Κυριακή, 10 Απριλίου 2016

ΧΑΤΖΗΘΩΜΑ ΖΩΗ " Το καλσόν! "

πηγή φωτογραφίας
Και μετά από το χιόνι, που σκέπασε και πάγωσε τα πάντα, ήρθε η άνοιξη και ξανάσμιξε η Κούλα με τον Μήτσο. Και δεν τους έφτανε πλέον το εικοσιτετράωρο, για να πουν όσα δεν είχαν προλάβει και για να κάνουν όσα είχαν στερηθεί με τον χωρισμό τους. Κάθε δική της φράση τη συμπλήρωνε εκείνος, ενώ τα γέλια τους γέμιζαν τις χαραμάδες, για να μη μπαίνει το αγιάζι. 

Και να ξανά τα ‘γούτσου γούτσου και ζεν σέλω...αχ, μωλέ, το μωλό μου...’ και τα σαλάκια και οι παλιμπαιδισμοί να κυριαρχούν. Και να μη σώνουν ούτε μια πρόταση να τη λένε σαν ενήλικες. Γιατί όσο και να πεις δεν ήταν και στην πρώτη νιότη και οι δύο και έναν γέλωτα τον έβγαζαν όλα αυτά τα ζουζουνίσματα. Όλα είχαν βρει, λοιπόν, τις παλιές τους ισορροπίες, όπως ο καναπές, που έκανε ξανά το βαθούλωμα από το σώμα του, μόνο που τώρα είχε ελαφρώς βαρύνει, ίσως και να ήταν η ιδέα της. Όλα ήταν εντάξει. Ήταν;...
Πόσο της είχαν λείψει οι γραμμωμένοι του κοιλιακοί! Έτσι όπως αυτή τους έβλεπε. Γιατί στην πραγματικότητα, ο Μήτσος είχε μόνο περιττά κιλά και σωσίβια γύρω από τη μέση και το στομάχι και με δυσκολία έβλεπε τα πόδια του, όταν στεκόταν όρθιος. Αλλά η Κούλα εκεί, νόμιζε ότι ήταν ο πιο αθλητικός άντρας στον κόσμο και απορούσε μάλιστα που ακόμη δεν του είχε γίνει πρόταση να διαφημίσει όργανα γυμναστικής! Ναι, τόση στραβωμάρα διέθετε η Κούλα. Ή μήπως είναι έρωτας; Ίσως να είναι το ίδιο.
Για να λέμε όμως και του στραβού το δίκιο... ή της Κούλας το δίκιο, ο Μήτσος είχε μυαλό ξουράφι, τους κοιλιακούς τους είχε στο μυαλό και τον είχε τον τρόπο του με τις γυναίκες, αλλά, όχι και ''εσύ κουρκουμπινάκι μου, είσαι ο πιο τέλειος άντρας, που έχω γνωρίσει!''. Α, ρε Κούλα, τρομάρα σου, λες και είχες τους πολλούς άντρες στη ζωή σου και μου θες και ασφαλή συμπεράσματα! Αλλά πού να πάρει χαμπάρι!
Για κείνη είχαν αλλάξει όλοι οι νόμοι της φυσικής και της χημείας και είχε καταργηθεί η βαρύτητα και πετούσε και έκανε υπερατλαντικά ταξίδια στην αγκαλιά του και στα χέρια του τις νύχτες γινόταν μια σταλιά, ενώ τη μέρα που δεν ήταν μαζί, την έτρωγε στη δουλειά η ζήλια μη τυχόν και κάποια καλοβλέπει τον παιδαρά τον Μήτσο και τον αρπάξει και χαθεί η Βενετιά από βελόνι! 
Όχι, το σχόλιο είναι δικό μου, η δόλια η Κούλα είχε κάψει όλους τους νευροδιαβιβαστές και μια κρύωνε, μια ζεσταινόταν, από τη μια θύμωνε και αμέσως ερχόταν στα ίσια της με ένα μήνυμα του Μήτσου. Γιατί ο Μήτσος ήταν άντρας με τα όλα του, με τα παχάκια του, αλλά και με υφάκι πολλών, πάρα πολλών καρδιναλίων. Ο πασάς της, ο έρωτάς της, η απεραντοσύνη της που την εξαϋλωνε και γινόταν αστρική σκόνη και έλαμπε το σύμπαν! Πάρ'τα να μη στα χρωστάω, Κούλα, που τον τρως δυο κεφάλια ύψος! Εσύ, η γυναικάρα που έπρεπε να τον σέρνεις σαν νικητής μονομάχος στη ρωμαϊκή αρένα και αντί γι’αυτό σε σέρνει ο καραμπουζουκλής ο Μήτσος! 
Αλλά χαλάλι του, εκείνη ήταν ευτυχισμένη μετά από πολύ καιρό και της αρκούσε που γύρισε κοντά της και έκανε πέρα όλα τα θηλυκά του κόσμου για τα μάτια της. Ποια μάτια δηλαδή, τα μυωπικά, αλλά με ό,τι έχουμε πορευόμαστε και τώρα εκείνη πορευόταν στην οδό του ονείρου που της έφτιαξε εκείνος και είχε ανάγκη να κρατηθεί από αυτό. Συμβαίνει όμως κάποτε να ξυπνάμε από όλα τα όνειρα...
Στο δρόμο για τη δουλειά  σήμερα το πρωί τραγουδούσε και η καρδιά της χτυπούσε τόσο δυνατά από ευτυχία για την ευτυχία της, που φοβόταν μη τυχόν και ακουστεί στους περαστικούς και ζηλέψουν την τύχη της. Και πάνω στο χαμογελαστό ''τι έχω κάνει, Θεέ μου, για να αξίζω τόση ευτυχία;''... τα ματάκια της βλέπουν τον Μήτσο σε ένα καφέ να μετρά με τις παλάμες τις γάμπες μιας ξανθιάς... μελαχρινής... κοκκινομάλλας, τι σημασία είχε; Στο μέτρημα τους είδε. 
‘Λες να έφυγε πόντος από το καλσόν της ή να έπαθε κάποιο ατύχημα και ο Μήτσος -άντρας παλιά κοπής καθώς είναι- τη βοηθά; Τα πόδια μου δε σαλεύουν από τη γη, τι έπαθα; Θα πω του Μήτσου μου να βοηθήσει και μένα το βράδυ...όλα τα μπορεί εκείνος!’ 
Αχ, βρε Κούλα, υπάρχουν και οφθαλμίατροι, μάνα μου, αλλά φοβάμαι ότι για την περίπτωση σου τώρα θα χρειαστεί έκτακτη σύγκληση του συμβουλίου του ιατρικού συλλόγου! Ας όψεται η μυωπία, Κούλα μου!
‘Τι φωτιές μου άναψες; Τι μου κάνεις, Μήτσο μου;’ 
Μήτσο, μεταξύ μας τώρα... σιγά το καλσόν!







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου