Παρασκευή 19 Οκτωβρίου 2018

Φρανσουά Τρυφώ ( 6 Φεβρουαρίου 1932 - 21 Οκτωβρίου 1984 )



Ο Φρανσουά Τρυφώ (François Roland Truffaut, 6 Φεβρουαρίου 1932 - 21 Οκτωβρίου 1984) ήταν Γάλλος κριτικός, σκηνοθέτης, σεναριογράφος και ηθοποιός του κινηματογράφου, από τους πιο σημαντικούς εκπροσώπους του γαλλικού νέου κύματος.


Με τη βοήθεια του θεωρητικού του κινηματογράφου Αντρέ Μπαζέν, άρχισε να γράφει κριτικές στο περιοδικό Cahiers du cinema, με το οποίο, μαζί άλλους συναδέλφους του, άνοιξαν τον δρόμο για το νέο κύμα και το μη εμπορικό κινηματογράφο. Με την μικρού μήκους ταινία του Les Mistons (1958), και θέμα την σεξουαλική αφύπνιση μιας ομάδας νεαρών, έθεσε στην πράξη τις θεωρίες του, τις οποίες συνέχισε στην ημιαυτοβιογραφική, μεγάλου μήκους ταινία του, Τα 400 χτυπήματα (Les Quatres Cents Coups, 1959), μία γεμάτη ειλικρίνεια αλλά και ποίηση ταινία, που κέρδισε το βραβείο Σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ των Καννών, κάτι που τον καθιέρωσε ως τον κατ' εξοχήν ηγέτη του πρωτοεμφανιζόμενου νέου κύματος (nouvelle vague). Συνεχίζει την ιστορία του αγοριού από την πρώτη του ταινία με άλλες ταινίες. Το 1962 ένα μικρό επεισόδιο (Ο Έρωτας στα Είκοσι, 1962). Τότε ο Αντουάν Ντουανέλ (Ζαν-Πιερ Λεό) ερωτεύεται τη Κριστίν (Κλοντ Ζαντ) (Κλεμμένα φιλιά, 1968]. Η Αντουάν και η Κριστίν παντρεύονται (Παράνομο κρεβάτι, 1970). Ο Αντουάν και η Κριστίν διαζευγνύονται (Η αγάπη το βάζει στα πόδια, 1979). Ο κύκλος είναι μοναδικός στην ιστορία του κινηματογράφου. Έτσι, ο Τρυφώ και η Κλοντ Ζαντ προσλήφθηκαν και μετά την κινηματογράφηση το 1968.

Ακολούθησαν οι ταινίες Πυροβολείτε τον Πιανίστα (Tirez sur le pianiste, 1960), αναφορά αλλά και ανατροπή των γκανγκστερικών ταινιών, Απολαύστε το κορμί μου (Jules et Jim, 1961) γύρω από τις ιδιόμορφες σχέσεις ενός ερωτικού τριγώνου, Φαρενάιτ 451 (Fahrenheit 451, 1966), εξαιρετική μεταφορά στην οθόνη του βιβλίου επιστημονικής φαντασίας του Ρέι Μπράντμπερι, που ο Τρυφώ γύρισε στην Αγγλία, Η νύφη φορούσε μαύρα(La mariée etait en noir, 1967), μία παραλλαγή του αμερικανικού φιλμ νουάρ, ταινίες που επέβαλαν τον Τρυφώ ως έναν ξεχωριστό και εντελώς πρωτότυπο δημιουργό.

Πολιτικές απόψεις

Ο Τριφό δεν εξέφραζε ποτέ πολιτικές απόψεις μέσα από τις ταινίες του. Ακόμα και την περίοδο του Μάη του '68 ο Τρυφώ απέρριψε τον στρατευμένο και πολιτικοποιημένο κινηματογράφο και συνέχισε με το ξεκάθαρα δικό του στυλ. Σε μία συνέντευξή του το 1980 στο περιοδικό ''Cahiers du Cinema'' αναφέρει χαρακτηριστικά για τις πεποιθήσεις του τα εξής: "Πολιτικά οι ιδέες μου με οδηγούν προς την αριστερά. Αυτό όμως δεν εκφράζεται στις ταινίες μου, ίσως επειδή μου φαίνεται ότι βάζουν πολύ αίσθημα στην πολιτική, ενώ πιστεύω ότι δεν πρέπει να είναι κανείς στην αριστερά επειδή αυτό είναι συμπαθητικό και της μόδας, αλλά επειδή είναι πιο δίκαιο. Το σλόγκαν <<όλα είναι πολιτική>> δεν μ' αρέσει γιατί, αν όλα είναι πολιτική, τίποτα δεν είναι πολιτική".

Ο Φρανσουά Τρυφώ και η Κλοντ Ζαντ στην πρεμιέρα της τρίτης κοινής τους ταινίας Η αγάπη το βάζει στα πόδια, 1979

ΤΑΙΝΙΕΣ 

Φαρενάιτ 451 / Fahrenheit 451 ( 1966) 


Σε έναν κόσμο απροσδιόριστο χωροχρονικά, στο εγγύς μέλλον, ο πυροσβέστης Μόνταγκ βάζει φωτιά αντί να τη σβήνει. Καίει τα βιβλία (ο τίτλος αφορά την απαιτούμενη θερμοκρασία καύσης), γιατί στην εν λόγω κοινωνία απαγορεύεται η ανάγνωση και η κατοχή βιβλίων.
Κάποια μέρα όμως, γοητευμένος από αυτό που καταστρέφει, υποκύπτει και ο ίδιος στη μαγεία της ανάγνωσης και όταν τον ανακαλύπτουν αναγκάζεται να καταφύγει στα δάση, όπου ζουν οι παράνομοι βιβλιόφιλοι, έχοντας μάθει τα αγαπημένα τους βιβλία απέξω, για να μπορέσουν έτσι να τα διασώσουν και να τα μεταδώσουν στις επόμενες γενιές.
Βασισμένη στο ομότιτλο βιβλίο του Ρέυ Μπράντμπερυ, η ταινία αυτή είναι η πρώτη έγχρωμη του Φρανσουά Τρυφώ και ταυτόχρονα η πρώτη του μεγάλη παραγωγή και σε αγγλική ομιλούσα. Το θέμα της είναι η αγάπη για τα βιβλία, η εξαφάνιση των οποίων σημαίνει τον αφανισμό της ιστορικής μνήμης, την απουσία κάθε μελλοντικού χρονικού ορίζοντα και το βάλτωμα της κοινωνίας σε ένα αιώνιο παρόν-κόλαση, όπου τα πάντα θα είναι ομοιόμορφα και απολύτως ελεγχόμενα, αφού κανείς δεν θα θυμάται τίποτα.
Έξυπνα, ο Τρυφώ αποκλείει τα εφέ της επιστημονικής φαντασίας, αποφεύγει τις συμβάσεις και τους κοινούς τόπους του είδους και κάνει μια ταινία με πολιτική θέση, στην οποία αρκεί η ανάγνωση του Ντέιβιντ Κόπερφιλντ από τον πυρομανή-πυροσβέστη Μόνταγκ, για να γκρεμιστεί ένας ζοφερός κόσμος. Έξοχη και πανέμορφη η Τζούλι Κρίστι στον διπλό της ρόλο.



Το τελευταίο μετρό / Le dernier métro, ( 1980 )

Παρίσι, Φθινόπωρο 1942. Στο θέατρο της Μονμάρτης προσλαμβάνεται ως πρωταγωνιστής ο Μπερνάρ Γκρανζέ και αρχίζουν οι πρόβες ενός καινούριου έργου με τίτλο «Οι εξαφανισμένοι». Η Μαριόν, διάσημη ηθοποιός του γαλλικού μπουλβάρ, διευθύνει μόνη της το θέατρο του Εβραίου συζύγου της Λούκα Στάινερ, ο οποίος είναι εξαφανισμένος για τις αρχές Κατοχής.
Στην πραγματικότητα όμως, είναι κρυμμένος στο υπόγειο του θεάτρου, δίνοντας από κει τις σκηνοθετικές οδηγίες για το ανέβασμα των παραστάσεων, οι οποίες τελειώνουν πριν περάσει το τελευταίο μετρό. Η εμφάνιση του νέου και προικισμένου ηθοποιού Μπερνάρ, αναστατώνει συναισθηματικά την Μαριόν και οι εξελίξεις είναι απρόβλεπτες.
Το πολυβραβευμένο με 10 Σεζάρ (τα γαλλικά Όσκαρ) “Τελευταίο Μετρό”, είναι μαζί με την “Αμερικανική νύχτα”, η πιο επιτυχημένη εμπορικά ταινία του Φρανσουά Τρυφώ. Δεν πρόκειται για μια ταινία για την εποχή της Κατοχής στη Γαλλία (παρόλο που υπάρχουν άμεσες αναφορές, ακόμα και σε υπαρκτά πρόσωπα εκείνης της περιόδου, όπως ο αντισημίτης θεατρικός κριτικός Νταξιά), αλλά για την πολύπλοκη σχέση ανάμεσα στο θέατρο και τη ζωή.
Οι ίντριγκες της θεατρικής σκηνής και των παρασκηνίων γίνονται μια μεταφορά της πραγματικής ζωής, το σκηνικό ενός παιχνιδιού όπου διαπλέκεται η μικρή και η μεγάλη Ιστορία, η παρουσία με την απουσία, το κρυφό με το φανερό και φυσικά ο έρωτας, που στήνει τον αόρατο συναισθηματικό ιστό της ταινίας.
Έχοντας στο κεντρικό πρωταγωνιστικό δίδυμο τους Κατρίν Ντενέβ και Ζεράρ Ντεπαρντιέ, αλλά και τη θαυμάσια, «πνιγμένη» φωτογραφία του σπουδαίου Νέστορ Άλμεντρος, η ταινία αποτελεί μία από τις κορυφαίες δημιουργίες του Τρυφώ.


Οπωσδήποτε την Κυριακή / Vivement Dimanche! 
( 1983 )

Ο Ζυλιέν, κτηματομεσίτης στο επάγγελμα, είναι ο βασικός ύποπτος για το φόνο της γυναίκας του Μαρί-Κριστίν και του εραστή της Ζακ. Η πρώην γραμματέας του Μπαρμπαρά, η οποία είναι ερωτευμένη μαζί του, τον κρύβει στο υπόγειο του γραφείου του και αρχίζει τις έρευνες για να βρει τον πραγματικό δολοφόνο και να αποδείξει την αθωότητά του. 

Κατά τη διάρκεια των ερευνών τα πράγματα περιπλέκονται, καθώς σκοτώνονται μια ταμίας κινηματογράφου και ο μάνατζερ ενός οίκου ανοχής, που έχει σαν βιτρίνα ένα νυχτερινό κέντρο. Τελικά, η Μπαρμπαρά στήνοντας ένα επικίνδυνο παιχνίδι, με την βοήθεια του Λαμπλάς, ντετέκτιβ παλαιάς σχολής, αλλά και του επιθεωρητή Σαντελί, καταφέρνει να ανακαλύψει τον ένοχο.

Στο κύκνειο άσμα του ο Φρανσουά Τρυφώ, μέγας γνώστης και θαυμαστής του φιλμ νουάρ, αποδίδει με μεγάλη αφηγηματική άνεση, σινεφίλ διάθεση και ειρωνικό βλέμμα το ύφος και το πνεύμα ενός κινηματογραφικού είδους, την μεγάλη αξία του οποίου ανέδειξαν οι δημιουργοί της nouvelle vague, ως κινηματογραφικοί κριτικοί στα Cahiers du Cinéma. Έξοχη η ασπρόμαυρη φωτογραφία του Νέστορ Άλμεντρος, συμβάλλει τα μέγιστα στην νουάρ ατμόσφαιρα της ταινίας και θαυμάσιοι στους κεντρικούς ρόλους η Φανί Αρντάν και ο Ζαν-Λουί Τρεντινιάν.
Τα τετρακόσια χτυπήματα - Les Quatre Cents Coups

Τα τετρακόσια χτυπήματα (Les Quatre Cents Coups) είναι δραματική κινηματογραφική ταινία που κυκλοφόρησε αρχικά στη Γαλλία το 1959 και στην Ελλάδα το 2002. Αποτελεί μία από τις χαρακτηριστικές ταινίες του Γαλλικού Νέου Κύματος (French New Wave)[4], καθώς έχει πολλά από τα γνωρίσματά του. Το σενάριο επιμελήθηκε ο Φρανσουά Τρυφώ και ο Marcel Moussy ενώ την σκηνοθεσία ανέλαβε ο Φρανσουά Τρυφώ. Πρωταγωνιστούν ο Jean-Pierre Léaud που υποδύεται τον Antoine Doinel, πρόκειται για ένα δωδεκάχρονο αγόρι που έρχεται καθημερινά αντιμέτωπο με το απολυταρχικό σύστημα του σχολείου της εποχής από την μία και με την αδιαφορία και τη ψυχρότητα των σχέσεων τις οικογένειας του από την άλλη, η Claire Maurier που υποδύεται την Gilberte Doinel, η οποία είναι η μητέρα του Antoine, ο Albert Rémy που υποδύεται τον Julien Doinel, ο οποίος είναι ο θετός πατέρας του Antoine και ο Patrick Auffay που υποδύεται τον René Bigey, ο οποίος είναι ο καλύτερος φίλος του Antoine.Το έργο διαδραματίζεται στην Γαλλία. 
Η ταινία είχε πολλές προτάσεις βράβευσης και κατέκτησε και πολλά βραβεία, όπως το "Βραβείο Καλύτερου Σκηνοθέτη" στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Καννών, το βραβείο OCIC, και η υποψηφιότητα για Χρυσό Φοίνικα (Palme d'Or). Ακόμη, προτάθηκε για Όσκαρ "Καλύτερου Σεναρίου" το 1960. Το έργο πούλησε 4.092.970 εισιτήρια στη Γαλλία, με αποτέλεσμα να γίνει η πιο επιτυχημένη ταινία του Τρυφώ, στην γενέτειρά του[5]. 
Είναι παγκοσμίως αναγνωρισμένη ως μία από τις καλύτερες γαλλικές ταινίες στην ιστορία του κινηματογράφου, και το 2011, κριτικοί του Sight & Sound, την κατέταξαν στην 39η θέση των καλύτερων ταινιών που προβλήθηκαν ποτέ 
Ο Antoine Doinel είναι ένα νεαρό αγόρι που μεγαλώνει στη πόλη του Παρισιού κατά τη δεκαετία του 1950. Παρεξηγημένος από τους γονείς τους επειδή είναι αδικαιολόγητα απών από το σχολείο και κλέβει, καθώς και βασανισμένος από τον δάσκαλό του (Guy Decomble) γιατί έχει προβλήματα πειθαρχίας. Το αγόρι παρατά το σχολείο μετά από το τσακωμό που είχε με τον Balzac και κλέβει μια γραφομηχανή από τη δουλειά του πατέρα του (Albert Remy) ώστε να τελειοποιήσει το σχέδιο του να φύγει από το σπίτι, αλλά συλλαμβάνεται όταν προσπαθεί να την επιστρέψει. Ο πατριός του τον παραδίδει στην αστυνομία όπου ο μικρός περνάει όλη τη νύχτα στη φυλακή και μοιράζεται το κελί με πόρνες και κλέφτες. Κατά τη διάρκεια της ανάκρισης, η μητέρα του ομολογεί ότι ο σύζυγός της δεν είναι ο βιολογικός πατέρας του μικρού. Το αγόρι μεταφέρεται σε αναμορφωτήριο κοντά στην ακτή (μετά από παράκληση της μητέρας του). Εκεί, ένας ψυχολόγος εξετάζει τους λόγους που το αγόρι είναι δυστυχισμένο, αφού εκείνο τους ομολογήσει μέσα από συνεχόμενος μονολόγους. Μια μέρα που παίζει ποδόσφαιρο με τα άλλα αγόρια, καταφέρνει να αποδράσει βγαίνοντας από τον φράκτη και τρέχει προς τον ωκεανό, ένα μέρος που ήθελε να επισκεφτεί όλη του τη ζωή. Φτάνει στην ακτογραμμή και τρέχει προς τη θάλασσα. Στη τελευταία σκηνή, η κάμερα επικεντρώνεται στο πρόσωπο του, και εκείνος κοιτάει προς αυτήν. 
Τίτλος
Ο αγγλικός τίτλος της ταινίας είναι κυριολεκτική μετάφραση του γαλλικού αλλά δεν αποδίδει το σωστό νόημα, αφού ο γαλλικός τίτλος αναφέρεται στον ιδιωματισμό "faire les quatre cents coups" , που σημαίνει "αναθρεμμένος στη κόλαση". Στις πρώτες αφίσες της ταινίας στις ΗΠΑ, o μεταγλωττιστής Noelle Gilmore της έδωσε το τίτλο "Wild Oats", ο οποίος δεν άρεσε όμως στον αντιπρόσωπο και τον άλλαξε σε "The 400 Blows". Πριν δουν τη ταινία, ορισμένοι θεωρούσαν ότι αναφέρεται στη σωματική ποινή. 




Η γυναίκα της διπλανής πόρτας/La femme a cote (1981) 

La femme a cote. Γαλλία, 1981. Σκηνοθεσία: Φρανσουά Τριφό. Σενάριο: Τριφό & Σουζάν Σίφμαν. Ηθοποιοί: Ζεράρ Ντεπαρντιέ, Φανί Αρντάν, Μισέλ Μπομγκαρντνέρ, Ανρί Γκαρσέν. 106' ***** 

Τα καταστροφικά αποτελέσματα ενός ερωτικού πάθους σ' ένα ψυχολογικό δράμα, με τον Τριφό να χρησιμοποιεί χιτσκοκικές μεθόδους για να υποβάλει τα αισθήματα ενοχής. Θαυμάσιο το δίδυμο Ντεπαρντιέ-Αρντάν. 

ΚΡΙΤΙΚΗ: ΝΙΝΟΣ ΦΕΝΕΚ ΜΙΚΕΛΙΔΗΣ 

Τα τραγικά αποτελέσματα ενός παθιασμένου, τρελού έρωτα, όπως τον αφηγείται, με ένα κάπως ψυχρό και αποστασιοποιημένο ύφος, μια γυναίκα, η κυρία Ζιουβ, μας αφηγείται στο ψυχολογικό -σε επανέκδοση- δράμα του «Η γυναίκα της διπλανής πόρτας» ο Φρανσουά Τριφό. 
Το ένα είναι ένα ζευγάρι μεσοαστών που ζει ευτυχισμένο στο επαρχιακό τους σπίτι: ο Μπερνάρ (Ζεράρ Ντεπαρντιέ), η γυναίκα του Αρλέτ (Μισέλ Μπομγκαρντνέρ) και το παιδί τους. Το άλλο είναι ένα ζευγάρι νιόπαντρο, που μόλις μετακομίζει στο διπλανό σπίτι. Μόνο που ο Μπερνάρ και η Ματίλντ, η γυναίκα της διπλανής πόρτας (Φανί Αρντάν), είχαν ζήσει, πριν από αρκετά χρόνια, έναν παθιασμένο, καταστροφικό έρωτα. Κανένας τους όμως δεν λέει τίποτα στον σύντροφό του. Και όταν το παλιό πάθος αναβιώνει κι αρχίζουν να συναντιούνται κρυφά, στο ξενοδοχείο της πόλης, η κατάστασή τους δεν μπορεί παρά να έχει τραγική κατάληξη. 
Εκείνο που ενδιαφέρει τον Τριφό είναι η ανάλυση αυτού του «τρελού έρωτα» σε μια μεσοαστική οικογένεια, αλλά και οι τύψεις και οι ενοχές που τελικά οδηγούν στην καταστροφή. Δεν είναι η πρώτη φορά που ο σκηνοθέτης καταπιάνεται με το θέμα του καταστροφικού έρωτα -φτάνει να θυμηθούμε ταινίες όπως «Η νύφη φορούσε μαύρα», «Η σειρήνα του Μισισιπή», «Η ιστορία της Αντέλ Ουγκό». Σ' αυτό πρέπει να προσθέσω και το θέμα της ενοχής, στοιχείο που βρίσκουμε και στον Χίτσκοκ, από τον οποίο σίγουρα ο Γάλλος σκηνοθέτης έχει επηρεαστεί -δεν πρέπει να ξεχνάμε και το σημαντικό βιβλίο του με τη μεγάλη, εξονυχιστική συνέντευξή του με τον «μετρ». Ο Τριφό στήνει με σοφία τις σκηνές του, προχωρώντας βήμα βήμα προς την κατεύθυνσηη που θέλει, δημιουργώντας την κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, που αναπτύσσεται σταδιακά, και καθοδηγώντας με σιγουριά τους ηθοποιούς του. Με τον Ντεπαρντιέ και την Αρντάν. 












Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου