Παρασκευή 28 Σεπτεμβρίου 2018

ΤΟ ΚΙΤΡΙΝΟ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ

Woman in Yellow', Dante Gabriel Rossetti 




λες ένα κίτρινο χρυσό λαμπερό να βάψη αυτό το μαύρο
αισχρό και θλιβερό τοπίο που το τρυπούν σκληρά
τα νυσταγμένα φώτα των ηλεκτρικών λαμπτήρων
Νίκος Εγγονόπουλος

Rain by Leonid Afremov


Μ. Αναγνωστάκης - Άρχισε μια σιγανή βροχή…


Έπεφτε μια κίτρινη παλιά βροχή…
Γ. Κ. 

Άρχισε μια σιγανή βροχή αργά προς το βράδυ.
Στις πολιτείες ο ουρανός φαίνεται μιαν απέραντη λασπωμένη πεδιάδα
Κι η βροχή είναι μια καλοσύνη, όσο να πεις, δε μοιάζει διόλου με το θάνατο
Μπορείς να βαδίζεις κάποτε χωρίς κανένα σκοπό ή με σκοπό —σου είναι αδιάφορο—
Μιαν εποχή μακρινή και νεκρή σα μια βίαια σκισμένη πολυτέλεια.
Εγώ συλλογίζομαι πώς και γιατί άραγε μια βροχή μπορεί να σου θυμίζει τόσα πράγματα—Χωρίς αμφιβολία είναι τόσο ανόητο να τα στοχάζεσαι όλα αυτά μια τέτοιαν ώρα—Συλλογίζομαι όμως στις ζεστές χειμωνιάτικες κάμαρες μιαν αλλιώτικη μυρουδιά
Ύστερα από τις 6 με τα κλειστά παραθυρόφυλλα και τ’ αναμμένο φως
Ή μια γωνιά δίπλα στο τζάμι σ’ ένα μεγάλο καφενείο με τις αδιάφορες φωνές.
Τα συλλογίζεσαι όλα αυτά με τον πιο απλούστερο τρόπο ολωσδιόλου παιδιάστικα
Μπορείς να λησμονείς το κάθε τι, τί τάχα να γυρεύεις εδώ μια τέτοιαν ώρα
Εσύ, ο διπλανός σου, όλος αυτός ο κόσμος που πορεύεται δίπλα σου μες στο σκοτάδι
Αυτή η ανήσυχη σιωπή που πληγώνει περισσότερο κι απ’ το πιο κοφτερό λεπίδι
Να λησμονείς για μιαν ελάχιστη στιγμή πως ίσως δεν τέλειωσε ούτε και απόψε για σένανε το κάθε τι
Τόσο π’ αν τρίξει κάτι αναπάντεχα είναι να σου ξυπνήσει την ακριβήν υπόθεση μιας επιστροφής
Τη χειμωνιάτικη ζεστή κάμαρα, το καφενείο με τις πολύχρωμες φωνές.
…Έτσι βρέχει λοιπόν μια κίτρινη βροχή χωρίς τέλος.Μια κίτρινη παλιά βροχή, τη νύχτα, σα μαστίγιο. 


Mark Rothko -  Άτιτλο (βιολετί, μαύρο, πορτοκαλί, κίτρινο σε λευκό και κόκκινο), 1949

GIOVANNI GIUDICI-ΧΡΩΜΑΤΑΜΙΑΣ ΩΡΑΙΑΣ ΣΚΕΨΗΣ

Κίτρινο και βιολετί σε στίχους
Οι ιριδισμοί σε τυρκουάζ
Γαλάζιο ανοιχτό σε μάτια γυρισμένα ανάποδα
Το ροζ του πράγματος το λευκό το μαβί
Το πιο μαύρο-μαύρο των βλεφάρων
Το πορτοκαλί το κόκκινο το χρυσό
Στο κλειστό βλέμμα που καίει
Το πράσινο της φωνής που βρέχει άνοιξη
Αν και πέφτει όλο πάνω στη μόνιμη μελαγχολία


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

The Studio Boat  by Claude Monet

Κική Δημουλά - Αυτόγραφο

Ένα κίτρινο φύλλο σου
φθινόπωρο,

σ’ έναν άνεμο ράθυμο κάθισε
και μ’ ακολούθησε επίμονα.
Το πήρα
και το κρατώ
σαν κάτι συμβολικό από μέρους σου,
σαν φιλικό αυτόγραφο,
ίσως σαν ένα ((ευχαριστώ))
που διόλου μέρος δεν έλαβα
στο καλοκαίρι τούτο…
Το πήρα
κι εξιχνιάζω
τις φετινές προθέσεις σου
απέναντι μου.»
(Κική Δημουλά, Ποιήματα, Ίκαρος) 



Van Gogh - Sunflowers

Κική Δημουλά - Ένα ματσάκι ωχρότητα

Με συνοδεύει φιλικά ένας μοναχικός περίπατος.
Για καλή μου τύχη
πηγαίναμε κι οι δυο μας προς τα εκεί.

Παλαιά σχέση ψυχραμένη.
Αστείες παρεξηγήσεις περί Άλλων
πού διαλύονται.
Κουτσομπολιά των ονείρων οι άλλοι.

Στεκόμαστε στις βιτρίνες μου.
Είναι αλλαγή της εποχής μου.
Θα φορεθώ πολύ. Κανένα σχέδιο. Ίσια γραμμή.
Λαιμόκοψη. Κεφάλι να σκεπάζει το γόνατο.
Χέρια ντραπαρισμένα στο στήθος χαλαρά.
Ανεξίτηλα χρώματα εισαγωγής από μέσα.

Ψηλά είναι κατακόκκινο το βράδυ.
Αιματοχυσία εμφυλίου στερεώματος.

Τα κίτρινα χρυσάνθεμα υπαίθριου ανθοπώλη
σε διπλή τιμή με πικραίνουν
— ένα ματσάκι ωχρότητά σου.

Είμαι στα ίχνη μιας βροχής
Περίεργης. Σαν να έβρεχε, άλλοτε.
Απόρρητα βρέχει, κρυφά απ’ τη βεβαιότητα
σχεδόν κρυφά κι από την ίδια τη βροχή.
Το ξέρει μόνο η γοητεία του δισταγμού
η τσίγκινη τραγιάσκα κάποιου ήχου
και το συμβούλιο των σταγόνων ψηλά
γύρω από τη στρογγυλή λάμπα του δρόμου.

Απόρρητα βρέχει.
Σα να 'ναι εμπιστευτικό το φανερό.
Όπως και είναι. Πόσες φορές κρυφά από μας
δεν έχουμε συμβεί κρυφά από τις πράξεις μας —
πάντα τελευταίες το μαθαίνουν από τις συνέπειες
που το γνωρίζουν εξ αρχής.

 Helen of Troy by Dante Gabriel Rossetti


Ο. Ελύτης -  ΚΙΤΡΙΝΟ

Νωρίς κοπέλες ροζακιές ρίξαν βεγγαλικές
Φωνές και χρώματα ηχερά
Στο μακρινό ξωκλήσι του πουνέντε…
Χούγια και νταν! Ξεχύθηκεν απ’ τις καμπάνες ο άνεμος
Κι όλο το πέλαγο μακριά χούγια και νταν! χούγια και νταν!
Βοσκάει με τρελοκαμπανάκια…

Και παν αυτές τώρα γυμνές από τη μέση ως πάνω
Με αλάργα ψάθα ρώγα κρεμεζιά νάζι από στάχυ
Λοξό με πεταλούδα στο δεξί βυζί το αντάρτικο

Τρεις τέσσερις δεκάξι ογδόντα ή εκατό
Παν και μαλώνουν τα παιδιά της γης της χορτοαρχόντισσας
Παν και φυσούν φούρκες φωτιάς με σάλπιγγες στ’ αλώνια
Καίνε σανό λιώνουν φλουριά θυμιάζουνε με ανθόσκονη
Κρόκων τα στέρνα της στεριάς τόσο που τρέμει πια
Μαίνεται από καναρινιές ριπές ο αιθέρας κι όλο αστράφτει
Βράζει με θειάφι στο γιαλό με καλαμιές στον κάμπο…

Κορίτσια μη! Με τι καρδιά να ορμήσουνε τ’ αηδόνια!
Μη! Με τι σκίρτημα νερού να βγούνε οι περγκολιές!
Πως να χωρέσει ο ουρανός σε μια κοχύλα ρόδινη
Κορίτσια πως να μαντευτεί απ’ τα μάτια σας το φως!

Gustav Klimt -  The kiss 

Ο. Ελύτης

…Την ἀφρούρητη νυχτιά πήρανε θύμησες

Μαβιές

Κόκκινες

Κίτρινες

Τ’ ανοιχτά μπράτσα της γεμίσανε ὕπνο

Τα ξεκούραστα μαλλιά της ἄνεμο

Τα μάτια της σιωπή….»

Ivan Aivazovsky - Seashore Calm - 1843

Κ. Π. Καβάφης - Φωνή απ’ την θάλασσα

.....Τραγούδι τρυφερό η θάλασσα μας ψάλλε,

τραγούδι που έκαμαν τρεις ποιηταί μεγάλοι,
ο ήλιος, ο αέρας και ο ουρανός.
Και σαν κοιτάζεις την υγρή της πεδιάδ,σαν βλέπεις την απέραντή της πρασινάδα
τον κάμπο της που ’ναι κοντά και τόσο μακρινός,

γεμάτος με λουλούδια κίτρινα που σπέρνει
το φως σαν κηπουρός, χαρά σε παίρνει
και σε μεθά, και σε υψώνει την καρδιά.
Κι αν είσαι νέος, μες στες φλέβες σου θα τρέξειτης θάλασσας ο πόθος·
 θα σε πει μια λέξιτο κύμα απ’ τον έρωτά του,
 και θα βρέξειμε μυστική τον έρωτά σου μυρωδιά......


Autumn Effect at Argenteuil, by Claude Monet

Κ. Π. Καβάφης - Θάλασσα του Πρωϊού

Εδώ ας σταθώ. Κι ας δω κ’ εγώ την φύσι λίγο.
Θάλασσας του πρωιού κι ανέφελου ουρανού
λαμπρά μαβιά, και κίτρινη όχθη· όλα
ωραία και μεγάλα φωτισμένα.

Εδώ ας σταθώ. Κι ας γελασθώ πως βλέπω αυτά
(τα είδ’ αλήθεια μια στιγμή σαν πρωτοστάθηκα)·
κι όχι κ’ εδώ τες φαντασίες μου,
τες αναμνήσεις μου, τα ινδάλματα της ηδονής.



John Atkinson Grimshaw - Evening Glow

Τάσος Λειβαδίτης

Έβρεχε εκείνο το βράδυ, έβρεχε...
Ανέβηκα τα σκαλιά, κανείς στην κάμαρα...
Έβρεχε; Έτρεμε στ᾿ ανοιχτό παράθυρο η κουρτίνα...
Έβρεχε...

"Φεύγω μη ζητήσεις να με βρεις. Αγαπώ άλλον", έγραφε...
Αγαπώ άλλον;
Που είσαι; Που να πάω;
Φυσάει, κρυώνω;
Που είσαι; Που να πάω;
Φυσάει, κρυώνω;
Οἱ δρόμοι λασπωμένοι, κίτρινα φώτα, έβρεχε...

Ζευγάρια αγκαλιασμένα κάτω απ᾿ τις ομπρέλες τους...
Σε λίγο θα ανάβουνε το φως...
Θα κοιτάζονται στα μάτια και θα πετάν από πάνω τους όλη τη μοναξιά...
Οι φωτεινές ρεκλάμες ανοιγοκλείνουνε τα μάτια τους...
Όλα στην εποχή μας διαφημίζονται γιατί όχι και αυτό …
Έβρεχε...

"Αγαπώ άλλον..."
Με κόκκινα πελώρια γράμματα θα ᾿ταν υπέροχη διαφήμιση...
Γιατί όχι και αυτό "Αγαπώ άλλον...
Θα αγαπώ άλλον";
Που είσαι;
Που να πάω;
Φυσάει κρυώνω...
Που είσαι;




Diane Leonard - art

Τάσος Λειβαδίτης

Θυμάσαι αγάπη μου την “ πρώτη μεγάλη μέρα μας;”
Σου πήγαινε αυτό το κίτρινο φόρεμα
ένα απλό, φτηνό φόρεμα, μα ήταν τόσο όμορφο κίτρινο.

Οι τσέπες του κεντημένες με μεγάλα καφετιά λουλούδια
Σου πήγαινε στο πρόσωπό σου ο ήλιος,
σου πήγαινε στην άκρη του δρόμου αυτό το τριανταφυλλένιο σύννεφο

Έβαζα τα χέρια μου στις τσέπες,τα ξανάβγαζα
βαδίζαμε δίχως λέξη. Μα και τί να πει κανείς
όταν ο κόσμος είναι τόσο φωτεινός
και τα μάτια σου τόσο μεγάλα;
Κι αυτό το χελιδόνι που πέρασε ξαφνικά πλάι στα μαλλιά σου.
Τί σου είπε λοιπόν; Δεν μπορεί, κάτι θα σου είπε.
Είναι τόσο όμορφα τα μαλλιά σου. Δεν μπορεί αυτό θα σου είπε.
.......................

Autumn Painting by Stefan Georgiev


Μάρω Λοίζου - Δε μ’ ακούς;

Δε μ’ακούς;
Έρχομαι μαζί με τα κιτρινισμένα φύλλα.
Έλα, έλα κοριτσάκι,
Μυρίζω νοτισμένο χώμα και γομολάστιχα.
Έλα, έλα αγοράκι,
Κάτσε σ’ ένα ιπτάμενο φύλλο να φύγουμε μαζί,
Φτιάξε χάρτινες βαρκούλες να τις πάρει η βροχή.
Σ’ αρέσει η καινούρια σου τσάντα;
Για κοίτα πόσο ψήλωσε η Βάνα!
Έρχομαι μαζί με τα πρωτοβρόχια.
Τρέξε, τρέξε να ψήσουμε κάστανα.
Γέμισαν πάλι τ’ ανθοπωλεία πολύχρωμα χρυσάνθεμα.
Πώς οργώνουν τα χωράφια τα τρακτέρ!
Πάτα, πάτα το μούστο καλά, βάλε και μπόλικο σουσάμι στη μουσταλευριά.
Έρχομαι μαζί με τη βαριά μυρουδιά των σταφυλιών του τρύγου.
Έλα, έλα αγοράκι, έλα, έλα κοριτσάκι. Δε μ’ ακούς;
Είμαι το φθινόπωρο.

Sunset Cloud Over Woodhill Stephen Howard art 

Βλαντιμίρ Μαγιακόβσκι -  Σύννεφο με Παντελόνια 

Λαμπρά είναι, όταν σε κίτρινη πουκαμίσα τυλιγμένη
κρύβεται απ' των άλλων τα βλέμματα η ψυχή σου·

όταν,
στης καρμανιόλας τα δόντια ριγμένος
φωνάζεις:
«Πίνετε κακάο Βαν-Χούτεν!»


Χουάν Μιρό - Catalan Landscape

Γ. Ρίτσος -  Οχτώ οχτάστιχα για τον Μιρό

-Ένα πράσινο αστέρι, ένα μπλε, το ρουμπινί, το μαύρο· το
‘να σου μάτι στα πουλιά, τ’ άλλο στα
κόκκινα· η σιδεροδεσιά σε φύλλα, φύλλα κι άλλα
φύλλα· το κίτρινο στη σωστή του θέση που την ξέρει
μονάχα ο Θεός κι ο Μιρό.
Εγώ είμαι ο πρώτος φίλος-
είπε- κρατώ απ’ τη μασκάλη το μικρό μαλακό
σύννεφο, περνάμε λυπημένα το λόφο. Το χρυσό
μαχαίρι το σφίγγω στα δόντια μου. Η σιωπή
μιλημένη με χρώμα».




Χουάν Μιρό - Hermitage

Γ. Ρίτσος - Οχτώ οχτάστιχα για τον Μιρό

«Ο ουρανός- είπε – δεν είναι καμπύλος· επίπεδος είναι· περπατώ πάνω του· ο χαρταϊτός είναι γιος μου· το να' φτερό μου είναι κίτρινο, τ' άλλο μενεξεδένιο· με το μικρό μου δάχτυλο ακουμπώ στο συρματόπλεγμα· μες στον καφέ μου ανάστροφες τρεις πορφυρές πυραμίδες· ένα φεγγάρι-κιθάρα, μια κουκουβάγια-έρωτας· έκθαμβο χελιδόνι βγαίνει απ' τη ρωγμή του δαμάσκηνου- η Μοίρα, ο Μιρό, η Ερημιά, ο Καθρέφτης-ευλογία».



Vincent Van Gogh - The Siesta

Γ. Ρίτσος - Διάρκεια 

Η νύχτα μας κοιτάζει μεσ’ απ’ τα φυλλώματα των άστρων.
Όμορφη νύχτα, σιωπηλή. Θα ‘ρθει μιά νύχτα
κι εμείς θα λείπουμε. Και τότε πάλι
θα τραγουδάνε οι αραποσιτιές τ’ αρχαία τραγούδια τους,
οι θερίστριες θα ερωτεύονται πλάι στα δεμάτια,
κι ανάμεσα απ’ τους ξεχασμένους στίχους μας
όπως ανάμεσα απ’ τα κίτρινα στάχυα
ένα πρόσωπο νεανικό, φωτισμένο απ’ το φεγγάρι,
θα κοιτάζει, όπως εμείς απόψε,
εκείνο το μικρό ασημένιο σύννεφο
που γέρνει κι ακουμπάει το μέτωπο του στον ώμο του λόφου.



Wassily Kandinsky -art 

Μίλτος Σαχτούρης - Σημάδια κίτρινα

Κίτρινα αερόπλοια ξάφνου γέμισαν τον ουρανό
άλλα μικρά κι άλλα μεγάλα
κίτρινοι σκελετοί κούναγαν τα χέρια
και ουρλιάζαν
όπως και κίτρινες κανάρες μεγάλες
πεταλούδες με πόδια μικρών παιδιών που
κρέμονταν
μαζί μ’ αστέρια κίτρινα που δεν τα γνώριζαν
και τα μισούσαν

από τη γη κοίταζαν κίτρινοι
οι αστροναύτες
δεν το περίμεναν»



Art  by Kendra Baird


Μίλτος Σαχτούρης - Τ᾿ ΑΔΕΡΦΙΑ ΜΟΥ

Τ᾿ ἀδέρφια μο ποὺ χάθηκαν ἐδῶ κάτω στὸν κόσμο
εἶναι τ᾿ ἀστέρια ποὺ τώρα ἀνάβουν ἕνα ἕνα στὸν οὐρανό

καὶ νὰ ὁ μεγαλύτερος
μὲ μιὰ ἀνοιξιάτικη μαύρη γραβάτα
ποῦ χάθηκε μέσα σὲ σπηλιὲς θεόστραβες
καθὼς κυλοῦσε παίζοντας
πάνω σὲ ἀνεμῶνες κόκκινες
γλίστρησε
μέσ᾿ τοῦ θηρίου τ᾿ ἄγριου τὸ ματωμένο στόμα

ὕστερα ὁ ἄλλος μου ἀδερφὸς ποὺ κάηκε
πουλοῦσε κίτρινα βεγγαλικὰ
πουλοῦσε κι ἄναβε κίτρινα βεγγαλικὰ

- Ὅταν ἀνάβουμε - ἔλεγε - φωτιὰ
θὰ διώξουμε ἀπὸ τοὺς κήπους τὰ φαντάσματα
θὰ πάψουν νὰ μολύνουν τοὺς κήπους τὰ φαντάσματα
- Ὅταν ἀνάβουμε - ἔλεγε - κίτρινα βεγγαλικὰ
μιὰ μέρα θ᾿ ἀνάψει ὁ οὐρανὸς γαλάζιος

κι ὕστερα ὁ τρίτος ὁ πιὸ μικρὸς
ποὺ ἔλεγε πὼς εἶναι νυχτερίδα
γι᾿ αὐτὸ ἀγαποῦσε τὰ φεγγάρια
καὶ τὰ φεγγάρια μία νύχτα τὸν ἐζώσανε
κόλλησαν γύρω-γύρω καὶ τὸν ἔκλεισαν
κόλλησαν γύρω-γύρω καὶ τὸν ἔπνιξαν
τὸν ἕλιωσαν γύρω-γύρω τὰ φεγγάρια

Τ᾿ ἀδέρφια μου ποὺ χάθηκαν ἐδῶ κάτω στὸν κόσμο
εἶναι τ᾿ ἀστέρια ποὺ τώρα ἀνάβουν ἕνα ἕνα στὸν οὐρανό


Vladimir Volegov art 

Γιώργος Σεφέρης  - Ένας λόγος για το καλοκαίρι.....
Μένει ακόμα το κίτρινο απόσταγμα το καλοκαίρι
και τα χέρια σου γγίζοντας μέδουσες πάνω στο νερό
τα μάτια σου ξεσκεπασμένα ξαφνικά, τα πρώτα
μάτια του κόσμου, κι οι θαλασσινές σπηλιές·πόδια γυμνά στο κόκκινο χώμα.
Μένει ακόμα ο ξανθός μαρμαρωμένος έφηβος το καλοκαίρι
λίγο αλάτι που στέγνωσε στη γούβα ενός βράχου
λίγες βελόνες πεύκου ύστερα απ’ τη βροχή
σκόρπιες και κόκκινες σα χαλασμένα δίχτυα.



Yellow And Gray Tree by Lourry Legarde

Γιώργος Σεφέρης -Ἐπιφάνια, 1937

Τ᾿ ἀνθισμένο πέλαγο και τα   βουνά στη χάση τοῦ φεγγαριοῦ
ἡ μεγάλη πέτρα κοντά στις ἀραποσυκιές και τ᾿ ἀσφοδίλια
το σταμνί που δεν ἤθελε να στερέψει στο τέλος τῆς μέρας
κα το   κλειστό κρεβάτι κοντά στα  κυπαρίσσια και τα   μαλλιά σου
χρυσά· τ᾿ ἄστρα τοῦ Κύκνου κι ἐκεῖνο τ᾿ ἄστρο ὁ Ἀλδεβαράν.

Κράτησα τηυ ζωή μου κράτησα τη ζωή μου ταξιδεύοντας
ἀνάμεσα στα κίτρινα δέντρα κατά το  πλάγιασμα τῆς βροχῆς
σε σιωπηλές πλαγιές φορτωμένες με τα   φύλλα τῆς ὀξιᾶς,
καμιά φωτιά στην κορυφή τους· βραδιάζει.
Κράτησα τη ζωή μου· στ᾿ ἀριστερό σου χέρι μία γραμμή
μια  χαρακιά στο γόνατό σου, τάχα να ὑπάρχουν
στην ἄμμο τοῦ περασμένου καλοκαιριοῦ τάχα
να μένουν ἐκεῖ που φύσηξε ὁ βοριάς καθώς ἀκούω
γύρω στην παγωμένη λίμνη την ξένη φωνή.







Apple Tree with Red Fruit painting by Paul Ranson

Στέλιος Σπεράντσας - Φθινόπωρο
Φεύγουν τα χελιδόνια.
Κρύωσε ο καιρός.
Πέφτουν φύλλα από τα κλώνια.
Στο χαντάκι μαζευτήκαν,
κίτρινος σωρός.
Τέλειωσε τον τρύγο τώρα
πια ο αμπελουργός.
Κι ήρθε η ευλογημένη η ώρα,
που θα σπείρει στο χωράφι
στάρι ο γεωργός.
Ο καλός Θεός, που βλέπει
την καλή σπορά,
και βροχούλες όσες πρέπει
θα του στείλει, να 'βγουν τόσα
στάχυα καρπερά.
Το φθινόπωρο θα πάει,
θάρθει η χειμωνιά,
θάρθουν κρύα, θάρθουν πάγοι.
Κι όλοι μας θα μαζευτούμε στη ζεστή γωνιά.

Romantic Sunset by George Bryan Ward

Ντύλαν Τόμας -  Ξαπλωμένοι στην αμμουδιά..
Ξαπλωμένοι στην αμμουδιά, ατενίζοντας το κίτρινο
και τη μουντή θάλασσα, περίγελως εμείς που χλευάζουμε
που ακολουθούμε τα κόκκινα ποτάμια, κούφια
εσοχή λέξεων πέρα από τον ίσκιο των τζιτζικιών,
διότι σε τούτο τον κίτρινο τάφο άμμου και θάλασσας
μια επίκληση για χρώμα καλεί με τον αγέρα
μουντή και ζωηρή όπως ο τάφος κι η θάλασσα
καθώς κοιμούνται ούτως ή άλλως.

Οι σεληνιακές σιωπές, η σιωπηλή παλίρροια
που γλείφει τα ακίνητα κανάλια, ο ξηρός άρχοντας της παλίρροιας
ζαρωμένος ανάμεσα σε αμμοθύελλα και νεροποντή,
πρέπει να θεραπεύσουν τα δεινά μας από το νερό
με μια μονόχρωμη γαλήνη·
η ουράνια μουσική πάνω από την άμμο
ηχεί μαζί με τους κόκκους που βιάζονται
να κρύψουν τα χρυσαφένια βουνά και τις οικίες
της μουντής, ζωηρής, παράκτιας γης
που ζώνει αρχοντική κορδέλα, ξαπλωμένοι εμείς,
ατενίζουμε το κίτρινο, ευχόμαστε ο άνεμος να διώξει μακριά
τη μορφολογία της ακτής και τον πνιγμένο κόκκινο βράχο·
μα οι ευχές δεν αποφέρουν, μήτε
μπορούμε ν' αποφύγουμε την άφιξη του βράχου,
ξαπλώνουμε ατενίζοντας το κίτρινο έως ότου ο χρυσαφένιος καιρός
διαρρηχθεί, ω αίμα της καρδιάς μου, όπως μια καρδιά ή ένας λόφος.
Diane Leonard - a yellow dress

Χριστόφορος Τριάντης - ΙΟΥΝΗΣ

Ο άγγελος του Ιούνη φορούσε κίτρινα.
Γρήγορα κατέβηκε απ’ το κάρο
με τα κομμένα στάχυα.
Άπλωσε τα χέρια του
και πήρε τις ψυχές των μανάδων,
σιμά το βράδυ.
Την ώρα που οι πεταλούδες
άρχισαν να χορεύουν,
μπροστά στους αχυρώνες,
με τα παλιά παράθυρα.
Στα νοτισμένα στασίδια
τα παιδιά θρηνούσαν για τη χαμένη ομορφιά.
Οι αναμνήσεις φώλιαζαν στα ερμάρια
του πόνου.
Μύριζαν: όνειρο, χώμα και προσευχή.
Μοιρολόγια σκέπασαν τα νεκρικά κρεβάτια.
Αποχαιρετισμοί στις πληγές
που ο χρόνος δεν έκλεισε ποτέ.
Από τις στάχτες
έβγαιναν λέξεις και δάκρυα.
Όμως, οι πυγολαμπίδες,
με σταυρούς στο μέτωπό τους,
έδωσαν του Θεού το μήνυμα: «Θα ’μαι κοντά
στις μανάδες
που έφυγαν
τα βράδια του Ιούνη».

Painting by Lourry Legarde
Ξαπλωμένοι στην αμμουδιά – Ντύλαν Τόμας Ξαπλωμένοι στην αμμουδιά, ατενίζοντας το κίτρινο και τη μουντή θάλασσα, περίγελως εμείς που χλευάζουμε που ακολουθούμε τα κόκκινα ποτάμια, κούφια εσοχή λέξεων πέρα από τον ίσκιο των τζιτζικιών, διότι σε τούτο τον κίτρινο τάφο άμμου και θάλασσας μια επίκληση για χρώμα καλεί με τον αγέρα μουντή και ζωηρή όπως ο τάφος κι η θάλασσα καθώς κοιμούνται ούτως ή άλλως. Οι σεληνιακές σιωπές, η σιωπηλή παλίρροια που γλείφει τα ακίνητα κανάλια, ο ξηρός άρχοντας της παλίρροιας ζαρωμένος ανάμεσα σε αμμοθύελλα και νεροποντή, πρέπει να θεραπεύσουν τα δεινά μας από το νερό με μια μονόχρωμη γαλήνη· η ουράνια μουσική πάνω από την άμμο ηχεί μαζί με τους κόκκους που βιάζονται να κρύψουν τα χρυσαφένια βουνά και τις οικίες της μουντής, ζωηρής, παράκτιας γης που ζώνει αρχοντική κορδέλα, ξαπλωμένοι εμείς, ατενίζουμε το κίτρινο, ευχόμαστε ο άνεμος να διώξει μακριά τη μορφολογία της ακτής και τον πνιγμένο κόκκινο βράχο· μα οι ευχές δεν αποφέρουν, μήτε μπορούμε ν' αποφύγουμε την άφιξη του βράχου, ξαπλώνουμε ατενίζοντας το κίτρινο έως ότου ο χρυσαφένιος καιρός διαρρηχθεί, ω αίμα της καρδιάς μου, όπως μια καρδιά ή ένας λόφος. [Πηγή: www.doctv.gr]
Ξαπλωμένοι στην αμμουδιά – Ντύλαν Τόμας Ξαπλωμένοι στην αμμουδιά, ατενίζοντας το κίτρινο και τη μουντή θάλασσα, περίγελως εμείς που χλευάζουμε που ακολουθούμε τα κόκκινα ποτάμια, κούφια εσοχή λέξεων πέρα από τον ίσκιο των τζιτζικιών, διότι σε τούτο τον κίτρινο τάφο άμμου και θάλασσας μια επίκληση για χρώμα καλεί με τον αγέρα μουντή και ζωηρή όπως ο τάφος κι η θάλασσα καθώς κοιμούνται ούτως ή άλλως. Οι σεληνιακές σιωπές, η σιωπηλή παλίρροια που γλείφει τα ακίνητα κανάλια, ο ξηρός άρχοντας της παλίρροιας ζαρωμένος ανάμεσα σε αμμοθύελλα και νεροποντή, πρέπει να θεραπεύσουν τα δεινά μας από το νερό με μια μονόχρωμη γαλήνη· η ουράνια μουσική πάνω από την άμμο ηχεί μαζί με τους κόκκους που βιάζονται να κρύψουν τα χρυσαφένια βουνά και τις οικίες της μουντής, ζωηρής, παράκτιας γης που ζώνει αρχοντική κορδέλα, ξαπλωμένοι εμείς, ατενίζουμε το κίτρινο, ευχόμαστε ο άνεμος να διώξει μακριά τη μορφολογία της ακτής και τον πνιγμένο κόκκινο βράχο· μα οι ευχές δεν αποφέρουν, μήτε μπορούμε ν' αποφύγουμε την άφιξη του βράχου, ξαπλώνουμε ατενίζοντας το κίτρινο έως ότου ο χρυσαφένιος καιρός διαρρηχθεί, ω αίμα της καρδιάς μου, όπως μια καρδιά ή ένας λόφος. [Πηγή: www.doctv.gr]

Ελένης Τριβέλλα - Κίτρινο και σταχτί
Σταχτί είναι το χρώμα
της χαράς,
της δικής μου χαράς
και κίτρινο
της θλίψης,
της δικής μου θλίψης.
«Και βάφω τις κουρτίνες
στο χρώμα που μισούσες»
Κίτρινες τις φανταζόμουν
τις κουρτίνες
σε κείνο το τραγούδι.

Και σήμερα
κίτρινες τις φαντάζομαι.
Μου έγινε βεβαιότητα
πως κάπου
ανάμεσα στους στίχους
αναφέρεται
η δική μου εικόνα.

Και ακίνητες,
λεπτές, μακριές,
απ το ταβάνι
μέχρι κάτω το πάτωμα.
Σαν τον κρόκο του αυγού.
Και η χαρά σταχτί.

Δυνατή.
Φωτιά που φουντώνει.
Στο καταλάγιασμά της,
η μυρωδιά και το χρώμα της.
Απόδειξη του συμβάντος.
Με σκόρπιες φλόγες
στον ουρανό.

Μια χούφτα αποκαίδια
σφιχτά στην μπουνιά
της παλάμης.
Κατάμαυρη επιδερμίδα,
βαμμένη αλήθειες.»



Jeanne Hébuterne with Yellow Sweater  by Amedeo Modigliani


Hλίας Bενέζης - Tο Kίτρινο  

Στα χρόνια του παππού μου, του πατέρα της μητέρας μου, η γη πια ήταν έτοιμη κι έγινε το υποστατικό. Aπ’ τη μητέρα μου έμαθα πώς έγινε η πρώτη καλύβα, πότε η γιαγιά μου φύτεψε με τα χέρια της τον πλάτανο στην αυλή, πότε φυτέψανε τα κλήματα. Στο υποστατικό έμπαινες από μια μεγάλη πόρτα, καμωμένη με σκαλιστό ξύλο. Στη μέση ήταν μια αυλή και γύρω-γύρω της, η μια χτισμένη κοντά στην άλλη, ήταν οι οικοδομές. Στα κάτω πατώματα ήταν οι αποθήκες κι οι στάβλοι, στ’ απάνω η κατοικία του παππού και της γιαγιάς μας, πλάι ο ξενώνας, και πλάι οι κατοικίες για τις γυναίκες και τους ζευγάδες που δουλεύανε στο κτήμα ολοχρονίς. Mια ξύλινη σκάλα σε ανέβαζε απ’ την αυλή στο σπίτι του παππού, κι από κει άρχιζε το ξύλινο μπαλκόνι που ένωνε κυκλικά όλα τα χτίρια. Tα παράθυρα όλα βλέπαν μες στην αυλή, και μονάχα το σπίτι του παππού είχε ένα σιδερόφραχτο παράθυρο που έβλεπε έξω, τον κόσμο τον έξω απ’ τη μεγάλη πόρτα. Έτσι το υποστατικό έμοιαζε σα μοναστήρι ή σα φρούριο, καμωμένο όλο με γερή πέτρα του Σαμουρσάκ για το φόβο των ληστών. Όμως δεν είχε τίποτα απ’ την ασκητική αυστηρότητα των μοναστηριών, μήτε απ’ την αγριότητα των φρουρίων. Ήταν βαμμένο με γαλάζιο χρώμα.
Σ’ ένα επιτούτου δωμάτιο ήταν φυλαγμένα σαν πολύτιμα πράματα τα όπλα, γκράδες και μαρτίνια και σπαθιά, όσα θα φτάνανε για ν’ αρματώσουν όλους τους ζευγάδες σε ώρα ανάγκης, αν μας ρίχνονταν ληστές. Aυτό το δωμάτιο το λέγαμε το «Kίτρινο» επειδή ήταν βαμμένο με δυνατό κίτρινο χρώμα. Tο δικό μας, των παιδιών, ήταν πλάι στα όπλα, κι η γειτονία τους μας έκανε να τα συλλογιζόμαστε πολύ. Kαι καθώς το Kίτρινο ήταν πάντα κλειδωμένο και κανένας δεν είχε την άδεια να το ανοίξει εκτός απ’ τον παππού, η φαντασία μας του έδινε μεγάλες διαστάσεις, το σχημάτιζε σα μυστικό καταφύγιο μυθικών πλασμάτων.
Tις νύχτες, όταν γινόταν ησυχία έξω, όταν τα τσακάλια πια δεν ούρλιαζαν και μονάχα τα φύλλα των δέντρων ακούγονταν που σαλεύαν, κάθε άλλος σιγανότατος θόρυβος που έφτανε ως εμάς μας φαινόταν να ’ρχεται από το απαγορευμένο δωμάτιο. Tότε το ένα παιδί ξυπνούσε το άλλο.
― Άκουσες; έλεγε η μικρή Άρτεμη και μ’ έσπρωχνε.
Ξυπνούσα τρομαγμένος και ρωτούσα:
― Tι είναι;
― Άκου! Πλάι κάτι γίνεται! Στο Kίτρινο...
Έβαζα όλη την προσοχή κι αφουγκραζόμουν. H γη αναπαύεται και γονιμοποιεί τους σπόρους, κι απ’ το μυστικό της έργο έρχεται ένας ελάχιστος θόρυβος που μπορεί να φτάξει μονάχα σ’ ένα παιδί. Oι ρίζες των δέντρων σαλεύουν στα σκοτεινά γυρεύοντας νερό να πιουν, οι φλούδες των κορμών σαλεύουν για να χυθούν οι χυμοί στους κλώνους και στα φύλλα, τα τυφλά σκουλήκια αγωνίζουνται έρημα στο μικρό τους αγώνα, ένα ζαρκάδι πέρασε και χάθηκε, ένα άλλο, κυνηγημένο από μεγαλύτερό του αγρίμι, δεν μπόρεσε να περάσει στο δάσος να γλιτώσει κι ακούγεται η σπαραχτική φωνή του βαθιά, η φωνή του θανάτου. Ύστερα όλα ησυχάζουν, κι έρχεται η Mεγάλη Σιωπή.
― Άκου!... λέει πάλι η Άρτεμη όταν γίνεται ησυχία.
― Tσακάλι θα ’ταν και πέρασε, της λέω.
― Mα όχι! Όχι το τσακάλι! Nά! Tώρα, τώρα! Kει μέσα! Άκουσε!
Tεντώνω το αυτί μου κι ανοίγω τα μάτια μου όσο μπορώ. H καρδιά μου χτυπά με αγωνία επειδή αισθάνουμαι την ανάγκη ν’ ακούσω ό,τι μπορεί ν’ ακούσει εκείνη.
― Aχ! λέω τέλος απελπισμένα. Δεν ακούω τίποτε! Mονάχα τα φύλλα...
― Kαημένε! Tα φύλλα! Tι λες για φύλλα! κάνει η φωνή της μες στο σκοτάδι, και ξέρω πως στα μάτια της θα λάμπει η περιφρόνηση. Mα τόσο λοιπόν μικρός είσαι;
Eγώ ήμουνα έξι χρονώ κι εκείνη είχε κλείσει πια τα οχτώ. Aυτό δε με πείραζε τόσο. Aλλά μου ερχόταν να κλάψω απ’ το κακό μου και απ’ το παράπονο επειδή η Άρτεμη ήταν κορίτσι, κι ένα κορίτσι δε θα ’πρεπε να ξέρει πιο πολλά από ένα αγόρι. Kι όμως, νά που έτσι γινόταν ―αδικία πολλή ήταν στον κόσμο.
― Ό,τι θέλεις λες! της κάνω τέλος θυμωμένα. Aκούς τα φύλλα στα δέντρα και θαρρείς πως είναι στο Kίτρινο! Xμ!
― Kακομοίρη! Eγώ λέω ό,τι θέλω; διαμαρτύρεται η Άρτεμη. Δε θυμάσαι πως κι εσύ τις προάλλες τ’ άκουσες που περπατούσαν τα σπαθιά μες στο Kίτρινο και μιλούσαν με τα πιστόλια; Aκούς, να λέω, ό,τι θέλω!
H Άρτεμη είχε δίκιο. Tις προάλλες φύσηξε πολύς αγέρας, αργά μετά τα μεσάνυχτα, κι όλο το υποστατικό σα να σάλευε. Aπό ψηλά, απ’ τα Kιμιντένια, ερχόταν ο θρήνος των δέντρων που παλεύαν με τον άνεμο. Mήτε τα τσακάλια δεν είχαν τολμήσει να βγούνε κείνο το βράδυ απ’ τις φωλιές τους, μήτε άλλα ζαρκάδια, καμιά φωνή δεν ακουγόταν. Tότες ακούσαμε το μυστικό θόρυβο που ερχόταν μέσ’ από το Kίτρινο, και μείναμε κι οι δυο σύμφωνοι, η Άρτεμη κι εγώ, πως τα σπαθιά μιλούσαν. Λοιπόν, τώρα γιατί να μην πιστεύω;
― Eσύ όλο κοιμάσαι, αυτό είναι! συμπεραίνει η Άρτεμη, θέλοντας να εξηγήσει την αδυναμία μου. Eγώ όμως ξαγρυπνώ κι έχω συνηθίσει τ’ αυτί μου να παίρνει.
― Kαλά, καλά! της λέω πάλι. Eσύ τα ξέρεις όλα! Kάθισε, λοιπόν, να ξαγρυπνάς με το σκοτάδι...
Γυρίζω στο μικρό κρεβάτι μου και κουκουλώνουμαι με το σεντόνι. Mα την ίδια στιγμή ένας καθαρός, καθαρότατος θόρυβος, ένα τικ-τικ, έρχεται μες στη νύχτα απ’ το μέρος του Kίτρινου.
― T’ άκουσες επιτέλους;... ψιθυρίζει στα σκοτεινά η φωνή της Άρτεμης, και θαρρώ πως τρέμει. T’ άκουσες;
― Aχ, τ’ άκουσα! μουρμουρίζω κι εγώ με ταραχή. Tι να ’ναι; 
― Tα σπαθιά ξυπνούνε..., λέει εκείνη.
Mα τότε ξυπνά κι η Aνθίππη. Eίναι η μεγαλύτερη αδερφή μας, είναι ως δώδεκα χρονώ κι είναι η δεύτερη μητέρα μας. Πάντα της λέγαμε τα μυστικά μας.
― Tι έχετε εσείς εκεί; ρωτά σιγανά.
― Aνθίππη, άκου!... λέει η Άρτεμη, κι η φωνή της είναι σα να γυρεύει βοήθεια. Tα σπαθιά ξυπνήσαν στο Kίτρινο!...
H Aνθίππη ακούει κι ύστερα λέει ατάραχη:
― Ποντίκια είναι, μην κάνετε έτσι. Kοιμηθείτε!
Tην ακούμε που γυρίζει απ’ το άλλο πλευρό να κοιμηθεί, σα να μην έγινε τίποτα. Σκεπάζουμαι κι εγώ ως το κεφάλι, μα τα μάτια δεν κλείνουν. Oι θόρυβοι του δάσους, της γης, των ζαρκαδιών γίνουνται ένα, γίνουνται η παράξενη μουσική που λέει για τα παραμύθια και για τα όνειρα, λέει για τα ταξίδια των παιδιών που πάνε καβάλα σε χρυσόψαρα να βρούνε τη «Pοδοπαπούδα» με το άσπρο φόρεμα και τ’ ασημένια μαλλιά και με το Mεγάλο Δράκο που φυλάει στην πόρτα της. Tα σπαθιά και τα πιστόλια στο κίτρινο δωμάτιο δεν είναι πια άγρια πλάσματα, ξυπνήσαν μονάχα γιατί ζήλεψαν, θέλουν κι αυτά να καβαλικέψουν τα χρυσόψαρα, να μην είναι κλεισμένα κι έρημα. Aνοίγουν σιγανά την πόρτα της φυλακής τους, απλώνουνε τα χέρια και ξέρουν πως, κι αν δεν είναι χρυσόψαρο, ένα μικρό καλό δελφίνι θα περιμένει να τα πάρει. Kι ενώ τα χρυσόψαρα αρχίζουν το ταξίδι, πλέοντας μες στον αγέρα, ακούγεται πίσω τους η φωνή των σπαθιών, πάνω στο δελφίνι, που ικετεύουνε:
«Περιμένετε νά ’ρθουμε! Περιμένετε νά ’ρθουμε κι εμείς στη Pοδοπαπούδα!»
«Eλάτε!» τους λέει φιλικά το μικρό αγόρι απ’ το χρυσόψαρο. «Eλάτε και σας περιμένουμε!»

Tο άλλο πρωί η Aνθίππη με ρωτά:
― Ποιον περίμενες χτες τη νύχτα;
― Eγώ περίμενα κανέναν;
― Mα ναι, κάποιον φώναζες στον ύπνο σου νά ’ρθει.
Δε θυμούμαι πια τίποτα και της λέω πως θα ’ταν όνειρο.

(από το βιβλίο: Hλίας Bενέζης, Aιολική γη, Bιβλιοπωλείον της «Eστίας» Iωάννου Δ. Kολλάρου & Σιας A.E., 1969) 


Quatre danseuses by Edgar Degas


Μ. ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ - Ο ΚΙΤΡΙΝΟΣ ΦΑΚΕΛΛΟΣ

Ένα μεγάλο μυθιστόρημα στη γραμμή της γνησιότερης παράδοσης τους είδους, όπου το ενδιαφέρον της πλοκής συναγωνίζεται το ενδιαφέρον της κοινωνικής και της ατομικής ψυχογραφικής παρατήρησης. Οι δραματικές συγκρούσεις στο εσωτερικό μιας ομάδας ανθρώπων, όπου το συμφέρον καταργεί κάθε αίσθημα αλτρουισμού, διογκώνοντας στο έπακρο τα νοσηρά πάθη. 
Ο κεντρικός ήρωας, ο λογοτέχνης και δικηγόρος Μάνος Τασάκος, ο δυναμικός κατακτητής, ο ηθικά αδιάφορος, ο σκληρός πειραματιστής του ανθρώπινου πάθους, αλλά και ο νοήμων, ο ιδιοφυής, ο ευαίσθητος και συγκλονιστικά ανθρώπινος, θα μείνει στη λογοτεχνία μας ολοζώντανος τύπος αυθύπαρκτος, απ' τις μορφές εκείνες που συνεχίζουν αυτόνομη και αυτοτελή τη ζωή τους και έξω από τις σελίδες όπου τις πρωτόστησε ο δημιουργός τους. «Οποιοδήποτε μυθιστόρημά μου» έλεγε ο Καραγάτσης «μπορώ να σας το διηγηθώ αρκετά λεπτομερώς, μέσα σε μισή ώρα. Αλλά τον "Κίτρινο Φάκελλο" μού είναι αδύνατον να τον διηγηθώ! Όχι επειδή δεν υπάρχει πλοκή. Απεναντίας, τα πολυποίκιλα γεγονότα περιπλέκονται με συνέπεια τόσο αρρήκτως αδέκαστη, ώστε οποιαδήποτε από τις αμέτρητες λεπτομέρειες κι αν λησμονήσω, η διήγησή μου γίνεται ακατανόητη. Ο "Κίτρινος Φάκελλος" είναι μυθιστόρημα που πρέπει να το διαβάζουν, κι όχι παραμύθι που μπορεί να το διηγούνται». 
(ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ)


Απόσπασμα 

Την ώρα που ο καθηγητής Λεπίδης ρητόρευε μωρολογώντας, ο κ. Θανασούλης Πετρόπουλος είχε σταυρώσει τα πόδια και κοίταζε την άκρη του δεξιού του σκαρπινιού, που κάποιος άξεστος πληβείος, πατώντας την στον δρόμο, της έξυσε το βερνίκι. Αυτή η αδιόρατη αμυχή στην άψογή του εμφάνιση ενοχλούσε πολύ τον πατέρα της Μαρίας. Από το 1918, που η απαλλοτρίωση του τσιφλικιού του στη Θεσσαλία εμείωσε σημαντικά την περιουσία του, ο κ. Πετρόπουλος δίνει κρατερό αγώνα να διατηρήσει τουλάχιστο τη βιτρίνα της παλιάς κοσμικής υπόστασης. Δεν του περισσεύουν πια χρήματα όχι για ν’ ανοίξει το σπίτι του στους ανθρώπους του κύκλου του (αν, βέβαια, διέθετε ακόμα το παλιό του μέγαρο της οδού Τσακάλωφ), όχι να παίξει στον ιππόδρομο, όχι ν’ ανοίξει σαμπάνιες στα καμπαρέ, όχι ν’ ανταποδώσει τις υποχρεώσεις του από τα πάρτιζ που ενδεχομένως θα τον καλούσαν, όχι να κεράσει ένα κονιάκ Κουρβουαζιέ Βεσεοπέ μια γνωστή του κυρία στο μπαρ της Τζι Μπι, μα ούτε να πιεί ένα χυδαίο ουίσκυ σε μπαρ πολύ λαϊκότερο. Ίσα ίσα τα φέρνει στις δυο κάμαρες και σαλονοτραπεζαρία της οδού Υψηλάντου, ευχαριστώντας τον Ύψιστο που μπόρεσε να βρει τόσο φτηνό διαμέρισμα στο Κολωνάκι. Υπηρέτρια δεν υπάρχει. Η Μαρία σκουπίζει, ξεσκονίζει, ψωνίζει, μαγειρεύει, σαπουνίζει, σιδερώνει, βοηθημένη, δυο πρωινά τη βδομάδα, από μια παραδουλεύτρα. Χρυσό κορίτσι, αλλά άρχισε να μπαϊλντίζει. Εκείνο που την ενοχλεί περισσότερο είναι η επιταχτική αξίωση του πατέρα της να είναι πάντα καλά κι ακριβά ντυμένη, τη στιγμή που το οικογενειακό διαιτολόγιο βασίζεται περισσότερο στα ξερά όσπρια, παρά στις πατάτες με το κρέας (κι όχι στο κρέας με πατάτες). Κάποια μέρα, αηδιασμένη από μια φάβα (που κατά λάθος μαγειρεύτηκε μπόλικη και τρωγόταν μεσημέρι-βράδυ επί τρεις ημέρες, γιατί έπρεπε να φαγωθεί), βρήκε το κουράγιο όχι να παραπονεθεί, αλλά γλυκά και ταπεινά να εκφράσει την απορία της.

-Άκου, παιδί μου, αποκρίθηκε ο πατέρας της. Η άτιμη κυβέρνηση Βενιζέλου με κατέστρεψε οριστικά. Να δουλέψω στην ηλικία μου εγώ, βγάλ’ το απ’ το μυαλό σου. Με αυτά τα λιγοστά που μας απόμειναν θα τα βγάλουμε πέρα. Κι όσο είμαστε δυο να τα μοιραζόμαστε, κλάψ’ τα, Χαράλαμπε! Πρέπει σύντομα κι οι δυο να πάψουμε να πεινάμε. Μοναδικός τρόπος είναι να κάνεις πλούσιο γάμο – και μην ξεχνάς πως, εξόν απ’ την ευχή μου, άλλη προίκα δεν έχω να σου δώσω. Πρέπει λοιπόν κάποιον παραλή να τυλίξεις. κι οι παραλήδες συνήθως δεν παντρεύονται τις κουρελούδες θυγατέρες κακοντυμένων πατεράδων.

Η Μαρία παραδέχτηκε πως ο πατέρας της είχε δίκιο ως προς ένα σημείο: ότι γρήγορα έπρεπε να τον απαλλάξει απ’ το βάρος της. Όσο για να «τυλίξει» τον οποιοδήποτε παραλή, αυτό το απέρριπτε η τιμιότητά της. Δεκάξι χρονών ήταν, έρωτα και μια καλύβα γύρευε… Και να που ήρθε ο έρωτας στο πρόσωπο του Νίκου Ρούση. Η Μαρία τον αγάπησε, γιατί πρώτος εκείνος την αγάπησε. γιατί ήταν όμορφος, ζοφερός, ρομαντικός και χυδαίος εναλλάξ, κομψοντυμένος, κοσμικός, αργόσχολος και γόης περιζήτητος. γιατί ανάμεσα στις τόσες και τόσες που τον κυνηγούσαν, αυτός διάλεξε εκείνη. γιατί το αίσθημά του το διατήρησε σε αυστηρώς πλατωνικά επίπεδα, μη γυρεύοντάς της ποτέ ούτ’ ένα φιλί (αργότερα τα πράματα άλλαξαν κάπως). Το γεγονός όμως πως αυτός ο έξοχος εραστής ήταν και κληρονόμος διακοσίων χιλιάδων λιρών γέμιζε την καρδιά της με γλυκύτατη θαλπωρή.

Alfred Stevens, The Lady in Yellow or Remember, 1863.

ΜΟΥΣΙΚΗ 

Στίχοι Γιάννης Ρίτσος Μουσκή Σπήλιος Μεντής με τον Λουκιανό Κηλαηδόνη cd: Σερενάτα χωρίς φεγγάρι (2007) Κίτρινο φθινόπωρο, κίτρινη η καρδιά μου όσα χθες σε φτέρωναν, τώρα πέφτουν χάμου Στο καφενεδάκι μας κίτρινη κι η γρίλια στο ποτήρι ανέγγιχτη έλιωσε η βανίλια Ένα φύλλο κίτρινο έχεις για ρολόι κίτρινη ώρα έρχεται για το φτωχολόι. Tρεις εργάτες πέρασαν κάτω απ' τις μαρκίζες άκου αυτά τα βήματα, πράσινες οι ρίζες. Τι να πούμε αγάπη μου, λόγια πια δε βρίσκω νιώθω το κατόπι μας, το μεγάλον ίσκιο. Κίτρινο τ' απόβραδο, κίτρινη ησυχία μες στη μνήμη ακούγεται κίτρινη ρομβία.



Στίχοι: Λέφας Γιώργος
Μουσική: De Burgh Chris Δίσκος: Από 'μένα το Βασίλη Στα χέρια το ποτήρι τα μάτια μου κλειστά Τα δάχτυλα κτυπάνε τον πάγκο ρυθμικά Μου είπες πως θα έρθεις απόψε να με βρεις Περίπου ως τις δέκα κι η ώρα είναι τρεις Παίζει ένα τραγούδι του Chris de Burgh παλιό Σου άρεσε θυμάμαι να στο τραγουδώ Δίπλα περιμένει το άδειο σου σκαμπό Θα στο ψιθυρίσω και ας μην είσαι εδώ Για σένα τραγουδώ Για σένα τραγουδώ Για σένα τραγουδώ Γύρω μου σαν ίσκιοι πρόσωπα χλωμά Στην άκρη ένα ζευγάρι μιλάει χαμηλά Έρχεται μια ξένη θέλει λέει φωτιά Στα μάτια με κοιτάει σχεδόν ερωτικά Κάποιος με χτυπάει στην πλάτη φιλικά Ώρα να πηγαίνεις κλείνουμε είναι αργά Βγαίνω έξω στον δρόμο τα βλέπω όλα διπλά Έχει ξημερώσει κυκλοφορούν μονά Για σένα τραγουδώ Για σένα τραγουδώ Για σένα τραγουδώ Μονός λοιπόν κι εγώ μες στους δρόμους ξοπίσω σου Ακόμα ένα πρωί κυνηγάω τον ίσκιο σου Σφυρίχτρες που βρίζουν φρένα που τρίζουν σκορπίζουν πανικο Σ' αυτόν τον πυρετό ψάχνω να σε βρω Πέφτει μια βροχή αρρωστιάρα και κίτρινη Μα η μοναξιά δεν λιώνει είναι πέτρινη Κίτρινα αδιάβροχα κίτρινοι δρόμοι και 'συ δεν είσαι 'δω Μέσα στην βροχή ψάχνω να σε βρω Τρέχω στους δρόμους για να σε βρω Τρέχω μονάχος και θα χαθώ Κόσμος στην ουρά για υπεύθυνη δήλωση Περιπολικά κυνηγούν μια διαδήλωση Σειρήνες σφυρίζουν στολές που γυαλίζουν και 'γω μες στον χαμό Σ' αυτόν τον πυρετό ψάχνω να σε βρω Κάποιοι με μακριά μαλλιά με τραβούν σε μια γωνιά Κρύψου ρε φίλε στόχος μη γίνεσαι έλα μαζί μας από 'δω Φεύγουνε τρέχουν μέσα στα στενά και 'γω ακολουθώ Στο μπαρ το σκοτεινό δεν θα 'ρθω να σε βρω Τρέχουν οι φίλοι τρέχω και εγώ Είμαι μαζί τους δεν θα χαθώ Τρέχουν οι φίλοι τρέχω και εγώ Είμαι μαζί τους δεν θα χαθώ για μένα τραγουδώ για μένα τραγουδώ για μένα τραγουδώ για μένα τραγουδώ




Στίχοι -Μουσική: Α. Βασιλάκη
Νταράντα ταμ ταμ
χτυπάει η βροχή
στην κίτρινη ομπρέλα
που έχω ανοιχτή.
Νταράντα ταμ ταμ
κι ενώ προχωράω
κι ούτε καν που προσέχω
πού πάω, πού πατάω.

Νταράντα ταμ ταμ
χτυπάει η καρδιά
γιατί κάθε μου βήμα
σε φέρνει κοντά.
Νταράντα ταμ ταμ
χτυπάει η βροχή
στην ομπρέλα την κίτρινη
που έχω ανοιχτή.

Νταράντα ταμ ταμ
και μόλις με δεις, 
θα τρέξεις αμέσως
κοντά μου να ’ρθεις.
Νταράντα ταμ ταμ
θ’ ακούσω να λέει
κι η καρδιά σου που η ίδια
αγάπη την καίει.

Νταράντα ταμ ταμ
θα λέει η βροχή
στην κίτρινη ομπρέλα
που θα ’χω ανοιχτή.
Νταράντα ταμ ταμ
θα λέμε κι εμείς
στο ρυθμό της βροχής.






Στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος
Μουσική: Γιάννης Σπανός

Κίτρινη πόλη, παραμονές βροχής
το πόμολο της πόρτας παγωμένο
Ακόμα μια νύχτα που σε περιμένω
μα πάλι δε θα `ρθείς

Πέρασ’ η ώρα, ντιβάνι μισερό
στρωσίδι που μυρίζει απ’ τη κλεισούρα
Ακόμα μια νύχτα στην ανεμοδούρα
να τρέμω τον καιρό

Βήματα ξένα στη σκάλα την παλιά
θα είναι ο απέναντι εργένης
Ακόμα μια νύχτα που ζεις και πεθαίνεις
σε άλλη αγκαλιά



So long, boy, you can take my place
I got my papers, I got my pay
So pack my bags and I'll be on my way to Yellow River

Put my gun down, the war is won
Fill my glass high, the time has come
I'm goin' back to the place that I love Yellow River

Yellow River, Yellow River is in my mind and in my eyes
Yellow River, Yellow River is in my blood, it's the place that I love

Got no time for explanations, got no time to lose
Tomorrow night you'll find me sleepin' underneath the moon
And Yellow River

Cannon fire lingers in my mind
I'm so glad I'm still alive
And I've been gone for such a long time from Yellow River

I remember the nights were cool
I can still see the water pool
And I remember the girl that I knew from Yellow River

Yellow River, Yellow River is in my mind and in my eyes
Yellow River, Yellow River is in my blood, it's the place that I love

Got no time for explanations, got no time to lose
Tomorrow night you'll find me sleepin' underneath the moon
And Yellow River
Jeff Christie





In the town where I was born
Lived a man who sailed to sea
And he told us of his life
In the land of submarines
So we sailed up to the sun
Till we found a sea of green
And we lived beneath the waves
In our yellow submarine

We all live in a yellow submarine
Yellow submarine, yellow submarine
We all live in a yellow submarine
Yellow submarine, yellow submarine

And our friends are all aboard
Many more of them live next door
And the band begins to play

We all live in a yellow submarine
Yellow submarine, yellow submarine
We all live in a yellow submarine
Yellow submarine, yellow submarine

(Full speed ahead Mr. Boatswain, full speed ahead
Full speed ahead it is, Sergeant.
Cut the cable, drop the cable
Aye, Sir, aye
Captain, captain)

As we live a life of ease
Every one of us has all we need
Sky of blue and sea of green
In our yellow submarine

We all live in a yellow submarine
Yellow submarine, yellow submarine
We all live in a yellow submarine
Yellow submarine, yellow submarine
We all live in a yellow submarine
Yellow submarine, yellow submarine
Writer/s: JOHN LENNON, JOHN WINSTON LENNON, PAUL MCCARTNEY, PAUL JAMES MCCARTNEYπηγές https://itzikas.wordpress.com/
http://www.apotis4stis5.com/
http://iliaskourakos.blogspot.com/
http://www.avgi.gr/
https://elenahalivelaki.wordpress.com/
http://www.greek-language.gr/
http://www.kavafis.gr/
http://alonakitispoiisis.blogspot.com/

http://fractalart.gr/
Aπό :https://gr.pinterest.com/








3 σχόλια: