Παρασκευή 17 Απριλίου 2020

ΜΑΡΙΝΑ ΣΟΛΔΑΤΟΥ "ΠΟΙΗΤΙΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΕΓΚΛΕΙΣΜΟΥ"



Α) ΜΙΑ ΕΞΟΡΙΣΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ


Κάποτε σε μιάν χώρα μακρινή ζούσε ένα πουλί
που δεν μπορούσε να πετάξει.
Η χώρα αυτή, θαρρώ, δεν είχε όνομα ανθρωπινό,
παρά μιάν λαλιά μοναχά.
Το όνομα ήταν τραγούδι και η μουσική η γλώσσα.
Ορχήστρα ήταν τα φτερά!
Κάθε πουλί πετούσε αλλιώς και έδινε άλλον ήχο.

Το εξαιρετικό σε αυτήν την ιστορία δεν είναι το όνομα.
Είναι το ένα το πουλί!
Δύσμοιρο πουλί, να γεννηθείς με τρία φτερά!
Ήρθε μιάν μέρα στο προσκήνιο ο Αρχιμάστορας.
Φορούσε φράκο, παπιγιόν, ημίψηλο στην κεφαλή
και μονόκλ στ' αριστερό του μάτι.

Σωστός Κύριος ο Μαέστρος και Κυβερνήτης
εφάρμοσε τον νόμο και έδιωξε το πουλί απ' την χώρα.
Αυτό το πουλί, το πουλί με τα τρία φτερά,
που ακόμα δεν είχε όνομα.

Έτσι το εξορισμένο, αφού δεν μπορούσε να πετάξει,
ήρθε βαδίζοντας μιάν νυχτιά στο δέντρο μου.
Κάθισε δίπλα μου και μου εξιστόρησε τα βάσανά του.
Εθαύμασα ετούτον τον επισκέπτη
και δεν ετόλμησα να του δώσω όνομα.
Για εμέναν είναι ο φίλος που με έμαθε μουσική
και σεβασμό στο διαφορετικό και στην ελευθερία.

Γέρος τώρα πια,
μου έδωσε την άδεια να σας πω την ιστορία του.
Αν θέλετε να το δείτε, πρώτα πρέπει να ομιλήσετε στην γλώσσα του
και έπειτα να είστε προετοιμασμένοι να εξοριστείτε.
Ή μήπως να ελευθερωθείτε;

Κάποτε σε ένα βουνό ένας άνθρωπος έγινε πουλί εξόριστο
και ένα πουλί έγινε άνθρωπος!

Αν δεν με καταλαβαίνετε, φταίει που δεν ομιλώ, αλλά που κελαηδώ,
φταίει που είμαι μια εξόριστη ιστορία...

Μαρίνα Σολδάτου
















Β) Η ΕΞΟΡΙΣΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΤΥΦΛΩΝ

Ακούσετε την πρώτη εξιστόρηση, όπως μου τα διηγήθηκε ο γέροντας φίλος μου..
Κάποτε, σε παλιούς και δοξασμένους χρόνους,
στο κρατίδιο των τυφλών ζούσε το πουλί με τα τρία τα φτερά
και την οξύτατη όραση,
το πετούμενο το εξόριστο, το εξορισμένο!

Όλα τα πετούμενα που άκουγαν την μουσική απ’ το φτερούγισμά του
δεν ζητούσαν τον ουρανό των ομμάτων του,
καθώς δεν είχαν γνώση της υπάρξεως ετούτου του εξαιρετικού χαρίσματος.

Εκείνο που είχε γίνει αιτία συγκεντρώσεων στο μεγάλο δένδρο
έξω από το τυπογραφείο του Αρχιμάστορα-Κυβερνήτη
ήταν το τρίτο φτερό!
Αυτό που δεν το έβλεπαν, αλλά το άκουγαν!
Αποφάσισαν, λοιπόν, να παρακαλέσουν το εξόριστο πουλί,
να τους πει το μυστικό!
Να τους πει πώς απέκτησε το τρίτο φτερό!
Δεν τους ένοιαζε πώς και γιατί εξορίστηκε, μοναχά, το φτερό ήθελαν!
Το εξορισμένο πουλί, έστειλε από τα ύψη που επέταξε μιάν ματιά
στο μεγαλείο ετούτου του κόσμου, εδάκρυσε και αποφάσισε
πως δεν ανήκει ούτε στην εξορία των τυφλών εξορισμένων!

Έκοψε το τρίτο του φτερό και το ακούμπησε κάτω απ’ το μεγάλο δένδρο.
Ματωμένο και μόνο επρόσμενε να έρθουν τα τυφλά πουλιά!
Μαζεύτηκαν όλα μαζί και άρχισαν τις διαμαρτυρίες:

«Πού είναι το φτερό; Ψάχνω και δεν μου εφύτρωσε ακόμα!»
«Ψεύτης ο καινούργιος εξόριστος, εκτέλεση, εξορία στον εξόριστο!»
Το πουλί τότε τους εφώναξε:
«Το φτερό το έκοψα, σας το χάρισα. Αν φυτρώσει,
θα έχετε και εσείς τρίτο φτερό,
όμως το φως της οράσεως μόνον το φως μπορεί να σας το χαρίσει!»

Κλάματα ακούστηκαν και όλα μαζί εφώναξαν:
«Τί είναι η όραση; Τί είναι το φως;»

«Χαιρετώ σας, εξόριστα πουλιά,
εγώ δεν έχω ανάγκη το τρίτο μου φτερό,
μοναχά το φως έχω ανάγκη
και μιάν εξορία και ένα δένδρο, χωρίς το τυπογραφείο των τυφλών!»

Από τότε το εξόριστο πουλί εξορίστηκε από τους τυφλούς εξόριστους
και ψάχνει νέα εξορία, αυτήν την ελεύθερη.
Μήπως εσείς ξέρετε κάποιαν;
Μαρίνα Σολδάτου











Γ) Η ΕΞΟΡΙΣΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ

Και τότε αποφάσισαν να ανακρίνουν το κατ’ ευφημισμό πετούμενο.
Ο βλοσυρός ανακριτής βάλθηκε με τον βηματισμό του να απειλεί,
τινάζοντας που και που τις φτερούγες του
και επιδεικνύοντας με καμάρι τα πολύχρωμα φτερά του.
Νευριασμένος και ξαναμμένος ο κυβερνήτης
χτύπησε την δεξιάν του στο σύγνεφο-ανακριτικό γραφείο και είπε:

«Τώρα θα ομολογήσεις τις επαφές σου με τους εξορίστους.
Με αυτούς που κατοικούν στο γερμένο τοπίο
αριστερά του τρίτου δρόμου μετά την πινακίδα που γράφει προς εξορίαν».

Η φωνή του ήταν μια παραφωνία χειρότερη
από το παράφωνο και άμουσο κράτος του.
Το καταδικασμένο πουλί έγειρε το κεφάλι
και το τρίτο του φτερό κουνήθηκε
σαν μελλοθάνατος που σιγά-σιγά ξεψυχάει.

«Μίλα, μήπως και γλυτώσεις, πες ονόματα και διευθύνσεις δένδρων.
Η επόμενη μου κίνηση θα είναι να σε πετάξω στο χάος»,
είπε η εξουσία και τότε ακούστηκε το τρομπόνι από το πουλί που κρυφάκουγε.
Η μουσική έφερε το χαμόγελο στο πετούμενο-αιχμάλωτο και απάντησε:

«Όσο χάος και να μου τάξεις λιγότερο θα είναι απ’ αυτό που ζω,
όση απειλή είναι η λέξη, τόση ελευθερία είναι η εξορία».

Ο ανακριτής πέταξε το ημίψηλο, έβγαλε το μονόκλ,
σήκωσε την φτερούγα του και χτύπησε με δύναμη το ανακρινόμενο.
Εκείνο άρχισε να πέφτει και όταν έφτασεν στην γης
έσκασε σε μιάν νιφάδα χιονιού και άρχισε να τραγουδά ευτυχισμένο.

Έτσι και ’γω αγάπησα την λευκότητα του χειμώνα.
Έτσι και ’γω ζω παρέα με τ’ ονειροπούλι του χιονιά.

Ίσως γιατί η εξορία είναι πάντα χιονισμένη,
ίσως γιατί οι εξόριστοι ετούτου του κόσμου
ονειρεύονται καλύτερα όταν κρυώνουν!
Μαρίνα Σολδάτου




Δ) ΕΞΟΡΙΣΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Έτσι τέλειωσε, τραγουδώντας και το δάκρυ του έσταξε στην γης
κι ελευθέρωσε τα φεγγάρια και στην χώρα της εξορίας φύτρωσε η ερημία..
Έτσι φτώχυνε ο κόσμος..
«Χλωμό κι απόψε το φεγγάρι βαστούσε μέσα στα νερά
αιχμάλωτο μικρό βαρκάρη που καρτερούσε τα πανιά.
Το άστρο είχε ανατείλει κι ο πόνος είχε κοιμηθεί,
στ’ ολόχρυσό του το μαντήλι το όνειρο είχε πιαστεί.

Πάντα στο γέρμα μιάς ημέρας μιά ιστορία κατοικεί,
σε μιά σιωπή και σ´ ένα δείλι, σε θλιβερό κατακτητή.
Εξόριστη και εξορισμένη είναι τ’ ανθρώπου η λαλιά
κι ένα φτερό που περιμένει μίαν γλυκιά ανασαιμιά.

Μικρό αγρίμι φοβισμένο, σύγνεφο δίχως ουρανό,
ένα πρωί κατακτημένο απ’ ένα βράδυ μισερό.
Κι όταν ο μάγος το καπέλο θα το πετάξει στον βυθό,
ένας ανίατος Οθέλλος θα αναδυθεί απ’ τον αφρό.

Και θα ’ναι πάλι η ιστορία εξόριστη χωρίς λαλιά
κι η Δεισδαιμόνα θα φιλήσει του Ουρανού την αγκαλιά.
Κι ακόμα ο μικρός βαρκάρης θα καρτερεί μαβιά πανιά,
μίαν λατρεία κι ένα σμάρι από ολόλευκα πουλιά.

Χλωμό κι απόψε το φεγγάρι βαστάει μέσα στα νερά
τον άνθρωπο, την ιστορία και της ημέρας τα πουλιά.
Εξόριστη η βιοπάλη και ο βαρκάρης στα βαθιά
κι ο άγγελος ο κατεργάρης κρατάει χάντρα θαλασσιά.»
Μαρίνα Σολδάτου










Ε) Η ΕΞΟΡΙΣΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΣΚΑΚΙΟΥ


Και καθώς έπεφτε το βράδυ φτωχό
και ντυμένο με τα ξέφτια των καιρών,
είδα την γραία να σέρνεται μαζί με το σύγνεφο της προδοσίας.
Προσπαθούσε να ξεγελάσει το πουλί που θρηνούσε..
Θαρρούσε, πως η όρασή του απαρηγόρητη και θλιμμένη
έχασε το οξυδερκές.
Παρουσιάστηκαν τότε οι αυλοκόλακες,
πουλιά μαύρα που έκροζαν σε διάφορες γλώσσες.
Το ένα ήταν κουτσό και κουρασμένο,
καθώς για να στηρίξει την γηραιά βασίλισσα,
ήρθε από ξένη χώρα.
Η εστεμμένη του πριγκιπάτου των μετρίων ήθελε
να γράψει μιάν εξόριστη ιστορία,
κλέβοντας την ιδέα του εξορισμένου από την εξορία πουλιού.
«Δεν πιστεύω στις αυλές, διόλου.
Η κίνησή ήταν, είναι και θα είναι μιά.
Αυτή της σκακιέρας, όταν απηυδισμένη γυρίζει
και ρίχνει καταγής τα πιόνια της.
Στην εξόριστή μου ιστορία του σκακιού όλα είναι υπό δοκιμήν.
Και εγώ σας το αποκαλύπτω.
Εγώ η κόκκινη σκακιέρα, που σιχαίνεται τους αυλοκόλακες!
Εγώ η εξόριστη κόκκινη σκακιέρα, που πιστεύει σ’ έναν κόσμο,
χωρίς σκάκι!
Μετακινήστε τους πύργους γρήγορα, να περάσει το κουτσό πουλί,
πρέπει να θεραπεύσουμε το πόδι, προτού το πολεμήσουμε»,
είπε κι ο κόσμος κόπηκε στα δυό, στα πέντε, στα άπειρα..
Μαρίνα Σολδάτου





ΣΤ) Η ΕΞΟΡΙΣΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΗΣ ΙΡΙΔΟΣ

Κάποιον καιρό και μοναχά μιά φορά
η Ίριδα, η χρυσόπτερη θεά του λόγου και της δικαιοσύνης,
γέμισε την λήκυθό της με θαλασσινό νερό να το ρίξει
πάνω από τα σύγνεφα να δροσίσει το θλιμμένο πουλί.
Εκείνο ψέλλισε τα λόγια του Μενάνδρου και ρώτησε με αγωνία,
γιατί τάχα ο Δίας εξαφάνισε με κατακλυσμό το διεφθαρμένο γένος των ανθρώπων.
«Για την γνώση», του απάντησε.
Άραγε, το πουλί, μετά από ετούτην την αποκάλυψη έγινε σοφότερο;
Βρήκα την επιστολή του κάτω από το μεγάλο Δένδρο της πλατείας,
πόσο ταπεινώθηκα που είμαι άνθρωπος και όχι πουλί...
Η ΕΠΙΣΤΟΛΗ
«Ἔστι δίκης ὀφθαλμός ὃς τά πανθ' ὁρᾶ.
Πλήρωσα με εξορία την αναρώτησή μου,
απάντηση δεν πήρα για τους ορισμούς,
για τις έννοιες, για το κτίσιμο της ζωής..
Πώς προσμετράται τ’ άδικο στο δίκαιο
και πώς ένα στερητικό άλφα μπορεί
να δημιουργήσει το τέλειο αντίθετό του, την δικαιοσύνη;
Μήπως τάχα όλα δεν είναι απλώς μιά δικαιολογία;
Όπως βλέπεις και η δική μου νόηση
παράγωγο σύνθετο της λέξεως χρησιμοποιεί.
Δίκαιο και λόγος!
Τί δεικνύει, τί αναδεικνύει, τί καταδεικνύει ο άνθρωπος που με εξόρισε;
Τα ρήματα έχουν χάσει τον λόγο που δημιουργήθηκαν
και εμείς όλα αγνοούμε,
όχι, μοναχά την χρήση τους στην ομιλία,
αλλά και στο δραματικό των δηλώσεών μας.
Θαρρώ, πως ξεκινώ ολάκερον αγώνα
για ένα ταξίδι που δεν ξέρω ακόμα,
αν είναι για την καταγγελία, για την αναγγελία,
για την δίκη, για την καταδίκη
ή για το αν χρειάζεται το δίκαιο δικαιοσύνη.
Αύριο το πρωί θα έχω κάποιον δρόμο, τώρα ακόμα τα σύγνεφα
δεν έβρεξαν της Ίριδος την γνώση και το μήνυμά της κρατά κρυφό
ο Μένανδρος, που είδε το κηρύκειο.
Έως αύριο, δείτε, αν βρέξει,
δείτε, αν το δίκαιο εφώναξε την δικαιοσύνη.
Σε ασπάζομαι..»
Πόσο λυπάμαι που είμαι άνθρωπος και όχι πουλί!‬
Μαρίνα Σολδάτου






Ζ) Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΗΣ ΟΜΙΧΛΗΣ ΣΤΗΝ ΕΞΟΡΙΑ

Μια φορά και μια Παρασκευή, που οι άνθρωποι την λένε μεγάλη,
ήρθε ξάφνου ο άνθρωπος της ομίχλης. Μια μορφή αέρινη κι υγρή.
Χωρίς βλέμμα και με φωνή νοτισμένη και βραχνή.
Γύρευε συνοδοιπόρο και τροφή.
Τα δένδρα υποκλίθηκαν και ομοίαζαν σαν να τον ήξεραν από παλιά.

Λουσμένη ανατολή στο διάβα μιάς δημιουργίας
και ενός λαίμαργου κόσμου, που διψούσε για θρύλους.

«Δεν έχω τίποτε άλλο εξόν από ομίχλη», ψιθύρισε.
«Ο θηρευτής κι ο κυνηγός αλάργεψαν.
Έμεινε το κουράγιο στα μάτια ενός ελαφιού
να ταξιδεύει σε μιάν ασθματική ανάσα.
Διψώ, πεινώ κι ορέγομαι. Ματώνω και κρυώνω»,
ομολόγησε και μονολόγησε ο ταξιδευτής.

«Η ομίχλη άρχισε να αιμορραγεί
και ο καιρός αδίστακτος έσβησε το φανάρι.
Στης θάλασσας τα κύματα έγνεψε το φεγγάρι
κι ο άνθρωπος εχάθηκε στο διάβα των ωρών»,
τραγούδησε με παράπονο το εξόριστο πουλί.

Ήρθε ξάφνου ο άνθρωπος της ομίχλης
και ’γω παραμέρισα στο δένδρο να διαβεί.

«Σ’ έναν φτωχό και ομιχλώδη κόσμο το σύμπαν απέσυρε
την προσφορά του και η ελπίδα απέμεινε δυσανάγνωστο τοπίο.
Στην μαρμαρυγή της θλίψης μου ξεψυχώ, ανώτερη η απόγνωση
και ομίχλη ο διαβάτης.

Αν καρτεράτε αίνιγμα, θαρρώ, αιώνια θα μισείτε τον λόγον μου
και τον σκοπό.
Ομιχλώδες το τοπίο και εγώ χαμένο στην αναρώτηση.
Δεν έχω γνώση πια, δεν έχω στην εξορία της εξορίας μου».

Ήταν μια μεγάλη Παρασκευή κι εγώ ένα αποκαμωμένο παράπονο..
Ακόμα δεν έγινα πουλί..
Μαρίνα Σολδάτου

πηγή φωτογραφίας












Η) ΜΙΑ ΥΠΟΨΙΑ ΣΤΗΝ ΕΞΟΡΙΑ

Κάποια στιγμή στον ανύποπτο χρόνο,
στο ανυποψίαστο κάποιας ημέρας εξόριστο καθήκον,
βάλθηκα να μεταφέρω το δάκρυ του εξόριστου.
Και σας εξιστορώ τα πετάγματά του στο Δένδρο της νόησης:
Στις φραγές των ονομάτων ανέβασε μιάν υποψία.
Ήταν η στιγμή της διαπόμπευσης του βηματισμού της ημέρας.

Άγριος καιρός εφώλιασε στις κρύπτες των σύγνεφων,
που κρατούσε η λύπη,
έγνοια μοναδική του επερχόμενου καλοκαιριού.

Κανείς δεν σάλεψε.

Απέμεινε μοναχά το βλέμμα να καραδοκεί μιάν ελπίδα.
Και ο φύλακας των μυστικών διαδρομών εφώναξε:
«Πώς καρτεράτε την ελευθερία, αφού αλυσοδέσατε την αλήθεια;»

Έτσι αποσύρθηκε στο σπήλαιο κι ο τελευταίος
φωτεινός παρατηρητής.
Αποσύρθηκε για να πεθάνει.

Έτσι απέμεινα και πάλι να μαζεύω σύγνεφα,
εξόριστα πουλιά, φτερά πεσμένα, πινακίδες με απαγορεύσεις,
νεκρά πασχαλινά χελιδόνια, ανακοινώσεις για βροχές,
ημίτρελους αρνητές, δειλινά αποσχισμένα απ´ τ´ ουρανού το μετερίζι,
απισχνασμένες σιλιουέτες με φιλήδονα κόκκινα χείλη,
ένα σταυρό κρεμασμένο στ´ ανθρώπου το ακάνθινο μυστήριο
κι ένα νεκρό πουλί, μοναδικό, αυτό με τα τρία φτερά..
Έτσι απέμεινα σε μιαν γη που ποτέ δεν θα βρέξει αλήθεια!
Μαρίνα Σολδάτου



ΕΞΟΡΙΣΤΟΣ ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΣΕ ΘΕΣΗ ΕΝΟΣ ΠΡΟΛΟΓΟΥ,

ΕΞΟΡΙΣΤΟΣ Ο ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΣΕ ΘΕΣΗ ΕΠΙΛΟΓΟΥ

Το εξόριστο πουλί πέθανε; Μήπως ήταν εξαρχής εκτελεσμένο;
Μήπως το σκότωσα εγώ με τόση εξιστόρηση και αναιδή πορεία;
Μήπως είχα την πρόθεση, μα και την ευκαιρία;
Ίσως να ονειρεύομαι ή να παρηγοριέμαι,
ίσως να με βιογραφώ, ίσως ν´ αναρωτιέμαι..
ΠΡΟΤΙΘΕΜΑΙ
Πόσο εξόριστες μπορούν να είναι οι ιστορίες μας;
Πόσο μιά ιστορία μπορεί να εξορίσει έναν άνθρωπο;
Πόσο έχουμε εξορίσει τον άνθρωπο λέγοντας ιστορίες;
Αυτή η εξιστόρηση έχει σκοπό
την ανταλλαγή μηνυμάτων των εξορίστων αυτού του κόσμου!
Το μήνυμα εστάλη.
ΟΜΟΛΟΓΩ
Μιά εξόριστη από την ιστορία, με την ιστορία της,
χωρίς καμιά απολύτως ιστορία
στο ανιστόρητο ετούτου του κελιού,
που, θαρρώ, το λένε γης...
ΠΟΡΕΥΟΜΑΙ
Καρτερώ σας,
με τις ιδιαίτερες ιστορίες σας,
αυτές που κάνουν το πουλί να πετάξει,
να μην είναι πια μιά εξόριστη εξορία!
ΟΜΟΝΟΩ
Και ίσως ετούτο το πουλί να είμαστε
εμείς οι ίδιοι, πρώτα απ' όλα και πρώτοι απ' όλους!
Με σεβασμό πάντα στους ανθρώπους-πουλιά
και στα πουλιά-ανθρώπους!
ΣΥΜΠΕΡΑΙΝΩ
Κάποτε ήταν ένα πουλί που δεν μπορούσε να πετάξει..

Μαρίνα Σολδάτου












Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου