Δευτέρα 20 Απριλίου 2020

Καίσαρ Εμμανουήλ (1902 – 1970)

Ο Καίσαρ Εμμανουήλ (1902 ή 1904–1970) ήταν Έλληνας ποιητής και μεταφραστής.
Γεννήθηκε το 1902 ή το 1904 στην Αθήνα αλλά η καταγωγή του ήταν από την Πάτρα. Δεύτερος ξάδελφος του ήταν ο ποιητής Ζαν Μορεάς. Εγγράφηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών διακόπτοντας τις σπουδές του στο τελευταίο έτος λόγω των στρατιωτικών του υποχρεώσεων. Αποφοίτησε τελικά το 1938 μιας και παράλληλα εργαζόταν σε ασφαλιστική εταιρεία στον Πειραιά, ενώ κατά τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο του 1940 υπηρέτησε ως διερμηνέας ιταλικών. Νωρίτερα είχε ιδρύσει στο Νέο Φάληρο το Ινστιτούτο Κλασικών Σπουδών στο οποίο ο ίδιος δίδασκε την αρχαία ελληνική και την ιταλική γλώσσα. Από το 1937 έως το 1940 υπήρξε ανταποκριτής της ρουμανικής εφημερίδας Le moment όπου έγραφε φιλολογικά άρθρα στα γαλλικά, και στην Κατοχή εργάστηκε στη Δημοτική Βιβλιοθήκη της Αθήνας. Μετά από αυτήν και έως το 1958 εργάστηκε σε δημόσια και ιδιωτικά εκπαιδευτήρια. Αργότερα συνέχισε το εκπαιδευτικό του έργο στην Κύπρο και την Αίγυπτο διδάσκοντας στα εκεί ελληνικά σχολεία. Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα ασχολήθηκε με την ποίηση και τις μεταφράσεις έργων μέχρι το τέλος της ζωής του. Πέθανε από σακχαρώδη διαβήτη στο Δημοτικό Νοσοκομείο Αθηνών στις 24 Απριλίου 1970.

Εργογραφία

Η γνώση της αγγλικής, της γαλλικής και της ιταλικής γλώσσας τον βοήθησε στη μελέτη των καλλιτεχνικών ρευμάτων που κυριαρχούσαν στην Ευρώπη την εποχή εκείνη. Η πρώτη του εμφάνιση στα γράμματα έγινε το 1924 όταν άρχισε να συνεργάζεται με τα περιοδικά Μούσα, Κριτική και Τέχνη, Νέοι Βωμοί, Ελληνική Επιθεώρησις, Νέα Εστία, Λόγος, Κύκλος, Ρυθμός, Μπουκέτο, Οικογένεια, Αναγέννησις, Νέα Επιθεώρησις, Το τρίτο μάτι και Μακεδονικά Γράμματα μεταξύ άλλων. Εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Ο παράφωνος αυλός το 1929, ενώ στη συνέχεια ακολούθησαν τρεις ακόμη συλλογές. Το μεγαλύτερο μέρος των έργων του αποτελούνταν από ποιητικές, πεζογραφικές και θεατρικές μεταφράσεις και διασκευές.

Τα έργα του συγκαταλέγονται στο κίνημα της ελληνικής μεταπολεμικής ποίησης και πιο συγκεκριμένα στους νεότερους ποιητές της Γενιάς του ’20. Τα ποιήματα του διακρίνονται για την άψογη μορφή τους και τον έντονο αισθηματισμό τους.[2] O συγγραφέας Κώστας Στεργιόπουλος διαχωρίζει το έργο του σε δύο περιόδους. Η πρώτη εξ αυτών είχε στοιχεία νεορομαντισμού και κοσμοπολιτισμού, ενώ η δεύτερη είχε επηρεαστεί από από το ρεύμα του συμβολισμού και τα έργα των Γάλλων Σαρλ Μπωντλαίρ, Στεφάν Μαλαρμέ, Πωλ Βαλερύ αλλά και του Έλληνα Απόστολου Μελαχρινού. Στα σημαντικότερα έργα του περιλαμβάνονται τα εξής:

Ποίηση

Ο παράφωνος αυλός, 1929
Δώδεκα σκυθρωπές μάσκες, 1931
Η δυναστεία των χιμαιρών, 1940
Stillae sanguinis, 1951Μεταφράσεις
Έντγκαρ Άλλαν Πόε, Το Κοράκι, 1932
Πωλ Βαλερύ, Ομιλεί ο Νάρκισσος και άλλα ποιήματα, 1933
Στεφάν Μαλαρμέ, Η Ηρωδιάς, 1936
Στεφάν Μαλαρμέ, Το απόγευμα ενός φαύνου, 1938
Στεφάν Μαλαρμέ, Ίγκιτουρ ή η παραφροσύνη του Ελμπενόν, 1949
Αρθούρος Ρεμπώ, Το μεθυσμένο καράβι, 1947

ΠΟΙΗΜΑΤΑ 

i.Δυο Kαρδιές Hλεκτρισμένες σ' ένα Tραίνο…

Το πρωί, μέσα στο τραίνο, όπως τη θέση μου
–την ίδια πάντα- παίρνω απέναντί σας,
τ' ωραίο, λιτό κεφάλι μού προσφέρετε
σα φρούτο σε κρυστάλλινη φρουτιέρα...

Μπροστά σας ένα απλό παιδάκι γίνομαι
που, ορθό σε μια προθήκη φωτισμένη,
νιώθει η καρδιά του απόκρυφα να δένεται
μ' ένα λαμπρό, γαλάζιο παιχνιδάκι...

Χρόνια με το ίδιο τραίνο ταξιδεύουμε,
λικνίζοντας τ' απίθανα όνειρά μας:
στο ερωτικό, τ' αμφίβολο ταξίδι μας,
ω, ας μένουμε κι οι δυο μας πάντα ξένοι!

(από τα Ποιήματα, Eρμής 2001)



ii.[Έκλυτη, ένα γρανίτινον όραμα]
Ε.Τ.

Έκλυτη, ένα γρανίτινον όραμα, είναι πλασμένη
για των αισθήσεων τις μακρές, δεινές επιληψίες.

Όταν την κόμη λύνοντας, μια άναστρη νύκτα απλώνει
στους ουρανούς τους πολικούς βαθύγηρων κατόπτρων,
λάμπει, μαστίγιο πύρινο των ληθαργούντων πόθων,
επίφοβη σα βάραθρο κι ωραία σαν αμαρτία.

Δεν είναι πλάσμα των φθαρτών, κρυστάλλινων ερώτων.
μιας λυρικής παραφοράς η φλόγα η θαλασσιά:

Σφίγγα ορειχάλκινη, είδωλο μιας σκοτεινής μαγείας,
για τις σκληρές προορίζεται των Ασιανών λατρείες,
για τους μοιραίους, υστερικούς φετιχισμούς των Μαύρων.

(από τα Ποιήματα, Eρμής 2001)


iii.Λουδοβίκος Β΄ της Βαυαρίας

Στου ερημικού του πνεύματος τους σκοτεινούς διαδρόμους
άνασσα ωχρή, λυσίκομη, περιδιαβάζει η Τρέλα.

Απ' το ραβδί της τραγικά κρουσμένη η ωχρή του σκέψη,
σ' έρημα εστοίχειωσε νησιά με ρόδα ωραία που χύναν
τον πορφυρό τους λήθαργο στην έρημη ψυχή του.
σε πύργους, διάγλυφα όνειρα, όπου η πικρή του ρέμβη,
χρυσή τολύπη, επύκνωσε κάτω από τ' άστρινα άλση.

Της Βαυαρίας τον άρρωστο ονειρεύομαι ηγεμόνα,
μόνο και ξένο στο «Νησί των ρόδων» κάποια νύχτα.

Σιωπή. Σε τάφους πορφυρούς που έξαλλα ρόδα ανοίγουν
κάτω απ' τα ράμφη τα χαλκά μιας μυστικής σελήνης,
θα ξεφυλλίζει ο βασιλιάς τις σκοτεινές του σκέψεις.

Άθυμος, αυτεξόριστος και χαοτικός θα νιώθει
μια νύχτα ασφάλτινη στυγνά το νου του να κυκλώνει.

Κι ενώ στ' αυτοκρατορικά θα τρέμει δάχτυλά του
γυμνή ενός ρόδου περσικού η ερεθισμένη σάρκα,
η ερωτική, αστροκέντητη της Ελισάβετ μνήμη
γλυκά θ' αυγάζει το θολό κι αβυσσαλέο του πνεύμα,
και τ' όνομά της, μουσικό θρόισμα, θα σβει στο βάθος
της υπνωμένης πολιτείας των εξορίστων ρόδων.

(από τα Ποιήματα, Eρμής 2001)

iv.Νυχτερινή Φαντασίωση

Νύχθ' υπό λυγαίαν
ΑΠΟΛΛ. ΡΟΔ.

Ω! νάτο πάλι αυτό το ισχνό, φασματικό καράβι!
Βουβό, όπως πάντα, στα νεκρά νερά κυλάει απόψε,
ίσκιος θολός που εγέννησε μια νύχτα εβένινη, όταν
πίσσα και θειάφι η Τρικυμία μέσα στα χάη ξερνούσε.

Πέρα απ' τα βάθη ερεβικών ξεκίνησε οριζόντων.
Στην πρύμη του, όπου ορθώνεται, όρνεο πανάρχαιο,
ο Χάρος,
μια μαύρη κι ανεμόδαρτη παντιέρα είναι στημένη
από τα νέφη της Νοτιάς τα θυελλικά υφασμένη.
Οι φύλακες, που εξόριστοι σ' έρημους φάρους ζούνε,
βουβοί το βλέπουν, μες στο δέος των παγωμένων πόλων,
να πλέει, τεράστιο φάντασμα, ενώ ένα φως γαλάζιο
πένθιμα αυγάζει ως σπαραγμένη ελπίδα στον ιστό του.

Το άρμενο αυτό δε λίκνισαν του αρχιπελάγους οι αύρες
κι ούτε οι φαιδροί των αλμπατρός κρωγμοί σ' αυτό
εμηνύσαν
πως κάτω απ' τα σαπφείρινα των παραλλήλων τόξα,
καθώς αργά πέφτει η ζεστή, βαλσαμική αμφιλύκη,

σα μια γυναίκα ερωτική δίνεται αβρά το κύμα
μες στην αγκάλη ειρηνικών κι ευωδιασμένων κόλπων:
πάνω από θάλασσες στυγνές τα μαύρα ιστία του ορθρίζαν,
καθώς πικρές κι ανήμερες μελλοθανάτων σκέψεις.

Μες στους ατμούς της γαλανής κι απατηλής ομίχλης
οι πόλοι αλλάζαν κι έπαιρναν μια νέα τεράτινη όψη:

εκεί ήλιοι ωχροί, στις παναρχαίες τροχιές τους παγωμένοι,
λάμπαν στους άδειους ουρανούς σαν κρύα, φασμάτινα
άνθη.

Είδε νησιά μυστηριακά από σκοτεινό βασάλτη
κάτω απ' την πύρινη βροχή να θάβονται ηφαιστείων,
και μ' ένα βούισμα, σα ν' αχούν σήμαντρα υπόγεια πλήθος,
στ' άναστρα βάθη να κυλούν των ωκεανείων αβύσσων!

Στο πέρασμά του εκήδευε τους αυλωδούς ανέμους:
Αν κάτι εστέναζε πικρά στις αχερούσιες νύχτες,
δεν ήταν ο άνεμος: οι ωχρές ψυχές των ναυαγών του
στην πένθιμη άρπα ολόλυζαν των σκοτεινών ιστών του.

Το άρμενο αυτό δεν άραξε σε ειρηνικό λιμάνι
(η Ειρήνη απάνω του έφευγε σαν τρομαγμένη αλκυόνα!)
Προαιώνιο φάσμα αλητικό, οιωνός στυγνών θανάτων,
αδιάφορο είδε να γερνούν ήλιοι, ουρανοί και πόντοι.

Και πλέει, και πλέει αυτό το ισχνό κι εφιαλτικό καράβι.
Μόνοι του σύντροφοι, ουραγοί πιστοί των ταξιδιών του,
κάτι πουλιά φασματικά το ακολουθάνε πάντα–
μια συνοδεία από φέρετρα μετέωρα δίχως στάση!

(από τα Ποιήματα, Eρμής 2001)


v.Ομιλεί ένας Παρακμασμένος Nέος

Σα μια τοιχογραφία μοιάζω αμνημόνευτη
σ' ενός λατινικού ναού τα βάθη.
Κάποιου φλωρεντινού τεχνίτη θά' τανε,
για τούτο κάποια λάμψη ακόμα μένει...

Κάποιου φλωρεντινού τεχνίτη θά' τανε
που τους ξανθούς εφήβους θ' αγαπούσε.
μιαν ώρα πυρετού θε να σχεδιάστηκε,
για τούτο ηδονική είναι η έκφρασή της.

το πρόσωπο λευκό, γλυκό ως το πρόσωπο
παθητικού ερωμένου με φεγγάρι.
τα μάτια έχουν μια μέθη ως να τα λίγωσε
το άρωμα ενός μπουκέτου από βιολέτες.

Τα χείλη, ατόφια λάκα, ως να μαρτύρησαν
σκληρά απ' τη βία φιλιών ευωδιασμένων.
Η κόμη –θημωνιά σε δύση ολόχρυση–
σαν από χάδια εράσμια ταραγμένη.

Τώρα είναι χρόνια πια που λησμονήθηκε
και πέφτει της το χρώμα λέπια-λέπια,
τα μάτια όμως ακόμα που απομένουνε
δείχνουνε τη χρυσή, σβησμένη ακμή της.

κι εκεί που τα θωρείς, γλυκά κι ασάλευτα,
μέσα στη σιωπηλή εγκατάλειψή τους,
ωραία, για τη μοιραία φθορά τους, άξαφνα,
μαντεύεις μια βροχή μενεξεδένια...

Σα μια τοιχογραφία μοιάζω αμνημόνευτη
σ' ενός λατινικού ναού τα βάθη.
Κάποιου φλωρεντινού τεχνίτη θά' τανε,
για τούτο κάποια λάμψη ακόμα μένει...

(από τα Ποιήματα, Eρμής 2001)


vi.Το Γαλάζιο Kιόσκι

Κοντά στη θάλασσα αγαπώ ένα γαλάζιο κιόσκι.

Γύρω απ' αυτό το ειρηνικό παραθαλάσσιο κιόσκι
τα μεσημέρια στάζουνε κόμπους ζεστό χρυσάφι
δίχτυα απλωμένα αντίστροφα σ' ωριμασμένους ήλιους.

Το δείλι, όταν το σχήμα του βυθίζεται στους ίσκιους,
βρίσκουν εκεί καταφυγή φιλέρημα παιδιά,
που επάνω από τ' αντίφεγγα τα δυσμικά του πόντου
αφήνουν βάρκες χάρτινες να φεύγουν σιωπηλά.

Εκεί το αγιόκλημα άλλοτε με την πολύοσμη κόμη
παλαιών εμύρωνε κυριών την ανθηρή ομιλία,
καθώς στο θάλπος των νυκτών του Αυγούστου η ωχρή σελήνη
στάλαζε φίλτρα ερωτικά από μια ανάερη κρήνη.

Τώρα το κιόσκι το παλιό με την εράσμια φρίζα
θρυμματισμένη απ' τη σκληρή της χειμωνιάς αξίνη,
όταν οσιώνεται το φως το ακόλαστο της μέρας,
περνάει στη νύχτα παίρνοντας το μύρο απ' την αιφνίδια
μελαγχολία των σιωπηλών, φιλέρημων εφήβων,
που με το δείλι χάνουνε τις βάρκες, τις ψυχές τους
επάνω από τ' αντίφεγγα τα δυσμικά του πόντου.

(από τα Ποιήματα, Eρμής 2001)

http://www.snhell.gr/







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου