Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2018

ΙΩΑΝΝΑ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΟΥ - ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ " ΑΓΡΥΠΝΕΣ ΣΙΩΠΕΣ "

ΤΟ ΑΓΚΙΣΤΡΙ ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ

Το αγιόκλημα σκαρφαλώνει στα παραθύρια που αγναντεύουν τη θάλασσα,
θροΐζει η νύχτα στον φλοίσβο των κυμάτων.
Ασπαζόμαστε το φεγγάρι που καθρεφτίζεται στα μάτια της Παναγιάς
στο εκκλησάκι δίπλα στην ακρογιαλιά.
Σβηστό το καντηλάκι του,
σκιές από τα περασμένα ανάβουν το κεράκι τους.
Τα πουλιά κοιμούνται στα κλαδιά του γέρο- πλάτανου,
τ’ αφρόψαρα κυνηγιούνται στα νερά.
Μια νυχτερίδα χορεύει τον πολεμικό χορό της
πάνω απ’ τον σκοτεινό βυθό με τις γυαλιστερές πέτρες,
μια καραβίδα ξεμυτά στην άκρη των βράχων.
Στην αμμουδιά χρυσίζουν τα ονόματα των ερωτευμένων,
ένας χαρταετός ταξιδεύει για τους κόσμους της αθωότητας.
Μικρή βαρκούλα βγαίνει απ’ τα κρυστάλλινα νερά
κι ακουμπά τη ράχη της στην πρόσχαρη στεριά.
Τραγουδά ο ψαράς στην πλανεύτρα θάλασσα
νανουρίζοντας τους λευκούς χειμώνες.
Το αγκίστρι του φεγγαριού ριγμένο στο βάθος του πελάγους,
ασημένιες οι στάλες του ονείρου.
Αναίτιος ο θυμός της πεισματάρας τρικυμίας,
η γαλήνη τη μαλώνει στοργικά.
Τα κρινάκια της αμμουδιάς κοιμούνται αγκαλιασμένα με τα κοχύλια,
ξαγρυπνούν οι κάτασπροι γλάροι.
Νυσταγμένα τα σύννεφα στον ορίζοντα,
η νύχτα ταξιδεύει στα λευκά τους πανιά.
Χρυσή λύρα κρατά ο άνεμος,
η πανσέληνος, πορφυρή καπετάνισσα.
Ο ουρανός αποκοιμιέται στα σπλάχνα των κυμάτων,
φιλιούνται μυστικά οι ώρες του μεσονυκτίου.
Κι ο φάρος αναβοσβήνει τις στιγμές στην άκρη του λιμανιού,
γίγαντας ακοίμητος των ωκεανών,
φρουρός στην ταξιαρχία των αγγέλων

✤    ✤    ✤    ✤

«ΑΓΡΟΣ ΤΟΥ ΚΕΡΑΜΕΩΣ»

Ακριβά αγοράστηκε ο «αγρός του κεραμέως»,
περιμένει την ώρα της σταύρωσης.
Πικροί ψαλμοί σπαράζουν τις ψυχές,
άνθρωποι άνομοι σκυλεύουν τ’ άρματα της άνοιξης.
Τυλίγουν οι άγιοι το σώμα του Κυρίου με τη σινδόνη τη λευκή,
θλιμμένοι βαδίζουν για τη φρικτή ταφή.
Καντήλια χλωμά φέγγουν την άδεια νύχτα,
καριοφίλια σημαδεύουν το τίποτα.
Αντάρτες καλπάζουν στο πάθος και στο μαύρο κύμα,
γυμνά τα σπαθιά τους,
μα, η λήθη αλάβωτη.
Ταλανίζει η πίκρα τ’ όνειρο,
τ’ αγάλματα σπασμένα στα κοιμητήρια.
Κάστρα τυλιγμένα τη μοναξιά,
οι κτήτορές τους αναπαύονται εδώ και χρόνια
στα χωράφια με τους πληγωμένους ήλιους.
Οι κατακτητές μπαίνουν θριαμβευτές σε αδειανές πόλεις,
οι νεκροί άφαντοι,
οι λεωφόροι θρηνούν.
Τα ουράνια σαν μολύβι,
οι καταιγίδες δεν ξεσπούν
και ο Ιάσονας ακόμη ψάχνει ναυάγια
κι αλλοπαρμένους συντρόφους
σε μια Κολχίδα μακρινή.

ΑΓΡΟΣ ΤΟΥ ΚΕΡΑΜΕΩΣ

Κατά την ευαγγελική αφήγηση, όταν ο Ιούδας ο Ισκαριώτης επέστρεψε τα τριάκοντα αργύρια στους Εβραίους αρχιερείς, αυτοί προκειμένου να μη τα ξαναβάλουν στον "κορβανά" (=ταμείο του ναού), επειδή αποτελούσαν ήδη αντίτιμο αίματος εκ προδοσίας, "συμβούλιον λαβόντες ηγόρασαν τον αγρόν του κεραμέως, εις ταφήν τοις ξένοις, δι΄ ό εκλήθη ο αγρός εκείνος Αγρός Αίματος, έως της σήμερον". Ο δε αναφερόμενος κεραμέας ήταν είτε κάποιος κεραμοποιός, ή κάποιος που πρόσφερε χώμα για κεραμουργία

✤    ✤    ✤    ✤

ΑΓΡΑΦΕΣ ΠΛΑΚΕΣ

Τα μεγάλα φαράγγια γεμάτα αγριοπούλια,
το φως παραστέκεται στις ανύποπτες σκιές,
οι καταρράκτες πέφτουν ορμητικοί.
Τα σύνορα ανύπαρκτα στην ξέφρενη αιωνιότητα,
πόσα αγάλματα ακόμη θα μας διεκδικούν;
Άλογα κουρασμένα κι άμαξες φορτωμένες μ’ ανθρώπινες ψυχές,
σπασμένοι οι καθρέφτες στα χέρια των αγαπημένων!
Μάτωσε ο πόνος απ’ τη θλίψη των δειλινών,
κέντησε η πίκρα τα μαντήλια τ’ ουρανού.
Άγρυπνες φωνές ξυπνούν τη λήθη,
τυφλά χελιδόνια ψιθυρίζουν προσευχές.
Οι εντολές όλες καταπατήθηκαν,
σε πλάκες άγραφες ψυχορραγεί το δίκιο.
Και τα δίχτυα γεμάτα ματωμένες αγάπες
και οι προπομποί του θανάτου όλο να φωνάζουν πως έφτασε η ώρα.
Έγειρε ο χρόνος γυμνός στα εξωκλήσια,
λύγισε ο φόβος απ’ τον θρήνο των ημερών.
Και οι άνεμοι σώπασαν ν’ ακούσουν την ύστατη κραυγή
και η σιωπή ακούστηκε τότε η τρομακτική.






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου