Παρασκευή, 4 Μαρτίου 2016

ΑΡΣΙΝΟΗ ΒΗΤΑ ''Άνθρωπος είναι!Τι φοβάσαι;''

ΦΩΤ:Αlessandro Penso

Πώς το κακό συννέφιασε τη ζωή μας; Και γεμίσαμε σκιές.Διπλοκλειδώνουμε τις πόρτες και τις ψυχές μας.Σαν εφιάλτης που εμφανίζεται σε κάθε βήμα μας η αίσθηση της ανασφάλειας.Να προστατευθούμε.Να μην πληγωθούμε.Να μην ματώσουμε.Μην μας γελάσουν.Μην μας κοροϊδέψουν.Και κλεινόμαστε στο καβούκι μας.Αέρας και φως λιγοστά.Ακούμε φωνές για βοήθεια και σφραγίζουμε με κερί τα αυτιά μας μήπως απατηλές είναι.Περπατούμε δίπλα σε κουρασμένες ψυχές και τα μάτια μας σφαλίζουμε στη θέα της ανέχειας. Αδύναμοι να διαχειριστούμε την τόση δυστυχία ...Και δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος. Κι η θάλασσα της αδικίας και της αδιαφορίας μεγαλώνει ...κάποτε θα μας πνίξει.Νομοτέλεια.Ας βοηθήσουμε όσο κι όπως μπορούμε. Να σπάσει αυτή η αλυσίδα του άνισου που τώρα συντηρείται με τη δική μας αδιαφορία για κάθε τι που είναι έξω από τον ασφαλή; μικρόκοσμό μας.Τι φοβάσαι; Άνθρωπος είναι! Άνθρωπος! Σαν Εσένα!
------------------------------------------------------------------------------------------
ΤΩΡΑ... 
Kάθεται στην αγαπημένη της μπερζέρα.Ακουμπά τα κουρασμένα πόδια της στο μικρό υποπόδιο με το ωραίο κάλυμμα .Τα χιονάτα μαλλιά πλαισιώνουν καλοχτενισμένα το λατρεμένο πρόσωπο.Διαβάζει πάντα κάτι εκεί.Κι άλλες φορές τα μάτια της ταξιδεύουν και δεν ξέρω με ποιο προορισμό.Ίσως στο παρελθόν, ίσως στο μέλλον.Η διπλανή πολυθρόνα άδειασε πριν πολλά χρόνια κι αποσύρθηκε.Κι όμως είναι σα να βρίσκεται πάντα εκεί. Από το μεγάλο παράθυρο ο ήλιος παίζει με τις σκιές.Που και που της χαϊδεύει το πρόσωπο.Αδιόρατα χαμογελά.Τα χρόνια έχουν αφήσει τα σημάδια τους στο πρόσωπό της.Γλυκά.Με απαλοσύνη.Σαν να μην ήθελαν να τη στενοχωρήσουν.
Την παρατηρώ...Αντιλαμβάνεται την παρουσία μου και στρώνει με τα δυο της χέρια το γκρίζο μπλε φόρεμά της.Αστράφτει τότε για μια στιγμή η διπλή βέρα στο δάχτυλό της.''Είσαι κουρασμένη;''με ρωτά. Απαντώ:''Λίγο''.Όσες φορές έχω προσπαθήσει να της κρύψω κάτι ,να μην της χαλάσω τη γαλήνη της έχω αποτύχει.Τότε αλλάζει το βλέμμα της γίνεται αυστηρό και τόσο μα τόσο ζεστό.Αυτό το βλέμμα μόνο αυτή το έχει.Νοιώθω σαν παιδούλα που έκανε ζαβολιά.Χαμηλώνω τα μάτια από ενοχή.Μα πώς είναι δυνατόν να μην της ξεφεύγει τίποτα; σκέφτομαι...Τότε έρχομαι στη θέση της και μέσα μου χαμογελώ. Πόσες φορές σα μαμά με γέλασε το βλέμμα των δικών μου παιδιών; 
H ματιά της γίνεται ερευνητική. ''Δεν μπορώ να κατανοήσω πώς το καλό που κάνεις χάνεται στη μετάφραση και δεν αντιγυρίζει ατόφιο ή έστω και λίγο''. Φυσικά δεν το προσωποποίησα δίνοντάς ονοματεπώνυμο. Το ήξερα από παλιά αν αναφερόμουν σε κάποιον λέγοντας ασχήμιες γι αυτόν με διέκοπτε αμέσως λέγοντάς μου ''αυτά δεν τα επιτρέπω σε σένα...δεν ξέρεις τι σταυρό κουβαλά ο καθένας...'' Έτσι έμαθα.... ακόμα και τώρα προσπαθώ να κρίνω συμπεριφορές κι όχι πρόσωπα. Με ήρεμη φωνή την άκουσα να μου λέει:''Κάνε το καλό και ρίξ'το στο γιαλό.Το καλό που κάνεις δε χάνεται ποτέ. Με χίλιους τρόπους γυρίζει σε σένα και τις περισσότερες φορές από ανθρώπους που ούτε καν το φαντάζεσαι. Συνήθως όχι από το ίδιο άτομο.Ο κόσμος πάντα έτσι ήταν.Πάντα υπήρχαν οι καλοί άνθρωποι και οι άλλοι.Η διαφορά είναι ότι τώρα οι άλλοι έχουν χώρο να κινηθούν.Παλιότερα πολλές φορές η ίδια η κοινωνία, το περιβάλλον τους απομόνωνε. Εσύ θα επιλέγεις πώς να φέρεσαι. Χωρίς να σκέφτεσαι τι κάνει ο άλλος.Αρκεί να γεμίζει με ηρεμία, με πληρότητα η ψυχή σου.''
ΧΡΟΝΙΑ ΠΡΙΝ.
Όταν τελειώναμε το μεσημεριανό φαγητό και πήγαινε ο καθένας στη δουλειά του εκείνη για πολλή ώρα καθόταν στην κουζίνα.Συχνά άκουγα ένα χτύπο στην πόρτα της άλλης εισόδου στο σπίτι μας. Δεν έδινα σημασία απορροφημένη στα παιχνίδια ή τις σχολικές μου υποχρεώσεις.Ομιλίες ακούγονταν και κάποτε γέλια.Μια φορά κατέβηκα τα σκαλιά άνοιξα την εσωτερική πόρτα κι είδα στο τραπέζι το μεγάλο της κουζίνας να έχει σερβίρει φαγητό σε δυο μαυροφορεμένες γυναίκες. Έκλεισα την πόρτα φοβισμένη. Τη μια την ήξερα.Τριγυρνούσε στο δρόμο , μιλούσε φωναχτά μόνη της , έσερνε ένα καροτσάκι από αυτά τα παιδικά σκουριασμένο και πάνω είχε διάφορα πράγματα πεταμένα μέσα σε σακούλες.Την έλεγαν τρελή και όλοι την περιφρονούσαν.Εμείς τα παιδιά τη φοβόμασταν.Κι ήταν εκεί στην κουζίνα μας κι έτρωγε και μιλούσε και φαινόταν το στόμα άδειο από δόντια.Τα μάτια της είχαν κάτι παράξενο.Θυμάμαι μέσα στον τρόμο μου είδα τη μαμά ξαφνικά μπροστά μου.Με αυτά τα απαλά χέρια με τα μακριά δάχτυλα με στοργή διόρθωσε το κοκαλάκι που συγκρατούσε τα μαλλιά μου, με κοίταξε ήρεμα και την άκουσα να μου λέει με σταθερό τόνο στη φωνή της:''Άνθρωπος είναι.Τι φοβάσαι;''








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου