Παρασκευή, 23 Ιουνίου 2017

Ο ΜΗΝΑΣ ΙΟΥΛΙΟΣ ( ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ .ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ, ΜΟΥΣΙΚΗ, ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ ,ΘΡΗΣΚΕΙΑ )

Γιάννης Τσαρούχης - Γιούλης 
Ο Ιούλιος ή Ιούλης ή Θερνόν (ποντιακά, συναντάται και ως Χορτοθέρτς), είναι ο έβδομος μήνας του έτους κατά το Ιουλιανό και το Γρηγοριανό Ημερολόγιο και έχει 31 ημέρες. Στο αττικό ημερολόγιο ήταν ο πρώτος μήνας του έτους και ονομάζονταν Εκατομβαιών διάρκειας 30 ημερών που αντιστοιχεί με το χρονικό διάστημα από 23 Ιουνίου έως τις 23 Ιουλίου. Είναι ο ενδέκατος μήνας κατά το Εκκλησιαστικό ημερολόγιο που αρχίζει τον Σεπτέμβριο, και ο πέμπτος κατά το παλαιό ρωμαϊκό ημερολόγιο, γι' αυτό αρχικά στα Λατινικά ονομάζονταν Quintilis. Αργότερα, όμως, ο Αύγουστος Καίσαρας για να τιμήσει τον Ιούλιο Καίσαρα (που γεννήθηκε στις 7 Ιουλίου 44 π.Χ.). του έδωσε το όνομα Ιούλιος.
Ο ελληνικός λαός τον ονομάζει και Αλωνάρη, Αλωνιστή ή Αλωνιάτη ή Αλωνευτή, επειδή κατά τον μήνα αυτόν γίνεται το αλώνισμα του σιταριού.

Ακόμα τον ονομάζει Γυαλιστή ή Γυαλινό (Νάξο & Χίο), επειδή σε ορισμένες περιοχές της χώρας κατά το μήνα αυτό «γυαλίζουν», δηλ. ωριμάζουν τα σταφύλια. Επίσης αναφέρεται σαν Δευτερόλης (σαν 2ος μήνας του καλοκαιριού), Αηλιάς ή Αηλιάτης (20/7, η γιορτή του Προφήτη Ηλία) και Φουσκομηνάς ή Χασκόμηνας (Ρόδος).

*Εκατομβαιών: Η λέξη παράγεται από την εκατόμβη που σήμαινε θυσία εκατό βοδιών.
Επρόκειτο για τη μαγική πράξη πολλαπλασιασμού των βοδιών.
«Θυσίαζαν ένα για ν' αποκτήσουν εκατό»



Ο Ιούλιος στην Ελληνική λαογραφία

Ο Ιούλιος αντιστοιχεί στον αρχαίο μήνα Κρόνιο ή Εκατομβαιώνα
Το χρονικό διάστημα μεταξύ της 21ης και του τέλους του μηνός κατά την αρχαιότητα ονομαζόταν Κυνάδες μέρες, απ’όπου προέρχεται και ο όρος «κυνικά καύματα». Η ονομασία τούτη προέρχεται από το γεγονός ότι τις μέρες αυτές ο φωτεινότατος αστέρας Σείριος (ανήκει στον αστερισμό του Μείζονος Κυνός) ανατέλλει συγχρόνως με τον ήλιο, κάνοντας τις μέρες ακόμη πιο θερμές.


 Πίνακας - Leon Augustin Lhermitte

Ο Ιούλιος είναι ο μήνας του αλωνισμού και της χαράς του γεωργού γι’αυτό και προσωνυμείται Αλωνάρης, Αλωνευτής,Αλωνιάτης, Αλωνιστής. Τον λένε ακόμη Χορτοκόπο γιατί στον Πόντο τότε κόβουν το χόρτο, Γιαλιστή και Γυαλινόγιατί τότε ωριμάζουν τα σταφύλια και «γυαλίζουν», Φουσκόμηνα γιατί φουσκώνουν τα σύκα. 
Τέλος, είναι γνωστός και με τις ονομασίες Δευτερογιούλης, Λιοτρόπης και Χορτοθέρης.
Χαρακτηριστικό της βαριάς δουλειάς του αλωνισμού είναι και το παρακάτω κυπριακό τετράστιχο:

«Βόδι να μην αλώνιζε,
κόρη να μην εγέννα
και νιος να μην εθέριζε,
ποτέ του δεν εγέρνα.»

Τραγούδια στα αλωνίσματα δεν ακούγονταν. Κυριαρχούσαν οι φωνές των αλωνιστάδων προς τα ζώα τους. Στο λίχνισμα πάλι, ο άνεμος ήταν το κύριο μέλημα και οι σβέλτες κινήσεις των λιχνιστάδων δεν σήκωναν τραγούδι. Έπειτα η αχυροπάσπαλη κι ο κουρνιαχτός από τα φροκαλίσματα έκλειναν το στόμα.
Έχουμε όμως τραγούδια παλιά με γραφικές σκηνές αλωνίσματος, που μπορούσαν να τραγουδούν στις μετέπειτα ώρες της ξεκούρασης:

Εγώ περνάω κι αντιπερνάω στης Μαυρουδής τ’αλώνι,
όπου αλωνίζουν δώδεκα κι όπου συμπάζουν δέκα, 
κι η Μάρω με τη μάνα της τριγύρω λαγανίζει. 
Κι η μάνα της της έλεγε κι η μάνα της της λέει: 
-Φεύγα Μαριώ απ’τον κουρνιαχτό, φεύγα κι από τον ήλιο. 
-Μάνα τον ήλιο αγαπώ, τον κουρνιαχτό τον θέλω 
τον γιο του πρωτολιχνιστή, άντρα θε να τον πάρω. 
-Ο γιος του πρωτολιχνιστή πολλά προικιά γυρεύει. 
-Σαν τα γυρεύει δώστε τα, καλός είν’ κι ας τα πάρει. 
-Γυρεύει βόδια του ζυγού, φοράδα της καβάλλας, 
γυρεύει κι ανεμόπαχτο να τρώει η φοράδα μέσα, 
γυρεύει αμπέλια ατρύγητα, χωράφια με τα στάχυα 
κι αλώνια καλοπέτρινα και μαρμαροστρωμένα. 
-Σαν τα γυρεύει δώστε τα, καλός είν’ κι ας τα πάρει.

Το πρώτο ψωμί που θα ζυμωθεί με το καινούργιο στάρι έχει διάφορες κατά τόπους ονομασίες: τζιτζιροκούλικο,μπουγάτσα. 
Απ’αυτό το πρώτο ζυμάρι ζύμωναν και μία κουλούρα που την κρεμούσαν στη βρύση για να τρέξουν τα καλά, όπως το νερό. Όποιος πήγαινε πρώτος να πάρει νερό από τη βρύση, έπαιρνε και την κουλούρα.
Η απειλή όμως από τους κινδύνους (φωτιά, βροχή, χαλάζι) ήταν μεγάλη για τα χωράφια και γι’αυτό οι γεωργοί επιζητώντας τη θεϊκή προστασία τιμούσαν με αργία τους αγίους που εορτάζουν τότε. Την Παναγία των Βλαχερνών (2), που προσονομάζεται απ’την τιμωρία όσων δεν τηρούσαν την αργία της Καψοδεματούσα, Καψοχεροβολού,Καψαλωνού, Βουλιάχτρα. Την αγία Κυριακή (7), την αγία Μαρίνα (17).

Πίνακας - Lawrence Alma-Tadema
Ο Ιούλιος ήταν επικίνδυνος μήνας και για τους ανθρώπους κι έτσι οι ιαματικοί του άγιοι τιμούνταν με μεγάλοι ευλάβεια. 
Οι Άγιοι Ανάργυροι (1), 
η Άγία Παρασκευή (26), 
ο Άγιος Παντελεήμονας (27).
«Κουτσοί, στραβοί όλοι στον άγιο Παντελεήμονα.»
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η γιορτή του Προφήτη Ηλία (20),  ο οποίος θεωρείται έφορος της βροχής και ρυθμιστής των μετεωρολογικών φαινομένων. 
Τα εκκλησάκια του βρίσκονται συνήθως πάνω σε υψώματα και βουνοκορφές. 
Σύμφωνα με την παράδοση που έχει τις ρίζες της στον εξιλασμό του Οδυσσέα (λ 120-136), ο Αη-Λιας ήταν ναύτης που η θάλασσα προσπάθησε πολλές φορές να τον πνίξει. 
Μετά τα τόσα ταξίδια, πήρε το κουπί στον ώμο και τράβηξε για τη στεριά. Όπου περνούσε, ρωτούσε τους ανθρώπους που συναντούσε τι είναι αυτό που κρατάει στα χέρια του. Κι όσοι του απαντούσαν «κουπί», ξεκίναγε για αλλού. Προχώρησε, προχώρησε κι ύστερα βρέθηκε στα βουνά. Έπεσε πάνω σε έναν τσοπάνη και τον ρώτησε τι ήταν αυτό που βαστούσε. Ο τσοπάνης το κοίταξε καλά καλά και ύστερα του είπε «ξύλο είναι». 
Ο Αη-Λιας γέλασε ικανοποιημένος και έμεινε από τότε κοντά στους ανθρώπους των βουνών. 
Οι εποχιακές αλλαγές είχαν για τους αρχαίους τεράστια σημασία, ιδιαίτερα μετά την εμφάνιση της γεωργίας αφού η σπορά, η συγκομιδή και οι άλλες γεωργικές ασχολίες εξαρτιόνταν από τις αλλαγές των εποχών. Λόγω των γεωργικών αυτών ασχολιών ο Ιούλιος ονομάζεται και Αλωνάρης ή Αλωνιστής αφού στον μήνα αυτό γίνεται το αλώνισμα των δημητριακών. Παλαιότερα, όταν δεν υπήρχαν οι σύγχρονες μηχανές οι γεωργοί μας καθάριζαν από τα αγριόχορτα το αλώνι που βρίσκονταν σε μέρος που να το φυσούν οι περισσότεροι άνεμοι και ήταν στρωμένο με πέτρα ή συχνότερα με χώμα. Όπως γράφει σ’ ένα του ποίημα και ο Γεώργιος Δροσίνης (1859-1951): «Στ’ αλώνια καλοσάρωτα/και ξεχωρταριασμένα/θα ξαπλωθούν οι θημωνιές/ξανθόμαλλες πλεξίδες».


Το αλώνι είχε σχήμα κυκλικό και στη μέση βρίσκονταν το «στρέντζερο» ή το «στρογερό», το ξύλινο δοκάρι γύρω από το οποίο έτρεχαν τα ζώα που θα αλώνιζαν τα στάχυα. Τα βόδια, τα άλογα, τα γαϊδούρια ή τα μουλάρια που χρησιμοποιούνταν ήταν ζεμένα το ένα δίπλα στο άλλο και γυρνούσαν γύρω από το κεντρικό στύλο ποδοπατώντας έτσι τα στάχυα. Πολλές φορές χρησιμοποιούσαν και την «δοκάνα», μια ειδικά διαμορφωμένη πλατφόρμα που θρυμμάτιζε τα στάχυα. Κατόπιν με ένα δικριάνι σαν φτυάρι ξεκινούσε το λίχνισμα, η διαδικασία που ξεχώριζε τον καρπό από το άχυρο με την βοήθεια του ανέμου. Σύμφωνα, πάντως, με τα έθιμα του αλωνισμού δεν κάνει να έρθει στο αλώνι γυναίκα με ρόκα γνέθοντας γιατί «είναι ξωτικιά και διώχνει τον άνεμο και δεν μπορούν να ανεμίσουν (λιχνίσουν)». Πολλά από τα έθιμα αυτά προέρχονται μάλιστα από τα αρχαιοελληνικά Θαλύσια, προς τιμήν τηςΔήμητρας. Με το λίχνισμα, όμως, συνδέεται και ο προφήτης Ηλίας που διαφεντεύει τους ανέμους, γι’ αυτό άλλωστε ο Ιούλιος ονομάζεται και Αηλιάτης ή Αηλιάς.



Το Καλαντάρι του Ιουλίου από το Très Riches Heures du Duc de Berry


ΕΘΙΜΑ-ΠΡΟΛΗΨΕΙΣ:

Του ΑΛΩΝΙΣΜΟΥ: Όσο διαρκεί ο αλωνισμός, «δεν κάνει να αλωνίζει ολοένα ο ίδιος αλωνιστής. Εναλλάσσεται με τη γυναίκα του και το παιδί, ενώ αυτός ξεκουράζεται στ' αμπλήκι, ένα δέντρο που υπάρχει φυτεμένο κοντά στο αλώνι γι' αυτό το σκοπό.
Οι ξένοι που τύχαινε να περάσουν, έπρεπε να ευχηθούν μόνο: «Ώρα καλή, χίλια μόδια», ή «Χίλια μόδια, και το αγώι χώρια», κι ο αλωνιστής απαντούσε: «Να 'σαι καλά, Φχαριστούμε». 
Μόλις μάζευαν το λειώμα ή μάλαμα (καθαρό σιτάρι) σ' ένα σωρό, νίβονταν όλοι, και ράντιζαν και το σωρό.
«Δεν έκανε να έρθει η γυναίκα με ρόκα, γνέθοντας, στ' αλώνι», γιατί «ήταν ξωτικιά και έδιωχνε τον άνεμο, και δεν μπορούσαν να ανεμίσουν, να λιχνίσουν. 
Την τελευταία ημέρα και αφού απολούσαν τα βόδια, πρόσεχαν που θα ξυθεί, το μεγαλύτερο στα χρόνια βόδι. Εάν ξυνόταν στο κεφάλι, ο χειμώνας θα ήταν «πρώιμος», στη μέση «βαρυχειμωνιά στο μέσο του χειμώνα» και αν στην ουρά, ο χειμώνας θα ήταν «όψιμος».
Με το νέο αλεύρι έφτιαχναν πρώτα μια λειτουργιά, για να την ευλογήσει ο παπάς. Κι απ' το πρώτο ζυμάρι, παρασκεύαζαν ένα ιδιαίτερο κομμάτι, το «κλικούδ'», και το άφηναν στη βρύση του χωριού. Εκείνη που πρώτη θα πήγαινε να πάρει νερό και έβρισκε το καινούριο ψωμί, έπρεπε να το μοιράσει στις γυναίκες που θα τύχαινε να πάνε κι αυτές για νερό. 

ΚΟΥΡΜΠΑΝΙΑ (συνεστιάσεις & δημοτελείς θυσίες)-ΕΘΙΜΙΚΕΣ ΦΩΤΙΕΣ (20/7). Προς τιμή του Προφήτη Ηλία, με κύρια επιδίωξη τις ευμενείς καιρικές συνθήκες, για τη γεωργία & την κτηνοτροφία στη διάρκεια του χρόνου. 

ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ: Ο Ιούλιος έχει τα περισσότερα από τα πανηγύρια των χωριών. Πέρα από τις καθεαυτό δικές του γιορτές-πανηγύρια (των Αγ. Αναργύρων, της Αγ. Κυριακής, του Προφήτη Ηλία, της Αγ. Παρασκευής & του Αγ. Παντελεήμονα), έχει και πολλές γιορτές-πανηγύρια του χειμώνα, που έχουν μεταφερθεί προκειμένου να επιτρέψει η καλοκαιρία τη διεξαγωγή τους & βέβαια τη μεγαλύτερη προσέλευση κόσμου.

ΤΟ «ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΤΟΥ ΤΑΥΡΟΥ» (Αγ. Παρασκευή Λέσβου). Γίνεται προς τιμή του Αγ. Χαραλάμπους. Πρόκειται για μια ταυροθυσία. Αποτελεί μια γιορτή που διαρκεί 3 ημέρες. Για πρακτικούς λόγους, επειδή δεν είναι εύκολη η μετάβαση στο ξωκλήσι του αγίου την ημέρα της γιορτής του (10/2), το πανηγύρι γινόταν αρχικά την πασχαλινή περίοδο («πριν φύγει το Χριστός Ανέστη»), ή τέλη της ανοιξιάτικης περιόδου, στη συνέχεια μεταφέρθηκε τους καλοκαιρινούς μήνες, Ιούνιο ή Ιούλιο. Καθοριστικό ρόλο έπαιζε η άφιξη κάθε χρόνο των ξενιτεμένων Αγιοπαρασκευιωτών, κυρίως από την Αυστραλία, αφού συνήθως ένας απ’ αυτούς έκανε την καθόλου ευκαταφρόνητη χορηγία για την αγορά του ταύρου, εκτελώντας έτσι κάποιο τάμα του.
Το πρωί της Παρασκευής οδηγούν τον ταύρο, που πρέπει να είναι εκλεκτός (3ετής, ανευνούχιστος & να μην έχει μπει σε ζυγό) μπροστά στο σπίτι του χορηγού. Εκεί υπό τους ήχους μουσικής στολίζουν τον ταύρο. Του κρεμούν στο λαιμό άνθη & στεφάνι και βάφουν τα κέρατά του με χρυσόσκονη. Μικρή επιγραφή στο μέτωπό του δείχνει το όνομα του δωρητή. Στη συνέχεια με μουσική, με λάβαρα, με σημαία & με την εικόνα του αγίου μπροστά, αρχίζει η περιφορά του ταύρου σε όλο το χωριό. Το απόγευμα της ίδιας μέρας το ζώο μεταφέρεται στην τοποθεσία «Ταύρος», ορεινή & δυσπρόσιτη, 15 χμ Α. της Αγ. Παρασκευής, όπου βρίσκεται και το ξωκλήσι του αγίου.
Από το πρωί του Σαββάτου αρχίζει η ομαδική μετάβαση των πανηγυριστών στον «Ταύρο», απ’ όλο το νησί. Το σούρουπο φέρνουν τον ταύρο, πάλι με μουσική, μπροστά στο εκκλησάκι και ο ιερέας τον ευλογεί με ειδική ευχή. Τον οδηγούν έπειτα στον τόπο της θυσίας. Εκεί, κατά την πίστη που επικρατεί, το ζώο γονατίζει με τη θέλησή του για να θυσιαστεί. Παράλληλα σφάζονται κι άλλα μικρότερα ζώα, με την ευλογία του παπά πάντα, τάματα κι αυτά των πιστών.
Την ευλογία του δέχονται κι οι έφιπποι πανηγυριστές, θεωρείται μάλιστα ότι το πανηγύρι αποβλέπει ιδιαίτερα στην προστασία των φοράδων.
Από το κρέας του ταύρου και με ειδικά κατεργασμένο σιτάρι παρασκευάζεται το λεγόμενο “κεσκέτσι”, που το πρωί της Κυριακής διανέμεται στους πιστούς, για «να πάρουν όλοι τη δύναμη που είχε ο ταύρος». 
Η όλη θυσία-γιορτή τελειώνει το απόγευμα της Κυριακής με ιππικούς αγώνες. Ακολουθεί γλέντι όλων των πανηγυριστών στην πλατεία του χωριού.


Wheat Fields - Van Gogh



Το Αφήλιο της Γης


Όσο κι αν φαίνεται παράξενο, τις πρώτες ημέρες του Ιουλίου (γύρω στις 3 του μήνα) η Γη μας βρίσκεται στο πιο απομακρυσμένο σημείο της ετήσιας τροχιάς της, στο αφήλιο της δηλαδή, γεγονός που δεν πρέπει να ξενίζει κανέναν αφού η απόστασή μας από τον Ήλιο δεν σχετίζεται με τις θερμοκρασίες που επικρατούν πάνω στη Γη. Αυτό, όπως είναι γνωστό, οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στην κλίση του άξονα της Γης κι όχι από του αν βρισκόμαστε στο αφήλιο ή στο περιήλιο της γήινης τροχιάς. Έτσι στη διάρκεια του Καλοκαιριού ο Ήλιος ευνοεί το βόρειο ημισφαίριο, οι ακτίνες του πέφτουν πάνω μας περισσότερο κάθετα και ενώ εμείς έχουμε Καλοκαίρι, στο νότιο ημισφαίριο έχουν Χειμώνα.

Παροιμίες για το μήνα Ιούλιο   



«Ο Αηλιάς κόβει σταφύλια και η Αγία Μαρίνα σύκα».
«Αλωνάρη με τα αλώνια και με τα χρυσά πεπόνια».
«Τζίτζιρας ελάλησε, άσπρη ρόγα γυάλισε».
«Τον Ιούλη κι οι γριές κάνουνε ξετσιπωσιές».
«Από τ' Αι-Λιος ο καιρός γυρίζει αλλιώς».
«Γαμπρός αλωναριάτικος, κακό χειμώνα βγάνει».
«Έτσι το ‘χει το λινάρι να ανθεί τον Αλωνάρη».
«Η καλή αμυγδαλιά ανθίζει το Γενάρη και βαστάει τ' αμύγδαλα όλο τον Αλωνάρη».
«Κάλλιο λόγια στο χωράφι , παρά ντράβαλα (φασαρίες) στ' αλώνι».
«Κάτσε κότα το Γενάρη και παπί τον Αλωνάρη».
«Κότα πίτα το Γενάρη, κόκορα τον Αλωνάρη».
«Κότα, χήνα το Γενάρη και παπί τον Αλωνάρη».
«Μικρό-μικρό τ' αλώνι μου, και να ‘ναι μοναχικό μου».
«Ο άη-Λιας κόβει σταφύλια και η αγία Μαρίνα σύκα».
«Ο Θεριστής θερίζει, ο Αλωνάρης αλωνίζει κι ο Αύγουστος ξεχωριζει».
«Όρνιθα το Γενάρη, κέφαλος τον Αλωνάρη».
«Που μουχτάει τον Χειμώνα‚ χαίρεται τον Αλωνάρη».
«Πρωτόλη (Ιούνιε), Δευτερόλη(Ιούλιε) μου, φτωχολογιάς ελπίδα».
«Στο κακορίζικο χωριό τον Αλωνάρη βρέχει».
«Τ' Αλωναριού τα κάματα (δυνατή ζέστη), τ' Αυγούστου τα λιοβόρια» (ζεστός δυνατός ανατολικός άνεμος).
«Της αγιά Μαρίνας ρώγα και του άη -Λιός σταφύλι». (δηλαδή το σταφύλι ωριμάζει αργότερα από τη σταφίδα)
«Της Αγιάς Μαρίνας ρούγα και του Αϊ Λια σταφύλι και του Αγιού Παντελεήμονα γιομάτο το κοφίνι».
«Το τραγούδι του Θεριστή, η χαρά του Αλωνιστή».
«Τον Αλωνάρη δούλευε καλό χειμώνα να έχεις».
«Τον Αλωνάρη έβρεχε στον ποτισμένο τόπο».
«Χιόνισε μέσα στο Γενάρη, να οι χαρές του Αλωνάρη».

ΕΟΡΤΕΣ 

Άγιοι Κοσμάς και Δαμιανός οι Ανάργυροι 1 Ιουλίου 

Ἀπολυτίκιον  -Ἦχος πλ. δ’.
Ἅγιοι Ἀνάργυροι καὶ θαυματουργοί, ἐπισκέψασθε τὰς ἀσθενείας ἡμῶν, δωρεὰν ἐλάβετε, δωρεὰν δότε ἡμῖν.

 Ἀπολυτίκιον Ἦχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Ὡς θεῖοι θεράποντες, καὶ ἰατῆρες βροτῶν, ἀνάργυρον βλύζετε, τὴν θεραπείαν ἠμίν, Ἀνάργυροι ἔνδοξοι, ὅθεν τοὺς προσιόντας, τὴ σεπτὴ ὑμῶν σκέπη, ρύσασθε νοσημάτων, καὶ παθῶν ἀνιάτων, Κοσμᾶ καὶ Δαμιανέ, Ρώμης βλαστήματα.

Κοντάκιον Ἦχος β’.
Οἱ τὴν χάριν λαβόντες τῶν ἰαμάτων, ἐφαπλοῦτε τὴν ῥῶσιν τοῖς ἐν ἀνάγκαις, Ἰατροὶ θαυματουργοὶ ἔνδοξοι· ἀλλὰ τῇ ἡμῶν ἐπισκέψει, καὶ τῶν πολεμίων τὰ θράση καταβάλλετε, τὸν κόσμον ἰώμενοι ἐν τοῖς θαύμασι.



Αγία Μαρίνα 17 
Ιουλίου 

Ἀπολυτίκιον
Ἀνδρείαν καὶ φρόνησιν, σὺ κεκτημένη σεμνή, ἀνδρείως κατεπάτησας ὄφιν ἀρχέκακον, Μαρίνα πανεύφημε, ἤσχυνας Ὀλυμβρίου τᾶς πικρᾶς τιμωρίας, εὐφρανας Ἀσωμάτων τᾶς χορείας ἀθλοῦσα, διὸ ἀπαύστως πρέσβευε Χριστῷ, εἰς τὸ σωθήναι ἠμᾶς.

 Ἀπολυτίκιον
Ἡ ἀμνάς σου Ἰησοῦ, κράζει μεγάλη τῇ φωνῇ. Σὲ Νυμφίε μου ποθῶ, καὶ σὲ ζητοῦσα ἀθλῶ, καὶ συσταυροῦμαι καὶ συνθάπτομαι τῷ βαπτισμῷ σου· καὶ πάσχω διὰ σέ, ὡς βασιλεύσω σὺν σοί, καὶ θνήσκω ὑπὲρ σοῦ, ἵνα καὶ ζήσω ἐν σοί· ἀλλ᾽ ὡς θυσίαν ἄμωμον προσδέχου τὴν μετὰ πόθου τυθεῖσάν σοι. Αὐτῆς πρεσβείαις, ὡς ἐλεήμων, σῶσον τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Κοντάκιον Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Παρθενίας κάλλεσι, πεποικιλμένη παρθένε, ἀκηράτοις στέμμασιν, ἐστεφανώθης Mαρίνα, αἵμασι, τοῦ μαρτυρίου δε φοινιχθεῖσα, θαύμασι καταλαμπρύνθης τῶν ἰαμάτων, καὶ τῆς νίκης τὰ βραβεῖα, ἐδέξω Μάρτυς χειρὶ τοῦ Κτίστου σου.

Προφήτης Ηλίας 20 Ιουλίου 

Ἀπολυτίκιον (Κατέβασμα)- Ἦχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Ὁ ἔνσαρκος Ἄγγελος, τῶν Προφητῶν ἡ κρηπίς, ὁ δεύτερος Πρόδρομος, τῆς παρουσίας Χριστοῦ, Ἠλίας ὁ ἔνδοξος, ἄνωθεν καταπέμψας, Ἐλισαίῳ τὴν χάριν, νόσους ἀποδιώκει, καὶ λεπροὺς καθαρίζει, διὸ καὶ τοῖς τιμῶσιν αὐτόν, βρύει ἰάματα.

Κοντάκιον Ἦχος β’. Αὐτόμελον.
Προφῆτα καὶ προόπτα τῶν μεγαλουργιῶν τοῦ Θεοῦ, Ἠλία μεγαλώνυμε, ὁ τῷ φθέγματί σου στήσας τὰ ὑδατόῤῥυτα νέφη, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν, πρὸς τὸν μόνον φιλάνθρωπον.

Μεγαλυνάριον
Δεύτε τον πυρίπνουν και ζηλωτήν, τον διά τεθρίππου, αρπαγέντα από της γής, της του Xριστού δευτέρας, Πρόδρομον παρουσίας, Hλίαν τον Θεσβίτην, ύμνοις τιμήσωμεν.


Αγία Παρασκευή 26 Ιουλίου 


Ἀπολυτίκιον (Κατέβασμα) Ἦχος α’.
Τὴν σπουδήν σου τῇ κλήσει κατάλληλον, ἐργασαμένη φερώνυμε, τὴν ὁμώνυμόν σου πίστιν εἰς κατοικίαν κεκλήρωσαι, Παρασκευὴ ἀθλοφόρε· ὅθεν προχέεις ἰάματα, καὶ πρεσβεύεις ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

ΚοντάκιονἮχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.

Τὸν ναόν σου πάνσεμνε, ὡς ἱατρεῖον ψυχικὸν εὑράμενοι, ἐν τούτῳ πάντες οἱ πιστοί, μεγαλοφώνως τιμῶμέν σε, Ὁσιομάρτυς Παρασκευὴ ἀοίδιμε.








Αγιος Παντελεήμων 27  Ιουλίου 

Ἀπολυτίκιον (Κατέβασμα) Ἦχος γ’.
Ἀθλοφόρε Ἅγιε, καὶ ἰαματικὲ Παντελεῆμον, πρέσβευε τῷ ἐλεήμονι Θεῷ, ἵνα πταισμάτων ἄφεσιν, παράσχῃ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν.

Κοντάκιον Ἦχος πλ. α’.
Μιμητὴς ὑπάρχων τοῦ ἐλεήμονος, καὶ ἰαμάτων τὴν χάριν παρ᾽αὐτοῦ κομισάμενος, ἀθλοφόρε καὶ Μάρτυς Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, ταῖς εὐχαῖς σου τὰς ψυχικὰς ἡμῶν νόσους θεράπευσον, ἀπελαύνων τοῦ ἀεί, πολεμίου τὰ σκάνδαλα, ἐκ τῶν βοώντων ἀπαύστως· Σῶσον ἡμᾶς Κύριε.

Μεγαλυνάριον

Ῥεῖθρα ἰαμάτων ὡς ἐκ πηγῆς, χάριτι θαυμάτων, βρύει χρῄζουσι δωρεάν, ὁ Παντελεήμων, ὁ πάνσοφος ἀκέστωρ· οἱ ῥώσεως διψῶντες δεῦτε ἀρύσασθε σε





Ενα ψηφιδωτό από τον αρχαίο Θύσδρο, το σημερινό el Djem της Τυνησίας. Το ψηφιδωτό, που χρονολογείται τον 3ο αι. μ.Χ., διακρίνεται σε τετράγωνα διάχωρα που γεμίζουν το πεδίο μαζί με φυτικά διακοσμητικά μοτίβα. Σε τέσσερις σειρές και τρεις στήλες διατάσσονται οι δώδεκα μήνες του χρόνου. Στην αρχή κάθε σειράς εικονίζεται το σύμβολο κάθε εποχής. 
Τον Ιούλιο ένας νέος προχωρά κρατώντας το δισάκι του, μάλλον για να φροντίσει αγροτικές εργασίες. Πηγή: www.lifo.gr



ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ 



Μανώλης Αναγνωστάκης 

Φοβάμαι τους ἀνθρώπους που ἑφτά χρόνια έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι
καὶ μία ωραία πρωία μεσούντος κάποιου Ιουλίου
βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας «δώστε τη χούντα στο λαό».

Κώστας Βάρναλης

«…Ήτανε μήνας Αλωνάρης, ντάλα μεσημέρι,
που ξεφαντώνανε στα κλώνια ασίγαστα τζιτζίκια,
στη θάλασσα των αμπελιών μελώναν τα σταφύλια
και βίγλιζε στη δεμοσιά με χίλια μάτια ο ήλιος
κι από τον ήλιο πιότερο λαμπάδιαζεν ο τάφος…»
Η «άγνωστη» ατιμία


Οδυσσέας  Ελύτης

i. “…Τον ΙΟΥΛΙΟ κάποτε μισανοίξανε
Τα μεγάλα μάτια της μες στα σπλάχνα μου
Την παρθένα ζωή μια στιγμή να φωτίσουν…
Αμαρτία μου να ‘χα κι εγώ μιαν αγάπη
Ρόδο μου ρόδο αμάραντο…”

 Άξιον εστί

ii.«Ψελλιστί παίρνεται ο υπνάκος μέσα σ’ ένα στεντόρειο μεσημέρι,
γεμάτο τζιτζίκια που μαίνονται. Ιούλιος. Α, νάρθει η ώρα που θα
δαγκώνεις το περγαμόντο και που ύστερα θα πίνεις πίνεις δροσερό
νερό, καφέδες, και σιγάρο ατελεύτητο σαν την Ελλάδα.»

Εκ του πλησίον

iii.  [Γυμνός, Ιούλιο μήνα]

("Ο Μικρός Ναυτίλος")
Γυμνός, Iούλιο μήνα, το καταμεσήμερο.
Σ' ένα στενό κρεβάτι, ανάμεσα σε δυο σεντόνια χοντρά, ντρίλινα, με το μάγουλο πάνω στο μπράτσο μου που το γλείφω και γεύομαι την αρμύρα του.
Kοιτάζω τον ασβέστη αντικρύ στον τοίχο της μικρής μου κάμαρας.
Λίγο πιο ψηλά το ταβάνι με τα δοκάρια. Πιο χαμηλά την κασέλα όπου έχω αποθέσει όλα μου τα υπάρχοντα: δυο παντελόνια, τέσσερα πουκάμισα, κάτι ασπρόρουχα. Δίπλα, η καρέκλα με την πελώρια ψάθα. Xάμου, στ' άσπρα και μαύρα πλακάκια, τα δυο μου σάνταλα. Έχω στο πλάι μου κι ένα βιβλίο.
Γεννήθηκα για να 'χω τόσα. Δεν μου λέει τίποτε να παραδοξολογώ. Aπό το ελάχιστο φτάνεις πιο σύντομα οπουδήποτε. Mόνο που 'ναι πιο δύσκολο. Kι από το κορίτσι που αγαπάς επίσης φτάνεις, αλλά θέλει να ξέρεις να τ' αγγίξεις οπόταν η φύση σού υπακούει. Kι από τη φύση - αλλά θέλει να ξέρεις να της αφαιρέσεις την αγκίδα της.




In the Month of July   - Paul Joseph Constantin Gabriel

Κ. Π. Καβάφης   - 
Να μείνει

Η ώρα μια την νύχτα θάτανε,
ή μιάμισυ.

Σε μια γωνιά του καπηλειού·
πίσω απ’ το ξύλινο το χώρισμα.
Εκτός ημών των δυο το μαγαζί όλως διόλου άδειο.
Μια λάμπα πετρελαίου μόλις το φώτιζε.
Κοιμούντανε, στην πόρτα, ο αγρυπνισμένος υπηρέτης.

Δεν θα μας έβλεπε κανείς. Μα κιόλας
είχαμεν εξαφθεί τόσο πολύ,
που γίναμε ακατάλληλοι για προφυλάξεις.

Τα ενδύματα μισοανοίχθηκαν — πολλά δεν ήσαν
γιατί επύρωνε θείος Ιούλιος μήνας.

Σάρκας απόλαυσις ανάμεσα
στα μισοανοιγμένα ενδύματα·
γρήγορο σάρκας γύμνωμα — που το ίνδαλμά του
είκοσι έξι χρόνους διάβηκε· και τώρα ήλθε
να μείνει μες στην ποίησιν αυτή.

 Ρένα Καρθαίου - 
Ιούλιος 

Γέμισε χρυσάφι ο κάμπος ,
γέμισαν τα μάτια θάμπος .

Φως το αλώνι του Αλωνάρη ,
ήλιο ξέχειλο και στάρι .

Τρεμουλιάζει, αχνός , η μέρα
μες στον διάφανον αιθέρα .

Και του τζίτζικα το πριόνι ,
όσο πάει και δυναμώνει .

Το θερμόμετρο ανεβαίνει ,
σπίτι του κανείς δε μένει .

Μπλουμ! Στη θάλασσα πηδάει
όλη η Ελλάδα κολυμπάει .




Grimani Breviary: The Month of July - Flemish Miniaturist


Νίκος Καρούζος 

 i. Αλλόφρονας Ιούλιος

“Ο γενέθλιός μου μήνας στα θολερά/ λιοπύρια του Καρκίνου
μ’ έναν απρόκοφτον ίσκιο που αναβλύζει/ δονούμενος από φευγαλέα
φωνήματα κληματαριάς- τι άρια/ ο θάνατος ή η έβδομη κοίμηση…

Σα να αισθάνομαι το σώμα μου στον ιδρώτα/ λουσμένο μουσείο
Οπού ‘χει να δείξει σωζόμενες αστραπές
τη μεγάλη του πόνου προσωπογραφία.

Μοναστήρι παμπάλαιο τούτος- εδώ ο ύπερος.
Δεν επιτρέπω υπολειπόμενα δάκρυα
προχωρώντας με χαυλιόδοντες αταραξίας
ανάμεσα στα μελανθή με φως ανήμερο
να κατακάψω και τις πέντε ηπείρους.
Την καλησπέρα μου στα Ιδανικά σας”.


ii. 17 Ιουλίου 1979

“Μακρινός ο ήχος απ’ τα πένθη
στο ακόρεστο ξέφωτο που οδεύουμε
τόσο λεπτή σαν κλωστούλα φυσαρμόνικα
στα σαρκώδη χείλη της βραδιάς η απουσία
ξετινάζοντας
όνειρα πρησκόμενα
κι αγιάτρευτα.
Είμαι πικρός και επώδυνος
από αρχαϊκότητα
ωσάν το στρουφί που ραμφίζει
τα μικρά του ευρήματα.
Είμαι σήμερα κλειδωμένος στην ευτυχία.
Τη μουσική μου δεν τη θέλω πια
σας τη χαρίζω.”
(Ν. Καρούζος, Τα ποιήματα, τ. Β’, Ίκαρος)




Stacey Peterson "July Moonrise"

Φ. Γκ. Λόρκα - Μπαλάντα μιας μέρας του Ιουλίου


“Ασημένια κουδουνάκια αντηχούν/ στο λαιμό των βοδιών.
Πού πας, ομορφούλα μου,/ Χιονούλα και ήλιε;
Πάω στις μαργαρίτες/ του πράσινου λιβαδιού.
Δε φοβάσαι/ που αλαργεύεις μόνη;
Ούτε ο ερωδιός ούτε ο ίσκιος/ φοβίζουν τον έρωτα.
Τον ήλιο να φοβάσαι, ομορφούλα μου,/ χιονάτη κόρη.
Έχει φύγει η καρδιά μου,/ για πάντα.
Ποια είσαι, λευκή κόρη,/ κι από πού έρχεσαι;
Γυρίζω από τους έρωτες/ κι από τις κρήνες.
Ασημένια κουδουνάκια αντηχούν/ στο λαιμό των βοδιών.
Τι έχεις στα χείλη σου/ που τα φλογίζει;
Το άστρο του καλού μου/ που ζει και πεθαίνει.
Τι έχεις στο στήθος σου/ λεπτό κι ωραίο;
Το σπαθί του καλού μου/ που ζει και πεθαίνει.
Τι λεν τα μαύρα μάτια σου,/ σοβαρό και βαθύ;
Τη σκληρή απελπισιά μου/ που πάντα πληγώνει.
Γιατί φοράς μαύρο/ του θανάτου μανδύα;
Αλίμονο, είμαι θλιμμένη/ κι άκληρη χήρα,
του κόντε της Δάφνης/ της Ροδοδάφνης.
Αφού κανέναν δεν αγαπάς,/ τι ψάχνεις εδώ;
Το σώμα του όμορφου κόντε μου/ της Ροδοδάφνης.
Ψάχνεις λοιπόν τον έρωτα να βρεις/ άπιστη χήρα;
Σου εύχομαι να τον βρεις.
Τα άστρα του ουρανού/ είναι οι πόθοι μου,
σ’ αυτά θα βρω τον εραστή μου/ που ζει και πεθαίνει.
Αναπαύεται μες στο νερό,/ χιονάτη κόρη
σκεπασμένος με νοσταλγίες/ κι άσπρα γαρίφαλα.
Αχ, ιππότη περιπλανώμενε/ στα κυπαρίσσια,
μια νύχτα φεγγαρόφωτη/ σου χαρίζει η ψυχή μου.
Ω, Ίσις ονειροπαρμένη!/ Κόρη δίχως γλύκα,
με στόματα παιδιών/ λέει τις ιστορίες της.
Την καρδιά μου σου δίνω./ Μια καρδιά ήρεμη
πληγωμένη από το βλέμμα/ των γυναικών.
Γενναίε ιππότη,/ ο Θεός μαζί σου.
Πάω να βρω τον κόντε/ της Ροδοδάφνης.
Αντίο, δέσποινα μου,/ κοιμισμένο ρόδο,
εσύ πας στον έρωτα/ κι εγώ πάω στο θάνατο.
Ασημένια κουδουνάκια αντηχούν/ στο λαιμό των βοδιών.
Η καρδιά μου αιμορραγεί,/ κόκκινη κρήνη”.
(Φ. Γκ. Λόρκα, Ποιητικά άπαντα, εκδ. Εκάτη)
Ποίηση: Federico Garcia Lorca. 
Ποιητική απόδοση: Λευτέρης Παπαδόπουλος.
Μουσική: Χρήστος Λεοντής.



Alphonse Mucha | The Months - July, 1899.

Λένα Παππά - Ιούλιος-Αύγουστος

Ο  ηλιοφόρος Ιούλιος λίγος,
ο εύγευστος Αύγουστος ελάχιστος
καὶ πότε κιόλα ο σιγαλός Σεπτέμβριος.
Προς το  κενό καλπάζοντας
να  κρατηθείς, από που
να  φύγεις,
κλειδί—κλαδί δεν έχει ο  χρόνος λείος, απότομος
κάθε στιγμή του γκρεμός — πως να  σώσεις
την αστραπή τη  ζωή σου
—μ’ ένα ποίημα, μ’ ένα παιδί,
μ’ ένα άγαλμα στο μουσείο;
Μία, δύο και  τρεις φορές κι εκατοντάδες
κι αν έρθει ο Ιούλιος
κι ο  Αύγουστος αν έρθει πάλι
στο θάνατό σου θα  σ’ εγκαταλείψουν
που λίγο-λίγο, καθημερινός σ’ έχει κερδίσει, όσα
φιλιά  κι όσα φτερά
μέσα τους κι αν επρόφτασες να  θησαυρίσεις.




Χαρακτικό  του Σπύρου Βασιλείου

Γιάννης Ρίτσος 

i.Κυρά των αμπελιών 

(απόσπασμα)

«Κυρά κυρά θαλασσινή και στεριανή
με τα λουλουδιασμένα μάγουλα
σφίγγοντας μες στον μπούστο σου
την κάψα του αλωνάρη
πότε κρατώντας στην ποδιά σου

ένα καράβι μικροκάραβο
πότε σαν παναγιά αιγιοπελαγίτισσα
ντυμένη μ’ένα δίχτυ
να κουβαλάς στο σούρπωμα στηνκεφαλή σου
το πανέρι με τα ψάρια

Μηλί βαϊ βαϊ μηλί, μηλίτσα της ανηφοριάς
πως σου τριαντιαφυλλίσανε τα μήλα της αγάπης

Σπανε τα ρόδια στη ροδιά και πεφτουν γέλια στο ποτάμι
με κουκουναρια κυνηγιουνται οι κορασιες στο περιγιάλι κι αχ, ο δραγάτης δε βαστά τέτοιο πουλί στον κόρφο του
κι αχ, δε βαστάνε οι βιολιτζήδες τ’αμπελιόυ μες στα βιολιά τους

Μηλί, βαϊ βαϊ μηλί, μηλίτσα της ανηφοριάς
πως σου τριανταφυλλίσανε τα μήλα της αγάπης»



The Month of July/
The Sign of Leo,
from The Grotesque Months,
 c. 1726 πηγή 

ii [Υπέροχες νύχτες του Ιουλίου]
Α, υπέροχες νύχτες του Ιουλίου με τα μαντολίνα των τζιτζικιών
και των γρύλων – έλεγε, –
το φωταγωγημένο βαποράκι της κωλοφωτιάς αγκυροβολημένο στο
παλιό τζάκι της καλύβας,
η καλύβα στα καλάμια της ακροποταμιάς –
δε σου ζητούν αποδείξεις,
οι φλέβες του νερού κάτω απ’ το χώμα δίχως ερώτηση,
υπάρχουμε,
μεγάλοι κύκλοι δροσιάς στην πυρωμένη έκταση της
θερινής νύχτας,
τ’ αλώνια με τα άλογα μετέωρα,
οι θεριστάδες κοιμισμένοι στις θημωνιές,
τα κορίτσια ξύπνια,
η αψάδα του αμπελιού γλείφοντας τη γλώσσα της,
το σκυλί του κυνηγού κοιτάζοντας το φεγγάρι.
Ο μικρός ακούρευτος βοσκός
ένιωσε μονομιάς την ευγένεια των ζώων και των άστρων,
τη ζέστα του μαλλιού, τη δροσιά του νερού,
το χέρι που έλειπε απ’ τη μέση του,
τη μεγάλη απουσία εκείνου που δεν ήξερε πώς περίμενε,
έφτιαξε με θυμάρι μια στρωμνή για δύο
και ξάπλωσε μόνος,
σε λίγο σηκώθηκε κ’ έκλαψε στο λαιμό του κριαριού του,
(μαζί κλάψαμε, για άλλο ο καθένας),
κλαίγανε και τα πρόβατα στην ασημένια νύχτα –
Άγνωστη γνώση
γνώση του σώματος,
άγνωστο σώμα.
(Γιάννης Ρίτσος, Ποιήματα, τ. 3ος, Κέδρος)


iii. ΤΙ ΧΡΕΙΑΖΟΝΤΑΙ;
Ολα γερνάνε, παλιώνουν, αχρηστεύονται - είπε-
παράνομοι καπνοί, κλεισμένες κάμαρες,
σημαίες, σκοτωμένοι, προκηρύξεις, αγάλματα-
η άσπρη κουρτίνα κιτρίνισε,
ο καθρέφτης γδάρθηκε μαζί με το πρόσωπο,
στ' όμορφο φόρεμα που φορούσες κείνη τη νύχτα
εγκαταστάθηκε ο σκόρος,
το καφενείο της γωνιάς έκλεισε,
το μπαλκόνι έπεσε μπρούμυτα στις τσουκνίδες,
τ' άγαλμα του κήπου χωρίς φαλλό-
τι χρειάζεται, λοιπόν, η λύπη, τι χρειάζεται το μίσος,
η ελευθερία, η έλλειψη ελευθερίας,
τ' ασημένια κουταλάκια, η αποταμίευση,
η χρυσή μασέλα της νεκρής, ο ήλιος,
τα δυο κηροπήγια στο τραπέζι, οι ασπιρίνες,
τι χρειάζονται ο έρωτας κι η ποίηση;

Είχε λιακάδα τότε -Ιούλιος μήνας-
δίπλωναν το ψωμί στην πετσέτα,
το πλοιάριο έφευγε,
έκαιγαν οι εφημερίδες σ' ένα ψάθινο καπέλο
καταμεσής στο νερό.




Eugène Grasset -  July



ΜΟΥΣΙΚΗ 



Ιούλιος πορθητής


Φοράει νύχτα στα μαλλιά, του φεγγαριού την άλω
να γίνει η αγάπη διάφανη, γυναίκα ποθητή
από το κάστρο της Ωριάς στέλνει στερνό σινιάλο
και περιμένει τρέμοντας Ιούλιο πορθητή

Με της φωτιάς τα άλογα ο ήλιος ταξιδεύει
σε πάει όνειρο χρυσό στους δρόμους τ’ ουρανού
και μια ψυχή που καίγεται τον άνεμο αγναντεύει
και χάνεται στα σύννεφα τσιγάρου πρωινού

Ένα τσαμπάκι μέλισσες και λιάτικο σταφύλι
είναι του μήνα Καίσαρα το βιος το αληθινό
κι ο ποιητής που έψαχνε θαλασσινό τριφύλλι
έγινε άσπρο ανέσπερο και φως εωθινό
Στίχοι-Ηλίας Κατσούλης




Στίχοι: Πόλυς Κυριακού
Μουσική: Παντελής Θαλασσινός
Δίσκος: 10 τραγούδια της Ελπίδας
Δισκογραφική: Έρημος Αθήνα

Η βροχή ζεστή
Φέρνει το ληστή
Πιο κοντά να μου πίνει το αίμα.

Ο Ιούλιος
Ήταν Δούρειος
Ένα δέμα γεμάτο ψέμα.

Εκατό φιλιά
Δε σε φέρνουν πια.
Έχει αλλάξει το τοπίο...

Και τα σύννεφα
Έτσι στα κρυφά
Το βουλιάξανε πάλι το πλοίο...

Κι όλα γύρω μου
Των ονείρων μου
Και της φαντασίας μου είναι δώρα.

Τραγουδάω μεν
Όμως στο ρεφρέν
Η ζεστή βροχή θα γίνει μπόρα...

Εκατό φιλιά
Δε σε φέρνουν πια.
Έχει αλλάξει το τοπίο...

Και τα σύννεφα
Έτσι στα κρυφά
Το βουλιάξανε πάλι το πλοίο..






Στίχοι - Μουσική : Ορφέας Περίδης 

Απάνω σε βουνοκορφή κουπί ορθό στημένο
το τρεχαντήρι μου ο Άι Λιας με το πανί ανοιγμένο
και το καΐκι μου ο Άι Λιας με το πανί ανοιγμένο
κρατώ στο χέρι τις βροχές, τον κεραυνό που αστράφτει
έχω και μες στο τσούρμο μου εναν ουράνιο ναύτη
είμ’ οδοιπόρος στα βουνά, με άμαξα στα νέφη
σαν βλέπω κρίμα κι άδικο οδύρομαι και βρέχει

Είναι το βλέμμα μου φωτιά που πυρπολεί τα χρόνια
και τυραννάω τους τύραννους και τους δικάζω αιώνια
την παιδοκλέφτρα κυνηγώ κι αυτή πως με φοβάται
τη Λάμια που `χει ανάθεμα ποτέ να μην κοιμάται
γεια σας, χαρά σας στα παιδιά, ευχές με τον αέρα
για της αυγής το νέο φως, για την καινούργια μέρα




Ιούλιος κι ο άνεμος - 1997

Στίχοι - Μουσική :Λουδοβίκος των Ανωγείων
Ιούλιος κι ο άνεμος
δεν είναι `δω
Φτερούγισμα βεντάλιας
στο μπαλκόνι
Μα μια ανάμνηση παλιά
τα διπλωμένα μου πανιά
φουσκώνει
Θα δανειστώ του ναύτη
τη ματιά
με δάκρυ αλμυρό θέλω
να κλάψω
και κει στου πάθους
τ’ ανοιχτά
ό, τι με κούρασε θα το πετάξω
Θα βρω της νύχτας
το σκοπό
και με τη λύρα
του Ορφέα
μέσα στον ύπνο σου θα μπω
εσύ `σαι η αγάπη μου η ωραία










Οι ταπετσαρίες Trivulzio είναι ένα σύνολο από δώδεκα ταπισερί που απεικονίζουν τον κύκλο των μηνών . Σήμερα βρίσκονται στο Μουσείο Αρχαίας τέχνης του Castello Sforzesco στο Μιλάνο .
Ολες οι ταπετσαρίες έχουν ένα σταθερό μοτίβο: μέσα σε ένα πλαίσιο της υπάρχουν οικόσημα (το Trivulzio και άλλες συναφείς οικογένειες, όπως Colleoni , το d'Avalos καιGonzaga ) Στο κέντρο της είναι η αλληγορική προσωποποίηση του μήνα, που περιβάλλεται από μικρότερα στοιχεία όπως διάφορες γεωργικές ασχολίες που αφορούν τον μήνα αυτό . Πάνω δεξιά είναι το ζώδιο που αντιστοιχείσ τον μήνα , ενώ προς τα αριστερά είναι ο ήλιος στις διάφορες αστρικές θέσεις, ανάλογα με την εποχή.
Κατά το μήνα Ιούλιο απεικονίζεται το αλώνισμα




Πηγές

ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ
http://pyroessa-logotimis.blogspot.gr/
https://itzikas.wordpress.com/
http://www.kavafis.gr/
http://dreamskindergarten.blogspot.gr
http://www.greek-language.gr/

http://users.sch.gr/
http://www.saint.gr/
http://lysippos-mustang.blogspot.gr

http://www.stixoi.info/










Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου