Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2016

ΑΝΤΩΝΗΣ ΨΑΡΡΟΣ " Ατιτλο "





Απόψε ξώκειλαν δυο φάλαινες στην ερημιά του μικρού μας όρμου που δέναν μικρές ψαρόβαρκες που και που για να μπαλώσουν τα δίχτυα τους.
Παράξενα πανάρχαια πλάσματα σαν τους ελέφαντες της γης 
μικρός ο χώρος για τα μέτρα τους ασφυκτικά κλειστός. 
Ταράξανε τα νερά στο μικρό μας απάγκιο ξεφυσούσαν υδάτινους πίδακες και χτυπούσαν με ορμή απελπισμένες την ουρά τους στο λιγοστό νερό,σαν τ' αφρόψαρα που σπαρταρούν στα δίχτυα των ψαράδων. 
Ένα σμήνος γλαροπούλια φάνηκαν στον ουρανό και γυρόφερναν πάνω τους κάνοντας μακροβούτια κι έπειτα φεύγανε στην άκρη του όρμου που οδηγούσε στο πέλαγος,δείχνοντας τους τον δρόμο,  έτσι όπως φέγγουν οι φάροι τα βράδια κι οδηγούν τα πλεούμενα μακριά απ τις ξέρες. 
Κάποια στιγμή ετούτη η παράξενη αλληλεγγύη των πλασμάτων  έπιασε τόπο και γύρισαν το κορμί τους στο πέλαγος 
Χτύπησαν με ορμή την ουρά τους και ξεχύθηκαν λεύτερες στην ανοιχτή θάλασσα 
Το κύμα σάρωσε την ακτή,ξεβράζοντας ψάρια να σπαρταρούν στην άμμο και στα βότσαλα. 
Τα ψαροπούλια επέστρεψαν με κραυγές χαράς για το ανέλπιστο γεύμα κι οι φάλαινες χάθηκαν στο βάθος λεύτερες πια. 
Πετάρισε ο γέροντας τα βλέφαρα του,απόδιωξε με κόπο τα ασήκωτα βάρη των σκέψεων και τα βαριά πέπλα του ύπνου,κοίταξε πέρα στον όρμο,μα τίποτα δεν πετούσε στον ουρανό,τίποτα δεν έσκιζε την γαλήνη της θάλασσας. 
Νοσταλγία πλημμύρισε γλυκά τα σωθικά του...λαχτάρησε τσιγάρο και καφέ. 
Απόθεσε τ' ορειχάλκινο μπρίκι στην φωτιά κι απόμεινε να κοιτάζει τις πολύχρωμες φουσκάλες που παιχνίδιζαν μέσα του.





1 σχόλιο: