τύπος γίνονται δύο μέσα ανταγωνιστικά μεταξύ τους, γιατί το ραδιόφωνο αποκτά μεγάλο ειδησεογραφικό περιεχόμενο. Η λήξη του Μεγάλου Πολέμου φέρνει το ραδιόφωνο στην αρχική του ιδιότητα και γίνεται ξανά ένα μέσο κυρίως ψυχαγωγικό. Στα τέλη της δεκαετίας του '40 με αρχές της δεκαετίας του '50 το ραδιόφωνο αποκτά ένα νέο ανταγωνιστή, την τηλεόραση η οποία έχει στα χέρια της ένα πολύ δυνατό όπλο έναντι του ραδιοφώνου, την εικόνα. Η ακροαματικότητα του ραδιοφώνου πέφτει κατακόρυφα και οι ραδιοφωνικοί σταθμοί ψάχνουν λύσεις. Η λύση έρχεται το '50-'60 και την εμφάνιση της δημοφιλέστατης μουσικής Rock 'n Roll. Η κρίση ξεπερνιέται και το ραδιόφωνο καθιερώνεται ως αποκλειστικά ψυχαγωγικό-μουσικό μέσο.

Τη δεκαετία του '60 αμφισβητείται στην Ευρώπη το κρατικό ραδιόφωνο, γιατί δεν μετέδιδε Ροκ μουσική και απορρίπτεται από τη νεολαία της εποχής. Εμφανίζεται η Πειρατική Ραδιοφωνία με πρωτοπόρο το Radio Caroline στην Αγγλία, το οποίο εκπέμπει από ένα μικρό πλοίο έξω από τα χωρικά ύδατα της Αγγλίας και μεταδίδει μόνο Rock. Η ακροαματικότητά του είναι τόσο υψηλή, που απειλεί το BBC. Ακολουθεί ευρεία διάδοση αυτού του τύπου ραδιοφωνίας σε όλη την Ευρώπη.

Μετά από αυτό ακολουθεί η απορρύθμιση (Deregulation) της δεκαετίας του '70 και ουσιαστικά το ραδιόφωνο εισέρχεται στην τελευταία φάση της ωριμότητάς του. Τις λυχνίες αντικαθιστούν τα μικρά τρανζίστορ. Το ραδιόφωνο και το κασετόφωνο συνδυάζονται σε μια συσκευή. Η ραδιομετάδοση εμφανίζεται την περίοδο 1921-1922 σχεδόν συγχρόνως σε όλα τα βιομηχανικά κράτη. Γεννιέται από τις αλλαγές της τεχνολογίας των ραδιοεπικοινωνιών και από την ανάγκη των μεγάλων εταιρειών ραδιοηλεκτρικού υλικού, που αύξησαν κατακόρυφα την παραγωγή τους κατά τη διάρκεια του πολέμου, να ανοιχτούν προς την ιδιωτική αγορά, ακόμη και αν ορισμένοι από τους μεγαλύτερους ομίλους, στις ΗΠΑ κυρίως, αντιλαμβάνονται με καθυστέρηση την σημασία της ραδιομετάδοσης. 

 Ραδιόφωνο αντίκα με λυχνίες 


Στις αρχές του 1920 η μη επαγγελματική χρήση της ασύρματης επικοινωνίας περιορίζεται σε μερικούς ερασιτέχνες, που επικοινωνούν μεταξύ τους στα στενά περιθώρια που τους επιτρέπουν οι στρατιωτικές αρχές, οι οποίες δεν δείχνουν να ανησυχούν από την ανάπτυξη ενός μη ελεγχόμενου συστήματος διαπροσωπικής επικοινωνίας, ενώ παράλληλα ενθουσιάζονται με την νέα τεχνική, καλλιεργώντας έτσι μια θετική εικόνα του νέου μέσου. Λίγο πριν από τον πόλεμο, η ραδιοεπικοινωνία στρέφεται προς το μοντέλο της ραδιομετάδοσης. Πριν από το 1914 δημιουργούνται σε όλες τις χώρες πειραματικές ραδιοφωνικές εκπομπές. Στις ΗΠΑ φοιτητές αρχίζουν να μεταδίδουν δελτία ειδήσεων και μουσικά προγράμματα. Στο Βέλγιο αναμεταδίδουν μια συναυλία κλασικής μουσικής. Ο εφευρέτης Λι Ντε Φορέ, προσεγγίζοντας ένα βιομηχανικό σχέδιο, το οποίο δεν θα καταφέρει όμως να φέρει σε πέρας μόνος του, οργανώνει το 1908 τη μετάδοση μιας συναυλίας από τον Πύργο του Άιφελ και, το 1910, την αναμετάδοση μιας παράστασης με τον Καρούζο από τη Μετροπόλιταν Όπερα της Νέας Υόρκης. Αλλά ο Λι ντε Φορέ παραγκωνίζεται από τις μεγάλες αμερικανικές βιομηχανικές εταιρείες, που δεν θέλουν να τον ανταμείψουν για τις ευρεσιτεχνίες του, με αποτέλεσμα αυτοί οι πειραματισμοί να μην έχουν συνέχεια. Στη Γαλλία οι μόνες τακτικές εκπομπές είναι η ενημέρωση για την ώρα, που από το 1910 μεταδίδεται δύο φορές την ημέρα από τον Πύργο του Άιφελ, τα δελτία καιρού και το χρηματιστήριο. Όλες αυτές οι εκπομπές διακόπτονται, όμως, κατά τη διάρκεια του πολέμου από τις στρατιωτικές αρχές.

Το συμβατικό ραδιόφωνο περιλαμβάνει δύο κατηγορίες τρόπου μετάδοσης τα AM (διαμόρφωση κατά πλάτος) και τα FM (διαμόρφωση κατά συχνότητα). Στις συχνότητες αυτές χρησιμοποιούνται συγκεκριμένα μήκη κύματος ανάλογα με το σκοπό (π.χ. οι κοινοί ραδιοσταθμοί εκπέμπουν στις συχνότητες FM 88-108). Άλλες συχνότητες χρησιμοποιούνται για άλλους σκοπούς όπως π.χ. από την Αστυνομία και την Πυροσβεστική Υπηρεσία. Εκτός από το συμβατικό ραδιόφωνο υπάρχει και το ραδιόφωνο του Διαδικτύου, που εκπέμπει "stream audio" (δηλαδή επιφορτώνεται το αρχείο σε πραγματικό χρόνο, ο ήχος φορτώνεται εκείνη την στιγμή που παίζει) και, τέλος, το Podcasting που εκπέμπει μαγνητοφωνημένα.
Το ραδιόφωνο στην Ελλάδα

Στην Ελλάδα ήδη από το 1923 άρχισε μια προσπάθεια εγκατάστασης ραδιοφωνικού πομπού. Οι πειραματισμοί κράτησαν αρκετά χρόνια. Ο πρώτος ραδιοφωνικός σταθμός εξέπεμψε στη Θεσσαλονίκη με ιδιωτική πρωτοβουλία από το ραδιοηλεκτρολόγο Χρήστο Τσιγγιρίδη την 25 Μαρτίου του 1928 και 20 ολόκληρα χρόνια λειτούργησε στην πόλη, μεταδίδοντας τακτικά εκπομπή-εκπομπές. Ο πρώτος εθνικός ραδιοφωνικός σταθμός ιδρύθηκε και λειτούργησε στην Αθήνα, αφού στις 25 Μαρτίου του 1938 εγκαινιάστηκε από τον τότε βασιλιά Γεώργιο Β΄, ενώ το 1945 ιδρύθηκε το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας (Ε.Ι.Ρ.) που ανέλαβε την ευθύνη λειτουργίας του σταθμού. Αμέσως μετά την απελευθέρωση άρχισαν να ιδρύονται κι άλλοι σταθμοί σε διάφορες πόλεις της χώρας που υπάγονταν στη δικαιοδοσία του Ε.Ι.Ρ., καθώς και πολλοί στρατιωτικοί σταθμοί, υπό τη δικαιοδοσία των ενόπλων δυνάμεων (ΥΕΝΕΔ). Από τα τέλη της δεκαετίας του '70, αρχικά η μπάντα των μεσαίων και στη συνέχεια η ζώνη των FM κατακλύζεται από εκατοντάδες ερασιτέχνες (οι επονομαζόμενοι και "πειρατές"), που εκπέμπουν πολυποίκιλα προγράμματα, αμφισβητώντας ανοιχτά το ραδιοφωνικό μονοπώλιο της κρατικής ραδιοφωνίας. Ραδιοσταθμό κατασκεύασαν, επίσης, οι φοιτητές του ΕΜΠ κατά τη διάρκεια της εξέγερσης του Πολυτεχνείου κατά της Χούντας το 1973.

Στα πλαίσια τη γενικής εκσυγχρονιστικής προσπάθειας και προσαρμογής των δομών στις προδιαγραφές της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, την τελευταία εικοσαετία μόλις, εκσυγχρονίστηκε και ο θεσμός της ραδιοφωνίας. Με το νόμο 1730/1987 ιδρύθηκε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου για τη ραδιοφωνία και την τηλεόραση, που λειτουργεί με τη μορφή ανώνυμης εταιρίας με έδρα την Αθήνα. Με την Υπουργική απόφαση 14631/Ζ2/2691/29.5.87 καθορίστηκαν οι προϋποθέσεις και οι όροι ίδρυσης ραδιοσταθμών τοπικής ισχύος, από Δήμους και κοινότητες. Τέλος με το προεδρικό διάταγμα 25/1988 έχουμε την "απελευθέρωση" της ιδιωτικής ραδιοφωνίας, καθώς τέθηκαν οι όροι ίδρυσης τοπικών ραδιοφωνικών σταθμών και από φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Σήμερα η κατανομή των ραδιοφωνικών συχνοτήτων γίνεται από το Εθνικό Ραδιοτηλεοπτικό Συμβούλιο (ΕΣΡ). 

 Μαίρη Αρώνη, Βασίλης Διαμαντόπουλος και Μελίνα Μερκούρη μπροστά σε ένα μικρόφωνο, ζωντανεύουν ρόλους - πηγή


Ραδιόφωνο και θέατρο

Στις θεατρικές αίθουσες παρατηρείται όξυνση και των δύο αισθήσεων, δηλαδή της όρασης και της ακοής του κοινού. Το οπτικό και ακουστικό πεδίο του κοινού περιορίζεται αφενός στις κινήσεις των ηθοποιών και αφετέρου στους διαλόγους και τη μουσική του έργου. Μέσα από την οπτική εικόνα και τον φυσικό ή τεχνητό ήχο, το κοινό περνά από όλα τα στάδια της αριστοτελικής τραγωδίας μέχρι να επέλθει η κάθαρση. Σε αυτή την περίπτωση η εικόνα σημασιοδοτεί τον ήχο και αντίστροφα, π.χ. ο βηματισμός σ' ένα δωμάτιο προσδιορίζει έναν άνθρωπο που μετακινείται μέσα σ' αυτό, ενώ παράλληλα φανερώνει αν αυτός είναι μοναχικός ή σκεφτικός. Το κοινό στις θεατρικές αίθουσες (όπως και ο τηλεθεατής) καταλαβαίνει αμέσως περί τίνος πρόκειται, αφού έχει μπροστά του και οπτική εικόνα, οπότε ο ήχος του βηματισμού προσδιορίζεται άμεσα από την κινησιολογία και την έκφραση του ηθοποιού. Στο ραδιόφωνο, όμως, έχουμε ένα "αόρατο" θέατρο. Εδώ το κοινό πρέπει να χρησιμοποιήσει όσο το δυνατό πιο προσεκτικά την αίσθηση της ακοής. Το αυτί λειτουργεί τώρα όπως λειτουργεί το μάτι στο κανονικό θέατρο ή στην τηλεόραση, καθώς καλείται να κατανοήσει τον ήχο για να δημιουργήσει μετά την εικόνα. Ο ήχος, αφού δεν μπορεί να σημασιοδοτηθεί από την εικόνα, παρά μόνο από τους διαλόγους ή την αφήγηση των ηθοποιών, (για παράδειγμα ο βηματισμός ενός ανθρώπου σημασιοδοτείται από τον ήχο των βημάτων και την πιθανή ατάκα «άραγε, θα γίνει ή όχι;», η οποία λέγεται με ένα συγκεκριμένο ύφος), καλεί τον ακροατή να δημιουργήσει μια εικόνα ήχων μέσω του ακούσματος.

Το θετικό, φυσικά, στο ραδιόφωνο είναι ότι αφήνει τη φαντασία του ακροατή να απεικονίσει όπως αυτός θέλει τους ήρωες του έργου. Ο Άντριου Κρισέλ αναφέρει στο βιβλίο του "Η Γλώσσα του Ραδιοφώνου", ότι στο κανονικό θέατρο ο θεατής μπορεί να απεικονίσει στο μυαλό του όσα συμβαίνουν ή αναφέρονται εκτός σκηνής, αλλά αυτό που του δείχνεται επί σκηνής αφήνει ελάχιστη ελευθερία στη φαντασία. Αντίθετα, ο ακροατής του ραδιοφωνικού θεάτρου φαντάζεται τη φυσιογνωμία των ηρώων, την ενδυμασία τους, όπως αυτός επιθυμεί. Ο Κρισέλ επισημαίνει στο ραδιοφωνικό ακροατή την κατάργηση της συμβατικής διάκρισης ανάμεσα σε ηθοποιούς που ερμηνεύουν κάποιο ρόλο και στο κοινό που κάθεται ξεχωριστά και παρακολουθεί. Τούτο έχει να κάνει με το γεγονός ότι παρόλο που οι λέξεις εκφέρονται από ηθοποιούς που βρίσκονται μακριά από τον ακροατή, μοιάζουν να είναι πιο "κοντά" στον ακροατή από ό,τι συμβαίνει στο συμβατικό θέατρο. Εισβάλλουν οι λέξεις στον ιδιωτικό χώρο του ακροατή και τον αναγκάζουν να εκτελέσει κάποιες λειτουργίες που θα εκτελούνταν επί σκηνής. Εκείνος πλάθει με τη φαντασία του την εμφάνιση, τις κινήσεις ενός ήρωα, στον ίδιο ή και μεγαλύτερο βαθμό από τον ηθοποιό που υποδύεται το ρόλο. Κατασκευάζει μόνος του τα σκηνικά, συγχωνεύει στο μυαλό του τη σκηνή με το κοινό, παίζει το έργο στο μυαλό του.

Έτσι, στο ραδιοφωνικό θέατρο η ακοή μεταμορφώνεται σε όραση, αφήνοντας τη φαντασία μας να παίξει το δικό της θέατρο με τα δικά της σκηνικά και τις δικές της φυσιογνωμίες. Εδώ δεν γίνεται μια προσπάθεια υποβιβασμού της αξίας του κανονικού θεάτρου, παρά μια μικρή προσπάθεια σύγκρισής του με τη ραδιοφωνική του εκδοχή, η οποία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως παράγοντας εμπλουτισμού της θεατρικής τέχνης, καθώς και ως μια μεταλλαγή του θεατρικού θεάματος σε θεατρικό ακρόαμα. 



 Radio Days 9 by Andy Russell


Ραδιόφωνο και πολιτισμός

Το ραδιόφωνο και ο κινηματογράφος χάραξαν για λίγο κοινή πορεία. Και τα δύο αυτά Μέσα είχαν ιδιαίτερη επιρροή στις μαζικές κοινωνίες του Μεσοπολέμου.

Ενώ όμως το ραδιόφωνο μπορούσε να εισβάλλει σε κάθε σπίτι με τις άμεσες ειδήσεις του, οι θεατές του κινηματογράφου μαζεύονταν στις αίθουσες και παρακολουθούσαν τα επίκαιρα ή «ζουρνάλ». Όσο για την ψυχαγωγία, ο κινηματογράφος είχε το πλεονέκτημα του υπερθεάματος, κάτι που εξακολουθεί να έχει και στις μέρες μας. Το ραδιόφωνο προσέφερε το ραδιοφωνικό θέατρο και τις σειρές. Ωστόσο, ο κινηματογράφος ξέφυγε γρήγορα από την αντιμετώπιση του παραδοσιακού μαζικού Μέσου και αποτέλεσε μια μορφή τέχνης. Μια τέχνη μπορεί να καταγράψει τις τάσεις και τις κοινωνικές αξίες μιας εποχής πολύ πιο καθαρά από άλλα ντοκουμέντα, ίσως και γιατί, σε αντίθεση με εκείνα, περιβάλλεται από το πέπλο της αθανασίας. Με αυτό το γνώμονα μπορούμε να εξετάσουμε σύντομα το πέρασμα του ραδιοφώνου από τις κινηματογραφικές ταινίες.

Σκηνή Πρώτη: Ένας παρουσιαστής ραδιοφωνικής εκπομπής στο Ντένβερ ζητάει από έναν ακροατή που έχει τηλεφωνήσει να μην κατηγορεί τους Εβραίους για ό,τι κακώς κείμενο υπάρχει στις Ηνωμένες Πολιτείες. Μετά το τέλος της εκπομπής, ακροδεξιοί Αμερικανοί τον ακολουθούν κρυφά στο σπίτι του και τον εκτελούν. Αυτή είναι η αρχή της ταινίας Betrayed (1988) του Κώστα Γαβρά. Η σκηνή βασίζεται στην αληθινή δολοφονία του παρουσιαστή Άλαν Μπεργκ (Alan Berg). Με τη σκηνή που αρχίζει ο Γαβράς, τελειώνει ο Όλιβερ Στόουν στο Talk Radio της ίδιας χρονιάς. Ο παρουσιαστής Άλαν Μπεργκ εμφανίζεται ως Μεσσίας των ραδιοκυμάτων, που προσπαθεί να "σώσει" τους ακροατές του αλλά και την προσωπική του ζωή.

Όσοι κάνουν εκπομπές με τηλέφωνα ακροατών και έχουν διαφιλονικούμενες απόψεις, εμφανίζονται αρκετά στο αμερικάνικο σινεμά. Ο ανατρεπτικός Χάουαρντ Στερν (Howard Stern) παίζει τον εαυτό του στο Private Parts του 1997.

Κατηγορήθηκε από πολλούς ότι είναι απλώς χυδαίος και θυσιάζει τη στοιχειώδη αισθητική για την ακροαματικότητα. Στην ταινία τον βλέπουμε να μιλάει στον αέρα για τα απόκρυφά του σημεία και να προσπαθεί να κάνει ζωντανό ραδιοφωνικό σεξ με μια ακροάτρια μέσω τηλεφώνου.

Με την ίδια ένταση, αλλά με εντελώς διαφορετικά κίνητρα, ο Ρόμπιν Ουίλιαμς εμψύχωνε με rock n' roll τους στρατιώτες στο «Καλημέρα Βιετνάμ» (1987), θυμίζοντάς τους ότι σημασία έχει αυτό που τους περιμένει πίσω στο σπίτι τους και όχι εκείνος ο «βρώμικος» πόλεμος.

Τέλος, η χρυσή εποχή του ραδιοφώνου παρουσιάζεται στις «Μέρες Ραδιοφώνου» (1987) του Γούντι Άλεν. Στην ταινία αυτή, ο μικρός πρωταγωνιστής που αφηγείται την ιστορία, αντιμετωπίζει με νοσταλγία τις ημέρες εκείνες. Οι ήχοι του ραδιοφώνου διαμόρφωσαν στο μυαλό του τις εικόνες τις παιδικής του ηλικίας.

Με βάση τις παραπάνω ταινίες, το ραδιόφωνο δεν παρουσιάζεται ως ένα κυρίαρχο μέσο, αλλά ως ένα μέσο με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Πράγματι, η εποχή κυριαρχίας του ραδιοφώνου που περιγράφεται στην ταινία του Γούντι Άλεν έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Το Ραδιόφωνο δεν είναι το «υπεύθυνο για την κατάσταση της κοινωνίας μέσο» (όπως παρουσιάζεται η τηλεόραση), αλλά χαρακτηρίζεται από την ένταση του λόγου και της μουσικής που μεταδίδει, της αμεσότητας, αλλά και της υποβολής. Ο ακροατής πλάθει μόνος του τις εικόνες στο μυαλό του. Το ραδιόφωνο, μας λέει ο κινηματογράφος, μπορεί να γίνει προκλητικό γιατί βασίζεται στη δύναμη του αιχμηρού λόγου. Και ίσως γίνει προσωπική υπόθεση ενός παρουσιαστή / παραγωγού, τόσο, ώστε να του κοστίσει τη ζωή του.

https://el.wikipedia.org/

 Radio Days  20 by Andy Russl  


Ο πολιτισμός του μικρού κουτιού

«Μικρό μου κουτί,
που μου κρατούσες συντροφιά
Στις αποδράσεις μου
Κι εγώ σε φρόντιζα
Μην πάθεις τίποτα
Θέλω να μου υποσχεθείς
Πως δεν θα σωπάσεις ξαφνικά»

Αυτό έγραφε το 1940, λίγα χρόνια μετά την απόδρασή του από τη ναζιστική Γερμανία, στο ποίημά του «Μπαλάντα του ραδιοφώνου», ο Μπέρτολτ Μπρεχτ για να εξυμνήσει τη μαγεία ενός μέσου που «κάνει προσβάσιμα σ’ όλο τον κόσμο ένα βιεννέζικο βαλς ή μια συνταγή μαγειρικής». Πράγματι, όσο και αν από τη δεκαετία του ’60 -εξαιτίας της μαζικής εισβολής της τηλεόρασης- προεξοφλούνταν το τέλος του ραδιοφώνου, όπου ένας ολόκληρος κόσμος από ήχους και φωνές γίνονται εικόνες προσωπικές, το «μικρό κουτί» του Μπρεχτ διαψεύδει διαρκώς ότι «θα σωπάσει ξαφνικά», αποτελώντας αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς μας. Η πολιτισμική και κοινωνική προσφορά του ραδιοφώνου στα 80 χρόνια περίπου της παρουσίας του στη χώρα μας, από τις 21 Μαΐου 1938, όταν οι Έλληνες ακροατές άκουσαν για πρώτη φορά το «Εδώ Αθήναι» από τον Ραδιοφωνικό Σταθμό Αθηνών, έως τη σημερινή διαδικτυακή του εποχή είναι αδιαμφισβήτητη. Μια προσφορά που συνεχίζεται, αν και δεν έχει βρει τη θέση που πραγματικά της αξίζει. Και αυτό, παρά το γεγονός ότι όλοι μας μεγαλώσαμε και εξακολουθούμε να μεγαλώνουμε με ένα τρανζιστοράκι ή ένα ipad στο αυτί. Είναι, όμως, τη συνεισφορά του «μαγικού κουτιού» που τιμά η UNESCO, καθιερώνοντας, το 2011, την 13η Φεβρουαρίου ως Παγκόσμια Ημέρα Ραδιοφώνου (ημέρα που πρωτο-λειτούργησε το ραδιόφωνο του ΟΗΕ).
«Δεν έχει εκτιμηθεί, ούτε ερευνηθεί και αναλυθεί η “μορφωτική επανάσταση” που επέφερε στην ελληνική ζωή το ραδιόφωνο, ειδικότερα κατά την πρώτη εικοσιπενταετία του», σχολιάζει ο Γιώργος Χατζηδάκης, σκηνοθέτης, θεατρικός συγγραφέας και ραδιοφωνικός παραγωγός, συγγραφέας του λευκώματος «”Ω, άγιε αιθέρα…” Ιστορία της ελληνικής ραδιοφωνίας».

«Άλλαξε την αρχετυπική μορφή της οικογενειακής λειτουργίας. Κατέλαβε τη θέση της Εστίας, όπου γύρω της συναθροιζόταν η οικογένεια, αλλά και τη θέση του λατρευτικού σημείου μέσα στην οικία, όπου επιχειρούνταν η επικοινωνία με το Θείο. Οι ήχοι και οι φωνές που έρχονταν από το άπειρο συνέθεταν μία κατάσταση που αταβιστικά ξυπνούσε βαθιές υπαρξιακές συνήθειες. Με το ξεκίνημα του ραδιοφώνου, η μουσική ζωή της χώρας πήρε μεγάλη ώθηση. Η κλασική μουσική ήταν απ’ την αρχή η βασική ιδεολογία του ραδιοφώνου. Η κατακόρυφη άνοδος που γνώρισε το μουσικό ενδιαφέρον του κόσμου, η ενημέρωσή του για τα έργα και το βίο των μεγάλων συνθετών και όλα όσα αφορούσαν τη μουσική, τους εκτελεστές, τις ορχήστρες ήταν πρωτοφανής. Ο λόγος των σπουδαίων δραματουργών, οι ερμηνείες των μεγάλων ηθοποιών, οι παραγωγές των μεγάλων θεάτρων ήταν προνόμιο των ολίγων του κέντρου. Το στερητικό αυτό καθεστώς το ραδιόφωνο το ανέτρεψε διά μιας. Το ραδιοφωνικό θέατρο, μετά την Κατοχή κυρίως, ανέβασε τους δείκτες της θεατρικής κουλτούρας σε υψηλότατες διαβαθμίσεις. Αν και γενικά το ραδιόφωνο για κάθε του εκπομπή επιστράτευε τη φαντασία, το ραδιοφωνικό θέατρο τη διέγειρε, την απαιτούσε, την όξυνε πολύ περισσότερο», συμπληρώνει ο κ. Χατζηδάκης.


Forgotten melodies Painting by Otar Imerlishvili

Παράθυρο στον κόσμο

Το κουβάρι το δικών του αναμνήσεων ραδιοφωνικής συντροφιάς, ζώντας παιδί, στα τέλη του ’50 και στις αρχές του ΄60, στο χωριό του, τη Δρακότρυπα Καρδίτσας, στις υπώρειες των Αγράφων, ξετυλίγει ο κ. Γιώργος Γούσιας, πιστός ακροατής του ραδιοφώνου. «Στο χωριό δεν θυμάμαι πιο σπίτι είχε ραδιόφωνο. Μα όποιο και να είχε, ελάχιστα το ανοίγανε, γιατί η μπαταρία του ήταν πανάκριβη και σωνότανε γρήγορα. Όταν αξιωθήκαμε κι εμείς να πάρουμε ραδιόφωνο, ήμουν δέκα χρονών. Η χαρά δεν περιγράφεται. Ήταν το μόνο μας παράθυρο στον κόσμο. Ήταν ένα κομψό σκούρο βυσσινοκαφέ Telefunken με μια μεσαία και δυο σκάλες βραχέα κύματα. Με το φίλο μου και γείτονά μου Νίκο, που είχανε στο σπίτι τους ένα Grundig, συνεχώς φιλονικούσαμε για το ποιο είναι το καλύτερο κι εγώ –απορώ πώς το σκέφτηκα– ότι η Telefunken είναι λέξη ελληνική! Μέσω του ραδιοφώνου, ήρθα σε επαφή με τη λογοτεχνία, αφού στο χωριό δεν υπήρχε βιβλιοθήκη. Με έπαιρνε ο ύπνος στις 11 το βράδυ ακούγοντας τη “Ραδιοφωνική Βιβλιοθήκη”, όπου ηθοποιοί αφηγούνταν μυθιστορήματα του Βενέζη, του Καρκαβίτσα και άλλων σπουδαίων ελλήνων συγγραφέων. Μέχρι 17 χρόνων δεν είχα πάει ποτέ στο θέατρο, άκουγα, όμως, πολύ συχνά θεατρικά έργα (όπως τους “Βρυκόλακες” του Ίψεν) στο “Θέατρο στο μικρόφωνο” και το “Θέατρο της Κυριακής”, φανταζόμενος τους τόπους όπου γυρίζονται αυτά τα έργα. Τα μεσημέρια της Κυριακής που παίζαμε στην πλατεία, στη μία ακριβώς που ακουγόταν από το ραδιόφωνο κάποιου καφενείου ο τσοπανάκος του ΕΙΡ για το δελτίο ειδήσεων σταματούσαμε το κλώτσημα της μπάλας για να το ακούσουμε. Πολλές φορές προτιμούσαμε να ακούμε στις 12 την “Ώρα του στρατιώτου” από τον Στρατιωτικό Σταθμό Θεσσαλονίκης, που συνήθως έβαζε λαϊκά τραγούδια. Όσοι τα κατάφερναν στα βραχέα, το απόγευμα στις πέντε, έπιαναν τον Στρατιωτικό Σταθμό Ιωαννίνων και την “Ώρα των ακροατών”. Ήταν κάποια τραγούδια που τα ζητούσαν τόσοι πολλοί ακροατές, κυρίως ξενιτεμένοι, και τα αφιέρωναν στους δικούς τους, που η εκφώνησή τους κρατούσε ολόκληρα λεπτά. Όταν ήμουνα στην Πέμπτη Γυμνασίου, με χίλια δυο ζόρια, μου αγόρασε ο πατέρας μου ένα τρανζίστορ, που είχε την πολυτέλεια να πιάνει και σταθμούς των βραχέων, το οποίο είχα στο προσκεφάλι μου. Πέρα από τους ελληνικούς σταθμούς, την εποχή εκείνη τα ερτζιανά ήταν γεμάτα και από εκπομπές ξένων ραδιοφωνικών σταθμών. Ο αγαπημένος μας ραδιοφωνικός σταθμός ήταν αυτός της Βουδαπέστης, που είχε ειδήσεις με έντονο ελληνικό ενδιαφέρον, και η συμπάθεια αυτή ξεκινούσε από το γεγονός ότι στο ελληνικό χωριό Μπελογιάννης της Ουγγαρίας ζούσε ο θείος μου. Το μουσικό σήμα του σταθμού ήταν το Ουγγρικό Εμβατήριο από την “Καταδίκη του Φάουστ” του Μπερλιόζ και ήταν αυτή η πρώτη μου επαφή με την κλασική μουσική», θυμάται ο κ. Γούσιας.

Αναμφίβολα, όμως, η κορυφαία στιγμή στην ιστορία του ελληνικού ραδιοφώνου είναι το Τρίτο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας επί εποχής Μάνου Χατζιδάκι (1975-1981). Το τρίπτυχο των στόχων του; «Παιδεία –Τέχνη – Ενημέρωση».
«Έχουμε να κάνουμε μ’ ένα ραδιόφωνο που επεμβαίνει στη ζωή σου μέσω του πολιτισμού συνολικά –όχι μόνο μέσω της μουσικής– και αυτή είναι μία πρώτη ουσιαστικότατη διαφοροποίηση. Πέρα από τις εκπομπές κάθε τύπου, δηλαδή θεατρικές, λογοτεχνικές, μουσικές κάθε είδους (κλασικής μουσικής, τζαζ, έθνικ κ.λπ. Μέχρι τότε το Τρίτο δεν ήθελε να ανακατεύεται με άλλα είδη μουσικής πέραν της κλασικής), προστίθεται και η διάσταση της αμεσότητας του ραδιοφώνου, δηλαδή το ραδιόφωνο μας συνδέει για πρώτη φορά με το χώρο όπου γίνονται τα πράγματα, μεταμορφώνεται σε ένα είδος αυτόπτη μάρτυρα, γίνεται φορέας αυτής της άμεσης επαφής. Επιπλέον, οι παιδικές εκπομπές μέχρι τότε είχαν έναν καθωσπρεπισμό. Η “Λιλιπούπολη”, αντιθέτως, έχει έναν αντικομφορμισμό. Σε πρώτο επίπεδο, τα παιδιά γελούσαν με τον δήμαρχο Χαρχούδα και το δράκο που θέλει να ξυστεί, σε δεύτερο επίπεδο, όμως, σχολιαζόντουσαν με μεταφορικό τρόπο κοινωνικά ζητήματα της επικαιρότητας, όπως το εκπαιδευτικό σύστημα, η λιτότητα, η μόλυνση της ατμόσφαιρας, η ανακύκλωση. Ένα πρωτοφανές κατόρθωμα του Τρίτου, τότε, ήταν ότι όλες οι εκπομπές του εμπνέονταν από απόλυτη ελευθερία έκφρασης. Όταν τολμούσε κάποιος να σκεφτεί επιβολή λογοκρισίας, έπεφτε πάνω στο βράχο Χατζιδάκι, που ήταν πραγματικά αμετακίνητος και μπορούσε να αποκρούσει οποιεσδήποτε τέτοιου είδους επιθέσεις», επισημαίνει ο συνθέτης Γιώργος Κουρουπός, αναπληρωτής διευθυντής του Τρίτου Προγράμματος την περίοδο του Χατζιδάκι (από το 1977). 




Η ζωή στη Λιλιπούπολη αποτελεί ένα σπουδαίο κομμάτι των παιδικών χρόνων του παραγωγού ταινιών, σκηνοθέτη, σεναριογράφου και ραδιοφωνικού παραγωγού Μενέλαου Καραμαγγιώλη: «Ήμουν μαθητής στη Δευτέρα Γυμνασίου στη Θήβα και τρώγαμε αποβολές, γιατί ακούγαμε τη “Λιλιπούπολη” από τρανζιστοράκια μέσα στην τάξη. Έζησα στην εφηβεία μου τη μεγάλη επανάσταση, τότε, του Τρίτου Προγράμματος. Ήταν ένας τρόπος να έχω επαφή με αυτό λέμε “πολιτισμός”». Περιγράφει, δε, την ιστορική εκπομπή του (από το 1987) «Πού πάει η μουσική όταν δεν την ακούμε πια» στο Τρίτο Πρόγραμμα ως «ραδιοφωνικές ταινίες». «Για μένα, είναι μεγάλη ευλογία αυτές οι εκπομπές, είναι οι ταινίες που δεν έχω κάνει ως σκηνοθέτης. Μπορούσα να κάνω μία ταινία κάθε εβδομάδα ραδιοφωνικά. Κάθε εκπομπή έχει ένα θέμα, πολλές φορές ξεκινώντας από μία επέτειο όπως αυτή των ασώτων, όπου έψαχνα και έβρισκα άσωτους ήρωες της λογοτεχνίας ή ποιητές, και αυτό ανοίγεται σιγά σιγά και φτιάχνει ένα σενάριο. Με αυτές τις εκπομπές μεγάλωνα και ωρίμαζα κι εγώ, γιατί είχα ξεκινήσει παιδάκι, λειτούργησαν ως ο ψυχαναλυτής μου. Πολλές φορές είχα έναν πανικό ότι τόσο άσχετα πράγματα μπορεί να μην ταιριάζουν καθόλου μεταξύ τους, όπως το να υπάρχει ένα λαϊκό τραγούδι, μετά ένα κείμενο του Αντόρνο, μια άρια της όπερας, μια διασκευή του Μπαχ, ένα δημοτικό τραγούδι και μετά μια αφήγηση που αφορά κάτι πολύ σημερινό. Ούτε κι εγώ περίμενα τη “φασαρία” που προκάλεσαν οι εκπομπές. Πριν από πάνω από δέκα χρόνια, με σταμάτησε στο δρόμο κάποιος άνθρωπος που με αναγνώρισε από τη φωνή και μου είπε ότι είχε δημιουργηθεί μια ομάδα 300 ατόμων που μαζεύονταν, άκουγαν παλιές εκπομπές μου και τις αντάλλασσαν. Έχω γράμματα από ένα μοναστήρι όπου βάζαν και άκουγαν τις εκπομπές από τα ηχεία ή από έναν οδηγό νταλίκας που για να μη χάνει το σήμα έμπαινε στο πάρκινγκ και άκουγε την εκπομπή ή από σχολεία που έκαναν τις εκπομπές μάθημα. Υπάρχουν άνθρωποι που μου έχουν πει ότι δεν θα άντεχαν να κάνουν τη στρατιωτική τους θητεία αν δεν υπήρχαν αυτές οι εκπομπές ή ότι κατάφεραν να διαβάσουν για τις εξετάσεις για το πανεπιστήμιο με οδηγό αυτές τις εκπομπές, ή κάποιος άλλος που μου εξομολογήθηκε ότι είχε κάνει απόπειρες αυτοκτονίες και, μέσα από το υλικό που του έδωσαν αυτές οι εκπομπές, μπόρεσε να διαχειριστεί αλλιώς την ψυχική του κατάσταση. Χαίρομαι όταν ακούω αυτά τα πράγματα, αλλά δεν πιστεύω ότι απευθύνονται σε μένα, παρά μόνο στο ίδιο το ραδιόφωνο και τη δύναμη που έχει να δημιουργεί πολύ ουσιαστικές σχέσεις με τους ακροατές», καταλήγει ο κ. Καραμαγγιώλης. 




Αναστρέψιμη πορεία

Τη χαμένη, σε μεγάλο βαθμό, όπως υποστηρίζει, μαγεία του ραδιοφώνου, αναπολεί, από την πλευρά του, ο ραδιοφωνικός παραγωγός Μάκης Μηλάτος, διευθυντής του σταθμού «105.5 στο Κόκκινο», ανασύροντας ραδιοφωνικές μνήμες αλλοτινών εποχών, όχι πολύ μακρινών, η αλήθεια είναι.
«Το ραδιόφωνο έπαιζε διαρκώς στο σπίτι μας. Ο πατέρας μου άκουγε ειδήσεις και ελαφρά μουσική και η μητέρα μου δημοτικά, καθώς ήταν από την Ήπειρο. Εγώ ως παιδί περνούσα ώρες ολόκληρες γυρνώντας τη βελόνα στα βραχέα, ακούγοντας έναν κόσμο από ήχους, μουσικές, γλώσσες, που μου ήταν ακατάληπτος, αλλά τον έβρισκα συναρπαστικό. Το 1971, 12 χρόνων, αγόρασα το πρώτο μου τρανζιστοράκι –τότε πουλιόντουσαν συνήθως στα καροτσάκια έξω από τα γήπεδα και τα έπαιρναν οι φίλαθλοι ν’ ακούσουν τους άλλους αγώνες– και άκουγα κρυφά από τους γονείς μου –που είχαν συνδέσει τη ροκ με τους “αλήτες”– στο μαξιλάρι μου τον αμερικάνικο σταθμό της Βάσης του Ελληνικού, που έπαιζε το αμερικάνικο Top 40. Όταν ήμουν παιδί, μία από τις κοινές οικογενειακές μας δραστηριότητες ήταν που συγκεντρωνόμασταν στο σαλόνι και ακούγαμε το “Θέατρο της Δευτέρας” και ο πατέρας μου μού εξηγούσε τα έργα, μου έφερνε βιβλία από τον ίδιο συγγραφέα, μου διάβαζε αποσπάσματα. Η πρώτη μου επαφή με τις αρχαίες τραγωδίες ήταν μέσω του ραδιοφώνου. Αυτό πια έχει χαθεί στο ραδιόφωνο», θυμάται.
Όντως, ποια θέση θεωρεί ότι κατέχει σήμερα ο πολιτισμός στο ελληνικό ραδιόφωνο;
«Έχει απαξιωθεί τελείως ο πολιτισμός στο ραδιόφωνο. Οι ιδιωτικοί σταθμοί κοιτούν πώς με το λιγότερο δυνατό κόστος θα έχουν τη μεγαλύτερη δυνατή ακροαματικότητα, και ό,τι το “κουλτουριάρικο” τους αφήνει παγερά αδιάφορους γιατί υποτίθεται ότι δεν έχει ακροατήριο. Τα πρώτα δέκα χρόνια της ιδιωτικής ραδιοφωνίας (1988-1998) νομίζω έγιναν πολλές αθώες προσπάθειες ανθρώπων, που το κίνητρό τους ήταν η αγάπη τους για τη μουσική και το ίδιο το μέσο. Μετά ξεκινάει μια περίοδος όπου οι επιχειρηματίες, βλέποντας ότι αυτό τους προκαλεί οικονομική ζημιά, περνούν σε ένα νέο ραδιοφωνικό μοντέλο απολύτως ελεγχόμενο. Αρχίζει, με λίγες εξαιρέσεις, η λογική του playlist, να παίζουν οι σταθμοί μουσική ευρείας κατανάλωσης για να μπορούν να απευθυνθούν σε όσο δυνατόν ευρύτερα ακροατήρια και να αντικαθιστούν παραγωγούς με άποψη με ανθρώπους που κάνουν τον ενδιάμεσο, λένε ποιο τραγούδι παίζεται, μετά μιλάνε για το χορηγό και πού θα πάνε το βράδυ ή που παίζει ο τάδε dj, ένα ραδιόφωνο “χαριεντισμού”», σχολιάζει.

Αυτήν ακριβώς την ανάγκη ενίσχυσης του πολιτισμικού και μορφωτικού ρόλου του ελληνικού ραδιοφώνου και επαναφοράς του θεάτρου σε αυτό επισημαίνει και η ηθοποιός Λήδα Δημητρίου, παραγωγός στο Τρίτο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας. «Ο τελευταίος που ασχολήθηκε ουσιαστικά με το θέατρο στο ραδιόφωνο ήταν ο Ιάκωβος Καμπανέλλης, που είχε αναλάβει τη διεύθυνση της Ραδιοφωνίας το ’80, μετά σταμάτησαν να δίνονται χρήματα για το θέατρο. Το 2006, βρέθηκα στο Βερολίνο σ’ έναν ραδιοφωνικό διαγωνισμό με την επωνυμία Prix Europa. Εκπροσωπούσα την Ελληνική Ραδιοφωνία με την εκπομπή μου “Τράγου Ωδή: Αισχύλου, Προμηθεύς Δεσμώτης”. Eκεί ανακάλυψα ότι το ραδιοφωνικό θεατρικό έργο δεν ήταν καθόλου νεκρό. Διαπίστωσα, τελικά, πως ένας τεράστιος αριθμός μοντέρνων ραδιοφωνικών έργων είχαν κατακλύσει τις ευρωπαϊκές ραδιοφωνίες στην κατηγορία του Radio Drama. Φυσικά, στην Ελλάδα όλη αυτή η ιστορία ήταν παντελώς άγνωστη.
Εξίσου άγνωστη ήταν και η ιστορία του Radio Documentary, δηλαδή του Ραδιοφωνικού Ντοκιμαντέρ, το οποίο επίσης πόρρω απέχει από τα συμβατικά ραδιοφωνικά ρεπορτάζ. Αφού δικαιολόγησα όπως όπως την απουσία μας, γύρισα στην Ελλάδα, προσπαθώντας να παρακινήσω τους έλληνες παραγωγούς να ασχοληθούν με αυτά τα δυο ραδιοφωνικά είδη. Μάλιστα, δύο εργασίες έχουν κερδίσει, μέχρι στιγμής, το πρώτο βραβείο σε διαγωνισμούς στην Κροατία και στην Τουρκία αντίστοιχα:
“Η Μήδεια δεν βλέπει εφιάλτες”, radio drama του Κώστα Καναβούρη το 2008 και το “Kηφισός: Μνήμη και Σιωπή”, ραδιοφωνικό ντοκιμαντέρ της Μαρούλας Μαντζώρου, την ίδια χρονιά. Όλα αυτά τα χρόνια, έχω στείλει καμιά εκατοστή επιστολές για να συστηματοποιηθεί η παραγωγή θεατρικών έργων στο ραδιόφωνο. Έχω γνωρίσει καθηγήτρια στο Αιγάλεω που έχει ηχογραφήσει σχεδόν όλα τα θεατρικά του αρχείου της ΕΡΤ, τα παιδιά της τα’ χουν μάθει απέξω, ενώ τα μεταδίδει και στους μαθητές της. Τελικά, πριν από λίγες εβδομάδες με κάλεσε ο πρόεδρος της ΕΡΤ και μου ανέθεσε να ξεκινήσουμε σύντομα ηχογραφήσεις θεατρικών έργων που θα ετοιμάζουν και θα στέλνουν μαθητές δραματικών σχολών. Ας αρχίσει, και ελπίζω ότι θα βρεθούν άνθρωποι να το οδηγήσουν σε μια ανθούσα κατάσταση όπως ήταν κάποτε», υπογραμμίζει η κ. Δημητρίου.

Η επιστροφή του θεάτρου 

Και όμως, από το Μάιο του 2016, σπουδαστές της Δραματικής Σχολής του Θεάτρου Τέχνης σκηνοθετούν, γράφουν, δραματοποιούν και ερμηνεύουν παραμύθια για την εκπομπή της Φωνή της Ελλάδας (ο σταθμός της ΕΡΑ που απευθύνεται στους Έλληνες του εξωτερικού) «Παραμύθια για τη Φωνή της Ελλάδας» (υπό τη δημοσιογραφική επιμέλεια της κ. Βίκυς Τσιανίκα). «Όλα ξεκίνησαν όταν η ΕΡΤ μάς ζήτησε να δημιουργήσουμε πρωτότυπα παραμύθια, έτσι ώστε, μέσα από αυτά, τα παιδιά που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στο εξωτερικό να έρθουν σε επαφή μ’ έναν πιο προσιτό τρόπο με την ελληνική γλώσσα. Συμμετέχουν παιδιά και από τα τρία έτη, ενώ εναλλασσόμαστε στις θέσεις του ερμηνευτών, του σκηνοθέτη, των τραγουδιστών – οι μουσικοί δεν εναλλάσσονται παρά μεταξύ τους. Ήδη, έχουν παρουσιαστεί 20 παραμύθια. Οι ιστορίες είναι, για παράδειγμα, για ζωάκια που έχουν μετακινηθεί από το χωριό τους κι έχουν πάει σ’ άλλο χωριό. Συνήθως, δηλαδή, αναφέρονται στην ξενιτιά, ενώ περνούν μηνύματα όπως ο σεβασμός για τον άνθρωπο, η αλληλεγγύη, η αγάπη για την πατρίδα, τη φύση, τη μάθηση, τη μουσική, την τέχνη. Η μαγεία στο θέατρο στο ραδιόφωνο είναι η δημιουργία της εικόνας χωρίς εικόνα, αλλά και το πώς θα εξάπτουμε τη φαντασία και το ενδιαφέρον των παιδιών ώστε να συνεχίσουν να ακούν. Ο στόχος μας είναι η εκπομπή να γίνει διαχρονική. Εμείς του χρόνου θα αποφοιτήσουμε, οπότε θέλουμε να περάσουμε την ιδέα και στα έτη που έρχονται. Ήδη το φετινό πρώτο έτος είναι έτοιμο να συμμετάσχει. Ελπίζουμε η παιδική μας εκπομπή να αποτελέσει το πρώτο βήμα για να ξαναξεκινήσει το θέατρο στο ραδιόφωνο», επισημαίνει ο Βασίλης Φακανάς, σπουδαστής στη Δραματική Σχολή του Θεάτρου Τέχνης.
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ https://www.shedia.gr/


Οι πίνακες κυρίως από https://www.pinterest.es/
https://fineartamerica.com/











Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου