Κυριακή, 8 Σεπτεμβρίου 2013

ΑΜΠΕΛΙ - ΤΡΥΓΟΣ - ΚΡΑΣΙ

Ούτος την άμπελον είπε τρεις φέρειν βότρυς· τον πρώτον ηδονής· τον δεύτερον μέθης· τον τρίτον αηδίας. Ανάχαρσις, 6ος π.Χ. αιών.


    H άγρια άμπελος συναντάται σε όλη την παράλια ζώνη της Μεσογείου, με εξαίρεση τις παρυφές της Σαχάρας, ενώ το εξημερωμένο φυτό της αμπέλου ανάγεται χρονικά στα όψιμα νεολιθικά χρόνια. Και τα δύο αυτά είδη χρησιμοποιούνταν στην παραγωγή οίνου, μέχρις ότου η καλλιεργημένη μορφή αμπέλου επικράτησε πλήρως. Η αρχή της καλλιέργειας της αμπέλου μπορεί να αναζητηθεί σε μία περιοχή γύρω από την Κασπία Θάλασσα ή τη Μεσοποταμία, απ” όπου προέρχονται και τα πρώτα σχετικά ευρήματα. Για την Ελλάδα πιθανές είσοδοι είναι η Θράκη ή η ΒΔ Μικρά Ασία, απ” όπου σύμφωνα με το μύθο ο Οδυσσέας παρέλαβε τον οίνο που έδωσε στον Πολύφημο. Πιθανό είναι επίσης όμως κάθε μία από τις περιοχές όπου συναντώνται ίχνη αμπελοκαλλιέργειας να ανέπτυξε ανεξάρτητα την καλλιέργεια αυτή, καθώς η άγρια άμπελος συναντάται εκεί ακόμη και σήμερα.


    Οι αρχαιολογικές έρευνες έχουν φέρει στο φως σπόρους καλλιεργημένων σταφυλιών στην Αίγυπτο και την Κεντρική Ασία από το 4000 π.Χ. Στον ελλαδικό χώρο έχουν επίσης έρθει στο φως κατάλοιπα του καρπού της αμπέλου σε θέσεις όπως ο Καστανάς, το Σέσκλο, ο Αχίλλειος Θεσσαλίας, τα Θαρρούνια Ευβοίας και το Φράγχθι της Πελοποννήσου. Έχουμε δηλαδή κατάλοιπα από τη Μακεδονία, τη Θεσσαλία, την Εύβοια, την Πελοπόννησο, την Κρήτη, αλλά και την Τροία από το τέλος της Νεολιθικής εποχής. Στην εποχή του Χαλκού τα σχετικά ευρήματα αυξάνονται και έτσι συναντάμε σχετικά κατάλοιπα στη Λέρνα, τον Άγιο Κοσμά, τη Μύρτο, τη Φαιστό, τις Μυκήνες, την Τίρυνθα.

   Με βάση μάλιστα πρόσφατη αρχαιολογική ανακοίνωση, στο Ντίκιλι Τας – στον προϊστορικό οικισμό από πασσαλόπηκτες καλύβες της μέσης νεολιθικής και πρώιμης εποχής του Χαλκού (6η-3η χιλιετίες π.Χ.) κοντά στον αρχαιολογικό χώρο των Φιλίππων – βρέθηκαν 2.460 καμένοι σπόροι σταφυλιών και 300 φλούδια από σταφύλι ηλικίας 6.500 που πιθανόν χρησιμοποιήθηκαν για την παραγωγή κρασιού, αποτελώντας τα αρχαιότερα πατημένα σταφύλια που έχουν έρθει μέχρι σήμερα στο φως.




Σταφύλια που βρέθηκαν στις ανασκαφές του Νεολιθικού οικισμού Ντίκιλι Τας




   Η κατανάλωση ή όχι του κρασιού, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο γίνονταν η οινοποσία, αποτελούσαν κριτήρια για απόδοση στερεοτύπων σε διάφορα έθνη από τους αρχαίους Έλληνες. Στους λαούς που έπιναν κρασί, συγκαταλέγονταν εκτός από τους Έλληνες και οι Πέρσες οι οποίοι έμαθαν το κρασί από τους Μήδους και τους Λυδούς, καθώς επίσης οι Σκύθες και οι Θράκες. Οι Αιγύπτιοι για παράδειγμα έπιναν κρίθινο οίνο, ενώ με βάση τον Αρχίλοχο το ίδιο έκαναν επίσης οι Φρύγες και οι Θράκες. Η κατανάλωση άκρατου οίνου θεωρούνταν μία βαρβαρική συνήθεια και τη συναντούσαμε  στους Πέρσες, τους Σκύθες, τους Θράκες αλλά και αλλού. Οι Έλληνες αντίθετα είναι γνωστό πως κατανάλωναν τον οίνο κεκραμένο, ανακατεμένο δηλαδή με νερό.


    Η σχέση των αρχαίων πόλεων με το κρασί ποικίλει, ενώ υπήρχε και άμεση σύνδεση του κρασιού με τα διάφορα έθιμα των εκάστοτε πόλεων κρατών. Οι Φιγαλείς για παράδειγμα θεωρούνταν φιλοπότες, όπως επίσης και οι Βυζαντινοί, οι Αργείοι και οι Τιρύνθιοι. Στη Σπάρτη είχαν το συνήθειο να λούζουν τα νεογέννητα με κρασί, αλλά κατά τα άλλα ήταν πειθαρχημένοι ως προς την κατανάλωσή του. Ο Πλάτωνας όριζε τους περιορισμούς, οι νέοι μέχρι τα 18 να μην δοκιμάζουν κρασί, καθώς και να γεύονται μέτρια ποσότητα μέχρι τα 30 τους χρόνια. Οι Μασσαλιώτες επίσης είχαν νόμο που επέτρεπε τις γυναίκες να πίνουν μόνο νερό.


                                    ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ 

Θεόφιλου Χατζημιχαήλ, ΒάκχοςΘεός του οίνου. Θεός των αρχαίων


    Η αρχή της αμπελοκαλλιέργειας στον Ελλαδικό χώρο χάνεται στα βάθη της νεολιθικής περιόδου, η μεγαλύτερή της όμως ανάπτυξη σημειώνεται μεταξύ του 13ου και του 11ου π.Χ. αιώνα. 

     Η σχέση των προγόνων μας, των αρχαίων, με το κρασί είναι γνωστή και χιλιοσυζητημένη. Καλλιεργούσαν αμπέλια και παρήγαγαν ονομαστά κρασιά. Ο Όμηρος στην «Ιλιάδα» και την «Οδύσσεια», ο Πλάτωνας και ο Ξενοφώντας στα «Συμπόσιά» τους, ο Αθήναιος στους «Δειπνοσοφιστές» αναφέρονται συχνά στους ονομαστούς οίνους της αρχαιότητας. Τα γλυκά και μαλακά κρασιά από τη Θήρα και την Κρήτη, τα λεπτότατα από την Κύπρο και τη Ρόδο, τα ευώδη της Λέσβου, ο χαριέστατος εις παλαίωσιν Κερκυραϊκός, ο υπνωτικός Θάσιος, ο ονομαστός Αριούσιος της Χίου και πάρα πολλά άλλα περιζήτητα κρασιά αναφέρονται στα κείμενα της εποχής. 

   Να μην ξεχνάμε ότι οι αρχαίοι Έλληνες γνώριζαν πολύ καλά και την αξία του εμπορίου, το εξαγωγικό τους δε εμπόριο ήταν πολύ καλά οργανωμένο την εποχή εκείνη. Σε αντάλλαγμα του οίνου και του λαδιού οι Έλληνες εισήγαγαν δημητριακά και χρυσό από την Αίγυπτο και τις περιοχές της Μαύρης Θάλασσας, χαλκό από την Συρία και την Κύπρο, ελεφαντόδοντο από την Αφρική. 
                                                         Χαρακτικό του Τάσου



   Τα κρασιά που εξάγονταν εκείνη την εποχή ήταν πολλά, πιο φημισμένα όμως ήταν τα κρασιά των νησιών του Αιγαίου. Ο Χίος, ο Λέσβιος και ο Θάσιος υπήρξαν οι πιο ακριβοπληρωμένοι οίνοι κατά τον 4ο Π.Χ. αιώνα. Για την προστασία τους δε από τις απομιμήσεις και τις παραποιήσεις, τα κρασιά της Θάσου έπρεπε να πωλούνται μέσα σε αμφορείς ώστε η ανθεκτικότητά τους να είναι εγγυημένη. Οι οινικοί νόμοι της Θάσου του 5ου αιώνα π.Χ. δεν είναι τίποτε λιγότερο από τα αρχαιότερα νομοθετικά κείμενα για την προστασία των Οίνων Ονομασίας Προέλευσης, στα πλαίσια μιας γενικότερης αμπελοοινικής πολιτικής που αποσκοπούσε στη διασφάλιση της ποιότητας του προϊόντος και στην προστασία του υγιούς οινεμπορίου. Εδώ μπορούμε επίσης να διακρίνουμε την πρώτη προσπάθεια δημιουργίας κανονισμών για τα κρασιά ονομασίας προελεύσεως, όπως αυτοί ισχύουν τώρα στις χώρες της Ε.Ε. Οι ομοιότητες που υπάρχουν ανάμεσα στη νομοθεσία της Αρχαίας Ελλάδος για τα κρασιά ποιότητας που προέρχονται από συγκεκριμένες περιοχές και τη νομοθεσία της Ε.Ε. είναι εκπληκτική. 








    Οι αρχαίοι Έλληνες αγαπούσαν το κρασί και υπηρετούσαν με πάθος τον θεό του, τον Διόνυσο, μια θεότητα έξυπνη, ζωντανή, ερωτική. Σύμφωνα με το μύθο ο Διόνυσος απήχθη από Ετρούσκους πειρατές στο δρόμο του για την Ιταλία. Φανέρωσε όμως, τη θεϊκή του υπόσταση φυτεύοντας ένα αμπέλι που αναρριχήθηκε στο κατάρτι και μετατρέποντας τους πειρατές σε δελφίνια. Η Αριάδνη, κόρη του Μίνωα βασιλιά της Κρήτης και σύζυγος του Διόνυσου, του χάρισε δύο γιους, τον Στάφυλο και τον Οινοπίωνα, καθώς και μία κόρη την Ευάνθη. Η πλούσια εικονογραφία των αγγείων της Αττικής κεραμικής μαρτυρά το εύρος της Διονυσιακής λατρείας. Το δράμα, κορυφαία έκφραση της εποχής, γεννήθηκε από τον Διονυσιακό διθύραμβο. Έντονο διονυσιακό χαρακτήρα είχαν οι πολυάριθμες γιορτές, και κυρίως τα αφιερωμένα στο Διόνυσο «Μικρά» και «Μεγάλα Διονύσια», στα οποία γίνονταν και θεατρικοί αγώνες. Αλλά και τα συμπόσια, ευκαιρία για πνευματικές συζητήσεις και ανταλλαγή ιδεών, είχαν ως άξονα την εθιμοτυπικά καθορισμένη οινοποσία.




    Από τη μελέτη της Βακχικής ποίησης ανασύρουμε το τελείως συγκεκριμένο εθιμοτυπικό του πότου, της κατανάλωσης δηλαδή του κρασιού. Ο κοινός πολίτης της αρχαιότητας βουτούσε κάθε πρωί το ψωμί του στο κρασί και αυτή ήταν η μοναδική στιγμή της ημέρας που έπινε άκρατο τον οίνο του, χωρίς δηλαδή να τον αραιώσει με νερό. Γιατί στο συμπόσιο, κοινωνικό θεσμό με κανονισμούς και καθορισμένη εθιμοτυπία, ο πότος, που ακολουθούσε το σύντομο και συνήθως λιτό δείπνο, συνίστατο στην πόση κρασιού αραιωμένου με νερό. Έτσι οι συμποσιαστές, χωρίς να μεθούν, και να συνέχιζαν τις εμπνευσμένες συζητήσεις που έχει καταγράψει η πένα των ποιητών. Η καταδίκη της μέθης είναι πανάρχαια, από την εποχή του Ομήρου και οι μέθυσοι Κύκλωπες αποτελούν προηγούμενα προς αποφυγήν. Οι γυναίκες δεν ελάμβαναν ποτέ μέρος σε αυτές τις συγκεντρώσεις, εκτός φυσικά από τις τραγουδίστριες, τις χορεύτριες ή ακόμη και τις εταίρες που διασκέδαζαν τους παρευρισκόμενους. 






Οι Αρχαίοι Έλληνες, λαός και άρχοντες, καθώς και οι φιλόσοφοι όλων σχεδόν των ρευμάτων , από τους Προσωκρατικούς και τους Ιδεαλιστές ( Πλάτων, Σωκράτης κ.ο.κ. ) μέχρι τους Επικούριους, αγαπούσαν το κρασί, ενώ και οι ποιητές δεν παρέλειψαν να το υμνήσουν. 

Ο Όμηρος στην «Οδύσσεια» περιγράφει πολλές σκηνές οινοποσίας,ενώ στην «Ιλιάδα» μιλάει για την ασπίδα του Αχιλλέα που είναι διακοσμημένη με μια σκηνή τρύγου. Ο Ευρυπίδης στο σατυρικό δράμα «Κύκλωψ», ( στιχ. 616-624) αναφέρεται πως ο Οδυσσέας μέθυσε τον Πολύφημο με το δυνατό κρασί (Μαρώνειος Οίνος) που του έδωσε ο ιερέας Μάρωνας και τον τύφλωσε.


     Ο Αλκαίος, μεγάλος λυρικός ποιητής, μας παροτρύνει να μην φυτέψουμε κανένα άλλο δένδρο παρά μόνο αμπέλι, «Μηδ’ εν άλλο φυτεύσης πρότερον δένδρεον αμπέλω...»
Στην αξία του κρασιού αναφέρονται ο Πλάτωνας και ο Ξενοφώντας στα « Συμπόσιά» τους. « Χαλεπόν τοις ανθρώποις η μέθη» ,δηλ. « Φοβερόν ελλάτωμα για τους ανθρώπους η μέθη» ( Πλατ. “Συμπόσιον” c, 176 ) αλλά και ο Αθήναιος στους «Δειπνοσοφιστές», όπου αποκαλεί το κρασί « Οίνος, ο αγαθός δαίμονας». Στο ίδιο έργο, σ’ ένα απόσπασμα, ο Εύβουλος ( κωμικός ποιητής του 4ου π.Χ. αιώνα) παριστάνει τον Διόνυσο να λέει ότι το κρασί είναι απαραίτητο στον άνθρωπο, αλλά με μέτρο, γιατί αν πιει περισσότερο τότε παραφέρεται. 
    Οι Αρχαίοι πρόγονοί μας διέθεταν μια αξιοζήλευτη ποκιλία ειδικών αγγείων, τα οποία χρησιμοποιούσαν τόσο για την ανάμειξη του κρασιού, τη διατήρηση του, όσο και για την ψύξη του, πριν την κατανάλωση. Έτσι έχουμε : 

Αποθηκευτικά
Μίξης οίνου με νερό
Αντλήσεως και σερβιρίσματος οίνου
Πόσης
Ψύξης του οίνου
















Ο περίφημος μελανόμορφος Κρατήρας του Κλειτία, έργο του Εργότιμου και του Κλειτία
Οι αρχαίοι Έλληνες έπιναν το κρασί τους αναμεμιγμένο με νερό, οίνο κεκραμμένο δηλαδή. Όσοι έπιναν τον οίνο άκρατο, σκέτο, ονομάζοντανακρατοπότες, κάτι ανάλογο με το σημερινό μέθυσος. Ο κρατήρας ήταν το αγγείο, στο οποίο αναμιγνυόταν το νερό και το κρασί και η λέξη προέρχεται από το κεράννυμι, που σημαίνει αναμιγνύω.



                                       ΒΥΖΑΝΤΙΟ 



   Στα ελληνιστικά χρόνια και την πρωτοβυζαντινή εποχή, την από πολλές απόψεις προέκταση του αρχαίου κόσμου, πραγματοποιήθηκε μία αλλαγή στη σχέση του ανθρώπου με τον Διόνυσο και το δώρο του. Αυτός ο θεός, ο ευάμπελος (πλούσιος σε αμπέλια και κρασιά), ο γενναιόδωρος, ο λυσιμέριμνος (εχθρός των προβλημάτων και της έγνοιας), ο ηπεροπεύς (πονηρός καταφερτζής), ο γελόων, φιλομειδεύς (πρόξενος γέλιου και φίλος του χαμόγελου) συγκρούστηκε και στα χρόνια του Ιουστινιανού νικήθηκε από έναν άλλο θεό. Τον Θεό των Χριστιανών, τον μόνο αληθινό Σωτήρα και Λυτρωτή που αποκαλείται η Άμπελος η αληθινή. Η άμπελος και ο οίνος είναι άλλωστε τα πιο ιερά σύμβολα που ο Χριστιανισμός δανείστηκε από τις αρχαίες θρησκείες. Η Παλαιά και η Καινή Διαθήκη βρίθουν με αναφορές τους. 


   Στο Βυζάντιο, το κρασί ενώνει τη βιβλική και την ελληνική παράδοση. Ο αρχαίος θεός του, ο Διόνυσος, είναι πάντα ζωντανός, αν και μεταμφιεσμένος. Παρά την εκδίωξή του από τον χριστιανικό αμπελώνα έχει δανείσει σχεδόν όλα τα σύμβολά του στον Χριστό αλλά και στον αυτοκράτορα που εμφανίζονται στις εικόνες ως αμπέλια, οι δε Απόστολοι και οι πιστοί ως κληματίδες και σταφύλια. 

Η Βυζαντινή κοινωνία παρουσίαζε δύο όψεις πλέον: το επίσημο, λαμπρό Βυζάντιο και το Βυζάντιο του αγρότη, του ταβερνιάρη, του ποιητή. Στην πρώτη, οι βυζαντινοί άρχοντες διηγούνται τα κατορθώματα τους στα συμπόσια, γύρω από τη μαρμάρινη τάβλα, με τα χρυσά τους κύπελλα γεμάτα γλυκόπιοτο κρασί, όπως ακριβώς οι ομηρικοί ήρωες. Η τελετή του τρυγητού στη Βασιλική αυλή, μας παρουσιάζεται στα έργα του Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου και μαρτυρά τη σημασία που έδιναν τόσο οι βασιλείς όσο και η εκκλησία στον τρύγο και στο πάτημα των σταφυλιών. Η Κωνσταντινούπολη μάλιστα, όπου κατέφθαναν όλα τα κρασιά της Αυτοκρατορίας θα ονομαστεί από τους Αγγλοσάξονες, Winburg, που σημαίνει Οινόπολις, η πόλη του κρασιού. Και ο απλός λαός συνέχισε τη συνεύρεσή του με το κρασί, στις ταβέρνες και τα καπηλειά. Το κρασί ήταν πάντα παρόν στο τραπέζι.



Μεσαίωνας και Τουρκοκρατία 


Η διάδοση του Χριστιανισμού στη Μεσαιωνική Ευρώπη αποδείχθηκε ζωτική για τη διατήρηση της αμπελοκαλλιέργειας και της οινοποίησης. Το κρασί κατέχει σημαντική θέση στη Θεία Ευχαριστία. Επιπλέον όμως, λόγω των θεραπευτικών του ιδιοτήτων (ιδίως σε περιοχές όπου το νερό ήταν μολυσμένο) παρουσιάζεται και ως κατεξοχήν πολύτιμο αγαθό, φάρμακο ψυχών και σωμάτων. Είναι δώρο Θεού, «ευφραίνει την καρδία του ανθρώπου». Όταν πίνεται με μέτρο συμβάλλει στην τόνωση και την ενδυνάμωση του οργανισμού, η κατάχρησή του όμως αποτελεί έκτροπο και ακολασία. Αυτή είναι βασικά η άποψη που επικρατεί στους κύκλους των μοναχών, οι οποίοι και ανέλαβαν τη φροντίδα και την ανάπτυξη των αμπελώνων όπως ασχολήθηκαν εξίσου με τις θρησκευτικές, επιμορφωτικές και ιατρικές ανάγκες του λαού. Τα μοναστήρια διαθέτουν πλέον εκτεταμένους αμπελώνες και στους Κανονισμούς που διέπουν την οργάνωσή τους υπήρχαν επανειλημμένες αναφορές για την παραγωγή, την αποθήκευση και τη χρήση του κρασιού. 


Κατά τον 13ο αιώνα, Άγιος της αμπέλου και του οίνου καθιερώθηκε ο Άγιος Τρύφωνας, ο οποίος εξακολουθεί ακόμα και σήμερα να είναι ο Άγιος των αμπελουργών και να τιμάται την 1η Φεβρουαρίου, την εποχή του κλαδέματος των αμπελιών, ιδιαίτερα στην περιοχή της Θράκης και της Μακεδονίας. 



Και ενώ τα μοναστήρια φτιάχνουν αμπελώνες και κρασιά, οι πιστοί του Μωχάμετ τους καταστρέφουν όπου τους βρουν. Το κίνητρο και των δύο κοινό: η θρησκεία! Ο προφήτης του Ισλάμ βλέπετε, απαγορεύει τη λατρεία ειδώλων, τον τζόγο και το αλκοόλ. Η καταστροφή των αμπελώνων της Μέσης Ανατολής και της Ελλάδας υπήρξε ολοκληρωτική. 



Ας σημειώσουμε ότι στα χρόνια αυτά, με την εμφάνιση των Σταυροφόρων και των Τούρκων, το κρασί και το αμπέλι χρησιμοποιήθηκαν στη συμβολική γλώσσα των προφητειών της εποχής. Η άμπελος συμβολίζει εκτός από την Εκκλησία και την ίδια την Βυζαντινή αυτοκρατορία, που κινδυνεύει, το δε κρασί συμβολίζει το αίμα. 

                                 Οι νεώτεροι χρόνοι 





   Και έφτασε η αυγή των νέων χρόνων, η Εθνεγερσία, η απελευθέρωση από τους Τούρκους και η ανάπτυξη του νέου κράτους με προσβλέψεις προς την Ευρώπη. Ο ελληνικός αμπελώνας, έτσι όπως αυτός εξελίχθηκε μέχρι τις παραμονές του Β΄ Παγκόσμιου πολέμου, δεν αναπτύχθηκε προγραμματισμένα στα πλαίσια της αμπελοοινικής πολιτικής των κατά καιρούς κυβερνήσεων της χώρας. Αντίθετα διαμορφώθηκε κάτω από συνθήκες που έχουν άμεση σχέση με την ιστορία του γένους. Έμεινε ακλάδευτος κάθε φορά που ο γεωργικός κόσμος έπαιρνε τα όπλα για τη λευτεριά του τόπου Κάηκε και ξεριζώθηκε κατά μεγάλο μέρος, όταν οι κατακτητές ερημώσανε, για εκδίκηση, τη χώρα. Ξεκίνησε μικρός και αύξανε σταδιακά κάθε φορά που νέα υπόδουλα εδάφη βρίσκανε τη λευτεριά τους, με αποτέλεσμα, όταν η Ελλάδα απέκτησε τα σημερινά σύνορά της, ο ελληνικός αμπελώνας να αποτελεί το άθροισμα διαφόρων διαμερισματικών αμπελώνων, των οποίων η εξέλιξη είχε υπαγορευθεί από διαφορετικές για το κάθε διαμέρισμα συνθήκες. 



   Αλλά και στα πλαίσια του ελεύθερου ελληνικού κράτους, ο αμπελώνας εξακολούθησε να αναπτύσσεται απρογραμμάτιστα, άλλοτε προς όφελος και άλλοτε προς ζημία του αμπελουργικού κόσμου, καθώς κάθε έννοια αμπελοοινικής πολιτικής ήταν άγνωστη και το νεοσύστατο τότε κράτος έχοντας άλλες πιεστικές ανάγκες προωθούσε άλλες καλλιέργειες. 

   Ακόμα χειρότερα εξελίχθηκαν τα πράγματα μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Στα προβλήματα που ήδη υπήρχαν ήρθαν να προστεθούν ο εμφύλιος, η μετανάστευση και η φυλλοξήρα. Ο ελληνικός αμπελώνας συνεχώς υποβαθμιζόταν, ποικιλίες εγκαταλείπονταν, οι ορεινοί αμπελώνες ποιότητος χάνονταν. Το κρασί χύμα ήταν κυρίαρχο στην αγορά, με εξαίρεση κάποιες οινοποιητικές μονάδες που τολμούσαν να εμφανίζονται στην αγορά του εμφιαλωμένου. Στις διεθνείς αγορές το ελληνικό κρασί δεν είχε πολύ καλό όνομα. Εθεωρείτο «μεσογειακό», δηλαδή υψηλόβαθμο, χωρίς οξύτητα, χωρίς άρωμα, οξειδωμένο. Με εξαίρεση το μοσχάτο γλυκό της Σάμου, κανένα άλλο ελληνικό κρασί δεν ερχόταν στην αγορά με γεωγραφική ένδειξη καταγωγής. 



Μια κωμωδία λέει. 
Το πρώτο κροντήρι φέρνει υγεία, το δεύτερο ευχαρίστηση, το τρίτο ύπνο και αφού το πιεις πρέπει να πας στο σπίτι σου . Τ ο τέταρτο κροντήρι  φέρνει αυθάδεια ,το πέμπτο ουρλιαχτά ,το έκτο φασαρία στους δρόμους ,το έβδομο ένα μελανιασμένο μάτι, το όγδοο κλήση στο δικαστήριο. 

                              



                                             ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ 
(Από http://argolikivivliothiki.gr/)

    
Πρώτη δουλειά του αμπελουργού ήταν το ξελάκιασμα του αμπελιού και το κόπρισμά του με χωνεμένη κοπριά το φθινόπωρο. Το Γενάρη, και σπανιότερα το Φλεβάρη, γινό­τανε το κλάδεμα, που απαιτούσε έμπειρο κλαδευτή. Την παλιά εποχή για το κλάδεμα χρησιμοποιούσαν μαχαίρι με ξύλινη λαβή, η λάμα του οποίου ήταν ελαφρά καμπυλω­τή και οδοντωτή. Μάλιστα, για λόγους α­σφάλειας έκλεινε κιόλας, γιατί ‘τανε πολύ κοφτερό και επικίνδυνο. Στην Κρήτη το λέ­γαμε σαρακάκι (σάρακας σημαίνει πριόνι). Αργότερα χρησιμοποιήθηκαν τα γνωστά κλαδευτήρια με τους δύο βραχίονες (λαβές). Ο κλαδευτής έπρεπε να γνωρίζει όλα τα μυ­στικά της δουλειάς του, πόσα μάτια να α­φήνει σε κάθε κλήμα και ποια κλήματα να αφαιρέσει από τον πάτο. Μ’ ένα μικρό πριό­νι, επίσης, αφαιρούσε τα ξεράδια.


Luke Dingman - Grape Harvest on Mt. Athos


Κατόπιν, το Μάρτη έπρεπε το αμπέλι να σκαφτεί. Ο σκαφτιάς έσκαβε με το διχάλι και έκανε αναχώματα ανάμεσα στις σειρές του αμπελιού. Η δουλειά ήταν πολύ σκληρή. Συνήθως έσκαβαν νέοι άνδρες. Καθένας σώριαζε το χώμα ανάμεσα σε δυο σειρές, έφτιαχνε δηλαδή το δικό του ανά­χωμα, ο ένας μπρος, ο άλλος πίσω, σε λο­γική απόσταση, για να μην τραυματιστούν με τα διχάλια τους. Στην Κρήτη, όταν θέ­λανε να υπολογίσουν την έκταση ενός α­μπελιού, ιδιαίτερα όταν ήταν φυτεμένα μι­κρά και ακανόνιστα πεζούλια, λέγανε «έ­χω αμπέλι τριώ εργατώ, τεσσάρω εργα­τών», εννοώντας ότι τρεις ή τέσσερις ερ­γάτες σκάβουν το αμπέλι σε μια μέρα.
    Τον Απρίλη τα κλήματα άνοιγαν και ο αγρότης παρακολουθούσε με ικανοποίηση το φούσκωμα των ματιών και την πρώτη βλάστηση. Μετά, το Μάιο, έπρεπε να γίνει το σκάλισμα και να ισοπεδωθούν τα αναχώματα, αλλά με μεγάλη προσοχή, για να μην καταστραφούν οι νεαροί βλαστοί από βιασύνη ή αδεξιότητα. Παράλληλα έπρεπε να γίνουν και τα θειαφίσματα με ιδιαίτερη επιμέλεια για την προστασία του αμπελιού από διάφορες ασθένειες.


Λεπτομέρεια ξυλόγλυπτου με παράσταση αμπελιού.

    Αλλά η φροντίδα δε σταματούσε εδώ. Θα έπρεπε να γίνει και το κορφολόγημα, ώστε να περιοριστεί η ανάπτυξη των βλαστών και να πάρουν δύναμη τα σταφύλια. Αν το κορφολόγημα ήταν επιπόλαιο, οι ακορφολόγητοι βλαστοί απλώνονταν στις διπλανές κουτσούρες και δεν μπορούσε να περάσει κανείς.
Όλες αυτές οι εργασίες απαιτούσαν χρόνο και πολύ μόχθο. Αλλά οι αγρότες ήθελαν να έχουν το αμπελάκι τους για τα σταφύλια και το κρασί της οικογένειας. Υπάρχουν αρκετά δημοτικά τραγούδια, στα οποία διακρίνουμε αυτή την έγνοια της συνεχούς και επίπονης φροντίδας. Σ’ ένα τέτοιο τραγούδι, ο καταχρεωμένος αφέντης θέλει να πουλήσει το αμπέλι του, από το οποίο δεν έχει «διάφορο»:
«Αμπέλι μου πλατύφυλλο
και μακροκοντυλάτο,
οι χρωφελέτες [i] ήρθανε
και θε να σε πουλήσω».
«Πουλήσεις με, χαρίσεις με,
το χρέος δεν το βγάνεις.
Βάλε να με κλαδέψουνε γέροντες
με τα γένεια
και βάλε να με σκάψουνε απάρθενα κοπέλια,
βάλε να με τρυγήσουνε απάρθενα κοράσια,
τότε θα ιδείς, αφεντικό,
το χρέος πώς το βγάνεις» [ii].



                                              Τρύγος 
Τ’ Αϊ-Γιωργιού του μεθυστή ανοίξαμε
βαρέλι κι από μεράκι εμέθυσε
και γέρος και κοπέλι.
    Ο παραγωγός ετοίμαζε έγκαιρα το πατη­τήρι (τον ληνό), που ήτανε μια χτιστή κυβοειδής μικρή στέρνα, σοβαντισμένη με αμμοκονίαμα: έβαζαν τριμμένο κεραμίδι, άμμο και ασβέστη, έκαναν λάσπη και σοβάντιζαν εσωτερικά τις πλευρές και τον πάτο, για να είναι στεγανό το πατητήρι, όπως οι Υδραίοι και άλλοι νησιώτες χρησιμοποιούσαν κουρασάνι για τη στεγανότητα της στέρνας, όπου συνέλεγαν το νερό της βροχής. Αργότερα τα πατητήρια τα έφτια­χναν με τσιμέντο. Επίσης, ο παρα­γωγός ετοίμαζε τις σταφυλοκοφίνες και άλλα μικρότερα κοφίνια και καλάθια.


Τρύγος

    Ο τρυγητός ξεκινούσε τον Αύγουστο, την επομένη της Παναγίας, για να τρυγήσουν τα πρώιμα λευκά σταφύλια, τα σταφιδοστάφυλα (σουλτανίνα), να τα ξεράνουν στις απλώστρες και να τα κάνουν σταφίδα. Αργότερα, το Σεπτέμβρη, έκοβαν τα κρασοστάφυλα, γέμιζαν τις σταφυλοκοφίνες και τις φόρτωναν στα άλογα για το πατητήρι, που περίμενε έτοιμο και καθαρό στην αυλή του σπιτιού.

Τρύγος
Αργά τη νύχτα, με το λυχνάρι ή τη λάμπα, για να έχουν φύγει οι μέλισσες, που μαζεύονταν άφθονες την ημέρα, γινότανε το τσαλαπάτημα των σταφυλιών από νεαρούς κυρίως, ξυπόλυτους, που πλένανε πρώτα τα πόδια τους.  Ήταν πολύ διασκεδαστικό και δεν έλειπαν τα αστεία και τα πειράγματα, όπως και στον τρύγο. Αν και όλες αυτές οι δουλειές ήταν κουραστικές, οι μεγάλες συντροφιές από δυο-τρεις οικογένειες που αλληλοβοηθιούνταν με την κουβέντα, τα αστεία, τα πειράγματα δεν την ένιωθαν την κούραση, παρά μόνο όταν έπεφταν για ύπνο. Στο πατητήρι, όμως, καμιά φορά υπήρχανε και οι δυσάρεστες εκπλήξεις, όταν ο πατητής πατούσε καμιά καταπλακωμένη ή ξεχασιάρα μέλισσα, που δεν είχε επιστρέψει στην κυψέλη της. Και τότε ήτανε που φούντωνε το κέφι από το κεντρί της μέλισσας στην πατούσα του τυ­χερού!…
Ο μούστος έτρεχε από το κουτσουναράκι σε πέτρινη γούρνα ή σε κάποιο μισοπίθαρο και απ’ εκεί με ένα δοχείο (το καυκί) γέμιζαν το ασκί, για να τον μεταφέρουν στο κρασοβάρελο. Όταν οι πατητές τελείωναν το τσαλαπάτημα, στοίβαζαν στην άκρη του ληνού τα τσίπουρα (στράφυλα), τοποθετούσαν μια φαρδιά σανίδα, συνήθως μια πόρτα, και ανέβαιναν επάνω, για να σουρώσει ο μού­στος καλά. Τα πιτσιρίκια ανυπομονούσαν ν’ ανέβουν επάνω στο αυτοσχέδιο πιεστή­ριο και κάνανε μεγάλη χαρά.

                     Τα συμπόσια των Αρχαίων Ελλήνων 





Τα συμπόσια των Αρχαίων Ελλήνων, είχαν γίνει θεσμός, απόκτησαν κανονισμούς και εθιμοτυπία. Πραγματοποιούνταν στην αίθουσα του σπιτιού που λεγόταν “ανδρών” ,ενώ οι προσκεκλημένοι στηριζόμενοι στο αριστερό τους χέρι ξαπλωναν στα ανάκλιντρα. Στην αρχή οι υπηρέτες έφερναν νερό για το πλύσιμο των χεριών και το συμπόσιο άρχιζε με σπονδή προς το θεό Διόνυσο, το θεό του κρασιού.
   Ένα συμπόσιο αποτελούνταν από δύο μέρη, το πρώτο ήταν το “δείπνον ή σύνδειπνον’’κατά το οποίο οι συμποσιαστές έπαιρναν ένα σύντομο και λιτό δείπνο και ακολουθούσε το δεύτερο μέρος “o πότος’’, o oποίος έδωσε και το όνομά του και στο συμπόσιο. Ακολουθούσαν οι συζητήσεις γύρω από διάφορα θέματα, δεν έλειπαν όμως η μουσική, τα πνευματικά παιχνίδια, ( γρίφοι ή αινίγματα ) αλλά ακόμη και παιχνίδια επιδεξιότητας.
Οι γυναίκες δεν έπαιρναν μέρος ποτέ σ’ αυτές τις συγκεντρώσεις εκτός από τις τραγουδίστριες, τις χορεύτριες ή ακόμη και τις εταίρες που διασκέδαζαν τους παρευρισκόμενους.
Ο “συμποσιάρχης”, προϊστάμενος συχνά μιας στρατιάς από “κεραστές” και “οινοχόους”, επέβλεπε τόσο το νέρωμα του κρασιού, όσο και την ποσότητα που θα έπινε ο κάθε συμπότης ανάλογα με την κατάστασή του.



Φαίνεται λοιπόν, πόσο σημαντική υπόθεση ήταν η αποφυγή της μέθης και η διατήρηση μιας πολιτισμένης ατμόσφαιρας.Η καταδίκη της μέθης είναι πανάρχαια, από την εποχή του Ομήρου και οι μέθυσοι Κύκλωπες αποτελούσαν προηγούμενα προς αποφυγήν. Έτσι, οι συμποσιαστές μπορούσαν να χαίρονται το γεύμα, το ποτό, τη συζήτηση. Στο τέλος έφευγαν ικανοποιημένοιΕξάλλου, στα συμπόσια γεννήθηκε και η λυρική ποίηση.

Στην αρχή, οι Έλληνες έπιναν το κρασί ανέρωτο, «άκρατον οίνον», αλλά αργότερα διαπίστωσαν πως πίνοντας νερωμένο κρασί, «κεκραμένον οίνον», μπορούσαν να αποφύγουν όλες τις δυσάρεστες συνέπειες του άκρατου οίνου.
Έγινε λοιπόν γενικός κανόνας η ανάμειξη του κρασιού με νερό, σε αναλογία ένα μέρος οίνου, τρία μέρη νερού, ενώ η πόση ανέρωτου κρασιού θεωρούνταν βαρβαρότητα. Η μοναδική ίσως στιγμή της ημέρας που ο κοινός πολίτης της αρχαιότητας έπινε άκρατο τον οίνο του ήταν όταν κάθε πρωί βουτούσε το ψωμί του στο κρασί.

                                ΘΕΟΣ ΔΙΟΝΥΣΟΣ 



Ο Διόνυσος, επίσης Διώνυσος, γιος του θεού Δία, ανήκει στις ελάσσονες πλην όμως σημαντικές θεότητες του αρχαιοελληνικού πανθέου, καθώς η λατρεία του επηρέασε σημαντικά τα θρησκευτικά δρώμενα της ελλαδικής επικράτειας. Παρόλο που δεν είναι ολύμπιος θεός και ο Όμηρος δείχνει να τον αγνοεί, ήδη από τον 6ο π.Χ. αι., αναπαρίσταται μαζί με τους Ολυμπίους, αν και εμφανίζεται σχετικά απόμακρος. Ενίοτε απεικονίζεται να κάθεται δεξιά του πατρός του στα ολύμπια δώματα. Ο Διόνυσος ως μυθολογική οντότητα «δεν είναι μήτε παιδί ούτε άντρας, αλλά αιώνιος έφηβος, καταλαμβάνοντας μια θέση ανάμεσα στα δύο». Με αυτή τη μορφή, αντιπροσωπεύει «το πνεύμα της ενέργειας και της μεταμορφωτικής δύναμης του παιχνιδιού» γεμάτο πονηριά, εξαπάτηση και στρατηγικές που υποδεικνύουν είτε τη θεϊκή σοφία ή το αρχέτυπο του Κατεργάρη, παρόν σε όλες σχεδόν τις μυθολογίες του κόσμου. 


Στην ελληνική μυθολογία, ο Διόνυσος γεννιέται από τον μηρό του πατέρα του, στη νήσο Ικαρία, και παραδίδεται σε δώδεκα νύμφες ή υδάτινα πνεύματα, τις Υάδες, οι οποίες γίνονται τροφοί του θεϊκού παιδιού. Αργότερα, ως ένδειξη ευγνωμοσύνης την υπηρεσία τους, οι Υάδες εξυψώθηκαν στο ουράνιο στερέωμα όπου λάμπουν ως αστερισμός των Υάδων. ΕίναιΠυριγενής, και Λιμναίος, φέροντας εγγενώς την ποιότητα της 'λίμνης ή του έλους'. Ο Διόνυσος είναι επίσης Διθύραμβος, δηλαδή διγενής, γεννημένος πρώτα από τη φωτιά και κατόπιν από το νερό, ακολουθώντας την παράδοση ανάλογων αρχέγονων θεοτήτων. Ο Διόνυσος, επίσης, συνδέεται με τη γονιμότητα, μέσω του εκπληρωμένου έρωτα και τοεπίγραμμα του Ανακρέοντα στον θεό αρχίζει με τις λέξεις «Ω Κύριε, που σύντροφοί σου στο παιχνίδι είναι ο ισχυρός Έρως, οι μαυρομάτες νύμφες και η Αφροδίτη!» 


Καραβάτζιο - Βάκχος
 
Ενα παραμύθι για το κρασί

Μια φορά κι έναν καιρό, ο θεός Διόνυσος φιλοξενήθηκε από το βασιλιά της Αιτωλίας, Οινέα. Ευχαριστήθηκε πολύ από τη φιλοξενία του και για ανταπόδοση θέλησε να του κάνει ένα δώρο.
Πήρε ένα μικρό και τρυφερό κλίμα αμπελιού και τύλιξε τις ρίζες του με λάσπη για να μην ξεραθεί. Αφού βρήκε ένα μικρό κούφιο κόκαλο αηδονιού το έβαλε μέσα και ξεκίνησε .
Ο δρόμος όμως ήταν μακρινός και το αμπέλι ολοένα μεγάλωνε . Ο Διόνυσος τότε βρήκε ένα μεγαλύτερο κόκαλο, λιονταριού και το έβαλε μέσα. Περπάτησε πάλι πολύ και είδε πως το αμπέλι μεγάλωσε πάλι τόσο, που πετάχτηκε έξω από τη θήκη του.Έψαξε λοιπόν και βρήκε ένα κόκαλο γουρουνιού και έβαλε το αμπέλι μέσα.
Ώσπου έφτασε κάποτε στην Αιτωλία. Ο Οινέας πήρε με χαρά το δώρο του και το φύτεψε. Αυτό μεγάλωσε και κάρπησε και έδωσε καρπούς ωραία και ζουμερά σταφύλια. Ο Οινέας έφαγε μερικά και άλλα τα έστιψε και τα έκανε μούστο. Είδε με περιέργεια ότι ο μούστος ζυμώθηκε και έγινε κρασί.
Το κρασί όμως πήρε και τις χάρες και τα ανάποδα από τα ζώα που με τα κόκαλά τους το μεγάλωσαν.
Έτσι όποιος πιει λίγο κρασί , νιώθει σαν πουλί και κελαηδεί.
Όποιος όμως πιει περισσότερο , θεριεύει και γίνεται σα λιοντάρι και ζητά καυγάδες.
Κι αν πιει ακόμα πιο πολύ , γίνεται σαν το τετράποδο που μες το κόκαλό του ο Διόνυσος το έβαλε τελευταίο…..





                ΑΙΣΩΠΟΣ  - Η αλεπού και τα σταφύλια 

Μια αλεπού πεινασμένη είδε πάνω σ' ένα δέντρο πλεγμένη μια κληματαριά γεμάτη χοντρόρωγα, κατακίτρινα σταφύλια. Τα ζήλεψε και πολύ επιθυμούσε να τα δοκιμάσει, μα πώς ν' ανεβεί. Οι αλεπούδες δεν είναι γατιά, να πιάνουνται με τα νύχια τους και ν' ανεβαίνουν όπου τους αρέσει. 

Ωστόσο, δοκίμασε κάμποσες φορές.

Πιάστηκε από δω, πιάστηκε από κει, τίποτα δεν κατάφερνε. Καθότανε μόνο κάτω,

σήκωνε τα μάτια της στα σταφύλια, τα κοίταζε καλά καλά κι ο καημός τους την 
έτρωγε. Στα κατατελευταία απελπισμένη, για να παρηγορηθεί, κορόιδεψε η ίδια τον
εαυτό της: 
- Δε βαριέσαι, δεν πειράζει, ας πάμε παρακάτω... Εξάλλου αυτά δεν τρώγουνται.
Αγίνωτα είναι ακόμη... 
Τα σταφύλια, ακούοντάς τη, μοιάζανε να την ειρωνεύονται να την περιγελούν.
- Ακούς εκεί... Είμαστε, λέει, αγίνωτα!... Εμείς, κυρα-αλεπού, αγίνωτα δεν είμαστε. Γλυκά σαν το μέλι είμαστε. Μα αφού δε μας φτάνεις, τι να πεις... μας λες αγίνωτα, για να ξεγελάσεις την ανημποριά σου!...

                                        Η ΑΜΠΕΛΟΣ Η ΑΛΗΘΙΝΗ 

Κατα Ιωαννην

1
 Ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος ἡ ἀληθινή, καὶ ὁ πατήρ μου ὁ γεωργός ἐστι.  2 πᾶν κλῆμα ἐν ἐμοὶ μὴ φέρον καρπόν, αἴρει αὐτό, καὶ πᾶν τὸ καρπὸν φέρον, καθαίρει αὐτό, ἵνα πλείονα καρπὸν φέρῃ.  3 ἤδη ὑμεῖς καθαροί ἐστε διὰ τὸν λόγον ὃν λελάληκα ὑμῖν.  4 μείνατε ἐν ἐμοί, κἀγὼ ἐν ὑμῖν. καθὼς τὸ κλῆμα οὐ δύναται καρπὸν φέρειν ἀφ' ἑαυτοῦ, ἐὰν μὴ μείνῃ ἐν τῇ ἀμπέλῳ, οὕτως οὐδὲ ὑμεῖς, ἐὰν μὴ ἐν ἐμοὶ μείνητε.  5 ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος, ὑμεῖς τὰ κλήματα. ὁ μένων ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν αὐτῷ, οὗτος φέρει καρπὸν πολύν, ὅτι χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν.  6 ἐὰν μή τις μείνῃ ἐν ἐμοί, ἐβλήθη ἔξω ὡς τὸ κλῆμα καὶ ἐξηράνθη, καὶ συνάγουσιν αὐτὰ καὶ εἰς τὸ πῦρ βάλλουσι, καὶ καίεται.  7 ἐὰν μείνητε ἐν ἐμοὶ καὶ τὰ ρήματά μου ἐν ὑμῖν μείνῃ, ὃ ἐὰν θέλητε αἰτήσασθε, καὶ γενήσεται ὑμῖν.  8 ἐν τούτῳ ἐδοξάσθη ὁ πατήρ μου, ἵνα καρπὸν πολὺν φέρητε, καὶ γενήσεσθε ἐμοὶ μαθηταί. 9 καθὼς ἠγάπησέ με ὁ πατήρ, κἀγὼ ἠγάπησα ὑμᾶς· μείνατε ἐν τῇ ἀγάπῃ τῇ ἐμῇ. 10 ἐὰν τὰς ἐντολάς μου τηρήσητε, μενεῖτε ἐν τῇ ἀγάπῃ μου, καθὼς ἐγὼ τὰς ἐντολὰς τοῦ πατρός μου τετήρηκα καὶ μένω αὐτοῦ ἐν τῇ ἀγάπῃ.  11 Ταῦτα λελάληκα ὑμῖν ἵνα ἡ χαρὰ ἡ ἐμὴ ἐν ὑμῖν μείνῃ καὶ ἡ χαρὰ ὑμῶν πληρωθῇ.  12 αὕτη ἐστὶν ἡ ἐντολὴ ἡ ἐμή, ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους καθὼς ἠγάπησα ὑμᾶς. 13 μείζονα ταύτης ἀγάπην οὐδεὶς ἔχει, ἵνα τις τὴν ψυχὴν αὐτοῦ θῇ ὑπὲρ τῶν φίλων αὐτοῦ. 14 ὑμεῖς φίλοι μού ἐστε, ἐὰν ποιῆτε ὅσα ἐγὼ ἐντέλλομαι ὑμῖν.  15 οὐκέτι ὑμᾶς λέγω δούλους, ὅτι ὁ δοῦλος οὐκ οἶδε τί ποιεῖ αὐτοῦ ὁ κύριος· ὑμᾶς δὲ εἴρηκα φίλους, ὅτι πάντα ἃ ἤκουσα παρὰ τοῦ πατρός μου ἐγνώρισα ὑμῖν.  16 οὐχ ὑμεῖς με ἐξελέξασθε, ἀλλ' ἐγὼ ἐξελεξάμην ὑμᾶς, καὶ ἔθηκα ὑμᾶς ἵνα ὑμεῖς ὑπάγητε καὶ καρπὸν φέρητε, καὶ ὁ καρπὸς ὑμῶν μένῃ, ἵνα ὅ,τι ἂν αἰτήσητε τὸν πατέρα ἐν τῷ ὀνόματί μου, δῷ ὑμῖν.  17 Ταῦτα ἐντέλλομαι ὑμῖν, ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους. 

1
 «Εγώ είμαι η άμπελος η αληθινή και ο Πατέρας μου είναι ο γεωργός.  2 Κάθε κλήμα ενωμένο μ’ εμένα που δε φέρει καρπό το αφαιρεί. Και καθένα που φέρει καρπό το κλαδεύει, για να φέρει περισσότερο καρπό.  3 Ήδη εσείς είστε καθαροί, εξαιτίας του λόγου που σας έχω μιλήσει. 4 Μείνετε ενωμένοι μ’ εμένα, κι εγώ θα μένω ενωμένος μ’ εσάς. Καθώς το κλήμα δε δύναται να φέρει καρπό από τον εαυτό του αν δε μένει ενωμένο με την άμπελο, έτσι ούτε εσείς αν δε μένετε ενωμένοι μ’ εμένα.  5 Εγώ είμαι η άμπελος, εσείς τα κλήματα. Όποιος μένει ενωμένος μ’ εμένα κι εγώ με αυτόν, αυτός φέρει καρπό πολύ, γιατί χωρίς εμένα δε δύναστε να κάνετε τίποτα.  6 Αν κάποιος δε μένει ενωμένος μ’ εμένα, πετιέται έξω σαν το κλήμα και ξεραίνεται, και τα συνάζουν και τα ρίχνουν στη φωτιά και καίγονται.  7 Αν μείνετε μέσα μου και τα λόγια μου μείνουν μέσα σας, ζητήστε ό,τι θέλετε και θα σας γίνει.  8 Με αυτό δοξάστηκε ο Πατέρας μου: με το να φέρετε καρπό πολύ και να γίνετε δικοί μου μαθητές.  9 Καθώς με αγάπησε ο Πατέρας κι εγώ εσάς αγάπησα. μείνετε μέσα στην αγάπη τη δική μου.  10 Αν τις εντολές μου τηρήσετε, θα μείνετε μέσα στην αγάπη μου, καθώς εγώ έχω τηρήσει τις εντολές του Πατέρα μου και μένω μέσα στην αγάπη του. 11 Αυτά σας τα έχω μιλήσει, για να είναι η χαρά η δική μου μέσα σας και η χαρά σας να ολοκληρωθεί.  12 Αυτή είναι η εντολή η δική μου: να αγαπάτε ο ένας τον άλλο καθώς αγάπησα εσάς.  13 Μεγαλύτερη αγάπη από αυτήν κανείς δεν έχει, να θυσιάσει κάποιος την ψυχή του για τους φίλους του.  14 Εσείς φίλοι μου είστε, αν κάνετε όσα εγώ σας δίνω εντολή.  15 Δε σας λέω πια δούλους, γιατί ο δούλος δεν ξέρει τι κάνει ο κύριός του. Εσάς όμως σας έχω πει φίλους, γιατί όλα όσα άκουσα από τον Πατέρα μου σας γνώρισα.  16 Δε με εξελέξατε εσείς, αλλά εγώ σας εξέλεξα και σας έθεσα, για να πάτε εσείς και να φέρετε καρπό και ο καρπός σας να μένει, ώστε ό,τι ζητήσετε από τον Πατέρα στο όνομά μου να σας το δώσει.  17 Αυτά σας δίνω εντολή: να αγαπάτε ο ένας τον άλλο». 
ΠΗΓΗ http://kainidiathiki.agiooros.org/

                                  ΜΟΥΣΤΑΛΕΥΡΙΑ 



Υλικά για 7 πιατάκια του φρούτου 
6 ποτήρια μούστο (σε μερικές περιοχές συνηθίζουν να βάζουν 7 ποτήρια μούστο) 
1 ποτήρι αλεύρι για όλες τις χρήσεις 
3 κουταλιές της σούπας ζάχαρη (προαιρετικά) 
λίγη κανέλλα σε σκόνη 
λίγα καρύδια χοντροτριμμένα ή λίγο καβουρδισμένο σουσάμι 
(για το μέτρημα δεν είναι απαραίτητο να μετρήσουμε τα υλικά με ποτήρι αρκεί να χρησιμοποιήσουμε το ίδιο σκεύος με αναλογία 1:6 , δηλαδή ένα μέρος αλεύρι και έξι μέρη μούστου)
Εκτέλεση: 
Παίρνουμε από το μούστο 4 ποτήρια και τα βάζουμε σε μια κατσαρολίτσα για να ζεσταθούν, ανάβοντας το μάτι της κουζίνας στο 4 όταν το maximum της θερμοκρασίας είναι το 6. 
Κοσκινίζουμε σε μια λεκανίτσα το αλεύρι και το ανακατεύουμε με τα υπόλοιπα 2 ποτήρια του μούστου. 
Το διαλύουμε όσο μπορούμε καλύτερα και μόλις ζεσταθεί ο μούστος που βάλαμε στην κατσαρόλα ρίχνουμε προσεκτικά και το μείγμα του αλευριού. 
Διατηρούμε την ίδια θερμοκρασία στην εστία και ανακατεύουμε συνεχώς με μια κουτάλα για να μην σβολιάσει. 
Προαιρετικά ρίχνουμε την ζάχαρη που αναφέρεται στα υλικά. 
Ο συγκεκριμένος μούστος ήταν άβραστος που σημαίνει ότι ήταν τελείως άγλυκος. 
Στην περίπτωση που ο μούστος είναι ήδη βρασμένος ίσως να μην χρειαστεί καθόλου ζάχαρη ή ίσως ελάχιστη, σύμφωνα πάντα με τα γούστα μας.
Όταν η μουσταλευριά αρχίσει να πήζει είναι έτοιμη. 
Σε μας αυτό συνέβη σε περίπου ¾ της ώρας. 
Την επόμενη ημέρα που ξανα-έφτιαξα μουσταλευριά με ήδη βρασμένο μούστο χρειάστηκε πολύ λιγότερη ώρα για να πήξει. 
Σερβίρουμε στα πιατάκια και πασπαλίζουμε με κανέλλα, καρύδια ή σουσάμι. 
Διατηρούνται εκτός ψυγείου ή στο ψυγείο που τα βάζουμε αφού κρυώσουν. 

ΠΗΓΗ http://syntageskardias.blogspot.gr/

                                  ΓΛΥΚΟ ΣΤΑΦΥΛΙ 


















Υλικά συνταγής

1 κιλό σταφύλι (σουλτανίνα)
1/2 κιλό ζάχαρη
1 φλ. νερό
1 κλωνάρι αρμπαρόριζα
1/2 λεμόνι (χυμός)
200 γραμμ. αμύγδαλο καβουρντισμένο


Εκτέλεση
Αφού πλύνουμε το σταφύλι και το στραγγίσουμε, το βάζουμε σε κατσαρόλα σε πολύ χαμηλή φωτιά μέχρι να πιει τα υγρά του, περίπου 6΄-7΄. Έπειτα προσθέτουμε τη ζάχαρη και το νερό. Ξαφρίζουμε την επιφάνεια όποτε είναι αναγκαίο. Αφήνουμε το γλυκό να δέσει σε χαμηλή φωτιά. Τέλος, προσθέτουμε το λεμόνι, τα καβουρντισμένα αμύγδαλα και την αρμπαρόριζα και αφήνουμε να βράσει 1΄.



Για να ετοιμάσουμε τα καβουρντισμένα αμύγδαλα: αραδιάζουμε τα αμύγδαλα σε ταψάκι και ψήνουμε για 10΄ στους 200οCμέχρι να ροδίσουν.
(ΠΗΓΗ http://www.argiro.gr/)

      ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΑΜΠΕΛΙ ΚΑΙ ΤΟ ΚΡΑΣΙ 



Πίνακας-Vincent van Gogh






Αμπέλι για την αφεντιά σου κι ελιά για τα παιδιά σου.
Αμπέλι δίχως κλήματα και δίχως πρασινάδα κι αγάπη δίχως πείσματα δεν έχει νοστιμάδα. 
Αμπέλι όσο θωρείς, σπίτι όσο χωρείς. 

Αμπέλι του χεριού σου κι ελιά του παππού σου. 
Αμπέλι του χεριού σου, συκιά τον κυρού σου, κι ελιά του παππού σου 
Ας πάει και το παλιάμπελο. 
Αυλάκωσε τα αμπέλια σου να φας γλυκιά σταφίδα. 

Έλα, παππού μου, να σου δείξω τα αμπέλια σου. 
Έλα παππού να σου δείξω τ' αμπελοχώραφά σου! 


In vino veritas. -  εν οίνω η αλήθεια.



Ζήσε, μαύρε μου, να φας το Μάη τρι­φύλλι και τον Αύγουστο σταφύλι. 
Ζήσε Μάη μου να φας τριφύλλι και τον Αύγουστο σταφύλι. 
Θέρος, τρύγος, πόλεμος δεν περιμέ­νουν. 
Ιδροκοπάει ο γεωργός ολημερίς στ’ αμπέλι, 
ώσπου στο τέλος γίνεται η αγουρίδα μέλι.
Σιμά στ’ αμπέλια φύτευε και σε χωριό κατοίκα. 
Στις δεκαεφτά, στις δεκαοχτώ, πέφτει η πούλια στο γιαλό, και πίσω παραγγέλλει, μήτε κοπάδια στο βουνό, μήτε σκαφτιάς στ’ α­μπέλι. 
Τ’ αμπέλι θέλει αμπελουργό και το καράβι ναύτες. 
Τ’ αμπέλι θέλει αμπελουργό, το σπίτι νοικοκύρη και το καράβι στο γιαλό θέλει καραβοκύρη. Τα δικά σου αμπέλια φράζε και τα ξένα μη γυρεύεις. 
Της Αγιά-Μαρίνας σύκα, τ’ Αι-Λιος σταφύλι 
και τ’ Άγιου Παντελεήμονα γεμάτο το μαντήλι. 


ΤΡΥΓΟΣ - Πίνακας  Ευαγγελίου



Το Σεπτέμβρη τα σταφύλια, τον Οκτώβρη τα κουδούνια. 
Το τζιτζίκι λάλησε, άσπρη ρώγα γυάλισε. 
Τον τρυγητή, του αμπελουργού, πάνε χαλάλι οι κόποι. 
Φρου φρου και τ’ αμπέλι ξέφραγο. 
Μάζευε κι ας είν' και ρώγες. 
Μήνα που δεν έχει ρο, ρίξε στο κρασί νερό. 
Αν βρέξει ο Απρίλης δυο νερά κι ο Μάης άλλο ένα τότε τ' αμπελοχώραφα χαίρονται τα καημένα. 
Ο Αύγουστος και ο τρύγος δεν είναι κάθε μέρα. 
Πήγε σαν το σκυλί στ' αμπέλι. 
Αύγουστος άβρεχτος, μούστος άμετρος. 
Το μαγκούφι το κρασί, την καρδούλα μου τη σείει. 
Τον Μάη κρασί μην πίνετε κι ύπνο μην αγαπάτε. 
Περσινά ξινά σταφύλια. 
Φρου φρου και τ' αμπέλι ξέφραγο. 
Γενάρη πίνουν το κρασί, το Θεριστή το ξύδι. 
                            ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ 



Πίνακας-Lavendimia Goya lou




 Όμηρος


I)Στην Οδύσσεια  περιγράφει το κελλάρι του Οδυσσέα: 



Κει που’κρυβες χρυσάφι στοιβαγμένο 
Και λάδιευωδιαστό και χάλκωμα, και ρούχα στις κασέλες 
κι ήταν πιθάρια για γλυκόπιοτο, παλιό κρασί, στημένα 
γραμμή, γεμάτα ανεροκόπητο, θεϊκό ποτό, στον τοίχο 
δίπλα αναγέρνοντας 


II) Τί πιο χαριτωμένη εγώ ζωή δεν ξέρω κι' άλλη, 

παρ' όταν όλος ο λαός τριγύρω αναγαλλιάζη, 
και στα παλάτια οι σύδειπνοι αράδα καθισμένοι 
ακούνετον τραγουδιστή, μετα τραπέζια ομπρός τους, 
γεμάτα κρέας και ψωμί, κι ο κεραστής σαν παίρνη 
απ' το κροντήριτο κρασί και χύνη στα ποτήρια. 
Στον κόσμο τ' ομορφότερο λογιάζω αυτό πως είναι. 




III) Η γεύση του κρασιού σχολιάζεται λεπτομερώς τόσο στην Ιλιάδα, όσο και στην  Οδύσσεια και φαίνεται ότι πρόκειται για ένα ποτό υπερφυσικά δυνατό: 


Λαγήνες δώδεκα μου γέμισε κρασί γλυκό και άκρατο, 
Που να το πίνουν μόνο αθάνατοι στο σπίτιτου κανένας 
Δούλος για βάγια του δεν κάτεχε κρασί πως έχειτέτοιο, 
Έξω απ’ τον ίδιο, τη γυναίκα του και μια κελάρισσά τους.
Και κάθε που ήταν από το κόκκινο κρασί να πιούνε, 
Μια κούπα μόνο αρκούσε σεείκοσι μέτρα νερό να ρίξει, 

35Κι απ’ το κροντήριευτύς ξεχύνουνταν γλυκιά ευωδιά ένα γύρο, 
Θεϊκιά, και τότε πια δεν άντεχες να μην το δοκιμάσεις. (Οδύσσεια, ι, στ. 204-11) 


Πίνακας-william-bouguereau--the-bunch-of-grapes


Ευριπίδης " Βάκχες"

Δύο είναι νεαρέ μου,τα πρώτα αγαθά για τους ανθρώπους: 

η θεά Δήμητρα – η γη τουτέστιν, όπως σ’ αρέσει μπορείς και 

να την προσφωνείς. Αυτή τρέφει τους ανθρώπους με στερεά τροφή. 

Ο γόνος της Σεμέλης ήλθε αργότερα, αλλά ισάξια η προσφορά του: 

του βότρυος το νάμα εφεύρεση κι εισαγωγή δική του 

στην κοινωνία των ανθρώπων. Διώχνει τη λύπη από τους ταλαίπωρους 

θνητούς, όταν τα σωθικά τους πλημμυρίσει της αμπέλου η ροή 

φέρνει τον ύπνο, στη λήθη ρίχνει τις πίκρες της ημέρας, 

φάρμακο άλλο για τις δυστυχίες δεν υπάρχει της ζωής. 
Θεός είναι ο οίνος και στους θεούς προσφέρεται σπονδή 
ώστε αυτός διασφαλίζει τα αγαθά στους ανθρώπους. 


Πίνακας-Nello Iovine 
ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ "Ειρήνη" 

ΤΡΥΓΑΙΟΣ


Θεατές μαζεμένοι εδώ πέρα, τ' ακούτε; 

Ζευγολάτες, ορμήστε μπροστά στα χωράφια! 
Της δουλειάς σας τα σύνεργα πάρτε, μα τα όπλα, 
τα κοντάρια τις σπάθες, αφήστε τα χάμω, 
γιατί τώρα η ΕΙΡΗΝΗ παντού βασιλεύει. 
Ο καθένας ας πιάσει δουλειά στο χωράφι, 
αφού πρώτα η φωνή μας υψώσει παιάνα!



ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ

Για ξωμάχους φτωχούς και για δίκιους, ξημέρωσε πια. 

Να σε δούμε ποθήσαμε πάλι ξανθό μου αμπέλι κι οι συκιές, 

που φυτέψαμε μεις, όντας νέα παιδιά μας 
ζητούν ένα χάδι ζεστό κι η καρδιά μας το θέλει! 
ΤΡΥΓΑΙΟΣ
Συναχτείτ' εδώ να, προσευχή στην Ειρήνη χρωστάμε, 
που μας λάφρωσε απ' όλα τα βάρη: λοφία, σπαθιά, 
θυμηθείτε, ω άνθρωποι, το πώς η ζωή μας εκύλα 
σαν η ΕΙΡΗΝΗ τα πάντα βλογούσε σε μέρες παλιές, 
θυμηθείτε τα σύκα, τ' ολόγλυκο εκείνο σταφύλι, 
τις βιολέτες που ανθούσαν κοντά στο τρεχάτο νερό. 
Όλα εκείνα τα δώρα της θεάς θυμηθείτε τα, φίλοι, 
κι ένας ύμνος μεγάλος γι' αυτήν ν' ακουστεί απ' το Χορό. 

                                              
Πίνακας-Nello Iovine

 Αλκαίος
Πίνε, μέθα, Μελάνιππε, μαζί μου: τι νομίζεις; 

Στο στρόβιλο του Αχέροντα μπαίνοντας, το μεγάλο 

To πέρασμα διαβαίνοντας, πως τ’άσπρο φώς του ήλιου θα ξαναδείς; 
................

μα έλα, πάψε να σκέφτεσαι το χώμα, είμαστε νέοι, κι άλλοτε πάλι τα’παμε, 

άσε να υποφέρει εκείνος που’ν’η ώρα του. Έξω βοριάς φυσάει, ας πιούμε εμείς 

γλυκό κρασί που τους καημούς γιατρεύει. 


Αρχίλοχος 


‘Το δόρυ το ψωμί μου προμηθεύει, 

Το δόρυ το κρασίτο ισμαρικό, 

Στο δόρυ μου στηρίζομαι και πίνω’ 


                                                        Πίνακας- 'Αγγελος Κουγιουμτζής




  Έρμιππος, ( κωμωδιογράφος σύγχρονος του Αριστοφάνη )

Με το μενδαίο το κρασί και οι θεοί ακόμα στο στρώμα 

Το μαλακό τους κατουρούνε. Μα το γλυκόπιοτο το Μάγνηττα 
και το Θασιώτικο, που έχει μήλου μοσκοβολιά, 
εγώ τους έχω για καλύτρους από όλα τα κρασιά, 
μαζί τον χιώτικο, τον αψεγάδιαστο που παύει τις λύπες 
κι είναι κάποιος, σαπρία τον καλούνε, 
που όταν ανοίγουν τα σταμνιά,
άρωμα ευωδιάζει μενεξέ και ρόδου και γυακίνθου. 
οσμή θεσπέσια γεμίζει όλο το σπίτι, 
νέκταρ μαζί και αμβροσία. Αυτό είναι το νέκταρ, 
αυτό πρέπει κανείς να πίνει στο χαρούμενο τραπέζι 
με φίλους μαζί, και στους εχθρούς να δίνει το κρασί της Πεπαρήθου.

Έρμιππος, απ. 77 [Επιτομή, 29e]  



                                                          Πίνακας-  Jacob Gerritsz




Παλλαδάς



Γέρο ξεκούτη με κοροϊδεύουν οι γυναίκες λέγοντάς μου 
Να δω τα μούτρα μου, λείψανο, στον καθρέφτη. 
Όμως εγώ είτε άσπρα είτε μαύρα έχω μαλλιά 
καθόλου δε με νοιάζει, καθώς στο τέλος της ζωής μου φθάνω. 
Μ’ ευωδιαστά μυρωδικά και με πολύφυλλα στεφάνια 
και με τον Βρόμιο δίνω τέλος στις φροντίδες 
Δωσ’ μου να πιω, τις έγνοιες μου να διώξει ο Βάκχος 
και να θερμάνει πάλι την παγωμένη μου καρδιά. 
Δωσ’ μου να πιω, τις έγνοιες μου να διώξει ο Βάκχος 
συντρίβοντάς τες με τα κρυστάλλινα ποτήρια. 


Πίνακας-Federico Alfano,
 Ακριτικά τραγούδια

 Σε παραλλαγές ακριτικών τραγουδιών της Κύπρου, προσκαλείται ακόμη και ο Χάρος από το Διγενή και σ’ αυτές βρίσκουμε τον πληρέστερο κατάλογο των ιδιοτήτων του κρασιού: 


Καλώς ήρτεν ο Χάροντας νά φά’ νά πιή μιτά μας, 
νά πιή γλυκόποτον κρασίν πού πίνουν φουμισμένοι, 
νά πιή γλυκόποτον κρασίν πού πίνουν οι ‘γουμένοι 
απού τό πίνουν ευμενείς καί πέφτουν καί κοιμούνται 
απού τό πίνουν άρρωστοι καί βρέθουνται γιαμένοι 
καί μέ τήν ευωδίαν του βρέθουνται μεθυσμένοι.




Ηπειρώτικο Δημοτικό Τραγούδι

«Σταφύλι μου και μοσχοστάφυλο,της άνοιξης το τριαντάφυλλο..
Εσύ 'σαι το σταφύλι κυρά μου και 'γω το τσάμπουρο..
Φίλα με 'συ στα χείλη κυρά μου και 'γω στο μάγουλο..
Στη γλάστρα σου,η ματζουράνα σου..
Στη σκάλα π' ανεβαίνεις κυρά μου,ν' ανέβαινα και 'γω..
Σε κάθε σκαλοπάτι κυρά μου,να σε γλυκοφιλώ..» 



Πίνακας-William Adolphe Bouguereau





Αθανάσιος Χριστόπουλος Φαγοπότι


Τρύγος πρόσχαρα προβαίνει,
εορτάζ' η οικουμένη,
η φλογέρ' αχολογάει.
Το φθινόπωρο βοΐζει
χορευτά πανηγυρίζει
και τ' αμπέλια του τρυγάει.



Βάλτε, φίλοι, μες στη βρύση

το κρασί μας να δροσίσει,

και στρωθείτε καταγής

στην αράδα ως τον πάτο,
εις τον ίσκιον αποκάτω
προς τα χείλη της πηγής. 

Στρώστε φύλλα, στρώστε φτέρη
επιδέξια με το χέρι
κι από πάνω τεχνικά
το αρνάκι μας λιανίστε
και τον τρύγον μας αρχίστε,
να χαρούμε φιλικά. 

Ας ρουφούμε το κρασάκι
στες αρχές απ' ολιγάκι
και κινώντας βαθμηδόν
ας υψώνομε τη δόση,
ως ν' ανάψει, να κορώσει
το κεφάλι μας σχεδόν. 

Κι έτσι πλέον ζαλισμένοι
μες στα χόρτα κυλισμένοι
των πουλιών τον σφυριγμόν,
ξαπλωτά να τον ακούμε
και τον ίσο να βαστούμε
ως τον πρώτον νυσταγμόν. 

Πίνακας - Achille Pinelli





Ζαχαρίας Παπαντωνίου Tσιριτρό 

Σέ μια ρώγα από σταφύλι 
έπεσαν οχτώ σπουργίτες 
και τρωγόπιναν οι φίλοι. 
Τσίρι - τίρι, τσιριτρό, 
τσιριτρί, τσιριτρό! 

Έχτυπούσανε τις μύτες 
και κουνούσαν τις ουρές 
κι είχαν γέλια και χαρές. 
Τσίρι -τίρι, τσιριτρό, 
τσιριτρί, τσιριτρό!

Πώ πω πώ πω σε μια ρώγα 
φαγοπότι και φωνή! 
την αφήκαν αδειανή. 
Τσίρι -τίρι, τσιριτρό, 
τσιριτρί, τσιριτρό!

Και μέθυσαν κι ολημέρα 
πάνε δώθε, πάνε πέρα, 
τραγουδώντας στον αέρα: 
Τσίρι -τίρι, τσιριτρό, 
τσιριτρί, τσιριτρό!

Πίνακας - sung kim 



Κ Κρυστάλλης Ὁ τρύγος 

Ὅταν ἀνθίζ᾿ ἡ ἀγριάμπελη κι ἁπλώνει τὰ κλαδιά της
στὸ σκῖνο, στὸ χαμόδενδρο, στοῦ πεύκου τὰ κλωνάρια,
στὰ ρέματα τοῦ ποταμοῦ, στὸν ἐγκρεμὸ τοῦ βράχου,
κι ἀγέραν, κάμπους καὶ βουνά, τὴν πλάση πέρα ὡς πέρα
γιομόζει ἀπὸ μοσκοβολιὰ μὲ τὸν ἀνασασμό της,
πυκνὸ - πυκνὸ κι ὁλόμαυρο μελισσολόι πετιέται
μὲς ἀπὸ βράχους καὶ κρινιά, μὲς ἀπὸ ἐρμιὲς καὶ κήπους,
καὶ τ᾿ ἄνθη της βοσκολογᾷ καὶ παίρνει τὸν ἀχνό τους,
καὶ διαλαλάει μ᾿ ἕνα βοητὸ τὸν ἀναγαλιασμό του. 

Ἔτσι οἱ κοπέλες τοῦ χωριοῦ πετιοῦνται ἀπὸ τὰ σπίτια
κ᾿ εἰς κάμπους κ᾿ εἰς βουνὰ σκορποῦν, κι ὅπ᾿ εἶναι ἀμπέλι τρέχουν
μὲ τὰ καλάθια τὰ πλεχτὰ καὶ μὲ τὰ βατοκόπια
καὶ μὲ τραγούδια, μὲ χαρές, ὅταν ἀρχίζει ὁ τρύγος.
Ἀναταράζονται οἱ ἐρμιές, ἀχολογοῦν τ᾿ ἀμπέλια,
λὲς κι ἀπὸ κάθε πέτρα ὀρθή, λὲς κι ἀπὸ κάθε βάτον,
ὅπου στὸ χόρτο σέρνεται, κόρης κορμὶ φυτρώνει. 

Πράσινη ἁπλώνεται ἡ φυτιὰ κ᾿ οἱ ρόγες μεστωμένες,
μαῦρες καὶ κίτρινες, ξανθιές, μαυρολογοῦν, γιαλίζουν
στὴν πρώτη ἀχτίδα τοῦ ζεστοῦ τοῦ ἥλιου ὅπ᾿ ἀνατέλλει,
σὰν μαῦρα μάτια, σὰν χοντρὰ κλωνιὰ μαργαριτάρια.
Οἱ βέργες οἱ καμαρωτὲς λαμποκοποῦν κ᾿ ἐκεῖνες,
κ᾿ οἱ περογλιὲς ξαπλώνονται στὰ διάπλατα κρεββάτια,
καὶ στὴν πυκνή τους χλωρασιὰ καὶ στὸ βαθύ τους ἴσκιο
τὴν ἱδρωμένην ἀργατιὰ δροσίζουν, ἀνασαίνουν,
τὴν ἀργατιὰ ποὺ ὁλημερὶς ὅλο τρυγάει κι ἁπλώνει, 

Τὴν ἀργατιὰ ποὺ λαχταρᾷ πότε νὰ πέσει ὁ ἥλιος,
πότε νὰ ἰσκιώσουν τὰ ριζά, νὰ δροσερέψει ὁ κάμπος. 

Νάτος ὁ ἥλιος ποὺ ἔπεσε καὶ πάει νὰ βασιλέψει,
νάτα ποὺ ἰσκιῶσαν τὰ ριζὰ καὶ δροσερεύει ὁ κάμπος... 

O ἥλιος χάθη ὁλότελα καὶ τὰ βουνὰ σουρπώσαν,
θόλωσαν τ᾿ ἀνοιχτὰ νερὰ κι ἀπάνω βγῆκαν τ᾿ ἄστρα... 

Διπλὰ ἀνασαίν᾿ ἡ ἐργατιὰ κι ἀπαρατάει τὸ ἔργο,
κ᾿ ἐκεῖ ποὺ κληματόβεργες κι ἀπὸ παλιούργια φράχτες
καλύβι ὁλόρθο πλέκουνε, δεῖπνον ἁπλὸ κυκλώνουν,
καὶ τὸν ἁπλὸ τὸ δεῖπνο τους φωτάει θαμπὸ λυχνάρι. 

Ὕστερα εἰς κάθε μιὰ φυτιά, κάθε ὄχτο, κάθε ἀμπέλι,
τρανὲς ἀνάβουνε φωτιὲς μὲς στ᾿ ἁπλωτὸ σκοτάδι.
Ὀλοῦρ᾿ - ὀλοῦρ᾿ ἀπ᾿ τὶς φωτιὲς σταίνουν χορὸ οἱ κοπέλες,
στρώνονται χάμου οἱ γέροντες κ᾿ οἱ νιοί, κι ἀπ᾿ ὅλους ἕνας
τοὺς συνοδεύει στὸ χορὸ μ᾿ ἕνα ἁπαλὸ τραγούδι
καὶ μ᾿ ἕνα λάλημα γλυκὸ - γλυκὸ τοῦ ταμπουρᾶ του.
Ὥσπου τ᾿ ἀστέρια τ᾿ οὐρανοῦ τὸ μεσονύχτι δείχνουν,
καὶ τότες οἱ χοροὶ χαλοῦν, σκορπᾶν οἱ δουλευτάδες.
Στρώνουν γιὰ στρώματα κλαδιὰ κι ἀποσταμένοι γέρνουν. 

Κ᾿ ἐκεῖ ποὺ σβήνουν οἱ φωτιές, ἔρμες ἀνάρια - ἀνάρια,
τὸ νυχτοπούλι τ᾿ ἄγρυπνο γλυκὰ τοὺς νανουρίζει,
ὥσπου νὰ σκάσει ὁ αὐγερινός, ποὺ θὰ ξυπνίσουν πάλι,
πάλι στὸ ἔργο τους νὰ μποῦν, στὸν ζηλεμένο τρύγο. 



(FROM: Reader Digest's, Great People of the Bible and How They Lived)




Κώστας Κρυστάλλης "Το τραγούδι του τρυγητού "



Το λέει ο πετροκότσυφας στο δροσερό τ' αυλάκι, 

το λεν στα πλάια οι πέρδικες, στην ποταμιά τ' αηδόνια, 

το λεν στ' αμπέλια οι λυγερές, το λεν με χίλια γέλια, 

το λέει κ' η Γκόλφω η όμορφη, το λέει με το τραγούδι 

-Αμπέλι μου, πλατύφυλλο και καλοκλαδεμένο, 

δέσε σταφύλια κόκκινα, να μπω να σε τρυγήσω, 

να κάμω αθάνατο κρασί, μοσκοβολιά γιομάτο. 

Μες στα κατώγια τα βαθιά σαν μόσχο να το κρύψω, 
να το φυλάξω ολάκαιρες χρονιές, ακέριους μήνες, 
ώσπου να ρθεί μιαν άνοιξη, νάρθει ένα καλοκαίρι, 
να γύρει από τη μακρινή την ξενιτιά ο καλός μου. 
Να κατεβώ μες στην αυλή, να πιάκω τ' αλογό του, 
να τον φιλήσω αγκαλιαστά στα μάτια και στο στόμα, 
να τον κεράσω, αμπέλι μου, τ' αθάνατο κρασί σου, 
της ξενιτιάς τα βάσανα να παν, να τα ξεχάσει.



Πίνακας - Claudio da Firenze 





Ι Πολέμης Νερωμένο κρασί


Ὅ, τι κι᾿ ἂν εἶχε τόχασε, γυναῖκα, βιός, παιδιά του·
τίποτε δὲν τ᾿ ἀπόμεινε στερνὴ παρηγοριά.
Πέταξ᾿ ἡ ἔννοια ἀπὸ τὸ νοῦ κι᾿ ἡ ἐλπίδ᾿ ἀπ᾿ τὴν καρδιά του
κι ἡ ὑπομονὴ ἐμαρμάρωσε στὰ στήθη του βαριά. 
Ὅπως τὰ λείψανα περνοῦν, περνάει ἀργὰ ὁ καιρός του
καὶ ζεῖ δίχως ὁ δύστυχος νὰ ξέρει τὸ γιατί.

Μὲς στὴν ταβέρνα ὁλημερὶς μὲ τὸ ποτήρι ἐμπρός του
τοῦ κάκου ἐκεῖ ἀνώφελα τὴ λησμονιὰ ζητεῖ.

«Καταραμένε κάπελα καὶ κλέφτη ταβερνιάρη, 
τί τὸ νερώνεις τὸ κρασί, καὶ πίνω ἀπ᾿ τὸ ξανθό, 
καὶ πίνω κι᾿ ἀπ᾿ τὸ κόκκινο κι᾿ ἀπὸ τὸ γιοματάρι
κι᾿ ἀπὸ τὸ σῶσμα τὸ τραχύ, πίνω καὶ δὲ μεθῶ; 

Δὲν ᾖρθα γιὰ ξεφάντωμα, μήτε γιὰ πανηγύρι, 
ᾖρθα νὰ βρῶ τὴ λησμονιὰ στὸ θάνατο κοντά!»
Κι᾿ ὁ κάπελας γεμίζοντας καὶ πάλι τὸ ποτήρι
μὲ θλιβερὸ περίγελο στὰ λόγια του ἁπαντᾷ: 

«Τί φταίω ἐγὼ ἂν τὰ δάκρυα ποὺ ἀπελπισμένος χύνεις
πέφτουν μὲς στὸ ποτήρι σου, σταλαγματιὲς θολές, 
καὶ τὸ νερώνουν τὸ κρασὶ κι᾿ ἀδύνατο τὸ πίνεις;
Τί φταίω ἐγὼ κι᾿ ἂν δὲ μεθᾷς, τί φταίω ἐγὼ κι᾿ ἂν κλαῖς;» 


Πίνακας -Peter Raadsig



Μ. ΜΑΛΑΚΑΣΗΣ "Παίζει ἀπόψε τὸ φεγγάρι" 



Παίζει ἀπόψε τὸ φεγγάρι 
Μέσα στὴν κληματαριά, 
Ποὖναι νὰ τὸ πιεῖς, ἀλήθεια, 
Στὸ ποτήρι, 

Κι ὄχι τόσο γιατὶ παίζει 
Στὴν κληματαριά, 
Ὅσο γιατὶ φέγγει δίπλα 
Σ᾿ ἕνα παραθύρι… 
(Ὧρες)


ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΩΤΑΣ 

Ο παππούλης σαν κοπέλι 
κάθε μέρα πάει στ' αμπέλι. 
Το ραντίζει, το θειαφίζει 
και το διπλοκαθαρίζει. 
Και το Μάη με τους ανθούς 
κορφοκόβει τους βλαστούς. 
Κι ως να διπλοξεφυλλίσει, 
η αγουρίδα έχει γυαλίσει.

Τώρα φέρνει στο μαντίλι 
κόκκινο, γλυκό σταφύλι. 
Τώρα κάθεται δραγάτης 
ο παππούς ο ανοιχτομάτης 
και του πάμε το φαΐ του 
και μας δίνει την ευκή του, 
μας φιλεύει και σταφύλια 
σε καλάθια και μαντίλια.


The Happy Drinkers - Johann Hamza



Κώστας Βάρναλης: Οι Μοιραίοι 

Μες την υπόγεια την ταβέρνα,

μες σε καπνούς και σε βρισιές

(απάνω στρίγγλιζε η λατέρνα)

όλ'η παρέα πίναμ' εψες'

εψές, σαν όλα τα βραδάκια,

να πάνε κάτου τα φαρμάκια.



Σφιγγόταν ένας πλάι στον άλλο

και κάπου εφτυούσε καταγής.

Ω! πόσο βάσανο μεγάλο

το βάσανο είναι της ζωής!

Όσο κι ο νους να τυραννιέται,
άσπρην ημέρα δε θυμιέται.

Ήλιε και θάλασσα γαλάζα
και βάθος τ' άσωτ' ουρανού!
Ω! της αυγής κροκάτη γάζα,
γαρούφαλα του δειλινού,
λάμπετε, σβήνετε μακριά μας,
χωρίς να μπείτε στην καρδιά μας!

Του ενός ο πατέρας χρόνια δέκα
παράλυτος, ίδιο στοιχειό'
τ' άλλου κοντόημερ' η γυναίκα
στο σπίτι λιώνει από χτικιό'
στο Παλαμήδι ο γιός του Μάζη
κ' η κόρη του Γιαβή στο Γκάζι.

- Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!
- Φταίει ο Θεός που μας μισεί!
- Φταίει το κεφάλι το κακό μας!
- Φταίει πρώτ' απ' όλα το κρασί!
Ποιος φταίει; ποιος φταίει; Κανένα στόμα
δεν το βρε και δεν το 'πε ακόμα.

Έτσι στη σκότεινη ταβέρνα
πίνουμε πάντα μας σκυφτοί.
Σαν τα σκουλήκια, κάθε φτέρνα
όπου μας εύρει μας πατεί.
Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα,
προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα! 


The Drinker, 1890 by Paul Cézanne 
Κώστας Βάρναλης, Πάλι μεθυσμένος είσαι 

Πάλι μεθυσμένος είσαι, δυόμιση ώρα της νυχτός.

Kι αν τα γόνατά σου τρέμαν, εκρατιόσουνα στητός

μπρος στο κάθε τραπεζάκι. "Γεια σου, Kωνσταντή βαρβάτε"!



― Kαλησπερούδια αφεντικά, πώς τα καλοπερνάτε;



Ένας σού δινε ποτήρι κι άλλος σού δινεν ελιά.

Έτσι πέρασες γραμμή της γειτονιάς τα καπελιά.

Kι αν σε πείραζε κανένας, - αχ, εκείνος ο Tριβέλας! -



έκανες, πως δεν ένιωθες και πάντα εγλυκογέλας.


Xτες και σήμερα ίδια κι όμοια, χρόνια μπρος, χρόνια μετά...
H ύπαρξή σου σε σκοτάδια όλο πηχτότερα βουτά.
Tάχα η θέλησή σου λίγη, τάχα ο πόνος σου μεγάλος;
Aχ, πού σαι, νιότη, πού δειχνες, πως θα γινόμουν άλλος! 


Πίνακας -Otto D'Angelo




Σικελιανός Άγγελος "Θαλερό "

Φλογάτη, γελαστή, ζεστή, από τ' αμπέλια απάνωθεν

εκοίταγε η σελήνη·

κι ακόμα ο ήλιος πύρωνε τα θάμνα, βασιλεύοντας

μες σε διπλή γαλήνη.



Bαριά τα χόρτα, ιδρώνανε στην αψηλήν απανεμιά

το θυμωμένο γάλα,

κι από τα κλήματα τα νια, που της πλαγιάς ανέβαιναν

μακριά-πλατιά τη σκάλα,



σουρίζανε οι αμπελουργοί φτερίζοντας, εσειόντανε

στον όχτο οι καλογιάννοι,
κι άπλων' απάνω στο φεγγάρι η ζέστα αραχνοΰφαντο
κεφαλοπάνι...

Στο σύρμα, μες στο γέννημα, μονάχα τρία καματερά,
τό 'να από τ' άλλο πίσω,
την κρεμαστή τους τραχηλιά κουνώντας, τον ανήφορο
ξεκόβαν το βουνίσο.

Σκυφτό, τη γης μυρίζοντας, και το λιγνό λαγωνικό,
με γρήγορα ποδάρια,
στου δειλινού τη σιγαλιά βράχο το βράχο επήδαγε
ζητώντας μου τα χνάρια.

Kαι κάτου απ' την κληματαριά την άγουρη μ' επρόσμενε,
στο ξάγναντο το σπίτι,
σωστό τραπέζι πόφεγγε, λυχνάρι ομπρός του κρεμαστό,
το φως του Aποσπερίτη...

Eκεί κερήθρα μόφερε, ψωμί σταρένιο, κρύο νερό
η αρχοντοθυγατέρα,
οπού 'χε από τη δύναμη στον πετρωτό της το λαιμό
χαράκι ως περιστέρα·

που η όψη της, σαν της βραδιάς το λάμπο, έδειχνε διάφωτη
της παρθενιάς τη φλόγα,
κι απ' τη σφιχτή της ντυμασιά, στα στήθια της τ' αμάλαγα,
χώριζ' ολόρτη η ρώγα·

που ομπρός από το μέτωπο σε δυο πλεξούδες τα μαλλιά
πλεμένα είχε σηκώσει,
σαν τα σκοινιά του καραβιού, που δε θα μπόρει' η φούχτα μου
ναν της τα χερακώσει.

Λαχανιασμένος στάθη εκεί κι ο σκύλος π' αγανάχτησε
στα ορτά τα μονοπάτια,
κι ασάλευτος στα μπροστινά, με κοίταγε, προσμένοντας, 
μια σφήνα μες στα μάτια.

Eκεί τ' αηδόνια ως άκουγα, τριγύρα μου, και τους καρπούς
γευόμουν απ' το δίσκο,
είχα τη γέψη του σταριού, του τραγουδιού και του μελιού
βαθιά στον ουρανίσκο...

Σα σε κυβέρτι γυάλινο μέσα μου σάλευε η ψυχή,
πασίχαρο μελίσσι,
που όλο κρυφά πληθαίνοντας γυρεύει σμάρια ωσάν τσαμπιά
στα δέντρα ν' αμολήσει.

Kι ένιωθα κρούσταλλο τη γη στα πόδια μου αποκάτωθε
και διάφανο το χώμα
γιατί πλατάνια τριέτικα τριγύρα μου υψωνόντανε
μ' αδρό, γαλήνιο σώμα.

Eκεί μ' ανοίξαν το παλιό κρασί, που πλέριο ευώδισε
μες στην ιδρένια στάμνα,
σαν τη βουνίσια μυρουδιά, σύντας βαρεί κατάψυχρη
νύχτια δροσιά τα θάμνα...

Φλογάτη, γελαστή, ζεστή, εκεί η καρδιά μου δέχτηκε
ν' αναπαυτεί λιγάκι
πά' σε σεντόνια ευωδερά από βότανα, και γαλανά
στη βάψη από λουλάκι... 






Είναι η αμοιβή αυτού που πολεμά για την ελευθερία της πατρίδας του: 

Βιολιά, κρασί, ξεφάντωμα, χαρα! 







Κ. Παλαμάς







Ο ΕΛΥΤΗΣ  

I)Αετόμορφα έχει τα ψηλά βουνά στα ηφαίστεια κλήματα σειρά 

και τα σπίτια πιο λευκά στου γλαυκού το γειτόνεμα 

II) Ἐλαιῶνες κι ἀμπέλια μακριὰ ὡς τὴ θάλασσα Κόκκινες ψαρόβαρκες μακριὰ ὡς τὴ θύμηση 


III) Ε σεις στεριές και θάλασσες 

τ' αμπέλια κι οι χρυσές ελιές 

ακούτε τα χαμπέρια μου 

μέσα στα μεσημέρια μου» 



«Σ' όλους τους τόπους κι αν γυρνώ 

μόνον ετούτον αγαπώ!» 



IV) Εάν αποσυνθέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι. Που σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις. 


Πίνακας - Καραβάτζιο



ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ 

Άσπρα σπίτια κάτασπρα

τα βερικοκιά τα κεραμίδια

τα γαλανά παραθυρόφυλλα

τ' άλογα τα κανελιά , μες τον αυλόγυρο

τ' άσπρα μες το πράσινο

τα μπαλκόνια μάλαμα και θάλασσα



Τα μουλάρια στον ανήφορο της πέτρας

και τα γαιδουράκια μες τ' αγκάθια

ψάθες και μαχαίρια και καλάθια
μες τ' αμπέλι γέλια

Δάχτυλα και γόνατα στήθια και σαγόνια
μες το μούστο ματωμένα
κόκκινες φωτιές κι ιδρώτα
στις κατηφοριές
το χρυσό κακάρισμα της κότας

Κι όπως γαλανίζει το βραδάκι
το μαβί, το βιολετί
να κι η παναγιά στη δημοσιά
πλάι στα κάρα στα κουδούνια
στα σταμιά και στα κλαδωτά μαντήλια

Να τη η παναγιά
να κρατάει στην ασημένια της ποδιά
πέντε οκάδες κόκκινα σταφύλια 




Ν Καζαντζάκης  

Όλοι πετάχτηκαν απάνω, κατασκόρπισαν, καθένας έτρεχε κατά το αμπέλι του, όπου είχε απλώσει τη σταφίδα της χρονιάς· κι ως έτρεχαν, ολοένα και σκοτείνιαζε ο αγέρας, κρεμάστηκαν μαύρες πλεξούδες από τα σύννεφα, ξέσπασε η μπόρα. Γέμισαν τ' αυλάκια, πήραν να τρέχουν οι δρόμοι σαν ποταμοί, φωνές ακούστηκαν γοερές από το κάθε αμπέλι. Άλλοι βλαστημούσαν, άλλοι φώναζαν την Παναγιά να τους λυπηθεί, να βάλει το χέρι της, και στο τέλος θρήνος ξέσπασε πίσω από τις ελιές στο κάθε αμπέλι.

Ξέφυγα από το σπιτάκι, έτρεξα μέσα στη νεροποντή, παράξενη χαρά με είχε συνεπάρει, σα μεθύσι.

Είχα φτάσει ως το δρόμο, δεν μπόρεσα να τον περάσω, ήταν ποταμός, και στάθηκα και κοίταζα: Μαζί με τα νερά κυλούσαν αγκαλιές αγκαλιές τα μεσοξεραμένα σταφύλια, ο μόχτος της χρονιάς, έτρεχαν κατά τη θάλασσα και χάνουνταν. Ο θρήνος δυνάμωνε, μερικές γυναίκες είχαν χωθεί ως τα γόνατα μέσα στα νερά και μάχουνταν να περισώσουν λίγη σταφίδα· άλλες, όρθιες στην άκρα του δρόμου, είχαν βγάλει τις μπολίδες τους* καισυρομαδιούνταν*.

Είχα γίνει μουσκίδι ως το κόκαλο· πήρα δρόμο κατά το σπιτάκι και μάχουμουν* να κρύψω τη χαρά μου· βιάζουμουν να δω τι θα 'κανε ο πατέρας μου· θα 'κλαίγε, θα βλαστημούσε, θα φώναζε; Περνώντας από τον οψιγιά είδα πως όλη μας η σταφίδα είχε φύγει.

Τον είδα να στέκεται στο κατώφλι, ακίνητος, και δάγκανε τα μουστάκια του. Πίσω του, όρθια, η μητέρα μου έκλαιγε.

— Πατέρα, φώναξα, πάει η σταφίδα μας!

— Εμείς δεν πάμε, μου αποκρίθηκε· σώπα!

Ποτέ δεν ξέχασα τη στιγμή ετούτη· θαρρώ μου στάθηκε στις δύσκολες στιγμές της ζωής μου μεγάλο μάθημα· αναθυμόμουν τον πατέρα μου ήσυχο, ασάλευτο, να στέκεται στο κατώφλι, μήτε βλαστημούσε μήτε παρακαλούσε μήτε έκλαιγε· ασάλευτος κοίταζε τον όλεθρο κι έσωζε, μόνος αυτός, ανάμεσα σε όλους τους γειτόνους, την αξιοπρέπεια του ανθρώπου. 
Αναφορά στο Γκρέκο ( Απόσπασμα )










Σαρλ Μπωντλαίρ  "Μέθα"

Ἂν κάποτε στὰ σκαλιὰ ἑνὸς παλατιοῦ, στὸ πράσινο γρασίδι

μιᾶς τάφρου, στὴ μουντὴ μοναξιὰ τοῦ δωματίου σου,

ξυπνήσεις ξεμέθυστος πιά, ῥώτα τὸν ἄνεμο, ῥώτα τὸ κύμα,

τὸ πουλί, τὸ ῥολόι, κάθε τι ποὺ φεύγει,

κάθε τι ποὺ στενάζει, κάθε τι ποὺ κυλάει, ποὺ τραγουδάει,

ποὺ μιλάει· ῥώτα τί ὥρα εἶναι;

Κι ὁ ἄνεμος, τὸ κύμα, τὸ ἄστρο, τὸ πουλί, τὸ ῥολόι, 

θὰ σοῦ ἀπαντήσουν: Εἶναι ἡ ὥρα τῆς μέθης!

Γιὰ νὰ γίνεις ὁ μαρτυρικὸς σκλάβος τοῦ χρόνου,

μέθα· μέθα ἀδιάκοπα!

Ἀλλὰ μὲ τί; Μὲ ῥακή, μὲ κρασί, μὲ ποίηση, μὲ ἀρετή...
-Μὲ ὅ,τι θέλεις, ἀλλὰ μέθα!... 




Σαρλ Μπωντλαίρ  "Μεθύστε "

Πρέπει νά ῾σαι πάντα μεθυσμένος. 

Ἐκεῖ εἶναι ὅλη ἡ ἱστορία: εἶναι τὸ μοναδικὸ πρόβλημα. 

Γιὰ νὰ μὴ νιώθετε τὸ φριχτὸ φορτίο τοῦ Χρόνου 

ποὺ σπάζει τοὺς ὤμους σας καὶ σᾶς γέρνει στὴ γῆ, 

πρέπει νὰ μεθᾶτε ἀδιάκοπα. Ἀλλὰ μὲ τί; 

Μὲ κρασί, μὲ ποίηση ἢ μὲ ἀρετή, ὅπως σᾶς ἀρέσει. 

Ἀλλὰ μεθύστε. 



Καὶ ἂν μερικὲς φορές, στὰ σκαλιὰ ἑνὸς παλατιοῦ, 

στὸ πράσινο χορτάρι ἑνὸς χαντακιοῦ, 
μέσα στὴ σκυθρωπὴ μοναξιὰ τῆς κάμαράς σας, 
ξυπνᾶτε, μὲ τὸ μεθύσι κιόλα ἐλαττωμένο ἢ χαμένο, 
ρωτῆστε τὸν ἀέρα, τὸ κύμα, τὸ ἄστρο, τὸ πουλί, τὸ ρολόι, 
τὸ κάθε τι ποὺ φεύγει, τὸ κάθε τι ποὺ βογκᾶ, 
τὸ κάθε τι ποὺ κυλᾶ, τὸ κάθε τι ποὺ τραγουδᾶ, 
ρωτῆστε τί ὥρα εἶναι, 
καὶ ὁ ἀέρας, τὸ κύμα, τὸ ἄστρο, τὸ πουλί, τὸ ρολόι, 
θὰ σᾶς ἀπαντήσουν: 

-Εἶναι ἡ ὥρα νὰ μεθύσετε! 

Γιὰ νὰ μὴν εἴσαστε οἱ βασανισμένοι σκλάβοι τοῦ Χρόνου, 
μεθύστε, μεθύστε χωρὶς διακοπή! 

Μὲ κρασί, μὲ ποίηση ἢ μὲ ἀρετή, ὅπως σᾶς ἀρέσει. 


              ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ 

                                                            Έκλεψαν το κρασί του Διονύσου

Στίχοι - Μουσική: Λουδοβίκος των Ανωγείων

Μανώλης Λιδάκης 



                                                     Έκλεψαν το κρασί του Διονύσου

μέθυσαν οι αγγέλοι τ’ ουρανού

κατέβηκαν στη γη να αμαρτήσουν

την ώρα του μεγάλου εσπερινού



Κι ήρθαν οι νύμφες των κυμάτων

ντυμένες άμμο και αφρό

έπαιζαν και σιγογελούσαν

στύβοντας απ’ τις μπούκλες το νερό

Γυμνή αλήθεια του Θεού
πάνω στην άμμο ξαπλωμένη
κι ο ποταμός του φεγγαριού
πάνω στη λίμνη να μακραίνει

Ήπιανε όλο το κρασί
χόρεψαν οι αγγέλοι και οι δαιμόνοι
μα στο χορό των σταφυλιών 

                                                         όσοι χορεύουν είναι μόνοι






ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ Που πας αφέντη μέρμηγκα



Πού πας αφέ-

Πού πας αφέντη μέρμηγκα (2)

και είσαι αρματωμένος (2)


Λελετουμ - Λελετουμ - Λελετουμ
και βουι βουι βουι
Λελετουμ - Λελετουμ - Λελετουμ 
και τουμ τουμ τουμ

Έχω ένα αμπέ-
Έχω ένα αμπέλι στο γυαλό (2)
και πάω να το τρυγήσω (2)

Έχω ένα αμπέ-
Έχω ένα αμπέλι στο γυαλό (2)
που κάνει πέντε ρόγες (2)

Μα εγώ θα πα-
Μα εγώ θα πάω απ το χωριό (2)
να πάρω ένα γαιδούρι (2)

Στο δρόμο τα
Στο δρόμο τα ποδάρια του (2)
θα του τα κάνω ρόδες (2)

Να τρέχει να
Να τρέχει να ζαλίζομαι (2)
νάμαι σα μεθυσμένος (2)

Να με κοιτά-
Να με κοιτάζουν τα πουλιά (2)
να κόβεται η λαλιά τους (2)

Κι όποιου δε κό-
Κι όποιου δε κόβεται η λαλιά (2)
να φεύγει απ' τ' αμπέλι (2) 


Με το Τραγούδι με το Κρασί - Νίκος Παπάζογλου



Στίχοι: Παπάζογλου Νίκος
Μουσική: Παπάζογλου Νίκος
Πρώτη εκτέλεση: Νίκος Παπάζογλου

Με το τραγούδι με το κρασί
σαν πέφτει το βραδάκι
στο νου μου έρχεσαι εσύ
με πνίγει το μεράκι
μπαίνεις μες στο ποτήρι μου
σε πίνω σαν νεράκι

Θα 'θελα να 'σουνα εδώ
για να σου τραγουδήσω
να σου ραγίσω την καρδιά
να σε ξανακερδίσω
και με την πιο γλυκιά πενιά
τραγούδι να σου χτίσω

Αχ πόσο θα 'θελα να δω
τα καστανά σου μάτια
ήταν γεμάτα παράπονο
δάκρυα και γινάτια
το βράδυ που χωρίσαμε
με την καρδιά κομμάτια





Ο Τρύγος - Παιδική χορωδία Δ.Λιωτση



Ο Τρύγος, Μακεδονικό.

Αναπροσαρμογή στίχων και εναρμόνιση: Δημήτρης Λιώτσης

Στο πιάνο συνοδεύει ο Νίκος Μιχαηλίδης (γνωστός ως Τάβης)

Εκφώνηση: Αλεξάνδρα Λιώτση (σύζυγος του Δ.Λιώτση)



Δίφωνη Παιδική Χορωδία Δ.Λιώτση

Συναυλία 1984-1985

Βίντεο: Σοφία Μούλη
We do not own any of the pictures' copyright.

Ο Τρύγος

1. Για τον τρύγο ξημερώνει κι όλο το χωριό στο πόδι (δις) Με τραγούδια και με γέλια, έτοιμοι όλοι για τ΄αμπέλια (δις)

2. Τ΄αλογά τους και τ΄αμάξια , τα κοφίνια, τα καλάθια (δις) Τα ετοιμάζουν μάνι-μάνι, στη δουλειά μικροί-μεγάλοι (δις)

3. Τώρα ξεκινάνε όλοι και το κέφι τους φουντώνει (δις) Να΄τους μες τ΄αμπέλια μπαίνουν, τα ώριμα τσαμπιά διαλέγουν (δις)

4. Στα καλάθια, στα μαντήλια ρίχνουν τα γλυκά σταφύλια (δις) Στα κοφίνια τ΄αραδιάζουν και στ΄αμάξια τ΄ανεβάζουν (δις)





Οίνος ευφραίνει καρδίαν ανθρώπου.

4 σχόλια:


  1. Γεωργια μπραβο σου συχαρητηρια Ο πατερας και ημανα σου

    Ηλίας Κοτσόβολος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Η καλύτερη ανάρτηση στο διαδίκτυο για το θέμα....Μπράβο Γεωργία....

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Πολύ καλή δουλειά,με μεράκι κι αγάπη ό,τι ακριβώς χρειάζεται κ τ'αμπέλι.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Εξαιρετική ανάρτηση...!!! Ευχαριστώ να'σαι καλά Γεωργία μου...!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή