Τετάρτη, 25 Σεπτεμβρίου 2013

ΕΡΙΧ ΜΑΡΙΑ ΡΕΜΑΡΚ ( 22 Ιουνίου 1898 - 25 Σεπτεμβρίου 1970 )



Ο Έριχ Μαρία Ρεμάρκ γεννήθηκε το 1898 στο Όσναμπρυκ της Γερμανίας και μεγάλωσε μέσα στη νοσηρή ατμόσφαιρα που προηγήθηκε του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Το 1916 πήγε στρατιώτης όπου βρέθηκε μπροστά στο "μεγαλύτερο ομαδικό έγκλημα στην ιστορία". Το 1929 κυκλοφόρησε το βιβλίο του "Ουδέν νεότερον από το δυτικό μέτωπο", που θεωρήθηκε η πιο ειλικρινής και σπαρακτική μαρτυρία για τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και γνώρισε διεθνή επιτυχία. Το 1933 τα βιβλία του κάηκαν από το ναζιστικό καθεστώς και ο ίδιος αυτοεξορίστηκε στην Ελβετία. Το 1940 μετανάστευσε στις Ηνωμένες Πολιτείες και λίγα χρόνια αργότερα πήρε την αμερικανική υπηκοότητα. Πέθανε στο Λοκάρνο το 1970. Ανάμεσα στα μυθιστορήματά του περιλαμβάνονται "Ο μαύρος οβελίσκος", "Τρεις σύντροφοι", "Η αψίδα του θριάμβου" και "Ο παράδεισος δεν έχει ευνοουμένους", που εκδόθηκε το 1958 και μεταφράστηκε αμέσως στα αγγλικά. Ο Έριχ Μαρία Ρεμάρκ έγραψε επίσης σενάρια για το Χόλλυγουντ όπου πέρασε τα χρόνια της ωριμότητάς του.

Εργα 

• Η νύχτα της Λισαβώνας (2007)
• Τρεις σύντροφοι (2005)
• Ο παράδεισος δεν έχει ευνοουμένους (2001)
• Η δύναμη της αγάπης (1994)
• Ουδέν νεώτερον από το δυτικόν μέτωπο (1991)
• Ουδέν νεώτερον από το δυτικόν μέτωπον (1990)
• Ώρες αγάπης, ώρες πολέμου (1989)
• Ο παράδεισος δεν έχει ευνοούμενους (1989)
• Η αψίδα του θριάμβου (1988)
• Επιστροφή (1984)
• Εξόριστοι (1976)
• Ουδέν νεώτερον από το δυτικό μέτωπο
 

Ουδέν νεώτερον από το Δυτικό Μέτωπο

Το «Ουδέν νεώτερον από το Δυτικό Μέτωπο» είναι ένα αντιπολεμικό έργο, που περιέγραφε τις εμπειρίες του από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο (1914-1918) τον πιο φονικό πόλεμο που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα, με πάνω απο 80 εκατομμύρια θύματα.
Το 1916 (στα 18 του) στρατεύτηκε, όπως και άλλοι συνομήλικοί του και πολέμησε στο Δυτικό Μέτωπο. «Είμαστε δεκαοχτώ χρονών κι αρχίσαμε ν' αγαπάμε τον κόσμο και τη ζωή. Και να που έπρεπε να πυροβολούμε», γράφει ο ίδιος. Το Ουδέν νεώτερον από το Δυτικό Μέτωπο μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες, διαβάστηκε από εκατομμύρια ανθρώπους κι έγινε δυο φορές κινηματογραφική ταινία: Η πρώτη το 1930 από τον Λούις Μάιλστοουν απέσπασε Οσκαρ καλύτερης ταινίας και σκηνοθεσίας, η δεύτερη το 1979 από τον Ντέλμπερτ Μαν κέρδισε Χρυσή Σφαίρα καλύτερης παραγωγής.
Όταν προβλήθηκε στο Βερολίνο αντιμετωπίστηκε ως εχθρός της πατρίδας του. Ομάδες της χιτλερικής νεολαίας είχαν ορμήσει τότε στην αίθουσα όπου παιζόταν το έργο κραυγάζοντας «Γερμανία, ξύπνα!». Η ταινία απαγορεύτηκε και αυτός αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα του το 1931, δύο χρόνια προτού ο Χίτλερ αναρριχηθεί στην εξουσία. Το 1933 οι Ναζί απαγόρευσαν και έκαψαν τα βιβλία του. Το 1943 η αδελφή του, που είχε παραμείνει στην Γερμανία, συνελήφθη, καταδικάστηκε ως ηττοπαθής και αποκεφαλίστηκε. Αφού περιπλανήθηκε στην Ευρώπη και στην Αμερική, ο Ρεμάρκ κατέληξε να ζει ανάμεσα στη Ρώμη και στο Πόρτο Ρόνκο, γράφοντας μυθιστορήματα αλλά και σενάρια για τον κινηματογράφο. Πέθανε 25 Σεπτεμβρίου του 1970.

Αποσπάσματα 




Είμαι νέος, μόλις έκλεισα τα 20,  από τη ζωή δεν ξέρω παρά μόνο την απελπισία, το θάνατο, το φόβο και μια αλυσίδα από ανόητες επιπολαιότητες, πάνω από μια άβυσσο πόνων και θλίψεων. Βλέπω τους λαούς να ορμούν σε άλλους λαούς, να σκοτώνουν και να σκοτώνονται, χωρίς ούτε κι εκείνοι να ξέρουν το γιατί, υπακούοντας σ΄αυτούς που τους στέλνουν, χωρίς συναίσθηση του κινδύνου ή της ευθύνης τους. Βλέπω πως οι δυναμικότεροι εγκέφαλοι του κόσμου εφευρίσκουν όπλα για να γίνονται όλ' αυτά μ' έναν τρόπο ακόμα πιο ραφιναρισμένο και να διαρκούν όσο γίνεται περισσότερο. Κι όλοι οι συνομήλικοί μου εδώ, στην αντικρυνή παράταξη, σ' ολόκληρο τον κόσμο το βλέπουν όπως εγώ. Αυτή είναι η ζωή της γενιάς μου και η δική μας. Τι θα κάνουν άραγε οι πατεράδες μας αν μια μέρα σηκωθούμε και παρουσιαστούν μπροστά τους για να τους ζητήσουμε λογαριασμό; Τι περιμένουν από μας όταν μια μέρα τελειώσει ο πόλεμος; Τι περιμένουν από μας όταν μια μέρα τελειώσει ο πόλεμος; Χρόνια ολόκληρα σκοτώναμε μόνο. Αυτό ήταν το πρώτο μας επάγγελμα στη ζωή. Για μας η επιστήμη της ζωής περιορίζεται στο θάνατο. Τι θα συμβεί ύστερα; Και τι θ' απογίνουμε εμείς; [...]

Έχουμε χάσει κάθε αίσθημα ανθρωπισμού και αλληλεγγύης. Μόλις κατορθώνουμε να αναγνωρίσει ο ένας τον άλλο, όταν η εικόνα του ενός πέσει μπροστά στα μάτια μας, που είναι μάτια κυνηγημένου ζώου. Είμαστε αναίσθητοι νεκροί, οι οποίοι με ένα στρατήγημα ή κάποια επικίνδυνη μαγεία γινήκαμε και πάλι ικανοί να τρέχουμε και να σκοτώνουμε […]

Έχουμε γίνει επικίνδυνα ζώα, δεν πολεμούμε αμυνόμαστε εναντίον της καταστροφής. Δε ρίχνουμε τις χειροβομβίδες μας πάνω σε ανθρώπινα πλάσματα, γιατί τη στιγμή εκείνη δε νιώθουμε παρά ένα πράγμα: ότι ο θάνατος βρίσκεται εκεί σ' αυτούς να μας αρπάξει κάτω από αυτά τα χέρια και κάτω απ' αυτά τα κράνη. Είναι η πρώτη φορά έπειτα από τρεις μέρες που μπορούμε ν' αμυνθούμε εναντίον του. Η αγριότητας και το πάθος που μας εμψυχώνει μοιάζουν με τρέλα. Μπορούμε να καταστρέψουμε και να σκοτώσουμε για να σωθούμε… για να σωθούμε και να εκδικηθούμε....

✦✦✦✦

Εξώφυλλο Α' Εκδοσης 
Με παρασύρει στο καφενείο στο συνηθισμένο τραπεζάκι του. Οι φίλοι του με υποδέχονται κάτι περισσότερο από εγκάρδια. Κάποιος που τον λένε «διευθυντή» μού απλώνει το χέρι του και λέει:
— Α! Έρχεσαι από το μέτωπο! Πώς είναι το ηθικό του στρατού μας; Εξαιρετικό, εξαιρετικό, έτσι;
Δηλώνω πως όλοι θα ήθελαν να γυρίσουν στα σπίτια τους.
Γελάει.
— Σε πιστεύω! Πριν από όλα όμως πρέπει να τις βρέξετε στους Φραντσέζους. Καπνίζεις; Άναψε ένα πούρο. Γκαρσόν, φέρε κι ένα ποτήρι μπύρα στο νεαρό πολεμιστή μας.
Δυστυχώς, δέχτηκα το πούρο κι έτσι είμαι υποχρεωμένος να μείνω. Όλοι ξεχειλίζουν από καλοσύνη. Όσο γι' αυτό, δε μπορώ να πω τίποτα. Είμαι, ωστόσο, δυσαρεστημένος και καπνίζω όσο πιο γρήγορα μπορώ.
Για να κάνω τουλάχιστον κάτι αδειάζω μονορούφι το ποτήρι της μπύρας. Μου φέρνουν αμέσως μια δεύτερη. Ξέρουν πώς πρέπει να φερθούν σ' ένα στρατιώτη. Συζητούν τί θα γίνει έπειτα. Ο «διευθυντής» που έχει μια σιδερένια αλυσίδα στο ρολόι του, είναι ο πιο αχόρταγος. Θέλει τη Γαλλία και μεγάλα τμήματα της Ρωσίας. Εξηγεί για ποιους, ακριβώς, λόγους πρέπει να τα πάρουμε και επιμένει αλύγιστος στις απόψεις του, όσο δεν υποχωρούν οι άλλοι. Ύστερα, αρχίζει να εξηγεί σε ποιο σημείο του γαλλικού μετώπου πρέπει να γίνει η διείσδυση. Γυρίζει σ' εμένα και λέει:
— Λοιπόν! Έλα λίγο πιο κοντά. Εκεί κάτω, με τον ατέλειωτο πόλεμο των θέσεων, πρέπει να δώσετε ένα καλό μάθημα σ' αυτούς τους τύπους, τί καθόσαστε; Τότε μόνο θα έχουμε ειρήνη...
Του απαντώ πως κατά τη γνώμη μας, είναι αδύνατο να σπάσουμε το μέτωπο, γιατί οι άλλοι έχουν πάρα πολλά αποθέματα — όπλα και στρατό. Άλλωστε, προσθέτω, ο πόλεμος είναι πολύ διαφορετικός, από όσο τον φαντάζονται.
Απαντώ με μεγάλη αυτοπεποίθηση και μου αποδείχνει πως δε σκαμπάζω «γρυ».
— Όσο για τις λεπτομέρειες, ίσως να έχεις δίκιο, μου λέει, σημασία όμως έχει το σύνολο κι αυτό δεν είσαι σε θέση να το κρίνεις. Δε βλέπεις παρά μόνον το μικρό σας τομέα και δε μπορείς να έχεις τη γενική άποψη. Ο καθένας σας θα έπρεπε να έχει πάρει το σιδερένιο σταυρό. Πριν από όλα όμως, το εχθρικό μέτωπο πρέπει να σπάσει στη Φλάνδρα και ύστερα να το αναγκάσετε να υποχωρήσει από ψηλά ώς χαμηλά και να βαδίσετε προς το Παρίσι.
Πολύ θα ήθελα να ξέρω, πώς ακριβώς τα φαντάζεται όλ' αυτά και αδειάζω το τρίτο ποτήρι μου. Μου παραγγέλνει αμέσως άλλο.
Σηκώνουμαι όμως. Μου βάζει μερικά πούρα ακόμα στην τσέπη και μου χτυπάει φιλικά τον ώμο.
— Με την ευχή μας! Πρέπει να ελπίζουμε πως σε λίγο θ' ακούσουμε να μιλούν για σένα με θαυμασμό.
[...]
Έριχ Μαρία Ρεμάρκ, Ουδέν νεώτερον από το δυτικό μέτωπο, μτφ. Στέλλα Βουρδουμπά, Δωρικός, Αθήνα 1983,

✦✦✦✦

 Το μέτωπο είναι ένα κλουβί όπου είσαι υποχρεωμένος να περιμένεις τι θα γίνει. Ζούμε με την αγωνία του άγνωστου. Πάνω μας κρεμιέται η τύχη. Σαν έρχεται μια οβίδα, το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να σκύψω για να περάσει. Δεν ξέρω πού θα σκάσει.
   Η τύχη είναι που μας κάνει αδιάφορους. Πριν από λίγους μήνες καθόμουν σ’ ένα αμπρί* κ’ έπαιζα χαρτιά. Για μια στιγμή σηκώθηκα και πήγα να δω κάποιους γνωστούς μου σε κάποιο άλλο αμπρί. Σαν γύρισα δε βρήκα κανέναν από δαύτους. Έσκασε πάνω τους μια μπόμπα. Ξαναγύρισα πάνω στ’ άλλο αμπρί κι έφτασα πάλι στην ώρα για να βοηθήσω να τους ξεχώσουν γιατί χτυπήθηκαν κι αυτοί με τη σειρά τους. Το πώς ζω είναι από τύχη. Όπως μπορεί να με βρει μια σφαίρα, έτσι μπορώ το ίδιο και να ζω. Στο πιο σίγουρο αμπρί μπορεί κανείς να γίνει χίλια κομμάτια και στ’ ανοιχτό πεδίο να μην πάθεις τίποτα ύστερα από δέκα ωρών αδιάκοπο σφυροκόπημα.
   Ο κάθε φαντάρος χρωστά τη ζωή του σε χίλιες δύο συμπτώσεις. Γι’ αυτό και κάθε φαντάρος πιστεύει κι εμπιστεύεται τον εαυτό του στην τύχη.

Ρεμάρκ Έριχ ΜαρίαΟυδέν Νεώτερον από το Δυτικόν Μέτωπον, μτφρ. Κώστας Θρακιώτης, Ζαχαρόπουλος & ΣΙΑ, Αθήνα, 1990

Η νύχτα της Λισαβώνας

"Όταν επιστρέψαμε στον πύργο, είδαμε κάμποσους αξιωματικούς που τριγύριζαν κορδωτοί, σαν παράξενα παγώνια.
Τους παρακολουθούσαμε από το πάρκο, κρυμμένοι πίσω από μια οξιά και μια μαρμάρινη θεά. Ήταν ένα μεταξένιο απόγευμα, κοντά στο λυκόφως. 'Έχουμε αφήσει τίποτα εκεί απέναντι;' ρώτησα.
'Τα μήλα στα δέντρα, τον αέρα, τον χρυσαφένιο Οκτώβρη και τα όνειρα μας', αποκρίθηκε η 'Ελεν.
'Αυτά τα αφήνουμε πάντα πίσω μας', της απάντησα. 'Σαν ιστούς αράχνης που τους παρασέρνει ο άνεμος το φθινόπωρο'..."
Λισαβώνα, στη δίνη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Ένας άντρας περιεργάζεται με δέος το βαπόρι που αναχωρεί την επομένη για την Αμερική, την Κιβωτό του Νώε που θα σώσει εκατοντάδες πρόσφυγες σαν κι αυτόν από τον βιβλικό κατακλυσμό του ναζισμού. Μες στο σκοτάδι, ένας άνθρωπος-σκιά τον πλησιάζει για να του προτείνει μια παράξενη συμφωνία: εκείνος θα του δώσει τα εισιτήρια που ονειρεύεται, εξασφαλίζοντας του μια θέση στο μοναδικό μέσον διαφυγής από το καμίνι της σπαρασσόμενης Ευρώπης, αρκεί... Αρκεί ο άλλος να του χαρίσει μια νύχτα, να θελήσει ν' ακούσει την ιστορία του: μια φορά κι έναν καιρό, ένας άντρας και μια γυναίκα που αγαπιόντουσαν πολύ προσπάθησαν να δραπετεύσουν από τον πόλεμο και τον θάνατο. Οι διώκτες τους τους πήραν στο κατόπι, έπαιξαν μαζί τους όπως η γάτα με το ποντίκι και στο τέλος, τους έπιασαν! Ένα μυθιστόρημα με ήρωα τον άνθρωπο και το μοναδικό όπλο που του δόθηκε για να νικήσει τη φρίκη: τη μνήμη!

Τρεις σύντροφοι

Βερολίνο του 1928. Τρεις νέοι άντρες, παλιοί γνώριμοι από τα χαρακώματα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, συναντώνται μετά από χρόνια στη γερμανική πρωτεύουσα και δουλεύουν μαζί στο συνεργείο αυτοκινήτων που ένας εξ αυτών διατηρεί. Ιδιοκτήτης και εργαζόμενοι νιώθουν ισότιμοι, γιατί πάνω απ' όλα είναι φίλοι. Γιατί πέρασαν μαζί τον πόλεμο, τη φρίκη, γιατί μαζί ξέφυγαν τον θάνατο. Είναι τρεις φίλοι που μοιράζονται τα πάντα. Υποχρεώσεις δεν υπάρχουν, αφού κανείς δεν τολμά να σκεφτεί το αύριο. Χαρές και διασκεδάσεις περιορίζονται στο ποτό, το φαγητό και σε εφήμερες σχέσεις με κοπέλες που έχουν καταλήξει, εξαιτίας της μεγάλης κρίσης, στο πεζοδρόμιο.
Οικογένειες ολόκληρες αυτοκτονούν. Δουλειά και φαγητό δεν υπάρχουν πια και οι σχέσεις των ανθρώπων δοκιμάζονται ανελέητα. Ο καθένας προσπαθεί να εξοντώσει τον άλλον, για μια θέση εργασίας, για ένα μάρκο, για ένα κομμάτι ψωμί.
Σ' αυτές τις συνθήκες της γενικής πείνας και ανέχειας, οι τρεις φίλοι μένουν ενωμένοι. 
Όταν η αγαπημένη του ενός αργοπεθαίνει από φυματίωση σε ένα σανατόριο των Άλπεων, οι τρεις τους πωλούν το συνεργείο και το αγαπημένο τους αυτοκίνητο για να αντεπεξέλθουν. Μα ο θάνατος είναι θάνατος και δεν τους χαρίζεται. Η αγαπημένη "φεύγει" και λίγο αργότερα η Τρομοκρατία θα σκοτώσει και έναν ακόμη από τους τρεις συντρόφους. Την πιο αγωνιστική, την πιο ανθρώπινη, την πιο υπέροχη φιγούρα. Το σκοτάδι έχει πέσει για τα καλά, πλέον, στη Γερμανία του Μεσοπολέμου. 

Ο παράδεισος δεν έχει ευνοουμένους

Ένα δραματικό μυθιστόρημα με σκηνικό την απατηλά γαλήνια Ελβετία, όπου μια νέα γυναίκα που τα έχει όλα –χρήματα, ομορφιά, εξυπνάδα– περνάει τις τελευταίες μέρες της ύπαρξής της. "Ο παράδεισος δεν έχει ευνοουμένους" είναι η ιστορία της Λίλιαν, που σε μια απελπισμένη προσπάθεια να ζήσει, το σκάει από το σανατόριο μαζί μ’ έναν οδηγό αγώνων, έναν άνδρα που προκαλεί το θάνατο, όπως κι εκείνη. Ωστόσο, δεν πρόκειται μονάχα για την περιγραφή ενός τραγικού έρωτα που εξελίσσεται κάτω απ’ τη σκιά του θανάτου και διακόπτεται αμετάκλητα: ο Έριχ Μαρία Ρεμάρκ αφήνει πίσω του τα στρατόπεδα και τα χαρακώματα του «Ουδέν νεότερον από το δυτικό μέτωπο», για να εγκατασταθεί στα κοσμοπολίτικα στέκια της Βέρνης, του Παρισιού, της Βενετίας και του Μόντε Κάρλο, όπου ο θάνατος καραδοκεί επίσης. Μέσα στο περιβάλλον των ακριβών ξενοδοχείων και των χιονισμένων ορεινών διαδρομών, η Λίλιαν θ’ ακολουθήσει τη μοίρα της: ούτε ο παλιός της έρωτας θα μπορέσει να τη σώσει ούτε οι καινούριες απελπισμένες της επιθυμίες. "Ο παράδεισος δεν έχει ευνοουμένους" είναι ένα μυθιστόρημα ρομαντικό και ειρωνικό, που μεταφέρει την εμπειρία του συγγραφέα από τον κίνδυνο και την αρρώστια κι από τη μεταφυσική του ευρωπαϊκού τοπίου, που μοιάζει εδώ απειλητικό και εύθραυστο.


Τα βιβλία και οι περιγραφές του είναι από http://www.biblionet.gr/
































1 σχόλιο:

  1. Υπέροχη ανάρτηση! Συγχαρητήρια Γεωργία! Και επειδή η λογοτεχνία και τα βιβλία, όταν το περιεχόμενό τους συναντούν τη πραγματική ζωή μπορούν να επηρεάσουν, να διαμορφώσουν συνειδήσεις, να δρομολογήσουν επαναπροσδιορισμούς ζωής, η εν λόγω ανάρτηση με όσα σημαντικά αναφέρει περί πολέμου, ας γίνει άλλη μία αφετηρία προβληματισμού καθώς ζούμε σε μία χώρα, που ενώ υπάρχει ακόμα ειρήνη, ελευθερία με πληγωμένη έστω τη δημοκρατία, βλέπουμε ότι "φλετάρει " με τον πόλεμο και όσους ετοιμάζουνε τον νέο!!! Ποια παληκάρια φαντάζονται να στείλουν στα πεδία των μαχών , να αφήσουν εκεί το κορμάκι τους, να ανοίξουν "πένθος" με τον χαμό τους και νέες φρικτές πληγές προκειμένου να κλείσουν τους λογαριασμούς που άνοιξαν οι "τρανοί" που εξουσιάζουν τη ζωή μας!! Τί μας λέει η πείρα της ανθρωπότητας, όπως ααυτή καταφαίνεται μέσα από αντίστοιχα βιβλία, σχετικά με όσες φρικαλαιότητες ευτυχήσαμε να μη τις έχουμε ζήσει ακόμα, πέρα από την απλή ανάγνωση στόχο έχουν να συντελέσουν στην αφύπνιση για επιλογές ζωής αποφυγής όσων δεν θέλουμε να μας "ματώσουν" ανεπανόρθωτα στη πράξη! Είθε!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή