Κυριακή, 27 Μαρτίου 2016

ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΙΟΝΕΣΚΟ ( 26 Νοεμβρίου 1909 - 28 Μαρτίου 1994 )

Ο Ευγένιος Ιονέσκο (γαλλ. Eugène Ionesco, 26 Νοεμβρίου 1909-28 Μαρτίου 1994) ήταν Ρουμάνος θεατρικός συγγραφέας, από τους επιφανέστερους εκπροσώπους του Θεάτρου του παραλόγου. Αν κι έγραψε στη γαλλική γλώσσα, θεωρείται από τους πιο αξιόλογους ανθρώπους της διανόησης της Ρουμανίας. Στα έργα του, ο Ιονέσκο διακωμωδεί τις πιο κοινότοπες καταστάσεις, ενώ απεικονίζει τη μοναξιά του ανθρώπου και την ασημαντότητα της ύπαρξής του.

Ο Ιονέσκο γεννήθηκε στις 26 Νοεμβρίου 1909 στη Σλάτινα της Ρουμανίας από Ρουμάνο πατέρα και Ρουμάνα-Γαλλίδα μητέρα. Πέρασε την παιδική του ηλικία στη Γαλλία, αλλά επέστρεψε στη Ρουμανία με τον πατέρα του το 1925, μετά το διαζύγιο των γονιών του. Μετά τις σπουδές του στο κολλέγιο, σπούδασε Γαλλική λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο του Βουκουρεστίου από το 1928 ως το 1933 και έγινε καθηγητής της γαλλικής γλώσσας.

To 1936 ο Ιονέσκο παντρεύτηκε τη Ροντίκα Μπουριλεάνου. Απέκτησαν μια κόρη κι επέστρεψαν στη Γαλλία το 1938, ώστε ο Ιονέσκο να τελειώσει τη διδακτορική του διατριβή. Το ξέσπασμα τουΒ΄ Παγκοσμίου Πολέμου το 1939 τον βρήκε στη Γαλλία. Παρέμεινε στη Μασσαλία κατά τη διάρκεια του πολέμου και τελικά εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στο Παρίσι μετά την απελευθέρωσή του, το 1944.
Ο Ιονέσκο έγινε μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας το 1970[1], ενώ κέρδισε πολυάριθμα βραβεία και τιμητικές διακρίσεις. Πέθανε στις 28 Μαρτίου 1994.

Τα πρώτα και πιο καινοτόμα έργα του Ιονέσκο ήταν θεατρικά μονόπρακτα: Η Φαλακρή Τραγουδίστρια (1950), Το Μάθημα (1951), Οι Καρέκλες(1952). Τα έργα αυτά εκφράζουν το αίσθημα της αποξένωσης και την αδυναμία και ματαιότητα επικοινωνίας με σουρεαλιστικό και κωμικό τρόπο, παρωδώντας τον κομφορμισμό της αστικής τάξης και τις κοινές θεατρικές φόρμες. Ο Ιονέσκο απεικονίζει έναν αποκτηνωμένο κόσμο με μηχανικούς χαρακτήρες σαν μαριονέτες.
Το 1959, παρουσιάζεται το έργο του Δολοφόνος χωρίς αμοιβή, όπου πρωταγωνιστεί για πρώτη φορά ο κεντρικός του ήρωας, Μπερανζέ, ο οποίος εμφανίζεται σε μια σειρά έργων του Ιονέσκο (Ρινόκερος, Ο βασιλιάς πεθαίνει, Ο πεζός στον αέρα).

Ο Μπερανζέ αποτελεί μια σχεδόν αυτοβιογραφική φιγούρα, η οποία εκφράζει την απορία και την αγωνία του Ιονέσκο για την παράδοξη πραγματικότητα. Είναι κωμικός κι αφελής, κερδίζοντας έτσι τη συμπάθεια του κοινού. Στο Δολοφόνο χωρίς αμοιβή, συναντά το Θάνατο με τη φιγούρα ενός εκτελεστή. Στο Ρινόκερο, παρατηρεί τους φίλους του να προσβάλλονται από τον ιό της "ρινοκερίτιδας" και να μεταμορφώνονται σε ρινόκεροι, παραμένοντας στο τέλος μόνος ενάντια σε αυτό το κύμα κομφορμισμού. Σε αυτό το έργο, ο Ιονέσκο εκφράζει την απέχθειά του για τον ιδεολογικό κομφορμισμό, εμπνεόμενος από την άνοδο του φασισμού τη δεκαετία του '30. Στο έργο Ο βασιλιάς πεθαίνει, παρουσιάζεται ως ο Βασιλιάς Μπερανζέ Α', μια καθημερινή φιγούρα που παλεύει να συμβιβαστεί με το θάνατό του.
Όπως ο Μπέρναρντ Σω κι ο Μπέρτολτ Μπρεχτ, ο Ιονέσκο συνέβαλε στο θέατρο με διάφορες θεωρητικές μελέτες, κυρίως απόπειρες να διορθώσει τους κριτικούς που είχαν παρεξηγήσει το έργο του κι έτσι επηρέαζαν εσφαλμένα το κοινό.


Εργογραφία

Ποίηση

Elegii pentru fiinte mici (στα ρουμανικά, 1931)

Θεατρικά έργα

La cantatrice chauve (Η Φαλακρή Τραγουδίστρια, 1948)
Les Salutations (1950)
La Leçon (Το Μάθημα, 1951)
Les Chaises (Οι Καρέκλες, 1952)
Le Maître (1953)
Victimes du devoir (Θύματα του καθήκοντος, 1953)
La Jeune Fille à marier (1953)
Amédée ou Comment s'en débarrasser (Αμεδαίος ή Πώς να τον ξεφορτωθούμε, 1954)
Jacques ou la soumission (1955)
Le Nouveau Locataire (Ο Καινούριος Νοικάρης, 1955)
Le Tableau (1955)
L'Impromptu de l'Alma (1956)
L'avenir est dans les œufs (1957)
Tueur sans gages (Δολοφόνος χωρίς αμοιβή, (1958)
Scène à quatre (1959)
Apprendre à marcher (1960)
Rhinoceros (Ρινόκερος, 1959)
Délire à deux (1962)
Le Roi se meurt (Ο βασιλιάς πεθαίνει, 1962)
Le Piéton de l'air (Ο πεζός στον αέρα, 1963)
La Soif et la faim (Η δίψα και η πείνα, 1964)
La Lacune (1966)
Jeux de massacre (1970)
Macbett (1972)
L'Homme aux valises (1975)
Voyage chez les morts (1980)

Δοκίμια και θεωρητικές μελέτες

Nu (1934)
Hugoliade (1935)
La Tragédie du langage (1958)
Expérience du théâtre (1958)
Discours sur l'avant-garde (1959)
Notes et contre-notes (1962)
Fragments of a Journal (1966)
Découvertes (1969)
Antidotes (1977)

Νουβέλες και ιστορίες
La Vase (1956)
Le Piéton de l'air (1961)
La Photo du colonel (1962)
Le Solitaire (1973)

Διασκευές σε όπερα και λιμπρέττα

Le Maître (1962)
Maximilien Kolbe (1988)

Ελληνικές μεταφράσεις

Η Φαλακρή Τραγουδίστρια : Γ.Πρωτοπαπάς ("Δωδώνη")
Ρινόκερος : Γ.Πρωτοπαπάς ("Δωδώνη")
Η δίψα και η πείνα : Γ.Πρωτοπαπάς ("Δωδώνη")
διηγήματα : Μέλπω Αξιώτη ("Κέδρος")


Ο Ρινόκερος

΄΄Ο Ρινόκερος΄΄ είναι θεατρικό έργο γραμμένο από τον Ευγένιο Ιονέσκο το 1959. Το έργο ανήκει στη θεατρική σχολή γνωστή ως Θέατρο του Παραλόγου. Kατά τη διάρκεια των τριών πράξεων του έργου οι κάτοικοι μιας μικρής, επαρχιακής Γαλλικής πόλης μεταμορφώνονται σε ρινόκερους. Τελικά ο μόνος άνθρωπος που δεν υποκύπτει σε αυτή τη μαζική μεταμόρφωση είναι ο κεντρικός χαρακτήρας Μπερανζέ, μία σε σύγχυση πανανθρώπινη μορφή, που συνέχεια επικρίνεται ότι πίνει και αργεί. Το έργο συνήθως ερμηνεύεται ως αντίδραση και κριτική στην αιφνίδια έξαρση του Κομμουνισμού, του Φασισμού και του Ναζισμού κατά τα γεγονότα που προγήθηκαν του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου και διερευνά τα ζητήματα του κομφορμισμού, του πολιτισμού, των μαζικών κινημάτων, της φιλοσοφίας και της ηθικής.

Πράξη Πρώτη
Το έργο αρχίζει στην κεντρική πλατεία ενός μικρού ανώνυμου Γαλλικού χωριού. Δύο φίλοι, ο εύγλωττος διανοούμενος αλλά απίστευτα υπερήφανος Ζαν και ο απλοικός, ντροπαλός, καλόκαρδος μέθυσος Μπερανζέ συναντιούνται σε ένα καφενείο για να συζητήσουν για ένα απροσδιόριστο επείγον ζήτημα. Αντί να μιλήσουν γι' αυτό, ο Ζαν γίνεται έξαλλος με τη βραδύτητα και την τάση να πίνει του Μπερανζέ μέχρι που ένας ρινόκερος αφηνιάζει στην πλατεία κατατρομάζοντας τους ανθρώπους εκεί. Ετσι αυτοί αρχίζουν να συζητούν τι συνέβη, όταν ένας άλλος ρινόκερος εμφανίζεται και συνθλίβει τη γάτα μιας γυναίκας. Αυτό προκαλεί απίστευτη αγανάκτηση και όλοι μαζί οι άνθρωποι υποστηρίζουν ότι πρέπει να απαγορευθεί η παρουσία αυτών των δεινοσαύρων. Βλέπουμε επί σκηνής το ξεκίνημα ενός μαζικού κινήματος.

Πράξη Δεύτερη
Ο Μπερανζέ φτάνει αργοπορημένος στη δουλειά του στα γραφεία της τοπικής εφημερίδας, αλλά υ υπάλληλος στην υποδοχή της εφημερίδας Ντέζι (με την οποία ο Μπερανζέ είναι ερωτευμένος) τον καλύπτει. Στο γραφείο έχει ξεσπάσει ένας καυγάς ανάμεσα στον ευαίσθητο και λογικό Ντιντάρ και στο βίαιο και ευέξαπτο Μποτάρ, καθώς ο Μποτάρ δεν πιστεύει ότι ένας ρινόκερος θα μπορούσε πραγματικά να εμφανιστεί στη Γαλλία παρόλους τους ισχυρισμούς αυτοπτών μαρτύρων ότι αυτό συνέβη. Ξαφνικά η Κα. Μπεφ (η σύζυγος ενός συναδέλφου) εμφανίζεται και λέει ότι ο άντρας της έχει μεταμορφωθεί σε ρινόκερο και ότι οι δρόμοι έχουν γεμίσει με ανθρώπους που έχουν γίνει το ίδιο. Ο Μποτάρ αμφισβητεί την ύπαρξη του λεγόμενου κινήματος της ρινοκερίτιδας που η Κα. Μπεφ υποστηρίζει ότι υπάρχει, λέγοντας ότι οι ντόπιοι είναι αρκετά έξυπνοι για να ξεγελαστούν από την άδεια ρητορική ενός μαζικού κινήματος. Παρόλα αυτά η Κα. Μπεφ (μεταμορφωμένη σε ρινόκερο) φτάνει και καταστρέφει τη σκάλα που οδηγεί έξω από το γραφείο, παγιδεύοντας μέσα όλους τους εργαζόμενους και το αφεντικό τους, την Κα. Παπιγιόν. Η Κα. Μπεφ πηγαίνει με τον άντρα της πηδώντας από το κλιμακοστάσιο, ενώ οι υπάλληλοι του γραφείου φεύγουν από ένα παράθυρο. Ο Μπερανζέ πηγαίνει να επισκεφθεί το Ζαν για να του ζητήσει συγγνώμη για τη διαφωνία που είχαν την προηγούμενη μέρα, αλλά τον βρίσκει στο κρεβάτι, σοβαρά με μια αρρώστεια που ποτέ δεν ξαναείχε. Οι δύο φίλοι αρχίζουν πάλι να διαφωνούν, αρχικά για τη δυνατότητα πραγματικής μεταμόρφωσης ανθρώπων σε ρινόκερους και κατόπιν για την ηθικότητα των μεταμορφώσεων. Ο Ζαν είναι στην αρχή σθεναρά κατά των ρινόκερων αλλά σταδιακά γίνεται επιεικής. Καθώς η σκηνή εξελίσσεται το δέρμα του Ζαν γίνεται όλο και πιο πράσινο, τα εξογκώματα στο κεφάλι του αναπτύσσεται σε κέρατο, η φωνή του γίνεται βραχνή και αρχίζει να γυροφέρνει στο διαμέρισμά του σα θηρίο στο κλουβί. Τελικά διακηρύσσει ότι οι ρινόκεροι έχουν εξ ίσου δικαίωμα στη ζωή με τους ανθρώπους και ότι ΄΄ ο ανθρωπισμός είναι νεκρός, όσοι τον ακολουθούν είναι απλώς παλιοί αισθηματίες΄΄ πριν μεταμορφωθεί ο ίδιος σε ρινόκερο και διώξει κυνηγημένο το Μπερανζέ από το διαμέρισμά του.

Πράξη Τρίτη
Ολοι στην πόλη έχουν υποκύψει στη ρινοκερίτιδα, εκτός από το Μπερανζέ, το Ντιτάρ και τη Ντέζι. O Mπερανζέ είναι κλειδωμένος στο διαμέρισμά του, ακούγοντας τα ουρλιαχτά των ρινόκερων, που ορμούν καταστρέφοντας τον πολιτισμό, όταν φθάνει ο Ντιτάρ για να δει τι κάνει. Ο Ντιτάρ υποβαθμίζει τις μεταμορφώσεις λέγοντας ότι οι άνθρωποι έχουν το δικαίωμα της επιλογής, ακόμη και της μεταμόρφωσης. Αλλά ο Μπερανζέ επιμένει ότι οι μεταμορφώσεις δεν θα μπορούσαν να είναι εκούσιες, αφού ο φίλος του ΖΑν αρχικά μισούσε τους ρινόκερους και πιθανόν υπέστη πλύση εγκεφάλου. Ο Ντιτάρ αντιλέγει ότι οι άνθρωποι μπορεί να αλλάζουν γνώμη και σταδιακά γίνεται πιο δεκτικός μέχρι που συμπεραίνει ότι πρέπει να ΄΄ακολουθήσει τους ομοίους (του) και τους ηγέτες (του)΄΄ πριν φύγει και μεταμορφωθεί σε ρινόκερο. Λίγο πριν φύγει φτάνει η Ντέζι. Αυτή και ο Μπερανζέ διαπιστώνουν ότι έχουν μείνει τελείως μόνοι - οι μόνοι άνθρωποι σε ένα κόσμο τεράτων. Ο Μπερανζέ εξομολογείται την αγάπη του για την Ντέζι και αυτή φαίνεται να ανταποκρίνεται. Προσπαθούν, έστω και για λίγο, να έχουν μια κανονική ζωή ανάμεσα στους ρινόκερους. Μετά την πρόταση του Μπερανζέ να προσπαθήσουν να ξαναδημιουργήσουν την ανθρώπινη φυλή, η Ντέζι αρχίζει να απομακρύνεται, υποστηρίζοντας ότι ο Μπερανζέ δεν καταλαβαίνει από έρωτα. Καταλήγει να πιστέψει ότι οι ρινόκεροι είναι σωστοί - αυτοί που είναι πραγματικά παθιασμένοι. Ο Μπερανζέ χωρίς να το σκεφτεί χαστουκίζει τη Ντέζι, αλλά αμέσως αποκηρύσσει την πράξη του. Σκέφτονται την κατάστασή τους και ο Μπερανζέ αναφωνεί ότι ΄΄σε λίγα μόνο λεπτά περάσαμε είκοσι πέντε χρόνια έγγαμου βίου !΄΄. Επιχειρούν να συμφιλιωθούν αλλά αποτυγχάνουν. Ενώ ο ο Μπερανζέ κοιτάζεται σε ένα καθρέφτη για τυχόν στοιχεία μεταμόρφωσης, η Ντέζι φεύγει ήσυχα και πηγαίνει με τους ρινόκερους. Ανακαλύπτοντας ότι είναι τελείως μόνος, ο Μπερανζέ θρηνεί για τη συμπεριφορά του προς τη Ντέζι. Στη μοναξιά του αρχίζει να αμφιβάλλει για την ύπαρξή του - τη γλώσσα του, την εμφάνισή του και το μυαλό του. Μόνος, βρίσκει τον εαυτό του λάθος και προσπαθεί να μεταβληθεί σε ρινόκερο. Παλεύει και αποτυγχάνει. Επιστρέφει στον καθρέφτη, πρόσωπο με πρόσωπο με τη μοίρα του και καταρρέει καθώς παλεύει να δεχθεί το χώρο που του έχει δοθεί. Ξαφνικά το ξεπερνάει και ανανεώνει τον όρκο του να αντιμετωπίσει τους ρινόκερους. Ο Μπερανζέ φωνάζει θαρραλέα ΄΄ Δεν συνθηκολογώ !΄΄ στο ακροατήριο πριν γυρίσει στο παράθυρο για να ρίξει βρισιές στους ρινόκερους που περνάνε.


Η Φαλακρή Τραγουδίστρια

Η φαλακρή τραγουδίστρια(γαλλικός τίτλος La Cantatrice Chauve) είναι περίφημο θεατρικό έργο του συγγραφέα Ιονέσκο. Ανέβηκε στην σκηνή για πρώτη φορά στις 11 Μαΐου 1950 στο Théâtre des Noctambules στο Παρίσι. Πρόκειται για πρωτοποριακό έργο της εποχής του που καθιέρωσε το «θέατρο του παραλόγου». Ο θίασος του Théâtre de la Huchette από το 1957 μέχρι σήμερα συνεχίζει να παρουσιάζει το έργο αυτό καθημερινά έχοντας ήδη συμπληρώσει τις 17.000 παραστάσεις.

Πλοκή

Το θεατρικό έργο αποτελείται από 11 σκηνές σχεδόν χωρίς περιεχόμενο. Σε ένα προάστιο του Λονδίνου μένει ένα ανδρόγυνο, ο κύριος και η κυρία Σμιθ. Ένα απόγευμα προσπαθούν να κατανικήσουν την ανία ψιλοκουβεντιάζοντας μπροστά στο αναμμένο τζάκι, μέχρι που παρουσιάζεται η υπηρέτρια για να ανακοινώσει δύο απροσκάλεστους επισκέπτες, τον κύριο και την κυρία Μαρτίν. Οι οικοδεσπότες φεύγουν γρήγορα για να αλλάξουν ρούχα, ενώ στην σκηνή προβάλουν οι δύο επισκέπτες. Ο κύριος και η κυρία Μαρτίν συμπεριφέρονται σαν δύο ξένοι που συναντιούνται για πρώτη φορά και ανακαλύπτουν δειλά δειλά τα πρώτα κοινά τους στοιχεία. Τελικά, μετά από κάποια συζήτηση ανακαλύπτουν ότι παλιά ήταν παντρεμένοι. Ακόμα και μετά από αυτή την διαπίστωση παραμένουν απαθείς και τυπικοί, ανταλλάζοντας όμως θερμούς συναισθηματισμούς. Ο κύριος και η κυρία Σμιθ επιστρέφουν στην σκηνή, χωρίς να έχουν αλλάξει ρούχα, προσποιούμενοι όμως, ότι φοράν τις καλύτερες ενδυμασίες προς τιμή των επισκεπτών. Μετά από κάποια αμηχανία αρχίζουν να συζητούν και να διηγούνται τα γεγονότα της ημέρας, τα πάντα πληκτικές ιστορίες μηδαμινού ενδιαφέροντος. Ξαφνικά κτυπάει το κουδούνι. Ο κύριος και η κυρία Σμιθ ανοίγουν την πόρτα, αλλά δεν είναι κανείς. Το ίδιο συμβαίνει τρις φορές. Την τέταρτη φορά παρουσιάζεται ένας αρχιπυροσβέστης, που ψάχνει απεγνωσμένα να σβήσει μια φωτιά, έτσι για να κάνει κάτι. Οι οικοδεσπότες του προτείνουν να μείνει για λίγο και να τους κάνει συντροφιά. Ο πυροσβέστης δέχεται και αρχίζει να λέει ιστορίες χωρίς νόημα, τις οποίες ανταποδίδει ο κύριος Σμιθ με την ίδια ικανότητα. Εν τω μεταξύ αναμιγνύονται και η κυρία Σμιθ και η υπηρέτρια λέγοντας τα δικά τους. Τελικά η υπηρέτρια αγκαλιάζει τον πυροσβέστη και βγαίνει στην φόρα ότι οι δυο τους παλιά ήταν ερωτικό ζευγάρι. Ο κύριος την απολύει. Ο πυροσβέστης φεύγει και αυτός, ρωτώντας «τι κάνει η φαλακρή τραγουδίστρια;» για να απαντήσει η κυρία Σμιθ: «φοράει ακόμα την ίδια περούκα».

Ο κύριος και η κυρία Σμιθ έχουν μείνει μόνοι. Η συζήτησή τους εξασθενεί, οι προτάσεις διασκορπίζονται, μόνο λίγες λέξεις έχουν απομείνει στο κενό, που τελικά γίνονται απομονωμένα γράμματα. Το έργο τελειώνει με το ρητό "C’est pas par là, c’est par ici" («δεν είναι εκεί, εδώ είναι»). Στην σκηνή μένουν ο κύριος και η κυρία Μαρτίν που έχουν πάρει την θέση του κύριου και της κυρίας Σμιθ.

Ερμηνεία
Ο Ιονέσκο, ο οποίος είχε ξεκινήσει το έργο αυτό εν είδη πειράματος, έμεινε έκπληκτος με το αποτέλεσμα. Το θεατρικό κοινό αποδέχτηκε το έργο του, βρίσκοντάς το ξεκαρδιστικό και γεμάτο νόημα. Η αρχική ιδέα του Ιονέσκο ήταν να παρουσιάσει μια «τραγωδία της γλώσσας», όπως αρχικά ήθελε να ονομάσει το έργο αυτό. Οι διάλογοι παρουσίαζαν την παντελή έλλειψη πνεύματος και ιδεών, μέσα σε ένα κλίμα ανίας. Οι χαρακτήρες του είναι θύματα της ίδιας τους της γλώσσας, αιχμάλωτοι της καθημερινότητας, δύτες σε μια θάλασσα της μοναξιάς, των επιφανειακών σχέσεων και των ανιαρών συνανθρώπων. Οι Σμιθ και οι Μαρτίν δεν είναι σε θέση να συνομιλήσουν, διότι έχουν καταναλώσει όλες τους τις ιδέες, και δεν είναι σε θέση να νοιώσουν κανένα συναίσθημα.

Δημιουργία
Ο Ιονέσκο συνέλαβε την ιδέα για το έργο αυτό κατά την διάρκεια ενός μαθήματος φροντιστηρίου Αγγλικών σύμφωνα με την μέθοδο «ασιμίλ», και με κάποιο βιβλίο με τον τίτλο L'anglais sans peine (πως να μάθεις αγγλικά χωρίς κόπο). Οι προτάσεις γραμματικής ήταν τόσο ανούσιες και το νόημά τους τόσο αυτονόητο, ενώ ένα ανδρόγυνο ονόματι κύριος και κυρία Σμιθ συζητούσαν λέγοντας ο ένας στον άλλο το όνομά του, ή ότι ήταν μεταξύ τους παντρεμένοι και πόσα παιδιά είχαν. Στα πιο προχωρημένα μαθήματα, για χάρη του διαλόγου, ένα άλλο ζευγάρι, οι Μαρτίν συζητούσαν με τους Σμιθ ανταλλάσσοντας όμως το ίδιο ανιαρές προτάσεις.

Ο Ιονέσκο αποφάσισε να κατασκευάσει ένα θεατρικό έργο χρησιμοποιώντας την δομή και το πνεύμα του βιβλίου αυτού. Το αποτέλεσμα ήταν μια παρωδία γεμάτη καυστική ειρωνεία για την σημερινή κοινωνία.


Δολοφόνος χωρίς ανταμοιβή



Το "Δολοφόνος χωρίς ανταμοιβή" (1959) είναι ένα από τα πρώτα έργα του Ιονέσκο, όπου για πρώτη φορά εμφανίζεται ο ήρωάς του Μπερανζέ, τον οποίο θα συναντήσουμε και σε άλλα έργα ("Ρινόκερος", "Ο βασιλιάς πεθαίνει", "Πεζός στον αέρα").

Ο Μπερανζέ αποτελεί μια σχεδόν αυτοβιογραφική φιγούρα, και εκφράζει τον προβληματισμό του Ιονέσκο για την πραγματικότητα, την οποία θεωρεί παράδοξη. Ο Μπερανζέ είναι φαινομενικά κωμικός και αφελής, κερδίζοντας έτσι τη συμπάθεια του κοινού. Είναι στην ουσία ένας χαρακτήρας σαν τους γελωτοποιούς της Αναγέννησης, που μόνος αυτός λέει πράγματα πικρά και αληθινά στον ηγεμόνα του χωρίς να κινδυνεύει να τιμωρηθεί. Στο έργο συναντάει τον Θάνατο με τη μορφή ενός ψυχρού εκτελεστή, και φτάνει σχεδόν να τον δικαιώσει. Αυτή η αγωνία για τον θάνατο και η προσπάθεια κάθε θνητού να συμβιβαστεί με την ιδέα της αποχώρησής του από τη ζωή διακατέχει τον Ιονέσκο και προβάλλεται σε πολλά έργα του. Με τον "Δολοφόνο χωρίς ανταμοιβή" ο συγγραφέας γίνεται ο κυριότερος συντελεστής για τη μετάβαση από το μπουλβάρ και τη θεατρική ψευδαίσθηση στο σύγχρονο μεταπολεμικό θέατρο της Ευρώπης.

Αμέντε 


"Το γέλιο του Ιονέσκο -που κι ο ίδιος το ζητάει απ' τους θεατές του- στάθηκε το αποτελεσματικότερο ίσως όπλο στην όλη παράλογη επανάσταση της εικοσαετίας '50-'60. Μα ο δραματουργός δεν ξεχωρίζει κωμωδία και δράμα. "Η Κωμωδία -γράφει στις Σημειώσεις κι αντισημειώσεις- είναι για μένα η έμφυτη αίσθηση της ασυναρτησίας, που δημιουργεί μεγαλύτερη απόγνωση απ' ό,τι η Τραγωδία, επειδή οδηγεί στο αδιέξοδο."

Αλέξης Σολωμός, "Θεατρικό Λεξικό", Εκδόσεις Κέδρος




Το παιχνίδι της σφαγής

"Το κωμικό είναι η βαθύτερη γνώση του παραλόγου, γι' αυτό νομίζω ότι προξενεί μεγαλύτερη απόγνωση από το τραγικό. Το κωμικό είναι τραγικό και η τραγωδία του ανθρώπου είναι μια κωμωδία".

Ευγένιος Ιονέσκο

Το παιχνίδι της σφαγής γράφτηκε το 1970, ενώ στην Ελλάδα πρωτοπαίχτηκε το 1971 από το "Θέατρο Τέχνης" σε σκηνοθεσία Κάρολου Κουν.

Μια ξαφνική επιδημία αφανίζει μια πόλη. Οι κάτοικοί της έρχονται ο ένας μετά τον άλλον αντιμέτωποι με το θάνατο.

"Το παιχνίδι της σφαγής" του επίκαιρου Ευγένιου Ιονέσκο, θυμίζει έντονα τα παιχνίδια που παίζει η σημερινή κοινωνία στον εαυτό της. Άνθρωποι που πεθαίνουν ή ζουν κατά τύχη, που δεν ξέρουν να ζουν, που δεν ξέρουν γιατί πεθαίνουν.

Η ιστορία επαναλαμβάνεται. Σχεδόν καθημερινά ερχόμαστε αντιμέτωποι με το παράλογο. Οργή και απόγνωση όταν ακόμα και η επιστήμη ή η τέχνη σηκώνει τα χέρια ψηλά. "Το παιχνίδι της σφαγής" μιλάει για το συμβολικό και τον πραγματικό θάνατο, αυτόν που ενώ κάνουμε τα πάντα για να πραγματοποιείται, εκ των υστέρων αναρωτιόμαστε (και όχι όλοι) για τα αίτια.
Ο βασιλιάς πεθαίνει

Ο Μπερανζέ, ένας βασιλιάς μ' εξασθενημένη δύναμη του οποίου το βασίλειό καταρρέει, μαθαίνει πως θα πεθάνει μέσα σε μιάμιση ώρα. Ολόκληρο το έργο γίνεται ένα προκαθορισμένο τελετουργικό της πτώσης και του τέλους, μέσα από το οποίο ο Ιονέσκο επιχειρεί μια αλληγορική καταγραφή της εμμονής και του φόβου του θανάτου, απ’ τον οποίο μάταια πασχίζει να απαλλαγεί ο άνθρωπος. 

"Όταν ο Ριχάρδος ο Β’ πεθαίνει" λέει ο Ιονέσκο - "νιώθεις ότι είσαι παρών στο θάνατο ενός πολυαγαπημένου σου προσώπου". Αλλά και αντίθετα, όταν ένας δικός μας άνθρωπος πεθαίνει μήπως δεν νιώθουμε ότι γίνεται βασιλιάς;

Ο Βασιλιάς- ο Άνθρωπος θα πεθάνει στο τέλος της παράστασης.

Αλλά μέχρι να συμβεί αυτό θα κάνει τα πάντα για να το αποφύγει.

Και τι ωραίες ιστορίες! 

Πόση φαντασία! Πόσα ταξίδια του κορμιού και του μυαλού προκειμένου να αποφύγει να παραδοθεί στο αναπόφευκτο! 

Μοιάζει με μπαλέτο, όπου ο χορευτής θα σταματήσει μόνον όταν δεν μπορεί να πάρει τα πόδια του πια.
Και μετά; Θα μείνει τίποτα;

Ή θα χαθούνε όλοι; Θα γίνουν λέξεις σε ιστορίες για το θέατρο ή και τραγούδι που το λένε τα παιδιά;

Η ελεγεία ενός παράλογου κόσμου
Στη θολή μας εποχή, στον νέο αυτό Μεσαίωνα ιδεών και αξιών, ο συγγραφέας του "Ρινόκερου" και της "Φαλακρής τραγουδίστριας" εξομολογείται με σπαρακτικό τρόπο την αδυναμία του ν' απαντήσει στα πιο αρχέγονα ερωτήματα: "Ποιος είμαι; Τι κάνω εδώ κάτω; Από πού έρχομαι; Πού πηγαίνω;" Για τον Ιονέσκο, ο άνθρωπος είναι η αποτυχημένη δημιουργία ενός κακόβουλου Θεού, ο κόσμος ένα διαστροφικό πεδίο παραγωγής του Κακού, το Μηδέν ο μοναδικός νόμος. Όλα, λοιπόν, είναι παράλογα. Και η αγάπη; Και η ελπίδα; Ο Ιονέσκο ταξιδεύει στα βάθη της προσωπικής του νύχτας, αναζητώντας το νόημα της δικής του ζωής και της ανθρώπινης ύπαρξης.






Μπαμπά, που είσαι;


Ο μπαμπάς έχει βαρυστομαχιά. Η μαμά λείπει κι εκείνος βρήκε ευκαιρία και έφαγε φρικτά και βαριά πράγματα. Όμως η Ζοζέτ τον σηκώνει με το ζόρι για να παίξουν.
"Ψάξε να με βρεις" της λέει ο μπαμπάς.
Κι εκείνη ψάχνει. Ο μπαμπάς δεν είναι μέσα στο βάζο ή πίσω από το κάδρο, ούτε στο φούρνο ή μέσα στην τσέπη του παντελονιού του...
Που είναι ο μπαμπάς;
Ένα θαυμάσιο βιβλίο για την τρυφερή σχέση ανάμεα σε πατέρα και παιδί, γραμμένο από έναν από τους μεγαλύτερους συγγραφείς του κόσμου.











Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου