Παρασκευή 27 Ιουλίου 2018

ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ " ΑΝΑΤΟΛΙΚΑ ΤΗΣ –Ω ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΕΣ ΑΝΤΙΦΩΝΗΣΕΙΣ " ΠΕΝΤΕ ΠΟΙΗΜΑΤΑ


Γιώργος Αλεξανδρής • Ποιήματα
ΑΝΑΤΟΛΙΚΑ ΤΗΣ –Ω
ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΕΣ ΑΝΤΙΦΩΝΗΣΕΙΣ
σχήμα 15,5 × 23 εκ., 

σσ. 205, έκδοση χαρτόδετη
I S B N 978-960-537-252-1
Απόπειρα, Αθήνα, Μάιος 2018


Αρχέ­γονη μήτρα γεν­νη­σι­μιού και λίκνο δημιουρ­γίας. Η –Ω!
Συμ­βο­λι­σμός και πραγ­μα­τι­κό­τητα. Ουτο­πία και βίωμα.
Προσ­δο­κία, κατα­φυγή, λύτρωση κι ολο­κλή­ρωση.
Κι ανα­το­λικά της, ν’ αντι­φεγ­γί­ζουν στα πάθη τους οι άνθρω­ποι,
με πρό­σωπο και ψυχή. Αλη­θι­νοί κι ανθρώ­πι­νοι.
ΦΩΣ, ΕΡΩΤΑΣ, ΩΔΗ, ΖΩΗ.
Χωρούσε τ’ όνειρο σε μια στιγμή αιω­νιό­τη­τας.
Προ­λά­βαι­ναν τη ζωή, την ομορ­φιά δια­βαί­ναν.
Ανα­το­λικά της –Ω.
Πιο κεί από τη γη.
Ίσαμε την ελευ­θε­ρία και τη σιωπή.

Ενό­τη­τες:

ΣΚΙΕΣ ΚΑΙ ΦΩΤΑ
ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ
ΣΠΟΝΔΕΣ
ΟΛΟΝΥΧΤΙΕΣ
ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΙ
ΑΘΩΟΤΗΤΕΣ
ΛΑΜΠΡΙΣΜΑΤΑ

ΠΟΙΗΜΑΤΑ 

ΣΤΗΣ ΡΟΔΙΑΣ ΤΟΝ ΙΣΚΙΟ

Στης ροδιάς τον ίσκιο,
ηρε­μούσε το νιό­φερτο καλο­καίρι
και ο τρε­λός του γιος,
σκαρ­φα­λω­μέ­νος στις μασχα­λο­δε­σιές,
όλο ν’ αναρ­ρι­χά­ται στα ψηλά,
όλο να ανι­χνεύει κάτω,
βαφό­τανε στο άλικο
και παιχνιδοσεργιανούσε.

Στης ροδιάς τον ίσκιο,
ημέ­ρευαν δύστρο­ποι θεοί
και φίλιω­ναν βαρύ­καρ­δοι
κι αψί­κο­ροι θνη­τοί,
καθώς στα μάτια σου γαλή­νευε
της Πανα­γιάς το βλέμμα
και δυο χελι­δό­νια ξέφευ­γαν
πάνω απ’ τα τσί­νορά σου.

Στης ροδιάς τον ίσκιο
εσύ­ναξα κι εγώ ,
όλα τα θάρ­ρητά μου,
και γκρέ­μισα του περ­βο­λιού το φρά­χτη
να μπούνε μέσα τα που­λιά,
τα όνειρα να φυτρώ­σουν,
να ’ρθει ξοπίσω και η ζωή,
νύμφη με τη μορφή σου

ΓΙΝΕ ΔΡΟΜΟΣ ΚΙ ΟΥΡΑΝΟΣ

Στ’ ουρα­νού τ’ αγνά­ντια,
δρό­μοι μακρι­νοί και μάτια
μυστικά καρ­τέ­ρια,
ξαφ­νια­σμένα περι­στέ­ρια.
Φτε­ρου­γί­σαν της ελιάς,
της αυγής και της χαράς.

Στ’ ουρα­νού το γύρο
άνθη λεμο­νιάς και μύρο,
αγκα­λιά τα χέρια
και βροχή τ’ αστέ­ρια.
Περι­βό­λια της φωτιάς
του καη­μού και της ροδιάς.

Στ’ ουρα­νού το χρώμα,
μάτια θάλασσα κι ακόμα
μεθυ­σμένα μεση­μέ­ρια
κι αναμ­μένα αγιο­κέ­ρια.
Προ­λα­βαί­νουμε στο δείλι
της αγά­πης το καντήλι.

Γίνε δρό­μος κι ουρα­νός,
κόκ­κινο αλώνι γίνε.
Έρω­τας μείνε και χορός,
καη­μός κι αγάπη μείνε

ΟΡΓΙΖΟΜΑΙ

Έρχο­νται στιγ­μές,
που χωρίς προ­σχή­ματα και υπεκ­φυ­γές,
χωρίς ανα­στο­λές και δικαιο­λο­γίες αντι­φα­τι­κές,
ξεπερνώ τις αυτα­πά­τες μου,τις πλά­νες μου
τις ωραιο­ποι­η­μέ­νες περι­πλα­νή­σεις μου
και φεύγω πέρ’ απ’ τα χαλ­κευ­μένα όρια
της μικρής και λαφυ­ρα­γω­γη­μέ­νης ελευ­θε­ρίας μου.
Και οργί­ζο­μαι.
Οργί­ζο­μαι με τους κάποιους,τους δήθεν,
τους άλλου­ςμε τις περι­σπού­δα­στες περ­γα­μη­νές,
τις κοι­νω­νι­κές ευαι­σθη­σίες και τις ηθι­κές αξίες,
μ’ αυτούς που δικαιού­νται να ερμη­νεύ­ουν,
να μεθο­δεύ­ουν και ν’ απο­φα­σί­ζουν,
μ’ αυτούς που υπο­χρε­ού­νται ν’ ανη­συ­χούν,
να συντρέ­χουν και να καθο­δη­γούν.
Μ’ αυτούς που από θέση και σχήμα,
αργυ­ρα­μοι­βοί της υπο­κρι­σίας και τέκτο­νες της απά­της,
προ­δια­γρά­φουν συμπε­ρι­φο­ρές και στό­χους,
καλώ­ντας με να δανει­στώ αυτά που μου πήραν,
και να μοι­ρα­στώ αυτά που δεν έχουν.
Οργί­ζο­μαι στο αγλάι­σμα της χαμέρ­πειας,
στη θρα­σύ­τητα της μικρο­πρέ­πειας,
στη δια­βολή και τη δια­πό­μπευση
της αρε­τής και του σεβα­σμού.
Οργί­ζο­μαι όταν καπη­λεύ­ο­νται την αξιο­πρέ­πειά μου,
όταν φανερά με ταπει­νώ­νουν ως υπά­κουο
και ύπουλα με συν­θλί­βουν ως υπή­κοο,
και προ­στα­τευ­τικά με χαρα­κτη­ρί­ζουν
προ­σαρ­μό­σιμο εν αφθο­νία είδος.
Οργί­ζο­μαι στην περη­φά­νια και την πρό­κληση
του ρηχού στο­χα­σμού τους
και την αμε­τρο­έ­πεια των λόγων τους,
στην προ­βολή και την αθώ­ωση
της απα­ξί­ω­σης και της απο­χαύ­νω­σης,
της αδια­φο­ρίας και της απο­στα­σιο­ποί­η­σης.
Οργί­ζο­μαι στη λαθρο­χει­ρία της ζωής μου.
Που με γαλού­χη­σαν στη σύνεση της σιω­πής,
που με καθή­λω­σαν αδρανή και αδη­φάγο
σε μαυ­λι­στι­κούς ήχους και συντε­ταγ­μέ­νες εικό­νες,
που με ανα­γό­ρευ­σαν ειδή­μονα
και αυτό­φωτο αστέρα με βαυ­κα­λί­ζουν.
Οργί­ζο­μαι που με κηρύγ­ματα κατη­γο­ρη­τή­ρια,
με φανα­τι­σμούς και θρη­σκο­λη­ψίες,
με υστε­ρίες και δοκη­σί­σο­φες ανα­φο­ρές
με καλούν ως ταγοί και προ­φή­τες
στης σωτη­ρο­μα­νίας τους τις εμμο­νές.
Οργί­ζο­μαι για τη χει­ρα­γώ­γηση της ζωής μου.
Που με ανά­γκα­σαν να μαθη­τεύσω
στα σκο­τα­δι­στικά θρα­νία τους,
να αυτο­μο­λήσω στις ιδε­ο­λο­γίες τους,
που με απο­προ­σα­να­τό­λι­σαν με τις ιδε­ο­λη­ψίες τους
που με κολά­κε­ψαν και με απο­γύ­μνω­σαν
από αντι­στά­σεις και ενο­χές.
Μα πιο πολύ οργί­ζο­μαι που ανα­κά­λυψα
στην άκρη του μυα­λού μου,
πως η ευπεί­θεια μπο­ρεί και να με βολεύει,
πως μπο­ρεί και να μ’ αρέ­σουν
τα φανερά είδωλα και τα κρυφά όνειρα,
και επι­νο­ώ­ντας ένα ισχυρό άλλοθι,
δε δια­κρίνω καμιά ανί­ερη συμ­μα­χία,
κανε­νός είδους σκο­πι­μό­τητα και βία,
πως δεν εξυ­φαί­νε­ται καμιά συνω­μο­σία
και βου­λιάζω στην παραί­τηση και την απραξία.


ΘΑ ΤΟΛΜΗΣΩ ΝΑ ΟΝΕΙΡΕΥΤΩ

Απόψε μόνος, δε θα φοβηθώ
και θα τολ­μήσω να ονει­ρευτώ
μια θάλασσα απέ­ρα­ντη βαθιά
κι ένα καράβι να σκί­ζει τα νερά,
ίσα στο κύμα και κόντρα στο βοριά.

Απόψε θα φύγω απ’ τον καημό
και θα τολ­μήσω να ονει­ρευτώ
ένα περ­βόλι και μια πλα­τιά αυλή,
του διπλα­νού την πόρτα ανοι­χτή,
κι όλα τα παι­διά να παί­ζουνε μαζί.

Απόψε στον ίσκιο σου θα σταθώ
και θα τολ­μήσω να ονει­ρευτώ
το χέρι σου να σφίγ­γει το δικό μου
για ν’ ακου­στεί και το χαμό­γελό μου
από­η­χος στο μικρο­σό­κακό μου.


ΗΤΑΝ ΜΙΚΡΟΣ Ο ΟΥΡΑΝΟΣ

Ξεχά­στηκ’ απρο­στά­τευτο κι ανέ­μελο παιδί,
στις στρά­τες τ’ ουρα­νού, στου ήλιου τα αλώ­νια
κείθε του φεγ­γα­ριού, των αστε­ριών πιο δώθε
παί­ζο­ντας με τα όνειρα και τη ζωή μετρώντας.

Με παρα­φύ­λα­γαν θεοί και μ’ απο­πή­ραν
που πέρασα την πόρτα τους και μπήκα στις αυλές τους,
θαρ­ρώ­ντας πως βεβή­λωνα τα όσια κι ιερά τους
κι απο­ρη­μέ­νος έφυγα πού τάχα να είχα φτάσει.

Έσκυψα κι αφου­γκρά­στηκα της γης την καλο­σύνη,
ένιωσα την ανάσα της να φτά­νει απ’ τους ναούς της
κάλε­σμα σε θύμη­σες με προ­σευ­χές και ύμνους
κι ευτύ­χησα στον κόρφο της και στο γλυκό της βλέμμα.

Ήταν μικρός ο ουρα­νός τ’ όνειρο να χωρέ­σει.
Στα στή­θια της η γη το κρά­ταγε ν’ ανα­πνέει.
Ξημέ­ρωνε στα μάτια σου και η ζωή βια­ζό­ταν
κι αφέ­θηκα στα χέρια σου μαζί σου να τη ζήσω.


Το ιστολόγιο του ποιητή Γ. Αλεξανδρή : http://www.alexandris23.net/





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου