Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2016

ΗΛΙΑΣ ΠΑΡΑΘΥΡΑΣ - Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ & ΤΟ ΚΑΝΑΡΙΝΙ

René Magritte " La Thérapeute"

Ήταν κάποτε ένας Βασιλιάς σκληρός και πολεμοχαρής• του άρεσαν οι μάχες, δίψαγε για λάφυρα, κι ήθελε χρόνο με το χρόνο τα σύνορα της χώρας του να μεγαλώνει.

Ποτέ του δε γέλαγε, τα χείλη του σφιχτά, τα μάτια του άγρια και τραχιά σαν τις παλάμες του χωριάτη. Ή, αν το θες καλύτερα να καταλάβεις, σαν ακρογιάλι στρωμένο από βότσαλα. Δοκίμασες ποτέ ξυπόλητος σε τέτοιο ακρογιάλι τη θάλασσα να φτάσεις; 
Σίγουρα θα πληγωθείς. Έτσι πλήγωνε κι ο Βασιλιάς το κάθε τι που ήταν γύρω του.
Μονάχα ένα πράγμα τον έκανε τα χείλη χαλαρά για λίγο ν’ αφήσει, το βλέμμα να μερέψει και μια υποψία χαμόγελου στο πρόσωπό του να φανεί.
Το καναρίνι μέσα στο χρυσό κλουβί.
Το καναρίνι με τη γλυκιά φωνή. Θεέ μου, πόσο σε μάγευε σαν τραγουδούσε!

Κάθε που ο Βασιλιάς έφτανε στο παλάτι γεμάτος αίματα από τις μάχες τις πολλές, αξύριστος, με καινούργιες ουλές και τραύματα, δεν πήγαινε να κάνει το λουτρό του, να φάει και να ξαπλώσει όπως θά ’κανε κάθε κουρασμένος, αλλά πήγαινε ν’ ακούσει το κελάηδισμά του.
Μια φορά, το λοιπόν, γυρνώντας απ’ τον πόλεμο, έτρεξε γρήγορα γρήγορα στη μεγάλη σάλα ν’ ακούσει το καναρίνι να τραγουδά. Όμως το καναρίνι ήταν νεκρό μες στο κλουβί του. Αγρίεψε, ούρλιαξε ο Βασιλιάς, λες κι ορδές εχθρών τον είχαν κυκλώσει. «Υπηρέτες, φρουροί, αυλικοί, ποιος φταίει γι’ αυτό;;;».
Έντρομο όλο το παλάτι μαζεύτηκε γύρω του. Κανείς δεν τόλμησε να μιλήσει, να πει έστω μία δικαιολογία, ή ένα «δε γνωρίζω, Βασιλιά».
Ώσπου έξαφνα μια θαρραλέα φωνή ακούστηκε. «Βασιλιά μου! Βασιλιά μου!». Ήταν ο σοφός του παλατιού που στεκόταν δίπλα στο μάγο. Ο σοφός κατευθύνθηκε προς το κλουβί, άνοιξε το πορτάκι του κι έβγαλε έξω τη μία από τις δύο ταΐστρες. «Να, κάτι γράφει εδώ, κάτι είναι σκαλισμένο απ’ το ραμφάκι του καναρινιού, δες μόνος σου Βασιλιά μου, είμαι γέρος και δεν καλοβλέπω τόσο ψιλή γραφή!». 
Ο Βασιλιάς πήρε την ταΐστρα στα χέρια του και διάβασε αυτό που έγραφε. Τι έγραφε;
Εσύ!!!
«Εσύ, εσύ, εσύ», έλεγε και ξανάλεγε μονολογώντας, την οργή τώρα στο πρόσωπό του την είχε διαδεχθεί η θλίψη.
«Είναι και κάτι ακόμη», ακούστηκε ο μάγος. Γέρος κι αποκρουστικός στην όψη, με μια φωνή που σ’ έκανε να τρέμεις με τη βαθιά βραχνάδα της, κίνησε προς το κλουβί, έβγαλε τη δεύτερη ταΐστρα και την περιεργάστηκε με προσοχή.
«Βασιλιά μου, τι περίεργο κι αυτό! Εδώ σε τούτη την ταΐστρα με ψιλή γραφή σε γλώσσα ξεχασμένη, που ξέρουν μόνο μάγοι και αποκρυφιστες, λέει τα υλικά και τον τρόπο για να κάνεις το αρχαίο ξόρκι που ζωντανεύει τους νεκρούς!

Κι έτσι ξεκινά το μοναχικό ταξίδι του Βασιλιά μας. Έντεκα χρόνια ταξίδευε για να βρει τα υλικά που έπρεπε να φέρει στο μάγο για να κάνει το ξόρκι, έχοντας μοναδική βοήθεια ένα ραβδί κι ένα χάρτη να τον κατευθύνει στο πού θα πάει.
Περπατούσε και ρωτούσε αν πάει καλά για τη σπηλιά του φόβου! Εκεί έπρεπε να περάσει τρεις ολόκληρες μέρες και τρεις νύχτες μέσα στο σκοτάδι, αντιμετωπίζοντας τρομερά οράματα. Εκεί είδε τους εχθρούς του ενωμένους να τον κυκλώνουν. Είδε ένα σπαθί να πέφτει με ορμή επάνω στο λαιμό του. Είδε τον εαυτό του γέρο κι ανήμπορο χωρίς τη δύναμη της νιότης. Είδε και το χρυσό κλουβί άδειο παντοτινά να μένει. Κι όσο προχωρούσε, τόσο τα μάτια του έβλεπαν καλύτερα, τόσο το φως δυνάμωνε. Τελικά βρήκε την έξοδο και λίγο πιο κάτω ένα μελίσσι. Μάζεψε κάμποσο μέλι για το ξόρκι κι έφαγε κιόλας για να πάρει δύναμη.
Κι όλο πήγαινε, κι όλο τραβούσε για την κοιλάδα των αναμνήσεων, και τελικά τη βρήκε. Άρχισε να την περπατάει. Έπρεπε να την περάσει δίχως πισωγύρισμα σε τρεις ημέρες και τρεις νύχτες.
Κι είδε το σκληρό πατέρα του που τον χτυπούσε με ξύλα και ζωνάρια, ούρλιαξε από τον πόνο. «Έτσι θα γίνεις σκληρός, έτσι θα μάθεις, έτσι θα γίνεις Βασιλιάς!».
Είδε την πρώτη του αγάπη, δάκρυσε, έκλαψε, η μύτη του θυμήθηκε το άρωμά της• κανέλλα. Μύρισε έντονα κανέλλα. Για μια στιγμή αισθάνθηκε το χέρι της μες στο δικό του, θυμήθηκε στενά δρομάκια και χρυσόφλουρα φεγγάρια, και μετά την είδε να μακραίνει, να χάνεται για πάντα. Δεν άντεχε, δεν άντεχε, μα προχωρούσε.
Στο τέλος της κοιλάδας βρήκε επιτέλους τη γέρικη ελιά. Μάζεψε τους καρπούς της για το ξόρκι, έφαγε κι όσους μπορούσε. Πίκριζαν, αλλά θα τον κρατούσαν ζωντανό, και θα του ’δίναν δύναμη για να τραβήξει για το όρος της σιωπής.
Κακοτράχαλος ο δρόμος κι επικίνδυνος. Κατρακυλούσαν πέτρες και βράχια από τις πλαγιές του. Τα πόδια του γλυστρούσαν κι έπαιρνε τον κατήφορο. Πολλές φορές κόντεψε να σκοτωθεί, απέχοντας λίγο απ’ το γκρεμό.
Έφτασε με τα πολλά στην κορυφή του όρους. Εκεί ήταν ο ναός της αλήθειας. Άνοιξε την πόρτα, μπήκε μέσα. Η πόρτα έκλεισε ξωπίσω του απότομα.
Η αίθουσα του ναού ήταν γεμάτη από εκτυφλωτικό φως. Άκουσε φωνές, αισθάνθηκε παρουσίες. Έκανε να μιλήσει, μα η φωνή του δεν έβγαινε.
«Ποιος είσαι;», ρώτησαν οι φωνές, «ο Βασιλιάς είμαι», πήγε να πει, αλλά η φωνή του δεν έβγαινε.
«Ο Βασιλιάς! χα χα χα!». Γέλια ακούστηκαν από παντού. «Ακούν τη σκέψη, μιλάνε με τη σκέψη, μα ποιοι είναι;». «Εσύ ποιος είσαι;», είπαν ξανά οι φωνές. «Ο Βασιλιά είμαι».
«Χα χα χα! Ο Βασιλιάς!», αντήχησαν τα γέλια ολόγυρά του, «ο Βασιλιάς!». Το ερώτημα το ίδιο, η απάντηση ίδια, ξανά και ξανά. Είχε χάσει την αίσθηση του χρόνου, δεν αισθανόταν τίποτε, ούτε αφή, ούτε γεύση, όλες οι αισθήσεις ήταν νεκρές.
Και τότε απάντησε: «Είμαι φως!». «Ναι, είσαι φως! Και τι άλλο;». «Είμαι και σκοτάδι, είμαι χώμα και σύννεφα δεμένα με τη θέλησή σας!».
«Πήγαινε τώρα!», πρόσταξαν οι φωνές. Άνοιξε η πόρτα, βγήκε έξω, ήταν μεσημέρι, αλλά του φαινόταν πως είναι νύχτα. Βρήκε στην έξοδο έναν μικρό καθρέφτη που έγραφε ‘αλήθεια’. Τον πήρε για το ξόρκι και συνέχισε για την πολιτεία των τεχνών.
Τρεις μέρες και τρεις νύχτες περπάταγε, ώσπου έφτασε μπροστά στις πύλες της. Κτύπησε με δύναμη την κεντρική πύλη. Η θύρα της ήταν περίτεχνα σκαλισμένη με μικρές εικόνες στη σειρά, που, αν τις ακολουθούσες, ήταν σαν ν’ άνοιγες ένα βιβλίο με παθήματα ανθρώπων και θεών, με ιστορίες και μύθους λαών που ξεχάστηκαν στο πέρασμα του χρόνου.
Είδε ένα καράβι φορτωμένο με ζώα τόσα πολλά κι άγνωστα στα μάτια του. Είδε έναν θεό που τον φιλεύανε ανθρώπινο κρέας, κι αυτός οργισμένος, γιατί κατάλαβε τι έφαγε, καταράστηκε αυτούς που τον γελάσανε. Είδε έναν άντρα να παίρνει στο κατόπι μια νεράιδα κι αυτή να μην τον θέλει, να γίνεται δέντρο, κι έπειτα ο άντρας να παίρνει τα φύλλα και τα κλαδάκια της στεφάνι πλεγμένο επάνω στα μαλλιά του.
Άνοιξε η πόρτα, ένας καμπούρης κακάσχημος με σπυριά και κρεατοελιές στο πρόσωπό του φανερώθηκε μπροστά του. «Είμαι ο άρχοντας της πολιτείας τούτης, κι από ‘δώ η γυναίκα μου». Θεέ μου, τι ήταν αυτό, τι απερίγραπτη ομορφιά, τι χαρά, τι λεπτότητα, μα τι κάνει αυτή η γυναίκα μ’ αυτόν;!
«Λοιπόν, τι μπορώ να κάνω για σένα;»
«Άρχοντά μου, θέλω κάτι απ’ αυτήν εδώ την πόλη• θέλω το πολυτιμότερο που έχει μέσα της για να το χρησιμοποιήσω για το ξόρκι που ανασταίνει τους νεκρούς»
«Βρες ό,τι θεωρείς πολυτιμότερο και πάρ’ το, χάρισμά σου», είπε ο καμπούρης κι απομακρύνθηκε με την όμορφη γυναίκα του.
Προχώρησε στα ενδότερα της πόλης. Πλήθος ανθρώπων, ζωγράφοι, γλύπτες, ποιητές, χορευτές, όλοι εκεί ασκούνταν στην τέχνη τους. Ένα μεγάλο εργαστήρι, ένα μεγάλο παζάρι με λογιών λογιών κομψοτεχνήματα, όλα εξίσου όμορφα, όλα εξίσου πολύτιμα, τι να διαλέξει…
Μέρες έψαχνε, μήνες, χρόνια, έγινε φίλος με τους καλλιτέχνες, έμαθε πολλά για τον Απόλλωνα και τις Μούσες, γέμισε η καρδιά του γνώσεις και ομορφιά.
«Λοιπόν, βρήκες τελικά αυτό που έψαχνες Βασιλιά;»
Στράφηκε να δει ποιος είναι. Ήταν ο άρχοντας της πόλης.
«Όχι ακόμα, άρχοντά μου, όλα τόσο όμορφα και πολύτιμα, δεν ξέρω τι να διαλέξω».
«Γιατί δε ρωτάς τους καλλιτέχνες αυτής της πόλης ποιο είναι το πολυτιμότερο», είπε ο άρχοντας και έφυγε.
«Καλή ιδέα», σκέφτηκε κι άρχισε να ρωτά. Ρώτησε έναν γλύπτη που τού ‘πε ότι το πολυτιμότερο είναι η έμπνευση και ότι το τελευταίο του γλυπτό είναι το πιο εμπνευσμένο. Ρώτησε έναν ποιητή, έναν συγγραφέα, όλοι τους πάνω κάτω του έλεγαν για το τελευταίο τους έργο. 
Αποφάσισε να πάει να βρει τον άρχοντα της πόλης, αυτόν να ρωτήσει. Κτύπησε την πόρτα του σπιτιού του.
«Καλώς το Βασιλιά, βρήκες αυτό που έψαχνες;»
«Άρχοντά μου, ό,τι έχει φτιάξει ο καθένας το θεωρεί το πολυτιμότερο».
«Ε τότε, φτιάξε κι εσύ κάτι και πάρε το για το ξόρκι, το πολυτιμότερο φτιαγμένο απ’ το χέρι σου».
«Μα εγώ άρχοντά μου δεν είμαι καλλιτέχνης», είπε, μα ο καμπούρης είχε φύγει κλείνοντας την πόρτα στα μούτρα του Βασιλιά.

Πήρε σμίλη και μάρμαρο, δεν τα κατάφερε, πήρε πινέλα, χρώμα και καμβά, δεν τα κατάφερε, το μάρμαρο του έσπαγε, τα χρώματα δεν ταίριαζαν.
Προσπάθησε σκληρά μήνες πολλούς κάτι να φτιάξει, ώσπου μια μέρα ξέσπασε. 
«Δεν αξίζω τίποτα, είμαι ένας άχρηστος», πήρε ένα μολύβι που βρέθηκε μπροστά του κι άρχισε να γράφει:
Τι αξία έχει η διαδρομή χωρίς προορισμό
Τι αξία έχει ο προορισμός αν δε φέρει την ευτυχία στη ζωή τ’ ανθρώπου
Τι αξία έχει η ζωή μου χωρίς το γλυκό σου κελάηδισμα, μικρό μου καναρίνι.
Έξαφνα τότε εμφανίστηκε ο καμπούρης άρχοντας και τού ‘πε:
«Τώρα έχεις το πολυτιμότερο. Μπορείς να φύγεις, καλέ μου Βασιλιά».

Έντεκα χρόνια περάσανε και να, ξανά ο Βασιλιάς, ο μάγος κι ο σοφός του παλατιού στην ίδια θέση που ήταν και τότε.
Τα υλικά, το μέλι, η ελιά, ο καθρέφτης και το χαρτί με τις σκέψεις του Βασιλιά από την πόλη των τεχνών, όλα σωστά, όλα όπως ήταν γραμμένα επάνω στην ταΐστρα του καναρινιού. Μα τίποτα. Το καναρίνι πουθενά. Τότε ο Βασιλιάς έπεσε σε μεγάλη λύπη.
Αλλά ξαφνικά φώναξε ο σοφός: «Βασιλιά μου, Βασιλιά μου, κάτι άλλαξε στη γραφή, δεν είναι πια η ίδια». Άνοιξε το κλουβί, έβγαλε την ταΐστρα και την έδωσε στο Βασιλιά.
«Είναι ψιλή η γραφή και είμαι γέρος, δεν καλοβλέπω Βασιλιά μου, να, δες μόνος σου τι λέει».
Ο Βασιλιάς πήρε την ταΐστρα στα χέρια του και διάβασε:
Όχι πια!!!
«Όχι πια, όχι πια», μονολόγησε ο Βασιλιάς.
Και τότε, πρώτη φορά στη ζωή του, γέλασε. Γέλασε δυνατά, τρανταχτά.
Κι άρχισε να τραγουδά. Κι ήταν η φωνή του σαν κελάηδισμα, κι ήταν σαν καναρίνι και Βασιλιάς να είχαν γίνει ΕΝΑ!!!
 Ηλίας Παραθύρας










Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου