Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2016

ΓΙΟΛΑ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ - ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ "Πεταλούδες "




«Λατρεύω τις πεταλούδες. Με μαγεύουν
τα εκπληκτικά χρώματά τους,
οι θεσπέσιες κινήσεις τους,
το ανάλαφρο πέταγμά τους.
Είναι τόσο τρυφερές και τόσο αθόρυβες.
Σαν κινούμενα, διάστικτα ροδοπέταλα.
Σαν πολύχρωμες, πολύμορφες χιονονιφάδες.
Και μοιάζουν τόσο ευτυχισμένες…»
σου είπα – κάποια νύχτα – .
Θυμάσαι;


Τα μάτια σου μου χαμογέλασαν.
Κι εγώ συνέχισα:
«Όταν ήμουν κοριτσάκι,
έβγαινα στον κήπο του πατρικού μου σπιτιού
αναζητώντας πεταλούδες.
Ακόμα θυμάμαι τη χαρά μου,
όταν έβλεπα κάποια πεταλούδα
να πετάει και – ξαφνικά –
να σταματάει και να ξαποσταίνει
πάνω σε κάποιο λουλούδι.
Την πλησίαζα – αθόρυβα – ,
για να μη την ταράξω,
και άπλωνα το χεράκι μου, για να την πιάσω.
Την ήθελα δική μου.
Μόνο δική μου.
Να είναι κοντά μου.
Να ζει στο δωμάτιό μου.
Να παίζει με τα παιχνίδια μου.
Να διασκεδάζει τις κούκλες μου.
Να αποκοιμιέται στο μαξιλάρι μου. 
Δεν ήξερα πως, για να ζήσει, έπρεπε
να βρίσκεται μέσα σε κήπους,
να τρέφεται από το νέκταρ των λουλουδιών.
Δεν φανταζόμουν πως
δεν άντεχε τη σκλαβιά…
Δεν καταλάβαινα πως,
για να την κατακτήσω, έπρεπε
να την πονέσω και – τελικά – να την πεθάνω
κλείνοντάς την μέσα σε κάποιο βιβλίο
(όπως έκλεινα φύλλα ή λουλούδια,
για να τα αποξηράνω)
Την έπιανα
κι έτσι όπως την κρατούσα – αιχμάλωτη –
πιέζοντας τα φτερά της
με τον δείκτη και τον αντίχειρα
της μικρής μου παλάμης
την ένοιωθα να τρέμει από φόβο.

Είχα την αίσθηση
πως με ικέτευε να την αφήσω.
Και τότε την άφηνα.
Εκείνη συνέχιζε να πετά.
Ανάλαφρη, ελεύθερη, ευτυχισμένη.
Κι εγώ επέστρεφα στο παιδικό μου δωμάτιο
έχοντας ακόμα
– στον δείκτη και τον αντίχειρα
της μικρής μου παλάμης –
τα ίχνη της…
Μια αδιόρατη χρυσόσκονη
από τα φτερά της.
Σαν γύρη…».

Αυτά σου είπα – εκείνη τη νύχτα – .
Θυμάσαι;
Όταν σώπασα, μ’ έσφιξες επάνω σου.
Το σώμα μου έλαμψε
από τη χρυσόσκονη των χαδιών σου.
Και τότε – σαν σε όνειρο –
σ’ άκουσα να μου λες:
«Υπάρχουν, μικρή μου,
κάποιες πεταλούδες – σπάνιο είδος – ,
που ζουν ελάχιστες ώρες…
Γεννιούνται το πρωί,
ζευγαρώνουν κατά τις έντεκα
και πεθαίνουν το απομεσήμερο…».

Όταν ξύπνησα – τα χαράματα – ,
δεν ήσουν πλάι μου.
Στο βαζάκι του κομοδίνου μου
βρήκα γιασεμιά
περασμένα σε πευκοβελόνες.
Και μια κάρτα σου.
Μου είχες γράψει «Σ’ Αγαπώ»
και μου είχες ζωγραφίσει μια μικρή πεταλούδα.
Σηκώθηκα από το κρεβάτι και βγήκα στη βεράντα.
Σε είδα να ποτίζεις τα γιασεμιά του κήπου μας.
Δεν σου μίλησα.
Μονάχα σκέφθηκα:
«Μακάρι να ήμουν πεταλούδα…
Θα γεννιόμουν – σήμερα το πρωί –
αντικρίζοντας το βαζάκι με τα γιασεμιά σου.
Θα ζευγαρώναμε – κατά τις έντεκα – .
Και θα πέθαινα από ευτυχία – το απομεσήμερο –
διαβάζοντας το “Σ’ Αγαπώ” της κάρτας σου…».




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ  : ΧΡΥΣΑ - ΑΛΚΥΟΝΗ ΤΖΟΚ 















1 σχόλιο:

  1. Γεωργία μου, Ακριβή μου Φίλη!
    Σ' ευχαριστώ μέσ' από την ψυχή μου, που γι' άλλη μία φορά με τίμησες αναρτώντας στον αξιόλογο και τόσο αγαπημένο "Homo Universalis" ένα ακόμη ποίημά μου... Ειλικρινά, με συγκίνησες!
    Ένα μεγάλο Ευχαριστώ θα ήθελα να εκφράσω και στην αγαπητή μου Χρύσα - Αλκυόνη Τζοκ για τη θαυμάσια συνοδευτική φωτογραφία...
    Με Πολλή Αγάπη!
    Γιόλα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή