Κυριακή 18 Νοεμβρίου 2018

Η ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ

Η θυσία της Ιφιγένειας. Από αρχαίο ελληνικό αγγείο

Ευριπίδης - Ἰφιγένεια ἡ ἐν Αὐλίδι (543-589)

ΣΤΑΣΙΜΟΝ ΠΡΩΤΟΝ
ΧΟ. μάκαρες οἳ μετρίας θεοῦ [στρ.]
μετά τε σωφροσύνας μετέ-
545σχον λέκτρων Ἀφροδίτας,
γαλανείᾳ χρησάμενοι
μανιάδων οἴστρων, ὅθι δὴ
δίδυμ᾽ Ἔρως ὁ χρυσοκόμας
τόξ᾽ ἐντείνεται χαρίτων,
550τὸ μὲν ἐπ᾽ εὐαίωνι πότμῳ,
τὸ δ᾽ ἐπὶ συγχύσει βιοτᾶς.
ἀπενέπω νιν ἁμετέρων,
Κύπρι καλλίστα, θαλάμων.
εἴη δέ μοι μετρία μὲν
555χάρις, πόθοι δ᾽ ὅσιοι,
καὶ μετέχοιμι τᾶς Ἀφροδί-
τας, πολλὰν δ᾽ ἀποθείμαν.

διάφοροι δὲ φύσεις βροτῶν, [αντ.]
διάφοροι δὲ τρόποι· τὸ δ᾽ ὀρ-
560θῶς ἐσθλὸν σαφὲς αἰεί·
τροφαί θ᾽ αἱ παιδευόμεναι
μέγα φέρουσ᾽ εἰς τὰν ἀρετάν·
τό τε γὰρ αἰδεῖσθαι σοφία,
τάν τ᾽ ἐξαλλάσσουσαν ἔχει
565χάριν ὑπὸ γνώμας ἐσορᾶν
τὸ δέον, ἔνθα δόξα φέρει
κλέος ἀγήρατον βιοτᾷ.
μέγα τι θηρεύειν ἀρετάν,
γυναιξὶν μὲν κατὰ Κύπριν
570κρυπτάν, ἐν ἀνδράσι δ᾽ αὖ
κόσμος ἐνὼν ὁ μυριοπλη-
θὴς μείζω πόλιν αὔξει.

ἔμολες, ὦ Πάρις, ᾗτε σύ γε
βουκόλος ἀργενναῖς ἐτράφης
575



Ἰδαίαις παρὰ μόσχοις,
βάρβαρα συρίζων, Φρυγίων
αὐλῶν Ὀλύμπου καλάμοις
μιμήματα πνείων.
εὔθηλοι δὲ τρέφοντο βόες,
580ὅτι σε κρίσις ἔμηνε θεᾶν,
ἅ σ᾽ Ἑλλάδα πέμπει·
ἐλεφαντοδέτων πάροι-
θεν δόμων, δὲ στὰς Ἑλένας
ἐν ἀντωποῖς βλεφάροισιν
585ἔρωτα τ᾽ ἔδωκας, ἔρωτι δ᾽
αὐτὸς ἐπτοάθης.
ὅθεν ἔρις ἔριν
Ἑλλάδα σὺν δορὶ ναυσί τ᾽ ἄγει
ἐς Τροίας πέργαμα...



ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ Η ΕΝ ΑΥΛΙΔΙ 2002 ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ ΘΕΑΤΡΟ ΦΙΛΙΠΠΩΝ


Γιώργος Ιακωβίδης - Ιφιγένεια εν Ταύροις
http://www.nationalgallery.gr/
.
Μετάφραση: Θρ. Σταύρου

ΧΟΡ. Καλότυχοι είναι οι άνθρωποι που τις χαρέςτης Αφροδίτηςμε μέτρο και συγκράτηση τις δοκιμάζουν, κι έτσισε απανεμιάτα φρενιασμένα φέρνουνε κεντριά της·ο χρυσομάλλης Έρωταςσηκώνει και τεντώνει δυο τόξα του πόθου· το ένα550φέρνει της ζήσης την καλοτυχιά,τ᾽ άλλο την αναστάτωση.Πανώρια Κύπρη, κάμε αυτό το δεύτερο να μείνειαπ᾽ το δικό μου θάλαμο μακριά.Θέλω η αγάπη που ξυπνώ στους άλλους μέτρια να ᾽ναι,και της δικής μου της καρδιάςοι πόθοι να ᾽ναι αγνοί· ζητώμερίδιο από τον Έρωτα, μα το περίσσιο ας λείπει.
Λογιώ λογιώ τα φυσικά είναι των θνητώνκι οι χαραχτήρες,560μα το πραγματικά σωστό ξεκάθαρο είναι πάντα·κι η ανατροφήπολύ βοηθά στης αρετής το δρόμο·γιατί σεμνόν η μόρφωσησε κάνει, αυτή και το έξοχο το χάρισμα σου δίνεισυνειδητά να βλέπεις το σωστόσε πράγματα όπου η κρίση σουστη ζωή σου φέρνει τ᾽ όνομα που αγέραστο θα μείνει.Σπουδαίο να κυνηγάς την αρετή·όπου άνομοι έρωτες δε ζουν τη βρίσκουν οι γυναίκες,570μα οι άντρες μέσα στου λαούτη σύναξη· η πολιτικήτάξη την πόλη εκεί κρατεί και πιο τρανή την κάνει.
Εσύ ήρθες, Πάρη,έτσι όπως —γελαδάρης—κοντά στης Ίδης τα λευκά μεγάλωσες δαμάλια·που λάλαες τη φλογέρα σου βαρβαρικάκαι φύσαες στα καλάμια σου σκοπούς όμοιους μ᾽ αυτούςπου του Όλυμπου έλεαν μια φορά τα φρυγικά σουραύλια.Γελάδες καλομάσταρες βοσκούσαν580κι όταν η κρίση των θεαινών σού πήρε τα μυαλά,που αυτή σε ξεπροβόδισε για την Ελλάδα·μπρος στο παλάτι στάθηκες,δετό μ᾽ ελεφαντόδοντο,κατάντικρυ στα μάτια της Ελένηςκαι ξύπνησες τον έρωτα σ᾽ αυτήν,μα ο έρωτας σε χτύπησε κι εσένα.Κι έτσι μια αμάχη ελληνικήξεσήκωσε η αμάχη εκείνη και τη φέρνειμε δόρατα και πλεούμενα στης Τροίας τα καστροπύργια.

http://www.greek-language.gr/


Pieter de Cracht - Θυσία Ιφιγένειας

Εὐριπίδης -  Ἰφιγένεια ἐν Ταύροις

Μετάφραση: Θρ. Σταύρου

Πρόλογος ( στ.1-66) 



ἸφιγένειαΙφιγένεια
Πέλοψ ὁ Ταντάλειος ἐς Πῖσαν μολὼν
θοαῖσιν ἵπποις Οἰνομάου γαμεῖ κόρην,
ἐξ ἧς Ἀτρεὺς ἔβλαστεν· Ἀτρέως δὲ παῖς
Μενέλαος Ἀγαμέμνων τε· τοῦ δ᾽ ἔφυν ἐγώ
Ο Πέλοπας, ο γιος του Τάνταλου, όταν
πήγε στην Πίσα άρμα γοργό οδηγώντας,
με του Οινόμαου παντρεύτηκε την κόρη·
παιδί αυτωνών ο Ατρέας, και γιοι του Ατρέα,
Μενέλαος κι Αγαμέμνονας· πατέρας
5τῆς Τυνδαρείας θυγατρὸς Ἰφιγένεια παῖς,
ἣν ἀμφὶ δίναις ἃς θάμ᾽ Εὔριπος πυκναῖς
αὔραις ἑλίσσων κυανέαν ἅλα στρέφει,
ἔσφαξεν Ἑλένης οὕνεχ᾽, ὡς δοκεῖ, πατὴρ
Ἀρτέμιδι κλειναῖς ἐν πτυχαῖσιν Αὐλίδος.
δικός μου αυτός, και του Τυνδάρεω κόρη
η μάνα μου· κι εγώ είμαι η Ιφιγένεια
που, όπως νομίζουν, μ' έσφαξε ο πατέρας μου
στην Άρτεμη για χάρη της Ελένης
στις ξακουστές κοιλάδες της Αυλίδας,
κει που σβουρίζει ο Εύριπος ολοένα
κι από συχνούς στριφογυρίζει ανέμους
και τη γαλάζια θάλασσα ταράζει,
10ἐνταῦθα γὰρ δὴ χιλίων ναῶν στόλον
Ἑλληνικὸν συνήγαγ᾽ Ἀγαμέμνων ἄναξ,
τὸν καλλίνικον στέφανον Ἰλίου θέλων
λαβεῖν Ἀχαιοῖς τούς θ᾽ ὑβρισθέντας γάμους
Ἑλένης μετελθεῖν, Μενέλεῳ χάριν φέρων.
Χίλια καράβια ελληνικά εκεί πέρα
ο Αγαμέμνονας είχε μαζεμένα,
τ' ωραίο στεφάνι θέλοντας της νίκης
για τους Αχαιούς να πάρει από την Τροία,
μα και για το Μενέλαο, που τον είχαν
προσβάλει αρπάζοντάς του την Ελένη,
15δεινῆς δ᾽ ἀπλοίας πνευμάτων τε τυγχάνων,
ἐς ἔμπυρ᾽ ἦλθε, καὶ λέγει Κάλχας τάδε·
ὦ τῆσδ᾽ ἀνάσσων Ἑλλάδος στρατηγίας,
Ἀγάμεμνον, οὐ μὴ ναῦς ἀφορμίσῃ χθονός,
πρὶν ἂν κόρην σὴν Ἰφιγένειαν Ἄρτεμις
Απ' αγριοκαίρια στη στεριά δεμένος
μαντεία φωτιάς ζητούσε, κι είπε ο Κάλχας:
“του ελληνικού στρατού, αρχηγέ Αγαμέμνονα,
από τ' αραξοβόλια πλοίο δε βγαίνει,
αν η Άρτεμη την κόρη σου Ιφιγένεια
20λάβῃ σφαγεῖσαν· ὅ τι γὰρ ἐνιαυτὸς τέκοι
κάλλιστον, ηὔξω φωσφόρῳ θύσειν θεᾷ.
παῖδ᾽ οὖν ἐν οἴκοις σὴ Κλυταιμήστρα δάμαρ
τίκτει--τὸ καλλιστεῖον εἰς ἔμ᾽ ἀναφέρων--
ἣν χρή σε θῦσαι. καί μ᾽ Ὀδυσσέως τέχναις
για σφαχτό δεν τη λάβει στο βωμό της·
θύμα στη φωτοκράτα θεά είχες τάξει
της χρονιάς τ' ομορφότερο βλαστάρι”·
και πρώτη εμένα κρίνοντας στα κάλλη
προσθέτει “η Κλυταιμήστρα σου έχει κάμει
σπίτι σου κόρη· ανάγκη να τη σφάξεις”.
25μητρὸς παρείλοντ᾽ ἐπὶ γάμοις Ἀχιλλέως.
ἐλθοῦσα δ᾽ Αὐλίδ᾽ ἡ τάλαιν᾽ ὑπὲρ πυρᾶς
μεταρσία ληφθεῖσ᾽ ἐκαινόμην ξίφει·
ἀλλ᾽ ἐξέκλεψεν ἔλαφον ἀντιδοῦσά μου
Ἄρτεμις Ἀχαιοῖς, διὰ δὲ λαμπρὸν αἰθέρα
Και δολερά απ' τη μάνα μου με πήραν
με του Οδυσσέα τις πονηριές, πως τάχα
γυναίκα θα γινόμουν του Αχιλλέα.
Σαν πήγα στην Αυλίδα, ανάερα πάνω
απ' το βωμό με πιάσανε τη δόλια
και με σπαθί με σφάζαν· η Άρτεμη όμως
κρυφά με πήρε, αντίς για με ένα λάφι
30πέμψασά μ᾽ ἐς τήνδ᾽ ᾤκισεν Ταύρων χθόνα,
οὗ γῆς ἀνάσσει βαρβάροισι βάρβαρος
Θόας, ὃς ὠκὺν πόδα τιθεὶς ἴσον πτεροῖς
ἐς τοὔνομ᾽ ἦλθε τόδε ποδωκείας χάριν.
έδωσε στους Αχαιούς, κι από τη λάμψη
περνώντας με του αιθέρα, εδώ στη χώρα
να κατοικήσω μ' έφερε των Ταύρων,
που την ορίζει, βάρβαρος βαρβάρων
ρήγας, ο Θόας, τ' όνομ' αυτό του δώσαν,
γιατί φτερά στα πόδια του λες κι έχει.
ναοῖσι δ᾽ ἐν τοῖσδ᾽ ἱερέαν τίθησί με·Σ' αυτό το ναό μ' έκαμε ιέρεια, κι έτσι
35ὅθεν νόμοισι τοῖσιν ἥδεται θεὰ
Ἄρτεμις, ἑορτῆς, τοὔνομ᾽ ἧς καλὸν μόνον--
τὰ δ᾽ ἄλλα σιγῶ, τὴν θεὸν φοβουμένη--
[θύω γὰρ ὄντος τοῦ νόμου καὶ πρὶν πόλει,
ὃς ἂν κατέλθῃ τήνδε γῆν Ἕλλην ἀνήρ.]
με τα έθιμα - χαρές της θεάς – βαδίζω
μιας γιορτής, που είναι μόνο τ' όνομά της
ωραίο, όσο για τ' άλλα πια. . . σωπαίνω:
τη θεά φοβούμαι. Το έθιμο όπως ήταν
και πριν να 'ρθω, όποιος, Έλληνας ξεπέσει
εδώ, τον ετοιμάζω για θυσία,
40κατάρχομαι μέν, σφάγια δ᾽ ἄλλοισιν μέλει
ἄρρητ᾽ ἔσωθεν τῶνδ᾽ ἀνακτόρων θεᾶς.
μα της σφαγής της άρρητης την έγνοια
μες στο ιερό της θεάς την έχουν άλλοι.
ἃ καινὰ δ᾽ ἥκει νὺξ φέρουσα φάσματα,
λέξω πρὸς αἰθέρ᾽, εἴ τι δὴ τόδ᾽ ἔστ᾽ ἄκος.
ἔδοξ᾽ ἐν ὕπνῳ τῆσδ᾽ ἀπαλλαχθεῖσα γῆς
Τ' όνειρο τώρα που είδα ψες τη νύχτα
θα πω στο φως· γιατρειά ίσως τούτο φέρει·
έμενα, λέει, μακριά απ' αυτή τη χώρα,
45οἰκεῖν ἐν Ἄργει, παρθένοισι δ᾽ ἐν μέσαις
εὕδειν, χθονὸς δὲ νῶτα σεισθῆναι σάλῳ,
φεύγειν δὲ κἄξω στᾶσα θριγκὸν εἰσιδεῖν
δόμων πίτνοντα, πᾶν δ᾽ ἐρείψιμον στέγος
βεβλημένον πρὸς οὖδας ἐξ ἄκρων σταθμῶν.
στο Άργος, κι ενώ κοιμόμουν στο δωμάτιο
των κοριτσιών, σεισμός τη γη τραντάζει·
έφυγα, στάθηκα έξω, και είδα τότε
να πέφτει του σπιτιού η γρηπίδα, η στέγη
να σωριάζεται ολούθε απ' τ' ακροστύλια.
50μόνος λελεῖφθαι στῦλος εἷς ἔδοξέ μοι
δόμων πατρῴων, ἐκ δ᾽ ἐπικράνων κόμας
ξανθὰς καθεῖναι, φθέγμα δ᾽ ἀνθρώπου λαβεῖν,
κἀγὼ τέχνην τήνδ᾽ ἣν ἔχω ξενοκτόνον
τιμῶσ᾽ ὑδραίνειν αὐτὸν ὡς θανούμενον,
Μου φάνηκε πως ένας μόνο στύλος
από το πατρικό μου έμεινε σπίτι,
ξανθά μαλλιά φύτρωσαν στην κορφή του
και πήρε ανθρώπινη λαλιά· και το έργο
κάνοντας που έχω εδώ - θυσία των ξένων -
του 'ριχνα εγώ τον αγιασμό με θρήνους,
55κλαίουσα. τοὔναρ δ᾽ ὧδε συμβάλλω τόδε·
τέθνηκ᾽ Ὀρέστης, οὗ κατηρξάμην ἐγώ.
στῦλοι γὰρ οἴκων παῖδές εἰσιν ἄρσενες·
θνῄσκουσι δ᾽ οὓς ἂν χέρνιβες βάλωσ᾽ ἐμαί.
[οὐδ᾽ αὖ συνάψαι τοὔναρ ἐς φίλους ἔχω·
για να σφαγεί. Και να πώς το ξηγάω
τ' όνειρο αυτό: ο Ορέστης, που για θύμα
τον ετοίμαζα, πέθανε· γιατ' είναι
στύλοι σπιτιών τ' αρσενικά παιδιά·
κι όποιον το ράντισμά μου βρει, πεθαίνει.
Σ' άλλους δικούς τ' όνειρο δεν ταιριάζει·
60Στροφίῳ γὰρ οὐκ ἦν παῖς, ὅτ᾽ ὠλλύμην ἐγώ.]
νῦν οὖν ἀδελφῷ βούλομαι δοῦναι χοὰς
παροῦσ᾽ ἀπόντι--ταῦτα γὰρ δυναίμεθ᾽ ἄν--
σὺν προσπόλοισιν, ἃς ἔδωχ᾽ ἡμῖν ἄναξ
Ἑλληνίδας γυναῖκας. ἀλλ᾽ ἐξ αἰτίας
σα με σκοτώναν, γιο δεν είχε ο Στρόφιος.
Τώρα λοιπόν στο μακρινό μου αδέρφι
από δω χάμω - αυτό μπορώ μονάχα -
να ρίξω θέλω χοές, με τις γυναίκες
τις Ελληνίδες που έχει βάλει ο ρήγας
στη δούλεψή μου. Αλλά ποιος να 'ναι ο λόγος
65οὔπω τίνος πάρεισιν; εἶμ᾽ ἔσω δόμων
ἐν οἷσι ναίω τῶνδ᾽ ἀνακτόρων θεᾶς.
κι ακόμα δε φανήκανε; Πηγαίνω
στο ναό της θεάς· αυτός και σπίτι μου είναι.

https://www.mikrosapoplous.gr/



ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΕΝ ΤΑΥΡΟΙΣ 1981 ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ ΑΡΧΑΙΟ ΘΕΑΤΡΟ ΕΠΙΔΑΥΡΟΥ

Girard Audran - Ο Αχιλλέας εμποδίζει τον Αγαμέμνονα να θυσιάσει την Ιφιγένεια, περίπου 1660-1700.
Λονδίνο, Βρετανικό Μουσείο, V,9.27 © The Trustees of the British Museum
Αισχύλος - Αγαμέμνων 

(στ. 205- 250) 
ἄναξ δ᾽ ὁ πρέσβυς τόδ᾽ εἶπε φωνῶν·
«βαρεῖα μὲν κὴρ τὸ μὴ πιθέσθαι,
βαρεῖα δ᾽, εἰ τέκνον δαΐξω, δόμων ἄγαλμα,
μιαίνων παρθενοσφάγοισιν
210ῥείθροις πατρῴους χέρας
πέλας βωμοῦ· τί τῶνδ᾽ ἄνευ κακῶν;
πῶς λιπόναυς γένωμαι
ξυμμαχίας ἁμαρτών;
παυσανέμου γὰρ
215θυσίας παρθενίου θ᾽ αἵματος ὀργᾷ
περιόργως· ἀπὸ δ᾽ αὐδᾷ
Θέμις. εὖ γὰρ εἴη.»
ἐπεὶ δ᾽ ἀνάγκας ἔδυ λέπαδνον
φρενὸς πνέων δυσσεβῆ τροπαίαν
220ἄναγνον ἀνίερον, τόθεν
τὸ παντότολμον φρονεῖν μετέγνω.
βροτοὺς θρασύνει γὰρ αἰσχρόμητις
τάλαινα παρακοπὰ πρωτοπήμων· ἔτλα δ᾽ οὖν
θυτὴρ γενέσθαι
225θυγατρός, γυναικοποίνων
πολέμων ἀρωγὰν
καὶ προτέλεια ναῶν.
λιτὰς δὲ καὶ κληδόνας πατρῴους
παρ᾽ οὐδὲν αἰῶ τε παρθέν‹ε›ιον
230ἔθεντο φιλόμαχοι βραβῆς·
φράσεν δ᾽ ἀόζοις πατὴρ μετ᾽ εὐχὰν
δίκαν χιμαίρας ὕπερθε βωμοῦ
πέπλοισι περιπετῆ παντὶ θυμῷ προνωπῆ
λαβεῖν ἀέρδην,
235στόματός τε καλλιπρῴρου
φυλακᾷ κατασχεῖν
φθόγγον ἀραῖον οἴκοις,
βίᾳ χαλινῶν τ᾽ ἀναύδῳ μένει.
κρόκου βαφὰς δ᾽ εἰς πέδον χέουσα
240/1ἔβαλλ᾽ ἕκαστον θυτήρων ἀπ᾽ ὄμματος βέλει
φιλοίκτῳ, πρέπουσα τὼς
ἐν γραφαῖς, προσεννέπειν
θέλουσ᾽, ἐπεὶ πολλάκις
πατρὸς κατ᾽ ἀνδρῶνας εὐτραπέζους
245ἔμελψεν, ἁγνᾷ δ᾽ ἀταύρωτος αὐδᾷ πατρὸς
φίλου τριτόσπονδον εὔ-
ποτμον ‹π›αιῶνα φίλως ἐτίμα.
τὰ δ᾽ ἔνθεν οὔτ᾽ εἶδον οὔτ᾽ ἐννέπω·


ΑΙΣΧΥΛΟΣ-ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ, ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ, ΕΠΙΔΑΥΡΟΣ 2001

Μετάφραση - Γ. Σεφέρης 

[205] Κι είπε τότε με φωνή ο μεγάλος βασιλιάς. «Βαριά η μοίρα μου, αν παρακούσω, βαριά κι αν σφάξω το παιδί μου,του σπιτιού μου το [210] καμάρι και να μολύνω σ᾽ αίμα παρθενικό εμπρός στο βωμό τα χέρια μου. Τι με γλυτώνει από τούτα τα δεινά; Πώς να γελάσω τους συμμάχους και ν᾽ αφήσω τον στόλο; Με το δίκιο της επιθυμεί η θεά μες [215] στης οργής της το βρασμό θυσία κι αίμα παρθενικό για να σταματήσει τους ανέμους. Ας γίνει για το καλό μας».

Κι αφού μια μπήκε στης ανάγκης τον ζυγό κι έπνευσε μες στο νου [220] του σκέψη δυσσεβής, σκέψη φρικτή κι ανίερη, τότε πήρε τη θρασύτατη απόφαση· γιατί η άθλια πλάνη, που φέρνει την πρώτη συμφορά θρασύνει σε κακές σκέψεις τους θνητούς. Ετόλμησε λοιπόν να γίνει [225] θυσιαστής της κόρης του, για να συντρέξει σ᾽ ένα πόλεμο, που εκδικούσε μια γυναίκα και για να φύγουν με καλό τα πλοία.

Και δεν λογάριασαν καθόλου οι φιλόμαχοι κυβερνήτες παρακάλια [230] και φωνές «πατέρα μου, πατέρα», ούτε και τα παρθενικά της νιάτα. Κι αφού έγιν᾽ η ευχή, πρόσταξεν ο πατέρας τους δούλους να την πάρουν σαν ερίφι αψηλά πάνω απ᾽ το βωμό, ολόκληρη ντυμένη μες στους πέπλους της, ενώ αυτή μ᾽ όλη της τη δύναμη κρατιότανε στη [235] γη. Είπε να κλείσουν το ωραίο στόμα της με φίμωτρο γερό, που θάπνιγε κατάρες για το σπίτι.

Κι ενώ έπεφτε στη γη ο κροκωτός χιτώνας της, σαΐτευε με ικετευτική [240] ματιά καθέν᾽ απ᾽ τους θυσιαστάς της κι έμοιαζε σαν ζωγραφιά, που θέλει να μιλήσει. Κι όμως ήταν αυτή η αδάμαστη παρθένα, που τόσες [245] φορές τραγούδησε στα πλούσια τραπέζια του πατέρα της, μες στους ανδρώνες, και με την καθαρή φωνή της ετιμούσε ολόψυχα τον καλορρίζικο παιάνα του πατέρα της, όταν εγίνετο τρίτη σπονδή.


Θυσία Ιφιγένειας.Μινιατούρα από Raoul Lefèvre, Recoeil des Histoires de Troyes, 1450-1475

Σοφοκλής  - Ηλέκτρα 

Κλυταιμνήστρα 

ἐπεὶ πατὴρ σὸς οὗτος, ὃν θρηνεῖς ἀεί,
τὴν σὴν ὅμαιμον μοῦνος Ἑλλήνων ἔτλη
θῦσαι θεοῖσιν, οὐκ ἴσον καμὼν ἐμοὶ
λύπης, ὅτ᾽ ἔσπειρ᾽, ὥσπερ ἡ τίκτουσ᾽ ἐγώ.
εἶεν· δίδαξον δή με ‹τοῦτο›, τοῦ χάριν
535ἔθυσεν αὐτήν. πότερον Ἀργείων ἐρεῖς;
ἀλλ᾽ οὐ μετῆν αὐτοῖσι τήν γ᾽ ἐμὴν κτανεῖν.
ἀλλ᾽ ἀντ᾽ ἀδελφοῦ δῆτα Μενέλεω κτανὼν
τἄμ᾽ οὐκ ἔμελλε τῶνδέ μοι δώσειν δίκην;
πότερον ἐκείνῳ παῖδες οὐκ ἦσαν διπλοῖ,
540οὓς τῆσδε μᾶλλον εἰκὸς ἦν θνῄσκειν, πατρὸς
καὶ μητρὸς ὄντας, ἧς ὁ πλοῦς ὅδ᾽ ἦν χάριν;
ἢ τῶν ἐμῶν Ἅιδης τιν᾽ ἵμερον τέκνων
ἢ τῶν ἐκείνης ἔσχε δαίσασθαι πλέον;
ἢ τῷ πανώλει πατρὶ τῶν μὲν ἐξ ἐμοῦ
545παίδων πόθος παρεῖτο, Μενέλεω δ᾽ ἐνῆν;
οὐ ταῦτ᾽ ἀβούλου καὶ κακοῦ γνώμην πατρός;
δοκῶ μέν, εἰ καὶ σῆς δίχα γνώμης λέγω.
φαίη δ᾽ ἂν ἡ θανοῦσά γ᾽, εἰ φωνὴν λάβοι.


ΗΛΕΚΤΡΑ ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ, 1972 ΕΠΙΔΑΥΡΟΣ

Μτφρ. Ιωάννης Ν. Γρυπάρης.

γιατί αυτός ο πατέρας, που δεν παύεις
συ να θρηνείς, μόνος μες στην Ελλάδα
το βάσταξε θυσία να την προσφέρει
την αδερφή σου στους θεούς, που εκείνος
όχι τους ίδιους τράβηξε τους πόνους
να τη σπείρει, με μέ σαν τη γεννούσα.
Μα έστω· μάθε μου καν, για χάρη τίνος
και για ποιούς τη θυσίασε; μην τάχα
για τους Αργείους μου πεις; και ποιό ειχαν
δικαίωμα αυτοί να σφάξουν το παιδί μου;
μ᾽ αν για τον αδερφό του το Μενέλαο
έσφαξε το δικό μου, δε χρωστούσε
να μου το πλέρωνε λοιπόν; μην τάχα
δεν είχ᾽ εκείνος δυο παιδιά, που θα ᾽ταν
540πολύ πιο φυσικότερο, αντί εκείνη,
να πέθαιναν, αφού ήτανε πατέρα
και μητέρα, που χάρη της κι εκείνη
η εκστρατεία σηκώθηκε; ή μήπως
πιότερη να ᾽πιασε όρεξη τον Άδη
για τα παιδιά μου εμένα, να τα φάει,
παρά για κείνης; ή ο κοψόχρονός σου
πατέρας έχασε κάθε στοργή
για τα παιδιά, που είχε από με, και μόνο
για του Μενέλαου φρόντιζε; δεν είναι
άκαρδου αυτά κι αναίσθητου πατέρα;
Εγώ έτσι το θαρρώ, κι ας πάει να μου έχεις
ενάντια γνώμη εσύ· μα η πεθαμένη,
αν έπαιρνε φωνή, θα συμφωνούσε.

Θυσία Ιφιγένειας.Πιάτο του εργαστηρίου του Guido Durantino, 1535 National Gallery of Art, Washington


Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ - Η άρνηση της Ιφιγένειας

Αχνοφαίνονται τα πλεούμενα, Ιφιγένεια.Λιβάνι στρώθηκαν τα σκαλοπάτιαπρος τη θάλασσα.Το βήμα σου, το φόρεμα και τα μαλλιάαποσταλμένοι του ανέμου.
Έρχονταν μια μια δυο δυο οι νύχτεςστις ρώγες των δακτύλων σουκαι στην κορφή της πλάτηςαβασίλευτος πάντα ένας ήλιος.
Ανήμπορη να μετρήσεις τους αμπελώνεςτα χωράφια και τους ελαιώνες σουχανόσουν σε καλοκαιριάτικο όνειρο.
Εκεί στο ξύλινο μπαλκόνι σουθέριευαν τα γεράνιαμεγάλωναν τα σπιτικά πουλιάκι έπαιζες τα δειλινά με χαϊμάλιακαι ιστορίες αγάπης.
Βασιλοκόρηξέχναγες τα ωραία σάνταλά σουόταν ο λιονταρογέννητος ουρανόςσε γυναικεία του στιγμήακουμπούσε στα γόνατά σου.
Ιφιγένεια, κάθε καΐκι κι ένας άγριος Απρίληςκάθε γοργόνα πλώρηςκι ένα γιορτερό ακρογιάλι.
Γέροντες σοφοίπριν απ’ την αρχή των δέντρωνγέροντες πολύξεροιείχαν διηγηθεί —πριν ακόμα γεννηθεί η Αφροδίτηπίσω απ’ τα σύννεφα—την ιστορία της κοπέλαςπου φιλική ήταν στους ανέμους.Κι εσύ—μάρμαρο το φωςδέσμια κρατά την κεφαλή σου—μίλησες στη θάλασσα την Παναγιάγλυκά σκυμμένηστο γιο της το Σεπτέμβρηγια τους πολεμιστέςκαι τις κακές τους σκέψεις.
Δεν πιστεύουν οι πολεμιστές.Ταύροι είναιμε ήλιους ζωγραφιστούς στις πανοπλίεςκαι τις κνήμεςβαριά φυτεμένες στο χώμα.Δεν πιστεύουν στους καρπούς της αναμονήςστις θάλασσες που επιστρέφουνόλο και πιο πλούσιες —αναγεννιούνται κι οι βυθοί.
Χρειάζεται ο καιρός του πουλαριούτων ψηλών κάκτωντης νεροφίδαςκαι των αστεριών ώς να ξαναφανούν.Χρειάζεται η αιωνιότητα της εμπιστοσύνης.
Μιλάνε για τη μάχητη θρέφουν μαζί με τ’ άλογακαι τις αγριοπέρδικες.Όλα είναι έτοιμα λένε.Τα αιχμηρά όπλα, τα ηνίαη γη ανασκαμμένη για τα σώματαο θυμός, οι φωνές των γυναικών.Κι ο άνεμος;Φάνηκαν τα πρώτα δελφίνια, Ιφιγένεια.Τα πουλιά και τα καράβια ακολουθούν.Κλαρί λεμονανθού άνθιζ’ η καλοσύνηστο περβόλι σου.Κι όμως ο λαιμός σου προσφέρεταιαόρατο μονοπάτι του κακού.
Θόρυβος στ’ ακρογιάλι.Στις πλάκες του λιμανιούπατήματα ανδρών, τρεξίματαμαντάτα πρόσωπα.Αρνήθηκε είπαν.
Αρνήθηκε η Ιφιγένεια.Για την αγάπη έλεγεγια τη γλυκιά καρδιάγια ειρηνικές πολίχνεςνα φροντίσουμε τα καρποφόρατις βροχές να δεχτούμε στην ώρα τουςγια τις βοσκέςγια τους Αγγέλους.
Αρνήθηκε.
Να μη φτάσουν οι πολεμιστές·να ομορφύνουν τα κάστρααπ’ τον κισσόνα τρανέψουν τα παιδιά.Για τη χαρά είπεκι ανέβηκε στους ουρανούς.
Έκπληκτοι οι στρατιωτικοίανέβαλαν τον πόλεμοκαι την Ελένη βρήκαν ταπεινήνα ετοιμάζει το δείπνο.

Ja Havicksz Steen - Θυσία της Ιφιγένειας

ΕΛΕΝΗ ΒΑΚΑΛΟ - Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΙΦΙΓΕΝΕΙΑΣ

Όταν στ’ ανάκτορα βρέθηκε νεκρή, χωρίς σημεία να δείχνουνε ότι ο θάνατος δεν ήταν φυσικός, η Ιφιγένεια, που είχε επιστρέψει, μας έκανε εντύπωση ότι δε ζήτησε στις υποψίες μας να αρνηθεί (Αποσπάσματα απ’ την κατάθεση)

 
***
Μου φάνηκε περίεργο σαν είδα τη ρυτίδα
Δίπλα στο στόμα της Ηλέκτρας
Τη ρώτησα
Πέρασε λοιπόν από το φόνο τόσος καιρός;
«Έχω έτοιμα τα νομίσματα», μου λέει, «μόνο μη μου το πεις
Τώρα έτσι θυμούνται ή ξεχνούν»
Κι έλυνε με βία τα παπουτσάκια της τα παιδικά
«Θέλω να μου τα βάλεις», λέει,
«Εγώ μόνον προσπάθησα να δοκιμάσω αν μ’ αγαπούν»
 
***
«Πρέπει να υπερασπιστώ», είχε πει,
«Κι ο τρόπος δεν είναι ν’ ακολουθείς»
 
***
 Από πολλά χρόνια είμαστε μια οικογένεια νεκρών
 Ο πατέρας μου ζει κάτω από ένα δίχτυ
 Όταν σπαρταρά
-΄Οσο περνάει ο καιρός πιο σπάνια και ολότελα ξαφνικά ακούς
 να χτυπάει πάνω στο βαμμένο κατάστρωμα του καραβιού,
 εκεί που τ΄ακουμπήσαμε στη σκια-
 Τα μικρά ψάρια που ανασαίνουν απ’ την πληγή τους
 Σκορπίζονται
 Από τις τρύπες που δε φροντίσαμε πριν
 Η μητέρα μας ανοίγοντας τα πόδια της
 Άφησε τη θάλασσα να περάσει
 Στην αντίκρυ μεριά του Ισθμού
 Εμείς τότε παίζαμε με τ’ αδέλφια μου στην αμμουδιά.
 
***
-Κατεβαίνοντας τη σκάλα συναντήσατε τον άνθρωπο
  που έφερνε την επιστολή;
-Ο διάδρομος έστριβε και έμενε πάντοτε ένα κενό
  που φαινότανε από κάτω η αρματωσιά της οικοδομής
 
***
Μια μέρα την είδα που φώναζε τους βαρκάρηδες
Να ανασύρουν το πτώμα μου απ’ το βυθό
Κρατούσε ένα σφουγγάρι στα χέρια της
Και το περνούσε μαλακά σ’ όλη την επιφάνεια
Φροντίζοντας τα μαλλιά μου ν’ απλώνονται ως την άκρη
Κυματιστά
Είχε γύρω της-με διπλωμένα τα γόνατα-
Ένα σωρό παιδιά
Αλλόκοτα
Πιο σκούρα
Και τους έδειχνε τον Ορέστη να φεύγει
Καθώς στο πλακόστρωτο μεγάλωναν ολοένα
Τα βρεγμένα του πέλματα
Όσο εκείνος γινότανε πιο μικρός
 
***
Το θέμα δεν είναι η επιστροφή
Η οριστική αναγνώριση
Που μας έφερε ως εδώ
 
***
«Συνεχώς μετατίθεσαι», είχε πει μια φορά,
«Όλοι στο βάθος ζητούμε να περιποιούνται τα σώματά μας
Όπως αυτοί»
Και μου έδειξε τότε την κρύπτη
«Ίσως περισσότερο κι από σένα τους χρειάζομαι
Δεν έπρεπε να ‘ρθεις»
 
***
    Σ’ αυτό το σημείο η Ιφιγένεια, ενώ εμείς περιμέναμε να
κλείσομε πια, ανεβάζοντας τα χέρια στο στήθος της προχώ-
ρησε ως το παράθυρο που ακούγονταν η βοή της γιορτής
 
Κόρες του βασιλιά
Κόρες του βασιλιά
 
Στο μέρος της καρδιάς μου ακούμπησα
Για να επιτύχω ένα αποτέλεσμα οριστικό
Το ξίφος δεν είχε λαβή
 
Μπορώ ακόμη να κερδίσω καιρό.
 


 Charles de La Fosse - Θυσία Ιφιγένειας.

Δημήτρης Δημητριάδης - Η εκκένωση

(αποσπάσματα)
[...]
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Αυτός είναι ο προορισμός μουΕίμαι η Κλυταιμνήστραπρέπει να σε μισώνα ποθώ τον Αίγισθονα περιμένω την επιστροφή σουνα σχεδιάζω την δολοφονία σουκαι να σε σκοτώνωΕκείνη εκεί η κόρη μου με μισείΑυτή(κοιτάζει την Ιφιγένεια)
είναι η μόνη που με κάνει να αισθάνομαι μητέρακα που ξέρω ότι μ’ αγαπάει όπως την αγαπώ —κι ο γιος μου —εδώ είναι —θα με σκοτώσει —μην ξεχνάς τί παθαίνω κι εγώ —έτσι είναι γραμμένοτο λεν τα κείμεναΕίμαστε λέξεις και πράξεις από λέξειςΤί φταίω εγώ αν κάποιοι με έγραψαν έτσιΠρέπει να είμαι όπως με έγραψαν
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
Ούτε αυτό έχεις βαρεθεί;Να ζεις αμέτρητες φορές τον θάνατό σου;Να έρχεται πάλι και πάλι ο γιος σουκι εσύ να περνάς κάθε φορά απ’ το μαρτύριο της ομολογίαςτης ικεσίαςτου ανανταπόδοτου ελέουςτου θρήνου που δεν μαλακώνει την καρδιά του γιου σουδεν αφοπλίζει το χέρι του
ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ
(δείχνει την Ιφιγένεια)
Αυτή πρέπει να κάνει την αρχήνα δώσει πρώτη το παράδειγμα
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Τί λέει
ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ
(στην Ιφιγένεια)
Αν δεν τους ακούσειςμην τους ακούσειςκανέναν μην ακούςκλείσε τ’ αυτιά στα λόγια του πατέρα σουτότε μόνο δεν θα γίνει τίποτεαπό όσα έγιναναν δεν φυσήξει άνεμοςδεν θα καταστραφεί η Τροίααν δεν φύγουν τα πλοίαδεν θα χαθεί ολόκληρη η οικογένειά μουαν δεν σ’ οδηγήσουν στον βωμόο πόλεμος στην Τροία δεν θα γίνειξέρεις για ποιόν λόγο κάλεσαν στην Αυλίδατην μητέρα σου κι εσέναμην ξαναπέσεις στην παγίδαμην τους πιστέψεις ξανάγίνε η σωτηρία αμέτρητων ανθρώπωνγίνε η ευτυχία πολλών λαώναν το κάνεις δεν θα μπορέσει τίποτενα προχωρήσει στην καταστροφήό,τι περιμένουν από σέναμην τους το δώσεις
[...]
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
Δεν θα πω πολλά —δεν θ’ αφήσω όμως και να χαθεί η ευκαιρία —με ρώτησε ποτέ κανείς τί θέλωτί σκέφτομαιτί έχω καταλάβει εγώ —ποτέ —κι όμως εγώ δέχτηκα να θυσιαστώκαι να φυσήξει επιτέλους άνεμος στην Αυλίδαεπειδή ήθελα να φύγουν τα πλοίανα φτάσουν στην Τροίανα γίνει ο πόλεμοςνα σκοτωθούν αμέτρητα σώματακι απ’ τις δύο πλευρές —γιατί εγώ γεννήθηκα για να μισώ —γεννήθηκα για να βλέπω πτώματα να σωριάζονταινα χύνεται αίμα σε ατέλειωτες μάχεςνα μην τελειώνουν ποτέ ο πόνος κι η δυστυχία —δεν θυσιάστηκα για να δοξαστεί η Ελλάδαούτε για το χατίρι του πατέρα μουούτε από ηρωισμό —αν θυσιάστηκαοι λόγοι είναι άλλοιάλλα τα κίνητραάλλες οι επιθυμίες μου —το έκανα επειδή αυτό που θέλωείναι να γίνεται να ξαναγίνεταιο πόλεμος της Τροίας —τα πτώματα να πολλαπλασιάζονταινα στοιβάζονται —αυτά μου δίνουν εμένα όλη την ομορφιά του κόσμου —για μένα αυτά είναι η ομορφιά —η μήτρα μου δονείται μπρος στην φρίκηόπως δεν θα το έκανε αν εισχωρούσε μέσα τηςο ωραιότερος ισχυρότερος φαλλός —για μέναδεν είναι ο Αχιλλέας που με γεμίζει ηδονή —για μέναηδονή είναι ο θάνατος του Αχιλλέα —ο θάνατος είναι για μέναη πιο μεγάλη απόλαυση —αυτόνμόνον αυτόν θέλω να επαναλαμβάνει η θυσία μου —φρίκη και φρίκηκαι πόλεμος αιώνιοςμόνο και μόνο για να ικανοποιείταιη δική μου ανάγκη για καταστροφή
[...]
ΟΡΕΣΤΗΣ
Μπορείόμως εγώ δεν ήμουν φτιαγμένοςνα σκοτώνωΧωρίς εσέναποτέ δεν θα σήκωνα το ξίφοςνα σκοτώνωΧωρίς εσέναποτέ δεν θα σήκωνα το ξίφοςνα σκοτώσω την μητέραούτε καν τον εραστή τηςσιχαίνομαι το έγκλημασιχαίνομαι το αίμαμισώ τους δολοφόνουςτους ήρωεςμισώ την ανδρείατην δύναμητην εκδίκησηδεν θέλω εξουσίαθέλω να είμαι αφανήςάσημος αδύναμοςθέλω να μείνω μόνοςνα μην αναλάβω ποτέ κανένα χρέοςκανένα αξίωμαμόνος με το σώμα μουμόνος με το μυαλό μουνα βάλω τάξη στο μυαλό μουτο μυαλό μουτο μυαλό μουγια να το αντέξωνα χαρίσω λίγη γαλήνη στα νεύρα μουνα κοιμάμαι γλυκάνα ξυπνώ γλυκάχωρίς πιέσειςχωρίς θορύβους από φρικτά οράματαάγνωστος μεταξύ αγνώστωννα περάσω την ζωή μου στην αφάνειακι εσύ μου ζητούσες τα αντίθεταόλα εκείνα που εκτροχίασαν το μυαλό μουδιέλυσαν τα νεύρα μουγέμισαν την ψυχή μου με τρέλατον τρόμο της τρέλαςαρρώστησες το σώμα μουσάπισες το αίμα μουεσύ φταις για την κατάντια μουμε κατέστρεψες.


Θυσία Ιφιγένειας.

Χαρακτικό του Charles de la Fosse (1636–1716). Η Άρτεμη σώζει την Ιφιγένεια την τελευταία στιγμή αφήνοντας στη θέση της ένα ελάφι. Ο Αγαμέμνονας και οι λοιποί παρακολουθούν έκθαμβοι. Νέα Υόρκη, Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης, 1981.220


Έκτωρ Κακναβάτος - Αυλίδα - Σχόλιο

ἔστιν οὖν τραγωδία μίμησις πράξεως σπουδαίας καὶ τελείας
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ


Σου ’λαχε να δεις τέτοιαν απανεμιά πριν το χαμόόπως η γόμωση μες στην οβίδα;Κάποιος ρωτούσε: για πού θα κινούσανε τα πλοία;Γιατί κατάπεσε ο άνεμος;Γιατί σα χίμηξε ο χαλκός ίσα στο λαιμό τηςτον είπαν πετεινό;Πού τηνε σφάξανε;
Οι θάμνοι γύρω σαστισμένοι πουμέσα στη χούφτα νύχτωνε το κόλλυβοΤο σκυλί ακόμα καίγονταν αυτοπυρπολημένοΣτο γιαλό ακούστηκαν πατούσες· είπαν:Η ψυχή της που έφευγεΚαι τότες —χίλιοι ταύροι—από τον ανοιγμένο της λαιμό σηκώθηκεούριος άνεμος— Αχαιοί, στα πλοία…
Αν όχι τίποτα άλλο, κι αν σακατεύτηκανκι αν δεν έμεινε σανίδα απ’ τα καράβιακι αν η Τροίακαὶ Πρίαμος καὶ λαὸς ἐϋμμελίω Πριάμοιοαν όλα πήγαν κατ’ ανέμουτουλάχιστον αυτό: η σφαγή χρησίμεψενα ’ναι αλάθητος ο λόγος σουνα ’σαι κι ελόγου σου για Νόμπελ Σταγειρίτη
Κάποιος ρωτούσε αν προβλέπεται ποινική παρακαμπτήριοςγια αθλιότητες δεδοξασμένων.





Felice Torelli - Θυσία Ιφιγένειας

Ιάκωβος Καμπανέλλης  - Ο Δείπνος

(αποσπάσματα)


Και το έργο αυτό γράφτηκε για να παίζεται —χωρίς σκηνικά και ενδυμασίες εποχής— σε μορφή πρόβας. Ωστόσο το τραπέζι πρέπει να είναι στρωμένο όπως σε μια παράσταση. Τραπεζομάντιλο, σκεύη, κρασί, ψωμί κ.λπ. πρέπει όλα να είναι υπαρκτά, έντονα υπαρκτά.
Ο υποτιθέμενος χρόνος είναι μερικά χρόνια μετά από το θάνατο της ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑΣ και του ΑΙΓΙΣΘΟΥ (που έπεται του θανάτου του ΑΓΑΜΕΜΝΟΝΑ και της ΚΑΣΣΑΝΔΡΑΣ). Ο ΟΡΕΣΤΗΣ έχει ήδη κριθεί στην Αθήνα, έχει πάρει την ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ απ’ τη χώρα των Ταύρων, έχουν επιστρέψει μαζί στο Άργος και συναντηθεί με την ΗΛΕΚΤΡΑ.
Ο υποτιθέμενος τόπος είναι (στο Άργος) ο ισόγειος χώρος στο (καλοστεκούμενο) αγροτικό σπίτι του ΦΟΛΟΥ. Στη μέση του χώρου ένα μακρύ τραπέζι για πολλούς, στρωμένο για φαγητό. (Πιατέλες, καράφες, ποτήρια, κ.λπ.)
Ο ήχος μιας ψαλμωδίας έρχεται απ’ έξω κι από κάπως μακριά. Μοιάζει με το ισοκράτημα της βυζαντινής μουσικής.
Η ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ μπαίνει, παρατηρεί με προσοχή το χώρο, το στρωμένο τραπέζι. Ταυτόχρονα σχεδόν εμφανίζονται στα βάθη της σκηνής η ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ, η ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ, ο ΑΙΓΙΣΘΟΣ, ο ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ... Οι τρεις πρώτοι κοιτάζουν την ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ, ο ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ σαν να το αποφεύγει. Η ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ πάει δυο τρία βήματα προς το μέρος της κόρης της...


ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
...Ιφιγένεια...! Ιφιγένεια...! στάσου μια στιγμή, γύρισε το πρόσωπό σου να σε δω...!
(Φυσικά η ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ δεν αντιλαμβάνεται τίποτα.)
... την πρώτη ώρα δυσκολεύτηκα να σε γνωρίσω...! αν δεν σ’ έβλεπα μαζί με την Ηλέκτρα και τον Ορέστη θα ρώταγα ποιά είσαι...! τί φοβερό που θα ήταν, να μη γνωρίσω την κόρη μου και να ρωτάω ποιά είναι...!
(Η ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ αρχίζει να κάνει, πολύ αργά, το γύρο του τραπεζιού κοιτάζοντας με προσοχή τα φαγητά και τα σκεύη.)
...μεγάλωσε κι η Ιφιγένεια... έχει κιόλας γκρίζες τρίχες στο πλάι... με το που έλειπε τόσα χρόνια δε σκέφτηκα πως ο καιρός περνά και για την Ιφιγένεια... όλα μου τα παιδιά ήταν το ένα καλύτερο από τ’ άλλο, αλλά ετούτη ήταν το πιο αθώο, το πιο απονήρευτο...! ανησυχούσα με σένα, Ιφιγένεια... μόνο να παίζεις ήθελες, να σου λέω αστεία να γελάς κι έλεγα «Θεέ μου, πώς θα βγει στη ζωή αυτό το παιδί, με τόση αθωότητα;!» ευτυχώς όμως είχα κάνει λάθος... εσύ και με του βάρβαρους τα ’βγαλες πέρα, και γύρισες και δείχνεις πιο καλά απ’ όλους...! ε, Ιφιγένεια...;


ΑΙΓΙΣΘΟΣ
...δε σε ακούει, μην το ξεχνάς...


ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
...γιατί, Θεέ μου; είμαστε τόσο κοντά...!


ΑΙΓΙΣΘΟΣ
...δεν είμαστε...


ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
...αν απλώσω το χέρι μου, θα την αγγίζω...!


ΑΙΓΙΣΘΟΣ
...ακόμα κι αν την αγκαλιάσεις, δε θα καταλάβει τίποτα...


ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
...μόνο μια στιγμή, όσο χρειάζεται να νιώσει ότ’ είμαι δω και τη βλέπω...!


ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ
...εσύ τουλάχιστον μπορείς και τους βλέπεις...


ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
...μη με ζηλεύεις, Κασσάνδρα, αυτό είν’ ακόμα πιο μεγάλο μαρτύριο...


ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ
...σκέψου να μην είχες ούτε αυτό...


ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
...με μισείς, Κασσάνδρα, κι είναι άδικο, τόσες φορές σου το εξήγησα... εγώ σε πόνεσα από την πρώτη μέρα που σε φέρανε στις Μυκήνες... άκουγα τα λυπητερά τρωαδίτικα τραγούδια σου και σκεφτόμουνα το δικό μου χαμένο παιδί, την Ιφιγένεια, και μου σπάραζ’ η καρδιά, και σ’ αγαπούσα... μ’ έκανες να νιώθω ότι είχα δίκιο που αποφάσισα να τον σκοτώσω...


[...]


ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
... τί καλό βρήκε ποτέ από κει μέσα...; ακόμα και το γράμμα στον Ορέστη που ’γραψε η μητέρα μας...


ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
...το ’γραψα για να τον προλάβω!


ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
... χίλιες φορές καλύτερα να μην το ’χε πιάσει στα χέρια του...!


ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
...και τί ανάμνηση θα σας άφηνα...;


ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
...το ’χει συνέχεια πάνω του, το κρύβει στο μαξιλάρι του...! πιο πολύ κι απ’ το φονικό τον τυραννά αυτό το γράμμα...!


ΦΟΛΟΣ
...κι όμως, αν το ’χε διαβάσει έστω και μια δυο ώρες πιο πριν...!


ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
...τίποτα δε θα άλλαζε...!


ΦΟΛΟΣ
...γιατί...;


ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
...γιατί δε θα πίστευε τίποτα απ’ όσα θα διάβαζε...!


ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
...μα δεν του ’γραφα ψέματα...!


ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
...δε θα πίστευε γιατί δε θα ’θελε να πιστέψει...! ούτε κι η Ηλέκτρα θα τον άφηνε να τα πιστέψει...!


ΦΟΛΟΣ
...κι όμως, από την ώρα που το διαβάσανε...!


ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
...τότε πια δε διαβάσανε το γράμμα, αυτό που είχανε κάμει διαβάσανε...! κι αυτό συνεχίζουν να διαβάζουν... (κάποια σιωπή... κοιτάζει το τραπέζι) ...σκίζεται η καρδιά μου μαζί τους...! μακάρι να μην τους αγαπούσα τόσο πολύ...!


ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
... μην το λες αυτό, Ιφιγένεια... η οικογένεια είναι ό,τι πιο ωραίο και δυνατό στη ζωή...!


[...]


ΦΟΛΟΣ
...με το παραπάνω, Ιφιγένεια...! και άλλωστε γύρευα κι εγώ αυτήν την ευκαιρία γιατί μόνο σε σένα που είσαι αδερφή της μπορώ να τα πω όλα... και να εξομολογηθώ μάλιστα...! παρ’ όλο που την υποχρεώσανε σ’ ένα ψεύτικο γάμο μαζί μου, όχι μόνο δεν έδειξε να την πειράζει, αλλά έκανε σαν να είμαι ο άντρας που είχε διαλέξει...! και τη νύχτα άμα μείναμε οι δυο μας, μου είπε, «μπορεί να με ψευτοπαντρέψανε μαζί σου για να με βγάλουν απ’ τις Μυκήνες, αλλά δεν είμαι και υποχρεωμένη να κάνω ό,τι θέλουν αυτοί... αν με θέλεις και στ’ αλήθεια γυναίκα σου, εγώ το θέλω πιο πού από σένα...! έλα να τη χορτάσουμε αυτή τη νύχτα»...!


ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
...(αφού συνειδητοποιήσει τί άκουσε)...κι εσύ...;


ΦΟΛΟΣ
...τρόμαξα...! κι επειδή το κατάλαβε, πήγε να το δικαιολογήσει «θέλω να κάμω ένα παιδί, μου λέει, μόνο άμα κάμω ένα παιδί, θα πάψουν να με νοιάζουν όλα τ’ άλλα»... δεν την πίστεψα βέβαια, ήτανε φανερό πως ήθελε να αντιστρέψει το διώξιμό της σε εκδίκηση! να ’χει να λέει πως την κοροϊδέψανε και πως ο δήθεν ψεύτικος γάμος της ήταν αληθινός...! να κάμει και παιδί μ’ ένα χωριάτη σαν εμένα για να δείχνει πόσο ταπεινώσανε την κόρη του Αγαμέμνονα...! δεν μπορεί να τα σχεδίασε έτσι...;


ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
...μπορεί...


ΦΟΛΟΣ
...ώσπου είδε κι αποείδε ότι αντέχω στον πειρασμό και το σταμάτησε... άρχισε από τότε να κοιμάται πλάι στο τζάκι, κι ενώ εγώ νόμιζα ότι κοιμόταν, εκείνη έφευγε κρυφά, τρύπωνε στις Μυκήνες, συναντούσε τους φίλους του πατέρα σου, καταστρώνανε τα σχέδιά τους... μου τη φέρανε δω για καλύτερα κι εγώ φάνηκα τόσο ανάξιος...! είμαι κι εγώ υπεύθυνος για όσα γίνανε, Ιφιγένεια, βαριά υπεύθυνος...!


[...]


ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
...την παρακολουθούσες συνέχεια...;


ΗΛΕΚΤΡΑ
...συνέχεια ναι, όπου και να ’τανε, αρκεί να μπορούσα...


ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
...μα εσύ ποτέ δεν την αγαπούσες, δεν την ήθελες...!


ΗΛΕΚΤΡΑ
...τότε...! τότε που νόμιζα έτσι...!


ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
...για τότε λέω κι εγώ...


ΗΛΕΚΤΡΑ
...μα γι’ αυτό την παρακολουθούσα...! για να τη βλέπω στα κρυφά και να μην υπάρχει φόβος να μιλήσουμε, ή να με αγγίξει...! ήξερα ώρα με την ώρα πού είναι και τί κάνει χωρίς να το ξέρει εκείνη, κι ένιωθα ότι της κάνω μεγάλο κακό...!


ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
...το ήξερα, Ηλέκτρα... για σένα άφηνα την πόρτα μισάνοιχτη... ήθελα να με κοιτάζεις, αγάπη μου, ήτανε σαν να σε κοιτάζω κι εγώ...! και δε σου μιλούσα γιατί θα ’φευγες...! ενώ, έστω κι έτσι, δε σε είχα χάσει ολωσδιόλου...!


ΗΛΕΚΤΡΑ
...ήταν η μόνη μου χαρά...! και τί χαρά...!


ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
...και μένα, Ηλέκτρα...!


ΗΛΕΚΤΡΑ
...πόσο θα ’θελα να της πω ότι τώρα — αλλά πώς να με ακούσει...;


ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
...σ’ ακούω, Ηλέκτρα...


ΗΛΕΚΤΡΑ
...τώρα λατρεύω ό,τι μισούσα τότε...! και τί καλά που έκανα να την παρακολουθώ κι έχω τόσα πολλά να της θυμάμαι και να τ’ αγαπώ...! αν είχα και το δαχτυλίδι της...! μου είχε πει πως θα μου το δώσει τη μέρα του γάμου μου... ξέρεις τί της απάντησα η κακούργα...; «ποτέ σε μένα το παλιοδαχτυλίδι σου!» ...αν βρεθεί, Ιφιγένεια, μπορώ να το κρατήσω...;


ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
...μα βέβαια, Ηλέκτρα... και η πρώτη είσαι, και σου το ’χε τάξει...


[...]


ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
...Ηλέκτρα, είσαι τόσο έξυπνη! οι έξυπνοι άνθρωποι αναρωτιούνται για όλα! εσύ δεν αναρωτήθηκες ποτέ μήπως η μητέρα μας δεν ήταν αυτή που νόμιζες και που μισούσες θανάσιμα...;! αφού, μάλιστα, έβλεπες όλ’ αυτά που λες...! και για τον πατέρα μας, που τον έκαμες είδωλό σου, πώς ήσουνα έτσι ακλόνητα βέβαιη πως ήταν αυτός που φανταζόσουνα...!;


ΗΛΕΚΤΡΑ
...τώρα μπορώ να σου πω ότι δεν ήμουνα για τίποτα βέβαιη...! και πως απ’ τον πατέρα μας δεν είχα να θυμηθώ τίποτα καλό...! με περιφρονούσε και με βασάνιζε...! έχω περάσει τα πιο πικρά παιδικά χρόνια που μπορεί να γίνουνε...! μόνο η μητέρα μας ξέρει πόσο έχω κλάψει...


ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
...τότε γιατί έκαμες όσα έκαμες...;


ΗΛΕΚΤΡΑ
...για να μην είμαι η τιποτένια κι η παραπεταμένη μέσα στις Μυκήνες...


ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
...και τί έφταιγε η μάνα μας...; εκείνον έπρεπε να μισήσεις, όχι εκείνην, και να ’σαι και με το μέρος της...!


ΗΛΕΚΤΡΑ
...μα ήταν κι εκείνη περιφρονημένη και παραπεταμένη...! Μυκήνες εσήμαινε μόνο ο μέγας και πολύς ο Αγαμέμνονας...! και μετά Ορέστης...! τη μάνα μας την είχε σαν δούλα, εμένα δε γύριζε να με δει, εσένα σε ξαπόστειλε...! να μη βουλιάξω ήθελα... αλλά βούλιαξα όσο πιο βαθιά πάει...


ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
...μάρτυς μου ο θεός, δεν ήθελα ούτε θέλω κανένας να μισεί κανέναν... κι είναι και μάταιο τώρα πια να λέμε και να ξαναλέμε ποιός φταίει και ποιός δε φταίει... άσε που, όπως λένε, οι νεκροί δεδικαίωνται ό,τι ολέθριο και να ’χουν κάνει...! αλλά μη μου πείτε πως όλ’ αυτά δεν είναι η κληρονομική κι ανίατη αρρώστια μας...! [...]

Arnold Houbraken -   Θυσία Ιφιγένειας. 1690-1700. 

Νίκος Καρούζος - Η ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΚΑΙ Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΤΗΣ

Γέρνει ο χρόνος τού ηγεμόνα σε θάνατοκαμωμένον από φεγγαρίσιο ασήμικαι θάλασσες ακίνητεςόπως κερδίζουν οι νεκροί τη μνήμη πάλικι ένα βαθύ πτηνό βγάζει καπνούς μέσα στη νύχτα.Γνωρίζω τί σημαίνει να σπάσει το στήθος, είπε ο πατέρας,ωχρός ανεβαίνοντας απ’ τα βασιλικά που φορούσε ρούχαστον αγγελόχνωτο αέρα.Η ώρα ήτανε του μάντη φονικήο έρωτας εχθρός παραδείσιος.Γέρνει ο χρόνος του σώματος γέρνει σε θάνατοη παραλία ηχούσε καθώς ένας θρησκευτικός εφιάλτηςάλυτη μητέρα με τα πόδια σκλαβωμέναπιο ψηλός κι από μητέραέγραφε θαλάσσια βήματα στην παραλία ο Αγαμέμνων.Η μοίρα είν’ ανάλαφρη στον ήλιον άσπρηκαι συ ω μάντη κρύβεις άγριο λιλά για την απόγνωση —έλεγε των Μυκηνών ο ήλιοςακούγοντας τρομερά μικρά τύμπανακαι μια γυναικεία φωνή που θρυμμάτιζε το αίμα του —μα εγώ βρίσκομαι σ’ ουράνιο μεσημέριγια να σφάξω τριγυρισμένος από φως την κόρη μου.Έχεις το χρυσάφι των οφθαλμώνάφησέ μεη ερημιά με θέλει ζωντανό και μονάχο —
άφησέ μεώς την άκρη του Ειπωμένου θα συμπορευτούμεκατόπιν είν’ ένας δικός μου καιρός με την κόρη,έλεγε ο πατέρας κι έδειχνε τον άχρηστο ήλιο.Λοιπόν ήρθε η ώρα κι ο βωμός μεγαλώνει σα σύννεφο.

Jean-Baptiste Jouvenet - Θυσία της Ιφιγένειας  (1644-1717)

Πέτρος Κατσαΐτης  - Ιφιγένεια
(απόσπασμα)
ΠΡΑΞΙΣ ΤΕΤΑΡΤΗ
ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ
Ιφιγένεια, Κλυθαιμνήστρη, Αχιλλεύς, Ορέστης, Χορός

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
Ανίσως κι άλλη το κακό έκαμε κι αμαρτία,γιατί να το πλερώσω εγώ, οπού ’ναι αδικία;Μα εγώ θωρώ οπὄρχονται άνδρες αρματωμένοικαι να μισέψω βούλομαι, γιατί ’ναι σιμωμένοι.
ΚΛΥΘΑΙΜΝΗΣΤΡΗ
Ετούτος, θυγατέρα μου, είν’ άνδρας εδικός σου,οπού τον κράζουν Αχιλλεύ και για βλογητικό σουέταξε ο πατέρας σου ο ψεύτης να σου δώσεικαι με την πονηριάν αυτή μάς ήθελε κομπώσει.
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
Την πόρτα αυτή μ’ ανοίξετε για να κρυφτώ ’πό μέσα.
ΚΛΥΘΑΙΜΝΗΣΤΡΗ
Για είντα, θυγατέρα μου, να κρύβεσαι θες τόσα;
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
Γιατί μου φαίνεται ντροπής αυτός να με τηράξει,που για γυναίκα ο κύρης μου του ίδιου μ’ είχε τάξει.
ΚΛΥΘΑΙΜΝΗΣΤΡΗ
Για ποιά ’φορμή πάρα πολλά ντρέπεσαι, θυγατέρα;
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
Γιατί μὀπροξενίσασι κακές αρχές, μητέρα,ετούτοι οι γάμοι οι δύστυχοι και πρικαμένη τέλη,καθώς θωρώ, ως το στερνό να έχουσι τους μέλλει.
ΚΛΥΘΑΙΜΝΗΣΤΡΗ
Σ’ ετούτη την κατάσταση της κακοριζικιάς μαςδεν πρέπει να ’χομε ντροπή καμιά της φαντασιάς μας.Μαγάρι να σὀγλίτωνε ετούτος την ζωή σουκι ας ήσουνε σαν δούλη του· δεν ήταν εντροπή σου.
ΑΧΙΛΛΕΥΣ
Γυναίκα δύστυχη, να ειπώ, δεν ήθελα ποτέ μου.
ΚΛΥΘΑΙΜΝΗΣΤΡΗ
Ευτείνα και περσότερα αλήθεια πρέπουνέ μου.
ΑΧΙΛΛΕΥΣ
Μία μεγάλη ταραχή στους Έλληνες εγίνη.
ΚΛΥΘΑΙΜΝΗΣΤΡΗ
Πες μου, αυθέντη, διατί την έκαμαν εκείνοι;
ΑΧΙΛΛΕΥΣ
Διά την θυγατέρα σου αυτήν, βασίλισσά μου.
ΚΛΥΘΑΙΜΝΗΣΤΡΗ
Τούτα τα λόγια που γρικώ σφάζουσι την καρδιά μου.
ΑΧΙΛΛΕΥΣ
Να τηνε θανατώσουνε είναι χρεία μεγάλη.
ΚΛΥΘΑΙΜΝΗΣΤΡΗ
Και δεν εναντιώθησαν διά ετούτο άλλοι;
ΑΧΙΛΛΕΥΣ
Εγώ διά να εναντιωθώ, σε κίνδυνο μεγάλοτον εμαυτό μου σήμερο ήθελα τονε βάλω.
ΚΛΥΘΑΙΜΝΗΣΤΡΗ
Αυθέντη, είντα κίνδυνο σου εσυνέβη πε μου·να το ακούσω και εγώ είν’ άξιο, φαίνεταί μου.
ΑΧΙΛΛΕΥΣ
Ωσάν εχθρόν του γένους μας ηθέλησαν ν’ αρχίσουνόλοι κοινά οι Έλληνες να με λιθοβολήσουν.
ΚΛΥΘΑΙΜΝΗΣΤΡΗ
Ίσως γιατί εβάλθηκες να μας διαφεντεύσειςεμάς τις κακορίζικες, ήθελες κινδυνεύσεις.
ΑΧΙΛΛΕΥΣ
Μα την αλήθειαν! δι’ αυτήν την ίδιαν αιτία.
ΚΛΥΘΑΙΜΝΗΣΤΡΗ
Και ποιός αυθάδης είχε ’σται με τόσο αποκοτίααπάνω εις εσένανε το χέρι του ν’ απλώσει;
ΑΧΙΛΛΕΥΣ
Όλοι οι Έλληνες μαζί ηθέλανε ξαμώσει.
ΚΛΥΘΑΙΜΝΗΣΤΡΗ
Και δεν είχες το γύρο σου από τους ανδρωμένουςτους Μυρμιδόνας εδεκεί καλά αρματωμένουςκαι με την ίδια τους ζωή, καθώς είναι δοσμένο,να έχουσι τον άξιον δούκα τους φυλαμένο;
ΑΧΙΛΛΕΥΣ
Μάλιστα οκ τους επίλοιπους εκείνοι αρχινίσανενάντιοι να φανιστούν και μὀπαραμιλήσαν.
ΚΛΥΘΑΙΜΝΗΣΤΡΗ
Οϊμένα! θυγατέρα μου, οϊμένα! θυγατέρα,κι οι δυο μας εχαθήκαμε την σημερνήν ημέρα!
ΑΧΙΛΛΕΥΣ
Και μὄλεγαν το πώς εγώ δεν ήθελα μιλήσωγια δίκιο της υπόθεσης, οπού είχα γνωρίσω,μόνον μ’ εκίνα η πολλή επιθυμιά του γάμουκαι της κοινότης το καλό δεν είχα στην καρδιά μου·και πως γι’ αγάπη γυναικός ήθελα να προκρίνωοκ της πατρίδος τ’ όφελος και όλων των Ελλήνω.
ΚΛΥΘΑΙΜΝΗΣΤΡΗ
Αφέντη, δεν τους έλεγες απόκριση σε ετούτο;
ΑΧΙΛΛΕΥΣ
Άδικο μεγαλότατο πως κάμνουν είπα τους το:μια κορασιά να σφάξουσι που ’χαν τηνε κομπώσουνμε πλάνη πως γυναίκα μου τσ’ είπα να τηνε δώσουν,καθώς η φήμη ήτανε ολούθεν ακουσμένηπως ο πατέρας της με εμέ την είχε πανδρεμένη.Ώστε που δεν ημπόρουνα ν’ ακούγω τις φωνές τους,αποδεκεί εμίσεψα διά τις ταραχές τους.
ΚΛΥΘΑΙΜΝΗΣΤΡΗ
Οϊμέναν! η κακόμοιρη! ποιά ελπίδα μ’ απομένειδιά την θυγατέρα μου να είναι γλιτωμένη;
ΑΧΙΛΛΕΥΣ
Εγώ είπα βοήθεια πως έχω να σου δώσωκαι τάζω σου την κορασιά πως να τηνε γλιτώσω.
ΚΛΥΘΑΙΜΝΗΣΤΡΗ
Και τί να κάμεις ημπορείς σε τόσους μοναχός σου;
ΑΧΙΛΛΕΥΣ
Θωρείς πόσους με τ’ άρματα που στέκουσιν ομπρός σου;Όλοι τους είναι φίλοι μου και μ’ όλην την βουλή τουςβάνουσιν εις τον θάνατο για μένα την ζωή τους.
ΚΛΥΘΑΙΜΝΗΣΤΡΗ
Το λοιπονίς την πρωτινή και τη χαημένη ελπίδανα ξαναπιάσω τάζεις μου γι’ αυτήν την κορασίδα;Κι αν της γλιτώσεις την ζωή, πρέπει για δούλευσή σουνα τηνε λάβεις χάρισμα διά βλογητική σου.
ΑΧΙΛΛΕΥΣ
Σ’ τούτο δεν σ’ αποκρένομαι, γιατί κανείς δεν ξέρειη μοίρα του του καθενός το τί θέλει του φέρει.Μα γλήγορα θε να ’ρθουσιν εδώ πολλοί στρατιώτεςκαι ο Δυσσέας αρχηγός μ’ αυτούς θε να ’ναι τότες.
ΚΛΥΘΑΙΜΝΗΣΤΡΗ
Και έρχετ’ από λόγου του ή θέλουν τονε πέψειοι Έλληνες στο σπίτι μου τίβοτις να γυρέψει;
ΑΧΙΛΛΕΥΣ
Εκείνος από λόγου του έλαβε την αξία·το βάρος είν’ απάνω του να τελειωθεί η θυσία.
ΚΛΥΘΑΙΜΝΗΣΤΡΗ
Μα την αλήθεια, αξίωμα πολλά κακό είχε πάρει:να βάλει από πάνου του ανάξιο γομάρι.
ΑΧΙΛΛΕΥΣ
Μα κείνο που λογιάζουσι να κάμουν δεν τσ’ αφήνω.
ΚΛΥΘΑΙΜΝΗΣΤΡΗ
Δυναστικώς θα κάμουσι τάχα το έργο εκείνο;Οϊμένα! να μου πάρουσι μέσα ’κ την αγκαλιά μουετούτη που ’ναι η ζωή, ψυχή και η καρδιά μου;
ΑΧΙΛΛΕΥΣ
Βέβια αυτοί θε νά ’ρτουνε διά την κορασίδακι αν δεν θελήσει ν’ ακλουθά, την παίρνου οκ την πλεξίδα.
ΚΛΥΘΑΙΜΝΗΣΤΡΗ
Οϊμένα! Αφέντη, συμβουλή τώρα, περικαλώ σε,το τί να κάμω η ταπεινή για λύπησή μου δώσε.
ΑΧΙΛΛΕΥΣ
Να την κρατείς όσο μπορείς εγώ τώρα σου λέγωκαι διαφεντεύοντάς τηνε βοήθεια εγώ σου πέβγω.
ΚΛΥΘΑΙΜΝΗΣΤΡΗ
Πε μου, σε χάρη, αφέντη μου, αν είναι μπορεμένονα φύγει αυτόν τον θάνατο τον καταδικασμένο.
ΑΧΙΛΛΕΥΣ
Να τόνε φύγει τάζω σου και μην βαρυκαρδίζεις·τον εμαυτό σου εύκαιρα μην θες να βασανίζεις.
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
Τώρα τα μάτια μου σ’ εμέ, μάνα μου, γύρισέ τακι ό,τι έχω να σου δηγηθώ, να ζεις, αγρίκησέ τα.Δίκι’ αφορμή την γλώσσα μου τηνε παρακινάειαλλοιάς λογής διάφορα λόγια να σου μιλάει·κι εκείνα τα πρωτύτερα λόγια που ’χα μιλήσωαπό το νου μου εβγήκασι κι είχα τ’ αλησμονήσω.Λόγιασε, τώρα βρίσκομαι σαν έναν πὀκοιμάτουκι εθώρειε άλλα πράματα πολλά στα όνειρά του·κι απήτις εξυπνήθηκε, όλα λησμόνησέ τα,γιατί τα μάτια, που κλειστά εκράτειε, άνοιξέ τα.Τέτοιας λογής μού φαίνεται κι εμέ πως εκοιμούμου,όντας τα πρωτινότερα λόγια μου σὀδηγούμου.Τώρα, μου φαίνετ’, άνοιξα τους οφθαλμούς του νου μουκαι καθαρά εγνώρισα το δίκιο του κυρού μουκαι σου το λέγω, ογιατί πρέπει να το κατέχεις,πως αφορμή στον κύρη μου δίκια καμιά δεν έχεις,γιατί μεγάλη δυναστειά τον σφίγγει να με δώσεικι ενάντια της γνώμης του θε να με θανατώσει·και ότι να μποδίσετε δεν είν’ στην μπόρεσή μας·με γνώση να το στέρξομε πρέπει κι η απομονή μαςολιγοστεύει το κακό και δείχνει ημερωμένο,όντας με την απομονή είναι συντροφεμένο.Κι αυθέντης τούτος άξιος, που γι’ αγαθότητά τουνα μου βοηθήσει εβάλτηκε με την αποκοτιά τουκαι την ζωή του έταξε σε κίνδυνο να βάλειγια να μπορεί οκ τον θάνατο εμένανε να βγάλει,θέλει μου μείνει στην καρδιά το χρέος τυπωμένοπάντα και αμετάθετο να το ’χω φυλαμένο.Μα πρέπει να το στοχαστείς, μην λάχει να σου πέσεικακό πιλιό χειρότερο αντίς να σ’ ωφελέσει,αν λάχει και οι Έλληνες κακά το αγρικήσουνκαι τον αφέντη ετούτονε να τονε κακοποίσουν.Εγώ πάγω στον θάνατο με πλήσια ευχαριστιά μου·να δείξω θέλω την ανδρειά και μεγαλοψυχιά μου,μ’ ολίγον πόνο της ζωής ετούτης της θνητής μουνα αποκτήσω όνομα αιώνιο της τιμής μου.Το ξεύρεις πως εμέ θωρεί τώρα όλ’ η Ελλάδα·σ’ εμένα στέκει ν’ ασκωθεί σαν ποθυμά η αρμάδακαι εις εμένα μοναχά στέκεται να παιδέψουντους Τρογιαδίτες τους κακούς και να τσ’ εξολοθρέψουν.Για κείνη σου την αδερφή οπὄχουσι παρμένηη νίκη της πατρίδος μας εμέναν ανιμένει.Όλα αυτά ανιμένουσι τώρα τον θάνατό μουνα τελειωθούν με καύχημα πολύ και δοξασμό μου.Τούτο το αίμα μου μαζί και η δική μου ζήσηόλης τσ’ Ελλάδας την τιμήν λοιπόν θέλει γυρίσει.Δεν μου τυχαίνει λύπηση να έχω ούτε πόνογια της ζωής μου της φθαρτής τούτον τον λίγο χρόνο.Και δεν θωρείς, μητέρα μου, πόσους άξιους ανθρώπους,τόσους αυθέντες που ’ρθασιν από περίσσιους τόπους,τόσες μυριάδες όμορφα και νέα παλικάρια,τόσα περίσσια άρμενα, κάτεργα και καράβιαπὀμαζωκτήκασιν εδώ κι ακαρτερούν να δράμουνγια την τιμή μας, πὄβλαψαν, εγδίκησην να κάμουν;Κι ανάμεσα στα πλήθη αυτά τινάς έναν δεν βρίσκειγια της κοινότης το καλό να μην αποθινήσκει·κι εμένα τόσον ακριβή να φαίνετ’ η ζωή μουκαι τόσα κατορθώματα να τα μποδίσω ατή μου;Βέβια δεν είναι το πρεπόν, ούτε το θέλει η γνώση,αφέντης σαν ευτείνονε μεγάλος να σηκώσειγια μια παιδίσκη σαν εμέ όλα τα άρματά τουενάντια στους Έλληνες με κίνδυνο θανάτου,οπού ’ναι πλια ’ξιαζόμενη και ακριβή η ζωή τουπαρά μυριάδες γυναικών δεν φθάνουν την τιμή του.Μ’ αν η Αρτέμις η θεά έχει πιθυμισμένοτο αίμα μου θυσία της να μείνει το καημένο,πώς είναι μπορεζάμενο ανθρωπινή βοήθειανα με γλιτώσει; Αδύνατο είναι, μα την αλήθεια.Τέλος πάντων, μητέρα μου, εγώ ’χω στην βουλή μουόλης τσ’ Ελλάδας χάρισμα να δώσω το κορμί μου.Αμέτε με στην τράπεζα λοιπόν διά να γένειαυτή θυσία, που ’ναι εδώ τόσα πεθυμισμένη.Με την θανή μου, ω Έλληνες, την Τρόγια επάρετέ τη·τα υπερήφανα τειχιά κάψτε, ρημάσετέ τη.Κι ανίσως και ο θάνατος τα τρυφερά μου μέλητούτα τα κορασίδικα να τα θερίσει θέλει,ζωή θέλει έχω πάντοτε και δόξα στ’ όνομά μουκι οι γλώσσες όλες της φημής λαλούν το καύχημά μου.Αυτά θε να ’ν’ τα τέκνα μου του εδικού μου γάμουκαι για προικιά την δόξα αυτή παίρνει το όνομά μου.Και με το τέλος, μάνα μου, λέγω σου, δεν τυχαίνειπλέον να απομένομε σαν καταφρονεμένοιγια τσ’ αδελφής σου την ντροπή, γιατί ανισώς και λάχειγι’ αυτή την καταφρόνεση να μηδέν γένει μάχη,οι βάρβαροι αποκοτιά παίρνουσι γιατ’ εκείνοζυγό κι εις το βασίλειο να βάλουν των Ελλήνω.
ΧΟΡΟΣ
Κοράσιο μεγαλόψυχο, η δυνατή καρδιά σουσε κάνει και άλλη καμιά δεν έχεις όμοιά σου.Μα η θεά, που θάνατο θέλει εις τη ζωή σου,κάνει πολλά κακόμοιρη να ’ν’ η κατάστασή σου.
ΑΧΙΛΛΕΥΣ
Βέβια, του Αγαμέμνονος άξια θυγατέρακαι τ’ Άργους πλια περίφημη κι ωραία περιστέρα,τα άξια λόγια που μιλείς ευτείνα φανερώνουντην υψηλή σου γέννηση κι εις τ’ άστρα σ’ ασηκώνουν.Να σε παινέσω δεν μπορώ όσον σου ανιμένει,γιατί δεν έχει η γλώσσα μου λόγια σαν σου τυχαίνει.Ετούτο λέγω μοναχά, πως σε μεγάλη χάρηήθελα το ’χω, ανισώς γυναίκα σ’ είχα πάρει.Και ανισώς και ο μέγας Ζευ ήθελε μ’ αξιώσεινα σ’ αποκτήσω, ακριβό τάσιμο του ’χα δώσει.Μα ξεύροντας πως δύναμη ανθρωπινή καμίαν’ αντισταθεί εις τους θεούς δεν έχει αποκοτίακαι τις βουλές τους δεν μπορώ εγώ να τις ξετάζω,μα πρέπει με ταπείνωση και σέβας να δοξάζω,ώστε που θέλω να ειπώ πως είχα προτιμήσειαπ’ όσους έχει θησαυρούς ο κόσμος να μετρήσεικαλύτερα του λόγου σου διά δικό μου ιταίρι,γιατί πλια φρονιμότερη στον κόσμο δεν είχ’ εύρει.Ετούτη είν’ η ποθυμιά πὄχω, να σε κερδαίσωμε τ’ άρματά μου σήμερα, ανίσως και μπορέσω.Μα αν είναι και δεν το ’καμνε η τύχη η κακή μου,να θανατώσω ήθελα ο ίδιος το κορμί μου.Λοιπόν, κόρη, απαράτησε ευτείνη την βουλή σου,οπού λογιάζεις εύκαιρα να χάσεις τη ζωή σου·γιατί δεν είναι πλια πρικό ποτήρι οκ του θανάτου,ούτε πλια τρομερότερα είν’ από τ’ άρματά του.
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
Αυθέντη, εμέ τα λόγια μου βγαίνουν οκ την καρδιά μουκαι για ζωή ανθρωπινή δεν είν’ η πεθυμιά μου·ούτε ’ς κανέναν Έλληνα οπού παραπονάμαι,μα της Ελένης η εντροπή πληγώνει και κεντά με,που γι’ ομορφιά της η ψευτή μέλλει να είν’ αιτίαμυριάδες να θανατωθούν, σαν πάτε εις την Τροία.Ούτε, αφέντη, γιατ’ εμέ ποτέ σου μην θελήσειςσ’ άλλους να δώσεις θάνατο διά να με κερδίσεις·μην βάλεις εισέ κίνδυνο την ακριβή σου ζήσηνα λάχει να θανατωθείς, π’ ο θεός να μην τ’ ορίσει·ούτε να πάρεις πείραξη καθόλου, αν θελήσωτην άξια πατρίδα μας να τηνε ωφελήσω,απήτις και να κρέμεται και στέκει εις την ζωή μουόλη τσ’ Ελλάδας την τιμή να δώσω μοναχή μου.
ΧΟΡΟΣ
Ω φρόνεση πολλά ψηλή εισέ καρδιά ’νδρωμένη!σε κοπελίστικη ηλικιά γνώση παλαιωμένη!
ΑΧΙΛΛΕΥΣ
Δεν θέλω πλια τα λόγια μου εύκαιρα να τα χάνω·εγώ θωρώ ’κ την γνώμη σου πως όφελος δεν κάνω,γιατί καθένας φανερά μαθαίνει τη βουλή σουαπό τα λόγια που μιλεί η γλώσσα η δική σου.Μα θε να ειπώ πως πάντοτε ένα ’μορφο κλωνάριμε το δενδρό που το γεννά έχει όμοια τη χάρη·και να σωπάσω δεν μπορώ, μα φόρις θέλει γένεισε λίγο εκείνο οπού κανείς δεν το απαντιχαίνει.Ίσως και η αποκοτιά η τόση της καρδιάς μουνα κάμει κάμωμα φρικτό όμοιο της ανδρειάς μου,ώστε για να βεβαιωθείς πως έχω να σπουδάξωγια να τελειώσω τη δουλειά, καθώς είχα σου τάξω,στην τράπεζα την ιερή με τ’ άρματα πηγαίνω·τον ερχομό σου εδεκεί στέκω να ανιμένω·κι εκεί σου τάσσω θες ιδείς πως θέλει κάμω τόσοοπού ελπίζω την ζωή να σ’ την ελευθερώσω.
Πέτρος Κατσαΐτης. "Ιφιγένεια" [1720]. Στο Εμμανουήλ Κριαράς (επιμ.). 1950. Πέτρος Κατσαΐτης. Ιφιγένεια-Θυέστης-Κλαθμός Πελοποννήσου. Ανέκδοτα έργα. Αθήνα: Collection de l’Institut Français d’Athènes.



Giovanni Battista Tiepolo  - Θυσία Ιφιγένειας.

Παναγής Λεκατσάς - Ιφιγένεια η Ορχουμένη
(Απόσπασμα)

Στην έρμη ακρολιμνιά, μες στα φτερά τουνείρεται κύκνος πάλλευκος και δένειτη γη και τα νερά με τα όνειρά του.Βαρύ του Απρίλη ολόγιομο ανεβαίνειφεγγάρι στον αιθέρα — και σαλεύειστο κρύο το φως ο κύκνος που πεθαίνει.Παράξενη του ονείρου η γη, κι οδεύειμ’ ολάνοιχτα τα πάλλευκα φτερά τουκαταμεσίς του αγέρα και παλεύειμ’ ανόρατα στοιχειά που ολόγυρά τουτ’ αδράχνουν τα φτερά· κι αργοπυκνώνεικατάχνια θολερή στα βλέμματά του.Πετάει, τα μεγαλόχαρα τεντώνειφτερά και τα χτυπάει κι οδεύει, οδεύειγια χώρα μακρυνή που αγνάντι απλώνειστου ορίζοντα την άκρη και σαλεύειγαλάζα εξαίσια νάματα που δείλιχωρίς αυγή κι εσπέρα τα χαϊδεύεικαι πόρφυροι διπλοί ζυγιάζονται ήλιοισε κύματα κι αιθέρα κι όλη φρίσσειχρυσή των ουρανών στα βάθη η πύλη·πετάει και κάθε ορθά που θα χτυπήσειφτερά, γοργοπερνούν βουνά από κάτου,πέλαα και κάμποι πὄχει αλησμονήσει.Μα εμπρός του όλο και πέτεται κι η σκιά του
στον πράο βαρύν αγέρα και πυκνώνεισκιανό πουλί και πάει και πάει μπροστά τουκαι πέτονται μαζί και τους ενώνειθολό, βαρύ το φως· — κι αναγυρίζουνκαι το ’να στ’ άλλο λέει και καμαρώνει·— Κύκνε μου μαύρε, πέτεσαι και τρίζουνσα να ’ναι νυχτερίδας τα φτερά σου.— Κάτασπρε κύκνε, πας κι αστραφταλίζουνστην πάχνη τα φτερά και τα λαιμά σου·σε χαίρομαι, λευκό πουλί· μα τώραπού πας, καλέ; για μίλα μου και στάσου.— Δε βλέπεις αντικρύ; Γαλάζια χώραμ’ ακύμαντα νερά που αιώνιο δείλιματώνει, ακαρτερεί· κι ώρα την ώραζυγιάζονται διπλοί ολοπόρφυροι ήλιοισε κύματα κι αιθέρα κι όλη φρίσσειχρυσή των ουρανών στα βάθη η πύλη.— Όνειρο λέω βαρύ σ’ έχει χτυπήσει,καλέ, με τα φτερά τα πλανερά του.Μια χώρα βλέπω μαύρη πὄχει κλείσειβαρύ σκοτάδι ασήκωτου θανάτου·γκρεμά και βουνά γύρω κρεμασμένακαι μαύρα νερά τρίσβαθα από κάτου.— Πάλλευκοι κύκνοι εκεί τα αιματωμένανερά απ’ τ’ αψήλου πέφτοντας ξαφνιάζουν,κι άλλοι μ’ ορθά φτερούγια ολαπλωμένατραβούν κατά τους ήλιους που ζυγιάζουντα πόρφυρα ζευγάρια κι αναμμένοβαρύ χυμό από φλόγα κι αίμα στάζουν.— Ω, μαύροι κύκνοι εκεί το ναρκωμένοκορμί στα πηχτά νάματα σαλεύουν,κι ανάρια εδώ κι εκεί το νυχτωμένονερό φολιδωτά ως γοργαναδεύουνπλοκάμια που πηδούν και καμπυλώνουνκι οκνά βουλιάζουν πάλι, τους παιδεύουν.— Μα εσύ τί πας στη χώρ’ αυτή που ζώνουνβουνά και γκρεμοί γύρω κρεμασμένοι;Μαζί μου έλα στη χώρα που αιματώνουνζευγάρια πόρφυροι ήλιοι και προσμένει.— Πηγαίνω όπου με πας κι όλο πηγαίνωκατά τη μαύρη γη τη νυχτωμένη...— Κακόνειρο σε κρούει καρδιωμένο,καλέ μαύρε μου κύκνε· έλα μαζί μου...— Σταμάτα, ω, γύρν’ αλλού το μεθυσμένοφτερούγισμά σου, κύκνε, άσπρο κορμί μου,και μη με πας στα τρίσβαθα εκεί κάτουνερά που η νύχτα πήζει ολάντικρύ μου...
Ξυπνάει, ξυπνάει ο κύκνος κι η καρδιά τουγοργά του κρούει τα στήθη τρομαγμένα·βαραίνει η καταχνιά στα βλέφαρά τουκαι τα φτερά του κρέμονται λυμένα·γέρνει ο λαιμός βαρύς κι αργοπερνάνεσκιανά πουλιά, φτερούγια ολαπλωμέναστον πράο θολόν αγέρα, ενώ ανεβαίνειβαρύς λυγμός και στέκει στο λαιμό τουκαι κόμπο στην ψυχή τού διπλοδένει.Να τραγουδήσει θέλει, τον καημό τουνα πει στο μέγα θάμα ολόγυρά τουπου τρέμει κι ωχροσβήνει ως όνειρό του,μα η γλώσσα του έχει δέσει και βαθειά τουφωτιά τού καίει τα σπλάχνα· ορθά τινάζει,χτυπάει τα μεγαλόχαρα φτερά του,κατάμεσα ουρανού και γης σπαράζεικαθώς γοργά περνάει μες στην καρδιά τουγοργό περνάει σπαθί και του τη σφάζει,πετάει, πετάει στο μέγα φως που φρίσσειμε πόρφυρα φτερά απ’ τα γαίματά του,και πάει κατά τη χώρα πὄχει κλείσειβαθύ σκοτάδι ασήκωτου θανάτου·γκρεμά και βουνά γύρω κρεμασμένακαι μαύρα νερά τρίσβαθα από κάτου.


--Θυσία της Ιφιγένειας.Fontebasso, Francesco, 1749. Η Άρτεμη εμφανίζεται μέσα από ένα σύννεφο και αρπάζει την Ιφιγένεια. Στη θέση της έχει αφήσει για τη θυσία ένα ελάφι. Είναι έκδηλη η έκπληξη όλων. Ιδιωτική συλλογή.


Γιώργος Μπλάνας - Η ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΣΤΗΝ ΑΥΛΙΔΑ

Πάψτε, λοιπόν· με πείσατε – τόση ανοησία
είναι προτέρημα πραγματικό: μπορεί να προσφέρει
σε σας -σχεδόν απρόσκοπτα- όλο τον γλωσσικό
πλούτο, που απαιτεί μια σκευωρία για να γίνει Ιστορία·
και σ’ έναν έφηβο -έστω πρόωρα σκληρό-
την αιφνίδια σιωπή, που διακρίνει τι
κάνει την Ιστορία σκευωρία.
Όλα καλά. Μπορείτε να πιάσετε δουλειά.
Αφήστε με – θα πάω στον βωμό
μόνη· ελπίζω να σας βρω ολόκληρους εκεί.
Θέλω να πω... Ξεχάστε το – τουλάχιστον εγώ
δεν θα επιτρέψω ν’ αμφιβάλετε στιγμή
για τα επιχειρήματά σας.
Απλά - από αγάπη θα το πω - σκεφτείτε ποιοι
θα πάτε εκεί, ποιοι θα γυρίσετε και ποιους
ποιοι θα θρηνήσουν. Καλύτερα, λοιπόν,
να μοιράσετε από τώρα τα λάφυρά σας.
Το πρώτο είναι, βέβαια, μπροστά σας:
ένα παιδί, ανόητα παιδιά, ένα παιδί!
http://eimaistahaimou.blogspot.com/ 



Θυσία Ιφιγένειας.Χαρακτικό του Carle (Charles André) Vanloo (1705–1765), 1755. Την ώρα που ο ιερέας είναι έτοιμος να θυσιάσει την Ιφιγένεια εμφανίζεται εξ ουρανού μέσα από τον κύκλο της σελήνης η Άρτεμη κι αφήνει ένα ελάφι πάνω στο σωρό των ξύλων. Νέα Υόρκη, Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης, 53.121

Κωστής Παλαμάς - Πέμπτη νύχτα

(απόσπασμα)
90.


Της Μελπομένης ω βασίλισσες ηρωίδες,
Φαίδρα, Ιφιγένεια, Πολυξένη, Εκάβη,
Ωκεανίδες,λάμπει βαθιά ο Σαρωνικός, και στ’ άσπρα τα ρημάδια
σκορπάτε, ωραία φαντάσματα, τα τραγικά σκοτάδια.
Τραγούδα τ’ αντρειωμένο σου τραγούδι εσύ, Αντιγόνη!
Μα σου σκεπάζει τη φωνή, και γύρω μου παγώνει
τα πάντα, της ασύγκριτης λαχτάρας ανυφάντρα,
γοερό θανάτου τραύλισμα, προφήτισσα η Κασσάντρα.
[Γενάρης 1902]




Giovanni Battista Tiepolo - Θυσία Ιφιγένειας

Αθηνά Παπαδάκη - Ιφιγένεια

Μονόχορδη
σε παραμυθίας κλουβί.
Αέρα στα πανιά ζητά.
Αρκεί ούριο πέρασμα
κι εύπλαστος πάλι
ο πηλός της,
επαίτης της πνοής.
Επείγεται,
επείγεται,
για τους ασκούς του Αιόλου.
Και τί στον κόσμο,
για μια εκ θεμελίων
ανατροπή.

Schmalz Herbert - Ιφιγένεια

Λένα Παππά - Ακούσια Ιφιγένεια

Μου ζητιέται
να αρθώ εις το ύψος ανέφικτων Ιδανικών
ενώ γνωρίζω
το μάταιον του εγχειρήματος.
Να γίνω υποψήφια ηρωίδα
ή υποψήφιο θύμα
— που από μια στιγμή και πέρα
είναι το ίδιο.

Στου βίου το Αχαλίνωτο και το Τραχύ

στο Άδικο και το Χυδαίο
ν’ αντιταχθώ πάση θυσία·
εγώ η ανασφαλής, η αδύναμη
η πεπερασμένη
η αιχμάλωτη, η προγραμμένη
με τις τρομερές Δυνάμεις
ν’ αναμετρηθώ
ν’ αναλωθώ στον πόλεμό τους.

Μου ζητιέται, ευσχήμως, να θυσιασθώ

αθώα, τραγική Ιφιγένεια
στο άγνωστο Μαχαίρι· άραγε
για ποιάν άγνωστη Τροία.

Αμήχανη ακούω την προσταγή

ακούσια σύρομαι στο φριχτό βωμό.


Θυσία της Ιφιγένειας.Ελαιογραφία του Gabriel François Doyen (1726-1806), Maison Motais de Narbonne Η Άρτεμη, ξεπροβάλλοντας μέσα από σύννεφο με τη σελήνη, αρπάζει στην αγκαλιά της την Ιφιγένεια τη στιγμή που ο Κάλχας ήταν έτοιμος να τη θυσιάσει. Ένα ελάφι έχει εμφανιστεί ήδη μπροστά στο βωμό. Ο Αγαμέμνονας στα αριστερά εμφανίζεται έκπληκτος με το γεγονός.

Γιάννης Ρίτσος - Η επιστροφή της Ιφιγένειας 

Aπόσπασμα 


Πάνε τρεις μέρες κιόλας που βρισκόμαστε στον τόπο μας. Έληξε το ταξίδι·
έληξε η περιπέτεια. Λοιπόν; — αυτό ήταν; αυτά ήταν;
Καθόλου δε χαμογελάς. Ούτε κι εγώ. Δεν είναι, βέβαια,
αυτά που λείπουν, αυτά που δε βρήκαμε, — και που, άλλωστε,
δεν περιμέναμε διόλου να τα βρούμε. Είναι ίσως
που λείπουμε εμείς. 
Επιστρέψαμε λέμε
κι ούτε γνωρίζουμε σχεδόν από πού και πού επιστρέψαμε. Ανάμεσα
σε δυο άγνωστα σημεία μετακινούμαστε. Μη σκύβεις το κεφάλι.
Θα φύγουμε κι εσύ κι εγώ. Δε θα κρατήσει ο ένας τον άλλον. Κάθεσαι κιόλας
στην άκρη της καρέκλας. Πάει κι ο φίλος μας. Μόλις συναντηθήκαμε
χωρίζουμε πάλι. Ω, βέβαια, κάποια μέρα
οι προορισμοί τελειώνουν. Αποδεσμευόμαστε
μέσα στη νέα σκλαβιά, — δε μας εγκαταλείπει αυτή, καραδοκεί, περιμένει
στην πύλη της εξόδου, πλάι στα ξερά χορτάρια, τις τσουκνίδες, τ’ αγκάθια
και τα ριγμένα κλειδιά.
Τα πράγματα
φαίνονται κάποτε τόσο άλλα και ταυτόχρονα τόσο ίδια. Το πιάνο,
στην αίθουσα των κιόνων, — τί μικρό που μου φάνηκε την πρώτη μέρα. Τώρα
μεγαλώνει τη νύχτα, τρίζουν οι αρθρώσεις του, σωπαίνει, γίνεται
ένας ολόκληρος κόσμος σκεπασμένος μ’ ένα τεράστιο αδιάβροχο
σκληρό, μαυρισμένο, — δεν εφαρμόζει στα πράγματα που σκεπάζει,όμοιο μ’ αυτό που κουκουλώνουν κάτω στο λιμάνι τα τσουβάλια το αλεύρι
μόλις κάνει ν’ αρχίσει η βροχή. Τα τσουβάλια
έτσι κρυμμένα πληθαίνουν, πληθαίνουν, αφαιρώντας
κάτι από μας, κάνοντάς μας να νιώθουμε
ολότελα απροφύλακτοι· να νιώθουμε ακόμητο γενικό απροφύλακτο· 
— γιατί κι αυτό τ’ αδιάβροχο
είναι γεμάτες τρύπες· τρέχουν τα νερά· μουσκεύει τ’ αλεύρι, γρομπιάζει,
δε γίνεται ψωμί ούτε πίτες
Έτσι το πιάνο
ανώφελο, βαρύ, επιβλητικό μέσα στη μουγγαμάρα του,θυμίζοντάς μας εκδικητικά πως σωπαίνει,έτσι με τις βαθιές του σκεπασμένες φωνές, είναι ένα μαύρο κασόνι
γεμάτος κόκαλα, κουμπιά, σκεβρωμένα παπούτσια
και πλήθος παράταιρα σκουλαρίκια.
Οι πεθαμένοι
παντού και πάντοτε είναι περισσότεροι απ’ τους ζωντανούς. 
Δε μιλάνε —γι’ αυτό πυκνώνει η σιωπή. Ωστόσο ακούνε·
ακούνε πριν απ’ τον ήχο· ακούν τα βήματά μας
πριν σηκωθούμε απ’ το κρεβάτι να πάρουμε απ’ τη βρύση
ένα ποτήρι νερό. Και το νερό
έχει μια παγωμένη χλιαρότητα σα να το ’χουν εκείνοι κρατήσει
μέσα στις φούχτες τους, μέσα στον τοίχο, μέσα στο σκοτάδι. 
Το νερό δε δροσίζει —κι ούτε άλλωστε ζητάς να δροσιστείς· φοβάσαι μάλιστα
μήπως και κάτι το έντονα ψυχρό δείξει βαθύτερα
τη διαφορά με τη δική μας χαλαρή θερμότητα που κάπως αναπαύει.
Εκείνοι φύγαν στη θορυβώδη δόξα τους,
μες στο αίμα,ντυμένοι τις μεγάλες στολές τους, 
με τα μεγάλα κράνη τους
επάνω σε λόφους λουλουδιών, τα σπαθιά τους στο μάρμαρο,
ένα γάντι στη σκάλα, μπροστά στο περιστύλιο, εκεί,δεν το μετακινεί ο αέρας· 
— είναι ορισμένα πράγματα
που μέρα τη μέρα αποκτούν ένα ανεξήγητο βάρος,μένουν ασάλευτα,
κι ούτε μπορείς να τα σηκώσεις, να τα κρύψεις στο μπαούλο. 
Διαβάστε περισσότερα εδώ 


Αγαμέμνων, Κλυταιμνήστρα, Ιφιγένεια.Choquet, Pierre Jean Baptiste, 1815 Η Κλυταιμνήστρα προστατεύει την Ιφιγένεια από τον Αγαμέμνονα που έχει έρθει για να την πάρει για τη θυσία. Η σκηνή είναι εμπνευσμένη από την Ιφιγένεια του Ρακίνα. Λονδίνο, Βρετανικό Μουσείο, 2011,7059.58 © The Trustees of the British Museum


Γιάννης Ρίτσος - Αδελφοσύνη

Στον Αραγκόν


Εύκολα, μεταξύ τους, οι ποιητές αναγνωρίζονται — όχι
από μεγάλα λόγια που θαμπώνουν τους κοινούς, όχι
από ρητορικές χειρονομίες, μόνον από κάτι
ολότελα κοινό με μυστικές διαστάσεις, όπως η Ιφιγένεια
αναγνώρισε αμέσως τον Ορέστη μόλις της είπε:
«Εσύ δεν κεντούσες στο προαύλιο, κάτω απ’ τη λεύκα,
μ’ όμορφα χρώματα σε λευκασμένο υφάδι
τ’ αλλαξοδρόμισμα του ήλιου;» Και πιότερο ακόμη:
«Δεν ήταν στη γωνιά της κάμαράς σου φυλαγμένο
το παλιό δόρυ του Πέλοπα;» Και, τότε, εκείνη
έγειρε ευθύς στον ώμο του σφαλώντας τα μάτια
από ’να φως βαθύ, μειλίχιο, σαν να ’ταν ο ματοβαμμένος
βωμός, ακέριος σκεπασμένος μ’ εκείνο
το λευκασμένο υφάδι που η ίδια το κεντούσε
κάτω απ’ τη λεύκα, τα ζεστά μεσημέρια, στην πατρίδα.

Καρλόβασι, 30.V.69

Ο Αγαμέμνονας οδηγεί την Ιφιγένεια έξω από τη σκηνή.Velyn, Philippus, 1816 Λονδίνο, Βρετανικό Μουσείο, 1900,1231.629 © The Trustees of the British Museum

Σπύρος Τσακνιάς - Εν Αυλίδι

Περιμένοντας καλούς ανέμους
μούχλιασαν οι ψυχές μας
απ’ την υγρασία.

Το ηθικό του στρατεύματος, εξάλλου, ελεεινό.
Πολλές λιποταξίες και
πολλές αρρώστιες:
ρευματισμοί, εντερικά, αρθρίτις...

Μικρούλα Ιφιγένεια
γλυκιά μου
κανείς απ’ όλους εμάς τους φονιάδες
δεν στέργει να σηκώσει το μαχαίρι.

Εύκολα δολοφονείς
μα πώς να θυσιάσεις.


Το τραγούδι αυτό
είναι δικό σου και δικό μου.
Είναι του γείτονα, του άφιλου
ξένου που γνωρίσαμε στο τραίνο,
της Μαρίας, του νεκρού,
του μετανάστη 
—είναι για σένα και για μένα.


Jacques Louis David - Θυσία Ιφιγένειας

Σπύρος Τσακνιάς -  Θυσία

Το τραγούδι αυτό δεν γράφτηκε
αιμορραγήθη
μέσ’ απ’ τα εύσπλαχνα παιδικά μου στήθη.

Μιλώ για σένα πάντα
μικρούλα Ιφιγένεια
γλυκιά μου.Ήταν δική μου μοίρα
να σηκώσωτο μαχαίρι.

Έμφοβος, περιδεής και λυπημένος
τρυφερός, μειλίχιος και πράος
ανέτοιμος για τη θυσία
κι όμωςαποφασισμένος.

Μικρούλα Ιφιγένεια
παιδί μου
λίσσομαι τώρα και κομμάζω
και παραφρονώ
ως ξεπροβάλλει ο σφαγμένος μίσχος
του περιστερένιου σου λαιμού
μέσ’ απ’ τα έγκατα του ύπνου μου
του ταραγμένου·
μα δεν μετανοώ.

Ήταν δικό μου πεπρωμένο το μαχαίρι
δική μου μοίρα να θρηνώ
για σένα
πεθαμένη μου
αγάπη
..........................................................
Αντροφονιάδες Αχαιοί
συγκεντρωθείτε.
Απ’ της Πεντέλης τα πεύκα φτάνει
δροσάτο αγέρι.
Τοιμάστε τα καράβια.
Αύριο το πρωί
κινάμε.
Η θυσία της Ιφιγένειας.Alexandre-Denis Abel de Pujol, 1822-1825

Θ. Δ. Φραγκόπουλος  - Χρυσόθεμις

Το σπίτι εκείνο πάντοτε με τρόμαζε.
Παιδί, τα βήματά μου αντηχούσανε θλιβερά
κι οι τοίχοι ανταπέδιδαν ενοχλημένα τους αναστεναγμούς μου
για το σκοτάδι και την υγρασία και το φόβο.
Κοπέλα αργότερα, με δύσθυμη απειρία
κι άγνοια για όσον κόσμο άρχιζε έξω απ’ το δέρμα μου,
γλιστρούσα στους κλειστούς διαδρόμους, με τις πόρτες
ολόγυρα βουβές, που ανοίγονται σε ακατοίκητα δωμάτια.
Τ’ αδέρφια μου σπάνια τα ’βλεπα. Κι αν ήταν να
τα ξαναδώ όπως τ’ άφησα την τελευταία φορά
,καλύτερα να μην τα έβλεπα ποτέ μου.
Την Ιφιγένεια στο βωμό, με το μαχαίρι
πάνω στον παιδικό, λευκό λαιμό της,
με τον ανήξερο και έκπληκτό της βλέμμα καρφωμένο
πάνω στο δάσος από τα κατάρτια καραβιών,
ή την Ηλέκτρα με τη στάχτη στα μαλλιά της,με ξεσχισμένο πρόσωπο, 
με ρούχα ματωμένα,να καταριέται τη μητέρα, το θείο Αίγισθο
και το παλάτι αυτό της ανομίας.Την νύχτα, σκιές περνούσαν από πάνω μου
τραβώντας στο δωμάτιο του πατέρα. Και το σπίτι
αρμένιζε, βογκούσε σαν καράβι
κάθε που ο Ορέστης έρχονταν απ’ το κολέγιο.Το σπίτι τούτο πάντοτε με φόβιζε
μιλώντας ή σωπαίνοντας ή τραγουδώντας.Τώρα πια, ο κύκλος του αίματος έχει κλείσει.Φύγανε όσοι φταίξαν, όσοι τιμώρησαν
κι όσοι έφταιξαν γιατί τιμώρησαν το φονικό,πληρώνοντας το αίμα με αίμα νέο.
Το σπίτι ρήμαξε. Οι προσωπίδες των νεκρών
βαστάν μαζί με την εντάφια σοβαρότητά τους
το φόβο και το πάθος του θανάτου.Το σπίτι αυτό κρατά τη μοναξιά
σαν άνθος του καιρού μέσα στην πάχνη
της εγκατάλειψης. Τ’ αγάλματα
που σιωπηλά φυλάν την είσοδο
σαν γέρικα σκυλιά, παρατημένα
ανάμεσα σ’ αράχνες και πνιχτά βήματα
που προχωρούν, που προχωρούν και δε σε φτάνουν,
αφήνοντάς σε για να περιμένεις,
όπως και τότε, για το δείπνο του πατέρα
που αργούσε, και στο τέλος αναβλήθηκε
και που στο τέλος έκλεισε σαν ένας τάφος.
Στο σπίτι αυτό, που κάθομαι μονάχη,
καθώς ο Τρόμος, αυτός ο κληρονόμος των Ατρειδών,
καραδοκεί στα σκοτεινά για να τ’ αρπάξει.


Η θυσία της Ιφιγένειας.Mark Rothko, 1942

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ
“ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ ΚΑΤ’ ΟΝΑΡ ΚΑΙ ΚΑΘ’ ΥΠΑΡ”

(ΚΥΔΩΝΙΟΝ ΜΗΛΟΝ, 2006) 

Στην Κική Δημουλά


Ι
Η Κλυταιμνήστρα ξύπνησε απ᾽ ένα θόρυβο μαβή. 
Την έτσουζαν τα χέρια της, 
αγέρηδες, σεισμοί 
πληθαίναν στην καρδιά της.
                               Ξένος Όνειρος 
(τον πρόφταξε με του ματιού την άκρη 
να βγαίνει απ᾽ το παράθυρο) 
έσπασε, λέει, το τζάμι του προσώπου της. 

 Α, μοίρα! Πιο καλά, ω κακότυχη μητέρα Ήρα, 
ο φύλακας γραφιάς 
εντεταλμένος να χαράσσει γραμμικά 
σε δέλτους (σε κιτάπια ιστορικά 
που καταπίνουν μύθους) τα συμβάντα 
περιτυλίγεται τη φρυκτωρία! 
                               Το ρυαχτό 
στο βάθος του οκτώσχημου 
κορμιού μου γεννά και τίκτει μέγα σαματά. 
Τα κρόταλά μου ηχούν, τη γέεννα για να κρύβουν 
του παθιασμένου μου έρωτα. Κι ο Αίγισθος 
ο Αίγισθος κοιμάται. 

 Μήτε λοιπόν των άστρων το ροχαλητό 
κι ο ρόχθος του πελάου που κατακλύζει 
ώσμε δυο πήχες το κλινάρι μας μπορεί 
να τον σηκώσει από το πτώμα του 
— εξόν κι αν τον σκοτώσουν, είτ᾽ εγώ είτε άλλοι. 

 Καταλαβαίνεις, γέροντα, πως άλλα έχω στο νου μου 
κι αλλού άλλα με τραβούν· να περιφέρομαι 
γυμνή και πελιδνή, χωρίς τα πέδιλά μου, 
κάνε χωρίς πυξίδα κι αφκιασίδωτη, 
να κάνω τρεις φορές του παλατιού το γύρο 
και δέκα να εκστομώ κατάρες για τον έρω 
που μ᾽ έσυρε ως τ᾽ αστράπτοντα ψάρια που ρυμουλκούν 
το ποθεινό λουτρό μου. 

                                 Μόλις και προλαβαίνω 
να δέσω τα μαλλιά μου, την πανοπλία ν᾽ αρμόσω 
του αργυρού μου απελπισμού, να σαρκωθώ έναν ταύρο 
κακοπελεκημένο, δανεικό,
 που μάχεται στη θλάση του
 να σώσει το ξόανο της θεάς.

ΙΙ 

Ο Ξένος Όνειρος ξανά στο παραθύρι 
πουλάκι στήθηκε γλυκό μ᾽ ανθρωπινή ομιλία. 
Και τι ταράζεσαι, κυρά; Όλα είναι σαν και πρώτα 
γαληνεμένα· τα παιδιά στην κούνια τους κοιμούνται, 
πρωί πρωί ο αφέντης σου κινεί την άμαξά του 
να σπείρει δέντρη και βουνά, να σπείρει άστρα και πλάτη 
κι όσα δε χώρεσε η σοδειά του νου και το παλάτι. 
Καλοκοιμήσου κι αγρυπνώ τον ύπνο σου να υφαίνω 
μ᾽ όλα του κόσμου τα καλά και των δακρύων τον αίνο. 
Δεν πρόλαβε να της το πει και κείνη αποκοιμήθη. 
Γλυκόμηλο είχε στην καρδιά και ρόδι απά στα στήθη. 
Δώδεκα πήχες ουρανός κρεμόταν πάνωθέ της· 
τον είχε ο Αγαμέμνονας με προσταγή της Θέτης 
φέρει μαζί του, ν᾽ απλωθεί μακρύτερα η φωνή της 
σαν θα την έσφαζε ο φρικτός κι ανόσιος αρχιθύτης.
https://antonispetrides.wordpress.com/

Harold  Cohen - Θυσία Ιφιγένειας , Ελαιογραφία, 1951

Δημήτρης Χατζής - Μικρό σχόλιο για την Ιφιγένεια εν Αυλίδι

(αποσπάσματα)

Στο σ. Νίκο Γουλανδρή

Ι
Η Ιφιγένεια εν Αυλίδι είναι το τελευταίο του δράμα. Του Ευριπίδη. Αυτουνού που τον φάγανε τα σκυλιά — και δικαιότατα βέβαια, τέτοιον αντίχριστον, κακόψυχο και χολεριασμένον άνθρωπο. Σε προχωρημένη ηλικία βρισκότανε γράφοντάς το, κοντά στο τέλος. Έρημος πια, μόνος, εξόριστος ή αυτοεξόριστος, κάπου ψηλά στα μέρη τα βορεινά, τα βαρβαρικά, κοιτάζοντας αποκεί τη μεγάλη του Αθήνα, γνήσιο τέκνο της, να μικραίνει τώρα μέσα στην αρπάγη της παρακμής. Όλα μικραίνουν με τον καιρό.
Η απελπισιά του κι η πίκρα του, εκείνη η κακία του, ξεχύνονται τώρα σε τούτη την τραγωδία του, χωρίς ελπίδα καμιά για κανένα, παρηγοριά, γλυκασμό. Όλα ξεφτίζουν αυτά, μικραίνουν με τον καιρό. Η πίκρα μονάχα — μονάχα αυτή μεγαλώνει.
Γυρίζει τα κουρασμένα του μάτια, πέρα απ’ την Αθήνα, το ξανακοιτάζει τώρα όλο το θαύμα το ελληνικόν. Το θαύμα... έχει μικρύνει κι αυτό.
Εκείνοι οι θεοί των Ελλήνων; Οι ολύμπιοι, οι μακάριοι; Αλλοπρόσαλλα κι άμυαλα πλάσματα. Παίζουν με την ανθρώπινη αδυναμία, διασκεδάζουν με τα παθήματα, τα καμώματα των ανθρώπων. Τί μπορεί να τους έφταιξε η Ιφιγένεια, και θέλουν τώρα τον θάνατό της; Δεν είναι εκείνος του Προμηθέα που ορθώθηκε ενάντια στο κράτος τους — είναι ένας θάνατος άδικος, αδικαιολόγητος, πέρα για πέρα παράλογος. Ποτές του αυτός δεν τους πολυπίστεψε. Τώρα πια δεν τους παραδέχεται, τους αρνιέται αυτούς τους θεούς. Η απάρνησή τους θα ’ναι και η βάση της τραγωδίας του αυτής.
Κοιτάζει πάρα κάτω, πίσω, τους Έλληνες του μεγάλου μύθου. Μικραίνουν τώρα κι αυτοί.
Ο Αγαμέμνων. Ο μέγας πολέμαρχος, ο πρώτος ανάμεσά τους. Παλιοτόμαρο. Δεν πιστεύει σε τίποτα. Φοβάται μονάχα. Φοβάται τον Κάλχα, φοβάται τον αδερφό του και πάνω απ’ όλα φοβάται το πλήθος. Του ζητούν τη θυσία. Γράφει τότε στην Ιφιγένεια νά ’ρθει να τον βρει στο στρατόπεδο, τάχα πως θα την παντρέψει με τον Αχιλλέα. Και, πονηράκιας, Ρωμιός, της στέλνει το δεύτερο μήνυμα, μυστικά, να μην έρθει. Αν έρθει, είναι εντάξει με το παιδί του, δεν το θυσίασε αυτός, οι θεοί το θελήσανε. Αν φτάσει το δεύτερο μήνυμα, πάλι είναι εντάξει και με θεούς και με ανθρώπους — δε φταίει αυτός που δεν ήρθε.
Ο Μενέλαος ο αδερφός του, ο άλλος Ατρείδης. Το κατασκοπεύει κανονικά. Του πιάνει το δεύτερο μήνυμα, το έχει στο χέρι. Το φοβερίζει πως θα πάει να το διαβάσει σ’ όλο το στράτευμα. Κάθαρμα. Δεν το νοιάζουν αυτόν οι θεοί, δεν πονάει το παιδί που το θυσιάζουν, δεν το πολυλογαριάζει το πλήθος αυτός. Τον Οδυσσέα φοβάται μονάχα. Το αρχηγιλίκι μονάχα να μη το χάσουμε. Τί διστάζεις; του λέει, τα ίδια κάνουν όλοι για τα μεγάλα αξιώματα.
Ο Οδυσσέας, η αλεπού, το Σισύφειον σπέρμα. Δεν ησυχάζει και δω. Ξεσηκώνει τον όχλο —πάντοτε αυτός με τον όχλο. Πανούργος, φιλόδοξος, ο μέγας αδίστακτος. Τους μυρίστηκε πως κάπου κολώσαν οι Ατρείδες. Δεν το θυσιάζουνε το κορίτσι; Τους το πήρε το αρχηγιλίκι. Το θυσιάζουν; Δεν γλυτώνουν ποτές απ’ την Κλυταιμνήστρα.
Ο Αχιλλέας ύστερα. Ο ήρωας των ηρώων, ο λαμπρός νυμφίος. Ένας τσόγλανος, ένας λεμές — και κρίμα που ο Ευριπίδης δεν τις ήξερε τότε τις λέξεις αυτές. Θα τις εύρισκε να ταιριάζουν. Δεν χρειάζεται να του θυμηθεί τα κοριτσίστικα καμώματα στη Σκύρο. Του φτάνει που τον βλέπει εδώ: Ορκίζεται να βρεθεί στο βωμό, να ’ναι κρυμμένος εκεί, να ορμήσει αποκεί την τελευταία στιγμή και να το σώσει τ’ αθώο το πλάσμα — τί δεν υπόσχεται ο νταής. Και το σκάει την τελευταία στιγμή, ένας δειλός, τιποτένιος, ανάξιος, που τον τρομάζει το μανιασμένο πλήθος κι αυτόν. Κινδύνεψα, λέει, να με πετροβολήσουν και μένα. —Και οι Μυρμιδόνες σου, τί τους έχεις; —Αυτοί πρώτοι θα με κομμάτιαζαν. Και λευτερώνεται, καταχαίρεται, βολεύεται μέσα του μια χαρά, όταν εκείνη του λέει πως δεν τον χρειάζεται — αυτό το λόγο της περίμενε απ’ την αρχή.


[...]
Αυτή.
Απροστάτευτη, ανυπεράσπιστη μέσα σ’ αυτά τα θηρία. Δεν είναι Αντιγόνη, που εναντιώνεται σε κάποια εξουσία και θανατώνεται απ’ αυτήν, άδικα ή δίκαια, Κλυταιμνήστρα, Ηλέκτρα, Φαίδρα, Μήδεια, Αγαύη, Νεοπτόλεμος που θα σκοτώσουν, θα σκοτωθούν για τη ζωή τη δική τους, για μια ζωή τελοσπάντων, όπως τη νιώθουν, όσο τη νιώθουν όπως τη μπορούν. Αυτή ’ναι το θύμα. Το θύμα μονάχα και τίποτα άλλο. Το αρνί του Θεού, ο αμνός του Κυρίου που θα πουν αργότερα.
Απληροφόρητη, ανίδεη, ανυποψίαστη, ανώριμη, άσχετη με κάθε τι άλλο, έξω απ’ αυτή τη μικρή της την ύπαρξη, ανεύθυνη για τη ζωή και το θάνατο, την ευτυχία, τη δυστυχία των άλλων — στολίζεται για το δικό της υμέναιο. Να δοθεί σ’ αυτόν με το κορμάκι της εφηβείας της — ο νους της δεν πάει πέρα απ’ αυτό, δεν έχει να πάει. Και στολίζεται.
Το παραπέτασμα σχίζεται κάποια στιγμή. Βλέπει. Δεν είναι για τον υμέναιο που στολίζεται. Ο πατέρας της κατεβάζει τα μάτια, ο Αχιλλέας το σκάει, το πλήθος έξω φωνάζει, ο Κάλχας ετοιμάζει τα σύνεργα της σφαγής. Κανένας δεν είναι δίπλα της. Μια μάνα μονάχα —η αναμάρτητη ακόμα— αδύναμη, ανίσχυρη από τότε που γίνηκε ο κόσμος, να προστατέψει το σπλάχνο της που το σέρνουνε στη σφαγή.
Παρακαλάει. Μάταια τα παρακάλια. Κανείς ποτέ κανενός δεν τ’ ακούει, τις προσταγές μονάχα ξέρουν οι ανθρώποι ν’ ακούνε. Έρχεται ο θρήνος. Πουλιά χτυπημένα οι υπέροχοι στίχοι του ανοίγουνε τα φτερά τους και ματωμένα πέφτουν στο χώμα. Μάταιος είναι ολονών μας ο θρήνος —δυστυχισμένο μες στην ανάγκη είναι τ’ ανθρώπινο γένος— εδώ μέσα στο θρήνο το λέει.
Η ώρα κοντεύει. Τη βγάζουν. Για το βωμό, το θυσιαστήριο. Την παίρνουν. Την πήρανε. Προχωρούν. Γλυτωμός δεν υπάρχει. Ο Ευριπίδης το ’ξερε πάντα — τώρα που φτάνει στο τέλος, μπορεί κι αυτή να το βλέπει. Τώρα μονάχα —τότε— κι αυτή κι ο καθένας μας.
Και τότε — κάτι γίνεται τότε μες στην παρθένα ψυχή της. Η πομπή προχωρεί μέσ’ απ’ το πλήθος που μαίνεται — απαίτησε τη θυσία, περιμένει τώρα το θέαμα. Ναι — κάτι γίνεται μέσα της. Τώρα που ο θρήνος, τα παρακάλια φανήκανε μάταια, όταν ελπίδα δεν έμεινε πια. Να τον πεθάνει, λοιπόν, τον αναπότρεπτο θάνατό της, που τόσο τον θέλουν. Μα να τον πεθάνει αυτή, με τη δική της τη θέληση πια. Για να φυσήξουν οι ούριοι άνεμοι. Να κινηθούνε τα πλοία των Αχαιών. Να πάνε στην Τροία και να νικήσουν, να πάρουν πίσω και την Ελένη. Να τον πεθάνει το θάνατό της —σαν πράξη ζωής— της δικής της.
Και θα περάσει τότε μπροστά τους, μπροστά στους δειλούς αυτούς ήρωες, τους μικρούς βασιλιάδες, τους μάντηδες θεών ανισόρροπων αποφασισμένη γι’ αυτόν τον θάνατο που τον ορίζει πια με τη θέλησή της, στητή, με τα στεφάνια ακόμα του υμέναιου στο κεφάλι της, χωρίς το θρήνο, χωρίς τα μάταια παρακάλια — μη με τραβήξετε απ’ τα μαλλιά στο θυσιαστήριο, τ’ ανασηκώνω μονάχη μου, να πέσει σωστά το μαχαίρι σας...


Από πολύ παλιά βάζουν αυτή του την τραγωδία μέσα στις καλύτερες δημιουργίες του Ευριπίδη: Βγαίνοντας όπως βγαίνει μέσ’ από κείνο το πλαίσιο της άρνησης, η θετική μορφή της Ιφιγένειας, υψώνει πάνω απ’ αυτό κυριαρχική την τελική κατάφαση για την εκστρατεία — για τη ζωή των ανθρώπων, τη μοίρα τους.
Κάποιοι κριτικοί και φιλόλογοι έχουν ωστόσο μια αντίρρηση — και την έχει κι ο δάσκαλος ο σωστός όταν θα κάνει την ερμηνεία και του την προβάλλουν οι μαθητές του: Εκείνο το «και τότε κάτι γίνεται στη νεανική της ψυχή» δε βρίσκουν να ’ναι μ’ επάρκεια δοσμένο κι εξηγημένο μέσα στο έργο. Η θυσία, η αυτοθυσία που περιμένουμε κι απαιτούμε απ’ άλλα πρόσωπα, σα μια πράξη συνέπειας προκαθορισμένη απ’ όλη τους τη ζωή, δεν μπορεί να ’ναι αυτονόητη για τη μικρούλα την Ιφιγένεια. Θα χρειαζόταν, λοιπόν, να υπάρχει μια εξήγηση εδώ, πώς φτάνει σ’ αυτήν και γιατί. Και δεν υπάρχει. Είναι ένας κρίκος που λείπει — τί έγινε στην ψυχή της, πώς γίνεται. Χωρίς αυτόν, αυθαίρετη βλέπουν την ξαφνική μεταπήδηση της τελευταίας στιγμής απ’ την απόγνωση στην εθελούσια θυσία —και τί εθελούσια;— οι άλλοι την έχουν αποφασίσει.
Ακριβώς γι’ αυτή της την ανεπάρκεια σ’ αυτό το σημείο, δεν βάζουν αυτή του την τραγωδία μέσα στις καλύτερες του Ευριπίδη. Συγκολλημένο το βρίσκουν αυτό το μέρος, σαν ξένο, παρένθετο, αντιφατικό στ’ αρνητικό πνεύμα του έργου μ’ αυτή την εύκολη λύση: Μέσα στην τόση μεγαλοσύνη της, η Ιφιγένεια που σφάζεται από τους άλλους, βολεύεται μια χαρά βολεύοντας η ίδια κι αυτούς που τη σφάζουν.
Καταλήγουν έτσι να πιστεύουν πως μόνο τα πρώτα μέρη της τραγωδίας, ώς το θρήνο της Ιφιγένειας, τ’ αρνητικά του μονάχα είναι τα γνήσια του Ευριπίδη. Βρίσκοντάς την μισοτελειωμένη, την συμπλήρωσε εκείνος ο ομώνυμος ανιψιός του —ή γιος του— κι έβαλε αυτός και τα μεγάλα τα λόγια με τον πανηγυριώτικο πατριωτισμό τους, για να τους στηρίξει λίγο τους πολίτες της Αθήνας που βούλιαζε πια. Όλο το μέρος αυτό της κατάφασης, της εθελούσιας θυσίας δε βρίσκουν να ’ναι στα μέτρα του
Εγώ; Δεν έχει βέβαια καμιά σημασία τί σκέφτομαι εγώ — μα δε θα συμφωνούσα μαζί τους. Υπάρχει, νόμιζα πάντοτε μια τελική κατάφαση στον Ευριπίδη πέρα απ’ την άρνηση, μέσα απ’ την άρνηση — και με το έγκλημα ακόμα, την τρέλα, την πτώση του ανθρώπου. Δε μπορούσα ακόμα να την καθορίσω τότε, γράφοντας αυτό το σχεδίασμα — και μέσα στο έργο του γενικά και μέσα σ’ αυτή του την τραγωδία.


ΙΙ
Τελευταίες μέρες του Δεκέμβρη του ’44. Οι ηγέτες μας είχανε δώσει την εντολή να «εκκενώσουμε» την Αθήνα— συν γυναιξί και τοις τέκνοις, μας είπαν. Κανένας δεν ήξερε τότε γιατί, δεν το ξέρει και τώρα. Ήταν συνέχεια και συνέπεια, το επιστέγασμα των ατέλειωτων παραλογισμών μας. Η αντίσταση συντριβότανε πια στην Ελλάδα μέσα σε κατακλυσμό από ερείπια, διαψεύσεις, θυσίες που φαινόνταν ανώφελες, ανθρώπινα θύματα και τα μεγάλα μας όνειρα που σκορπίζαν. Όλα μικραίνανε, ξαναπαίρνοντας τις ανθρώπινες διαστάσεις τους μέσα στο πλαίσιο της ήττας.


[...]
Οι μεγάλες διώξεις αρχίσαν σε λίγο, τα δικαστήρια, τα στρατοδικεία, οι θανατικές καταδίκες, σε λίγο αρχίζανε κι οι εκτελέσεις. Και ο νέος εκείνος της Έλσιανης, ο συνοδοιπόρος της υποχώρησης, ήταν από τους πρώτους πρώτους που ντουφεκίστηκαν. Είχε πράγματι γυρίσει στο χωριά του, το ’χε πει και κει πως τέλειωσε μ’ αυτά της αντίστασης και τα όνειρα, θα κοιτάξεις τη δουλειά του — κι απόμεινε κει και την κοίταζε. Με τον τρόπου που γινόντανε τότε τα πράγματα, τον κατηγορήσανε για εγκλήματα φοβερά το Δεκέμβριο — γι’ αυτό τον κατέβασαν στην Αθήνα. Και με τον τρόπο που γινόντανε τότε τα πράγματα γρήγορα-γρήγορα τον στήσαν μπροστά στο απόσπασμα.
Και ο άνθρωπος αυτός που τα ’χε αρνηθεί όλα αυτά και που το ’πε και στο δικαστήριο, ορκίστηκε πως δεν έκανε τίποτα, έκλαψε και παρακάλεσε να τον λυπηθούν, έφερε τους χωριανούς του και το βεβαίωσαν, την τελευταία στιγμή της εκτέλεσής του πέρασε πέρα απ’ τον άδικο θάνατο, σήκωσε το χέρι του ν’ αποχαιρετήσει τα σπασμένα μας όνειρα, όρθωσε το κορμί του και ζητωκραύγασε —αυτός— για το ΕΑΜ, την αντίσταση...


Τόσο καλά που μπορούσα να ξέρω γι’ αυτόν, ξανάβλεπα εδώ τη μεταπήδηση εκείνη της Ιφιγένειας από την έσχατη απελπισιά στην κατάφαση, από την άδικη θανάτωση στην εθελούσια θυσία. Και σκέφτηκα τότε πως κάπου εδώ μέσα πρέπει να βρίσκεται εκείνος ο κρίκος ο μυστικός που λείπει ή δε λείπει στην τραγωδία. Η εναντίωση στην ανθρώπινη μοίρα είναι ο κρίκος. Και βρίσκεται μέσα στο θύμα και πάει πιο πέρα απ’ αυτό, δένεται με τη ζωή των άλλων, τη συνέχεια της ζωής, την αξία της. Αυτή ’ναι η κατάφαση του Ευριπίδη: Μια τελική κατάφαση που πέρασε όλο το δρόμο της απελπισιάς και της άρνησης, ξαναγυρίζοντας στους ανθρώπους.
Και — οι θεοί θα τους δώσουνε κάποτε και τους ούριους άνεμους — ακόμα και για να παίξουνε πάλι. Τα πλοία των Αχαιών θα κινήσουν — πέρα απ’ την Αυλίδα αρμενίζοντας. Θα φτάσουνε κάποτε σε κείνη την Τροία. Οι ανυπόμονοι της Αυλίδας —παλληκαράδες και μάντηδες κι όχλοι— θα ’χουνε πια τον πόλεμο που τόσο λαχτάρησαν. Θα νικούνε και δε θα νικούνε — έτσι όπως γίνεται πάντα. Θα τσακώνονται ωστόσο και μεταξύ τους για πλιάτσικα και γυναίκες, γι’ αρχηγιλίκια, για τ’ άρματα τα χρυσά, ποιός θα τα πάρει. Θ’ ατιμαστούν με το δόλο, θα λερωθούνε με τη σφαγή που θα κάνουν — και θα ’ναι ο ίδιος αυτός που θα την πει και τη σφαγή στις Τρωάδες του. Και θα γυρίσουνε κάποτε κι από κει, αιώνιοι νικητές, αιώνια νικημένοι μέσα στο τίποτα της ανθρώπινης μοίρας — αυτής της μοίρας που δίνει το πλαίσιο της τραγωδίας του.
Έτσι νομίζω θα το ’λεγε αυτός, είτε το τέλειωσε είτε δεν τέλειωσε ο ίδιος το μέρος εκείνο της εθελούσιας θυσίας. Όταν κοιτάζεις απ’ την κορφή τη δική του τη ζωή των ανθρώπων, ανάξια τη βλέπεις ολόκληρη. Μπορείς να την αρνηθείς — όλα μικραίνουν, ξεφτίζουν. Αυτός τολμάει και την αρνιέται. Δεν μένει τίποτα.
Και μένει. Μια Ιφιγένεια πάντοτε. Αθώα κι ανυποψίαστη, ασήμαντη, αδιάφορη, όσο θα βρίσκεται μέσα στους άλλους. Να την ξεκινάει αυτή με την εθελούσια θυσία της τη νικηφόρα τους εκστρατεία της Τροίας. Και μένει. Εκείνος ο άπραγος νέος της Έλσιανης. Να την δικαιώνει αυτός την τσακισμένη εκστρατεία μας της αντίστασης, εξιλεώνοντας όλους, αυτός στηρίζοντας με κείνο το ύστατο χαίρε, το νικημένο της κόσμο στις σκληρές δοκιμασίες που τον περίμεναν.

Σωστά, λοιπόν, πολύ σωστά θυσιασμένοι και κείνη και τούτος σε μια καινούργια πάντοτε Αυλίδα, μιας εκστρατείας αιώνιας.



Θυσία Ιφιγένειας - Ρωμαϊκό ψηφιδωτό Museu Arqueològic de Catalunya deu d'Empúries

Johann Wolfgang von GOETHE - Ιφιγένεια εν Ταύροις:

Δράμα σε πράξεις πέντε
Μετάφραση: Κωνσταντίνος Χατζόπουλος
(απόσπασμα)
ΠΡΑΞΗ ΤΡΙΤΗ
ΣΚΗΝΗ Α΄
Ιφιγένεια - Ορέστης

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
Δυστυχισμένε, τα δεσμά σου λύνωμοίρας πιο θλιβερότερης σημάδι.Η λευτεριά που δίνει το ιερό είναι,σαν της ζωής του βαριά αρρώστου, θανάτουμηνυτής. Δεν μπορώ, ούτε θέλω ακόμανα πιστέψω πως είσαστε χαμένοι!Με χέρι φονικό πώς θα μπορούσανα σας τάξω στο θάνατο! Κι όσο είμαιιέρεια ’γω της θεάς, κανένας, όποιοςκι αν είναι, δεν μπορεί την κεφαλή σαςνα ’γγίξει. Αλλά κι αν αρνηθώ το χρέος,που ο βασιλιάς άγρια απαιτεί, διαλέγειμιαν άλλη απ’ τις παρθένες μου και τότεμένει η θερμή μου ευχή μόνος βοηθός σας.Τιμημένε συντοπίτη! Αν κι ο δούλος,που έχει τους πατρικούς θεούς αγγίξειστη γωνιά μας, καλόδεχτος μας είναιστον ξένον τόπο, εγώ με ποιά χαρά μουπρέπει εσάς να δεχτώ, που την εικόνατων ηρώων, που έχω μάθει απ’ τους γονιούς μουνα σέβουμαι, μού φέρνετε και μέσατην καρδιά μου δροσίζετε με νέακι όμορφη ελπίδα!
ΟΡΕΣΤΗΣ
Επίτηδες σωπαίνεις
γνωστικά γένος κι όνομα; Ή μπορώνα μάθω ποιά θεόμοιαστη αντικρίζω;
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
Θα με γνωρίσεις. Τώρα λέγε ό,τιμισά απ’ τον αδερφό σου άκουσα μόνο,το τέλος εκεινών, που από την Τροίαγυρνώντας, στο κατώφλι τους βουβάσκληρή, αδόκητη μοίρα τούς εδέχτη.Μικρή με φέραν στο ακρογιάλι τούτο,μα τη δειλή ματιά καλά θυμούμαι,που με φόβο και ξάφνιασμα είχα ρίξεισ’ αυτούς τους ήρωες. Ξεκινούσαν σάμπωςν’ άνοιγε ο Όλυμπος και να ’στελνε κάτωτις μορφές του λαμπρού και πανάρχαιου κόσμου,του Ιλίου φοβέρα, και πιο απ’ όλους ήτανθαυμαστός ο Αγαμέμνονας. Ω πες μου!Στο σπίτι του πατώντας, από δόλοτης συμβίας του έχει πέσει και του Αιγίσθου;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Το είπες!
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
Αλί σου, δύστυχη Μυκήνα!
Έτσι έσπειραν τα εγγόνια του Ταντάλουκατάρα σε κατάρα με γεμάταάγρια χέρια! Κι ολέθρια, ως τα ζιζάνια,κεφάλια σειώντας, και χιλιάδες σπόρουςτινάζοντας, φονιάδες συγγενείςσε τέκνα τέκνων γέννησαν για αιώνιοαλληλοσπαραγμό! — Φανέρωσέ μουεκείνο που απ’ τους λόγους του αδερφού σουγοργά το σκότος μού έκρυψε του τρόμου.Πώς ο γιος ο στερνός του τρανού γένους,το γλυκό τέκνο, που έχει να εκδικήσειτον πατέρα του, ο Ορέστης πώς εσώθητη μέρα της σφαγής; Μην όμοια τύχηστου θανάτου τον τύλιξε τα δίχτυα;Γλίτωσε; Ζει; Ζει η Ηλέκτρα;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Ζουν.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
Χρυσέ ήλιε,
τις πιο όμορφές σου αχτίδες δάνεισέ μου,για χάρη απίθωσέ τις μπρος στο θρόνοτου Δία! Γιατί φτωχή εγώ και άφωνη είμαι.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Με τη βασιλική γενιά αν σε δένουνφιλοξενίας δεσμοί ή στενότεροι άλλοι,καθώς η ωραία χαρά σου το προδίνει,τότε δάμασε, κράτα την καρδιά σου!Γιατί σκληρό για έναν που χαίρεται είναιτο ξαφνικό το κύλημα στη λύπη.Μονάχα του Αγαμέμνονα το τέλοςξέρεις, βλέπω.
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
Μην τούτο δε μου φτάνει;

ΟΡΕΣΤΗΣ
Έμαθες μόνο τη μισή τη φρίκη.
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
Τι να σκιαχτώ άλλο; Ο Ορέστης ζει κι η Ηλέκτρα.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Και για την Κλυταιμνήστρα δεν φοβάσαι;
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
Ούτ’ ελπίδα ούτε φόβος τη λυτρώνει.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Κι αυτή άφησε τον τόπο της ελπίδας.
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
Μετανιωμένη, το αίμα της μονάχηλυσσώντας έχυσε;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Όχι, από το ίδιο
το αίμα της ωστόσο βρήκε τέλος.
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
Καθαρότερα μίλει, μη μ’ αφήνειςνα συλλογιούμαι. Το άγνωστο τα μαύραφτερούγια χιλιοπανωτά χτυπάστη φοβισμένη κεφαλή μου γύρω.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Διαλέξαν οι θεοί λοιπόν εμέναγια μηνυτή μιας πράξης, που ποθούσαμες στο βασίλειο το άφωνο της νύχταςνα κρυβόταν; Χωρίς το θέλημά μουμε βιάζει το γλυκό σου στόμα. Ωστόσοκαι θλιβερά αν ζητήσει, θα τα λάβει,Σαν έπεσε ο πατέρας, για να σώσειτον αδερφό της έκρυψε η Ηλέκτρακι ο θειος του ο Στρόφιος πρόθυμα τον πήρε,τον ανάθρεψε πλάι με το δικό τουγιο, τον Πυλάδη, που έπλεξε τριγύρωστο νιόφερτο δεσμούς φιλίας ωραίους.Κι ως μεγαλώναν, μέσα τους κι ο πόθοςμεγάλωνε, το φόνο να εκδικήσουντου βασιλιά. Αναπάντεχοι, ντυμένοιξενικά, στη Μυκήνα φτάνουν, τάχατο μήνυμα πως φέρνουν του θανάτουτου Ορέστη με τη στάχτη του. Η βασίλισσατους δέχεται και μπαίνουν. Στην Ηλέκτραο Ορέστης φανερώνεται και κείνητου φυσά της εκδίκησης τη φλόγα,που η ιερή της μητέρας παρουσίατην έπνιξε. Κρυφά τον πάει στον τόποπου είχε ο πατέρας πέσει, που του αιμάτουτου αδιάντροπα χυμένου παλιό χνάριμε αχνές έβαφε αράδες, υποψίαγεμάτες, τις συχνά πλυμένες πλάκες.Του ιστορά με την πύρινή της γλώσσαπώς το μιαρό κακούργημα είχε γίνει,την άθλια και δουλόπρεπη ζωή της,των προδοτών των τυχερών το θράσοςκαι ποιοί τ’ αδέρφια κίντυνοι προσμέναναπό τη μάνα που έγινε μητριά τους·εδώ του δίνει το παλιό λεπίδι,που φρύαξε στο γένος του Ταντάλου,κι η Κλυταιμνήστρα πέφτει από γιου χέρι.
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
Αθάνατοι, που πάντα σε νέα νέφημακάριοι ζείτε την καθάρια μέρα,για τούτο με χωρίσατε απ’ τον κόσμοτόσα χρόνια, κοντά σας με φυλάτετόσο, το παιδικό μού δώσατ’ έργοτην πύρα της ιερής φωτιάς να τρέφω,την ψυχή μου, παρόμοια με τη φλόγα,σε αδιάκοπη θεόσεβη λαμπράδαμου σύρατε ψηλά στα δώματά σας,μονάχα για να νιώσω του σπιτιού μουπιο αργά και πιο βαθιές τις φρίκες; — Λέγεγια τον άμοιρο! Πες για τον Ορέστη!
ΟΡΕΣΤΗΣ
Ω ας είχα να σου πω το θάνατό του!Πώς βράζοντας απ’ το αίμα της σφαγμένηςανέβηκε το πνεύμα της μητέραςκαι στις πανάρχαιες της νυχτιάς τις κόρεςκράζει: «Ο φονιάς της μάνας μη σας φύγει!Στον κακούργο χιμάτε! Είναι ταμένοςσε σας!» Ακούν αυτές κι η βαθουλή τουςματιά με δίψα αϊτού κοιτάζει γύρω.Ταράζονται στις μαύρες τις σπηλιές τουςκι απ’ τις γωνίες αγάλια οι σύντροφοί τους,ο Δισταγμός και το Μετάνιωμα, έξωσέρνουνται. Απ’ τον Αχέροντα ανεβαίνειμπρος τους καπνός και μες στο ανταριασμένοστριφούλισμά του ο στοχασμός της πράξηςγυρνά άκοπα συγχύζοντας του ενόχουτο κεφάλι. Κι αυτές, που το χαμό έχουνέργο, πατούν τη γη τη θεοσπαρμένη,όθε παλιά τις έδιωξε κατάρα.Το γλήγορό τους πόδι το φευγάτονκυνηγά και του δίνουν ησυχίαμονάχα για να τον τρομάξουν πάλι.
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
Άθλιε και συ είσαι σε παρόμοια θέσηκαι νιώθεις τί τραβά ο δυστυχισμένος.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Τί μου λες; Ποιά ονομάζεις όμοια θέση;
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
Του αδερφού σε βαραίνει και σε ο φόνος·το ξέρω απ’ το μικρότερο αδερφό σου.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Δεν το βαστώ, ω ψυχή μεγάλη, να ’σαιμε τον ψεύτικο λόγο απατημένη.Ένας ξένος στο δόλο μαθημένος,ύφαμα ας πλέκει πλανερό στα πόδιατου ξένου για παγίδα: Ανάμεσό μαςαλήθεια ας είναι!Είμ’ ο Ορέστης και το ένοχο κεφάλιγέρνει στον τάφο και ζητά το θάνατο:μ’ όποια μορφή κι αν θέλει, καλώς νά ’ρθει!Όποια κι αν είσαι, λυτρωμό και σένακαι του φίλου μου θέλω· εμέ όμως όχι,Χωρίς να θέλεις, φαίνεται, εδώ μένεις·τρόπο φυγής ζητάτε, εμέν’ αφήστε.Το κορμί μου νεκρό ας ριχτεί απ’ το βράχο,ώς τη θάλασσα το αίμα μου ας αχνίσει,στο βάρβαρο γιαλό κατάρα ας φέρει!Μα εσείς γυρίστε στην ωραία Ελλάδα,μια νέα ζωή χαρούμενη ν’ αρχίστε!(Κάνει πέρα).

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
Ω πληρωμή, του πιο τρανού πατέρακόρη πιο ωραία, μου κατεβαίνεις τέλος!Πώς στέκεσαι θεόρατη μπροστά μου!Μόλις σου φτάνει η ματιά μου τα χέρια,που με στεφάνια και καρπούς γεμάτατους θησαυρούς του Ολύμπου φέρνουν κάτω.Καθώς ο βασιλιάς από το πλήθοςγνωρίζεται των δώρων —γιατί του είναιλίγο ό,τι γι’ άλλους είναι πλούτος—έτσι και σεις, θεοί, απ’ τα φυλαγμένα,ετοιμασμένα με καιρό και γνώσηχαρίσματα γνωρίζεστε. Τι μόνοσεις το καλό μας ξέρετε· το κράτοςτου μέλλοντος το διάπλατο θωρείτε,όταν τη θέα μάς κρύβει κάθε βράδυο πέπλος της αντάρας και των άστρων.Ακούτε ατάραχοι, όταν σας ζητούμεπαιδικά το γληγόρεμα των πόθων·μα το χέρι σας άγουρους δεν κόβειτους ουράνιους χρυσούς καρπούς· κι αλί του,που ακράτητος στο πείσμα σας τους φάειξινούς για θάνατό του. Ω μην αφήστετην ευτυχία, που χρόνους καρτερούσα,κι ούτε τη στοχαζόμουν, σαν τον ίσκιοτου πεθαμένου φίλου μου να φύγεικούφια, αφήνοντας τρίδιπλο τον πόνο!
ΟΡΕΣΤΗΣ
(πηγαίνοντας και πάλι κοντά της)
Αν τους θεούς για σε και τον Πυλάδηκαλείς, μη μελετήσεις τ’ όνομά μου!Τον κακούργο, που σμίγεις, δεν τον σώζεις·συμφορά μόνο παίρνεις και κατάρα.
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
Στη μοίρα σου είν’ η μοίρα μου δεμένη.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Όχι! Μόνο, αυσυντρόφευτο άφησέ μενα πάω στους πεθαμένους! Κι αν ακόματο φονιά με τον πέπλο σου σκεπάσεις,από των πάντα ακοίμητων το μάτιδεν τον φυλάς, κι η παρουσία η δική σου,ω ουράνια, μόνο απόμερα τις σπρώχνει.δεν τις διώχνει. Τ’ αδιάντροπα χαλκά τουςπόδια το άγιο το δάσος να πατήσουνδεν τολμούν· όμως ακούω μακρόθε κεικαι δω το άγριό τους γέλιο. Έτσι προσμένουνλύκοι γύρω απ’ το δέντρο, όπου ο διαβάτηςσκαρφάλωσε. Εκεί απόξω μονιασμένεςησυχάζουν· μα αν βγω απ’ αυτό το δάσος,τότε, τα φιδωτά κεφάλαια σειώνταςκι ολούθε σκόνη υψώνοντας, πετιούνταικαι χιμούνε στο θύμα τους.
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
Μπορείς,
Ορέστη, ένα γλυκό ν’ ακούσεις λόγο;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Για ένα φίλο των θεών φύλαξέ τον.
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
Αυτοί σου δίνουν φως ελπίδας νέας.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Σε καπνό μέσα βλέπω το αχνό θάμποςτου Αχέροντα στον Άδη να μου φέγγει.
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
Μια αδερφή έχεις μόνο, την Ηλέκτρα;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Γνώρισα μόνο αυτή· η καλή της μοίρα,που εμάς φριχτή μας φάνηκε, την πρώτηαπ’ του σπιτιού μας τα δεινά νωρίςτην πήρε. Ω μη ρωτάς, και συ μη σμίγειςτις Ερινύες! Φυσούν απ’ την ψυχή μουχαιρέκακα τη στάχτη· δεν αφήνουντα στερνά δαυλιά μέσα μου να σβήσουντης πυρκαϊάς του γένους μας. Αιώνια,επίτηδες λοιπόν συδαυλισμένηκαι θρεμμένη με θειάφι από τον Άδη,θα καίει η φωτιά μαρτύριο στην ψυχή μου;
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
Φέρνω γλυκό θυμίαμα στη φλόγα.Ω, της αγάπης την αγνή πνοήσιγοφυσώντας, άφησε του στήθουςνα σου δροσίσει τη φωτιά! Ακριβέ μου,Ορέστη, δεν μπορείς ν’ ακούσεις; Σου έχειτόσο στις φλέβες το αίμα σου ξεράνειη συνοδειά των τρομερών δαιμόνων;Περνά, ως απ’ το κεφάλι της Γοργόναςτο κορμί σου γητειά και το πετρώνει;Αν το χυμένο μητρικό αίμα κράζειμε μουγγή φωνή κάτω προς τον Άδη,της αγνής αδερφής η ευχή δεν πρέπειβοηθούς θεούς από ψηλά να κράξει;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Κράζει! Κράζει! Τον όλεθρό μου θέλεις;Μην κρύβεται καμιά Ερινύα σε σένα;Ποιά είσαι συ, που η φωνή σου μου ταράζειτόσο φριχτά στα βάθη τους τα σπλάχνα;
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
Της καρδιάς σου τα τρίσβαθα το λένε:Ορέστη, εγώ είμαι! Δες την Ιφιγένεια!Ζω!
ΟΡΕΣΤΗΣ
Συ;
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
Αδερφέ μου!

ΟΡΕΣΤΗΣ
Ω, άφησέ με! Φύγε!
Άκουσέ με, μη γγίξεις τα μαλλιά μου!Φωτιά άσβηστη αποπάνω μου πετιέται,σαν απ’ της Κρέουσας τον πέπλο. Άφησέ με!Σαν ο Ηρακλής, θέλω γω ο ανάξιος, μόνοςθάνατο ντροπιασμένο να πεθάνω.
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
Δε θα χαθείς! Ω να μπορούσα μόνον’ άκουα από σε ήσυχο ένα λόγο! Ω λύσετο δισταγμό μου, ασφάλισε και μένατην ευτυχία, τη χρόνια ικετεμένη.Ένας τροχός από χαρά και θλίψηστην ψυχή μου γυρνά. Απ’ τον ξένον άντραη φρίκη με μακραίνει· μα τα σπλάχναορμητικά στον αδερφό με σέρνουν.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Ναός του Βάκχου εδώ είναι και μανίατην ιέρεια αχαλίνωτη κυριεύει;
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
Ω άκου με! Ω δες πώς ύστερ’ από τόσονκαιρό στην ευτυχία η καρδιά μου ανοίγει,του πιο ακριβού, που έχει για μένα ακόμαο κόσμος, το κεφάλι να φιλήσω,στην αγκαλιά, που απλωνόταν στους άδειουςτους ανέμους, να σφίξω εσέ! Ω άφησέ με!Τι τόσο λαγαρή απ’ τον Παρνασσόδεν τρέχει η βρύση η αστείρευτη στους βράχουςπρος τη χρυσή πηδίζοντας κοιλάδα,όσο η χαρά αναβρύζει απ’ την καρδιά μουκι ως θάλασσα ευτυχίας με πλημμυρίζει.Ορέστη! Ορέστη! Αδερφέ μου!
ΟΡΕΣΤΗΣ
Ωραία νύμφη,
σε σένα και στα χάδια σου δε δίνωπίστη. Η Άρτεμη σεμνές ιέρειες θέλει·το ντροπιασμένο ιερό εκδικιέται.Το χέρι σου από μένα πάρε! Αν θέλειςένα νέο ν’ αγαπήσεις σώζοντάς τονκαι τη γλυκιά ευτυχία να του προσφέρεις,την καρδιά σου στο φίλο μου ας γυρίσεις,τον άξιο! Κάπου εκεί στο μονοπάτιτου βράχου τριγυρνά· πήγαινε βρες τονκαι δείξε του το δρόμο· εμέ λυπήσου!
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
Ησύχασε, αδερφέ, και γνώρισέ με!Της αδερφής την καθαρή κι ουράνιαχαρά σαν πόθο ανίερο μη τη βρίζεις!Ω πάρτε του την πλάνη απ’ τ’ άγρια μάτια,η στιγμή της χαράς της πιο μεγάληςνα μη μας κάνει δύστυχους τριπλά!Η αδερφή σου η χαμένη χρόνους είμαι.Απ’ το βωμό μ’ έχει η θεά αρπαγμένηκαι δω μ’ έχει γλιτώσει στο ιερό της.Εσύ σκλάβος, φερμένος για θυσία,στην ιέρεια απαντάς την αδερφή σου.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Δυστυχισμένη! Ας δει λοιπόν ο ήλιοςτις τελευταίες φρίκες του σπιτιού μας!Δεν είναι η Ηλέκτρα εδώ; Ν’ αφανιστείκι αυτή μαζί με μας κι έτσι η ζωή τηςγια πιο βαριά δεινά να μη μακραίνει!Ε, ιέρεια! Στο βωμό σ’ ακολουθώ.Ο φόνος του αδερφού είναι πια συνήθειααρχαία του παλιού γένους· και σας έχωχάρη, θεοί, γιατί με χάνετε άτεκνο.Κι άκου, μην αγαπάς πολύ τον ήλιο,μήτε και τ’ άστρα· έλα μαζί μου κάτωστο σκοτεινό βασίλειο! Σαν τους δράκουςτους γεννημένους σε θειαφένια βάλτα,που πολεμώντας τη γενιά τους έναςτον άλλον τρώει, χάνεται μόνο τ’ άγριογένος· μαζί μου έλα άτεκνη κι αθώα!Με σπλάχνος με κοιτάς; Μη, μη! Με τέτοιεςματιές ζητούσε η Κλυταιμνήστρα δρόμοστου γιου της την καρδιά· μα το υψωμένοχέρι του ήβρε το στήθος της. Η μάναέπεσε! — Έβγα, οργισμένο πνεύμα! Κύκλοκλείστε, Ερινύες, ολόγυρα και δέτετο ευφρόσυνο το θέαμα, το στερνό,το φριχτότερο που έχετε ετοιμάσει!Δεν της τροχίζει εκδίκηση και μίσοςτο μαχαίρι· η γλυκιά αδερφή άθελά τηςμε θυσιάζει. Μην κλαις! Δε φταις! Δεν έχωαπό παιδί άλλο τίποτε αγαπήσει,ως θα μπορούσα ν’ αγαπήσω εσένα.Σήκωσε το μαχαίρι, μη λυπάσαι,σκίσε τα στήθη αυτά κι άνοιξε δρόμοστα ποτάμια που βράζουν εδώ μέσα!(Πέφτει λιποθυμισμένος.)
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
Τόση ευτυχία και τόση συμφοράμόνη δεν τη βαστώ. Πού είσαι, Πυλάδη;Ακριβέ, τη βοήθεια σου πού νά ’βρω;(Φεύγει ψάχνοντας.)

Ιφιγένεια εν Ταύροις.Η Ιφιγένεια κρατώντας το ξόανο της θεάς Άρτεμης. Τοιχογραφία από τις Σταβίες, Villa San Marco, δωμάτιο 30, 1ου αι. μ.Χ.

Madeline Miller - Το τραγούδι του Αχιλλέα

Μετάφραση: Αναστασία Καλλιοντζή
(απόσπασμα)


Κεφάλαιο Δεκαοκτώ
Λίγες μέρες αργότερα, η Ιφιγένεια έκανε την εμφάνισή της με τη συνοδεία βλοσυρών, απόμαχων Μυκηναίων — ήταν άντρες μιας κάποιας ηλικίας, όχι πλέον κατάλληλοι για να πάρουν μέρος σε έναν πόλεμο. Καθώς το άρμα που τη μετέφερε ακούστηκε να κροταλίζει πάνω στο γεμάτο πέτρες μονοπάτι που οδηγούσε στον χώρο όπου είχαμε στρατοπεδεύσει, οι στρατιώτες βγήκαν απ’ τις σκηνές τους για να κοιτάξουν. Είχε περάσει πολύς καιρός πια από τότε που πολλοί απ’ αυτούς είχαν να δουν γυναίκα. Απόλαυσαν την καμπύλη του λαιμού της, λίγο αστράγαλο που φάνηκε φευγαλέα, τα χεράκια της που έστρωναν χαριτωμένα το κάτω μέρος του νυφικού της φορέματος. Τα καστανά της μάτια έλαμπαν από ανυπομονησία· αφού ερχόταν για να παντρευτεί τον καλύτερο των Ελλήνων.
Η γαμήλια τελετή θα λάμβανε χώρα εκεί που είχαμε στήσει την αυτοσχέδια αγορά μας, και συγκεκριμένα πάνω σε μια τετράγωνη ξύλινη εξέδρα, στο πίσω μέρος της οποίας ορθωνόταν ένας βωμός. Το άρμα πλησίασε κι άλλο, περνώντας μπροστά από τους άντρες που είχαν μαζευτεί ένα σωρό. Ο Αγαμέμνων στεκόταν πάνω σε ένα βάθρο, περιστοιχισμένος από τον Οδυσσέα και τον Διομήδη· κοντά τους βρισκόταν και ο Κάλχας. Ο Αχιλλέας περίμενε, όπως όλοι οι γαμπροί, στη δεξιά πλευρά του βάθρου.
Η Ιφιγένεια κατέβηκε με χάρη από το άρμα της και πήγε να ανέβει στο υπερυψωμένο ξύλινο πάτωμα. Ήταν πολύ νέα, ούτε δεκατεσσάρων χρόνων, και παρέπαιε ανάμεσα στην αυτοκυριαρχία που έπρεπε να δείχνει μια ιέρεια και στον παιδιάστικο ενθουσιασμό. Αγκάλιασε με θέρμη τον πατέρα της, περνώντας τα δάχτυλά της μέσα απ’ τα μαλλιά του. Κάτι του ψιθύρισε και ξέσπασε σε γέλια. Δεν μπορούσα να δω το πρόσωπό του, όμως τα χέρια του πάνω στους λεπτούς της ώμους φάνηκαν να σφίγγονται.
Ο Οδυσσέας και ο Διομήδης πλησίασαν όλο χαμόγελα και υποκλίσεις, υποβάλλοντας τον χαιρετισμό τους. Οι αντιδράσεις της ήταν ευγενικές και καταδεκτικές, αλλά και ανυπόμονες. Ήδη έψαχνε με τα μάτια να βρει τον γαμπρό που της είχαν τάξει. Τον βρήκε εύκολα, και το βλέμμα της σκάλωσε πάνω στα χρυσαφένια του μαλλιά. Αυτό που είδε την έκανε να χαμογελάσει.
Ο Αχιλλέας την είδε που τον κοίταζε και προχώρησε για να πάει κοντά της, από την άκρη της εξέδρας όπου στεκόταν μέχρι τώρα. Θα μπορούσε να την είχε αγγίξει, εκείνη ακριβώς τη στιγμή, και μάλιστα τον είδα να αρχίζει να κάνει την κίνηση να πιάσει τα λεπτεπίλεπτα δάχτυλά της, που ήταν όσο ισχνά όσο και τα όστρακα που τα είχε λειάνει η θάλασσα.
Και τότε το κορίτσι παραπάτησε. Είδα τον Αχιλλέα να κοιτάζει παραξενεμένος. Να κάνει γρήγορα, να την πιάσει πριν πέσει.
Όμως εκείνη δεν έπεσε. Κάποιος την τραβούσε προς τα πίσω, προς τον βωμό που βρισκόταν από πίσω της. Κανένας δεν είχε δει τον Διομήδη να κινείται, όμως αυτός ήταν που τώρα την έσερνε, με την τεράστια χερούκλα του πάνω στον λεπτεπίλεπτο αυχένα της, αναγκάζοντάς τη με τη δύναμή του να πέσει πάνω στην πέτρινη επιφάνεια του βωμού. Όλο αυτό της είχε έρθει εντελώς ξαφνικό, και τώρα ήταν πολύ ταραγμένη για να παλέψει να αντισταθεί, εδώ καλά καλά δεν είχε πάρει είδηση τι γινόταν. Ο Αγαμέμνων τράβηξε απότομα κάτι από τη ζώνη του. Άστραψε στον ήλιο καθώς το κούνησε.
Η λάμα του μαχαιριού έπεσε στο λαιμό της, και τότε τινάχτηκε αίμα με ορμή και πλημμύρισε τον βωμό, λερώνοντας το φόρεμά της. Εκείνη πνίγηκε, κάτι προσπάθησε να πει, δεν τα κατάφερε. Το κορμί της άρχισε να σφαδάζει και να σπαρταράει, όμως τα χέρια του βασιλιά την κρατούσαν καρφωμένη κάτω. Σιγά σιγά οι κινήσεις των χεριών της, καθώς προσπαθούσε μάταια να παλέψει, έγιναν πιο αδύναμες, τα πόδια της άρχισαν να κλοτσούν πιο αδύναμα κι αυτα· ώσπου στο τέλος έμεινε ακίνητη.
Τα χέρια του Αγαμέμνονα γυάλιζαν απ’ το αίμα. Η φωνή του έσπασε τη σιγαλιά: «Η θεά κατευνάστηκε».
Ποιος ξέρει τι θα μπορούσε να είχε συμβεί εκείνη ακριβώς τη στιγμή; Ο αέρας είχε γίνει βαρύς και πνιγηρός από τη μεταλλική, αλμυρή μυρωδιά του θανάτου της. Η ανθρωποθυσία ήταν ένα βδέλυγμα, που είχε πάψει να εφαρμόζεται στα μέρη μας προ πολλού. Πόσο μάλλον την ίδια του την κόρη. Είχαμε κυριευτεί από φρίκη και θυμό, και κρύβαμε πολλή ένταση μέσα μας.
Όμως τότε, πριν κάνουμε την παραμικρή κίνηση, κάτι, μια αίσθηση πάνω στα μάγουλά μας. Κοντοσταθήκαμε, αβέβαια, και νά σου πάλι, η αίσθηση ήρθε ξανά. Απαλή, δροσερή, με άρωμα θάλασσας. Ένα μουρμουρητό εξαπλώθηκε ανάμεσα στους άντρες. Ο άνεμος. Ξαναγύρισε ο άνεμος. Τα σαγόνια ξεσφίχτηκαν, οι μύες χαλάρωσαν. Η θεά κατευνάστηκε.
Ο Αχιλλέας έμοιαζε σαν παγωμένος, είχε μείνει καρφωμένος στη θέση του πλάι στο βάθρο. Τον πήρα απ’ το μπράτσο και τον έσπρωξα μαλακά ανάμεσα απ’ το πλήθος για να πάμε στη σκηνή μας. Τα μάτια του ήταν αγριεμένα και το πρόσωπό του ήταν γεμάτο πιτσιλιές απ’ το αίμα της. Έβρεξα ένα πανί και προσπάθησα να το καθαρίσω, αλλά μου άδραξε το χέρι. «Θα μπορούσα να τους έχω σταματήσει», είπε· το πρόσωπό του ήταν κάτωχρο· η φωνή του βραχνή. «Κοντά ήμουν. Θα μπορούσα να την έχω σώσει».
Κούνησα το κεφάλι μου αρνητικά. «Δεν μπορούσες να ξέρεις τι θα γινόταν».
Έκρυψε το πρόσωπό του μέσα στα δυο χέρια και δεν είπε λέξη. Τον αγκάλιασα και του ψέλισσα μια αδύναμη παρηγοριά.



Anselm Feuerbach - Ιφιγένεια εν Ταύροις.
  1862, Ελαιογραφία


Jean Moréas - Ιφιγένεια εν Αυλίδι
Μετάφραση: Λέαντρος Παλαμάς
(αποσπάσματα)
ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΠΡΑΞΗ

ΧΟΡΟΣ
Πιο πέρα απ’ την πατρίδα μου Χαλκίδα,Περνώντας τ’ αφρισμένο το στενό,Κάποιο καράβι μ’ έφερεν εδώΣτ’ αμμουδιασμένο τ’ ακρογιάλι κι είδαΤους ήρωες να ’χουν συντυχιά μεγάληΣτης Αυλίδας την ακροπελαγιά,Άλλοι με τα σγουρόμαυρα μαλλιάΚι άλλοι με τ’ ασπρισμένο το κεφάλι.Ένας κρατεί τα βέλη του εκεί πέρα,Τί περικεφαλαίες λαμπρές, και τίΘύσανοι π’ ανεμίζουν στον αγέρα!Απ’ τους ήρωες καθένας τους πηγαίνει—Τα ταίρια μας μάς το ’χουν διηγηθεί—Να ξαναπάρει στης Ασίας τη γηΤη Ρήγισσα, την όμορφην Ελένη,Που το βοσκό τον Πάρην είχε κάμει.Τις άσβηστες ανάβοντας φωτιές,Να την κλέψει στις ακροποταμιέςΤου Ευρώτα που φουντώνει το καλάμι.
Η καρδιά μου χτυπούσε· τη θωριά μουΤην είχε βάψει κόκκινη η ντροπή,Στης Αρτέμιδας τ’ άλσος, απ’ εκείΣαν έφερνα γοργά τα βήματά μου.Κι είδα! Των Μυκηνών τον άρχοντα είδαΜε το Μενέλαο τον αδερφό,Της Ελένης τον πρώτο τον καλό,Τον Πρωτεσίλαο και το Νέστορα είδα.Τον Οδυσσέα, τον Ιδομενέα,Το Μυριόνη, τον Πάτροκλο θωρώ,Και τον Αία, του Τελαμώνα γιο,Και τον άλλο, το γιο του Οϊλέα.Κι ακόμα, στου γιαλιού κατά τα μέρη,Στ’ άρμα κοντά να στέκει νικητής,Του Χείρονα του δικαίου μαθητής,Τον Αχιλλέα, στο δρόμο δίχως ταίρι,Που την πολεμικήν αρματωσιά τουΠίσω ζωσμένη αν έφερνε κι εμπρός,Τον κύκλο σα δοκίμαζε γοργός,Γοργός ξεπέρναγε και τ’ άλογά του!

[…]

Anselm Feuerbach - Ιφιγένεια εν Ταύροις 1871


Jean Racine -  Ιφιγένεια

Παραφρασθείσα εκ του Γαλλικού υπό: Σ. Σ. Σέρμπου
(απόσπασμα)


ΠΡΑΞΙΣ Δ΄

ΣΚΗΝΗ IV
Αγαμέμνων, Κλυταιμνήστρα, Ιφιγένεια, Αίγινα

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Ελθέ, ω κόρη· μόνην σε προσμένουσιΠατέρα αγαπώντα ευχαρίστησονΘέλει σε οδηγήσει μόνος στον βωμόν.
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
Τί βλέπω!… τί ακούω!… κλαίεις κόρη μου,Τους οφθαλμούς σου αποτρέπεις δ’ απ’ εμού!Τί ταραχή!… κι αι δύο όμως κλαίουσιΜ’ έχεις, α! συ προδώσει δείλαιε Αρκάς!
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
Πάτερ μου, μη ταράσσου· δεν σ’ επρόδωκανΣτην προσταγήν σου θέλω υπακούσ’ ευθύς·Συ είσαι της ζωής μου ο κυρίαρχοςΠάραυτα ν’ αναλάβεις αυτήν δύνασαι!Και ευπειθής κι ευδαίμων, ον μ’ υπέσχεσοΣύζυγον εδεχόμην· εις τον ΚάλχανταΟμοίως θέλω τείνει και τον τράχηλον·Θέλω σφαγεί, διότι συ προσέταξας·Θα σ’ αποδώσω αίμα όπερ μ’ έδωκας.Το ευπειθές μου σέβας όμως άξιονΑν κρίνεις άλλης αμοιβής, εάν μητρόςΣτας θλίψεις συγκινείσαι· τότε δύναμαιΤολμώ δε να σοι είπω, ότι ηδοναίΠεριεκύκλουν την ζωήν μου και τιμαί,Αίτινες ποθητήν μοι την καθίστανον·Δεν ήθελον η Μοίρα, της ζωής βραχύΤο νήμα μου να κόψει. Τ’ ΑγαμέμνονοςΕίμαι η κόρη· άρχον, σε εκάλεσαΠρώτη εγώ πατέρα· εγώ ήδυνονΠάντοτε την ζωήν σου· ευχαρίστως δεΣυ τους θεούς, δι’ όπερ γλυκύ όνομα,Τα του πατρός, απέκτας· πώς μ’ εθώπευεςΠολλάκις κι υπεχώρεις στης καρδίας σουΤας συγκινήσεις· οίμοι! σε παρότρυνονΝα μ’ ονομάζεις όσας χώρας έμελλεςΝα υποτάξεις· έλεγον, την ΊλιονΌτι θέλεις πορθήσει και τας εορτάςΑυτού σου του θριάμβου εσχεδίαζον·Ουδέποτ’ οίμοι! ήλπιζον πώς υπέρ σούΤο αίμα μου μου να χύσω πρώτον έπρεπε.Όχι πώς δειλιώσα, εις τον θάνατονΣ’ υπενθυμίζω πώς μ’ ηγάπας άλλοτεΟυδέν φοβού· ποθούσα η καρδία μουΣού την τιμήν, ουκέτι ουδεπώποτεΠατέρα θέλει καταισχύνει καθώς σε.Αν μόνον την ζωήν μου υπερήσπιζον,Ευκόλως εις την Μοίραν θα υπήκουον.Γνωρίζεις, άρχον· εκ της τύχης μου, μητρόςΗ ευτυχία εξαρτάται κι εραστού.Είς άναξ όμοιός σου εσχεδίαζεΠώς θα τελέσει σήμερον υμέναιον.Ευδαίμων ήτον, ότι νυν ο έρως τουΉθελε μ’ απολαύσει· συ επέτρεψαςΈμαθε τους σκοπούς σου· συλλογίσθητιΠώς εταράχθη· βλέπεις την μητέρα μου,Ιδέ τα δάκρυά της, συγκινήθητιΌ,τ’ είπον σύγγνωθί μοι· προσεπάθησαΤους θρήνους να προλάβω, ούς περ δι’ εμέΘέλουν θρηνήσει.
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
Κόρη, είναι αληθές,
Ούτε εγώ γνωρίζω, ποίον έγκλημαΕξόργισε το θείον, ώστε να ζητείΤοιούτον θύμα· σε ονόμασ’ ο χρησμός,Επί βωμού πώς πρέπει είπε να σφαγείς.Κι εγώ, πριν μ’ ικετεύσεις, προσεπάθησαΝα σε λυτρώσω· πώς αντέστην εννοείς,Συ, ήτις την αγάπην μοι ανέμνησας·Κι αυτήν ήδη την νύκτα, θα το έμαθεςΣην προσταγήν ανείλον ήνπερ έδωκας·Ουδόλως εθεώρουν τί συνέφερεΣτους Έλληνας· τα πάντα εθυσίασα,Κι ασφάλειαν και δόξαν μόνον υπέρ σού,Έπεμψα τον Αρκάδα, στο στρατόπεδονΌπως σας εμποδίσει, μη προσέλθητε·Αλλ’ οι θεοί τοιούτον δεν ηθέλησαν·Στας προσταγάς των μάτην δυστυχής πατήρΑντέστην· πάντ’ εκείνοι νυν διέψευσαν.Ενταύθα τί να πράξω ήδη δύναμαι;Ποίος δεσμός δεσμεύει αχαλίνωτονΛαόν, ον οι θεοί του νυν απήλλαξανΤου σεβασμού ον τρέφει προς τους βασιλείς;Η ώρα ήλθε, κόρη· υποχώρησον,Σκέφθητι ποία είσαι· δίδω συμβουλήν,Ή μόλις εμέ πείθει· θ’ αποθάνεις συ,Βίον κι εγώ θα άγω, φευ! αβίωτονΠατρός εκ τίνος είσαι δείξον θνήσκουσα.Θείον καταδικάσαν, συ καταίσχυνονΆγε· ας ίδουν, χύνοντες το αίμα μου,Οποίον ποτέ είναι, νυν οι Έλληνες.
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Το μικρόν σου γένος εν σοι δείκνυται,Τ’ Ατρέως και Θυέστου· είσαι δήμιοςΤης κόρης σου· δεν μένει ή τα μέλη τηςΝα παραθέσεις δείπνον στην μητέρα της.Το σφάγιον ην τούτο βάρβαρε λοιπόνΟ παμπονήρως τόσον προητοίμαζες;Τί δε; η φρίκη, ότι συ υπέγραφεςΕις παιδοκτόνον κι άθλιον διάταγμα,Την χείρα δεν εκράτει; και προς τί λοιπόνΠροσεποιείσο λύπην, ημών έμπροσθεν;Με δάκρυα δεικνύεις την αγάπην σου;Να πολεμείς πολέμους πολλούς έπρεπεΚαι ερυθρά να χύνεις ρείθρα αίματος,Την κόρην προστατεύων· ταύτα έπραξας;Πού είναι οι νεκροί σου, τα ερείπια;Τοιαύτα να δεικνύεις, σκληρέ! έπρεπε,Ίνα μας αποδείξεις, πώς την αγαπάς,Κι έσπευδες να την σώσεις· ο απαίσιος,Η κόρη σου προστάσσει να σφαγεί, χρησμός,Πλην υποκρύπτετ’ ίσως άλλη έννοιαΟι δίκαιοι θεοί μας μη δι’ αίματοςΑθώων και τιμώνται και ηδύνονταιΑν της Ελένης θέλωσι το έγκλημαΝα τιμωρήσουν, δύνασθε την κόρης τηςΉδη την Ερμιόνην, σεις να σφάξητε·Ας ανακτήσει ούτως ο ΜενέλαοςΤην ένοχον, πλην φίλην, αυτού σύζυγονΑλλ’ όμως συ τί πταίεις; του εγκλήματοςΠρος τί δε να σχισθώσι νυν τα σπλάχνα μουΤο αίμα μου δε ρεύσει το αγνότερον;Αλλ’ όμως πλην τί λέγω; η των ταραχώνΑιτία, η Ελένη, συνταράξασαΕυρώπην και Ασίαν, είναι άξιονΒραβείον των νικών σας; μη σ’ ευχαριστεί;Πάντας ημάς ποσάκις δεν κατήσχυνε!Πριν με τον αδελφόν σου έτι ενωθείΑυτήν εκ της οικίας ήρπασ’ ο Θησεύς.Πολλάκις και ο Κάλχας σοι ανέφερεΠώς κόρη εγεννήθη εκ του έρωτοςΑυτού του παρανόμου, ήνπερ έκρυψενΗ μήτηρ, της Ελλάδος μακράν, άγνωστονΑλλ’ όχι ότι αγαπών τον αδελφόν,Σπεύσεις να εκδικήσεις την τιμήν αυτού.Η του να βασιλεύεις δίψα άσβεστοςΗ δόξα τού να βλέπεις ήδη είκοσιΣτας τάξεις ηγεμόνας· το δικαίωμαΤης βασιλείας να ’χεις εις τα χείρας σου,Ιδού τί συ λατρεύεις κι αγαπάς σκληρέ!Στας προσταγάς ουδόλως δε ανθίστασαιΤας του χρησμού, πλην σπεύδεις, ίν’ απαίτησινΕις την αρχήν κατόπιν έχεις μείζονα.Φοβούμενος, την δόξαν μη φθονήσει τιςΚαι σοι διεκδικήσει την αρχήν ποτεΔιά του αίματός σου την εκτίεις συΠατρός είναι τοιαύτα τα καθήκοντα;Αλλ’ όταν ταύτα σκέπτομαι, παραφρονώ,Εν μέσω μέλλει πλήθους, ιερεύς σκληρόςΣτην κόρην μου να θέσει χείρα ένοχον.Τα στήθος της θα σχίσει, και ασπαίρουσανΑνερευνήσει θέλει την καρδίαν της.Εγώ δ’ ήτις την ήγον θριαμβεύουσανΚι αγαπητήν, θα φύγω μόνη, άπελπις.Θέλουν ευωδιάζει έτι αι οδοίΕκ των ανθέων όσα τη επέρριπτον.Δεν θα την φέρω στον βωμόν ή θα σφαγώ,Δεν θέλω την αφήσει, ούτ’ εκ σεβασμούΟύτε εκ φόβου· πρέπει να αρπάσωσινΕκ των αιματοφύρτων βραχιόνων μου.Πατήρ συ ανοικτίρμων, προς δε σύζυγοςΒάρβαρος της μητρός της ελθέ, χώρισον.Συ δε, ω κόρη, είσελθε, τουλάχιστονΥπάκουέ μοι έτι, διά ύστατον.



Ο Ορέστης, η Ιφιγένεια και ο Πυλάδης στη Σμίνθο της Τρωάδας.
Ρωμαϊκό ασημένιο κύπελο, περίπου 20 π.Χ. με 20 μ.Χ. Λονδίνο, Βρετανικό Μουσείο, 1960.2-1.1

Sophia de Mello - Iphigenia

Ifigénia levada em sacrifício,
Entre os agudos gritos dos que a choram,
Serenamente caminha com a luz,
E o seu rosto voltado para o vento,
Como vitória à proa dum navio,
Intacto destrói todo o desastre.

Sophia de Mello Breyner Andresen | "Antologia", pág. 103 | Círculo de Poesia Moraes Editores, 3ª. edição, 1975
https://www.escritas.org/


Θυσία Ιφιγένειας. François Perrier



A. Bertolucci - Iphigenia

Ali di colombi strepitano
nel sereno meriggio;
fra i biancospini polverosi
qualche pianta da frutto
timorosa nasconde tra le foglie
le promesse che autunno coglierà.
Sul carro che monotono la porta
in questa strana placida terra
Ifigenia pensa allo sposo e a sé…
Già s’è alzata la luna, una chiara luna
che sembra d’acqua nel grande splendore
del cielo, ed appena si vede…
La fanciulla Ifigenia
volge intorno i piccoli occhi puri,
le palpebre le scottano, le sue mani
brune si posano lievi sui capelli.
Le pare d’essere nuova,
senza ricordi, che tutto cominci ora.
A una svolta si riempie le palme
di tenere e lunghe foglie di gaggìa.

Attilio Bertolucci, da Fuochi in novembre
Nell'immagine un'opera di Meghan Howland

http://www.parcopoesia.it/

Τα ποιήματα στα οποία δεν υπάρχει αναφορά σε πηγή είναι από http://www.greek-language.gr/

Ιφιγένεια εν Ταύροις.M. Nonnenbruch, Ελαιογραφία

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ 



Το Ιφιγένεια είναι ελληνική ταινία του 1977, σε σκηνοθεσία και σενάριο Μιχάλη Κακογιάννη. Η ταινία βασισμένη στο αρχαιοελληνικό μυθολογικό πρόσωπο Ιφιγένεια, την κόρη του Αγαμέμνωνα και της Κλυταιμνήστρας, οι οποίοι διατάχτηκαν από τη θεά Άρτεμι, να τη θυσιάσουν. Και το σενάριο πρόκειται για μία διασκευή του έργου του Ευριπίδη Ιφιγένεια εν Αυλίδι. Αυτή, δεν ήταν η πρώτη φορά που ο σκηνοθέτης δημιούργησε μία ταινία βασισμένη σε αρχαιοελληνική τραγωδία (Ηλέκτρα (1962), Τρωάδες (1971)). Στην ταινία πρωταγωνιστούν οι Τατιάνα Παπαμόσχου, Ειρήνη Παππά και Κώστας Καζάκος.
Η ταινία υπήρξε υποψήφια για Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας, χωρίς να το κερδίσει. Επίσης, υπήρξε υποψήφια και για τον Χρυσό Φοίνικα, στο Φεστιβάλ Καννών του 1977, χωρίς όμως να κερδίσει ούτε αυτό. Ωστόσο, βραβεύθηκε με το Belgian Femina Award και στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, βραβεύθηκε ως η Καλύτερη Ταινία, ενώ στον ίδιο διαγωνισμό, η Παπαμόσχου κέρδισε και το Βραβείο Α' Γυναικείου Ρόλου. Σκηνοθεσία: Μιχάλης Κακογιάννης Παραγωγή: Μιχάλης Κακογιάννης Σενάριο: Μιχάλης Κακογιάννης Ιστορία: Ευριπίδη Βασισμένο σε: Ιφιγένεια εν Αυλίδι
Σκηνογραφία: Διονύσης Φωτόπουλος
Πρωταγωνιστές: Τατιάνα Παπαμόσχου, Ειρήνη Παππά, Κώστας Καζάκος, Κώστας Καρράς, Πάνος Μιχαλόπουλος Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης Φωτογραφία: Γιώργος Αρβανίτης
Μοντάζ: Τάκης Γιαννόπουλος, Μιχάλης Κακογιάννης


Ιφιγένεια εν Ταύροις.Σκηνή από την τραγωδία του Ευριπίδη "Ιφιγένεια εν Ταύροις", τοιχογραφία από την Οικία της Εκατονταετηρίδας, Πομπηία, IX 8,3-6



Ευγένιος Σπαθάρης - Αρχαίο θέατρο Μίεζας Ιφιγένεια εν Αυλίδι

Ορέστης και Ιφιγένεια.Ρωμαϊκή σαρκοφάγος. Δεξιά ο Ορέστης δολοφονεί την Κλυταιμνήστρα και τον Αίγισθο. Στο κέντρο ο Ορέστης καταδιώκεται από τις Ερινύες, ενώ υποστηρίζεται από τον Πυλάδη. Αριστερά οι δύο νέοι δέσμιοι οδηγούνται στο βωμό όπου βρίσκεται η Ιφιγένεια Munich Staatliche Glyptothek 363


ΜΟΥΣΙΚΗ 


Cristoph Willibald Gluck's "Iphigénie en Aulide"


GLUCK IPHIGENIE EN TAURIDE MINKOWSKI





Ο Ορέστης στην Ταυρίδα.Eρυθρόμορφος ελικωτός κρατήρας από την Απουλία. Αποδίδεται στον Ζωγράφο της Ιλίου Πέρσεως, περίπου 370-360 π.Χ. Ο Ορέστης κάθεται στο βωμό περιμένοντας τον εξαγνισμό από την Ιφιγένεια. Από ψηλά παρακολουθεί η Άρτεμη. Νεάπολη, Museo Nazionale Archeologico, 82113.


Οι πίνακες και τα υπόλοιπα έργα  Τέχνης είναι από http://www.greek-language.gr/











Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου