Τρίτη 31 Μαρτίου 2020

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΤΕΚΟΥ "Αμ δεν τελειώνει έτσι ο κόσμος κύριε Έλιοτ!"


"Πολλά τα νέα δεδομένα στην καθημερινότητα τα οποία μας ξεβόλεψαν από γνώριμες σκέψεις, αισθήματα και συνήθειες που’χαν σχεδόν από πάντα κατσικωθεί στον κώδικα συμπεριφοράς και επικοινωνίας μας. Γίνεται ολοένα πιο σαφές ότι μια νέα κατάσταση δρομολογείται γκρεμίζοντας το «οικείο», δημιουργώντας ανασφάλεια σε όλους.
Ο τρόπος αλλά και ο τόπος διασκέδασης έχουν κι αυτά αλλάξει. Λουσμένοι στο ντετόλ, με χέρια χαρακωμένα από την ξηρότητα, μάτια που φανερώνουν την αγωνία για το «τώρα» αλλά και το «μετά» και φυσικά με μηδενική διάθεση για οποιαδήποτε κατ’οίκον ασχολία, αναζητούμε απεγνωσμένα διεξόδους εσωτερικής ανάτασης.
Καμία ταινία στο νέτφλιξ (κάτι κορεάτικα βλέπω) ή ανάγνωση βιβλίου στον καναπέ που μοιάζει να’χει γίνει ένα με τον ποπό μας (μόλις τέλειωσα την Χορτοφάγο της Χαν Κανγκ btw), συζητήσεις μέσω τηλεφώνου με φίλους προς ανταλλαγή φόβων, μαυρίλας και αρμαγεδωνικών σεναρίων, μηνύματα στο μέσεντζερ που ούτε αυτά συμβάλλουν στην επανάκτηση της χαμένης καλής διάθεσης και ποστάρισμα φωτογραφιών από μιαν άλλη εποχή στυλ those were the days που ελπίζουμε να μην χάθηκε για πάντα.
Πώς θα θέλαμε τώρα να βρισκόμασταν στην πλατεία της γειτονιάς για σουβλάκι και μπυρίτσα ή να τσακωνόμασταν με τον αναιδή που πάλι μας πήρε τη θέση στο σούπερ μάρκετ ή στην τράπεζα! Πόσο θα θέλαμε να μπορούμε να θυμώσουμε με τους γονείς, τον σύντροφο ή το παιδί μας ως ένδειξη φυσιολογικότητας χωρίς να φοβόμαστε μήπως τα πικρά λόγια της στιγμής που φυσικά και δεν εννοούσαμε θα είναι τα τελευταία!
Κλεινόμαστε κι άλλο στον εαυτό μας. Ο φόβος το κάνει αυτό. Γινόμαστε μικροπρεπείς ενίοτε. Πάλι ο φόβος φταίει. Κριτικάρουμε, απαξιώνουμε, ενδιάμεσα αναστενάζουμε, θυμώνουμε, ελπίζουμε για λίγο, τραγουδάμε στο σαλόνι παλιά σουξέ, κλαίμε γοερά και ξαλαφρώνουμε, χαμογελάμε γιατί βγήκε ο ήλιος (τι κι αν δεν μπορούμε να τον χαρούμε όπως θα θέλαμε) καίμε το φαγητό αλλά δεν πειράζει, ονειρευόμαστε...όσο μπορούμε ακόμα και αναστενάζουμε ξανά λέγοντας «θα περάσει κι αυτό».
Πριν το καταλάβουμε βρισκόμαστε στο μπαλκόνι, στο νέο «κέντρο διασκέδασης» ειδικά αν μένεις σε κεντρικό δρόμο. Φτιάχνουμε καφέ ή τσάι και στηνόμαστε. Σε λίγο βγαίνει κι η διπλανή και σαν να’μαστε συνεννοημένες ότι πρέπει να παίξουμε το ρόλο των γέρων του Μάπετ Σόου αρχίζουμε να σχολιάζουμε τους περαστικούς. Από τον δεύτερο όροφο διακρίνονται μια χαρά αν φοράνε μάσκες, γάντια και αν κρατούν τη σωστή απόσταση μεταξύ τους.
Νιώθουμε υποχρεωμένοι να τους βάλουμε στη θέση τους και η πανδημία μάς δίνει το δικαίωμα να μην φιλτράρουμε τα λόγια μας-έτσι δεν είναι; «Πού πας έτσι ρε χούφταλο; Θα μας πάρεις κι εμάς στο λαιμό σου αν κολλήσεις!» «Ρε κολόπαιδο, τι γλωσσοφιλιέσαι στα παγκάκια; Τους γονείς και τους παππούδες σου δεν τους σκέφτεσαι;» «Κυρ Μενέλαε, τι καλό ψώνισες σήμερα;» «Σοφούλα πήρες κολόχαρτα ή τα εξαφάνισαν όλα οι βάρβαροι;»

Μη! Μη σε παίρνει από κάτω φίλε, γείτονα, περαστικέ...άγνωστε!

Αμ δεν τελειώσει έτσι ο κόσμος κύριε Έλιοτ! Ούτε με πάταγο αλλά ούτε με λυγμό. Ίσως αλλάζει, αλλά δεν τελειώνει!

Ιφιγένεια

**Φωτογραφία: «Balkony talkers», Gilbert King Elisa Photography. Γείτονες που μιλάνε στην Αβάνα.








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου