Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2016

ΓΙΟΛΑ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ - ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ - Απόσπασμα από το μυθιστόρημα "Δεν είναι δυνατόν..."



...Το πρώτο τους φιλί... δεν τελείωσε ποτέ… Ήταν ένα φιλί που είχε μονάχα αρχή: το ηλιόλουστο μεσημέρι... κάποιας παραμυθένιας Πρωταπριλιάς…Το τέλος του ήταν ανύπαρκτο, αφού η επαφή τους εκείνη συνεχίστηκε και θα συνεχιζόταν για μια ολόκληρη ζωή… Εκείνο το πρώτο φιλί δεν διακόπηκε ποτέ, ακόμη κι όταν τα χείλη τους έπαψαν να είναι ενωμένα, ακόμη κι όταν χώρισαν, έπειτα από δεκατρείς μήνες, και πέρασαν χρόνια ολόκληρα χωρίς να συναντιούνται, χωρίς να ακούγονται καν στο τηλέφωνο… Ακόμη και τότε, το πρώτο τους φιλί συνεχιζόταν, αφού δεν είχε μόνον χαραχτεί, από κείνο το πρωταπριλιάτικο μεσημέρι, στα χείλη, στο πρόσωπο, στο λαιμό και στα χέρια τους, αλλά είχε εισχωρήσει βαθιά, μέσα στον πυρήνα τού είναι τους, είχε σημαδέψει καίρια ολόκληρη την ύπαρξη τους κι είχε γίνει το σημείο επαφής των ψυχών τους, η ουσία τής ίδιας της ζωής τους…

Γ. Α. - Π. (Απόσπασμα από το μυθιστόρημα "Δεν είναι δυνατόν...", Εκδόσεις Καρδαμίτσα, Αθήνα 2005). 







ΠΑΡΑΘΥΡΑΣ ΗΛΙΑΣ " Ο μάγος "

πηγή φωτογραφίας 




Στο Θησείο ένας νεαρός έχει μαζέψει γύρο του ένα τσούρμο χαρούμενα παιδιά. Πενία τέχνας κατεργάζεται και είναι αλήθεια στο καπέλο του που είχε εναποθέσει καταμεσής του δρόμου είχε συγκεντρωθεί ένα γενναίο πόσον αφού οι γονείς δύο πράγματα αγαπάνε: να βλέπουνε τα παιδιά τους να γελάνε και να μην τους ενοχλούν όταν συζητάνε απολαμβάνοντας την λιακάδα. Αυτές οι τεράστιες φούσκες ήταν τόσο μαγικές!! λόγω της διάθλασης του φωτός πάνω τους έβλεπες χρωματιστό το πρόσωπο σου όμως στα παιδιά, όπως πρόσεξα τους αρέσει το νέο το φρέσκο το καινούργιο και έτσι λοιπόν διόλου δεν διστάζουν τρέχουν καταπάνω του ειδώλου τους και με χάχανα το καταστρέφουν περιμένοντας να γεννηθεί η επόμενη ίσως και μεγαλύτερη και ωραιότερη φούσκα από τον μάγο έτσι τον προσφωνούσαν τα παιδιά. Ο μάγος κρατούσε δύο ραβδιά όπου από την μία ως την άλλη άκρη τους είχε περάσει ένα γύρο λεπτό σπάγκο. Βουτούσε το σπάγκο στο σαπουνόνερο και άνοιγε τα ραβδιά τόσο ώστε να διαγραφεί ένα μικρό σχοινένιο στόμα. Από κει μέσα με την βοήθεια του αέρα έβγαινε η φούσκα. Κάθησα αρκετή ώρα κοιτώντας και φιλοσοφώντας. Αυτά τα σοφά παιδιά που διασκέδαζαν και γελούσανε με το τίποτα μπορούσαν με άνεση να καταστρέψουν το είδωλό τους και την αιτία της ίδιας τους της χαράς περιμένοντας το ερχομό του ωραιότερου, δεν θέλουν να κρατήσουν την στιγμή θέλουν απλά να την ζήσουν, τους φτάνει ο ήλιος το χρώμα και η μαγεία που βρίσκεται πάντα μέσα στην καλή διάθεση τους για παιχνίδι.





ΓΡΑΜΜΕΝΟΥ ΑΝΝΑ - ΜΑΡΙΑ " Το φιλί "

Ροντέν - Το φιλί 
Κατέβασα την τέντα στο μπαλκόνι αρκετά χαμηλά, ώστε να μην μπορεί να εισβάλει καμιά συμμορία ηλιαχτίδων. Άφησα όμως ένα μικρό κενό, ένα κρυφό μονοπάτι για να σέρνεται ο αέρας και να συνεχίζει την διαδρομή του μέσα στο διαμέρισμα, μετά να βγαίνει ξανά από την πίσω ανοιχτή πόρτα της κουζίνας και να πετάγεται έξω μ’ ανακούφιση. Κοντοστεκόταν όμως για λίγο μπροστά μου και με χάιδευε στο πρόσωπό μου που καιγόταν απ’ την ζέστη και τον πόθο. Αυτό το καλοκαίρι με τιμωρούσε εξορίζοντάς με μακριά από την αγκαλιά κάθε δροσερής παραλίας κι από μίαν άλλη που όταν βρίσκομαι μέσα της χάνω τον χρόνο, την ανάσα και κάθε κτύπο της καρδιάς μου. Έριξα πίσω το κεφάλι μου που βρήκε ανάπαυση στην πλάτη της πολυθρόνας μου.
Ο Οδυσσέας Τσάκαλος ανέλαβε να με παρηγορήσει τραγουδώντας μου: «Φιλί και χάδι μέσα στο σκοτάδι, μέσα στη σιωπή, έπεσε ο αέρας, η θάλασσα είναι λάδι, γύρω μας γιορτή.»
Έπεσε το σκοτάδι σιγά και με βρήκε εκεί όπου μ’ άφησε η μέρα, κρατώντας την εφημερίδα στο χέρι, πότε για να τη διαβάζω και πότε για να με δροσίζει, όταν ο αέρας κοντοστεκόταν για λίγο πάνω στα διψασμένα γεράνια μου. Ξεδίψασα αυτά, το χιώτικο γιασεμί και το μοναχό κορμί μου και σωριάστηκα ξανά δίπλα της.
«Κυριακή 3 Μαΐου 2009, το νέο απόκτημα του Ιδρύματος Ωνάση στην Εθνική Πινακοθήκη».
Ένα από τα ωραιότερα και πιο δημοφιλή γλυπτά του μεγάλου γάλλου γλύπτη Ογκίστ Ροντέν, εκτίθεται εδώ και λίγες ημέρες στην Εθνική Πινακοθήκη...
Ο Οδυσσέας επέμενε να τραγουδά: «Λίγα τα φώτα στο γιαλό, φέγγει μακριά το πλοίο, γέρνει κοιμάται το βουνό, όλα για μας τους δύο.»
Μα ποιους δυο, Οδυσσέα; Είμαι μόνη μου, αλλά πού να το δεις εσύ μέσα απ’ το CD.
Είσαι σίγουρη;
Ανδρική φωνή μέσα στο σπίτι μου! Μα πώς βρέθηκε εδώ και ποιος είναι;
Δεν πρόλαβα να σκεφτώ περισσότερα γιατί ένα κύμα σύρθηκε σα νήπιο φορώντας μια λευκή νυχτικιά κι ανέβηκε με νάζι πάνω στα πόδια μου, πλημμυρίζοντάς με μ’ ένα ρίγος απόλαυσης. Με ξάφνιασε η ανδρική φωνή και το δροσερό κύμα, που τραβήχτηκε απότομα και χάθηκε ξανά μες στο σκοτάδι. Άπλωσα τα χέρια μου ψάχνοντας σαν αόμματη ν’ ανακαλύψω τι υπήρχε τριγύρω μου εκτός απ’ την νύχτα και την άγνωστη φωνή.
«Πού θα μας βγάλει αυτή η νύχτα, τι θα ’ν’ αλήθεια μέχρι το πρωί, καινούργια αγάπη ρίχνει τα δίχτυα, πιάνομαι μέσα, δίπλα μου εσύ.»
Η άμμος ακόμα πιο ζεστή, όσο βαθύτερα έμπηγα τα δάκτυλα μου στο κορμί της. Η σιωπή έγινε ξαφνικά βογγητό ηδονής.
Ποιος είναι εδώ;
Σ! μην φωνάζεις!
Παγωμένη από φόβο, έστειλα την ματιά μου περιπολία σ’ αυτόν τον άγνωστο τόπο κι αυτή έπεσε πάνω σ’ ένα βράχο περικυκλωμένο από φοβισμένα και παγωμένα κύματα. Όσο πλησίαζα το σημείο με συντροφιά την περιέργεια, ολοένα το βογγητό κυρίευε τις δικές μου αισθήσεις. Ώσπου πρόβαλαν τα πλάσματα του βράχου. Δύο κορμιά αγκαλιασμένα να φαίνονται σαν ένα. Ελάχιστα τα ρούχα τους, βρεγμένα και κολλημένα, ένα με τα κορμιά τους, από τον ιδρώτα της μέθης του πόθου τους και της θαλασσινής αύρας. Διέκρινα ένα χέρι στιβαρό, παλάμη άνδρα με δύναμη, να χορεύει πότε αργά, ρυθμικά και πότε βίαια πάνω στους γοφούς της γυναίκας. Χανόταν μετά κάτω απ’ τα μακριά μαύρα, σαν τη νύχτα, μαλλιά της και ξανά πρόβαλαν λαίμαργα για νέα χάδια. Εκείνη είχε αναρριχηθεί στο δικό του κορμί και το γέμιζε με βογγητά και φιλιά διψασμένα για έρωτα. Τα σώματα τους λες και στροβίλιζαν, λαμπιρίζοντας μέσα στο σκοτάδι από τις πρώτες ματιές του Αυγουστιάτικου φεγγαριού.
Όσο τα κορμιά πάλλονταν πάνω στον βράχο έμενα να ψηλαφώ την παρηγοριά στους κόκκους της άμμου. Άρχισα να κάνω περίεργες σκέψεις.
Θέλω να αρπάξω την αγκαλιά του άγνωστου άνδρα. Θα πλησίαζα τον βράχο, θα την έσπρωχνα να χαθεί στον αθέατο Σαρωνικό και θα έπαιρνα τη θέση της.
Δεν πρόλαβα να το κάνω. Χάθηκε αυτή, ξαφνικά, σα να εξατμίστηκε μέσα στην νύχτα. Δεν έχασα χρόνο. Σηκώθηκα και όρμησα στην αγκαλιά του. Δεν αντιστάθηκε. Με κράτησε με δύναμη και άρχισε να ταξιδεύει τα δυο του χέρια στο παραδομένο μου κορμί. Η ανάσα μου κοβόταν απότομα σε κάθε φιλί του, σε κάθε δυνατό κράτημα και χάδι του. Ένιωθα τα δάκτυλα του να μπήγονται με δύναμη στο σώμα μου που δεχόταν τον πόνο σαν ανακούφιση. Μιλούσε σιγά, απαλά. Άκουγα λέξεις ερωτικές, πανέμορφες, δεμένες η μια με την άλλη, με αμέτρητο πόθο και πάθος για μένα.
Φραντζέσκα, amore mio....
Δεν αρνήθηκα το όνομα που μου έδωσε μην τυχόν και καταλάβει πως δεν ήμουν εγώ η Φραντζέσκα του, μην τον ξυπνήσω από την πλάνη. Είχα κλέψει την αγκαλιά του και τώρα το όνομα της και ίσως την αγάπη του.
«Στα λόγια σου δεμένο, κρυφά παραδομένο, μας βρίσκει η αυγή, πίσω δε γυρίζω, μαζί σου εγώ θα ζήσω, γλυκιά που είν’ η ζωή. Πού θα μας βγάλει αυτή η νύχτα, τι θα ’ν’ αλήθεια μέχρι το πρωί, καινούργια αγάπη ρίχνει τα δίχτυα, πιάνομαι μέσα, δίπλα μου εσύ.»
Πρώτη φορά αρνιόμουν το ξημέρωμα στην ζωή μου και ήθελα η νύχτα να είναι αιώνια. Πρώτη φορά ένιωσα πως αν επέστρεφε ξαφνικά η Φραντζέσκα του, θα έκανα έγκλημα. Η αγκαλιά αυτή ήταν τώρα δική μου και θα την κρατούσα με κάθε τρόπο.
Με τα δάκτυλα μου, απορημένα για την ευδαιμονία τους, άγγιζα τα χείλη που γεννούσαν διαμαντένιες λέξεις και βελούδινες ανάσες και με τα δικά μου χείλη γευόμουν την αλμύρα από το στήθος του που αγκάλιαζε το δικό μου. Κάθε φιλί του είχε ένα άρωμα γιασεμιού, μεθυστικό σαν την ανάσα του.
Πρέπει να φύγεις τώρα, ακούστηκε ξανά η άγνωστη φωνή. Ο Πάολο, ανήκει στη Φραντζέσκα και οι δυο στον Άδη.
Ώστε τον έλεγαν Πάολο. Θέλησα ν’ απαντήσω στον άγνωστο και να του πω πως δεν τον αφορά η ζωή μου, να μας αφήσει ήσυχους, πως οι στιγμές αυτές είναι δικές μου και δεν τις παραχωρώ σε κανέναν.
Ο Άδης δεν έχει καμιά δουλειά εδώ, του απάντησα, εδώ ζούμε την νύχτα του αιώνιου Έρωτα και...
Δεν πρόλαβα να τελειώσω την διαμαρτυρία μου όταν μια παρέα από αφρισμένα κύματα μπήκαν ανάμεσα μας. Τον περικύκλωσαν αφήνοντας με έξω απ’ τον χορό τους. Τον τράβηξαν μέσα τους και τον έχασα.
Ένα άλλο χάδι, από δροσερό αέρα μ’ αγκάλιασε για παρηγοριά κι έκανε την τέντα μου να χορεύει πάνω απ’ το κεφάλι μου. Ένιωθα το νερό που δραπέτευε από τα γεράνια και το γιασεμί να γαργαλά τις πατούσες μου. Στα χέρια μου αγωνιούσε να την αποτελειώσω, η σελίδα με το άρθρο...
«...Ένας νέος άνδρας και μια νεαρή γυναίκα στο άνθος της ηλικίας τους, γυμνοί, καθισμένοι πάνω σε έναν βράχο, αγκαλιάζονται, ενώνουν τα σώματά τους και ανταλλάσσουν έναν τρυφερό ασπασμό που μοιάζει να τους συντήκει σε μιαν αδιαίρετη ενότητα...»
«Το σπουδαιότερο, γράφει ο Ροντέν στην διαθήκη που απευθύνει προς τους νέους καλλιτέχνες, είναι να συγκινείσαι, ν’ αγαπάς, να ελπίζεις, να πάλλεσαι, να ζεις...»

http://www.dimiourgikigrafionline.com/

Η φωτογραφία από εδώ 




Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2016

ΜΑΡΙΟΝ ΜΙΝΤΣΗ " ΞΕΝΟΙ ΣΤΟ ΙΔΙΟ ΣΠΙΤΙ "

Art-  Ljubomir Ivankovic




Άκου ψυχή μου. Με το να κάνουμε κύκλους γύρω από το πρόβλημα, από φόβο μήπως βρεθούμε ολόγυμνοι στο θέμα που μας καίει, ,το μόνο που κερδίζουμε, είναι να διατηρούμε στην εντατική, τη νοσηρή μας σχέση.

Δεν το βλέπεις; Ο νάρθηκας τυλιγμένος στο φιλί, η έλξη... αφασία κι η φλόγα του έρωτα, στης φαντασίωσης τα δεκανίκια. Είναι ζωή αυτή;

Μα τι σημασία έχει αν μας πρόδωσε η αγάπη, ή αν την πληγώσαμε αβασάνιστα εμείς! Σημασία έχει, ότι του ρίγους η λαχτάρα, ούτε με οξυγόνο δεν αναριγεί. Το μόνο που αγκομαχεί, είναι η ύπουλη συνήθεια που έδεσε κόμπο στη θηλιά που μας κρατάει, στου τετέλεσται την ασφυκτική ανάσα.

Ξέρεις, η πραγματική πολυτέλεια σε μία σχέση, βρίσκεται εκεί όπου και οι διαφωνίες ακόμα, σε οδηγούν σε μια αγκαλιά ποιοτική.
Όχι, δεν χάθηκε η ποιότητα, χάθηκαν όμως οι διαφωνίες που πυροδοτούν την ερωτική έκρηξη.
Κι αν δεν μπορείς να κακιώσεις με το ταίρι σου, πώς θα το αγαπήσεις;
Αν δεν μπορείς να το ‘’μισήσεις έστω και για λίγο, πώς θα το ερωτευτείς πάλι απ΄την αρχή;’’
Ενώ σε μας, ο δεσμός μας φοράει τη μάσκα της υποκρισίας. Αυτή η υποτονική γαλήνη έφερε το τέλμα.
Να, κοίτα. Συνεχώς χασμουριόμαστε τον ύπνο της ανίας.

Γι΄αυτό σου λέω. Από το να συναντιόμαστε στο σπίτι σαν δυο ξένοι, συγκάτοικοι στης ορφάνιας την πλήξη, ας κρατήσουμε στη σκέψη την ακριβή μας απουσία, παρά την ανούσια και νεκρωμένη παρουσία.

Αν ήξερες πόσο σε τιμάει αυτό που είπες!
Πράγματι. Καμωνόμαστε τους ευτυχείς, υπακούοντας σ΄αυτήν την απάνθρωπη συμφωνία των μοντέρνων ζευγαριών, που δείχνουν αδιαφορία,
Τάχα από διακριτικότητα, 
που δείχνουν στις απιστίες ανοχή, 
Τάχα από ανωτερότητα,
που δεν ζηλεύουν, για να μην δείξουν, ότι είναι λαϊκοί!
Κι εν ονόματι όλων αυτών των ‘’τάχα’’, να υποκρίνονται πως αγαπιούνται ακόμα.

Έτσι είναι καλέ μου! Όταν στον έρωτα παύει να υπάρχει, η αγωνία, η αβεβαιότητα, η ζήλεια, η λαχτάρα, τότε η μαγεία, ψάχνει αλλού να γιατρευτεί. 

Μα και βέβαια το θυμάμαι! Κάποτε, αγαπηθήκαμε πολύ! Στο ‘’κάποτε’’ όμως, υπάρχουμε τώρα εμείς;
Όχι, αυτό έγινε γλυκόπικρη ανάμνηση στης λήθης την αναισθησία! . Κι ευτυχώς. Μαζί στην έναρξη, μαζί και στο φινάλε. 

Για σκέψου, ο ένας να θρηνεί, ‘’μη φύγεις σ΄αγαπάω’’
κι ο άλλος... ‘’κι εγώ σ΄αγάπησα κάποτε πολύ!’’.
Αυτόν τον μαζοχιστικό μας σπαραγμό, αν τον διαιωνίσουμε, θα είναι σε βάρος της ψυχικής υγείας.

Ναι, νομίζω ήρθε η ώρα να πούμε αντίο στο όνειρο, που κρυφά αιμορραγεί.

Όμως, υπάρχουν νίκες ηττημένες και πίκρες νικηφόρες, που οδηγούν στο καινούργιο πεπρωμένο!

‘Όπως ακριβώς το λες! Όταν στον έρωτα δεν ανθίζει η χαρά, μήτε το ξερίζωμα θα φέρει θλίψη.

Έλα, δώσε μου το χέρι σου κι ας υποκλιθούμε στη σύνεσή μας, που μας χάρισε, όχι μόνο μια ωραία σχέση, αλλά και τo τακτ σ΄αυτόν τον χωρισμό!

Και άκου! Το εν ονόματι του όσων ζήσαμε, 
να έχεις πάντοτε στο νου.
Αυτός ο όρκος στις γιορτές μας, να λέμε 
‘’Χρόνια σου πολλά’’,
θα θυμίζει στην Aσυμφωνία, τη δική μας Αρχοντιά !!!


ΑΠΟ ΤΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΣΑΛΟΝΙ ΤΗΣ  ΜΑΡΙΟΝ ΜΙΝΤΣΗ 













ΣΟΦΙΑ ΣΚΟΥΛΙΚΑ –ΒΕΛΛΟΥ " Θα γίνω Ρίτσος και βάλε "


{Θα γίνω Ρίτσος και βάλε} αυτό είπε ο ανόητος , κάτι στίχους έψαχνε στα όνειρα του τα βλακώδη , λίγη χαρά να νοιώσει . Δεν ήταν ούτε καν ιππότης απάντηση να δώσει .. Είναι της τέχνης δυστυχία , ψεύτικος είναι γιαλαντζί, τι να του πει κανείς , σε αγωνιώδεις λέξεις , πνίγηκε ο δυστυχής ... Κανένα δεν συμφέρει στίχους ξενους να κλέβει. κι όποιος μορφασμούς κάνει , ας πνιγεί σε ποίησης βάθη. Οι στίχοι του ας γίνουν στάχτη, φόβος να τον πιάσει . Με σκληρό τρόπο να μάθει ότι κλεμμένοι στίχοι , δεν θα έχουν τύχη, στον χρόνο ψεύτης , ποτέ δεν έχει κρατήσει . Ξεχασμένοι θα μείνουν, οι δικοί του στίχοι ..., Τον μέγα Ρίτσο σε δέκα του ζωές , όσο και να προσπαθήσει , ότι και να κάνει, δεν τον φτάνει , μην θε να μας τρελάνει ... ΣΟΦΙΑ ΣΚΟΥΛΙΚΑ –ΒΕΛΛΟΥ






ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΕΛΛΗΣ " ΡΩΓΜΕΣ " Ποιητική Συλλογή

"ΡΩΓΜΕΣ" από τον Ηπειρώτη ποιητή Γιάννη Βέλλη και τις εκδόσεις "ΑΡΙΣΤΑΡΕΤΗ"



"Ρωγμές, σ' ό,τι κοιτάζεις, αστάθεια ο χρόνος, οι συγκινήσεις, τρωτοί γίναμε στις ανάγκες μας και πληγωνόμαστε, καθημερινός ο διάλογος της απουσίας/ φθαρτές οι εικόνες που κρατήσαμε, οι συγγένειες, οι αγάπες, μίκρυναν οι ανοχές, διχάστηκαν οι σκέψεις μας, μαζευτήκανε/ θέλεις να πετάξεις ψηλά και στο απαγορεύουν οι τρόποι σου, όλα φτιαγμένα για τον καθωσπρεπισμό μας, ηλίθιες όλες οι αντιδράσεις όταν δεν καθοδηγούνται, έτσι μας έμαθαν/ θα βγω στην πόρτα, φωνάζοντας σαν να καταστράφηκε ο κόσμος, αν και αλήθεια είναι, το κράτησα μυστικό για να μη πληγώνεστε/ θα πετάξω όσα στα χρόνια μάζεψα, καίγοντας μέχρι το τελευταίο όνειρο, για να ζεσταθώ, μόνο γι' αυτό/ λένε η ελευθερία αποκτάται όταν δεν έχεις τίποτα να χάσεις και η επικινδυνότητα θα συμπλήρωνα, να προσέχετε." Γιάννης Βέλλης

Μια ξεχωριστή έκδοση έρχεται τις επόμενες ημέρες, από τις εκδόσεις "ΑΡΙΣΤΑΡΕΤΗ". Η ποίηση του Ηπειρώτη ποιητή Γιάννη Βέλλη, φιλοξενείται σε ένα βιβλίο που δεν θα πρέπει να λείψει από καμία βιβλιοθήκη. Ο Γιάννης Βέλλης είναι γνωστός στην Ελλάδα, την Κύπρο αλλά και την Ομογένεια για τον τρόπο γραφής του, την στάση του απέναντι στα κοινωνικά προβλήματα της εποχής μας, την αγάπη του για την Ήπειρο, την ευαισθησία του στην αγάπη, τον έρωτα, τις ανθρώπινες σχέσεις. Πράγματα και καταστάσεις που μεταφέρονται μέσα από ένα πλούσιο άνοιγμα συναισθημάτων στον αναγνώστη.
Όσοι ενδιαφέρεστε να παραγγείλετε το βιβλίο μπορείτε να επικοινωνήσετε με τις εκδόσεις "ΑΡΙΣΤΑΡΕΤΗ": http://aristareti-ekdoseis.com



ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ - Ιωάννης Β. Βέλλης




Γεννήθηκε στην Ήπειρο το 1967. Ηπειρώτης στην καταγωγή και από τους δύο γονείς (Οικογένειες Βέλλη και Πασχάλη). Από το 1982 ζει στον Περισσό και εργάζεται στη Νέα Ιωνία Αττικής. Δημοσιογράφος, φωτογράφος, συγγραφέας, ποιητής. Τακτικό μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών. Δραστηριοποιείται στο χώρο της πολιτικής, της τοπικής αυτοδιοίκησης, του πολιτισμού. Με κοινωνικούς αγώνες από το 1988 μέχρι σήμερα. Μέλος αντιρατσιστικών οργανώσεων και εθελοντικών ομάδων κοινωνικού χαρακτήρα. Πρόεδρος, Αντιπρόεδρος, Γενικός Γραμματέας, Ειδικός Γραμματέας, Σύνδεσμος & μέλος Διοικητικών Συμβουλίων πολλών πανελλαδικών και τοπικών  Συλλόγων 

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΣΥΛΛΟΓΗΣ 

i) "Πάλι σε σκέφτομαι, όσο η λεμονιά αγκαλιάζει τους τοίχους και χαμογελά αισιόδοξα στον ήλιο/ να σβήνεις το τελευταίο σου τσιγάρο, χαράζοντας με μια κοφτή ματιά την καρδιά μου/ μετά να χάνεσαι με το ποδήλατο όπως ήρθες, γλυκιά και φωτεινή, στα αδιέξοδα του κόσμου/ αφήνοντας στον άνεμο μια φωνή χαδιάρικη να σβήνει τις σκιές, μαζί κι ένα μήνυμα/ οι ποιητές, οι γραφιάδες χαμένοι είναι, όταν πνίγονται σε συναισθήματα". Γιάννης Βέλλης
 
 ΣΑΓΙΑΔΑ ΘΕΣΠΡΩΤΙΑΣ Φωτο: Γιάννης Βέλλης



ii) "Θα έρθεις, τελικά; να ανοίξω τον κήπο, να φέρω την άνοιξη, τον γαλάζιο ουρανό, ότι πάντα σου άρεσε περισσότερο, το χαμόγελο/ μαζί τη θάλασσα, αυτή που επιμένει να γίνεται ένα, με τα μάτια σου και το φως, το αλλιώτικο, να απλώνεται τρέχοντας, κυνηγώντας, μέχρι το τελευταίο ασήμαντο σύννεφο στον ορίζοντα." Γιάννης Βέλλης

 
ΣΑΓΙΑΔΑ ΘΕΣΠΡΩΤΙΑΣ Φωτο: Γιάννης Βέλλης

iii) "Τρίτη σήμερα, όπως πάντα το ίδιο πρόγραμμα, βλέπεις θυμάμαι πάντα το προγραμμά σου, τις ώρες σου/ τίποτα δεν άλλαξε, ούτε η βόλτα με το ποδήλατο, ούτε η θάλασσα, ούτε το χαμόγελό σου, όλα εκεί είναι/ σε μια σκέψη μου, που τρεμοσβήνει στον πρώτο άνεμο, όσο η υγρασία απλώνεται, ο ήλιος παγιδευμένος σιωπεί και η πόλη στέκεται στα πόδια της/ να περάσει κι αυτή η μέρα, με ό,τι φέρει κι ό,τι αφήσει στη διάβα της."  Γιάννης Βέλλης

 
ΚΕΡΑΜΙΤΣΑ ΘΕΣΠΡΩΤΙΑΣ Φωτο: Γιάννης Βέλλης

iv) "Θα σε ζωγραφίσω απόψε, όπως σε θυμάμαι, κάτι από το χαμογελό σου θα κρατήσει έντονο το χρώμα, κάτι από τη θλίψη σου θα γκριζάρει τα άκρα/ ότι κρατούσαμε μαζί, θα το περάσω ως χάραγμα για την αγάπη, αυτή θα δέσει όλο το κάδρο, θα φέρει τη ζωντάνια πάνω του, σε μια ματιά/ δεν ξέρω, αν προσθέτοντας πράγματα στη νωπή επιφάνεια, χάσω ότι μέσα μου κρατώ φυλαγμένα, αλλά είμαι έτοιμος." Γιάννης Βέλλης

ΦΙΛΙΑΤΕΣ ΘΕΣΠΡΩΤΙΑΣ Φωτο: Γιάννης Βέλλης

·  v)  "Εκείνο το απόγευμα δεν τέλειωσε ποτέ, σαν σήμερα ελαφρώς γκρίζο, ελαφρώς γαλάζιο, μακιγιαρισμένο ανάλογα της περίστασης/ αναμονή, όσο επιτρέπαν οι συγκυρίες, αναζήτηση, εικόνας διαφορετικής στην τόση μούχλα, με κρύο, περίεργο να ψάχνει να δει τα εσώψυχά σου/ δρόμοι γύρω γεμάτοι προβλήματα, παράθυρα καλά σφραγισμένα απ' τους περαστικούς, πολιτισμός στο ανέφικτο, καταστήματα γεμάτα πωλήτριες, ερωτήματα όσα κι οι άνθρωποι, διασκέδαση μπερδεμένη στα τόσα ψέματα/ κρατώντας τα βιβλία σου, με τόσες ιστορίες ενδιαφέρουσες μα αδιάβαστες, όπως κι η δική σου που τώρα ξεδιπλώνεις, να περιμένουν, άφησες την αγάπη σου μαζί της πληγωμένη, ξεχάστηκες/ όμως είναι ο χρόνος απάτη κι η επιστροφή αναγκαία, σ' ένα μισοσκότεινο δωμάτιο, κρατώντας μια ιδέα φθινόπωρο να σε παρασέρνει, μεθώντας από σκέψεις/ όσες μπόρεσες να κλέψεις, για να τις δώσεις πίσω, σε λίγες λέξεις, μικρές εικόνες χαμένες που ξαναζωντανεύουν και στέκονται σ'ενα ποίημα". Γιάννης Βέλλης                             
John Vellis



Η παρουσίαση του βιβλίου θα γίνει 

την Τρίτη 19 Απριλίου στις 8:30 μ.μ.
στο " Αθηναίων Πολιτεία"
Ακάμαντος 1 και Απ/Παύλου 33, 
11851 Αθήνα
Περισσότερες λεπτομέρειες :

Αφιέρωμα στον Νίκο Μπελογιάννη (22 Δεκεμβρίου 1915 - 30 Μαρτίου 1952)


"Σκέφτομαι πως αυτά τα τρία συστατικά πρέπει νά 'χει η ζωή: το μεγάλο, το ωραίο και το συγκλονιστικό.

Το μεγάλο είναι να βρίσκεσαι μέσα στην πάλη για μια καλύτερη ζωή. Όποιος δεν το κάνει αυτό, σέρνεται πίσω απ' τη ζωή. 
Το ωραίο είναι κάθε τι που στολίζει τη ζωή. Η μουσική, τα λουλούδια, η ποίηση. 
Το συγκλονιστικό είναι η αγάπη...." 
Νίκος Μπελογιάννης



Κώστας Βάρναλης " Στους Μπελογιάννηδες "

Χαραυγή κατεπάνω του θανάτου
βάδιζεν η καρδιά σου, Παλικάρι,
λες κι ήταν άλλος: άγουρος που ορθρίζει
ν’ ανταμώσει κρυφά την πρώτη αγάπη.

Σε κάθε βήμα ψήλωνε η κορφή σου,
το ηλιοστεφάνι τ’ ουρανού να φτάσει.
Κι αν χάραζε για σένα αιώνια Νύχτα,
η προδοσιά χορεύοντας σε φτυούσε.

Με χέρι’ αλυσωμένα, που αγαπούσαν
να κρατάνε για τον οχτρό ντουφέκι
και γαρούφαλο για το μαύρο Νόμο,
σε βάλανε σημάδ’ οι πλερωμένοι,

οι αρματολόγοι το χεροδεμένο,
τον Έναν οι πολλοί, τον άντρα οι φούστες,
οι τρίδουλοι το λεύτερο κι η λάσπη
τον πρωτανθό της Αρετής, Εσένα!

Δεν έχεις τάφο, αλλ’ όπου ηλιοβολιέται
γαρούφαλο στητό κι όπου βροντάει
καριοφίλι της λευτεριάς, ολόρθον
η Μούσα σε φιλεί κι ο Μακρυγιάννης.

Δεν έχεις κι όνομα. Οι μαύροι το μαυρίσαν.
Μα το λένε στη ρεματιά τ’ αηδόνια,
οι ανέμοι στα πλατάνια και στα ελάτια
και τα νερά σε θάλασσα και βρύσες.

Μην κλαίτε, μάνες μαυρομαντηλούσες
και συ, Μεγάλη Μάνα των μανάδων!
Όπου να ’ναι, θα τον νεκραναστήσει
μέγας λαός κι αυτός αναστημένος. 


Π.Πικάσο: ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο
 Αντρέ Μπονάρ: ποίημα για τον Μπελογιάννη

Μητέρα μας Ελλάδα,
κοίτα λοιπόν σε τι σ’ έχουν μεταβάλει,
σε χώρα που οι δήμιοι βασιλεύουν,
σε Γη της Επαγγελίας των δολοφόνων,
εσένα, πηγή της ελευθερίας των λαών,
Εσένα των επαναστάσεων τροφό, ενάντια στους τυρράνους,
Εσένα γη της αντίστασης πάππου προς πάππου
Τώρα χτυπιέσαι μ’ αλυσσωμένα χέρια.


 Ο ελβετός καθηγητής ελληνικής γλώσσας και λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο της Λωζάνης και μέλος του Παγκοσμίου Συμβουλίου Ειρήνης, Αντρέ Μπονάρ  έγραψε ποίημα για τον Μπελογιάννη. Ο Μπονάρ, που είχε ήδη δραστηριοποιηθεί με την ελβετική επιτροπή βοήθειας στη Δημοκρατική Ελλάδα σε καμπάνια ενάντια στη Μακρόνησο, κινητοποιήθηκε και για την τύχη του Μπελογιάννη και μετά την εκτέλεσή του συνέθεσε το παραπάνω ποίημα.



 Αλέξης Πάρνης «Νίκος Μπελογιάννης»

Ο Αλέξης Πάρνης (κατά κόσμον Σωτήρης Λεωνιδάκης) τιμήθηκε το 1955 με το Βραβείο Παγκόσμιας Ποίησης της Νεολαίας, (κριτική επιτροπή: Ναζίμ Χικμέτ, Λουί Αραγκόν, Πάμπλο Πικάσο, Νικόλα Γκιγιέν) για το επικό ποίημα «Νίκος Μπελογιάννης»:

Κι αν ευτυχία είναι να μπεις μες στην Αμαλιάδα
σαν γιος και λυτρωτής: («Εμπρός ΕΛΑΣ για την Ελλάδα»!)
φέρνοντας με τη Λευτεριά και μια παγκόσμια ελπίδα,
τότε θα πω: κατάματα την ευτυχία την είδα.
Και μέσα απ’ το λαρύγγι του και την ψυχή του μέσα
βγαίνουν κραυγές Νικηταρά, φοβέρες Παπαφλέσσα
που σμίγουν τη μανία τους με το δικό του μένος:
«Βάλτε φωτιά στους Γερμανούς και τους προσκυνημένους»!
Άχαρος είναι ο πόλεμος κι έχει μόνο μια χάρη:
Βοηθάει να ξεχωρίσουμε την ήρα από το στάρι.
Φυλάχτε σαν τα μάτια σας τη Λαϊκή Εξουσία,
έτσι θα πιάσει μοναχά ο αγώνας κι η θυσία.
(απόσπασμα)

ΜΗΧΑΝΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ - Νίκος Μπελογιάννης





Γ. Ρίτσος "ο άνθρωπος με το γαρίφαλο" απόσπασμα

«Σήμερα το στρατόπεδο σωπαίνει.
Σήμερα ο ήλιος τρέμει αγκιστρωμένος στη σιωπή
όπως τρέμει το σακάκι του σκοτωμένου στο συρματόπλεγμα.
Σήμερα ο κόσμος είναι λυπημένος.
Ξεκρέμασαν μια μεγάλη καμπάνα και την ακούμπησαν στη γη.
Μες στο χαλκό της καρδιοχτυπά η ειρήνη.
Σιωπή. Ακούστε τούτη την καμπάνα.
Σιωπή. Οι λαοί περνούν σηκώνοντας στους ώμους τους
το μέγα φέρετρο του Μπελογιάννη.
Οι δολοφόνοι κρύβονται πίσω από τα μαχαίρια τους.
Τραβηχτείτε πέρα δολοφόνοι. Τραβηχτείτε πέρα.
Σιωπή. Οι λαοί περνούν σηκώνοντας στους ώμους τους
το μέγα φέρετρο του Μπελογιάννη.
Τους σκότωσαν. Τους σκότωσαν.
Ενας άνεμος που πέρασε μες απ' το σκοτεινό τούνελ της σιωπής μας έφερε το μαντάτο.
Τους σκότωσαν. Τους σκότωσαν.
Δυο ξεχασμένοι γλόμποι ξεθωριάζουνε στην ξώπορτα της μέρας.
Τους σκότωσαν.
[...]
Ηταν πικρό το τσάι σήμερα. Αφουγκραζόμασταν
ένα μεγάλο αμάξι που σταμάτησε στο δρόμο -
ένας τροχός του χτύπησε στο βράχο.
Μπορεί να 'ταν ο τροχός της ιστορίας.
Γιατί η γριούλα που βούρτσιζε στην μπαλκονόπορτα
το μαύρο κυριακάτικο φουστάνι της
πέτρωσε εκεί σα να κατάλαβε
τι μαύρο που 'ναι το μαύρο χρώμα
σα να 'δε ανεβασμένη μια μαύρη σημαία στο κατάρτι του χρόνου.
Λογαριάζαμε στα δάχτυλα: μεθαύριο,
μεθαύριο, ναι, μπαίνει ο Απρίλης.
Λέγαμε: θα βρούμε στο πανέρι της άνοιξης
πολλές χρυσές βελόνες, πολλές χρωματιστές κουβαρίστρες
να μπαλώσουμε το γέλιο του παιδιού
να μπαλώσουμε τις ρυτίδες της μάνας
να ράψουμε ακόμα κι ένα κομμένο πόδι, ένα σπασμένο κρανίο - λέγαμε.
Μια καρδιά χωρισμένη στα δύο,
απ' τη μια το ψωμί και το φιλί
απ' την άλλη το χρέος - θα σμίξει, λέγαμε,
μεθαύριο Απρίλης. Κάτου απ' τα δέντρα η ειρήνη,
θα χαιρετιούνται οι άνθρωποι μες απ' τα δίχτυα των αχτίνων
το φως θα κλείσει με τη φούχτα του την υψωμένη κάννη
θα χαμηλώσει η κάννη και θα γράψει στο χώμα
ένα μικρό κύκλο σαν το μηδέν
κι ύστερα γύρω στο μηδέν γραμμές - γραμμές
σαν τις αχτίνες του ήλιου που χαράζουν τα παιδιά στον άμμο.
Λογαριάζαμε στα δάχτυλα:
μεθαύριο Απρίλης και το Πάσχα
θα φιληθούνε οι άνθρωποι.
Τους σκότωσαν.
Τούτα τα πρόσωπα είναι σαν τα σταματημένα ρολόγια.
Τι ώρα να 'ναι; Τι ώρα να 'ναι σήμερα;
Ποιος σταμάτησε τούτα τα ρολόγια;
Ποιος σταμάτησε στη μέση τον Απρίλη;
Ποιος έγραψε με κάρβουνο σταυρούς πάνου στις πόρτες;
Ποιος σταμάτησε το χαμόγελο στα μάτια της μάνας; Τι ώρα να 'ναι;
Ποιος έκοψε στα δυο την ελπίδα; Τι ώρα να 'ναι; Πέστε μου λοιπόν.
Η κυρα-Λένη γύρισε απ' την αγορά μ' άδειο το καλάθι της.
Δε θυμάμαι, είπε, γιατί πήγα.
Οπου πηγαίνω βρίσκουμαι μπροστά στους σκοτωμένους.
Αν έχεις κάτι να μου πεις θα το ξεχάσω.
Δεν ξεχνάω τους σκοτωμένους. Το φουστάνι μου
αγγριώνει στους σταυρούς. Οι νεκροί με κρατάνε.
Ο,τι μου πουν θα κάνω. Παιδί μου, παιδί μου,
αυτοί πέθαναν για να ζήσεις.
Μην το ξεχνάς. Αν το θυμάσαι αυτοί δε θα πεθάνουν.
[...]
Σιωπή. Οι λαοί περνούν σηκώνοντας στους ώμους τους
το μέγα φέρετρο του Μπελογιάννη.
Οχι δε σου ταιριάζει εσένα Μπελογιάννη τούτο το σιωπηλό πένθος
τούτες οι μαύρες κορδέλες άκρη άκρη στο φουστάνι της άνοιξης
τούτο το πράσινο σαπούνι που λιώνει ξεχασμένο στη σκάφη θολώνοντας το νερό.
Για σένανε είναι οι μεγάλες σάλπιγγες, τα μεγάλα τύμπανα,
οι μεγάλες καμπάνες και οι μεγάλες παρελάσεις,
ο μεγάλος όρκος των λαών πάνω στο φέρετρό σου
η μεγάλη μέρα της τριάντα του Μάρτη
που μπαίνει στο καινούργιο εορτολόγιο των ηρώων και των μαρτύρων της ειρήνης.
[...]
Εσύ σκαρφάλωσες στη ράχη του χάρου
κουρντίζοντας με γρήγορο χέρι το ρολόι του ήλιου.
Να φύγουν πιο γρήγορα οι δείχτες.
Να φύγει τούτη η μέρα.
Να φύγει το μαύρο απ' τα μάτια μας.
Να φύγει τ' άδικο απ' τον κόσμο.
[...]
Νίκο, είχες μια καρδιά γεμάτη απ' το αίμα του ήλιου.
Οταν περπατούσες στα ερείπια του φθινοπώρου
είχες πάντα στη μέσα τσέπη του σακακιού σου το σχέδιο της καινούργιας πολιτείας μας,
γι' αυτό χαμογελούσε ο λαός μέσα στα μάτια σου.
Εφυγες τώρα Νίκο
ανάβοντας μ' ένα γαρύφαλλο από φλόγα το κουράγιο του κόσμου,
ανάβοντας την ελπίδα στην καρδιά των λαών,
ανάβοντας τους αστερισμούς της ειρήνης στο στερέωμα του κόσμου,
πάνω απ' τις πεδιάδες τις σπαρμένες με κόκαλα.
Επεσες, Νίκο, με τ' αφτί σου κολλημένο στην καρδιά του κόσμου,
ν' ακούς τα βήματα της λευτεριάς να βαδίζουν στο μέλλον,
ν' ακούς το μέλλον να ξεδιπλώνει εκατομμύρια κόκκινες σημαίες
πάνω απ' το γέλιο των παιδιών και των κήπων.
[...]
Η νύχτα κόβει με το σουγιά της μικρά κομμάτια τ' όνειρο.
Ενα δέντρο κάνει φτερά. Ενα παιδί μεγαλώνει.
Ορκιστείτε να 'χει το παιδί το ψωμί του και το βιβλίο του
να μάθει να γράφει σ' αγαπώ,
να κρατάει μπράτσο τον ήλιο σ' ένα ανθισμένο περιβόλι.
Ο κομμουνισμός είναι η νιότη του κόσμου,
η λευτεριά και η ομορφιά του κόσμου. Ορκιστείτε.
[...]
Αύριο μεθαύριο θα επιστρέψουμε απ' το μεγάλο πόνο μας στις καθημερινές δουλειές μας,
θα φάμε το ψωμί μας. Το ψωμί είναι νόστιμο
όσο πικρές κι αν είναι οι μέρες μας. Πρέπει να φάμε το ψωμί μας.
Πρέπει να ζήσουμε, να διεκδικήσουμε τη ζωή μας και το δίκιο σας.
Μα και την ώρα που θα τρώμε θα 'μαστε έτοιμοι. Το ξέρουμε
είναι βαριά η κληρονομιά σου Μπελογιάννη -
θα τη σηκώσουμε στους ώμους μας.
Συχνά δυσκολευόμαστε, θα δυσκολευτούμε πιότερο -
θα την κρατήσουμε στους ώμους μας.
Η πληγή μας μεγαλώνει μέρα με τη μέρα, το ίδιο κι η πίστη μας.
Θα φέρουμε την κληρονομιά σου στους ώμους μας,
ως την πόρτα του ήλιου, Μπελογιάννη.
Καλημέρα αδέρφια μου.
Καλημέρα ήλιε
Καλημέρα κόσμε.
Ο Μπελογιάννης μας έμαθε άλλη μια φορά
πώς να ζούμε και πώς να πεθαίνουμε.
Μ' ένα γαρύφαλλο ξεκλείδωσε όλη την αθανασία.
Μ' ένα χαμόγελο έλαμψε τον κόσμο για να μη νυχτώνει.
Καλημέρα σύντροφοι
Καλημέρα ήλιε
Καλημέρα Μπελογιάννη.
Τώρα, ας βροντήσουνε της λευτεριάς τα τύμπανα κι οι σάλπιγγες.
Καλημέρα Μπελογιάννη.
Ακόμη μια φορά. Ακόμη μια φορά
εσύ Νίκο πολέμησες για όλους μας
εσύ νίκησες για όλους μας
εσύ απόδειξες
πόσο μικρά είναι αυτή την ώρα τα μικρά όνειρα,
[...]
μπροστά στο μπόι της χαράς να πεθαίνεις
για τη χαρά του κόσμου.
[...]
Πόσο μικρή είναι τούτη η λευτεριά μπροστά στην άγρια λευτεριά
να βγάζεις την καρδιά σου σα γαρύφαλλο απ' τον κόρφο σου
για να μοσκοβολάν τα σύμπαντα θυσία και ειρήνη.
[...]
Καλημέρα ανθρώποι μου
Καλημέρα ήλιε

Καλημέρα Μπελογιάννη».

Ο Άνθρωπος με το Γαρύφαλλο - (1980) Ταινία 




. Ναζίμ Χικμέτ: ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο

Έχω απάνω στο τραπέζι μου
τη φωτογραφία του ανθρώπου
με το άσπρο γαρούφαλο –
που τον ντουφέκισαν
στο μισοσκόταδο
πριν απ’ την αυγή,
κάτω απ’ το φως των προβολέων.

Στο δεξί του χέρι
κρατάει ένα γαρύφαλο
πούναι σα μια φούχτα φως
απ’ την ελληνική θάλασσα.

Τα μάτια του τα τολμηρά,
τα παιδικά,
κοιτάζουν, άδολα,
κάτω από τα βαριά μαύρα τους φρύδια.

Έτσι άδολα –
όπως ανεβαίνει το τραγούδι
σα δίνουν τον όρκο τους
οι κομμουνιστές.
Τα δόντια του είναι κάτασπρα –
ο Μπελογιάννης γελά.
Και το γαρύφαλο στο χέρι του
είναι σαν το λόγο πούπε στους ανθρώπους
τη μέρα της λεβεντιάς –
τη μέρα της ντροπής.

Αυτή η φωτογραφία
βγήκε στο δικαστήριο
ύστερ’ απ’ την καταδίκη σε θάνατο.(Περιοδικό “Σοβιετική Γυναίκα” Απρίλη 1952)



Ο Μπελογιάννης ζει, σε μουσική Λάκη Χατζή και στίχους Δημήτρη Ραβάνη με τη φωνή της Μαρίας Δημητριάδη:
Τον ξέρουνε τα ελάτια, τα πλατάνια
ίδιος μ' αυτά, περήφανος, στητός
αχούν απ' τη φωνή του τα ρουμάνια
μπρος για τη νίκη, για το κόμμα μπρος.

Ο Μπελογιάννης ζει μες στην καρδιά μας,
ο Μπελογιάννης ζει πα στις κορφές
ο Μπελογιάννης ζει κι είναι κοντά μας
στων τραγουδιών τις λεύτερες στροφές.

Ζει σ' όλους τους καιρούς, σ' όλους τους τόπους
το κάθε σπίτι, σπίτι του δικό.
Ζει ο Μπελογιάννης, ζει με τους ανθρώπους
που χτίζουν έναν κόσμο σοσιαλιστικό.

Ο Μπελογιάννης ζει μες στην καρδιά μας,
ο Μπελογιάννης ζει πα στις κορφές
ο Μπελογιάννης ζει κι είναι κοντά μας
στων τραγουδιών τις λεύτερες στροφές.