Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2016

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΠΑΡΑΓΙΟΥΔΑΚΗ ( Λύκαια Ιερόφιλη) - Απόσπασμα από άτιτλο μυθιστόρημα!



.....Πέρασε η ώρα! Ο Παναής που να φανεί! Σκέπασε το φαγητό του μ΄ένα καθαρό πιάτο, συγυρίστηκε και ξάπλωσε το αδειανό της κρεβάτι. Συχνά πυκνά είχε την αίσθηση πως το σώμα της στεγνώνει. Στέγνωσε πραγματικά. Χάθηκε ότι μπορούσε να της θυμίσει, πως ήταν γυναίκα γόνιμη κι έτσι εγκατέλειψε κάθε ιδέα συντροφικότητας. Αν κι ο καθρέφτης της, συνωμοτώντας με τη ζωή, έδειχνε ένα είδωλο γεμάτο χυμούς και λαγνεία. Μπα! Γιό μεγάλωνε! Τι θα΄λεγε για τη μάνα του; Μ΄αυτές τις σκέψεις να τη ζαλίζουν αποκοιμήθηκε. Κι ονειρεύτηκε το Παναγιώτη της μωρό, να θηλάζει, ένα ζεστό και γλυκό γάλα από τις ροδαλές της ρώγες. Κι ενώ κοίταζε στοργικά το μωρός της, τον είδε παλικάρι, όπως είναι σήμερα, να της δαγκώνει γλυκά τη ρώγα και να αρπάζει επιθετικά το στήθος της. Έπειτα να γλιστράει, από τη στιλπνή κοιλιά της ανάμεσα, στα πόδια της. Κι εκεί στην υγρασία της σπηλιάς της, ένιωσε τη δύναμη της φύσης του, να τη σπρώχνει ρυθμικά. Παράλυσε! Δε κατάλαβε αν ήταν από ηδονή ή από το φόβο για το άνομο που γινόταν. Πετάχτηκε πάνω κάθιδρη! Με μια γλυκιά λιγωμάρα να την αφήνει παράλυτη από τη μέση και κάτω. -Παναϊα μου! Ούριαλξε έντρομη! -Παναϊα μου θα τρελαθώ! -Θα παρανοήσω μάνα μου! Άρχισε να φωνάζει υστερικά. Χτυπιόταν κι έκλαιγε και μαδούσε το μαξιλάρι της. Ξύπνησε και το Φιρφιρή, που άρχισε να φτεροκοπάει ξέφρενα μες το κλουβί και να τσακίζει τα φτερά του, έντρομος πάνω στα σίδερα. -Θα τρελαθώ! Θα κρεπάρω! Φώναζε με τα μαλλιά ξέπλεκα. Οι κόκκινες μπούκλες της μες το στόμα, ένα με δάκρυα και μύξες. Όρμησε τρελή από ενοχή μέσα στο καμπινέ και σχεδόν χωρίς να βγάλει τη νυχτικιά, πήρε το μεταλλικό κύπελλο κι άρχισε να ρίχνει νερό απ΄το λαβομάνο πάνω της. Να ξεπλύνει τ΄όνειρο. Να ξεπλύνει τα ντροπή για τ΄άνομα που ο σατανάς τη κέρασε στον ύπνο. -Ξορκισμένο με τον απήγανο! Άρχισε να επαναλαμβάνει ακατάληπτα! -Ξορκισμένο με τον απήγανο! Ο Βελζεβούλης με παίζει! Κι όρμησε μισόγυμνη ν΄ανάψει το καντήλι και να θυμιατίσει, σε μια ύστατη προσπάθεια να κατευνάσει την ενοχή και τη τρέλα του ονείρου. -Κύριε ελέησον! Κύριε ελέησον!! Μονολογούσε με τρεμάμενα χέρια. -Παναή μου! Παιδί μου! Σπλάχνο μου! -Ποιος σατανάς, με το φύτεψε μες το μυαλό! -Ποιος σατανάς, τη μάνα τη ξεδιάντροπη… -Ποιος σατανάς!! Και γύριζε γύρω απ΄τον εαυτό της μισότρελη. Το κλειδί του Παναγιώτη ακούστηκε στη πόρτα...
Ε.Π.


1 σχόλιο: