Σάββατο 2 Ιουνίου 2018

ΕΠΙΛΟΓΗ - ΔΕΚΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ

" Η Μεγάλη Χίμαιρα " του Μ. Καραγάτση 


Eνα βιβλίο πρωτοποριακό για την εποχή του ( εκδόθηκε το 1936) που προκάλεσε μάλιστα και πολλές αντιδράσεις λόγω των τολμηρών ερωτικών στοιχείων που περιέχει, ένα βιβλίο με πολύ στενή σχέση με την Αρχαία Τραγωδία .

ΥΠΟΘΕΣΗ : 

Η " μεγάλη χίμαιρα" είναι ένα λεπτομερές ψυχογράφημα. Ο συγγραφέας καταπιάνεται με έναν γυναικείο χαρακτήρα και τον αναλύει συστηματικά. Είναι η ιστορία της Μαρίνας, μιας νεαρής Γαλλίδας που ερωτεύεται, παντρεύεται κι ακολουθεί τον άνδρα της στη Σύρα, στο πατρικό σπίτι της Επισκοπής. Εκεί ζει κάτω από τον βαρύ, αποδοκιμαστικό ίσκιο της πεθεράς της. Καθώς η Μαρίνα συνδέει την τύχη της με τα βαπόρια του άνδρα της, κάθε ψυχική της αναταραχή έχει περίεργες συνέπειες πάνω στη ζωή τους. Όταν έρχεται η οικονομική καταστροφή που είναι συνδεδεμένη με την ψυχική φθορά της ηρωίδας, τότε όλα μπαίνουν στον φαύλο κύκλο του έρωτα και του θανάτου. 
(ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ)


Απόσπασμα 

Οι μέρες του Αυγούστου και του Σεπτεμβρίου είναι θερμές, καφτερές, γεμάτες τυφλωτικό ήλιο, φως αδυσώπητο. Ο μπάτης δεν κατορθώνει ούτε να ρυτιδώσει τη θάλασσα. Τα μελτέμια δεν έχουν δύναμη ν’ απλώσουν τα φτερά τους. Τη νύχτα αναδίνονται απ’ το πέλαγο οσμές αρμυρές, ανασαιμιές ασάλευτου νερού, που θυμίζουν ιδρώτες οργασμού. Τα βράχια του νησιού αναβρύζουν την πύρη της μέρας, τυραννώντας τα πλεμόνια και τα νεύρα. Κάτω στην πολιτεία, το γλέντι ξεσπάει με τραγούδι, χορό, μεράκι, καημό κι έρωτα. Τρέχει το κρασί γεννώντας παθιασμένη δυσθυμία κι όχι ανάλαφρο κέφι. Τα κορμιά σμίγουν σε παράταιρα αγκαλιάσματα. Βράζουν οι ψυχές. Η ζωή, στο διάβα της, παρασέρνει το άβουλο ανθρώπινο κοπάδι, το εξουθενωμένο απ’ την οργή, τη ζήλεια και το πάθος. Και το φεγγάρι φωτίζει τη νεκρή θάλασσα, τον πυρωμένο βράχο και την ηδονόφιλη πολιτεία με τις ψυχρές αχτίδες του, σαν μια πελώρια ειρωνία του γλαυκού ουρανού προς τη χρυσογάλανη γη. 
Είναι το καλοκαίρι… 
Για τη Μαρίνα το κρεβάτι είναι πλατύ, η νύχτα ατελείωτη.



" Οι κερασιές θ' ανθίσουν και φέτος " του Μενέλαου Λουντέμη . 



ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ 

"Η πρώτη κραυγή του ανθρώπου είναι κλάμα. Αποκεί και πέρα οι άνθρωποι ή παραμένουν άνθρωποι και κλαίνε, ή γίνονται τέρατα και κάνουν τους άλλους να κλαίνε". 
Ο Ευγένης Βενετός και ο Άρης Βεργωλής, φίλοι αδερφικοί, συμπορεύονται στη φτώχεια, στην απελπισία, μα και στην αγανάκτησή τους για το άδικο του κόσμου, που προσπαθούν να το εξηγήσουν, ο καθένας με τον τρόπο του. Τυχαία -ίσως πάλι, όχι- θα συναντήσουν το γερο-Ραματά που, στον πολυκαιρισμένο του καφενέ, θα τους πάρει από το χέρι, θα γίνει ο πατέρας που δεν έχουν, και μαζί θα πορευτούν, αντιμέτωποι με τις επιλογές τους. Ώσπου θα πέσει στα χέρια τους το βιβλίο της Φούγιας. "Για λίγο ουρανό·" ένα βιβλίο, που απρόσμενα θα αλλάξει την πορεία της ζωής τους. 
Πρόσωπα που θα τα συνδέσει η τύχη, ίσως και το πεπρωμένο, που θα ανακαλύψουν πως, τελικά, "οι κερασιές θ' ανθίσουν και φέτος"... 

"νύσταξα να σε καρτερώ έρωτα, και να λιώνω, 
μπρος στο βιβλίο της ζωής σκυμμένος μια ζωή! 
Μα αν ήτανε να ερχόσουνα για ένα, έστω, πρωί, 
χίλια θε να' δινα πρωινά, να ζούσα εκείνο μόνο!" 

Αποσπάσματα 

1.-Μου ‘ρχεται να μπήξω ένα «κατηγορώ» και δεν ξέρω τι να κατηγορήσω; Το χρήμα που αγοράζει ή τη ζωή που αγοράζεται; Μια φορά κι έναν καιρό, κ. Ραματά, υπήρχε και η τύχη, κι ήταν καλόβολη η καημένη τότε. Άμα δεν είχαμε χρήματα για να θρέψουμε τον εαυτό μας, τον θρέφαμε με όνειρα. Και τα όνειρα ήταν χορταστικά. Τώρα όμως οι καιροί κείνοι πέρασαν, η τύχη μας γύρισε την πλάτη, και τα όνειρα δεν έχουν πια βιταμίνες…

2-Αν θέλετε το έργο σας να ζήσει μαζί με σας και πέρα από σας, πρέπει να το χτίσετε με γνήσια υλικά και μέσα στο χώρο των ανθρώπων. Ο αληθινός συγγραφέας δε δίνει απλώς τα προϊόντα της πένας του (προϊόν της πένας είναι και το σκέτο μελάνι), αλλά βοηθάει τη ζωή να γίνει πιο φιλόστοργη με τους ανθρώπους. Κυνηγά την κακία και την αμάθεια. Στιγματίζει τη σκληρότητα και την αδικία. Και ρίχνει φως στο δρόμο των ανθρώπων. Φως, και λουλούδια, και μάθηση. Μα όλα αυτά πρέπει να τα κάνει πρώτα δικά του. Τα βιβλία είναι τόμοι από φωτεινές δέσμες, τόμοι από παράπονα, από θυμούς και γέλια. Δηλαδή τόμοι από αληθινές εξομολογήσεις… Όποιος συγγραφέας δεν εξομολογείται, ψεύδεται.

3-Μήπως πρόκειται να λιγοστέψετε τον πόνο τους αν κλαίτε για λογαριασμό τους;
-Τότε λοιπόν;
-Να χτυπήσετε τις ρίζες του ανθρώπινου πόνου. Να στρέψετε τ’ αυτί σας στις αιτίες του. Και να θυμάστε πάντα πως άνθρωπος δεν είναι αυτός που πονά μόνος του (μόνα τους πονούν και τα σκαθάρια), αλλά εκείνος που πονά πρώτα για τους άλλους. Που πονά και μάχεται να τους λυτρώσει απ’ τα δεσμά, την πείνα και τη λύπη.

"Οι αδερφοφάδες " του Νίκου Καζαντζάκη . 


Υπόθεση

Η ιστορία τοποθετείται στον Κάστελο, ένα απομονωμένο χωριό της Μακεδονίας, στα χρόνια του Εμφυλίου. Το χωριό βρίσκεται υπό τον έλεγχο του στρατού και πολιορκείται από τους αντάρτες. Ο ιερέας του, ο παπα-Γιάνναρος, στέκεται ανάμεσα στις δύο παρατάξεις και προσπαθεί να τις συμφιλιώσει.
Ωστόσο, όλες του οι παραινέσεις αντιμετωπίζονται με αδιαφορία, αφού κάθε παράταξη τον θεωρεί όργανο της άλλης. Ο παπα-Γιάνναρος αναρωτιέται πού βρίσκεται το δίκιο· παρ' όλο που το κοινωνικό όραμα των ανταρτών του φαίνεται σωστό σε κάποια σημεία, τον προβληματίζει η απάνθρωπη συμπεριφορά τους.
Ενώ η κατάσταση στον Κάστελο είναι τραγική, παίρνει τη μεγάλη απόφαση: συναντά τον αρχηγό των ανταρτών, τον καπετάν Δράκο (που είναι γιος του) και συμφωνεί να του παραδώσει το χωριό, με τον όρο να μην πειράξει κανέναν. Στη συνέχεια, απευθύνεται στους χωρικούς και τους πείθει να δεχτούν τη συμφιλίωση. Όμως, μόλις οι αντάρτες μπαίνουν στον Κάστελο, ο καπετάν Δράκος εκτελεί 12 άτομα.
Θεωρώντας τον εαυτό του υπεύθυνο για το θάνατό τους, ο παπα-Γιάνναρος δηλώνει ότι θα γυρίσει όλα τα χωριά για να συμφιλιώσει τους ανθρώπους και να τους πει να μην πιστεύουν ούτε τους «μαύρους» ούτε τους «κόκκινους». Έχει ήδη αρχίσει να απομακρύνεται, όταν ο καπετάν Δράκος διατάζει να τον σκοτώσουν.

Απόσπασμα 

Πόλεμος ακατάπαυτος με το Θεό, με τους αγέρηδες, με το χιόνι, με το θάνατο είναι η ζωή τους• γι' αυτό, όταν πλάκωσε ο άδερφοσκοτωμός, δεν ξαφνιάστηκαν οι Καστελιανοί, δεν τρόμαξαν, δεν άλλαξαν συνήθειες• μονάχα ό,τι ως τότε κουφόβραζε μέσα τους, βουβό κι αφανέρωτο, ξεσπούσε τώρα κι αυθαδίαζε λεύτερο• τινάχτηκε από τα στήθια τους αχαλίνωτη η αρχέγονη λαχτάρα του ανθρώπου να σκοτώσει. Καθένας είχε κι ένα γείτονα ή κι ένα φίλο ακόμα ή κι αδερφό, που τον μισούσε, χρόνια, χωρίς αφορμή, κάποτε χωρίς κι ο ίδιος να το ξέρει, στέρνιαζε χρόνια το μίσος και δεν έβρισκε κανάλι να βγει' και τώρα, να, ξαφνικά τους μοίραζαν τουφέκια και χειροβομβίδες, ανέμιζαν απάνω από τα κεφάλια τους τρισεύγενες σημαίες, τους ξόρκιζαν οι παπάδες, οι γαλονάδες, οι γαζετατζήδες, να σκοτώσουν το γείτονα και το φίλο και τον αδερφό, έτσι μονάχα, τους φώναζαν, η πίστη κι η πατρίδα θα σωθούν. Ο φόνος, η παμπάλαιη ανάγκη του άνθρωπου, έπαιρνε ένα υψηλό μυστικό νόημα, κι άρχισε το αδερφοκυνηγητό. Άλλοι κότσαραν κόκκινους σκούφους και πήραν τα βουνά, άλλοι, ταμπουρωμένοι στο χωριό, είχαν καρφωμένα τα μάτια τους αντίκρα στην κορφή του βουνού, στην Αετοράχη, όπου λημέριαζαν οι αντάρτες• πότε ροβολούσαν χουγιάζοντας οι κοκκινοσκούφηδες, πότε έκαναν γιουρούσι οι μαυροσκούφηδες και πιάνονταν μέση με μέση κι άρχιζε το γλυκό το άδερφοφάγωμα. Ξεπετιούνταν αναμαλλιάρες κι οι γυναίκες από τις αυλές, σκαρφάλωναν στις ταράτσες και σκλήριζαν, ν' αγκρίσουν τους άντρες• ούρλιαζαν και τα σκυλιά του χωριού, έτρεχαν ξεγλωσσισμένα πίσω από τ' αφεντικά τους κι έμπαιναν κι αυτά στο κυνήγι' ωσότου έπεφτε η νύχτα και κατάπινε τους ανθρώπους. 
Ένας μονάχα στέκονταν ανάμεσα τους ξαρμάτωτος, απελπισμένος, με τις αγκάλες ανοιγμένες κι αδειανές, ο ιερέας του χωριού, ο παπα-Γιάνναρος. Κοίταζε πότε δεξά, πότε ζερβά, δεν ήξερε κατά που να πάρει' μέρα και νύχτα ένα μονάχα αναρωτιόταν με αγωνία, ετούτο: Αν κατέβαινε ο Χριστός, με ποιους θα πήγαινε; Με τους μαύρους; με τους κόκκινους; Η θα στέκονταν κι αυτός στη μέση, με τις αγκάλες ανοιχτές, και θα φώναζε: «Αδέρφια, αδερφωθείτε! Αδέρφια, αδερφωθείτε!» Όμοια στέκονταν κι ο αντιπρόσωπος του Θεού στον Κάστελο, ο παπα-Γιάνναρος, με ανοιχτές τις αγκάλες και φώναζε. Φώναζε, μα όλοι, μαύροι και κόκκινοι, προσπερνούσαν και τον γιουχάιζαν: 
- Έαμοβούλγαρε, προδότη, μπολσεβίκο! 
- Λαοπλάνε, φασίστα, ταυραμπά! 
Κι ο παπα-Γιάνναρος κουνούσε τη βαριά κεφάλα του, ανταρεμένος, και προσπερνούσε. 
«Ευχαριστώ σε, Θεέ μου» μουρμούριζε «ευχαριστώ σε, γιατί μ' έβαλες σ' ένα τέτοιο επικίντυνο πόστο να πολεμώ• όλους τους αγαπώ, κανένας δε με αγαπάει, μα αντέχω. Μα μην παρατεντώνεις το σκοινί, Χριστέ μου, άνθρωπος είμαι, δεν είμαι βουβάλι μήτε άγγελος, είμαι άνθρωπος, ως πότε θ' αντέχω; μια μέρα μπορεί και να σπάσω' σου το λέω, γιατί - ήμαρτον, Θεέ μου- καμιά φορά το ξεχνάς και ζητάς από τον άνθρωπο πιο πολλά κι από τους αγγέλους.» 


"Δίχως Θεό" του Άγγελου Tερζάκη.



Το "Δίχως Θεό" του Άγγελου Tερζάκη, που η κριτική το χαρακτήρισε από τα λαμπρότερα δείγματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας (Α. Καραντώνης), όχι απλώς έργο αλλά μαρτυρία (Γ. Χατζίνης), αφηγείται την ιστορία ενός ανθρώπου σκεπτόμενου, επαναστάτη κάποτε, που επιφορτίζεται με την ανατροφή δυό ορφανών ανιψιών του. Ο Παραδείσης θα αγωνιστεί να τα μεγαλώσει με τις πλατιές αντιλήψεις του, που δεν χωρούν σε δογματισμούς. Τα δυό παιδιά θ' ακολουθήσουν δρόμο περίεργο, αυτόν που ονομάζαμε άλλοτε κακό. Το πολυδιαβασμένο αυτό μυθιστόρημα, που ζωντανεύει τη μεσοπολεμική Αθήνα και τον κόσμο της, υφαίνεται -όπως ολόκληρο το έργο του Τερζάκη- πάνω σ' έναν ιστό πλοκής και στοχασμού με άξονα, εδώ, την ανεπίλυτη συνάρτηση ανατροφής και κληρονομικότητας. Ο Παραδείσης θα πληρώσει με τη ζωή του ένα πείραμα υψηλό...

Απόσπασμα 

Ο ένας δρόμος οδηγεί στο Θεό, αναστέναξε βαρειά ο Παραδείσης, ο άλλος στον ολοκληρωτισμό. Φοβάμαι, τρέμω, μήπως δεν υπάρχει τρίτος, ενδιάμεσος. Εμείς βλέπεις, καλέ μου, είμαστε σήμερα ένας κόσμος που έχασε το Θεό του. Η ιδέα της θεότητας απουσιάζει από τη ζωή, το βλέπεις, κι’ απόμεινε στη θέση της ένα είδωλο. Τι θα γίνουμε δίχως Θεό; πες μου. Μπορούμε να ζήσουμε κι’ έτσι, δίχως την κεκτημένη ταχύτητα που μας οδηγούσε ίσαμε τώρα; Ίσως ναι, δε λέω. Άλλοτε, το πίστεψα φανατικά. Ως τότε όμως, στη μεταβατική τούτη εποχή, δε βρίσκεις πως μπορούν να σημειωθούν πράγματα τερατώδη, πράξεις έσχατης απελπισίας, να βγουν στο φως όντα με όψη ανθρώπινη που δε θα έχουν ωστόσο καμμιά σχέση μαζί μας; Εγώ, εγώ που με βλέπεις, ποτέ μου, από κούνια, δεν πίστεψα στο Θεό. Κι’ όμως αργότερα, δίχως να το καταλάβω πώς, οδηγήθηκα να πιστεύω στην ανώτερη χρησιμότητά του, στην αγριωπή ομορφιά θα ’λεγα. Ικανοποιεί μέσα μας ένα αίσθημα υψηλής, όχι θετής απλά, δικαιοσύνης… Αχ, όλ’ αυτά μου φάγανε το μυαλό, είπε κι’ έβγαλε πάλι τα γυαλιά του, έτριψε μέσα στα δάχτυλά του το μέτωπό του σαν άνθρωπος ξαφνικά άρρωστος.

" Αριάγνη " του Στρατή Τσίρκα .


Η Αριάγνη (1962) είναι το δεύτερο από τα τρία βιβλία που αποτελούν την Τριλογία Ακυβέρνητες Πολιτείες.Τα άλλα δύο είναι: Η Λέσχη (1960) και Η Νυχτερίδα (1965). Η δράση εκτυλίσσεται, διαδοχικά, στην Ιερουσαλήμ, στο Κάιρο και στην Αλεξάνδρεια. Κεντρικό πρόσωπο και στα τρία: ο Σιμωνίδης ή Καλογιάννης, ανθυπολοχαγός των ελληνικών στρατιωτικών τμημάτων που είχαν σχηματιστεί στην Αίγυπτο, μετά την κατάληψη της Ελλάδας από τους Γερμανούς. Είναι μέλος αριστερής οργάνωσης και εμπλέκεται στις πολιτικές δραστηριότητες της εποχής. Οι πολιτικές συγκρούσεις, το ελληνικό στοιχείο των παροικιών, καθώς και το κοσμοπολίτικο κλίμα της Μέσης Ανατολής κυριαρχούν στο μυθιστόρημα.

Η Αριάγνη ( Κάιρο 1943) μαζί με τον άντρα της και τα παιδιά της, ζούνε σε μια φτωχική συνοικία του Καϊρου, που τη λένε «Λαβύρινθο». Φιλοξενεί τον Μάνο Σιμωνίδη στο σπίτι της εκείνα τα χρόνια - αλλά γυναίκα βαθιά ποτισμένη από ανθρωπισμό - δεν διστάζει να προσφέρει τη βοήθειά της σε όποιον την ζητήσει. Ο Σιμωνίδης εκείνο τον καιρό αρθρογραφεί στην παράνομη εφημερίδα της αριστεράς, «Ο μαχητής», η οποία αγωνιζόταν για την εκκαθάριση του ελληνικού στρατού από τα πολυπληθή βασιλικά και μεταξικά (άνθρωποι της ιδεολογίας του Ιωάννη Μεταξά) στοιχεία. Ο Τσίρκας καυτηριάζει πολλά κακώς κείμενα της Αριστεράς όχι μόνο του 1940 αλλά και της εποχής του (1960), όπως τον παραγοντισμό, τον φραξιονισμό, η αχαλίνωτη (αν και σεμνοτυφικά κρυμμένη) φιλοδοξία. Σε αυτό το βιβλίο σκιαγραφείται περισσότερο ο ήρωας που έχει το όνομα «Το ανθρωπάκι», στον οποίο συμβολίζονται όλα τα κακά της Αριστεράς. «Το ανθρωπάκι», είναι αυτός που συνωμοτεί, που συκοφαντεί, που συμβιβάζεται με την αγγλική εξουσία προσπαθώντας να ανέλθει στην κομματική ηγεσία. Ωστόσο, ευτυχώς, υπάρχει και ο «Φάνης». Γραμματέας της κομμουνιστικής οργάνωσης της Αιγύπτου, είναι ο τύπος του ακέραιου και αληθινού αριστερού επαναστάτη που πασχίζει για το καλό της Ελλάδας. Τέλος εξιστορείται, σε ένα από τα πιο δυνατά κεφάλαια του βιβλίου, η στην ουσία «πορεία θανάτου» των δύο ελληνικών ταξιαρχιών που είχανε σχηματιστεί και πολεμούσανε στο πλευρό των Συμμάχων, αφού διατάσσονται από την κυβέρνηση του Καΐρου -να βαδίσουν από το Χαλέπι της Συρίας μέχρι τη Ράκκα κατά μήκος του ποταμού Ευφράτη, μέσα σε δέκα μέρες.


Απόσπασμα 

Από έναν εσωτερικό μονόλογο της Αριάγνης , όπου " διαβλέπει " τον διωγμό των Ελλήνων από την Αίγυπτο .

Μάτια που σε κοιτούνε και δε σαλεύουνε. Μάτια που μαλώνουνε. Η βροχή δυνάμωσε κι ο κόσμος σκοτείνιασε. Το παιδί με την προβιά. Θα του κόψει τουλάχιστο να χωθεί σε καμιά πόρτα για να μη βρέχεται; Αχ, παιδί μου Σταμάτη, αχ Καλλιόπη και Ουρανία, αχ κύρη τους εσύ που τους τα έμαθες αυτά. Γιατί γουμάρια; Γιατί κουρμπάτσι; Εκεί που είναι ο πόνος κι ο ιδρώτας και τα δάκρυα, εκεί δεν είναι ο άνθρωπος; Γιατί λοιπόν σκάβετε ένα χαντάκι και χωρίζεστε; Πού θα σας βγάλουν αυτά τα μυαλά; Τρέμω. Θα 'θελα να μη ζω. Να μη δούνε τα μάτια μου. Θα έρθει μέρα. Βλέπω κόσμο να στριμώχνεται στις προκυμαίες με βουνά γύρω τους τις βαλίτσες και τους μπόγους και τα στρώματα.* Και πίσω τους τάφοι γονιών, προγόνων, τάφοι μικρών παιδιών αφημένοι στο έλεος του Θεού. Δίχως καντήλι, δίχως έναν κουβά νερό να ξεδιψάσουν τα κόκαλά τους. Κι όλο το μόχθο, τις γιορτές, τις αγκούσες, πενήντα, ογδόντα, εκατό χρόνων, να θαρρείτε πια πως τις παίρνετε μαζί σας γιατί καρφώσατε όπως όπως μέσα σε σανιδένια μπατάλικα σεντούκια τα έπιπλα και το ρουχισμό και τα σκεύη σας και τίποτε θυμητικά μικροπράγματα. Και θα νομίζετε πως μια και κουβαλήσατε τα πράματα σώσατε μαζί τους τη χαρά και τους έρωτες και τις ελπίδες και τα μεθύσια. Τίποτα δε σώσατε. Μόνο άψυχα πράματα που κάποτε σταθήκαν μάρτυρες. Θα τα στήσετε κάτω από άλλον ουρανό και θα δείτε πως δε θα σας μιλούν, δε θα σας λένε αυτά που περιμένετε. Γιατί θα τα ζεσταίνουν άλλα χνώτα, άλλα βλέμματα, άλλες φωνές. Μη χάνεστε κι ακούστε που σας λέω. Μια ζωή που έζησες, την έζησες, δεν τη βρίσκεις αλλού. Γιατί την έζησες μέσα σε μυρουδιές, μέσα σε φώτα, μέσα σε ήλιους και βροχές, μέσα σ' ανθρώπους. Κι αυτά όλα θα μένουν πίσω σου και θα τ' αναζητάς. Θα τριγυρίζετε σαν άταφοι νεκροί που ζητούν ένα λάκκο να πέσουν μέσα να ξεκουραστούν. Και τα γουμάρια και το κουρμπάτσι θα βρίσκονται πίσω σας μίλια και σεις πια μήτε θα τα θυμόσαστε. Εγώ, θα λέτε, να ξεραθεί το στόμα μου αν είπα ποτέ τέτοιο λόγο. Μα τον είπατε, είναι γραμμένος στον αέρα, πάνω στους τοίχους των σπιτιών, μέσα στις φυλλάδες που βγάζατε. Και τούτοι οι άνθρωποι, όσο πονετικοί κι αν είναι, πώς θέτε να τον ξεχάσουνε; Θα τον θυμούνται και θα σας τον θυμίζουνε και σεις θα μετανοιώνετε πικρά. Γι' αυτό σας λέω μη, μη όσο είναι καιρός.



 " Τα παιδιά της Νιόβης " του Τάσου Αθανασιάδη


Το έργο αυτό είναι τετράτομο.
Στο έργο του αυτό ο Αθανασιάδης περιγράφει τον τρόπο ζωής των Ελλήνων της Μικράς Ασίας, μέσω του παραδείγματος της κλειστής κοινωνίας του Σαλιχλίου. Το έργο πιθανότατα έχει πάρει τον τίτλο του από τον μύθο της Νιόβης. Το 2003 έγινε τηλεοπτική μεταφορά του έργου.
Στον πρώτο τόμο του έργου περιγράφεται η ζωή ακριβώς πριν την έλευση του Ελληνικού Στρατού στο Σαλιχλί. Στον δεύτερο περιγράφεται η ζωή κατά την ελληνική κατοχή έως και την Καταστροφή της Σμύρνης.Στους δύο τελευταίους περιγράφεται η προσφυγική ζωή στην Ελλάδα μετά την καταστροφή της Σμύρνης. 

Αποσπάσματα 

30 Ιουνίου 1917

Κατά την διάρκειαν της πανηγυρικής δοξολογίας, όπου χοροστάτησεν ο νέος μητροπολίτης, απροσδόκητον γεγονός με ήρωα τον διάκονον Ιερώνυμον θα είχεν σοβαρότατας συνεπείας διά τους χριστιανούς του Σαλιχλί, εάν δεν έσπευδε με την γνωστήν διπλωματικότητά του να τας αποτρέψη ο πολύτιμος συμπολίτης μας Αντώναγας, μουντίκης εις το κονάκι. Το γεγονός έλαβε χώραν ως ακολούθως: Κατά την λειτουργίαν, ο διάκος, παλλόμενος πατριωτικού μένους, ύψωσεν τας χείρας και εδεήθει υπέρ του ευσεβεστάτου βασιλέως ημών Κωνσταντίνου, της ευσεβεστάτης βασιλίσσης ημών Σοφίας, του διαδόχου ημών Γεωργίου και υπέρ του καθυπόταξαι υπό τους πόδας …ών πάντα εχθρόν και πολέμιον…». Κατάπληκτον το εκκλησίασμα εις το άκουσμα παρομοίας δεήσεως (εις περίοδον μάλιστα όπου τελούμεν υπό αυστηράν παρακολούθησιν των καχυπόπτων τουρκικών αρχών), σιωπηλόν της αμηχανίας διά μίαν στιγμήν, εξέσπασεν τέλος εις ζητωκραυγάς, αδιαφόρως από βασιλόφρονας και βενιζελικούς. Ματαίως ο δεσπότης, κάτωχρος εκ την ταραχής, προσεπάθει να επιβάλει την τάξιν. Το εκκλησίασμα εξηκολούθει να παραληρεί. Ο διάκος, εν τω μεταξύ, είχεν καταφύγει εις το ιερόν δια να μην αρπαγή από το ενθουσιώδες πλήθος, το οποίον τον επευφήμει: «Να μας ζήσης!… Να μας ζήσεις… Και δεσπότης!… Και δεσπότης!…». […]. Αργότερον, κατά την σύσκεψίν μας εις τα γραφεία της Δημογεροντίας, υπό την προεδρίαν του μητροπολίτου, όπου ελάβομεν σπουδαίας αποφάσεις διά ζωτικά θέματα της κοινότητας, ο συμπολίτης μας Μιχαλάκης Αναστασιάδης μας έδωσε την εξήγησιν της πατριωτικής εκρήξεως διακόνου. Ο άφρων, από φόβον μήπως τον καταγγείλει εις τον δεσπότην, όπως τον είχεν απειλήσει, δια την ελευθεριάζουσαν συμπεριφοράν του έναντι των μαθητριών, προφανώς διά να εξευμενίσει τον σεβασμιώτατον, εσκέφθει να θίξει την ευαίσθητον χορδή του πατριωτισμού όλων μας, κάμνων την απερίσκεπτον δέησίν του. Εξεσπάσαμεν εις γέλωτας από την αποκάλυψιν…
Ο γιος του κτηματομεσίτη Παναγή Καντάρογλου, ο Τζανής, δον ζουάν του Σαλιχλί, δεν υπνοβατούσε αργά εχθές την εσπέραν επί του κεντρικού δρόμου, ως είχομεν νομίσει εξερχόμενοι εύθυμοι εκ της οικίας του συμπολίτου Σαρρή, μετά από δείπνον προς τιμήν του μητροπολίτου. Η πόλις μας σήμερον καγχάζει δια το πάθημά του. Το μυστικόν διέρρευσεν από φλυαρίαν της αδερφής του: Ο ζωέμπορας Λαδής, σύζυγος της νεαροτάτης Βγενιώς, επιστρέψας αιφνιδίως εκ περιοδείας του ανά τα γύρω χωρία, συνέλαβε την γυναίκα του κατά είκοσι πέντε χρόνια νεωτέραν του επί της κλίνης με τον αδιόρθωτο-τσαχπίνη! «Nudus cum nuda et solus cum sola», όπως καθορίζει την μοιχείαν το ρωμαϊκόν δίκαιον. Μετά από γερόν ξυλοκόπημα, υπεχρέωσε το κοπούκι να εξέλθει ολόγυμνος εις τον δρόμον! Την τελευταίαν στιγμήν επρόφθασε η Βγενιώ να του ρίψει ένα σινδόνι! Εκείνος, εφ’ όσον ήταν πασίγνωστος ότι είναι υπνοβάτης, μόλις μας αντελήφθει, υπεκρίθει την πάθησίν του!… Ακόμη γελώμεν… Ο φαρμακοποιός Κοντογιάννης – άλλος ερωτιδεύς- του έστειλεν αλοιφήν διά πληγάς θέλων να τον πειράξει…»

27 Αυγούστου 1922

Θεέ μου, μη μου δώσεις άλλη παρόμοια μέρα! Πολλές φορές μέσα σ’ αυτό το ημερολόγιο έχω εκφραστεί με τόνο υπερβολής – είναι στο χαρακτήρα μου-, είτε σε ώρες ευτυχίας, είτε δυστυχίας. Όμως η σημερινή μέρα θα μείνει στη μνήμη μου σαν η πιο δραματική κατακλείδα του χρονικού αυτής της πενταετίας, που καταγράφω τις φάσεις του… 
Απ’ την αυγή είμαστε στους δρόμους. Στη Σμύρνη δε φαίνεται να υπάρχει πια ελληνικός στρατός. Η προκυμαία μαύρη απ’ τα πλήθη. Έχουν στυλώσει τα μάτια τους στο πέλαγος και προκειμένου να φανούν τα πλοία της σωτηρίας τους. αλλά δε φθάνουν… 
Βρισκόμουν έξω απ’ του «Καφέ Φώτη» με το Σοφιανόπουλο και συντάκτες της «Αμάλθειας». Ξαφνικά, ακούστηκαν κραυγές απ’ τη μεριά της Μπέλλα Βίστας: «Τούρκοι! …Τούρκοι!…». Ο κόσμος, από ένστικτο, κινήθηκε σε μιαν αλλοφροσύνη προς τη θάλασσα, προς τα ξένα πολεμικά, για να βρει προστασία. Μα τα πληρώματά τους, αδιάφορα σε ό, τι γινόταν, συνέχιζαν την καθημερινή υπηρεσία τους. πολλοί, μέσα σε κείνη την αναταραχή, πέσανε στη θάλασσα με τους μπόγους τους. Θα μένανε εκεί να πλέουν τουμπανιασμένοι για μέρες… Οι λίγοι, που κατάφεραν και πλησίασαν τα πολεμικά, δεν γίνονταν δεκτοί. Οι ναύτες τους διώχνανε οργισμένοι. Μερικοί τους ρίχνανε ζεματιστό νερό! Γρήγορα την πρώτη ορμή προς τη θάλασσα την ανάκοψε άλλη προς την αντίθετη μεριά. Καθηλωθήκαμε στα πεζοδρόμια, βουβοί απ’ τον τρόμο. Όλοι περιμέναμε πως θά’ ρχονταν μια μέρα οι τούρκοι, αλλά δε θέλαμε να το πιστέψουμε πως κάποτε θα φτάνανε… Ένα τμήμα τούρκοι ιππείς πρόβαλαν απ’ την Μπέλλα Βίστα και προχωρούσαν προς το κέντρο της προκυμαίας. Μπροστά απ’ το γαλλικό προξενείο, βλέποντας τους ένοπλους γάλλους πεζοναύτες να το φρουρούν, σταμάτησαν έτοιμοι να τους επιτεθούν. Τους είχαν πάρει για έλληνες! Ύστερα απ’ τις παρεξηγήσεις που δόθηκαν, προχώρησαν προς το διοικητήριο. Ήταν οι τσέτες του κιορ Μπεχλιβάν και λίγοι αξιωματικοί του τακτικού στρατού με στολή. Ο κιορ Μπεχλιβάν πάνω σ’ ένα ψηλό άλογο, μονόφθαλμος, ηλιοκαμένος, αγριόμορφος, με μαύρο κεφαλόδεμα, βράκες, γουρονοτσάρουχα, μάλλινη ζώνη στη μέση και στη σέλλα τα όπλα του –ζωόμορφη έκφραση πρωτόγονου, που τον κατευθύνει το κτηνώδες ένστικτο. Τον ακολουθούσε έφιππο το απόσπασμά του στην ίδια ανθρώπινη κοψιά με γουρουνοτσάρουχα, μερικοί με ελληνικά χιτώνια και κυλόττες, όπλα κρεμασμένα απ’ τους ώμους με σχοινιά και κυκλικά χατζάρια στις σέλλες τους. Μας προσπέρασαν βλοσυροί, αμίλητοι και περιφρονητικοί. Μπροστά στου «Καφέ Φώτη», όπου βρισκόμουν με την παρέα μου, σταμάτησαν σ’ ένα νεύμα νεαρού τούρκου αξιωματικού με άψογη στολή. Θα ήταν καμιά πεντακοσαριά. Παραλύσαμε απ’ τον τρόμο. Ο τούρκος αξιωματικός προχώρησε μέσα στο καφενείο. Είχε ορκιστεί, είπε γελαστός στον Μπεχλιβάν, να πιει τον καφέ του στην Γκιαούρ Σμύρνη. Την ίδια στιγμή, η μεραρχία του Νουρεντίν έμπαινε απ’ τον σταθμό του Μπασμαχανέ μέσα στις ελληνικές συνοικίες. Γυρίσαμε σπίτια μας μέσα από δρόμους έρημους. Στα Μπογιατζίδικα, ένας τούρκος ζαπτιές –απ’ αυτούς που ντύθηκαν τη στολή τους βιαστικά- τραβούσε μια νεαρή τουρκάλα απ’ τα μαλλιά, γιατί είχε βγει χωρίς φερετζέ. Μας έκανε μια βίαιη χειρονομία να απομακρυνθούμε. Τι μας περιμένει τη νύχτα, που γεννά όλα τα κακά; Τι μας περιμένει το πρωί; Θεέ μου, πολλές φορές επικαλέστηκα τη βοήθειά σου… 

Βόλος, 10 Φεβρουαρίου 1923 

Ο Βόλος είναι πολύ ωραία πόλη. Θα την χαρακτήριζα «αμφίβια», γιατί είναι χτισμένη ανάμεσα σε θάλασσα και σε βουνό – τον Παγασητικό κόλπο και το Πήλιο. Έχει αρχοντόσπιτα για μια αριστοκρατική τάξη, που επιμένει ακόμη να αποτελεί κλειστή κάστα, παρ’ ότι η ελληνική κοινωνία εκδημοκρατείται και τα λεγόμενα «τζάκια» χάνουν την παλιά αίγλη τους. Έχουν λέσχη και κυκλοφορούν με πολυτελή αμάξια. Μου λένε πως στο γραφικό Πήλιο έχουν χτίσει θαυμάσιες επαύλεις Βολιώτες, που έχουν τις επιχειρήσεις στους στην Αίγυπτο, για να ’ρχουνται τα καλοκαίρια. Θυμάμαι, πως ο εκπαιδευτικός Ελισσαίος Βασματζίδης, όταν με μύησε στο Δημοτικισμό, μου είχε εξιστορήσει της περιπέτειες του παιδαγωγού Αλέξανδρου Δελμούζου, που είχε ιδρύσει εδώ «Το Πειραματικό Σχολείο Βόλου», για να εφαρμόσει νεωτεριστικά παιδαγωγικά συστήματα. Ο Ερμής με τη διφυή του μορφή – λόγιος και κερδώος – κατεβαίνει συχνά στο Βόλο απ’ το γειτονικό Όλυμπο. Ο Βόλος είναι πολιτικό φέουδο του τοπάρχη Καρτάλη. Έχει επιστρατευμένους δεκάδες μαγκουροφόρους μπράβους, για να φυλάνε τα πολυάριθμα οικόπεδά του. Περίεργο: Απ’ τη συμπεριφορά του πρώτου κάτοικου, όταν επισκεφτώ μια πόλη, μου αποκαλύπτεται το ήθος όλων. Ο Βολιώτης, που πήρε τα στοιχεία μου στο ξενοδοχείο, χαμογέλασε, όταν του είπα πως είμαι Μικρασιάτης. «Εσείς οι πρόσφυγες είσαστε καλοί άνθρωποι. Εδώ έχομε κάμποσες οικογένειες απ’ τη Μικρά Ασία. Είναι όλοι νοικοκύρηδες. Ο γιος μου έχει αρραβωνιαστεί μια προσφυγοπούλα, τη Γλυκερία. Είναι απ’ τη Φώκαια». Τον ρώτησα τι δουλειά κάνει ο γιος του. Μου αποκρίθηκε: «Έχει ζαχαροπλαστείο». Του είπα: «Όταν παντρευτεί τη Γλυκερία να την πάρει στο μαγαζί του. Θα του κάνει ωραία γλυκά…». Γελάσαμε. 


" Οι Έμποροι των Εθνών " του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη 



Οι Έμποροι των εθνών (1822) είναι το δεύτερο από τα τρία μυθιστορήματα του συγγραφέα. Η δράση του τοποθετείται μεταξύ 1199 και 1207, δηλαδή λίγο πριν και λίγο μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους της τέταρτης Σταυροφορίας.

Πρόκειται άραγε για ιστορικό μυθιστόρημα, με θέμα τη σύγκρουση Βενετών και Ελλήνων στο Αιγαίο; Ή μήπως για ένα μυθιστόρημα με θέση το οποίο υπερασπίζεται την Ελληνορθόδοξη Ανατολή κατά της Ρωμαιοκαθολικής Δύσης; Πρόκειται κυριότατα για μια οξυδερκή και διεισδυτική μελέτη του ερωτικού πάθους, της σαρκικής επιθυμίας, του πόθου. Η Αυγούστα εγκαταλείπει τον σύζυγό της Ιωάννη Μούχρα και ακολουθεί τον Βενετό Μάρκο Σανούτο, όχι επειδή δυστυχεί με τον πρώτο και θέλει να ευτυχήσει με τον δεύτερο, αλλά γιατί είναι αιχμάλωτη μιας ακατανίκητης, κυριολεκτικά θανάσιμης ερωτικής επιθυμίας. Σε πλήρη ψυχική αδυναμία να κάνει οτιδήποτε άλλο, η Αυγούστα θα τραβήξει το δρόμο του πάθους της μέχρι τέλους, μέχρι θανάτου, του δικού της ασφαλώς θανάτου: καίγεται ζωντανή, μόνη, πάνω στη ναυαρχίδα του εραστή της.http://www.greekbooks.gr/

Αποσπάσματα 

«Τι εζήτει η Βενετία πέμπουσα τους στόλους τούτους εις το Αιγαίον; Ό,τι ζητεί ο σφαγεύς παρά του θύματος, τας σάρκας αυτού, ίνα κορέση την πείναν του. Διατί αι ιδιωτικαί αύται και κεκυρωμέναι με τα σήματα του Αγίου Μάρκου επιχειρήσεις; Διατί οι τοσούτοι εργολάβοι των κατακτήσεων, των ως διά δημοπρασίας εκτελουμένων; Η Βενετία προσηγόρευεν εαυτήν Πολιτείαν, και είχεν υιούς τυράννους. Τοις έδιδε το χρίσμα της και τους έπεμπεν ίνα κατακυριεύσωσι της γης. Η γενεαλογία της πολιτικής είναι συνεχής και γνησία κατά τους προγόνους. 
Η αργία εγέννησε την πενίαν. Η πενία έτεκε την πείναν. Η πείνα παρήγαγε την όρεξιν. Η όρεξις εγέννησε την αυθαιρεσίαν. Η αυθαιρεσία εγέννησε την ληστείαν. Η ληστεία εγέννησε την πολιτικήν. Ιδού η αυθεντική καταγωγή του τέρατος τούτου. Τότε και τώρα, πάντοτε η αυτή. Τότε διά της βίας, τώρα διά του δόλου… και διά της βίας. 
Πάντοτε αμετάβλητοι οι σχοινοβάται ούτοι, οι Αθίγγανοι, οι γελωτοποιοί ούτοι πίθηκοι (καλώ δε ούτω τους λεγομένους πολιτικούς). 
Μαύροι χαλκείς κατασκευάζοντες δεσμά διά τους λαούς εν τη βαθυζόφω σκοτία του αιωνίου εργαστηρίου των».http://sophia-siglitiki.blogspot.gr/

«[...] Ως κατάδικος δεμένος εις τον σκόλοπα, δι' ου μέλλει να εκτελεσθή η ποινή του, είναι και η ψυχή μου δεμένη εις τον έρωτα τούτον, όστις είναι η ποινή μου εις τον νυν αιώνα και εις τον μέλλοντα. Αγαπώ εκείνον όστις κατέστρεψε την οικιακήν μου ευδαιμονίαν και κατεσπάραξε την καρδίαν του συζύγου μου, τον αγαπώ τοσούτον εμμανώς, ώστε ο έρως ούτος είναι δαιμόνιον κατοικούν εις την σάρκα μου, είναι λεγεών όλη δαιμόνων εξηπλωμένη, ως πολύπους με τους πλοκάμους του, εις τας φλέβας μου, εκμυζώσα το αίμα μου και απορροφώσα την πνοήν μου. Ουδέποτε μετενόησα διά το έγκλημά μου τούτο, πάτερ, ουδέ πιστεύω ότι είναι δυνατόν να μετανοήσω. Απορώ, πάτερ μου, πώς ο Θεός επιτρέπει να υπάρχη εν τη υπ' αυτού δημιουργηθείση φύσει αίσθημα ισχυρότερον της εις αυτόν πίστεως και θεός ανώτερος πάσης θείας παντοδυναμίας. Εις μάτην, πάτερ μου, εκτελώ παρατεταμένας νηστείας, εις μάτην κάμνω καθ' εκάστην χιλίας γονυκλισίας. Η σαρξ δεν δύναται να καταβληθή, ο έρως δεν δύναται να υποχωρήση. Τα μεν χείλη μου ψιθυρίζουσι μηχανικώς τας τυπικάς προσευχάς, ας παιδιόθεν απεστήθισα, η δε καρδία μου αντηχεί το όνομα εκείνου...» www.lifo.gr


" Γαλήνη " του Ηλία Βενέζη. 




Το μυθιστόρημα αποτελεί το χρονικό της εγκατάστασης των προσφύγων στην περιοχή της Αναβύσσου. Τα γεγονότα είναι σχεδόν όλα αληθινά. Τα πρόσωπα έχουν τις ιδιότητες υπαρκτών ανθρώπων. Για λόγους οικονομίας της αφήγησης και του μύθου, τα πραγματικά γεγονότα και οι χαρακτήρες κεντήθηκαν μαστορικά από το συγγραφέα πάνω στον καμβά του μυθιστορήματος.
Τα πάθη της προσφυγιάς μέσα από τις ιστορίες δύο οικογενειών.
Το έργο αφηγείται τις περιπέτειες των οικογενειών του γιατρού Δημήτρη Βένη, και του απλού αγρότη Φώτη Γλάρου, προσφύγων από την Παλαιά Φώκαια της Μικράς Ασίας, που εγκαταστάθηκαν μαζί με άλλους Φωκιανούς το Φθινόπωρο του 1924 στην παραλία της Αναβύσσου.
Οι φωκιανοί έρχονται στη γη της Αναβύσσου. Οι βοσκοί που έχουν τα χειμαδιά τους στην περιοχή τους απειλούν για να τους διώξουν. Οι αρχαιοκάπηλοι που δρουν στην περιοχή τους βλέπουν με μισό μάτι. Οι πρόσφυγες αρχίζουν να ξεχερσώνουν τον τόπο. Ο Φώτης Γλάρος, σκάβοντας στο χωράφι του, βρίσκει ένα άγαλμα κούρου. Οι αρχαιοκάπηλοι του το κλέβουν. Το νερό της μεγάλης πλημμύρας παίρνει την γυναίκα του. Αυτός όμως δεν το βάζει κάτω, ξαναπαντρεύεται μια γυναίκα από το πάνω χωριό, όπου έχουν εγκατασταθεί κυρίως πρόσφυγες από την Καππαδοκία, φτιάχνει μια βάρκα, κλέβει αλάτι από τις αλυκές που λειτουργούν στην Ανάβυσσο, και αρχίζει εμπόριο με την Αίγινα.
Ο γιατρός Δημήτρης Βένης δεν θέλει να παραδοθεί στην σκληρή μοίρα του ξεριζωμού και της προσφυγιάς, φυτεύει τριανταφυλλιές, φροντίζει και συμβουλεύει τους πρόσφυγες. Πιστεύει βαθιά μέσα του, ότι μόνο κυνηγώντας χίμαιρες, μπορεί ο άνθρωπος να ξεφύγει από την σκληρή πραγματικότητα που τον πνίγει.
Η γυναίκα του Ειρήνη αρνείται να δεχθεί την μοίρα της, κλείνεται στον εαυτό της και βασανίζει τον γιατρό, βγάζοντας επάνω του όλη την κακία που σώρευσαν μέσα της οι κακοτυχίες της οικογένειας της και της πατρίδας της.
Ο γιατρός, φυτεύει τριαντάφυλλα στο άγονο χώμα της Αναβύσσου. Η Ειρήνη τα ξεριζώνει. Η πάλη των δύο αυτών ανθρώπων, η πάλη της χίμαιρας με την σκληρή πραγματικότητα είναι το θέμα του βιβλίου. Τα άλλα, οι πλημμύρα, η αρχαιοκαπηλία, ακόμα και η δολοφονία της μονάκριβης κόρης τους, είναι μόνο το σκηνικό του δράματος. Πρωταγωνιστής είναι ο αγώνας και η αγωνία του γιατρού, του έλληνα, του ανθρώπου, να φτάσει στην Γαλήνη κυνηγώντας χίμαιρες.http://users.otenet.gr/


" Η Παναγιά η Γοργόνα " του Στρατή Μυριβήλη




Στο μυθιστόρημα αυτό ο συγγραφέας επιστρέφει στο παρελθόν του τόπου του και της παιδικής του ηλικίας. Η αφήγησή του κινείται ανάμεσα στη ρεαλιστική απόδοση της καθημερινής ζωής και στην προσπάθεια δημιουργίας ατμόσφαιρας περισσότερο ποιητικής και εξωπραγματικής. Η γλώσσα που χρησιμοποιείται είναι η δημοτική.
Ο συγγραφέας, ύστερα απο μια δραματική περιγραφή του ξεριζώματος του μικρασιατικού Ελληνισμού που φθάνει στα ακρογιάλια της ελεύθερης Ελλάδας για να ρίξει νέες ρίζες στα πατρογονικά χώματα, μας μεταφέρει στο ψαραδοχώρι που δημιουργούν οι νέοι πρόσφυγες. Ανάμεσα στον βασανισμένο αυτόν κόσμο των ψαράδων ξεφυτρώνει ένα εξωτικό πλάσμα, ένα κορίτσι παράξενο με εκθαμβωτική ομορφιά, που γίνεται το ερωτικό κέντρο και η συνεχής αγωνία του πληθυσμού.

Απoσπάσματα

Κεφάλαιο 1

Κατάμπροστα στο ψαραδολίμανο, μέσα στο μάτι του πουνέντη, ορθώνεται πάνω σε θεώρατη θαλασσοβραχιά το ξωκλήσι της Παναγιάς της Γοργόνας. Τούτο τον όγκο της πέτρας τόνε κράζουν οι χωριανοί «της Παναγιάς τα Ράχτα». Ο βράχος είναι ριζωμένος στον πάτο. Σηκώνει την χήτη του μες από τα νερά σα θεριό που ξενέρισε το μισό και εκεί πέτρωσε. Οι άνθρωποι ρίξανε ριχτίμι στην προέχταση του βράχου. Έτσι έκαναν εύκολα το μόλο του λιμανιού, και το διαφεντεύουν από τις αγροκαιριές της Ανατολής. Όσο γέρνει η μέρα σκουραίνουν οι ίσκοι μέσα στα νερά και τα ράχτα ροδίζουνε στον ήλιο με το χρώμα του ξερού τριαντάφυλλου. Τη νύχτα ο όγκος τους ξεκόβει ψηλός και σκοτεινός μες από την ισάδα της ακρογιαλιάς και του νερού. Στέκεται σα δραγάτης και ξαγρυπνά πάνω από τα μαγαζάκια και τα λίγα σπίτια της Σκάλας. Οι περαστικοί τρατάρηδες ανεβαίνουν και ανάβουν φωτιές εκεί πάνω, στις γούβες και στα σπηλάδια, να βράσουν την κακαβιά. Οι μεγάλοι ίσκοι τους κουνιούνται με την αντιλαμπή στ’ ασβεστωμένα ντουβάρια της Παναγιάς και πάλι χάνουνται. Το ξωκλήσι δεν είναι να πεις τίποτα παλαιικό χτίσμα, απ’ αυτά τα μικρά αριστουργήματα που μαστόρεψε η βυζαντινή αρχιτεχτονική σ’ όλη την Ελλάδα. Είναι τετράγωνο και γερό, χτισμένο με πολλή ευλάβεια και λίγο γούστο από κάτι θεοφοβούμενους μαστόρους και ναύτες, πάνε τώρα εβδομήντα ή ογδόντα χρόνια.

Περνούσαν με μια μπρατσέρα, κι ο εργολάβος τους μαζί, συμφωνημένοι στα βορεινά του νησιού, σ' ένα κεφαλοχώρι, να χτίσουν κάποιο σαπουνάδικο. Στο δρόμο τους πήρε αλακάπα ένα άγριο μπουρίνι. Πήγαν να μπατάρουν εκεί απέξω στον κάβο - Κόρακα, σαν αντίκρισαν ξάφνου της Παναγίας τα ράχτα. Γλίτωσε μας, τάχτηκε ο εργολάβος, και μεις θα σου χτίσουμε ένα ξωκλήσι. Μεμιάς καταλάγιασε ο καιρός, οι μαστόροι και το τσούρμο απάγγιασαν στο μικρό λιμάνι της Παναγιάς. Δέσανε πρυμάτσα και κάμαν το τάμα τους. Γι' αυτό το κλησάκι τούτο μοιάζει τόσο πολύ με μικρό λαδομάγαζο.

Έχει ένα καμπανάκι κρεμασμένο από σιδερένια καμάρα. Από σκέτο σίδερο είναι κι ο διπλός σταυρός πάνω στη σκεπή. Έχει ακόμα κ’ ένα ψηλό κατάρτι για τη σημαία, σιδεροδεμένο με χυτό μολύβι στο βράχο και στις γωνιόπετρες, εκεί πίσω στη ράχη της αχιβάδας. Αυτό το ξύλο είναι λάφυρο από τη ναυμαχία της «Έλλης» και το παρακύλησε το κύμα ως εδώ γύρω. Το περιμάζεψαν οι χωριανοί, και σα λευτέρωσε ο «Αβέρωφ» το νησί, το σήκωσαν εκεί και ισάρισαν μια μεγάλη γαλανόλευκη να παίζει χαρωπά με τον αγέρα κάθε Κυριακή, να τη βλέπουν και να καμαρώνουν.

Όμως κατόπι πλάκωσαν δίσεχτα χρόνια. Οι αγέρηδες κομμάτιασαν σιγά - σιγά τη σημαία, οι πόλεμοι, η φτώχεια και οι πολιτικάντηδες μάραναν τον ενθουσιασμό των ανθρώπων, και κανένας πια δεν είχε την όρεξη να γνιαστεί για μια καινούργια σημαία. Έτσι το ψηλό κατάρτι απόμεινε να σκεβρώνει και να ξεβάφει μέσα στον ήλιο και στις φουρτούνες.

Τα πρωτινά χρόνια, πριν αρχίσουν οι πόλεμοι, άναβε ακοίμητη μιαν ασημένια καντήλα μπροστά στο ξυλένιο τέμπλο. Το φωσάκι της φαινόταν κάθε νύχτα ν’ αγρυπνά πίσ' από το γαλάζιο τζάμι του στρογγυλού φεγγίτη. Ήταν το ήμερο μάτι της μικρής εκκλησίας. Κοίταζε με έγνια μες απ' το σκοτάδι τα κύματα να ξεδιπλώνουνται με τάξη, τα σπιτόπουλα και τις βάρκες να κοιμούνται, τον απέραντον ελιώνα να σαλεύει και να ψιθυρίζει με πολλές μικρές και μυστηριώδικες φωνές κάτω από τ' αμέτρητα άστρα.

Αυτό γινόταν όσο κατοικούσε μέσα στο κλησάκι ο καπτα - Λιάς, που τον παρανόμιαζαν και dεdέ, γιατί ζούσε κει μέσα ολομόναχος, σα μουσουλμάνος καλόγερος στον « τεκέ » του. Αυτός φρόντιζε νάναι όλα παστρικά και γυαλισμένα, οι μαλτεζόπετρες χάμου, τα τζάμια και οι μπρούντζοι, κ' η καντήλα, να μην της λείπει το λάδι και το φρέσκο καφτούρι στη μικρή σημαδούρα.

Εκεί μέσα είχε τα σύνεργα και το γιατάκι του, μια παλιά γούνα αιβαλιώτικη, που τυλιγόταν μέσα στις προβιές της το χειμώνα. Το καλοκαίρι και τις χειμωνιάτικες μέρες πούκανε λιακάδες, σα δεν είχε δουλειά, καθότανε ξαπλωμένος στα ράχτα και λιαζόταν. Χουζούρευε ανάσκελος, με το πρόσωπο κατάφατσα στον ουρανό, συλλογιόταν και κάπνιζε μια πίπα από μαύρο γιούσουρο. Τις καλοκαιριάτικες νύχτες κρέμαζε τα πόδια του απ' το γκρεμό και χάζευε ώρες κατ’ από τ’ άστρα. Τότες ακουγόταν να ξεκουκίζει το κομπολόι του από κερασόχρωμες κοκαλένιες χάντρες.

Κανένας δε θυμόταν πούθε τάχα να ξενέρισε κείνος ο άνθρωπος πάνω σε τούτο το βράχο. Οι γέροι Μουριανοί που πρόφτασαν και τόνε γνώρισαν, άλλος από τον Τσεσμέ τον κάνει, άλλος από τ' Αλάτσατα. Ό ίδιος δεν τόστρεξε ποτές ν' ανοίξει το στόμα πάνω στη ζωή του. Και μια φορά που τόνε ρώτησε ένας αστόχαστα από πού είναι, σώπασε κάμποσο, υστέρα του απάντησε κοιτάζοντας μακριά: «Από τούτο τον κόσμο είμαι και γω, γιε μου. Πατριωτάκια είμαστε, βλέπεις». Τώρα, είναι χρόνια που σηκώθηκε κ’ έφυγε (κανένας δεν έμαθε πού πήγε και πότε πέθανε), ακόμα κι ακόμα η κουβέντα του γυρίζει από στόμα σε στόμα, σαν παραμύθι και σαν παροιμία: «Από τούτο τον κόσμο είμαι κ’ έλόγου μου, πατριωτάκια. είμαστε, γιε μου».

Οι πιο παλιοί που τον θυμούνται λεν πως τον έφτασαν ένα γέρικο, γεροδεμένο σκαρί. Παστρικός στα ρούχα του, με άσπρη γενειάδα απλωμένη στο φαρδύ στέρνο, πάνω στη μαβιά ναυτική φανέλα, σκορπούσε γύρω έναν αγέρα από καλοσύνη και σέβαση. Σα στεκότανε μπροστά στο μικρό ξωκλήσι, έτσι μεγαλόκορμος, με τα μπράτσα στις δυο πετρένιες παραστάτες της πόρτας, έδινε την εντύπωση πως φορούσε το κλησάκι στη ράχη όπως ο κόχυλας το καβούκι του.

Μόλις ξεχώριζε μακριά νάρχεται κανένα καΐκι με ρότα για το λιμάνι, το παρακολουθούσε με τα καθάρια μαβιά μάτια του ώσπου κόντευε. Τότες πετιόταν απάνω σβέλτος κι αλαφρύς, κ' έτρεχε στο μόλο ν' αρπάξει στα πεταχτά και να θελιάσει κάβο στη δέστρα. Σαν ήταν άβολος ο καιρός και δεν του άρεζε η μανούβρα, έβαζε τα χέρια χουνί κ' έδινε από την άκρα του μόλου τα όρντινα στον καπετάνιο που δεν ήξερε τα νερά και ρεζιγάριζε να καθίσει σε καμιά ρηχοπατιά. Κάθε επέμβαση τέτοιας λογής σκυλιάζει τους ναυτικούς, όμως με τον καπτα-Λιά ποτές κανένας δε θύμωσε. Τόσο σωστός ήταν ό λόγος του και με τόσο καλοσυνάτον τρόπο έκανε το κάθε τί.

Μέσα στο κλησάκι φύλαγε μια μικρή σανιδόκασα. Εκεί μέσα είχε τα σύνεργα του. Ντενεκεδάκια με λαδομπογιές, νερομπογιές και πινέλα. Μια ματσόλα, μια σφήνα, κάτι στουπιά, πίσσες και τέτοια, όλα χρειαζούμενα για το καλαφάτισμα και τα μερεμέτια του σκαριού. Ήτανε την πάσαν ώραν έτοιμος να δώσει ένα χέρι στο παλάμισμα, στο πάστρεμα, στο φόρτωμα της σαβούρας. Όμως η χαρά και το μεγάλο μεράκι του ήταν να ζουγραφίζει γοργόνες και λουλούδια στις μάσκες των καϊκιών που τούδιναν να μπογιαντίσει. Όλες οι γοργόνες του χαμογελούσανε σαν τα αρχαϊκά είδωλα. Και στο δικό του πρόσωπο ήταν το ίδιο το χαμόγελο. Έξαλλου κι όλα τα λουλούδια του είχανε χρώματα αφύσικα. Έβαφε τα τριαντάφυλλα του γαλάζια, πράσινα ή ασημιά, έκανε τα φύλλα βυσσινιά ή μαβιά, ανάλογα με τη μπογιά που του χτυπούσε στο μάτι κατά το κέφι της στιγμής.



Απομνημονεύματα του Στρατηγού Μακρυγιάννη.



«Ο Στρατηγός έγραψε τα Απομνημονεύματά του με φωνητική ορθογραφία και μ΄ ένα γραφικό χαρακτήρα ιδιότυπο και σχεδόν ακατανόητο σ΄ έναν αναγνώστη που δεν έχει εξασκηθεί ειδικά. Το έργο έμεινε άγνωστο αρκετές δεκαετίες, ώς ότου το ανακάλυψε ο Γιάννης Βλαχογιάννης και το πρόσφερε στο έθνος. Το μετάγραψε σε κανονική ορθογραφία, εργαζόμενος απάνω στο χειρόγραφο, όπως μας λέει ο ίδιος, δέκα εφτά μήνες, το διαίρεσε σε βιβλία και κεφάλαια και το δημοσίεψε στα 1907 μαζί μ΄ ολόκληρο το Αρχείο του Στρατηγού, συνοδεύοντας την έκδοση με πολύτιμα σχόλια και επεξηγηματικές υποσημειώσεις.
Η βασική παρεξήγηση είναι ότι έχει επικρατήσει, στη διανοούμενη Ελλάδα, η συνήθεια να θεωρείται ο Μακρυγιάννης σαν ένας απλός και ανεύθυνος άνθρωπος του λαού, παρθένος από κάθε εσωτερικό δούλεμα και κάθε προσωπικό στοχασμό, σαν ένας αυτόματος δημοτικός τραγουδιστής σε πεζό. Τα Απομνημονεύματά του παρουσιάζονται έτσι σαν ένα γραφτό έργο αντίστοιχο της «λαϊκής τέχνης», σπουδαίο, βέβαια, στο είδος του, αλλά που η σπουδαιότητά του βρίσκεται ακριβώς στην έλλειψη συνείδησης και ευθύνης του δημιουργού του, στην απλότητα της ψυχής του και της σκέψης του, στον αφελή αυθορμητισμό του. Και λαϊκός είναι βέβαια, ο άνθρωπος, βουτηγμένος με χαρά στη λαϊκότητα περισσότερο από κάθε άλλον Έλληνα πεζογράφο, όχι όμως έτσι όπως τον φαντάζονται. Κατά βάση λαϊκός στην έκφραση, στο γούστο, στη θεώρηση του κόσμου, όμως κάμποσα κεφάλια ψηλότερος από το πλήθος, πολύ έντονα ατομικός, στο έργο του όσο και στη ζωή του, και τρικυμισμένος από ευγενικά πάθη και αγωνίες. Πιστεύω ότι, παρά την απλότητα της φρασεολογίας του, ο Στρατηγός Μακρυγιάννης δεν είναι απλός συγγραφέας. Είναι περίπλοκος».
(Γ. θεοτοκάς, «Ο Στρατηγός Μακρυγιάννης», περιοδικό Νέα Εστία 1941)

Αποσπάσματα 

*Τούτη την πατρίδα την έχομεν όλοι μαζί, και σοφοί κι αμαθείς, και πλούσιοι και φτωχοί, και πολιτικοί και στρατιωτικοί, και οι πλέον μικρότεροι άνθρωποι. Όσοι αγωνιστήκαμεν, αναλόγως ο καθείς, έχομεν να ζήσομεν εδώ. Το λοιπόν δουλέψαμεν όλοι μαζί να τη φυλάμε κι όλοι μαζί, και να μη λέγει ούτε ο δυνατός “εγώ”, ούτε ο αδύνατος. Ξέρετε πότε να λέγει ο καθείς “εγώ”; όταν αγωνιστεί μόνος του και φκιάσει ή χαλάσει, να λέγει “εγώ”. Όταν όμως αγωνίζονται πολλοί και φκιάνουν, τότε να λέμε “εμείς”. Είμαστε στο “εμείς” κι όχι στο “εγώ”.


*Επειδήτις ολοένα λέγω κατάχρησες, μη στοχάζεστε ότι έχω πάθος εις τους ανθρώπους. Ψάξετε τις ᾿φημερίδες, τηράτε και τα πραχτικά των Βουλών, μ᾿ όλον οπού ᾿ναι τέτοιες Βουλές οπού ᾿περασπίζονται την κλεψιά και ᾿διοτέλεια και πολεμούνε την δικαιοσύνη και μ᾿ όλον αυτό θα ιδήτε αν αληθινά είναι αυτά οπού σημειώνω. Είπα σε πολλά μέρη, λέγω και τώρα εγώ τα ᾿γραψα αυτά όλα κι᾿ όποιος απ᾿ όσους μιλώ προσωπικώς στοχάζεται ότι τον αδικώ και είναι κακία μου κι᾿ όχι αλήθεια, έχει το ελεύτερον να γράψη κι᾿ αναντίον μου ό,τι λάθη έκαμα εις τον αγώνα της πατρίδος όχι όμως παθητικώς, αλλά συντροφεμένος με την αλήθεια, με την παρατήρησιν. Όμως δεν έχει κανένας το δικαίωμα να γράψη ούτε υπέρ μου, ούτε κατά αν δεν διαβάση πρώτα όλο τούτο αρχή και τέλος κι᾿ όλα μου τ᾿ αποδειχτικά και τα χαρτιά μου και τότε ας γράψη ό,τι ο Θεός τον φωτίση. Κι᾿ όταν τα διαβάση, τότε ας κάμη την παρατήρησή του, όχι πρωτύτερα. Κ᾿ εγώ έκαμα λάθη και κάνω άνθρωπος είμαι. Και πρέπει να γράφωνται και τα καλά μας και τα κακά μας.










2 σχόλια:

  1. Υπέροχα βιβλία! Διατηρώ βέβαια μικρές επιφυλάξεις για τη "Μεγάλη χίμαιρα", κυρίως για τον τρόπο γραφής του βιβλίου και τον κάποιο λαϊκισμό στο ύφος και την πλοκή (αυτό άλλωστε είναι θέμα που στο παρελθόν σχολιάστηκε πολύ)που έχει πολύ προβλέψιμη και αρκετά απλοϊκή εξέλιξη...
    Τελικά όμως, ήταν ένα ενδιαφέρον βιβλίο κυρίως για την εποχή του!..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Να πω την αλήθεια Θόδωρε το διάβασα τόσο μικρή που ειλικρινά δεν μπόρεσα να αξιολογήσω αυτά που γράφεις , Πάντως το λάτρεψα!!!!!!

      Διαγραφή