Τετάρτη 21 Νοεμβρίου 2018

Αντρέ Μαλρώ ( 3 Νοεμβρίου 1901 - 23 Νοεμβρίου 1976 )

Ο Αντρέ Μαλρώ (André Malraux, 3 Νοεμβρίου 1901 - 23 Νοεμβρίου 1976) ήταν Γάλλος συγγραφέας και πολιτικός.
Γεννήθηκε το 1901 στο Παρίσι. Γόνος αστικής οικογενείας, είχε την ευκαιρία να σπουδάσει στη Σχολή Ανατολικών Γλωσσών και έγινε γνωστός το 1921 με το αλληγορικό του διήγημα "Χάρτινα φεγγάρια". Κατά τη συμμετοχή σου σε αρχαιολογική αποστολή στην Ινδοκίνα συνελήφθη από την κυβέρνηση των Πνομ Πεν με την κατηγορία της παράνομης διακίνησης αρχαίων
Έγραψε τον "Πειρασμό της Δύσης" (1926) και αργότερα "Το αλλόκοτο βασίλειο" (1928), τους "Κατακτητές" (1928), τη "Βασιλική οδό" (1930), και την "Ανθρώπινη μοίρα" (1930) που τιμήθηκε με το βραβείο Γκονκούρ.
Στον μεσοπόλεμο ήταν ένθερμος υποστηρικτής του Τρότσκι. Υποστηρίζεται μάλιστα ότι είχε καταστρώσει σχέδιο για την διάσωση του από την εξορία όπου τον είχε στείλει ο Στάλιν. Το σχετικό αποδεικτικό υλικό κατέστρεψε ο εκδότης Γκαλιμάρ λίγο πριν τη γερμανική επέλαση στο Παρίσι. Συμμετείχε στον ισπανικό εμφύλιο στο πλευρό των δημοκρατικών με τις Διεθνείς Ταξιαρχίες. Κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου πολέμου υπήρξε ενεργό μέλος της Γαλλικής Αντίστασης. Μετά το πέρας του πολέμου ασχολήθηκε κυρίως με την ιστορία της τέχνης και ακολούθησε πολιτικά τον στρατηγό Ντε Γκώλ, ο οποίος του εμπιστεύτηκε το Υπουργείο Πολιτιστικών Υποθέσεων από το 1958 μέχρι τον Μάη του 1968. Πέθανε στις 23 Νοεμβρίου 1976 στο Κρετέιγ.

Έργα μεταφρασμένα στα ελληνικά

La Tentation de l'Occident (Ο πειρασμός της Δύσης, 1926) :
"Εξάντας", 1987
Γιάννης Στρίγκος ("Καστανιώτης", 2001)
Les Conquérants (Οι κατακτητές, 1928) :
Ε.Παπαγκίκα ("Οδυσσέας", 1980)
"Καστανιώτης", 1999
La Voie royale (Η βασιλική οδός, 1930)
Γιώργος Παπακυριάκης ("Καστανιώτης", 2000)
Νίκος Βώκος ("Φέξης", 1960)
La Condition humaine (Η ανθρώπινη μοίρα, 1933) :
Γιάννης Λάμψας, ("Εκδόσεις των Φίλων", 1963, 1980, 2004)
Γιάννης Λάμψας, ("Εξάντας", 2005)
Carnet d'URSS (Σημειωματάριο από την Ε.Σ.Σ.Δ. 1934), Έφη Πυρπάσου, ("Εκδόσεις Πατάκη", 2009)
Le Temps du mépris (Χρόνια καταφρόνιας, 1935), Αρης Νικολετόπουλος ("Γκοβόστης", 1987)
"L'Espoir" (Η ελπίδα, 1937) :
Αλίκη Βρανά, ("Άγκυρα", 1973)
Γιώργος Σπανός ("Εξάντας", 1989)
Esquisse d'une psychologie du cinéma (Σχεδίασμα μιας ψυχολογίας του κινηματογράφου, 1946), Αλέξης Ζήρας ("Ύψιλον", 1997)
Le Musée Imaginaire (Το φανταστικό μουσείο, 1947), Νίκος Ηλιάδης ("Πλέθρον, 2007)
Lazare (Λάζαρος, 1974) :
Κατερίνα Καλατζάκου ("Ρόπτρον", 1991)
"Ύψιλον", 1991



Η ιστορική του ομιλία στην Πνύκα το 1959 

Ο Αντρέ Μαλρώ, ως υπουργός πολιτισμού του στρατηγού Ντε Γκώλ, είχε εκφωνήσει έναν εμβληματικό λόγο με αφορμή την πρώτη φωταγώγηση της Ακρόπολης το 1959.

«Για άλλη μια φορά, η ελληνική νύχτα μας αποκαλύπτει τους αστερισμούς που κοιτούσε ο φρουρός του Άργους καθώς περίμενε το σήμα για την πτώση της Τροίας, ο Σοφοκλής όταν έγραφε την Αντιγόνη — και ο Περικλής όταν σιγούσαν τα εργοτάξια του Παρθενώνα. 

Για πρώτη φορά όμως ξεπροβάλλει μπροστά μας, μέσα από τούτη τη χιλιόχρονη νύχτα, το σύμβολο της Δύσης. Σε λίγο όλα αυτά θα είναι καθημερινό θέαμα, ενώ η νύχτα αυτή δεν θα ξανάρθει ποτέ. Μπροστά στο πνεύμα σου που αποσπάστηκε από τη νύχτα της γης, χαιρέτισε, λαέ της Αθήνας, την άσβεστη φωνή που υψώθηκε εδώ κι από τότε στοιχειώνει τη μνήμη των ανθρώπων:

Όλα τα πράγματα είναι προορισμένα να παρακμάσουν, μακάρι όμως να μπορούσατε να πείτε για μας, μελλοντικοί αιώνες, ότι φτιάξαμε την πιο ξακουστή και την πιο ευτυχισμένη πόλη του κόσμου…

Αυτή η έκκληση του Περικλή θα ήταν ακατανόητη στη μεθυσμένη από αιωνιότητα Ανατολή που απειλούσε την Ελλάδα. Και στη Σπάρτη ακόμα, κανείς δεν είχε, ως τότε, απευθυνθεί στο μέλλον. Πολλοί αιώνες την άκουσαν, αλλά απόψε τα λόγια του θα ακουστούν από την Αμερική ως την Ιαπωνία. Ο πρώτος παγκόσμιος πολιτισμός άρχισε.

Μέσω αυτού του πολιτισμού και προς δόξαν του φωταγωγείται η Ακρόπολη, η οποία καλείται να απαντήσει σε ερωτήματα που κανείς άλλος πολιτισμός δεν έθεσε.

Το πνεύμα της Ελλάδας εμφανίστηκε αρκετές φορές στον κόσμο, δεν ήταν όμως πάντοτε το ίδιο. Ήταν λαμπρό στην Αναγέννηση, πόσο μάλλον που η Αναγέννηση πολύ λίγο γνώριζε την Ασία· είναι λαμπρό και συνταρακτικό σήμερα, που γνωρίζουμε την Ασία. Σε λίγο καιρό, θεάματα όπως αυτό θα ζωντανέψουν τα μνημεία της Αιγύπτου και της Ινδίας, θα δώσουν φωνή στα φαντάσματα όλων των στοιχειωμένων τόπων.Η Ακρόπολη όμως είναι ο μοναδικός τόπος του κόσμου που κατοικείται ταυτόχρονα από το πνεύμα και από το θάρρος.Απέναντι στην αρχαία Ανατολή, ξέρουμε σήμερα ότι η Ελλάδα δημιούργησε έναν τύπο ανθρώπου που δεν είχε υπάρξει ποτέ ως τότε.

Η δόξα του Περικλή —του ανθρώπου αλλά και του μύθου που συνδέεται με το όνομά του— είναι ότι υπήρξε ο μεγαλύτερος υπηρέτης της πόλης και ταυτόχρονα φιλόσοφος και καλλιτέχνης· ο Αισχύλος και ο Σοφοκλής δεν θα μας συγκινούσαν με τον ίδιο τρόπο αν δεν ξέραμε ότι ήταν πολεμιστές.

Για τον κόσμο η Ελλάδα είναι πάντα η σκεπτόμενη Αθηνά που ακουμπάει στο δόρυ της. Και ποτέ πριν από αυτήν η τέχνη δεν είχε συνενώσει το δόρυ με τη σκέψη.

Δεν θα πάψουμε ποτέ να το διακηρύσσουμε: ό,τι σημαίνει για μας η τόσο συγκεχυμένη λέξη παιδεία —το σύνολο των έργων της τέχνης και του πνεύματος— η Ελλάδα το μετέτρεψε, προς δόξαν της, σε μείζον μέσον διαπαιδαγώγησης του ανθρώπου.

Είναι ο πρώτος πολιτισμός χωρίς ιερό βιβλίο, όπου η λέξη ευφυΐα σήμαινε να θέτεις ερωτήματα. Ερωτήματα που έμελλε να γεννήσουν την κατάκτηση του κόσμου από το πνεύμα, της μοίρας από την τραγωδία, του θείου από την τέχνη και τον άνθρωπο.

Σε λίγο, η αρχαία Ελλάδα θα σας πει:

Αναζήτησα την αλήθεια και βρήκα τη δικαιοσύνη και την ελευθερία.

Επινόησα την ανεξαρτησία της τέχνης και του πνεύματος.

Αναβίβασα τον άνθρωπο και τον έθεσα αντιμέτωπο με τους θεούς του, τον άνθρωπο που είχε σκύψει το κεφάλι παντού εδώ και τέσσερις χιλιετίες.

Και την ίδια στιγμή τον έβαλα να αναμετρηθεί με τον δυνάστη».

Είναι μια γλώσσα απλή αλλά αθάνατη που την ακούμε ακόμα. Αυτή η γλώσσα ξεχάστηκε για πολλούς αιώνες και απειλήθηκε κάθε φορά που την ξανάβρισκαν οι άνθρωποι.

Ίσως ποτέ να μην ήταν πιο αναγκαία.

Το μείζον πολιτικό πρόβλημα της εποχής μας είναι να συμφιλιώσουμε την κοινωνική δικαιοσύνη με την ελευθερία· το μείζον πνευματικό πρόβλημα, να κάνουμε τα μεγάλα έργα προσιτά σε όσο γίνεται μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων.

Και ο σημερινός πολιτισμός, όπως εκείνος της αρχαίας Ελλάδας, είναι ένας πολιτισμός που θέτει ερωτήματα. Δεν βρήκε όμως ακόμα τον υποδειγματικό τύπο ανθρώπου, έστω εφήμερο ή ιδεατό, και χωρίς αυτόν κανένας πολιτισμός δεν παίρνει σαφή μορφή.

Οι αμφιταλαντευόμενοι κολοσσοί που κυριαρχούν στον κόσμο μας φαίνονται πως μόλις υποψιάζονται ότι ο σπουδαιότερος στόχος ενός μεγάλου πολιτισμού δεν είναι μόνο η δύναμη, αλλά και μια ξεκάθαρη συνείδηση του τι περιμένει ο πολιτισμός από τον άνθρωπο, η ανίκητη ψυχή της Αθήνας που, έστω και υποταγμένη, καταδίωκε τον Αλέξανδρο στις ερήμους της Ασίας: "Πόσος μόχθος, Αθηναίοι, για να αξίζουμε τον έπαινό σας!".

Ο σημερινός άνθρωπος ανήκει σε όλους εκείνους που θα προσπαθήσουν μαζί να τον δημιουργήσουν· το πνεύμα δεν γνωρίζει μικρά έθνη, γνωρίζει μόνο αδελφά έθνη.

Η Ελλάδα, όπως και η Γαλλία, δεν ήταν ποτέ τόσο μεγάλη για όλους τους ανθρώπους, και μια κρυφή Ελλάδα υπάρχει στην καρδιά όλων των ανθρώπων της Δύσης. (σσ αυτούσια την φράση χρησημοποίησε ο Εμανουέλ Μακρόν εχθές). Παλιά έθνη του πνεύματος, το θέμα δεν είναι να επαναπαυθούμε στο παρελθόν μας, αλλά να επινοήσουμε το μέλλον που το παρελθόν απαιτεί από μας.

Στο κατώφλι της εποχής του ατόμου, για μια ακόμα φορά, ο άνθρωπος χρειάζεται να διαπαιδαγωγηθεί από το πνεύμα.

Και ολόκληρη η νεολαία της Δύσης χρειάζεται να θυμάται πως, όταν συνέβη αυτό για πρώτη φορά, ο άνθρωπος έθεσε στην υπηρεσία του πνεύματος τα δόρατα που αναχαίτισαν τον Ξέρξη.

Στους εκπροσώπους της γαλλικής νεολαίας που με ρώτησαν ποιο θα μπορούσε να είναι το σύνθημά της, απάντησα: "Παιδεία και θάρρος". Εύχομαι αυτό το σύνθημα, που το δανείστηκα απ’ τους Έλληνες, να γίνει κοινό για τους δύο λαούς μας.

Και αυτή την ώρα όπου η Ελλάδα αναζητεί τη μοίρα της και την αλήθεια της, σε σας, περισσότερο από μένα, εναπόκειται να το δώσετε στον κόσμο.

Γιατί η παιδεία δεν κληρονομείται, κατακτάται. Και κατακτάται με πολλούς τρόπους, που ο καθένας τους ταιριάζει σε όσους τον επινόησαν.

Από δω και πέρα στους λαούς θα απευθύνεται η γλώσσα της Ελλάδας. Αυτή την εβδομάδα την εικόνα της Ακρόπολης θα τη δουν περισσότεροι θεατές από όσους την είδαν μέσα σε δύο χιλιάδες χρόνια. Αυτά τα εκατομμύρια ανθρώπων δεν θα ακούσουν τη γλώσσα που άκουγαν οι αρχιερείς της Ρώμης ή οι άρχοντες των Βερσαλλιών· και ίσως να μην την ακούσουν καθόλου, εκτός και αν ο ελληνικός λαός αναγνωρίσει σ’ αυτήν τη βαθύτερη συνέχειά του — αν οι μεγάλες νεκρές πόλεις αντηχήσουν από τη φωνή του ζωντανού έθνους.

Μιλώ για το ζωντανό ελληνικό έθνος, για τον λαό στον οποίο απευθύνεται η ακρόπολη πριν απευθυνθεί σε όλους τους άλλους, που αφιερώνει όμως στο μέλλον του όλες τις ενσαρκώσεις του πνεύματός της που φώτισαν διαδοχικά τη Δύση: τον προμηθεϊκό κόσμο των Δελφών και τον ολύμπιο κόσμο της Αθήνας, τον χριστιανικό κόσμο του Βυζαντίου — τέλος, μέσα σε τόσα χρόνια φανατισμού, τον μοναδικό φανατισμό της ελευθερίας.

Ο λαός ωστόσο «που αγαπάει τη ζωή ακόμα κι όταν γίνεται οδύνη», είναι ταυτόχρονα εκείνος που έψαλλε στην Αγία Σοφιά κι εκείνος που άκουγε με δέος την κραυγή του Οιδίποδα στους πρόποδες αυτού του λόφου, κραυγή που επρόκειτο να διαπεράσει τους αιώνες.
Λαός της ελευθερίας, είναι εκείνος για τον οποίο η αντίσταση είναι παράδοση αιώνων, εκείνος του οποίου η νεώτερη ιστορία είναι ένας ανεξάντλητος αγώνας για την Ανεξαρτησία — ο μόνος λαός που γιορτάζει την επέτειο του ΟΧΙ. Αυτό το ΟΧΙ ήταν το ΟΧΙ του Μεσολογγίου, το ΟΧΙ του Σολωμού.

Σε μας είναι το ΟΧΙ του στρατηγού Ντε Γκωλ, και το δικό μας. Ο κόσμος δεν ξέχασε ότι οι πρώτοι που το πρόφεραν ήταν η Αντιγόνη και ο Προμηθέας.

Όταν οι νεκροί της πρόσφατης ελληνικής Αντίστασης έπεφταν στο έδαφος όπου επρόκειτο να περάσουν την πρώτη νύχτα του θανάτου τους, έπεφταν σ’ ένα χώμα που είχε γεννήσει την πιο ευγενική και την πιο παλιά ανθρώπινη πρόκληση, κάτω από τα άστρα που μας κοιτάζουν απόψε, τα άστρα που ξενύχτησαν τους νεκρούς της Σαλαμίνας.

Μάθαμε την ίδια αλήθεια μέσα από το ίδιο αίμα που χύθηκε για την ίδια υπόθεση, την εποχή που Έλληνες και ελεύθεροι Γάλλοι πολεμούσαν πλάι πλάι στη μάχη της Αιγύπτου, την εποχή που οι άνδρες μου στο αντάρτικο έκαναν με τα μαντίλια τους ελληνικές σημαιούλες για να τιμήσουν τις νίκες σας, την εποχή που στα χωριά των βουνών σας χτυπούσαν τις καμπάνες για την απελευθέρωση του Παρισιού.

Ανάμεσα σε όλες τις αξίες του πνεύματος, οι πιο γόνιμες είναι εκείνες που γεννιούνται από την επικοινωνία και το θάρρος.

Είναι γραμμένο σε κάθε πέτρα της Ακρόπολης. "Ω ξειν’ αγγελειν Λακεδαιμονιοις οτι τηδε κειμεθα τοις κεινων ρημασι πειθομενοι…".

Φώτα της αποψινής νύχτας, πηγαίνετε να πείτε στον κόσμο ότι οι Θερμοπύλες καλούν τη Σαλαμίνα και τελειώνουν στην Ακρόπολη — με την προϋπόθεση ότι δεν τις ξεχνούμε!

Και είθε ο κόσμος να μην ξεχάσει, κάτω από τα Παναθήναια, την επιβλητική πομπή των αλλοτινών και των πρόσφατων νεκρών, που φυλάνε αγέρωχα σκοπιά και υψώνουν προς εμάς το σιωπηρό τους μήνυμα, ενωμένο, για πρώτη φορά, με την παλιά μαγική ωδή της Ανατολής: «Και αν αυτή η νύχτα είναι της μοίρας — ευλογημένη να είναι, ώσπου να φανεί η αυγή!»
Αθήνα, 28 Μαΐου 1959
(Πηγή Γαλλικό Ινστιτούτο, μετάφραση Βάσω Μέντζου)



ΒΙΒΛΙΑ ( επιλογή ) 


Σημειωματάριο από την Ε.Σ.Σ.Δ. 1934

Τα σημειωματάρια ανήκουν σε κάποιο λογοτεχνικό είδος; Μέσα από τις σημειώσεις τους μπορεί ν' ανακαλύψει κανείς ξανά τον Φλομπέρ, τον Προυστ, τον Τζέιμς. Η εντύπωση της στιγμής, η εκκολαπτόμενη ιδέα, μια εικόνα που σβήνει, ένας λόγος που συνέλαβε η ακοή για να μεταμορφώσει στη συνέχεια η γραφή, πρόσωπα ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό, ένα έργο που θα μπορούσε να υπάρξει, το σημειωματάριο είναι για το μυθιστόρημα ό,τι το σκίτσο για τον ζωγραφικό πίνακα ή, ενίοτε, ό,τι το ασυνείδητο για το συνειδητό, ένας κόσμος που ζητά να γεννηθεί. Συχνά χρησιμοποιήθηκε από τους ταξιδιώτες, που αντικατέστησαν μ' αυτό τη φωτογραφία, σαν μια σειρά λεκτικών ενσταντανέ. Η επιθυμία για τη σύλληψη του ασύλληπτου σ' έναν κόσμο που διαρκώς κινείται είναι έντονη.
Ο Μαλρό καταγράφει στο σημειωματάριό του αυτά που βλέπει και αφηρημένες σκέψεις, όχι τα συναισθήματά του και τις πράξεις του. Τίποτα ενδόμυχο ή ναρκισσιστικό δεν υπάρχει σ' αυτό εκπληκτικό ντοκουμέντο για μια επίσης εκπληκτική εποχή...

Το φανταστικό μουσείο

Αν τα αγάλματα έβρισκαν και πάλι την πρώτη τους ψυχή, τότε από τα μουσεία μας θα υψωνόταν η πιο πελώρια προσευχή που θα είχε ακούσει ποτέ η γη. Αν νιώθαμε τα συναισθήματα που είχαν νιώσει οι πρώτοι θεατές ενός αιγυπτιακού Ομοιώματος ή ενός ρομαντικού Εσταυρωμένου, δεν θα μπορούσαμε να τα αφήσουμε στο Λούβρο. Ξέρουμε ότι η μεταμόρφωση συμπαρέσυρε κάθε ιερή τέχνη, κάθε έργο θρησκευτικής πίστης· ότι για τον χριστιανό Σεζάν ένας ρομαντικός Εσταυρωμένος είναι γλυπτό κι όχι ο Χριστός, η "Παρθένος" του Τσιμαμπούε είναι πίνακας κι όχι η Παρθένος Μαρία· ότι για κανέναν δεν είναι Ομοιώματα τα αγάλματα των Φαραώ. Από τους θεούς των Σουμερίων μέχρι τους δικούς μας αγγέλους και τους δικούς μας αγίους, όλες αυτές οι τέχνες εξέφρασαν έναν κόσμο που υπήρχε πιο πολύ κι από τον γήινο κόσμο, επειδή ήταν ο κόσμος της αιωνιότητας. Τα έργα τους έκαναν τις αίθουσες των μουσείων να ερημώσουν -όχι όμως και τις αίθουσες εκείνες όπου η Φλερεντία και η Ρώμη είχαν πιστέψει ότι το πνεύμα τους βρισκόταν σε διάλογο με την Αρχαιότητα. Η Ιταλία μας δίνει την εντύπωση ότι η αναβίωση του Μύθου, πρώτα-πρώτα της Αφροδίτης, της επέτρεψε να ζωγραφίζει κάτι που δεν υπάρχει για κανέναν, να του δίνει μέσω της τέχνης μια αξία ισότιμη με εκείνη των λατρευτικών μορφών, κι έπειτα να ζωγραφίζει τους ανθρώπους, τους αγίους, την Παρθένο Μαρία, τον Χρίστο, μέχρι και τα τοπία, σαν τις εικόνες ενός μη πραγματικού γεμάτου αίγλη. Μπροστά της μοιάζει να σταματά η μεταμόρφωση, δίνοντας τη θέση της στην πιο απλή κληρονομιά. Αν όμως η Αθήνα δεν είχε ποτέ φιλοξενήσει τόσους τουρίστες, σήμερα η δική μας εκλεκτή Ελλάδα τελειώνει με τον Παρθενώνα -εκεί που ξεκινούσε χθες η εκλεκτή Ελλάδα της Ευρώπης.

"Η ζωγραφική είναι μια ποίηση που τη βλέπεις"
Leonardo da Vinci 


Η ανθρώπινη μοίρα


Το 1933 κυκλοφορεί το αριστούργημα του Αντρέ Μαρλό, "Η ανθρώπινη μοίρα" (Βραβείο Γκονκούρ), όπου μέσα από μια περίπλοκη δράση, πλούσια σε τραγικές καταστάσεις, αναδύονται τα μεγάλα προβλήματα που βασανίζουν τη συνείδηση του σύγχρονου ανθρώπου: ηθική και πολιτική ενώπιον ζωής και θανάτου. Η δράση του μυθιστορήματος εκτυλίσσεται στη Σαγκάη το 1928, κατά την αντιπαράθεση των κομμουνιστών με τον Τσανγκ-Κάι Σεκ, και οι διάφοροι πρωταγωνιστές της ιστορίας, συμβολικοί μα ανθρώπινοι, εκφράζουν ο καθένας μια στάση διαφορετική απέναντι σε αυτά τα προβλήματα.




Ο Πειρασμός της Δύσης 

Μυστηριώδης, κλειστή και παραγνωρισμένη για πολλούς αιώνες, η Κίνα είδε κάποια στιγμή να καταφτάνουν οι «ξένοι διάβολοι», που είτε ήθελαν να ανοίξουν εμπορικές συναλλαγές μαζί της είτε ήθελαν να την προσηλυτίσουν. Με τους εμπόρους, τους ιεραπόστολους και τους ταξιδιώτες που την επισκέπτονταν από περιέργεια, ο Δυτικός τρόπος σκέψης άρχισε σιγά-σιγά να εισχωρεί στην Κίνα. Τι όμως μπορεί να της προσφέρει ο Δυτικός πολιτισμός, ο τόσο πρόσφατος σε σχέση με την πανάρχαιη σοφία της; Και μπροστά σε ποιον πειρασμό βάζει η Κίνα, με τη σειρά της, τον Δυτικό κόσμο; 
Μέσα από μια επιστολική μορφή ο Μαλρώ αναλύει με αξιοθαύμαστη δεξιοτεχνία τις διαφορές Ανατολής και Δύσης ξεκινώντας με τον «Πειρασμό της Δύσης» την τριλογία που θα τον κάνει διάσημο και που θα ολοκληρωθεί με τα μυθιστορήματα «Οι κατακτητές» και «Η βασιλική οδός». 
(ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ)  https://www.politeianet.gr/


Η ελπίδα 

Όσο το διάσελο πλησίαζε στο Λινάρες, ο δρόμος γινόταν πιο φαρδύς. Οι χωριάτες βάδιζαν γύρω από τα φορεία. Οι μαυροντυμένες γυναίκες, με τη μπόλια στο κεφάλι και το καλαθάκι στο μπράτσο, στριφογύριζαν, πολυάσχολες πάντα... Οι άντρες, αυτοί ακολουθούσαν τα φορεία, χωρίς ποτέ να τα προσπεράσουν. Προχωρούσαν στην ίδια γραμμή, ευθυτενείς, όπως όλοι όσοι έχουν κουβαλήσει κάποιο βάρος στον ώμο. Σε κάθε αλλαγή βάρδιας, οι καινούριοι μεταφορείς άφηναν το άκαμπτο βάδισμά τους κι έκαναν την προσεκτική και στοργική κίνηση για να πιάσουν τα ξύλα του φορείου και ξεκινούσαν με το ε... οπ! της καθημερινής τους δουλειάς, λες και ήθελαν να κρύψουν γρήγορα αυτό που η κίνηση είχε δείξει από την καρδιά τους. Είχαν πάντα στο νου τους τις πέτρες του μονοπατιού, θέλοντας να μην τραντάξουν τα φορεία, προχωρούσαν βήμα-βήμα, ένα βήμα κανονικό, που αργοπόρευε σε κάθε κλίση του εδάφους. Και ο ρυθμός αυτός, ταιριασμένος με τον πόνο, σε τούτο τον ατέλειωτο δρόμο, φαινόταν σαν να γέμιζε το απέραντο διάσελο όπου, ψηλά, κρώζαν τα ύστατα πουλιά, όπως θα τον γέμιζε το αργό, πομπικό χτύπημα των τυμπάνων ενός πένθιμου εμβατηρίου. Κι όμως, δεν ήταν ο θάνατος που εκείνη τη στιγμή ταίριαζε με τα βουνά· ήταν η θέληση των ανθρώπων... Κι αυτή η πορεία των μαυροντυμένων χωρικών, των γυναικών με τα μαλλιά κρυμμένα κάτω απ' τα προαιώνια τσεμπέρια τους, δεν ακολουθούσε απλώς τους λαβωμένους, κατηφόριζε σ' έναν απέριττο Θρίαμβο... (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)









Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου