Τετάρτη, 10 Φεβρουαρίου 2016

Ιστίου Τόπος,Δημιουργική Γραφή με τη Σοφία Νινιού -Ευαγγελία Μανουσάκη, «Η Αμυγδαλιά»


Περίμενα χρόνια αυτό το ταξίδι. Σαράντα χρόνια μακριά από το νησί μου δεν ήταν και λίγα. Κοριτσάκι ήμουν, όταν πήρα ένα μικρό αυτοσχέδιο σακίδιο με δύο- τρία προσωπικά αντικείμενα κι έφυγα για το Σύδνεϋ της Αυστραλίας. Η μάνα μου ήταν απαρηγόρητη. Έκλαιγε συνέχεια για τρείς μέρες και μου έδινε ευχές. Ήμουνα το μικρότερο από τα παιδιά της και την πονούσε πολύ που θα έφευγα κι εγώ τόσο μικρή από την αγκαλιά της. Επτά παιδιά είχε κάνει και τα έξι ξενιτεύτηκαν, πριν προλάβει να τα χαρεί. Μοναδική της παρηγοριά, η κόρη της η Άννα, η μόνη που θέλησε να μείνει κοντά της. Η μητέρα προσπαθούσε να την παντρέψει, αλλά η ίδια είχε διαφορετική άποψη. Πέρασε ολόκληρη τη ζωή της κλεισμένη σ’ ένα σπίτι, φροντίζοντας να μη ρημάξει η μικρή πατρική ιδιοκτησία και περιμένοντας το έμβασμα από την Αυστραλία για να ζήσει.

Αύριο τέτοια ώρα θα είμαι στην αυλή του πατρικού μου σπιτιού και θα πίνω το καφεδάκι μου με την αδελφή μου. Πώς να είναι άραγε σήμερα; Θα την αναγνωρίσω ή θα τη μπερδέψω με καμιά γειτόνισσα; Μα τι λέω; Αλλάζει το βλέμμα των ανθρώπων; Πόσο λαχταράω να κοιτάξω από μακριά το παλιό μου σπίτι και να περπατήσω στον κήπο μας καθώς θα δύει ο ήλιος και θα με χτυπάει το δροσερό αεράκι του σούρουπου. Θα είναι εκεί και θα με περιμένει και η αμυγδαλίτσα, το αγαπημένο μου δέντρο. Την φύτεψε ο πατέρας, την ημέρα που γεννήθηκα, για να με καλωσορίσει στη ζωή και το σπιτικό του. Όταν ήμουν μικρή και μόλις είχα μάθει να περπατάω, καθόμουν στο τσιμέντο και κοιτούσα τα ροζ λουλουδάκια, που την στόλιζαν. Ήταν ένα μικρό, αδύναμο δεντράκι, που με τα χρόνια θέριεψε. Κάθε άνοιξη ανταποκρινόταν στο κάλεσμα της φύσης και ομόρφαινε τον κήπο μας. Κάθε καλοκαίρι γέμιζε καρπούς κι εμείς με την παιδική μας ανεμελιά σκαρφαλώναμε για να τους κόψουμε βάζοντας στοιχήματα ποιος θα φάει τους περισσότερους. Ανήκαμε στη γενιά που ένιωσε στο πετσί της τη φτώχεια και την πείνα και κάτι τέτοιες λιχουδιές μας έδιναν τεράστια χαρά. Όταν η μητέρα είχε υλικά και όρεξη, μας έφτιαχνε και μάντολες για να μας γλυκάνει.

Στην εφηβεία μου εκεί πήρα το πρώτο φιλί από τον άντρα μου και κάτω από το αγαπημένο μου δέντρο δώσαμε όρκους αιώνιας αγάπης, χωρίς να περιμένουμε την καταιγίδα, που θα ξεσπούσε σύντομα. Η μητέρα του δεν είχε καμία διάθεση να βάλει στο καλοφτιαγμένο σπίτι της μια παρακατιανή, που τα αδέλφια της έπλεναν πιάτα στην άλλη άκρη του κόσμου. Δε λογάριαζε όμως, πως η αγάπη μας ήταν πιο δυνατή από τον εγωισμό και την έπαρση της. Ο γιός της με ζήτησε από τη μάνα μου και φύγαμε νύχτα από τα Κύθηρα. Άλλωστε, στο Σύδνεϋ οι συμπατριώτες μας είχανε δημιουργήσει ολόκληρη κοινότητα, δεν υπήρχε περίπτωση να μη βρούμε μεροκάματο. Μαζί τους κι εμείς δουλέψαμε σκληρά, φτιάξαμε τη δική μας οικογένεια και προκόψαμε. Πολλά βράδια καθόμασταν στον κήπο του σπιτιού μας και αναπολούσαμε τα παλιά. Κάθε φορά υποσχόμασταν ο ένας στον άλλο πως με την πρώτη ευκαιρία θα κάναμε ένα ταξιδάκι στην πατρίδα και πάντα το αναβάλλαμε. Οι δουλειές, οι σπουδές των παιδιών, τα εγγόνια που ήρθαν και ήθελαν φροντίδα ήταν ανασταλτικοί παράγοντες. Όμως, η πραγματική αιτία ήταν η πικρία του άντρα μου. Τον πλήγωσε η απόρριψη της οικογένειας του κι έριξε μαύρη πέτρα πίσω του. Δυστυχώς, δε ζει πια για να κάνουμε αυτό το ταξίδι.

Η αδερφή μου με υποδέχτηκε με τις τιμές που αρμόζουν σε μια βασίλισσα. Το σπίτι ήταν καινούριο, καλαίσθητο κι έλαμπε από καθαριότητα, αλλά δεν ήταν το σπίτι που είχα αφήσει πίσω μου, δεν ήταν το σπίτι μου. Ο κήπος ήταν περιποιημένος με πολύχρωμα ανθισμένα λουλούδια και ψηλά δέντρα, αλλά δεν ήταν ο κήπος των παιδικών μου χρόνων. Με παραπονιάρικο βλέμμα την κοίταξα και τη ρώτησα δειλά:

―Μα καλά, τόσο πολύ σας ενοχλούσε η αμυγδαλίτσα μου και την κόψατε;

―Ο ανηψιός μας ήθελε να φτιάξει καινούριες καλλιέργειες και αφού δεν έπιασαν, έφτιαξα κι εγώ ένα μποστάνι και φύτεψα και λίγα λουλούδια για να έχω ν’ ασχολούμαι.

―Ναι, αλλά εγώ είχα συνδέσει όλες μου τις αναμνήσεις μ’ αυτό το φυτό!

―Εδώ έφυγε όλη η ζωή μας κι εσύ νοιάζεσαι για ένα παλιοδέντρο;

Κοιτάξαμε η μια την άλλη με βουρκωμένα μάτια και δεν είπαμε ούτε λέξη!



Ιστίου Τόπος,Δημιουργική Γραφή με τη Σοφία Νινιού 

Ο διαδικτυακός αυτός τόπος δημιουργήθηκε για να φιλοξενεί τα κείμενα, που μέσω του μαθήματος της δημιουργικής γραφής, που διδάσκω, εμπνεύστηκαν και έγραψαν οι εκπαιδευόμενοι.Αφορμή στάθηκε η συνεργασία μου την Άνοιξη του 2015 με τα Κέντρα Δια Βίου Μάθησης των ΔήμωνΜοσχάτου-ΤαύρουΚαλλιθέαςΑλίμουΣτο χώρο όμως αυτό φιλοξενούνται και τα κείμενα φίλων, που εξ αποστάσεως συμβουλεύω και διδάσκω.Επέλεξα το μάθημα αυτό, γιατί πιστεύω στην απελευθερωτική του επίδραση στην ψυχή του ανθρώπου, γιατί τον εισάγει στην Τέχνη και του ανοίγει δρόμους στην έκφραση των συναισθημάτων του και στη διατύπωση της σκέψης του.
Σοφία Νινιού










1 σχόλιο: