Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2016

ΨΑΡΡΟΣ ΑΝΤΩΝΗΣ " ΜΗ ΜΕ ΛΗΣΜΟΝΕΙ "


Στενέψανε τα όρια βρήκαν ταβάνι τα όνειρα κι ασφυκτιούν
δεν μπορούν ν' αναπνεύσουν δεν βρίσκουν διαφυγή
λες κι ο κόσμος όλος δόθηκε αντιπαροχή κι ο κήπος
ο κήπος πού άνοιγε ένα παράθυρο στον ουρανό
τώρα έγινε καγκελόφραχτος με μεταλλικό στέγαστρο
κι εμποδίζει τον ήλιο,την βροχή και την λάμψη των αστεριών
Τώρα εδώ δεν μυρίζει ποτέ φρέσκο χώμα η ανάσα βαριά
ο αέρας γλυκερός και δύσοσμος και τα μάτια απαθή
δεν σκιρτάνε τα βλέφαρα σε κανένα ερέθισμα
το ίδιο συνεχές φως ατονεί τ' οπτικό νεύρο
κι αποκοιμίζει τις χαυνωμένες αισθήσεις.
Οι ψηλοί μεταλλικοί φράχτες σου κρύβουν την θέα
κανένας ήχος δεν ακούγεται από τον δρόμο
λες και χαθήκαν ξαφνικά τα παιδιά που ξεκούφαιναν
τον κόσμο και ξεσήκωναν την γειτονιά κλωτσώντας το τόπι.
Οι περατζάδες των αγοριών και τα σούρτα φέρτα κόπηκαν ξαφνικά
τα γέλια κι οι ψίθυροι των κοριτσιών στα μικρά μυστικά της νιότης
σίγησαν κι αυτά τρομαγμένα κι απομείναν έρημα τα σκαλοπάτια.
Καμιά μπουγάδα μ' ασπρόρουχα δεν γεμίζει τον αέρα με πάστρα
μόνο ο μονότονος ήχος των σύγχρονων στεγνωτηρίων ακούγεται
που κάνουν την δουλειά του ήλιου που χάθηκε κι αφήνουν
άδειες τις ταράτσες αφού τ' άσπρα μπράτσα των γυναικών
δεν βρίσκουν χρόνο να τ' απλώσουν στο σχοινί
κι ούτε ο μπάτης φυσά να σηκώσει απαλά τα φουστάνια
για να βγάλει απ την νάρκη των σερνικών τα βλέμματα.
Κι ο φούρνος...ο φούρνος που αξημέρωτα μοσχομύριζε
μ' αυτή την ανείπωτη γλύκα τον αέρα της γειτονιάς
χάθηκε σαν δραπέτης κι αυτός
Τώρα αγοράζουν ψωμί κομμένο σε φέτες κι απομένουν
στομωμένα τα μαχαίρια αφού δεν περισσεύει χρόνος
κι όλα πρέπει να γίνονται γρήγορα κι άοσμα
τυλιγμένα σε μεμβράνη αντισηψίας
Τα κλουβιά με τις καρδερίνες,τα καναρίνια και τους φλώρους
απομένουν βουβά σαν ξενοίκιαστα σπίτια
ως κι οι γάτες πάψαν να ερωτοτροπούν αφού δεν υπάρχουν
πια κεραμίδια και μονόροφες στέγες να σεργιανίσουν.
Αλλάξαν συνήθειες αλλάξανε στέκια τις βρίσκεις λερές
και φοβισμένες στους μεγάλους κάδους των σκουπιδιών
να σκίζουν της σακούλες της ευμάρειας για να τραφούν
κι οι ουρές των σκύλων στέκουν μαραμένες μέσα στα σκέλια
αφού δεν βρίσκουν πια κανένα να καλωσορίσουν
κι απομένουν φυλακισμένοι στα στενά μπαλκόνια
να κοιτάζουν τον δρόμο που κανένας δεν έρχεται.
Και η άνοιξη...αχ αυτή η άνοιξη που η μυγδαλιά βιαζόταν
να την υποδεχτεί και ντυνόταν νυφούλα στο καταχείμωνο
τώρα πιά δεν έρχεται κατά δω.
Δεν βρίσκεται χώμα να ανθίσει ένα λουλούδι
να βλαστήσουν τα φύλλα στα κλαδιά να 'ρθούν τα χελιδόνια
για να φτιάξουν καινούργιες φωλιές...μοναχά καρακάξες ακούς
να γεμίζουν κραυγές τον αέρα κι έτσι έφυγε η άνοιξη.
Την απαντάς μοναχά σε κάποιες καρδιές ανοιχτές
να φωλιάζει εκεί στην λαχτάρα τους σα να βρήκε ένα κήπο
κι ένα πηγάδι νερό να ποτίζει το χώμα να βλασταίνει τα δέντρα
να φυτρώνει χαλί η παπαρούνα το χαμομήλι και ο δυόσμος
και πάντα να υπάρχει μιά κάμαρη να φωλιάσει ο έρωτας
σε δυό μάτια που κρύβεται μέσα το θαύμα και βλέπουν
τον ήλιο το φεγγάρι τ'αστέρια πάντα χαμογελαστά
στο απρόσμενο θαύμα ανασαίνοντας γαλήνια ψιθυρίζοντας ότι...
τίποτα δεν χάθηκε ολότελα πάντα μένει μιά χούφτα χώμα
κι ένας σπόρος να φυτρώσει ξανά η αλήθεια στις ψυχές 
των ανθρώπων...ω η άνοιξη ναι που πάντα βρίσκει τον τρόπο
να ξεφεύγει απο τη θανάσιμη νάρκη του χειμώνα
για να αναστήσει τον κόσμο ξανά και ξανά.










Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου