Δευτέρα 24 Σεπτεμβρίου 2018

Τόμας Στερνς Έλιοτ ( 26 Σεπτεμβρίου 1888 – 4 Ιανουαρίου 1965 )

O Τόμας Στερνς Έλιοτ (Thomas Stearns Eliot, 26 Σεπτεμβρίου 1888 – 4 Ιανουαρίου 1965) ήταν Αγγλο-Αμερικάνος ποιητής, θεατρικός συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους ποιητές του 20ού αιώνα και ηγετική φυσιογνωμία του μοντερνιστικού κινήματος στην ποίηση. Το 1948 βραβεύτηκε με το Νόμπελ λογοτεχνίας. Ανάμεσα στα πιο γνωστά έργα του ανήκουν το Ερωτικό τραγούδι του Τζ. Προύφροκ (1915), η Έρημη Χώρα (1922), τα Τέσσερα κουαρτέτα (1943) καθώς και το θεατρικό έργο Φονικό στην Εκκλησιά (1935).
Ο Έλιοτ γεννήθηκε στις 26 Σεπτεμβρίου 1888, στο Σαιντ Λιούις του Μιζούρι. Ο παππούς του, Γουίλιαμ Γκρήνλιφ Έλιοτ (1811-1887), ήταν ουνιταριστής κληρικός, συνιδρυτής του Πανεπιστημίου Ουάσινγκτον του Μιζούρι και δεσπόζουσα φυσιογνωμία της οικογένειας του, αν και ο ίδιος ο Έλιοτ δεν τον γνώρισε καθώς είχε πεθάνει ένα χρόνο πριν τη γέννησή του. Ο πατέρας του, Χένρυ Γουερ Έλιοτ (1843-1919) ήταν επιτυχημένος επιχειρηματίας, πρόεδρος της κερδοφόρας εταιρείας Hydraulic-Press Brick Company, και φημιζόταν για την ικανότητά του σε οικονομικά ζητήματα. Η μητέρα του, Σαρλότ Σαμπ Στερνς (1843-1929), εργαζόταν ως δασκάλα και παράλληλα έγγραφε ποιήματα, τα οποία συνήθιζε να στέλνει σε φίλους ή να δημοσιεύει σε εφημερίδες. Σύμφωνα με τη μητέρα του, οι πρόγονοί τους ήταν Άγγλοι και Γάλλοι. O Έλιοτ ήταν το τελευταίο παιδί της οικογένειας και οι γονείς του τον απέκτησαν όταν είχαν ήδη ξεπεράσει την ηλικία των σαράντα ετών. Οι τέσσερις αδελφές του ήταν έντεκα έως δεκαεννέα χρόνια μεγαλύτερες από εκείνον, ενώ ο αδελφός του οκτώ χρόνια μεγαλύτερος. Υπήρξε ευπαθές παιδί και γεννήθηκε με συγγενή διπλή κήλη, γεγονός που τον ανάγκαζε να φοράει ειδικό επίδεσμο κατά το μεγαλύτερο διάστημα της ζωής του.
Σε ηλικία επτά ή οκτώ ετών, ο Έλιοτ άρχισε να παρακολουθεί μαθήματα σε ένα τοπικό σχολείο και το 1898 ξεκίνησε να φοιτά στην «Ακαδημία Σμιθ» (Smith Academy) του Σαιντ Λιούις, που αποτελούσε προπαρασκευαστική σχολή για την εισαγωγή στο πανεπιστήμιο Ουάσινγκτον. Το πρόγραμμα των σπουδών του περιλάμβανε ελληνικά, λατινικά, γαλλικά, γερμανικά, αρχαία ιστορία και αγγλική φιλολογία. Στην ακαδημία, ο Έλιοτ έδειξε δείγματα μελετηρού μαθητή με καλούς βαθμούς, ενώ παράλληλα εξέδιδε μόνος του ένα περιοδικό ποικίλης ύλης με τίτλο The Fireside, ερχόμενος από νωρίς σε επαφή με τη συγγραφή. Παρά τις καλές του επιδόσεις και ενώ είχε τη δυνατότητα να εγγραφεί στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ, οι γονείς του αποφάσισαν να φοιτήσει για ένα χρόνο στο προπαρασκευαστικό σχολείο της ιδιωτικής Ακαδημίας Μίλτον στη Βοστόνη. Αυτή ήταν και η πρώτη φορά που ο Έλιοτ εγκατέλειπε το προστατευτικό οικογενειακό του περιβάλλον.
Τον Ιούνιο του 1906, πέρασε με επιτυχία τις εισαγωγικές εξετάσεις του Χάρβαρντ. Κατά το πρώτο έτος σπουδών, επέλεξε τα μαθήματα του συνταγματικού δικαίου, της ελληνικής και αγγλικής φιλολογίας, της μεσαιωνικής ιστορίας και της γερμανικής γραμματικής. Παράλληλα, έγινε γρήγορα μέλος σε όλους τους σημαντικούς πανεπιστημιακούς συλλόγους. Υπήρξε επίσης μέλος του συμβουλίου του λογοτεχνικού περιοδικού The Harvard Advocate, στο οποίο είχε δημοσιεύσει και ο ίδιος ορισμένα ποιήματά του. Τον Ιούνιο του 1909 πήρε το πτυχίο του και αποφάσισε να ακολουθήσει μεταπτυχιακές σπουδές στην αγγλική φιλολογία. Την ίδια περίοδο, γνώρισε τον αμερικανό συγγραφέα Κόνραντ Άικεν, με τον οποίο διατήρησε μακροχρόνια φιλία. Κατά τη διάρκεια των μεταπτυχιακών σπουδών του, ο Έλιοτ συνεργάστηκε με δύο διακεκριμένους καθηγητές, τον ποιητή και φιλόσοφο Τζωρτζ Σανταγιάνα και τον Ίρβινγκ Μπάμπιτ, ο οποίος άσκησε σημαντική επιρροή πάνω του. Τον Οκτώβριο του 1910 αποφάσισε να ταξιδέψει στην Ευρώπη και επισκέφτηκε κυρίως το Παρίσι. Στη διάρκεια της παραμονής του μελετούσε παράλληλα γαλλική φιλολογία, κάνοντας ιδιαίτερα μαθήματα γαλλικών και παρακολούθησε παραδόσεις του φιλοσόφου Ανρί Μπερξόν. Την ίδια περίοδο ολοκλήρωσε τα δύο μεγάλα ποιήματα της νεότητάς του, The Love Song of J. Alfred Prufrock και Portrait of a Lady. Εκτός από το Παρίσι, ο Έλιοτ επισκέφτηκε επίσης το Μόναχο και πιθανότατα το Λονδίνο.
Το 1911 επέστρεψε στο πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ και εγγράφηκε ως διδακτορικός φοιτητής στο τμήμα της φιλοσοφίας. Μελέτησε σανσκριτικά παρακολουθώντας το μάθημα της ινδικής φιλολογίας και αργότερα ινδική φιλοσοφία, ακολουθώντας τη διαδρομή άλλων Αμερικανών διανοουμένων, προς τη διερεύνηση της ανατολικής θρησκείας. Αργότερα, ο Έλιοτ εγκατέλειψε αυτή την πορεία και στράφηκε σε περισσότερο «συμβατικούς» τομείς της φιλοσοφίας και της συγκριτικής μεθοδολογίας, παρακολουθώντας διαλέξεις των Τσαρλς Λάνμαν, Τζοσάια Ρόυς και Μπέρτραντ Ράσελ. Στις αρχές του 1914, εκμεταλλευόμενος μία υποτροφία που του πρόσφερε το πανεπιστήμιο, επέστρεψε στην Ευρώπη με σκοπό να συνεχίσει τις σπουδές του στο Merton College της Οξφόρδης, όπου επρόκειτο να ολοκληρώσει τη διατριβή του για τον βρετανό φιλόσοφο Φ. Χ. Μράντλεϋ, υπό την εποπτεία του Χάρολντ Γιόακιμ



Αγγλία

Ο Έλιοτ έφθασε στο Λονδίνο τον Αύγουστο του 1914 και αφού νωρίτερα είχε φροντίσει να επισκεφτεί το Βέλγιο και την Ιταλία. Το πρώτο διάστημα της παραμονής του στην αγγλική πρωτεύουσα, συνδέθηκε με τον Έζρα Πάουντ, που ήδη ζούσε εκεί για περίπου πέντε χρόνια και είχε γνώση του λογοτεχνικού έργου του Έλιοτ από τον Κόνραντ Άικεν. Ο Πάουντ ήταν ενθουσιασμένος με τα ποιήματα του Έλιοτ και τον σύστησε σε άλλους Αμερικανούς συγγραφείς, προσφέροντας του την ευκαιρία να βρεθεί σε ένα γόνιμο καλλιτεχνικό περιβάλλον, αλλά και να γίνει ευρύτερα γνωστό το έργο του. Με την έναρξη του φθινοπωρινού τριμήνου, Ο Έλιοτ ξεκίνησε τα μαθήματα φιλοσοφίας, συνεχίζοντας να εργάζεται πάνω στη διδακτορική του διατριβή. Το 1915 ήταν το έτος που σημάδεψε την προσωπική του ζωή, καθώς γνώρισε την Βίβιεν Χέι-Γουντ (1888-1947), την οποία παντρεύτηκε στις 26 Ιουνίου του ίδιου έτους στο Ληξιαρχείο του Χάμστεντ, κρατώντας αρχικά κρυφό το γάμο από τους γονείς του. Λίγο αργότερα, ξεκίνησε να εργάζεται ως δάσκαλος στη μέση εκπαίδευση προκειμένου να συντηρούνται. Εκείνη την περίοδο, ο Μπέρτραντ Ράσελ είχε στενή σχέση με το ζεύγος, πατερναλιστική όπως την χαρακτήρισε ο ίδιος, και για ένα διάστημα συγκατοικούσαν στο διαμέρισμα του. Χάρη σε μεσολάβηση του Ράσελ, ο Έλιοτ ανέλαβε να γράφει κριτικές αναλύσεις στο περιοδικό International Journal of Ethics ενώ ήρθε επίσης σε επαφή με το φιλολογικό περιοδικό New Statesman.

Τον Απρίλιο του 1916 παρέδωσε στο πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ τη διατριβή του, με τίτλο Experience and the Objects of Knowledge in the Philosophy of F.H. Bradley, αποφασισμένος να μην συνεχίσει την ακαδημαϊκή του σταδιοδρομία στη φιλοσοφία, σε αντίθεση με τις επιθυμίες των γονέων του, και να εγκατασταθεί μόνιμα στο Λονδίνο. Στα τέλη του έτους, παραιτήθηκε από το δημοτικό σχολείο και παρά την αρχική του πρόθεση να συντηρηθεί αποκλειστικά από τις κριτικές του, χρειάστηκε για οικονομικούς λόγους να δεχθεί μία θέση στην τράπεζα Lloyds, την οποία εξασφάλισε χάρη σε ενέργεια του γενικού διευθυντή της, που ήταν φίλος της οικογένειας των Χέι-Γουντ. Την ίδια περίπου περίοδο εκδόθηκε το πρώτο βιβλίο του, χάρη στην μεσολάβηση του Πάουντ, και ο Έλιοτ προσελήφθη ως βοηθός εκδότη στο περιοδικό Egoist. Όταν το 1917 η Αμερική εισήλθε στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, ήταν σε στρατεύσιμη ηλικία, ωστόσο εξαιτίας της κήλης του και ενός προβλήματος ταχυκαρδίας κρίθηκε ακατάλληλος για ενεργό υπηρεσία. Επιχείρησε να ενταχθεί στην Υπηρεσία ΠΛηροφοριών του Ναυτικού των Ηνωμένων Πολιτειών, χωρίς επιτυχία, και αργότερα του προτάθηκε μία θέση στο Γραφείο Πληροφοριών του Στρατού, ωστόσο εξαιτίας καθυστερήσεων, ο Έλιοτ τελικά δεν υπηρέτησε, παρά τις προσπάθειες του.

Ο ποιητής με την Βιρτζίνια Γουλφ
πρώτη εκδότρια της «Έρημης χώρας»,
σε φωτογραφία του 1924
Το επόμενο διάστημα χαρακτηρίστηκε από βαρύ φόρτο εργασίας για τον Έλιοτ, αναγκασμένος να μοιράζει το χρόνο του ανάμεσα στην τράπεζα, τη βιβλιοκριτική ή τα δοκίμια του και τη συζυγική ζωή, συγχρόνως με οικονομικές δυσχέρειες αλλά και προβλήματα υγείας τόσο της συζύγου του όσο και δικά του, για τα οποία κατέφυγε κάποια στιγμή στη θεραπεία του ψυχαναλυτή δρ. Βιτόζ, στη Λωζάννη. Το 1922 εκδόθηκε το ποίημα Έρημη Χώρα, ένα από τα σπουδαιότερα έργα του. Με την Έρημη Χώρα καταδίκασε τη ματαιότητα της σύγχρονης ζωής και γνώρισε παγκόσμια αποδοχή και αναγνώριση. Την ίδια χρονιά άρχισε να εκδίδει το περιοδικό Criterion (Κριτήριο) στο οποίο δημοσίευσε πολυάριθμες κριτικές και θεωρητικά κείμενα, συμβάλλοντας παράλληλα στη διάδοση των έργων άλλων Ευρωπαίων συγγραφέων. Μέσα στο πρώτο έτος κυκλοφορίας του, ο Έλιοτ συγκέντρωσε αρκετούς ικανούς συνεργάτες μεταξύ των οποίων ο Λουίτζι Πιραντέλο, η Βιρτζίνια Γουλφ και ο Πωλ Βαλερύ. Την περίοδο αυτή, η αυξανόμενη θρησκευτική του πίστη, τον έστρεψε προς την Αγγλικανική Εκκλησία και στις 29 Ιουνίου βαφτίστηκε με μεγάλη μυστικότητα και έγινε επίσημα δεκτός στους κόλπους της Εκκλησίας της Αγγλίας. Ο Έλιοτ διέκρινε στο αγγλοκαθολικό ρεύμα τη συνέχεια μία παράδοσης και ένα είδος επιστροφής του στη θρησκεία των άγγλων προγόνων του. Η θρησκευτική τάση του αποτυπώθηκε και στα κείμενα του στο Criterion, τα οποία δεν αφορούσαν τόσο λογοτεχνικά ζητήματα, όσο εξέφραζαν τις αναλύσεις του για δημόσια θέματα, τα οποία προσέγγιζε κατά ομολογία του ως «ηθικολόγος», παρά ως καλλιτέχνης. Η χριστιανική του μεταστροφή αντιμετωπίστηκε ως επί το πλείστον με καχυποψία από τους παλιούς του φίλους λογοτέχνες, όπως τον Πάουντ και τον Γουίνταμ Λιούις. Το Νοέμβριο του ίδιου έτους έγινε Βρετανός πολίτης, σε μία περιόδο που σταδιακά αναγνωριζόταν ως εκπρόσωπος των αγγλικών γραμμάτων.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1920, ο γάμος του με την Βίβιεν είχε αρχίσει να αντιμετωπίζει κρίση, η οποία οδήγησε τελικά στο χωρισμό τους, το 1933, γεγονός που αποτέλεσε το έναυσμα ενός νέου ξεκινήματος για τον Έλιοτ. Τα επόμενα δύο χρόνια ολοκλήρωσε τα πρώτα του θεατρικά έργα The Rock (1934) και To Φονικό στην Εκκλησιά (1935). Το τελευταίο είχε μεγάλη απήχηση στο κοινό και ταυτόχρονα επαινέθηκε από τους κριτικούς. Η Βίβιεν Χέι-Γουντ πέθανε αργότερα σε μία ιδιωτική ψυχιατρική κλινική του βόρειου Λονδίνου, το 1947. Στις αρχές του 1938, εκδόθηκαν δύο συλλογές του έργου του, το Essays Ancient and Modern, με δοκίμια του, καθώς και η συλλογή Collected Poems 1909-1935 που περιλάμβανε την πρώτη δημοσίευση του ποιήματος Burnt Norton, και έλαβε ευμενείς κριτικές, ανάλογες του κύρους που είχε αποκτήσει πλέον ο Έλιοτ.

Τελευταία χρόνια

Το Νοέμβριο του 1948 τού ανακοινώθηκε πως κέρδισε το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας και μετέβη στη Στοκχόλμη για την απονομή του. Παρά την ικανοποίησή του, ο Έλιοτ ανησυχούσε για τα επακόλουθα της μεγάλης φήμης που αποκτούσε, συνδέοντας τον εαυτό του με άλλες περιπτώσεις συγγραφέων που μετά από ανάλογη βράβευση δεν δημιούργησαν ξανά κάποιο αξιόλογο έργο. Η ανασφάλεια του γύρω από το ποιητικό του έργο ή το κατά πόσο θα κατόρθωνε να αντεπεξέλθει σε αυτό, υπήρξε χαρακτηριστικό του γνώρισμα, από τα πρώτα βήματά του. Τη βράβευση του με το Νόμπελ, ακολούθησαν τα επόμενα χρόνια πολυάριθμες απονομές τιμητικών τίτλων και απονομών.

Στις 10 Ιανουαρίου του 1957, παντρεύτηκε για δεύτερη φορά, με την τριαντάχρονη Βάλερι Φλέτσερ, η οποία στο παρελθόν υπήρξε γραμματέας του. Ο δεύτερος γάμος του τελέστηκε, όπως και ο πρώτος, με μυστικότητα, και ήταν περισσότερο ευτυχισμένος, αν και συντομότερος σε διάρκεια. Κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του, αντιμετώπισε έντονα προβλήματα υγείας. Στα τέλη Νοεμβρίου του 1964 ταξίδεψε για τελευταία φορά στη γενέτειρά του και μετά την επιστροφή του στο Λονδίνο, τον Οκτώβριο του 1964, κατέρρευσε στο σπίτι του και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο σε βαθύ κώμα και παράλυτος από την αριστερή πλευρά. Πέθανε τελικά στις 4 Ιανουαρίου 1965 από εμφύσημα. Είχε δώσει εντολή να αποτεφρωθεί η σορός του και τον Απρίλιο η τέφρα του μεταφέρθηκε στην εκκλησία του Αγίου Μιχαήλ στο Ιστ Κόκερ, χωριό από το οποίο κατάγονταν οι πρόγονοί του.

Ο Έλιοτ με τη Βίβιεν Γουντ, Λονδίνο 1916

Έργο

Ποίηση

Η αρχή της σταδιοδρομίας του Έλιοτ ως ποιητή, χρονολογείται το 1915, χρονιά κατά την οποία δημοσιεύτηκε το ποίημα Ερωτικό τραγούδι του Τζ. Προύφροκ(The Love Song of J. Alfred Prufrock), στο περιοδικό του Σικάγο Poetry και χάρη σε παρότρυνση του Έζρα Πάουντ προς τη Χάριετ Μονρόε, ιδρυτή του περιοδικού. Ο Έλιοτ είχε συνθέσει το ποίημα νωρίτερα, την περίοδο από το Φεβρουάριο του 1910 έως τον Ιούλιο του επόμενου έτους. Ο Έζρα Πάουντ είχε συμβολή και στην έκδοση του πρώτου βιβλίου του Έλιοτ, καθώς ήταν εκείνος που καταρχήν είχε την ιδέα αλλά και οργάνωσε το υλικό που περιείχε. Το Prufrock and Other Observations εκδόθηκε το 1917 και αντιμετωπίστηκε ως επί το πλείστον με σύντομες και αρνητικές κριτικές στον αγγλικό τύπο. Η κριτική του The Times Literary Supplement, σύμφωνα με την οποία «[...] τα ποιήματά του δύσκολα θα διαβαστούν από πολλούς με ευχαρίστηση»[6], στο τεύχος της 21ης Ιουνίου του 1917, αποτυπώνει την γενικευμένη εντύπωση που προκάλεσε το έργο στους λογοτεχνικούς κύκλους της εποχής.

Τον Οκτώβριο του 1922, ο Έλιοτ δημοσίευσε την Έρημη Χώρα στο πρώτο τεύχος του περιοδικού Criterion. Η ακριβής περίοδος κατά την οποία γράφτηκε παραμένει άγνωστη, ωστόσο θεωρείται πιθανό πως σημαντικό μέρος του ποιήματος άρχισε να προετοιμάζεται το αργότερο στις αρχές του 1921. Οι πρώτες εκδοχές του ποιήματος διέφεραν σημαντικά από την τελική του μορφή και είχαν περίπου διπλάσια έκταση. Σημαντική συμβολή στον περιορισμό των αρχικών χειρογράφων του Έλιοτ είχε ο Έζρα Πάουντ, ο οποίος προέβη γενικά σε ριζοσπαστικές αλλαγές στο ποίημα, συμβάλλοντας καθοριστικά στη μορφή που τελικά δημοσιεύτηκε και αργότερα εκδόθηκε με συνοδευτικές σημειώσεις του Έλιοτ. Η Έρημη Χώρα δέχθηκε πολλαπλές ερμηνείες και χαρακτηρίστηκε ως περιγραφή μίας παρακμάζουσας κοινωνίας, αλληγορία ή αυτοβιογραφία. Ο Πάουντ χαρακτήρισε το έργο ως μία «δικαίωση του κινήματος του μοντέρνου πειράματος» ενώ ο Γουίλιαμ Κάρλος Γουίλιαμ το θεώρησε πλήγμα κατά της «νέας τέχνης» που ξεπρόβαλε στην Αμερική. Οι υπερασπιστές του το ερμήνευσαν περισσότερο ως ένα είδος κοινωνικού σχολίου πάνω στην «παρακμή της εποχής» ενώ για τους αρνητές του υπήρξε απλά ένα λογοτεχνικό παιχνίδι ή ακατανόητο. O κριτικός και συγγραφέας Έντμουντ Γουίλσον θεωρούσε την Έρημη Χώρα «ό,τι καλύτερο παρουσιάστηκε».

Στα σημαντικότερα έργα του Έλιοτ ανήκει και η συλλογή Τέσσερα Κουαρτέτα (Four Quartets) η οποία εκδόθηκε το 1943, αποτελούμενη από τα ποιήματα Burnt Norton (1935), East Coker (1940), The Dry Salvages (1941) και Little Gidding (1942), τα οποία είχαν παλαιότερα δημοσιευτεί ανεξάρτητα, λαμβάνοντας ευνοϊκες κριτικές στον αγγλικό τύπο. Υπήρξε το πρώτο ποιητικό έργο με το οποίο κατάφερε να απευθυνθεί σε ένα μεγάλο αναγνωστικό κοινό και μέσα από το οποίο κατάφερε να εκφράσει με τον πιο καθαρό τρόπο τις χριστιανικές του πεποιθήσεις[9] παρέχοντας συγχρόνως μία ολοκληρωμένη εικόνα της ευρωπαϊκής παράδοσης. Ο ίδιος ο Έλιοτ θεωρούσε τα Τέσσερα Κουαρτέτα ως το καλύτερο έργο του.

Θέατρο

Στο χρονικό διάστημα μετά την Έρημη Χώρα, κατά το οποίο ο Έλιοτ δεν παρήγαγε κάτι ουσιαστικό, ξεκίνησε να επεξεργάζεται την ιδέα να προσανατολιστεί στο θέατρο. Επιθυμούσε τότε να απομακρυνθεί από την τεχνοτροπία της Έρημης Χώρας και κατά αναλογία με την επιτυχία της να δημιουργήσει μία νέα μορφή ποίησης, επιδίωκε να οικοδομήσει ένα νέο είδος θεατρικού έργου, πρόθεση που αποτυπώθηκε στο πρώτο του θεατρικό έργο με τίτλο Sweeney Agonistes, το οποίο έγραφε από το 1923 και εκδόθηκε το 1926. Το 1934 ολοκλήρωσε τη φαντασμαγορία The Rock που εντάσσεται στο είδος του ποιητικού δράματος της δεκαετίας του '30 και εξιστορεί την κατασκευή μίας εκκλησίας. Το έργο είχε απήχηση στο κοινό και στους κριτικούς. Ιδιαίτερη επιτυχία είχε επίσης στους εκκλησιαστικούς κύκλους, γεγονός που οδήγησε στην παραγγελία ενός θεατρικού έργου του Έλιοτ για το φεστιβάλ του Καντέρμπουρι που επρόκειτο να διεξαχθεί τον επόμενο χρόνο. Ο Έλιοτ ολοκλήρωσε για το σκοπό αυτό το Φονικό στην Εκκλησιά που παρουσιάστηκε στον καθεδρικό ναό του Καντέρμπουρι στις 19 Ιουνίου του 1935 και έλαβε επαινετικές κριτικές. Κεντρικό θέμα του έργου αποτελεί ο φόνος του μάρτυρα και αρχιεπισκόπου του Καντέρμπουρι Τόμας Μπέκετ. Ο Έλιοτ κλήθηκε να γράψει αργότερα και άλλα ιστορικά και θρησκευτικά έργα, ωστόσο ο ίδιος αρνήθηκε την επανάληψη, θεωρώντας πως ένα ποιητής οφείλει να αποστρέφεται τις δημιουργίες του παρελθόντος του.

Μικρότερη επιτυχία και κριτική αποδοχή είχε το επόμενο θεατρικό έργο του Έλιοτ The Family Reunion, το οποίο παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο θέατρο Γουέστμινστερ στις 21 Μαρτίου του 1939. Σε αυτό, ο Έλιοτ επεδίωκε τη επανασύνδεση θρησκευτικού και κοσμικού δράματος ενώ κύρια πηγή έμπνευσής του υπήρξε η τραγωδία Ευμενίδες του Αισχύλου. Περίπου στις αρχές του 1948 καταπιάστηκε με τη συγγραφή του θεατρικού έργου The Cocktail Party, το οποίο παρουσιάστηκε στο φεστιβάλ του Εδιμβούργου τον επόμενο χρόνο και έγινε δεκτό με ενθουσιασμό. Τα επόμενα χρόνια ακολούθησαν τα θεατρικά έργα The Confidential Clerk (1953) και The Elder Statesman (1958).

Επίδραση

Το έργο του ποιητή, κριτικού και δοκιμιογράφου Τ.Σ. Έλιοτ είναι άρρηκτα δεμένο με τις κοινωνικές και πολιτιστικές ανακατατάξεις της περιόδου μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Απογοητευμένος από την εποχή του στράφηκε στο παρελθόν, αντλώντας από τις αξίες και παραδόσεις του. Υποστήριζε ότι η ποίηση δεν απευθύνεται στις μάζες αλλά σε μια πνευματική ελίτ και δημιούργησε τομή στο χώρο της λογοτεχνικής κριτικής αναδεικνύοντας την αυτονομία του κειμένου ως μοναδικού φορέα του νοήματος. Η επίδραση που άσκησε ο Έλιοτ στον Γιώργο Σεφέρη είναι ιδιαίτερη και σημαντική. Ο Έλληνας νομπελίστας εκτός από την Έρημη Χώρα μετέφρασε και το έμμετρο θεατρικό έργο Φονικό Στην Εκκλησία



Η ΕΡΗΜΗ ΧΩΡΑ 

A΄. Η ΤΑΦΗ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ 

Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός, γεννώντας 
Μες απ’ την πεθαμένη γη τις πασχαλιές, σμίγοντας 
Θύμηση κι επιθυμία, ταράζοντας 
Με τη βροχή της άνοιξης ρίζες οκνές. 
Ο χειμώνας μας ζέσταινε, σκεπάζοντας 
Τη γη με το χιόνι της λησμονιάς, θρέφοντας 
Λίγη ζωή μ’ απόξερους βολβούς. 
Το καλοκαίρι μας ξάφνισε καθώς ήρθε πάνω απ’ το Σταρνμπέργκερζε 
Με μια μπόρα· σταματήσαμε στις κολόνες, 
Και προχωρήσαμε στη λιακάδα, ως το Χόφγκαρτεν, 
Κι ήπιαμε καφέ, και κουβεντιάσαμε καμιάν ώρα. 
Bin gar keine Russin, stamm’ aus Litauen, echt deutsch. 
Και σαν ήμασταν παιδιά, μέναμε στου αρχιδούκα, 
Του ξαδέρφου μου, με πήρε με το έλκηθρο, 
Και τρόμαξα. Κι έλεγε, Μαρία,
Μαρία, κρατήσου δυνατά. 
Και πήραμε την κατηφόρα. 
Εκεί νιώθεις ελευθερία, στα βουνά.
 Διαβάζω, σχεδόν όλη νύχτα, και πηγαίνω το χειμώνα στο νότο. 
Ποιες ρίζες απλώνονται γρυπές, ποιοι κλώνοι δυναμώνουν 
Μέσα στα πέτρινα τούτα σαρίδια; Γιε του ανθρώπου, 
Να πεις ή να μαντέψεις, δεν μπορείς, γιατί γνωρίζεις μόνο 
Μια στοίβα σπασμένες εικόνες, όπου χτυπάει ο ήλιος, 
Και δε σου δίνει σκέπη το πεθαμένο δέντρο, κι ο γρύλος ανακούφιση, 
Κι η στεγνή πέτρα ήχο νερού. Μόνο 
Έχει σκιά στον κόκκινο τούτο βράχο, 
(Έλα κάτω απ’ τον ίσκιο του κόκκινου βράχου), 
Και θα σου δείξω κάτι διαφορετικό 
Κι από τον ίσκιο σου το πρωί που δρασκελάει ξοπίσω σου 
Κι από τον ίσκιο σου το βράδυ που ορθώνεται να σ’ ανταμώσει 
Μέσα σε μια φούχτα σκόνη θα σου δείξω το φόβο. 
Frisch weht der Wind 
Der Heimat zu, 
Mein Irisch KindWo weilest du? 
«Μου χάρισες γυάκινθους πρώτη φορά πριν ένα χρόνο· 
Μ’ έλεγαν η γυακίνθινη κοπέλα». 
—Όμως όταν γυρίσαμε απ’ τον κήπο των Γυακίνθων, 
Ήταν αργά, γεμάτη η αγκάλη σου, και τα μαλλιά σου υγρά, δεν μπορούσα 
Να μιλήσω, θολώσανε τα μάτια μου, δεν ήμουν 
Ζωντανός μήτε πεθαμένος, και δεν ήξερα τίποτε, 
Κοιτάζοντας στην καρδιά του φωτός, τη σιωπή. 
Oed’und leer das Meer. 

Η κυρία Σόζοστρις, διάσημη χαρτομάντισσα, 
Ήταν πολύ κρυολογημένη, μολαταύτα 
Λένε πως είναι η πιο σοφή γυναίκα της Ευρώπης, 
Με μια διαβολεμένη τράπουλα. 
Εδώ, είπε, Είν’ το χαρτί σας, ο πνιγμένος Φοίνικας Θαλασσινός, 
(Να, τα μαργαριτάρια, τα μάτια του. Κοιτάχτε!) 
Εδώ ’ναι η Μπελλαντόνα, η Δέσποινα των Βράχων, 
Η δέσποινα των καταστάσεων. 
Εδώ ’ναι ο άνθρωπος με τα τρία μπαστούνια, κι εδώ ο Τροχός, 
Κι εδώ ο μονόφθαλμος έμπορας, και τούτο το χαρτί, 
Τα’ αδειανό, κάτι που σηκώνει στον ώμο, 
Που ’ναι απαγορεμένο να το δω. 
Δε βρίσκω Τον Κρεμασμένο. Να φοβάστε τον πνιγμό. 
Βλέπω πλήθος λαό, να περπατά ένα γύρο. 
Ευκαριστώ. Α δείτε την αγαπητή μου Κυρίαν Ισοψάλτου, 
Πείτε της πως θα φέρνω τ’ ωροσκόπιο μοναχή μου: 
Πρέπει να φυλαγόμαστε πολύ στον καιρό μας. 

Ανύπαρχτη Πολιτεία, 
Μέσα στην καστανή καταχνιά μιας χειμωνιάτικης αυγής, 
Χύνουνταν στο Γιοφύρι της Λόντρας ένα πλήθος, τόσοι πολλοί, 
Δεν το ’χα σκεφτεί πως ο θάνατος είχε ξεκάνει τόσους πολλούς. 
Μικροί και σπάνιοι στεναγμοί αναδινόντουσαν, 
Και κάρφωνε ο καθένας μπρος στα πόδια του τα μάτια. 
Χύνουνταν πέρα στο ύψωμα και κάτω στο Κίνγκ Ουίλλιαμ Στρήτ, 
Εκεί που η Παναγία Γούλνοθ μέτραε τις ώρες 
Με ήχο νεκρό στο στερνό χτύπημα των εννιά. 
Εκεί είδα έναν που γνώριζα, και τον σταμάτησα, φωνάζοντας: «Στέτσον! 
Συ που ήσουνα μαζί μου στις Μύλες με τα καράβια ! 
Κείνο το λείψανο που φύτεψες στον κήπο σου τον άλλο χρόνο, 
Άρχισε να βλασταίνει; Πες μου, θ’ ανθίσει εφέτο; 
Ή μήπως η ξαφνική παγωνιά πείραξε τη βραγιά του; 
Ω κράτα μακριά το Σκυλί τον αγαπάει. τον άνθρωπο, 
Τι με τα νύχια του θα το ξεχώσει πάλι ! Συ ! 
hypocrite lecteur ! – mon semblable, - mon frère ! »  

Διαβάστε όλη την Ερημη Χώρα σε μετάφραση Γιώργου Σεφέρη εδώ:


Τέσσερα κουαρτέτα: «Burnt Norton»


I

Ὁ παρών χρόνος καί ὁ παρελθών χρόνος
εἶναι ἴσως καί ὁ δύο παρόντες στόν μέλλοντα χρόνο,
καί ὁ μέλλων χρόνος περιέχεται στόν παρελθόντα χρόνο.
Ἄν ὅλος ὁ χρόνος εἶναι αἰωνίως παρών
ὅλος ὁ χρόνος δέν μπορεῖ νά πληρωθεῖ.
Ὅ,τι θά μποροῦσε νά συμβεῖ εἶναι μιά ἀφαίρεση
πού παραμένει μιά διαρκής δυνατότητα
μόνο σ’ ἕναν κόσμο ἀπό εἰκασίες.
Ὅ,τι θά μποροῦσε νά συμβεῖ καί ὅ,τι συνέβη
δείχνουν σ’ ἕνα τέλος, πού εἶναι πάντοτε παρόν.
Βήματα ἀντηχοῦν στή μνήμη
στό μονοπάτι πού δέν πήραμε
πρός τήν πόρτα πού ποτέ δέν ἀνοίξαμε
τοῦ κήπου μέ τίς τριανταφυλλιές. Οἱ λέξεις μου ἀντηχοῦν
ἑπομένως, στό μυαλό σου.
Ὅμως γιά ποιό λόγο
νά ταράξει κανείς τή σκόνη στήν κούπα μέ τά ροδόφυλλα
δέν ξέρω.
Ἄλλοι ἀντίλαλοι
κατοικοῦν στόν κῆπο. Θά τούς ἀκολουθήσουμε;
Γρήγορα, εἶπε τό πουλί, βρεῖτε τους, βρεῖτε τους,
ἐδῶ γύρω. Μέσα ἀπό τήν πρώτη πύλη,
στόν πρῶτο μας κόσμο, θ’ ἀκολουθήσουμε
τῆς τσίχλας τήν ἀπάτη; Στόν πρῶτο μας κόσμο.
Βρίσκονταν ἐκεῖ, ἐπιβλητικοί, ἀόρατοι.
Κινοῦνταν ἀβίαστα, πάνω ἀπό τά νεκρά φύλλα,
στή ζέστη τοῦ φθινοπώρου, μέσα ἀπό τόν παλλόμενο ἄνεμο,
καί τό πουλί λάλησε, ἀπαντώντας
στήν ἀνήκουστη μουσική κρυμμένης στούς θάμνους,
καί οἱ ἀθέατες ἀχτίνες τῶν ματιῶν διασταυρώθηκαν, γιατί τά τριαντάφυλλα
εἶχαν τήν ὄψη λουλουδιῶν πού κάποιος τά κοιτάζει.
Βρίσκονταν ἐκεῖ ὡς καλεσμένοι μας, πού τούς δεχόμασταν καί μᾶς δέχονταν.
Ἔτσι κινήσαμε, κι αὐτοί μαζί, μέ τρόπο τελετουργικό,
κατά μῆκος τῆς ἔρημης ἀλέας, στῶν πυξαριῶν τόν κύκλο,
νά δοῦμε τή στραγγισμένη λιμνούλα.
Στεγνή ἡ λιμνούλα, στεγνό τσιμέντο, καφετί στίς ἄκρες,
καί ἡ λιμνούλα γέμισε μέ νερό ἀπό τό φῶς τοῦ ἥλιου,
καί ὁ λωτός ἀναδύθηκε, ἥσυχα, ἥσυχα,
ἡ ἐπιφάνεια ἔλαμψε ἀπό τήν καρδιά τοῦ φωτός,
καί ἐκεῖνοι ἦταν πίσω μας, καθρεφτισμένοι στή λιμνούλα.
Ὕστερα πέρασε ἕνα σύννεφο, κι ἄδειασε ἡ λιμνούλα.
Φύγετε, εἶπε τό πουλί, γιατί οἱ φυλλωσιές ἦταν γεμάτες μέ παιδιά,
μέ ἔξαψη κρυμμένα, τά γέλια συγκρατώντας.
Φύγετε, φύγετε, φύγετε, εἶπε τό πουλί: τό ἀνθρώπινο εἶδος
δέν μπορεῖ ν’ ἀντέξει πολλή πραγματικότητα.
Ὁ παρελθών χρόνος καί ὁ μέλλων χρόνος
ὅ,τι θά μποροῦσε νά εἶχε συμβεῖ καί ὅ,τι συνέβη
δείχνουν σ’ ἕνα τέλος, πού εἶναι πάντοτε παρόν.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΧΑΡΗΣ ΒΛΑΒΙΑΝΟΣ






Φονικό στην εκκλησιά

Το Φονικό στην Εκκλησιά είναι ποιητικό όραμα και γράφτηκε για τις γιορτές του Καντέρμπουρι το 1935. Η υπόθεση του έργου στηρίζεται σε περιστατικά της ιστορίας της Αγγλίας του 12ου αι. Ο Θωμάς Μπέκετ, καγκελάριος του βασιλιά Ερρίκου Β' και έπειτα αρχιεπίσκοπος της Καντερβουρίας (Canterbury) αγωνίστηκε με πάθος για τα δικαιώματα της εκκλησίας, και αυτό τον έφερε σε διαμάχη με το βασιλιά. Ο Θωμάς φεύγει στη Γαλλία. Ύστερα από μια επιφανειακή συμφιλίωση ξαναγυρίζει στην Αγγλία και σε λίγο δολοφονείται από τέσσερις ιππότες μέσα στο μητροπολιτικό ναό. Ο Έλιοτ συνοψίζει ως εξής την υπόθεση του έργου: «Ένας άνθρωπος γυρίζει στην πατρίδα του προβλέποντας ότι θα τον σκοτώσουν και τον σκοτώνουν». Κεντρικό πρόσωπο στο έργο είναι ο Αρχιεπίσκοπος Θωμάς.

Ο Γ. Σεφέρης στην εισαγωγή της μετάφρασής του λέει: «Θα ήταν λάθος να κρίνει κανείς το έργο ιστορικά, με τις επιχειρηματολογίες της σκοπιμότητας... Η πράξη του έργου ξετυλίγεται σε άλλη στάθμη· είναι η μάχη με το αξεχώριστο κακό... Είναι ο αγώνας ενός ανθρώπου με την περηφάνια του. Με τον ίδιο τρόπο θα ήταν επίσης λάθος αν έβλεπε κανείς τον ήρωα του δράματος σαν έναν κομματάρχη του ιερατείου που έστησε πόλεμο με τον οποιοδήποτε φορέα της κοσμικής εξουσίας». Βασικό ρόλο στο έργο παίζει ο χορός που αποτελείται από ταπεινές γυναίκες της Καντερβουρίας, που αντιπροσωπεύουν το λαό, πάνω στον οποίο έχουν τον αντίχτυπό τους τα πάθη των προσώπων. «Ένα κακό», λέει ο Σεφέρης, «δεν είναι ιδιωτική υπόθεση· απλώνεται σ' όλον τον κόσμο — κι όλοι πληρώνουν». Αυτή τη συνείδηση εκφράζει το χορικό που παραθέτουμε.

Η σκηνή τοποθετείται στην Αρχιεπισκοπή της Καντερβουρίας, λίγο πριν φτάσει ο Θωμάς. Ένας μαντατοφόρος έχει αναγγείλει την επιστροφή του από την εξορία και την επιφανειακή συμφιλίωση με το βασιλιά.

ΧΟΡΟΣ
Δεν έχουμε εδώ μένουσα πόλη, δεν είναι εδώ γωνιά
ν' ακουμπήσεις.
Κακός ο αγέρας, κακός ο καιρός, αβέβαιο το κέρδος,
βέβαιος ο κίνδυνος.
Ω αργά αργά αργά, αργοπορεμένος ο καιρός, αργά
πολύ αργά, και σάπιος ο χρόνος·
Ο άνεμος πονηρός, το πέλαγο πικρό, και στάχτη ο ουρανός,
στάχτη στάχτη στάχτη.
Ω Θωμά, γύρισε πίσω, Αρχιεπίσκοπε· γύρισε,
γύρισε στη Γαλλία.
Γύρισε. Γρήγορα. Ήσυχα. Κι άσε μας ήσυχα ν' αφανιστούμε.
Έρχεσαι με γιορτές, έρχεσαι με χαρές, μα έρχεσαι φέρνοντας
θάνατο στην Καντερβουρία:
Μια μοίρα πάνω στο σπίτι, μια μοίρα πάνω σου, μια μοίρα πάνω
στον κόσμο.
Τίποτα δε γυρεύουμε να γίνει.
Εφτά χρόνια ζήσαμε ήσυχα.
Πετύχαμε να μη μας προσέχουν.
Ζώντας και ψευτοζώντας.
Είχαμε τυραννία και χλιδή,
Είχαμε φτώχια και παραλυσία,
Είχαμε ακόμη κάποιες αδικίες
Ωστόσο πηγαίναμε ζώντας,
Ζώντας και ψευτοζώντας.
Κάποτε μας λείπει το σιτάρι,
Κάποτε έχουμε καλή σοδειά.
Τον ένα χρόνο έχουμε βροχές,
Τον άλλο χρόνο αναβροχιά,
Τον ένα χρόνο τα μήλα περισσεύουν,
Τον άλλο χρόνο λείπουν τα δαμάσκηνα.
Ωστόσο πηγαίναμε ζώντας.
 Ζώντας και ψευτοζώντας.
Γιορτάσαμε τις γιορτές, πήγαμε στην εκκλησιά,
Φτιάξαμε μπίρα και μηλίτη,
Μαζέψαμε ξύλα για το χειμώνα,
Κουβεντιάσαμε στη γωνιά του τζακιού,
Κουβεντιάσαμε στη γωνιά του δρόμου,
Κουβεντιάσαμε κι όχι πάντα ψιθυριστά,
Ζώντας και ψευτοζώντας.
Είδαμε γέννες, γάμους και θανάτους,
Είχαμε σκάνδαλα λογής λογής.
Είχαμε φόρους που μας βασανίζαν.
Είχαμε γέλια και κουτσομπολιά,
Εξαφανίστηκαν πολλές κοπέλες
Ανεξήγητα, και κάποιες δεν ήτανε γι' αυτά.
Όλοι μας είχαμε τους προσωπικούς μας τρόμους
Τους ιδιαίτερους ίσκιους μας, τους μυστικούς μας φόβους.
Μα τώρα ένας μεγάλος φόβος έπεσε απάνω μας, φόβος όχι
του ενός μα των πολλών.
Ένας φόβος σαν τη γέννηση και το θάνατο, καθώς βλέπουμε
τη γέννηση και το θάνατο μόνους
Μέσα σ' ένα κενό, ξεχωριστά.
Φοβούμαστε ένα φόβο που δεν μπορούμε να γνωρίσουμε, που
δε μπορούμε ν' αντικρίσουμε που κανείς δεν καταλαβαίνει,
Κι οι καρδιές μας ξεριζώνονται το μυαλό μας ξεφλουδίζεται
σαν τις φλούδες κρεμμυδιού, κι ο εαυτός μας
χαμένος χαμένος
Σ' έναν τελικό φόβο που κανείς δεν καταλαβαίνει. 
Ω Θωμά Αρχιεπίσκοπε.
Ω Θωμά Άρχοντέ μας, άφησέ μας κι άφησέ μας να
μείνουμε μέσα στην ταπεινή την ξεθωριασμένη
κορνίζα της ύπαρξής μας, άφησέ μας μη μας ζητάς
Ν' αντισταθούμε στη μοίρα του σπιτιού, στη μοίρα του
Αρχιεπίσκοπου, στη μοίρα του κόσμου.
Αρχιεπίσκοπε, σίγουρος κι ασφαλισμένος για το
πεπρωμένο σου, άφοβος μέσα στους ίσκιους, τάχα
λογάριασες τι ζητάς, λογάριασες τι σημαίνει
Για το μικρό λαό, τον τραβηγμένο μέσα στο υφάδι του
πεπρωμένου, το μικρό λαό που ζει μέσα σε
μικροπράγματα.
Το τέντωμα του νου του μικρού λαού που αντιστέκεται
στη μοίρα του σπιτιού, στη μοίρα τ' αφέντη του,
στη μοίρα του κόσμου:
Ω Θωμά. Αρχιεπίσκοπε, άφησέ μας, άφησέ μας, άφησε
το Δούβρο, το σκυθρωπό, και κάνε πανιά για τη
Γαλλία. Θωμά Αρχιεπίσκοπέ μας, Αρχιεπίσκοπέ
μας ακόμη και στη Γαλλία. Θωμά Αρχιεπίσκοπε,
σήκωσε τ' άσπρο πανί ανάμεσα στη στάχτη
τ' ουρανού και το πικρό το πέλαγο, άφησέ μας, άφησέ
μας για τη Γαλλία.
μτφρ: Γιώργος 
Σεφέρης



Οι κούφιοι άνθρωποι - απόσπασμα

Είμαστε οι κούφιοι άνθρωποι/ είμαστε οι βαλσαμωμένοι άνθρωποι
σκύβοντας μαζί/ κεφαλοκαύκι άχυρο. Αλίμονο!
Οι στεγνές φωνές μας, όταν/ ψιθυρίζουμε μαζί
είναι ήσυχες και ανόητες/ σαν άνεμος σε ξερό χορτάρι
ή πόδια ποντικών σε σπασμένο γυαλί/
στο ξερό μας κελάρι.

Σχήμα χωρίς μορφή, σκιά χωρίς χρώμα
παραλυμένη δύναμη, χειρονομία χωρίς κίνηση.

Αυτοί που πέρασαν/ με ολόισια μάτια, στου θανάτου το άλλο Βασίλειο
μας θυμούνται-αν καθόλου-όχι ως χαμένες
βίαιες ψυχές, μα μονάχα/ ως κούφιους ανθρώπους
τους βαλσαμωμένους ανθρώπους….

III

«…αυτή είναι η νεκρή χώρα/ αυτή είναι του κάκτου η χώρα
εδώ τα πέτρινα είδωλα/ σηκώνονται, εδώ λαμβάνουν
την ικεσία ενός χεριού νεκρού ανθρώπου
κάτω από το σπίθισμα σβησμένου άστρου…

V

…Mεταξύ ιδέας/ και πραγματικότητας
μεταξύ κίνησης/ και δράσης/ πέφτει η Σκιά

Γιατί δικό σου είναι το βασίλειο
Μεταξύ αντίληψης/ και δημιουργίας
μεταξύ κίνησης/ και απάντησης/ πέφτει η Σκιά
Η ζωή είναι πολύ μακριά
Μεταξύ πόθου/ και σπασμού
μεταξύ δύναμης/και ύπαρξης/
μεταξύ ουσίας/ και πτώσης
πέφτει η Σκιά

Γιατί δικό σου είναι το βασίλειο
γιατί δική σου είναι η ζωή/ γιατί η ζωή είναι δική σου

δική σου/ αυτός είναι ο τρόπος
που ο κόσμος τελειώνει

όχι με ένα πάταγο αλλά με ένα λυγμό».

(Τ. Σ. Έλιοτ, «Οι κούφιοι άνθρωποι», σ. 117, «Άπαντα ποιήματα», μτφ. Αριστοτέλης Νικολαϊδης, εκδόσεις Κέδρος).






Τετάρτη των τεφρών -  (απόσπασμα)

Διότι δεν ελπίζω να γυρίσω πάλι/ Διότι δεν ελπίζω

Διότι δεν ελπίζω να γυρίσω

Του ενός το χάρισμα ζητώντας και του άλλου το σκοπό

Τώρα δε μάχομαι να μάχομαι για τέτοια

(Γιατί ο γερο- αετός ν’ ανοίγει τα φτερά του;)

Γιατί να πενθώ/ Την αφανισμένη δύναμη της κοινής βασιλείας;

Διότι δεν ελπίζω να γνωρίσω πάλι

Την ανάπηρη δόξα της θετικής ώρας/ Διότι δεν νομίζω

Διότι γνωρίζω πως δε θα γνωρίσω

Την μια κι αληθινή πρόσκαιρη δύναμη

Διότι δεν μπορώ να πίνω

Εκεί, που ανθίζουν δέντρα, και πηγές κυλούν, αφού τίποτε

δεν υπάρχει πάλι

Διότι γνωρίζω πως ο χρόνος είναι πάντα χρόνος

Και ο τόπος είναι πάντα και μόνο τόπος

Και ότι είναι τωρινό είναι τωρινό για μόνο μια φορά

Και μόνο για έναν τόπο

Χαίρομαι που τα πράγματα είναι όπως είναι και

Απαρνούμαι την ευλογημένη μορφή/ Κι απαρνούμαι την φωνή

Διότι δεν μπορώ να ελπίζω να γυρίσω πάλι

Χαίρομαι συνεπώς, έχοντας να οικοδομήσω κάτι

Πάνω στο οποίο χαίρομαι

Και προσεύχομαι στο Θεό να ‘χει έλεος επάνω μας

Και προσεύχομαι στο Θεό να μπορώ να λησμονήσω

Τα θέματα που συζητώ τόσο πολύ με τον εαυτό μου

Τόσο πολύ εξηγώ/ Διότι δεν ελπίζω να γυρίσω πάλι

Ας αποκριθούν αυτές οι λέξεις

Για ό,τι έγινε, να μη γίνει πάλι

Μήπως η κρίση δεν είναι τόσο βαριά πάνω μας

Διότι τούτα τα πτερά δεν είναι πια πτερά για να πετούν,

Μα μονάχα ριπίδια να κτυπούν τον αέρα

Τον αέρα που που είναι τώρα ολότελα μικρός και στεγνός

Μικρότερος, στεγνότερος κι από την βούληση

Δίδαξέ μας μέριμνα κι όχι μέριμνα

Δίδαξέ μας να μένουμε ακίνητοι.

Προσεύχου για μας αμαρτωλούς τώρα και στην ώρα του

θανάτου μας/ Προσεύχου για μας τώρα και στην ώρα του θανάτου μας.

…………………………

III. Στο πρώτο γύρισμα της δεύτερης σκάλας/ Γύρισα κι είδα κάτω

Το ίδιο σουλούπι έστριβε το κάγκελο

Κάτω απ’ την άχνα του όζοντος αέρα

Παλεύοντας με το δαιμόνιο των σκαλιών, φορώντας

Την απατηλή μορφή ελπίδας και απελπισίας.

Στο δεύτερο γύρισμα της δεύτερης σκάλας

Τους άφησα χορεύοντας, γυρίζοντας πιο κάτω

Δεν ήταν άλλες πια μορφές και η σκάλα σκοτεινή

Βρεμένη, οδοντωτή σαν στόμα γέρου που σαλιάριζε αδιόρθωτο

Ή με οισοφάγο δοντιασμένο γηραλέου σκυλόψαρου.

Στο πρώτο γύρισμα της τρίτης σκάλας

Ήταν αμπαρωμένο ένα παράθυρο σαν φουσκωμένο σύκο

Και περ’ από την ανθισμένη τρικοκκιά και μια σκηνή βοσκής

Ή ανοικτόπλατη μορφή ντυμένη μπλε και πράσινο

Σαγήνευε τον Μάη με αρχαίο σουραύλι.

Κόμη ανθισμένη είναι γλυκιά, κόμη απ’ το στόμα φυσιγμένη,

Λιλά και κόμη καστανή

Απόσπαση, μουσική του αυλού, σταμάτημα και βήματα

του νου πάνω απ’ την Τρίτη σκάλα,

Σβήνοντας, σβήνοντας, δύναμη πέρα ελπίδας και απελπισιάς

Αναρριχώμενη την τρίτη σκάλα.

Κύριε, δεν είμαι άξιος/ Κύριε, δεν είμαι άξιος

μα πες την λέξη μόνο.

……………………………..

IV. Αν η χαμένη λέξη, αν η ξοδευμένη λέξη είναι χαμένη

Αν η ανήκουστη, ανείπωτη/ Λέξη ανείπωτη, ανήκουστη

Είναι ακόμη η ανείπωτη λέξη, ο Λόγος ανήκουστος

Ο Λόγος χωρίς λέξη, Λόγος εντός/ Του κόσμου για τον κόσμο

Και το φως έλαμψε στο σκοτάδι και

Κατά του Λόγου ο ανήσυχος κόσμος ακίνητος γυρνούσε

Περί το κέντρο του σιωπηλού Λόγου.

Ω λαέ μου, τι εποίησά σε.

Πού θα βρεθεί η λέξη, πού η λέξη

Θ’ αντιλαλήσει; Όχι εδώ, δεν υπάρχει αρκετή σιωπή

Όχι στη θάλασσα και στα νησιά, όχι

Στην ενδοχώρα, στην έρημο ή στα βροχοτόπια,

Γι’ αυτούς που περπατούν στα σκοτεινά

Την ημέρα και τη νύχτα στον χρόνο της νύχτας

Ο σωστός χρόνος κι ο σωστός τόπος δεν ειν’ εδώ

Ούτε τόπος χάρης γι’ αυτούς που αποφεύγουν τη μορφή

Ούτε χρόνος να χαρούν γι’ αυτούς που περπατούν στον θόρυβο

κι αρνούνται την φωνή./ Μήπως η πεπλοφόρος αδελφή προσευχηθεί

Για κείνους που βαδίζουν στο σκοτάδι, που επέλεξάν σε και

σε μάχονται/ Κι εκείνους που σπαράζουν στο καβούκι τους

μεταξύ εποχής, χρόνου και χρόνου, μεταξύ

Ώρας και ώρας, λέξης και λέξης, δύναμης και δύναμης,

εκείνους που προσμένουν

Στο σκοτάδι; Η πεπλοφόρος αδελφή θα προσευχηθεί

Για παιδιά στην πύλη

Που δεν θα παν μακριά κι ούτε θα προσευχηθούν:

Προσεύχου γι’ αυτούς που επέλεξαν και μάχονται

Ω λαέ μου, τι εποίησά σε.

Μήπως η πεπλοφόρος αδελφή στους γλίσχρους

Σμίλακες προσευχηθεί γι’ αυτούς που την προσέβαλαν

Και είναι τρομοκρατημένοι και δεν μπορούνε να παραδοθούν

Και βεβαιούν μπροστά στον κόσμο κι αρνούνται μεταξύ των βράχων

Στην ύστερη έρημο, στους ύστερους γαλάζιους βράχους

Την έρημο στον κήπο, τον κήπο μες στην έρημο

Της στέγνιας, φτύνοντας απ’ το στόμα τον ξερό μηλόσπορο.

Ω λαέ μου…….

(Τ. Σ. Έλιοτ, Άπαντα τα ποιήματα, μτφ. Αριστ. Νικολαϊδης, εκδ. Κέδρος









Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου