Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2017

ΠΟΛΥΞΕΝΗ ΒΑΚΙΡΛΗ-ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΥ - ΑΜΥΓΔΑΛΙΑ


Κρυφογελάει η αμυγδαλιά
μες στα λευκά ντυμένη
και δείχνει τα λουλούδια της
στον ήλιο απλωμένη
Μην τη ζηλέψει ο αφέντης της
θερμά παρακαλάει
και στείλει αγέρα δυνατό
και την ταρακουνάει
Δεν θέλει στρώμα να τα δει
να κείτονται σιμά της
άστρα τα θέλει να κεντούν
τ' όμορφο φόρεμά της
να' ρθει η πρώτη μέλισσα
δειλά να τα τρυγήσει
νέκταρ ρουφώντας το χυμό
Άνοιξη να μυρίσει!
Πόλα






ΒΑΣΩ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ " Το υπόγειο "


Ζω σ’ ένα υπόγειο στο κέντρο.
Είμαι μερικά μέτρα κάτω απ’ τη γη,
κι έτσι κάνει για μένα πάντα κρύο.
Το παράθυρό μου, ένα και
τετράγωνο.
Να μου θυμίζει τις τέσσερις γωνίες
των ανθρώπων… τη σκέψη, την ελπίδα,
το φόβο και το ανείπωτο.
Δεν έχω έπιπλα.
Τι να τα κάνω;
Αφού δεν έχω και τίποτα να ακουμπήσω
πάνω τους.
Το έπιπλο, είναι για να επιπλέει
στο άδειο, να το σώζει απ’ την ανυπαρξία.
Δεν έχω κουρτίνες.
Πού θα τις κρεμούσα άλλωστε;
Τα κουρτινόξυλα ‘γίναν ξυλοπόδαρα,
να φτάνω στο παράθυρο.
Πολλά τελικά τα μέτρα
κάτω απ’ τη γη.
Δεν έχω πόρτα,
κι ούτε μέρος να σταθώ
στην πρώτη δόνηση.
Είμαι καλά κι ας μην έχω.
Όλο το υπόγειο,
όλο κι όλο ένα δωμάτιο.
Τεράστιο φαντάζει τις Δευτέρες.
Τις Κυριακές μικραίνει.
Δεν έχω παράπονο.
Αν είχα, θα ήμουν αγνώμων.
Εγώ όμως ξέρω.
Ζω…
Σ’ ένα υπόγειο στο κέντρο.
Βάσω Χριστοδούλου

ΓΙΩΡΓΟΣ Θ. ΤΖΙΑΣ " Στη γειτονιά των θεών "

Φωτογραφία - Γιώργος Θ. Τζιας

Στη γειτονιά των θεών
Στα παλιατζίδικα
φτηνοπουλιέται η μπέσα του πατέρα,
αζήτητος αχταρμάς παραπεταμένων υλικών χωρίς αξία,
ένα με τα σκουριασμένα εργαλεία του γέρο Ήφαιστου,
σ’ αραχνιασμένες γωνιές
πλάι σε λιμνάζοντα απόνερα.
Στ’ αζήτητα του μπιτ παζάρ
η ανθρωπιά της κυρά Βάσως,
σε σκουροπράσινο χρώμα της χολής η εικόνα του τοπίου,
παλιά μισοκαμμένα εξώφυλλα δερμάτινων αναγνωστικών,
αγκαλιά με άψυχες
κιτρινισμένες απ’ τον καιρό σελίδες.
Η γνώση των αιώνων ρακένδυτη,
ηττημένη και φοβισμένη,
με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια ανήμπορο γέρικο ζευγάρι,
 κρύβεται στα σκουπίδια,
έρμαιο στις ορέξεις των τρωκτικών,
παραδομένη σε άρρωστα πρωτόγονα καταστροφικά ένστικτα.
Πλαστικά αγάλματα της Αθηνάς
και κινέζικα τσολιαδάκια,
κρεμασμένα λικνίζονται στις βιτρίνες των σουβλατζίδικων,
κακέκτυπα απομεινάρια στο καινούργιο ναό του εμπορίου,
νοτισμένα απ’ τη τσίκνα της ψησταριάς
και τη ξινή οσμή της μπύρας.
Κουστουμαρισμένα διοπτροφόρα στελέχη των πολυεθνικών
χαχανίζουν κάτω από τον Παρθενώνα
τρωγοπίνοντας ασταμάτητα,
σχολιάζουν τις διακυμάνσεις του πετρελαίου, του Dow jones,
αγέλαστα ψυχρά πρόσωπα
στο άψυχο βασίλειο των αριθμών.
Το δάκρυ της Καρυάτιδας
διαπερνά αλώβητο την όξινη βροχή,
σμίγει με τις φωνές των παιδιών της μαθητικής διαδήλωσης,
ποτίζει τις ξεραμένες ακακίες,
τις βοκαμβίλιες και τα αγιοκλήματα,
αγιασμένο μύρο, παλιό γιατρικό στων ανθρώπων το παίδεμα.
Τα παιδιά σταματούν στα λασπόνερα,
τη μπέσα, το φιλότιμο,
την ανθρωπιά των γονιών μου προσεκτικά μαζεύουν με ευλάβεια,
από τα υλικά του Ήφαιστου φτιάχνουν σπαθιά και πανοπλίες,
αγκαλιάζονται, φιλιούνται, ερωτεύονται,
πλάθουν μονάχα τους το μέλλον.
Η χρυσή άρπα του Απόλλωνα
μελωδικά ερεθίζει το είναι μας,
μυρωδιές ανοιξιάτικες πλημμυρίζουν καρδιά και συναίσθημα,
το διψασμένο χώμα
ρουφά το σπέρμα των ερωτευμένων παιδιών,
χαρούμενη η γη των γονιών και των παππούδων μας ξανακαρπίζει.
Γιώργος Θ. Τζιας από τη συλλογή "...του αστεριού ο τοκετός"








ΛΕΝΑ ΦΑΤΟΥΡΟΥ.- Απόσπασμα από το μυθιστόρημα με τον τίτλο " Ball masgue "


Πέρασαν δύο εβδομάδες από τότε που η Μαριέττα πήγε να επισκεφτεί τον Ντίνο στην φυλακή. Η σκέψη της ήταν συνέχεια σ’ εκείνον, Σκεφτόταν πόσο αδυνατισμένος ήταν. Κι αυτός ο βήχας του, δεν της άρεσε καθόλου. Τις σκέψεις της έκοψε ο ήχος του τηλεφώνου. Το σήκωσε και μια φωνή από τα γραφεία των φυλακών την ενημέρωσε ότι ο Ντίνος μεταφερόταν στο νοσοκομείο χτυπημένος από τη μάστιγα της φυματίωσης. Ακούμπησε στη θέση του το ακουστικό και κάθισε στην καρέκλα. Έκλεισε για λίγο τα υγρά της μάτια, ενώ ψιθύριζε μια προσευχή. Σηκώθηκε με αποφασιστικότητα κι έτρεξε στην κάμαρα της να ντυθεί. Σε λίγη ώρα, βρισκόταν στο γραφείο του δικηγόρου. Κράτησε αρκετά η επίσκεψη της εκεί. Βγήκε με ξαλαφρωμένη καρδιά και τράβηξε για το νοσοκομείο. Ο κύριος της, την χρειαζόταν.
Μετά από τρεις μέρες της εισαγωγής του στο νοσοκομείο, ο Ντίνος βρέθηκε νεκρός. Η μύτη και το στόμα του, ήταν καλυμμένα με αυτοκόλλητη ταινία. Ποιος ανθρώπινος νους, σκέφτηκε τον τρόπο που θα του στερούσε τη ζωή και ποιο ανθρώπινο χέρι τον έκανε πράξη; Ο Λάζαρος ήταν ο μόνος ύποπτος, αφού μετά την κατάθεση της Μαριέττας, άρχισε να τον παρακολουθεί η ασφάλεια. Λίγη ώρα πριν καταλήξει ο δύστυχος Ντίνος, ο Λάζαρος με σκούρα γυαλιά και τραγιάσκα, βρισκόταν στην πίσω πλευρά του νοσοκομείου, δίνοντας χρήματα στο συνεργό του. Είχε έρθει πια η ώρα για τη σύλληψη όχι μόνο τη δική του, αλλά και των ανθρώπων που τον βοηθούσαν στις βρωμοδουλειές του.
Αμέσως μετά το θάνατο του Ντίνου, τα ίχνη της Λουίζας χάθηκαν. Η τελευταία φορά που συναντήθηκαν μάνα και κόρη, ήταν στην ταφή. Αμίλητες, κάρφωνε η μία την άλλη με ματιές γεμάτες μίσος. Στην προσωπική τσάντα της Λουίζας, υπήρχε ένα μικρό λεύκωμα που η τύχη έριξε στο δρόμο της.


ΛΕΝΑ ΦΑΤΟΥΡΟΥ.
Απόσπασμα από το μυθιστόρημα  με τον τίτλο " Ball masqué "




ΘΑΝΑΣΗΣ ΠΑΝΟΥ - ΣΗΜΕΡΑ ΠΑΩ ΝΑ ΚΛΕΨΩ ΤΟΥΣ ΛΗΣΤΕΣ ΜΟΥ


Άνοιξα την πόρτα της τράπεζας αποφασισμένος αυτή την φορά να φτάσω στο ταμείο. Η μυρωδιά του χρήματος χτύπησε τα ρουθούνια μου πριν ακόμα ασφαλίσει η πόρτα πίσω μου. Αριθμός αναμονής 234. Έκανα αποφασιστικά ένα βήμα μπροστά. Το πλήθος μπροστά μου γύρισε μεμιάς και με έναν βρυχηθμό με ακινητοποίησε και παρά τη ζέστη, ένιωσα να παγώνω ολόκληρος. Ξαφνικά κατάλαβα το βρωμερό παιχνίδι των τραπεζών. Νόμιζα πως υπήρχε μια τοκογλυφική εκμετάλλευση και για να είμαι ειλικρινής το θεωρούσα δίκιο. Μόνοι μας άλλωστε πηγαίνουμε.
Τα μάτια μου τρύπησαν την ανθρωποουρά εμπρός μου και κάρφωσαν τον ταμία. Δουλεύει για το χρήμα με τον τρόπο που του επέβαλλαν όπως και ο αστυνόμος-σκέφτηκα-και οι δύο πλευρές είναι εξίσου άθλιες.
Ήρθε η ώρα της εκδίκησης. Γύρισα άνοιξα την πόρτα και τρέχοντας στο αμάξι μου, ήξερα ότι έφτασε η μεγάλη μέρα της επανάστασης. Άρπαξα το όπλο μου και ξαναμπήκα σαν κυνηγός που θολωμένος, με μάτια γεμάτα μίσος σφυρίζει μέσα από τα δόντια του το θήραμα. Έσπρωξα, τράβηξα, έδωσα πέντε-έξι χαστούκια ξαφνιάζοντας τους πάντες και με σχισμένα ρούχα κόλλησα το όπλο στο τζάμι του ταμία. Ήρεμος αυτός σήκωσε το βλέμμα του και κάγχασε ειρωνικά:
– Δεν είσαστε και τόσο έξυπνος κύριε!
– Παλιομαλάκα αυτό μόνο βρήκες να πεις; Θα σε τσακίσω! Πάρε τα χρήματα μου! Έβγαλα και του έδωσα την κατάθεση που πάλευα να κάνω μήνες.
Ο ταμίας γέλασε ξανά.
-Δεν είναι προσωπικό, αλλά είσαι εθισμένος στις καταθέσεις. Ξέρεις πόσοι με απείλησαν με όπλο, με μαχαίρι με κατσαβίδι ακόμα και ότι θα με φτύσουνε; Σας βαρέθηκα πιστολάδες του κερατά! Όχι, δεν θα πάρω την κατάθεση σου. Να τα βάζεις με το τραπεζικό σύστημα είναι σαν να τα βάζεις με τον ίδιο τον διάβολο.
Κούνησα το κεφάλι καταφατικά. Ανώφελο. Το παραδέχτηκα.
– Πως αισθάνεσαι τώρα; μου είπε με συμπονετικό ύφος.
Kοίταξα ψηλά, οι βιντεοκάμερες στραμμένες πάνω μου χασκογελούσαν.
O ταμίας έβγαλε μερικές δέσμες χρήματα και μου τα προσέφερε.
-Δεν μπορεί να φύγεις έτσι, πάρε σε παρακαλώ το ποσό αυτό. Η τράπεζά μας κάνει δωρεές σε εξαρτημένους καταθέτες. Έλα βρέιι, μη ντρέπεσαι πάρε!
Μέσα μου ήξερα ότι δεν μπορούσα να αλλάξω τη κατάσταση. Εξαρτημένος και με περισσότερα χρήματα θα έπρεπε να παλέψω και αύριο για μια νέα πιο μεγάλη κατάθεση. Έσφιξα το χέρι του ταμία και μέσα σε χειροκροτήματα και δάκρυα από το κοινό που περίμενε λυπημένο να πάρει χρήματα, αποχώρησα αναστενάζοντας.


Απέναντι από την τράπεζα το ζαχαροπλαστείο με την όμορφη βιτρίνα με καλούσε. Το μυαλό, σε άσχημες καταστάσεις σε μια έκρηξη ορμονών, μας επιφυλάσσει ως άμυνα χίλιες τρελές σκέψεις. Έβγαλα το περίστροφο και απειλώντας την πωλήτρια πίσω από τους κουραμπιέδες, τις πρότεινα τα χρήματα που μου είχε δώσει ο ταμίας.
-Πάρτα, πάρτα όλα δίχως δεύτερη κουβέντα! είπα αποφασισμένος να μη χάσω και αυτή τη μάχη.
-Ηρεμίστε κύριε, ηρεμήστε...μια στιγμή να σας τυλίξω τις τούρτες και τους κουραμπιέδες σας.
Η γλυκιά πωλήτρια άρχισε να βάζει σε πελώρια κουτιά τα γλυκίσματα και δείχνοντας μου τις κορδέλες περιτυλίγματος συνέχισε:
-Τι χρωματάκι προτιμάτε; Έχουμε από όλα!
Δεν κρατήθηκα άλλο…αυτό είναι, σκέφτηκα. Σήμερα θα γίνω δολοφόνος.
-Θα με πάρει ο διάβολος αλλά θα πάρω και εσένα μαζί! Δεν…δεν θέλω γλυκά! Τα χρήματά μου θέλω να πάρεις! Πρόκειται για ανάποδη ληστεία διάβολε!
Λυπούμε κύριε! Ξέρετε…ο παππούς μου μετά από 50 χρόνια ζαχαροπλάστης, έχει διαβήτη.
-Ε, και λοιπόν;
Ένα άψυχο γέλιο αριστερά μου με έκανε να γυρίσω έκπληκτος. Ένας γέροντας καθισμένος σε μια κουνιστή πολυθρόνα, με σημάδευε με μια ιδίας ηλικίας καραμπίνα.
-Πιτσιρικά…πέθαναν πολλοί, πάρα πολλοί. Πριν ακόμα καταθέσουν τα χρήματα τους. Ο καπιταλισμός πονηρά εθίζει στο χρήμα και μετά σκοτώνει ρουφώντας άπληστα…Και όλοι εμείς πεθαίνουμε για λόγους που βολεύουν τα ασφαλιστικά ταμεία.
Τα μάτια του μίκρυναν τόσο που σχεδόν χάθηκαν μέσα στις κόγχες τους. Κατάπια τη γλώσσα μου μπροστά στην ωμή αλήθεια. Θα γινόμουν και εγώ ένας ακόμα διαβητικός.
-Λες, να είσαι ο πρώτος που βγαίνει από την τράπεζα και θολωμένος μπαίνει εδώ; Ξέρεις πιτσιρικά μου πόσους σαν και σένα έχω ταΐσει με τα γλυκά μου; Χαχαχα ...πως νομίζεις ότι έφτιαξα τη μεγαλύτερη αλυσίδα ζαχαροπλαστείων απέναντι από τις τράπεζες;
- Λυπούμε, κύριε…είπα ξεψυχισμένα.
-Κι εγώ το ίδιο, είμαι πάμπλουτος…και ούτε η εγγονή μου δεν θα μπορεί να πάει να καταθέσει την κληρονομιά που αφήνω…Οι ασφαλιστικές εταιρείες πριν πληρωθούν με χρήματα θέλουν να είναι σίγουρες ότι θα τα καταθέσουν.
Αναψοκοκκινισμένος έβηξε δυνατά και η σκόνη από τους κουραμπιέδες με σκέπασε ολόκληρο. Βγήκα από το ζαχαροπλαστείο κάτασπρος, γεμάτος με κουτιά από γλυκίσματα και με τα χρήματα να καίνε ακόμη στην τσέπη μου.

Αυτό το σάπιο και έξυπνο σύστημα σε φυτεύει σε μια έρημη τρύπα, σου ρίχνει σταγόνες νερό, πίνεις και ξαναπίνεις καθημερινά, νοιώθεις ότι γεμίζεις αλλά ακίνητος ριζώνεις στη θέση που σε φυτεύει…δεν είναι τυχαία πράσινο το αγαπημένο χαρτονόμισμα.








ΜΑΝΤΛΙΝ Α. " Οι Ετσιθελικοί.."

Ευτελή συναισθήματα επικτρατούν με κάθε τρόπο και μέσο, συνθέτοντας προσωπικότητες με μειονεξίες. Ξεχάσαμε την κοινωνική μας αποστολή κι ο άνθρωπος δε θυμίζει σε τίποτα την Ανώτερη φύση του. Την Αγάπη ζητιανεύει,την ίδια στιγμή που την καταδίδει. Γνωρίζουμε πια την τιμή των πάντων κι όχι την Αξία των πραγμάτων. Τα πρότυπα ανύπαρκτα κι οι κριτικές...γνήσιας ανηθικότητας από κάτι προστυχάντζες, ''τύπου'' ειδικών..στην υπεροψία που συντελούν στη νεοαφιχθείσα έννοια της παραποιημένης πια..συναισθηματικής ολοκλήρωσης.. Παραγνωρισμένα όλα,εκ νέου βαφτίσια των λέξεων*** Έγινε η ηλιθιότητα,μια συνισταμένη ανίκητη που εκφράζει το ιδεώδες της επιδειξιομανίας και της φιλαυτίας. Σαστίσαμε πια από τ' αδιέξοδα.. σε αναμονή η ίδια η Ζωή.. Φαντάζει πολυτέλεια πια ο πολιτισμός.. Ανοίξτε τους κρουνούς της σκέψης... Ξεμακρύνετε απ΄ την απάτη του νου πως είστε Θεοί και πολύξεροι Άγιοι.. Μάθετε πρώτα ν αγαπάτε και να νοιάζεστε.. Ασχοληθείτε με τον Εαυτό σας κι αφήστε ήσυχες τις ζωές των άλλων Όλοι επικριτές των Άλλων.... Μαντλίν.






ΜΑΡΘΑ ΚΑΝΑΡΗ " Επίγνωση "


Ποτέ μου δεν ταίριαξα με τούτον τον κόσμο...
Ήμουνα πάντα η εκτροχιασμένη πρόταση,
ενός συνόλου προτάσεων που κυλούσαν ομοιόμορφα
στις σιδηρογραμμές ενός ανθρωποφάγου κειμένου
και προσπαθούσαν όλες μαζί να εκτοπίσουν 
οτιδήποτε δεν συμβιβαζόταν με τους συντακτικούς
και τους γραμματικούς κανόνες,
που σαν ρομποτάκια ακολουθούσαν...
Σαν ένα κομμάτι παζλ,
που μάταια προσπαθούσε να σφηνώσει τις καμπύλες του
μεσ το όλον,
να ταιριάξει τα μέρη του,
μεσ το σύνολο των υπόλοιπων κομματιών
και όλα μαζί ν' αποτελέσουν μια αρμονική σύνθεση...
Πορευόμουν μόνη...
πάντα μόνη μέσα σε πλήθος πολλών..
Η παραφωνία των κανόνων.....
Και ήταν εκεί που κατάλαβα,
πως η μοναχικότητα γίνεται χάρισμα
και η μοναξιά τιμή...
Τιμή για όσα δεν πούλησα...
Τιμή για όσα δεν πρόδωσα...
Τιμή για όσα αρνήθηκα ...και μ' αρνήθηκαν..
Τιμή για τον Ανθρωπο...
Τιμή για μένα.....τιμή για σένα...τιμή για εμάς...
μ@ρθ@- Επίγνωση