Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2018

epikouros sofista " Ατιτλο "



Νοιώθω ντροπή αληθινά να με κατέχει 
αναζητώντας λέξεις όμορφες να εξωραΐσω 
την γκρίζα όψη της ζωής 
Άχαρη η έμπνευση των ποιητών 
και τραγική η γραφή τους 
σε αυτούς τους δίσεκτους καιρούς
που η έμπνευση και ο στοχασμός μολύνθηκαν
από των συνειδήσεων την δύσμορφη ιδιωτεία 
Δεν ξέρω πια εάν αυτό που ζούμε 
είναι ένα έκτρωμα ναρκισσισμού 
η μήπως η αλήθεια ενός σιωπηλού λυγμού 
που με ερημιά και απόγνωση διαβρώνει τις ψυχές μας





ΙΩΑΝΝΑ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΟΥ - ΤΡΟΙΑ

The fall of Troy. Kerstiaen De Keuninck


Ήχοι παράξενοι ακούγονται από έναν κόσμο μακρινό,
κραυγές σπαρακτικές
από κορμιά που έσμιξαν στον χρόνο τις τύχες τους,
θόρυβοι φριχτοί από ξίφη σε σπλάχνα πολεμιστών.
Μάτια θλιμμένα ψάχνουν στεριά
ν’ απιθώσουν τους νεκρούς τους,
ν’ αναπαυθούν οι μοίρες και οι άνεμοι οι ανέστιοι.
Πόσα όνειρα για ειρηνικά πουλιά
που θα οδηγούν την Ελένη στον γάμο της
με κάποιον άσημο θνητό,
μακριά απ’ την Τροία
κι ο πόλεμος, ένα ακόμη ψέμα,
που θα χρεώνεται η Κασσάνδρα
καθώς θα οδύρεται πάνω στα τείχη για τον χαμό του Έκτορα.
Λόγια πολλά και φριχτά φέρνει η θάλασσα
και ποιος να πιστέψει τον Κάλχαντα
που μιλά για τις τόσες ανομίες.
Άραγε για ποιους τόπους θα ξεκινήσουν οι Αχαιοί,
με πόσα κρίματα φορτωμένοι
και πώς να ησυχάσει η νύχτα,
όταν οι Ερινύες θα έρχονται, τρελές, να τους παίρνουν το νου;
Βαριά η αιωνιότητα
απ’ τις κατάρες των αδικοσκοτωμένων Τρώων,
πικρές οι προσευχές
και οι άνεμοι θυμωμένοι.
Πώς να γαληνέψει ο ωκεανός;
Τα περιστέρια, που θα οδηγούσαν τον στρατό των Αχαιών
πίσω στην πατρίδα,
χάθηκαν στην Τροία
και τώρα αυτοί καταδικασμένοι
και δίχως όνειρα,
περιμένουν μάταια στο λιμάνι.
Αλλά οι σκιές των Τρώων,
πελώριες πάνω στα κάστρα,
δένουν τα καράβια τους σε μιαν ακινησία τυραννική,
πέφτουν πάνω τους σαν φριχτά στοιχειά,
ενώ αυτοί, οι θριαμβευτές Δαναοί,
ακούν αλλοπαρμένοι τους αγγέλους
να θρηνούν για την Τροία που χάθηκε πια. 

Ιωάννα Αθανασιάδου 







Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2018

ΑΡΙΑΔΝΗ ΚΟΥΛΟΥΚΑΤΣΗ " Ο χορός του καλλιτέχνη "

Freydoon Rassouli art

Θέλει παλέτα με χρώματα της μουσικής ο καλλιτέχνης,
χορό να στήσουν οι νότες οι πολύχρωμες
πάνω σε καμβά αρμονικές.

Θέλει ταξίδι να κάνουν τα πουλιά για την πατρίδα της ελευθερίας,
βάρος πολύτιμο στ' απαλά φτερά,
της νιότης τα ιδανικά.

Θέλει το φως που αναβλύζει απ' την αγάπη της καρδιάς,
στη ράχη του ονείρου να καλπάσει,
όρκος να γίνει για την Αλήθεια της ζωής.

Κι όταν στηθεί το γλέντι για καλά,
μέσα στο φως της μουσικής,
τους όρκους αγάπης στα ιδανικά,
τα όνειρα για την αλήθεια της ελευθερίας,
τότε ο καλλιτέχνης σέρνει το χορό,
για να οδηγηθεί στο ξέφωτο της δημιουργίας.

Αριάδνη Κουλουκάτση








ΝΙΚΟΣ ΦΑΡΑΖΗΣ " H δανεικιά ζάχαρη "



Φωτογραφία - Kωστής  Aντωνιάδης


Οι κοινές αυλές σαν αγκαλιές έδιναν χώρο στην κοινή ζωή των ανθρώπων
Οι δροσουλίτες της αυλής τις κρέμασαν σαν βαλσαμωμένα δέρματα, λάφυρα κυνηγιού, καθρεφτίσματα στους τοίχους
Αποτύπωσαν σε τοιχογραφίες τις μνήμες και μυρωδιές του μικρόκοσμού τους
Αυτά δεν αποκαλύπτονται σε όλους, πρέπει να έχεις ζήσει σε κοινές αυλές για να τα δεις 
το εισιτήριο θέασης είναι αυτό 
Παράξενα μουσεία για όσους δεν τις κατοίκησαν, παράξενα τα εκθέματα 
Δυσκολοκαθόριστα τα συναισθήματα όταν τα αντικρίσεις, σαν το γλυκόπικρο νερατζάκι που υποδεχόταν τον ξένο στην αυλή 
Άδειος πια, έρημος ο χώρος, έφυγαν όλοι 
Το μόνο που γυροφέρνει ακόμη στην κοινή αυλή δώθε κείθε, είναι αυτή η αλανιάρα ... «δανεικιά ζάχαρη»
Ατίθαση, άλλαζε χέρια συνεχώς παραβιάζοντας μόνιμα τα όρια ιδιοκτησίας 
Αντικείμενο κοινοκτημοσύνης, άλλοτε σαν ανάγκη, άλλοτε σαν πρόφαση επαφής
η πόρνη της αυλής που πήγαινε από τον έναν στον άλλον
Τελευταίες έφυγαν οι γλάστρες με τους βασιλικούς, αυλαία στις καρότσες των φορτηγών
και έμεινε μόνη, αζήτητη η «δανεικιά ζάχαρη» να σεργιανά συφοριασμένη, ψάχνοντας καινούργιο χρήστη 
Συνεχίζει αλλοπαρμένη να ταξιδεύει καβάλα στον άνεμο που στροβιλίζεται μέσα στα φθισικά σωθικά της αυλής 
από την μια πόρτα στην άλλη
λαχταρώντας τις γυναίκες που παρακαλούσαν να την πάρουν στις χούφτες τους μέχρι να την επιστρέψουν
Όλη η κοινή αυλή δική της 
πάντα ήταν δική της
όλα τα σπίτια δικά της
Αναρχική, δεν είχε ιδιοκτήτη, πάντα δανεικιά 
Δε μετακόμισε, δεν ακολούθησε κανέναν, στο τέλος δεν την αναζήτησε κανείς
δεν θα μπορούσαν να την χρησιμοποιήσουν άλλωστε 
Στις απρόσωπες αντικοινωνικές κατοικίες που πήγαν οι συγκάτοικοι, ήξεραν ότι είναι ντροπή να ζητήσουν προσωρινή κάλυψη γλυκαντικού της ζωής τους 
Έμεινε εκεί που αγάπησε να σεργιανά, στο λαβωμένο τοπίο
βυζαίνοντας ήχους, μνήμες, μυρωδιές, ζωές που φώλιασαν στους τοίχους,... να αναθυμάται
- κυρα Λένη έχεις λίγη ζάχαρη, δανεικιά…. 
Υ.Γ. 
μεγάλωσα σε κοινή αυλή


Η φωτογραφία είναι από http://www.topontiki.gr/







Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2018

Ίταλο Καλβίνο ( 15 Οκτωβρίου 1923 - 19 Σεπτεμβρίου 1985)

Ο Ίταλο Καλβίνο (ιταλικά: Italo Calvino‎, 15 Οκτωβρίου 1923 - 19 Σεπτεμβρίου 1985) ήταν Ιταλόςπεζογράφος, δοκιμιογράφος και δημοσιογράφος. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Ιταλούς λογοτέχνες του 20ου αιώνα.
Γεννήθηκε στο Σαντιάγο δε Λας Βέγκας στη Κούβα αλλά σε νεαρή ηλικία εγκαταστάθηκε με τους γονείς του στην Ιταλία. Ήταν γιος των βοτανολόγων, Μάριο κι Εβελίνα (Μαμέλι) και αδερφός του Φλοριάνο, σπουδαίου γεωλόγου.
Εγκαταστάθηκαν στο Σαν Ρέμο της ιταλικής Ριβιέρα, για περίπου 20 χρόνια. Συναντήθηκε με τον Εουτζένιο Σκάλφαρι, μετέπειτα πολιτικό κι ιδρυτή της εφημερίδας La Republica, ο οποίος κι έγινε φίλος του. Το 1941 μετακομίζει στο Τορίνο αφού πέρασε κάποιο διάστημα και στο Μιλάνο. Το 1943 μπαίνει στους παρτιζάνους της ιταλικής αντίστασης, στη ταξιαρχία Γαριβάλδι και μαζί με τον Σκάλφαρι δημιουργούνε τη ΜUL (Movemend Universitarian Liberal). Έπειτα προσχωρεί στο κομμουνιστικό κόμμα.
Το 1947 αποφοιτά από το Πανεπιστήμιο του Τορίνο και με τον Γιόζεφ Κόνραντ εργάζονται στην αριστερή εφημερίδα L' Unita. Παράλληλα μπαίνει στον εκδοτικό οίκο Εϊνάντι όπου εργάζονται επίσης οι Νορμπέρτο Μπόμπιο, Νατάλια Γκίνσμπουργκ, Τσέζαρε Παβέζε κι Έλιο Βιτορίνι. Με τον τελευταίο γράφει το εβδομαδιαίο Ιλ Πολυτέκνικο, περιοδικό τέχνης, του πανεπιστημίου. Αφήνει όμως και τον εκδοτικό για να ασχοληθεί πιο εντατικά με την Unita και με τη νέα κομμουνιστική εφημερίδα Rinascita. Το 1950 συνεργάζεται ξανά με τον Εϊνάντι κι αναλαμβάνει υπεύθυνος του λογοτεχνικού τμήματος. Επισκέπτεται τη Σοβιετική Ένωση.
Το 1952 γράφει, μαζί με τον Τζόρτζιο Μπαζάνι στο μαρξιστικό εβδομαδιαίο περιοδικό Botteghe Oscure. Το 1957 αφήνει το κομμουνιστικό κόμμα και το γράμμα της παραίτησής του δημοσιεύεται στην Unita. Επισκέπτεται τις ΗΠΑ όπου παραμένει για 6 μήνες, κυρίως στη Νέα Υόρκη, ύστερα από πρόσκληση του ιδρύματος Φορντ. Εντυπωσιάζεται από τον Νέο Κόσμο. Ύστερα από λίγα χρόνια παντρεύεται τη Έσθερ Σίνγκερ, που 'χε γνωρίσει στις ΗΠΑ κι ο γάμος γίνεται στην Αβάνα, στη διάρκεια ενός ταξιδιού στην γενέτειρά του όπου συνάντησε και τον Ερνέστο Τσε Γκεβάρα. Επιστρέφοντας στην Ιταλία συνεργάζεται εκ νέου με τον Εϊνάντι, εκδίδει τα "Κοσμοκωμικά" και δημιουργεί την OULiPo (OUvroir de Litterature Potentielle).
Στον Γαλλικό Μάη του 1968 γνωρίζει κι επηρεάζεται από τον Ρεημόν Κενώ, ενώ έρχεται σε επαφή και με τους Ρολάν Μπαρτ και Κλωντ Λεβί-Στρως. Σχηματίζει επίσης επαφές με αξιοσημείωτες εμπειρίες, στη Σορβόνη κι ενδιαφέρεται για τους κλασικούς, Λουντοβίκο Αριόστο, Ονορέ ντε Μπαλζάκ, Δάντη, Ιγνάτιο Λογιόλα, Θερβάντες, Σαίξπηρ, Συρανό Ντε Μπερζεράκ και Τζιάκομο Λεοπάρντι. Το 1973 διατηρεί την επαφή με την Ιταλία, γράφοντας νουβέλες για την ιταλικήν έκδοση του περιοδικού Playboy και για την εφημερίδα Κοριέρε Ντε Λα Σέρα. Το 1975 γίνεται επίτιμο μέλος της Αμερικανικής Ακαδημίας και την επόμενη χρονιά κερδίζει το βραβείο για την Ευρωπαϊκή Λογοτεχνία. Επισκέπτεται Ιαπωνία και Μεξικό, καθώς επίσης κι αρκετές αμερικάνικες πόλεις, δίνοντας διαλέξεις. Το 1981 κερδίζει το γαλλικό παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής.
Στις 19 Σεπτέμβρη του 1985 πεθαίνει στη Σιένα, στο παλιό νοσοκομείο της Αγίας Μαρίας Σκάλα, σε ηλικία μόλις 62 ετών.

Έργα

Il visconte dimezzato (Ο διχασμένος υποκόμης, 1952) ― ελλην. μετάφρ. Ρούλα Στράτου, "ΟΔΥΣΣΕΑΣ"
Il barone rampante (Ο αναρριχώμενος βαρώνος, 1957) ― ελλην. μετάφρ. Ανταίος Χρυσοστομίδης,"ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ"
Il cavaliere inesistente (Ο ανύπαρκτος ιππότης, 1959) ― ελλην. μετάφρ. Θόδωρος Ιωαννίδης, "ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ"
Gli amori difficili (Οι δύσκολοι έρωτες, 1970, διηγήματα) ― ελλην. μετάφρ. Ανταίος Χρυσοστομίδης, "ΑΣΤΑΡΤΗ"
Le citta invisibili (Οι αόρατες πόλεις, 1972) ― ελλην. μετάφρ. Ε.Γ.Ασλανίδης & Σ.Καπογιαννοπούλου, "ΟΔΥΣΣΕΑΣ"
La giornata di uno scrutatore (Η μέρα ενός εκλογικού αντιπροσώπου, 2012, επανέκδοση) από τις Εκδόσεις Κριτική

Αόρατες Πόλεις

"Τι είναι όμως σήμερα η πόλη για μας; Σκέφτομαι ότι έγραψα κάτι σαν τελευταίο ποίημα αγάπης για τις πόλεις, τη στιγμή που γίνεται όλο και πιο δύσκολο να τις ζήσουμε. Η κρίση της πολύ μεγάλης πόλης είναι η άλλη όψη της κρίσης της φύσης. (...) Βιβλία όμως που προφητεύουν καταστροφές και αποκαλύψεις υπάρχουν ήδη πολλά· το να γράψει κανείς ακόμα ένα, θα ήταν πλεονασμός και κάτι τέτοιο δεν ταιριάζει στο χαρακτήρα μου. Αυτό που ο δικός μου Μάρκο Πόλο θέλει να ανακαλύψει είναι οι κρυφές αιτίες που οδήγησαν τους ανθρώπους να ζήσουν στις πόλεις, αιτίες που μπορούν να ισχύουν πέρα και πάνω από οποιαδήποτε κρίση. Οι πόλεις είναι ένα σύνολο πραγμάτων: απομνημονεύσεων, επιθυμιών, σημείων μιας γλώσσας· οι πόλεις είναι τόποι ανταλλαγών, όπως εξηγούν όλα τα βιβλία της οικονομίας, αλλά οι ανταλλαγές αυτές δεν είναι μονάχα ανταλλαγές εμπορευμάτων, είναι και ανταλλαγές λέξεων, πόθων, αναμνήσεων. Το βιβλίο μου ανοίγει και κλείνει με εικόνες ευτυχισμένων πόλεων που συνεχώς αλλάζουν σχήμα και χάνονται, κρυμμένες μέσα σε δυστυχισμένες πόλεις..."
Το βιβλίο που θεωρείται από πολλούς ως το αριστούργημα του Ιταλό Καλβίνο σε νέα μετάφραση. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Αποσπάσματα 

οι λεπτόπλοκες πόλεις

Αν θέλετε πιστέψτε με. Θα σας πω τώρα πώς είναι φτιαγμένη η Οκταβία, η αραχνοΰφαντη πόλη. Υπάρχει ένα βάραθρο ανάμεσα σε δυο απόκρημνα βουνά: η πόλη είναι επάνω στο κενό, δεμένη απ' τις δυο κορυφές με σκοινιά, αλυσίδες και γεφυράκια. Περπατάς πάνω στα ξύλινα δοκάρια, προσέχοντας να μη βάλεις το πόδι στα διάκενα ή πιάνεσαι απ' τους κόμπους του κανναβόσκοινου. Κάτω, για εκατοντάδες κι εκατοντάδες μέτρα, δεν υπάρχει τίποτα: κάποιο σύννεφο περνάει· πιο κάτω διακρίνεται το βάθος της χαράδρας.
Αυτά είναι τα θεμέλια της πόλης: ένα δίχτυ που χρησιμεύει για πέρασμα και για στήριγμα. Τα υπόλοιπα, αντί να υψώνονται πάνω, κρέμονται κάτω: σκάλες από σκοινί, αιώρες, σπίτια φτιαγμένα σα σακιά, κρεμάστρες, βεράντες σαν πλοιαράκια, ασκιά νερού, μπεκ γκαζιού, σούβλες, καλάθια κρεμασμένα με σπάγκους, αναβατόρια, καταιωνιστήρες, μονόζυγα και κρίκοι για παιχνίδια, εναέρια βαγόνια, πολύφωτα, γλάστρες με αναρριχώμενα φυτά.
Κρεμασμένη στην άβυσσο, η ζωή των κατοίκων της Οκταβίας είναι λιγότερο αβέβαιη απ' ό,τι στις άλλες πόλεις. Ξέρουν πως το δίχτυ θα κρατήσει όσο αντέξει.

[πηγή: Ίταλο Καλβίνο, Αόρατες Πόλεις, μετάφραση από τα ιταλικά Ε.Γ. Ασλανίδης, Σάσα Καπογιανοπουλου, εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα 1989, σ. 91]

Άλλωστε δεν έχει μεγάλη σημασία: αν τη δει κανείς στέκοντας στο κέντρο της είναι μια άλλη πόλη, Ειρήνη είναι το όνομα μιας πόλης που βλέπεις από μακριά, αν την πλησιάσεις, αλλάζει.
Άλλη είναι η πόλη για όποιον περνά χωρίς να μπει μέσα, και άλλη για όποιον εγκλωβίζεται σε αυτή και δε μπορεί να ξεφύγει' άλλη είναι η πόλη στην οποία φτάνει κανείς για πρώτη φορά, άλλη είναι εκείνη που αφήνει πίσω του για να μην ξαναγυρίσει ποτέ' η καθεμιά αξίζει ένα διαφορετικό όνομα' ίσως, για την Ειρήνη, να μίλησα ήδη χρησιμοποιώντας άλλα ονόματα' ίσως να μη μίλησα παρά μόνο για την Ειρήνη.

-"Εγώ μιλώ, μιλώ", λέει ο Μάρκο, "μα όποιος ακούει συγκρατεί στο μυαλό του μονάχα τις λέξεις που περιμένει να ακούσει. Άλλη είναι η περιγραφή του κόσμου όταν την ακούς με καλή διάθεση, άλλη εκείνη που θα μπορούσα να υπαγορεύσω σε προχωρημένη ηλικία, αν συνέβαινε να φυλακιστώ από Γενοβέζους πειρατές και να με ρίξουν στα κάτεργα στο ίδιο κελί με έναν συγγραφέα βιβλίων περιπέτειας. Αυτός που κυβερνά την αφήγηση δεν είναι η φωνή: είναι το αυτί". 

-"Είναι φορές που μου φαίνεται ότι η φωνή σου έρχεται σ' εμένα από μακριά, ενώ εγώ είμαι φυλακισμένος σ' ένα φανταχτερό κι αβίωτο παρόν, στο οποίο όλες οι μορφές της ανθρώπινης συμβίωσης έφτασαν στα άκρα του κύκλου τους και κανείς δεν μπορεί να φανταστεί ποιες νέες μορφές θα πάρουν. Και ακούω από τη φωνή σου τις αόρατες αιτίες για τις οποίες οι πόλεις ζούσαν, και για τις οποίες ίσως, μετά το θάνατό τους, θα ξαναζήσουν".

Κι όμως στη Ράισα, κάθε στιγμή υπάρχει ένα παιδί που από ένα παράθυρο γελάει σε ένα σκυλί που πήδηξε σ' ένα υπόστεγο για να δαγκώσει ένα κομμάτι μπομπότας που έφυγε από τα χέρια ενός κτίστη ο οποίος ψηλά από το ικρίωμα φώναξε "Καρδούλα μου άσε με να βουτήξω στο πιάτο σου" σε μια νεαρή ταβερνιάρισσα που κρατάει ένα πιάτο με κρέας ραγκού κάτω από την πέργκολα, χαρούμενη γιατί πρόκειται να το σερβίρει στον ομπρελά που γιορτάζει το κλείσιμο μιας καλής δουλειάς, ένα παρασόλι από τη λευκή δανδέλα που αγοράστηκε από μια κυρία της καλής κοινωνίας για να καμαρώνει σαν παγόνι στις ιπποδρομίες, ερωτευμένη με έναν αξιωματικό που της χαμογέλασε ενώ πηδούσε τον τελευταίο φράχη, ευτυχής ο ίδιος αλλά ακόμα πιο ευτυχισμένο το άλογό του το οποίο σχεδόν πετούσε πάνω από τα εμπόδια βλέποντας να πετά στον ουρανό μια πετροπέρδικα, ευτυχισμένο πουλί άρτι απελευθερωμένο από το κλουβί ενός ζωγράφου, ευτυχισμένου που κατάφερε να το ζωγραφίσει φτερό το φτερό με κηλίδες κόκκινες και κίτρινες στη μινιατούρα εκείνης της σελίδας του βιβλίου στο οποίο ο φιλόσοφος λέει: "Και στη Ράισα, πόλη θλιμμένη, υπάρχει ένα αόρατο νήμα που, για μια στιγμή, δένει ένα ζωντανό πλάσμα με ένα άλλο και έπειτα κόβεται, ύστερα επανασυνδέει κάποια κινούμενα σημεία σχεδιάζοντας γρήγορες φιγούρες ώστε, σε κάθε στιγμή, η δυστυχισμένη πόλη να περιλαμβάνει μια ευτυχισμένη πόλη που η ίδια ούτε καν υποψιάζεται ότι υπάρχει".

"Η κόλαση των ζωντανών δεν είναι κάτι που αφορά το μέλλον' αν υπάρχει μια κόλαση, είναι αυτή που υπάρχει ήδη εδώ, η κόλαση που κατοικούμε καθημερινά, που διαμορφώνουμε με τη συμβίωσή μας. Δύο τρόποι υπάρχουν για να μην υποφέρουμε. Ο πρώτος είναι για πολλούς εύκολος: να αποδεχθούν την κόλαση και να γίνουν τμήμα της μέχρι να καταλήξουν να μην τη βλέπουν πια. Ο δεύτερος είναι επικίνδυνος και απαιτεί συνεχή προσοχή και διάθεση για μαθηση: να προσπαθήσουμε και να μάθουμε να αναγνωρίζουμε ποιος και τι, μέσα στην κόλαση, δεν είναι κόλαση, και να του δώσουμε διάρκεια, να του δώσουμε χώρο."

Ítalo Calvino e Jorge Luis Borges

Το μαύρο πρόβατο

«Υπήρχε μια χώρα όπου όλοι ήταν κλέφτες»

Ένα υπέροχο αλληγορικό απόσπασμα του σημαντικού συγγραφέα Ίταλο Καλβίνο.

«Υπήρχε μια χώρα όπου όλοι ήταν κλέφτες. 
Τη νύχτα κάθε κάτοικος έβγαινε με αντικλείδια κι ένα φανάρι και πήγαινε να διαρρήξει το σπίτι ενός γείτονα. Επέστρεφε την αυγή φορτωμένος κι έβρισκε το σπίτι του διαρρηγμένο. Κι έτσι όλοι ζούσαν αρμονικά και χωρίς προβλήματα, αφού ο ένας έκλεβε τον άλλον, κι αυτός έναν άλλον ακόμα και ούτω καθεξής, μέχρι να έρθει η σειρά του τελευταίου που έκλεβε τον πρώτο.
Το εμπόριο σε εκείνη τη χώρα ασκείτο με τη μορφή της απάτης, τόσο από την πλευρά εκείνου που πουλούσε όσο και από την πλευρά εκείνου που αγόραζε. Η κυβέρνηση ήταν μια εταιρία που εγκληματούσε σε βάρος των πολιτών, και οι πολίτες, από τη μεριά τους, νοιάζονταν μόνο να εξαπατούν την κυβέρνηση. Έτσι η ζωή συνεχιζόταν χωρίς δυσκολίες, και δεν υπήρχαν ούτε πλούσιοι ούτε φτωχοί.
Τότε, κανείς δεν ξέρει πώς, βρέθηκε στη χώρα ένας τίμιος άνθρωπος. Τη νύχτα, αντί να βγαίνει με τον σάκο και το φανάρι, έμενε στο σπίτι του να καπνίζει και να διαβάζει μυθιστορήματα. Έρχονταν οι κλέφτες, έβλεπαν το φως αναμμένο και δεν ανέβαιναν.
Αυτή η κατάσταση διήρκεσε για λίγο· μετά έπρεπε να τον κάνουν να καταλάβει ότι εάν ήθελε να ζει χωρίς να κάνει τίποτα, αυτός δεν ήταν λόγος να μην αφήνει τους άλλους να κλέβουν. Για κάθε νύχτα που αυτός περνούσε στο σπίτι του, μία οικογένεια δεν έτρωγε την επόμενη ημέρα.
Μπροστά σε αυτά τα επιχειρήματα, ο τίμιος άνθρωπος δεν μπορούσε να εναντιωθεί. Άρχισε κι αυτός να βγαίνει το βράδυ και να γυρίζει την αυγή, όμως, να κλέψει δεν πήγαινε. Τίμιος ήταν, δεν υπήρχε τίποτα να κάνει. Πήγαινε μέχρι τη γέφυρα κι έμενε να κοιτάζει το νερό να περνάει από κάτω. Επέστρεφε στο σπίτι του και το έβρισκε διαρρηγμένο.
Σε λιγότερο από μία εβδομάδα, ο τίμιος άνθρωπος βρέθηκε απένταρος, χωρίς να έχει τίποτα να φάει, με το σπίτι άδειο. Όμως, μέχρι εδώ, μικρό το κακό, γιατί η ευθύνη ήταν δική του. Το πρόβλημα ήταν ότι με αυτόν τον τρόπο που έπραττε δημιουργείτο ένα χάος. Γιατί άφηνε τους άλλους να του κλέβουν τα πάντα, ενώ αυτός δεν έκλεβε κανέναν· έτσι, υπήρχε πάντα κάποιος που επιστρέφοντας την αυγή στο σπίτι του το έβρισκε άθικτο γιατί ήταν το σπίτι που έπρεπε να διαρρήξει αυτός.
Γεγονός είναι ότι μετά από λίγο, εκείνοι που δεν έπεφταν θύματα κλοπής βρέθηκαν να είναι πιο πλούσιοι από άλλους και να μην θέλουν πλέον να κλέβουν. Κι αυτοί που πήγαιναν να κλέψουν το σπίτι του τίμιου ανθρώπου, το έβρισκαν πάντα άδειο· έτσι γίνονταν φτωχοί. Εν τω μεταξύ, εκείνοι που έγιναν πλούσιοι απέκτησαν κι αυτοί τη συνήθεια να πηγαίνουν τη νύχτα στη γέφυρα να κοιτάζουν το νερό που περνούσε από κάτω. Αυτό μεγάλωσε το χάος, γιατί υπήρξαν πολλοί άλλοι που έγιναν φτωχοί.
Τότε, οι πλούσιοι είδαν ότι, με το να πηγαίνουν τη νύχτα στη γέφυρα, θα γίνονταν φτωχοί μετά από λίγο. Και σκέφτηκαν: «Να πληρώσουμε τους φτωχούς να πηγαίνουν να κλέβουν για λογαριασμό μας». Έκαναν τα συμβόλαια, ορίστηκαν οι μισθοί, τα ποσοστά· φυσικά, πάντα κλέφτες ήταν, και προσπαθούσαν να εξαπατήσουν οι μεν τους δε. Όμως -όπως συνήθως συμβαίνει- οι πλούσιοι γίνονταν πλουσιότεροι και οι φτωχοί φτωχότεροι.
Υπήρχαν πλούσιοι τόσο πλούσιοι που δεν είχαν πια ανάγκη να κλέβουν και να βάζουν άλλους να κλέβουν για να συνεχίζουν να είναι πλούσιοι. Όμως, εάν σταματούσαν να κλέβουν, θα γίνονταν φτωχοί γιατί οι φτωχοί τούς έκλεβαν. Πλήρωσαν, λοιπόν, τους πιο φτωχούς από τους φτωχούς για να προφυλάσσουν την περιουσία τους από τους άλλους φτωχούς, κι έτσι ίδρυσαν την αστυνομία και δημιούργησαν τις φυλακές.
Με αυτόν τον τρόπο, λίγα μόλις χρόνια μετά την άφιξη του τίμιου ανθρώπου, κανείς δεν μιλούσε πια για κλοπές, αλλά μόνο για πλούσιους ή φτωχούς, παρότι ήταν πάντα όλοι κλέφτες. Τίμιος υπήρξε μόνο εκείνος ο ένας που πέθανε σύντομα. Από πείνα».

«Το μαύρο πρόβατο» (La pecora nera) – Ίταλο Καλβίνο (1923-1985) – μετάφραση: Μαρία Π. Βαγγέλη
Calvino e Pasolini
ΦΕΓΓΑΡΙ ΚΑΙ GNAC

Στιγμιότυπο της ζωής μιας εργατικής οικογένειας, η οποία μέσα στο τσιμέντο και την άσφαλτο της βιομηχανικής μεγαλούπολης αναζητεί τη στοιχειώδη επαφή με τη φύση, το «Φεγγάρι και GNAC» είναι μία από τις ιστορίες που συνθέτουν το βιβλίο του Καλβίνο Μαρκοβάλντο (1963). Πρόσωπα αστεία και συμπαθητικά, τα μέλη αυτής της οικογένειας γίνονται ήρωες (για την ακρίβεια αντιήρωες) μιας σειράς σύγχρονων μύθων, που μπορούν να διαβαστούν ως κωμικοποιητικές παραλλαγές του «νεορεαλιστικού» θέματος του αγώνα για επιβίωση. Αναπαριστώντας με χιούμορ μιαν αντιφατική πτυχή της περίπλοκης σύγχρονης πραγματικότητας και αξιοποιώντας περίτεχνα την αφηγηματική δομή των παιδικών διηγημάτων (αλλά και την κινηματογραφική εστίαση σε γρήγορα εναλλασσόμενες εικόνες), το «Φεγγάρι και GNAC» αποτελεί μια καυστική σάτιρα του «οικονομικού θαύματος» της Ιταλίας των πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών αλλά και γενικότερα της καταναλωτικής κοινωνίας. Η σπασμωδική αντίδραση των Μαρκοβάλντο στη διαφημιστική αλλοτρίωση γρήγορα εξαγοράζεται, για να τεθεί στην υπηρεσία του λυσσαλέου εμπορικού ανταγωνισμού και τελικά να ολοκληρώσει την απόσβεση του έναστρου ουρανού και της ανθρώπινης επικοινωνίας.


Η ΝΥΧΤΑ ΚΡΑΤΟΥΣΕ ΕΙΚΟΣΙ ΔΕΥΤΕΡΟΛΕΠΤΑ, κι είκοσι δευτερόλεπτα το GNAC. Για είκοσιδευτερόλεπτα φαινόταν ο μπλε ουρανός διανθισμένος με μαύρα σύννεφα, το επίχρυσο δρεπάνι του φεγγαριού, κυκλωμένο από έναν ανεπαίσθητο φωτοστέφανο, κι έπειτα τ' άστρα που, όσο περισσότερο τα κοίταζες, τόσο πύκνωναν σαν καρφίτσες, ως τη σκόνη του Γαλαξία. Όλα αυτά τα έβλεπε κανείς βιαστικά, κάθε λεπτομέρεια όπου σταματούσε το μάτι ήταν το σημείο ενός συνόλου που έσβηνε απότομα, γιατί τα είκοσι δευτερόλεπτα τέλειωναν αμέσως κι άρχιζε το GNAC.
ToGNAC ήταν μέρος της φωτεινής επιγραφής SPAAK-COGNAC στην απέναντι στέγη, που έμενε αναμμένη είκοσι δευτερόλεπτα κι είκοσι δευτερόλεπτα σβησμένη, κι όταν άναβε τίποτα πια δεν φαινόταν. Το φεγγάρι ξεθώριαζε ξαφνικά, ο ουρανός γινόταν ολόκληρος μαύρος και λείος, τα άστρα έχαναν τη λάμψη τους, κι οι γάτοι και οι γάτες που επί δέκα δευτερόλεπτα αντάλλασσαν ερωτικά νιαουρίσματα πλησιάζοντας νωχελικά ο ένας τον άλλο δίπλα στα λούκια και στ' ακροκέραμα, τώρα, με το GNAC, κολλούσαν στα κεραμίδια με σηκωμένο τρίχωμα στο εκτυφλωτικό φως του νέον.
Ακουμπισμένη στα παράθυρα της σοφίτας όπου κατοικούσε, η οικογένεια Μαρκοβάλντο αισθανόταν να τη διαπερνούν αντιφατικά ρεύματα σκέψεων. Ήταν νύχτα και η Ιζολίνα, που τώρα πια ήταν μεγάλο κορίτσι, ένιωθε ζαλισμένη από το φεγγαρόφωτο, η καρδιά της έλιωνε, κι ακόμα και το πιο ασθενικό στρίγκλισμα του ραδιοφώνου από τα κάτω πατώματα της έφτανε σαν μελωδία μιας καντάδας˙ άναβε το GNAC και το ράδιο φαινόταν να παίρνει έναν άλλο ρυθμό, ένα ρυθμό τζαζ, και η Ιζολίνα σκεφτόταν τις ντισκοτέκ τις γεμάτες φώτα, κι αυτή η καημενούλα εκεί πάνω μόνη. Ο Πετρούτσιο κι ο Μικελίνο γούρλωναν τα μάτια μέσα στη νύχτα κι άφηναν να τους κατακλύζει ένας ζεστός και τρυφερός φόβος πως ήταν περικυκλωμένοι από δάση γεμάτα ληστές˙ έπειτα το GNAC! και πυροβολούσαν με τεντωμένα δάχτυλα ο ένας τον άλλον: — Ψηλά τα χέρια! Είμαι ο Νέμπο Κιντ! Η Δομιτίλα, η μητέρα, σε κάθε σβήσιμο σκεφτόταν: «Πρέπει να πάρω μέσα τα παιδιά. Κάνει ψύχρα, μπορεί να πάθουν τίποτα. Και η Ιζολίνα στο παράθυρο τέτοια ώρα, δεν είναι σωστό!» Όμως έπειτα τα πλημμύριζε όλα πάλι το ηλεκτρικό, και μέσα όπως κι έξω, και η Δομιτίλα ένιωθε σαν να βρισκόταν σε επίσκεψη σ' ένα πολύ καθωσπρέπει σπίτι.
Ο Φιορνταλίτζι, απεναντίας, που ήταν παιδί μελαγχολικό, κάθε φορά που έσβηνε το GNAC έβλεπε να εμφανίζεται μέσα από τον δακτύλιο του G το αδύνατα φωτισμένο παραθυράκι μιας μικρής σοφίτας, και πίσω από το τζάμι το πρόσωπο μιας κοπέλας με το χρώμα του φεγγαριού, με το χρώμα του ηλεκτρικού μέσα στη νύχτα, ένα στόμα σχεδόν παιδικό ακόμα, που μόλις αυτός της χαμογελούσε σάλευε ανεπαίσθητα και φαινόταν ν' ανοίγει σ' ένα χαμόγελο, όταν ξαφνικά από το σκοτάδι πεταγόταν εκείνο το αμείλικτο G και το πρόσωπο έχανε τις γραμμές του, μεταμορφωνόταν σε μιαν αχνή ανοιχτόχρωμη σκιά, κι ο Φιορνταλίτζι δεν ήξερε αν το στόμα του κοριτσιού είχε απαντήσει στο χαμόγελό του.
Μέσα σ' αυτή τη θύελλα των παθών ο Μαρκοβάλντο προσπαθούσε να διδάξει στα παιδιά τη θέση των ουράνιων σωμάτων.
—Εκείνη είναι η Μεγάλη Άρκτος, ένα δύο τρία τέσσερα κι η ουρά, κι εκείνη η Μικρή Άρκτος, και ο Πολικός Αστέρας που δείχνει τον Βορρά.
—Και τ' άλλο εκείνο, τι δείχνει;
—Εκείνο είναι το C. Δεν έχει σχέση με τ' άστρα. Είναι το τελευταίο γράμμα της λέξης COGNAC. Τα άστρα δείχνουν τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Βορράς, Νότος, Ανατολή, Δύση. Το φεγγάρι έχει την καμπούρα προς τη δύση. Καμπούρα προς τη δύση, φεγγάρι πάει ν' αρχίσει. Καμπούρα στην ανατολή, φεγγάρι πάει προς την αρχή.
—Μπαμπά, τότε το cognacπάει προς την αρχή. ToC έχει την καμπούρα στην ανατολή!
—Σας είπα, δεν έχει σχέση με το φεγγάρι. Είναι διαφήμιση. Την έβαλε εκεί η εταιρεία SPAAK.
—Και το φεγγάρι ποια εταιρεία το έβαλε;
—Το φεγγάρι δεν το έβαλε καμιά εταιρεία. Είναι δορυφόρος, κι είναι εκεί πάντα.
—Αν είναι εκεί πάντα, γιατί αλλάζει καμπούρα;
—Είναι οι φάσεις της σελήνης. Φαίνεται μόνο ένα κομμάτι.
—Κι απ' το COGNAC φαίνεται μόνο ένα κομμάτι.
—Αυτό συμβαίνει γιατί το κτίριο που μπαίνει ανάμεσα είναι πιο ψηλό.
—Πιο ψηλό απ' το φεγγάρι;
Έτσι κάθε φορά που άναβε το GNAC, τα άστρα του Μαρκοβάλντο συγχωνεύονταν με τα επίγεια εμπορεύματα, και η Ιζολίνα διοχέτευε τους αναστεναγμούς της στο λαχάνιασμα ενός ψιθυριστού μάμπο, και το κορίτσι της σοφίτας εξαφανιζόταν σ' εκείνον τον εκτυφλωτικό και ψυχρό κύκλο, αναβάλλοντας την απάντησή της στο φιλί που ο Φιορνταλίτζι είχε επιτέλους τολμήσει να της στείλει με την άκρη των δακτύλων του και ο Φιλιπέτο και ο Μικελίνο με τις γροθιές τους μπροστά στα μάτια έπαιζαν τις αεροπορικές επιδρομές. — Τα-τα-τα-τα... — σημαδεύοντας με το πολυβόλο τους τη φωτεινή επιγραφή που έπειτα από είκοσι δευτερόλεπτα έσβηνε.
—Τα-τα-τα... είδες μπαμπά, που την έσβησα με την πρώτη; είπε ο Φιλιπέτο, όμως το πολεμικό του πάθος έξω από το φως του νέον ατονούσε, και τα μάτια του γέμιζαν ύπνο.
—Μακάρι να γινόταν κομμάτια ! — του ξέφυγε του Μαρκοβάλντο — θα σας έδειχνα τον Λέοντα, τους Διδύμους...
—Τον Λέοντα! ο Μικελίνο ενθουσιάστηκε. — 'Ενα λεπτό! — του είχε έρθει μια ιδέα. Πήρε τη σφεντόνα, έβαλε μερικά χαλίκια από τα αποθέματα που είχε πάντα στην τσέπη, κι έριξε μια ριπή μ' όλη του τη δύναμη πάνω στo GNAC.
Ακούστηκαν οι πέτρες να πέφτουν σαν χαλάζι στ' απέναντι κεραμίδια, στις λαμαρίνες του γείσου, τα τζάμια ενός παράθυρου να σπάνε, ένα ντινγκ από το κάλυπτρο μιας λάμπας, μια φωνή απ' τον δρόμο: — Βρέχει πέτρες! 'Ει, εκεί πάνω! Παλιάνθρωπε! — Όμως η φωτεινή επιγραφή ακριβώς τη στιγμή της βολής έσβησε γιατί τέλειωσαν τα είκοσι δευτερόλεπτα. Όλοι άρχισαν να μετρούν σιωπηλά: ένα, δύο, τρία, δέκα, έντεκα, ως το είκοσι. Μέτρησαν δεκαεννιά, παίρνοντας ανάσα, μέτρησαν είκοσι, μέτρησαν είκοσι ένα, είκοσι δύο, μήπως είχαν μετρήσει γρήγορα, όμως τίποτα, το GNAC δεν ξανάναβε, στεκόταν σαν ένα μαύρο δυσδιάκριτο σχέδιο μπλεγμένο με το στήριγμά του, όπως η κληματαριά με την πέργκολα. — Άααα! ...φωνάξανε όλοι, και ο θόλος τ' ουρανού υψώθηκε πάνω απ' τα κεφάλια τους με μυριάδες άστρα.
Ο Μαρκοβάλντο με το χέρι σηκωμένο για τη σφαλιάρα που ήθελε να ρίξει στον Μικελίνο, ένιωσε σα να είχε εκτοξευτεί στο διάστημα. Το σκοτάδι που βασίλευε τώρα πάνω στις στέγες λειτουργούσε σαν ένα μαύρο φράγμα που έκλεινε τον κόσμο τον εκεί κάτω, όπου συνέχιζαν να στροβιλίζουν κίτρινα και πράσινα και κόκκινα ιερογλυφικά, μάτια φαναριών που ανοιγοκλείναν, η λαμπερή κίνηση των άδειων τρόλεϊ και τ' αόρατα αυτοκίνητα που έσπρωχναν μπροστά τους φωτεινούς τους κώνους. Από τον κόσμο αυτό δεν ανέβαινε εκεί πάνω παρά μόνο ένας ξεθυμασμένος φωσφορισμός σαν λεπτή ομίχλη. Και σηκώνοντας κανείς τα μάτια, που δεν τα τύφλωνε πια το φως, έβλεπε ν' ανοίγεται η προοπτική των αχανών εκτάσεων, οι αστερισμοί απλώνονταν σε βάθος, το στερέωμα γύριζε αργά, σφαίρα που δεν την περιέχει κανένα όριο και που περιέχει τα πάντα, και μόνο σ' ένα σημείο τα άστρα αραίωναν κυκλικά γύρω απ' την Αφροδίτη, για να την αφήσουν να προβάλει μόνη της πάνω από την κορνίζα της γης, με τη σταθερή της ακτίνα που άπλωνε και πύκνωνε ταυτόχρονα σ' ένα σημείο.
Μέσα σ' αυτόν τον ουρανό η νέα σελήνη, αντί να υποβάλλει το σχήμα ενός μισοφέγγαρου, αποκάλυπτε τη μορφή μιας σκοτεινής σφαίρας φωτισμένης κυκλικά από τις λοξές αχτίνες ενός ήλιου βασιλεμένου, που διατηρούσε ωστόσο — όπως συμβαίνει μόνο κάποιες νύχτες στην αρχή της άνοιξης — το ζεστό του χρώμα. Κι ο Μαρκοβάλντο κοιτώντας εκείνη τη στενή όχθη του φεγγαριού ανάμεσα στη σκιά καιτο φως, δοκίμαζε μια νοσταλγία σα να έφτανε σε μιαν ακρογιαλιά που, σαν από θαύμα, παρέμενε ηλιόλουστη μέσα στη νύχτα.
'Ετσι στέκονταν ακουμπισμένοι στα παράθυρα, τα παιδιά τρομαγμένα από τις υπέρμετρες συνέπειες της πράξης τους, η Ιζολίνα βυθισμένη στην έκστασή της, ο Φιορνταλίτζι που, μόνος αυτός, διέκρινε το αδύνατο φως στο απέναντι δωματιάκι και επιτέλους το σεληνιακό χαμόγελο της κοπέλας. Η μητέρα ξαναβρήκε τον εαυτό της: — Εμπρός, είναι αργά, ελάτε μέσα. Θ' αρπάξετε καμιά αρρώστια με τέτοιο φεγγάρι.
Ο Μικελίνο σημάδεψε με τη σφεντόνα στον ουρανό. — Κι εγώ θα σβήσω το φεγγάρι! Η Δομιτίλα τον τράβηξε στο κρεβάτι.
Έτσι την υπόλοιπη νύχτα κι ολόκληρη την επόμενη η φωτεινή επιγραφή απέναντι έλεγε μόνο SPAAK-CO και μπορούσες να δεις τον έναστρο ουρανό από τη σοφίτα του Μαρκοβάλντο. Ο Φιορνταλίτζι και η σεληνιακή κοπέλα έστελναν με τα δάκτυλα φιλιά ο ένας στον άλλο, κι ίσως με τα νοήματα να τα κατάφερναν να κλείσουν ένα ραντεβού.
'Ομως το πρωί της δεύτερης μέρας, πάνω στη στέγη, ανάμεσα στα στηρίγματα της φωτεινής επιγραφής, διακρίνονταν καθαρά οι φιγούρες δύο ανθρώπων με φόρμα. Ήταν οι ηλεκτρολόγοι που διόρθωναν τα καλώδια και τις λυχνίες. Με το ύφος των γερόντων που αποφαίνονται για τον καιρό, ο Μαρκοβάλντο έβγαλε έξω τη μύτη του και είπε: — Απόψε θα έχουμε πάλι μια νύχτα GNAC.
Κάποιος χτυπούσε την πόρτα. Άνοιξαν. Ήταν ένας κύριος με γυαλιά.
— Με συγχωρείτε, θα μπορούσα να ρίξω μια ματιά από το παράθυρό σας; Ευχαριστώ˙ και συστήθηκε: — Γκοντιφρέντο, υπάλληλος διαφημιστικής εταιρείας.
«Τώρα την πατήσαμε! Θα μας ζητήσουν να πληρώσουμε τη ζημιά!» σκέφτηκε ο Μαρκοβάλντο κι αγριοκοίταξε τα παιδιά ξεχνώντας τις αστρονομικές του ανατάσεις. «Τώρα θα κοιτάξει απ' το παράθυρο και θα καταλάβει πως οι πέτρες μόνο από δω θα μπορούσαν να είχαν έρθει». Προσπάθησε να βρει δικαιολογίες:
— Βλέπετε είναι παιδιά, ρίχνουν χαλίκια στα σπουργίτια, δεν ξέρω πώς έγινε και χάλασε η επιγραφή της Spaak. Όμως τα τιμώρησα, τα τιμώρησα όπως έπρεπε. Να είστε βέβαιος, δεν πρόκειται να ξαναγίνει.
Ο κύριος Γκοντιφρέντο άκουγε με προσοχή: — Ξέρετε, εγώ, δεν έχω καμιά σχέση με τη «Spaak». Εργάζομαι για την «Tomawak». Ήρθα για να δω αν υπάρχει δυνατότητα να τοποθετήσουμε μιαν επιγραφή σ' αυτή τη στέγη. Όμως πέστε μου, πέστε μου, μ' ενδιαφέρει.
Έτσι ο Μαρκοβάλντο, μισή ώρα αργότερα, έκλεινε μια συμφωνία με την «CognacTomawak», τη σπουδαιότερη αντίπαλο της «Spaak».Τα παιδιά έπρεπε να σημαδεύουν με τη σφεντόνα το GNAC, κάθε φορά που η επιγραφή θα επισκευαζόταν.
—Θα 'ναι η σταγόνα που θα κάνει το ποτήρι να ξεχειλίσει, είπε ο κύριος Γκοντιφρέντο. Ήξερε τι έλεγε. Η «Spaak», που τα τεράστια έξοδα διαφημίσεως την έκαναν να βρίσκεται στο χείλος της καταστροφής, είδε τις αλλεπάλληλες βλάβες της πιο ωραίας της ρεκλάμας σαν ένα κακό οιωνό. Η επιγραφή, που άλλοτε έλεγε COGAC κι άλλοτε CONAC ή CONC, διέσπειρε στους πιστωτές της την ιδέα ότι βρισκόταν στα πρόθυρα της χρεοκοπίας. Ώσπου μια μέρα το διαφημιστικό γραφείο αρνήθηκε να κάνει άλλες επισκευές αν δεν εισέπραττε τις καθυστερημένες οφειλές. Η σβησμένη επιγραφή λειτουργούσε για τους πιστωτές σαν ένας κώδων κινδύνου. Η «Spaak» φαλίρισε.
Στον ουρανό του Μαρκοβάλντο τ' ολόγιομο φεγγάρι ανέβαινε μ' όλη του τη λάμψη.
Η καμπύλη του ήταν στραμμένη προς την ανατολή, όταν οι ηλεκτρολόγοι γύρισαν για να σκαρφαλώσουν στην απέναντι στέγη. Κι εκείνη τη νύχτα με γράμματα από φωτιά, γράμματα δυο φορές πιο μεγάλα από τα προηγούμενα, άστραφτε η επιγραφή COGNACTOMAWAK, και δεν υπήρχε πια φεγγάρι, ούτε στερέωμα, ούτε ουρανός, ούτε νύχτα, μονάχα COGNACTOMAWAK, COGNACTOMAWAK, COGNACTOMAWAK, που αναβόσβηνε κάθε δύο δευτερόλεπτα.
Αυτός που υπέφερε περισσότερο απ' όλους ήταν ο Φιορνταλίτζι. Η σοφίτα της σεληνιακής κοπέλας είχε εξαφανιστεί πίσω από ένα τεράστιο, αδιαπέραστο W.

http://users.sch.gr


Ίταλο Καλβίνο: H ηθική της λογοτεχνίας

Της Μαρίας Σπυριδοπούλου. 


Παράλληλα με τη λογοτεχνική του δραστηριότητα ο Καλ­βίνο ανέπτυξε και τη δραστηριότητα του δοκιμιογράφου. Τον απασχόλησαν θεωρητικά προβλήματα όπως οι σχέσεις της λογοτεχνίας με τη φιλοσοφία και την επιστήμη, η εξέλιξη και οι τάσεις του σύγχρονου μυθιστορήματος, οι διαφορές ανάμεσα στη γλώσσα της ποίησης και της πολιτικής. Τα Αμερικάνικα μαθήματα είναι το τέταρ­το και τελευταίο θεωρητικό βιβλίο του και αποτελεί­ται από πέντε διαλέξεις με θέμα τη λογοτεχνία, τις οποίες επρόκειτο να δώσει κατά το ακαδημαϊκό έτος 1985-1986 ο καλεσμένος στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ Ιταλός συγγραφέας.

Εν είδει πνευματικής διαθήκης, ο Καλβίνο εδώ αναλύει, περιγράφει, υ­ποδεικνύει πέντε ιδιότητες που πρέπει να διαφυλάξει η λογοτεχνία: την ελαφρότητα, την ταχύτητα, την ακρίβεια, την οπτικότητα και την πολλα­πλότητα. Επιχειρεί ένα είδος απολογισμού της πορείας της λο­γοτεχνίας και αφήνει να διαφανούν οι λεπτές σχέσεις που συνδέουν τα δικά του αφηγηματικά έργα με κείμενα αγαπημένων του συγγραφέων όπως οι Μπόρχες, Περέκ, Κενώ, Λεοπάρντι. Συγχρόνως κάνει έναν απολογισμό της μακρόχρονης ιστορίας του ανθρώπινου πολιτισμού μέ­σα από τις νεωτερικές επιστημονικές θεωρίες του Γαλιλαί­ου περί σύμπαντος, τη «φυσική φιλοσοφία» της ιταλικής Αναγέννησης του Καμπανέλλα και του Μπρούνο αλλά και τις ανακαλύψεις της σύγχρονης επιστήμης: τα quarks, τα «μηνύ­ματα DNA», τα bits της πληροφορικής… Έτσι ο λόγος της κριτικής, ο λόγος της αφήγησης και ο λόγος της ανάλυσης συνυφαίνονται αριστοτεχνικά, ενσωματώνοντας παραθέματα, αυτοβιογραφικές αναφορές, αναμνήσεις, κριτικά σχόλια.

Πρόκειται για ένα μαγικό ταξίδι στη γνώση και στις ποι­ητικές εκφάνσεις της, μια πνευματική παρακαταθήκη μιας εμπειρίας που αποκρυσταλλώνεται μέσα από πέντε έννοιες πολύσημες και πολυεδρικές, οι οποίες φωτίζουν σαν αστερισμοί κάθε φορά και από διαφορετική οπτική γωνία το σύμπαν της λογοτεχνικής δημιουργίας· το επαναπροσδιορίζουν αναδεικνύοντας ένα α­κόμη άφατο στοιχείο του, κρυμμένους θησαυρούς και νοήματα, χωρίς όμως ποτέ να εγκλωβίσουν το σύμπαν αυτό στη μονοδιάστα­τη λογική της ερμηνείας, της αξιολόγησης και της ιεράρχησης. Οι πέντε κατηγορίες λειτουργούν ωστόσο και ως μεταφορές ενός δυνητικού λο­γοτεχνικού συστήματος, αυτού που είχε στο νου του ο Καλ­βίνο όταν κατασκεύαζε με την ίδια θεωρητικο-δημιουργική ή επιστημονικο-ποιητική φαντασία τις Αόρατες πόλεις, τοΚάστρο των διασταυρωμένων πεπρωμένων, το Πάλομαρ… Με οδηγό την έλλογη φαντασία και το ποιητικό esprit de géométrie που τον χαρακτηρίζει, ο Καλβίνο μάς δίνει λοιπόν, σ’ αυτό το μαγευτικό εγχειρίδιο ύφους, τις συντεταγμένες της δικής του Ποιητικής, μας αποκαλύπτει τις ανησυ­χίες και τους προβληματισμούς του ως συγγραφέας, δοκιμιογρά­φος, πνευματικός άνθρωπος.

Καθεμιά όμως από αυτές τις λογοτεχνικές αξίες προσδιορίζεται και συμπληρώνεται και μέσα από την αντίθετή της. Ο Λεοπάρντι, ο ποιητής του ακαθόριστου των αισθήσεων, δεν μπορεί παρά να είναι ο ποιητής της ακρίβειας· ο Καβαλκάντι, και ο Δάντης, χαρακτηριστικοί εκπρόσωποι μιας πολύπλοκης φιλοσοφικής και θεολογικής θεωρίας αντίστοι­χα, είναι οι ποιητές της ελαφρότητας· το κρύσταλλο συνδέε­ται με τη φλόγα, η ψυχρή φαντασία με την ευφάνταστη ορ­θολογικότητα, ο εξωστρεφής θεός του εμπορίου, ο Ερμής, με τον μελαγχολικό Κρόνο· η γεωμετρική αφαιρετικότητα της σκακιέρας και των άδειων τετραγώνων της, εμβλημάτων του μηδενός, είναι άμεσα συνυφασμένη με την ιστορία του ξύλου από το οποίο είναι φτιαγμένη, δηλαδή η μορφή με την ύλη, το κενό με το συμπαγές. Ο Καλ­βίνο ομολογεί έτσι ότι, ενώ είναι κρόνιος ως ψυχοσύνθεση, θα ε­πιθυμούσε να είναι ερμείος και ότι όλα όσα γράφει αντανα­κλούν αυτές τις δύο τάσεις, με τον ίδιο τρόπο που και «στις Αόρατες πόλεις κάθε έννοια και κάθε αξία είναι διττή, ακόμη και η ακρίβεια».

Η ποιητική του είναι παλινδρομική, χωρίς δογ­ματισμούς, και δεν προσφέρει οριστικές εξηγήσεις ή βεβαιότη­τες, ενώ συνάμα αποδεικνύει πόσο απατηλή είναι η αξίωσή μας να πρεσβεύουμε απόλυτα πιστεύω. Η σκέψη του, αναλυτική και παρατακτική και αεικίνητη, προβάλλει διαρ­κώς συμμετρίες και ομοιότητες· διατυπώνει θέσεις και αντι­θέσεις που δεν απολήγουν σε μια παρηγορητική σύνθεση. Αντίθετα, χρησιμεύουν ως δαυλοί για τη διερεύνηση του σκότους, ως εργαλεία έρευνας μιας άλυτης διαλεκτικής που μεταμορφώνεται συνεχώς για να αποφύγει τον πειρασμό του οριστικού και τη λογική μιας ενιαίας και συστηματικής πρότασης για τη λειτουργία και τις αξίες της λογοτεχνίας. Αυτό που έχει σημασία είναι η σπίθα που ανάβει από τη μα­γική αυτή συνάντηση των εννοιών και η δυναμική της αέ­ναης εκτύλιξης νοημάτων και εικόνων, αόρατα συνδεδεμέ­νων μεταξύ τους. «Κάθε προσανατολισμός προϋποθέτει α­ποπροσανατολισμό. Μόνο όποιος έχει χαθεί μπορεί να σω­θεί. […] Ο λαβύρινθος έχει γίνει για να χάνεται και να περιπλανιέται όποιος μπαίνει. Απο­τελεί όμως και μια πρόκληση για τον επισκέπτη για να ανα­κατασκευάσει το σχέδιό του και να διαλύσει τη δύναμή του. Αν τα καταφέρει, θα έχει καταστρέψει το λαβύρινθο· δεν υ­πάρχει λαβύρινθος για όποιον τον έχει διασχίσει».

Η γραφή του Καλβίνο στα Αμερικάνικα μαθήματα είναι αποσπασματική, ογκομετρι­κή και όχι γραμμική, αρμονική και όχι μελωδική· διασταυ­ρώνει και περιπλέκει τα νήματα της σκέψης και μας οδηγεί πράγματι σ’ έναν εννοιολογικό λαβύρινθο. Εδώ τίποτε δεν θεωρείται δεδομένο και γίνεται προσπάθεια να δοθεί μια απάντηση για τη λογοτεχνία μέσα από το τμη­ματικό, το αποσπασματικό, το μοριακό. Το κέντρο του λαβυρίνθου, αν υπάρχει, είναι η λο­γοτεχνία υψωμένη στο τετράγωνο, το πολυσήμαντο νόημά της, η μοναδικότητά της («υπάρχουν πράγματα που μόνο η λογοτεχνία μπορεί να εκφράσει με τα δικά της ιδιαίτερα μέ­σα») και η πολύτιμη παρουσία της στη ζωή όλων μας. Η λογοτεχνία προβάλλει εντέλει ως ηθική ασπίδα ενάντια στη βαρβαρότητα και την παρακμή του κόσμου· ως γνωστικό εργα­λείο για την ταξινόμηση της άμορφης μάζας της πραγματικότητας-χάους· ως περιοχή ευταξίας στη μη αναστρέψιμη πορεία αποσύνθεσης του σύμπαντος. Η πιο μαγευτική διάστασή της ίσως είναι η προσπάθειά της να βγει έξω από τα όρια της γλώσσας και να δώσει το λόγο στις Σειρήνες και στο τραγούδι τους: «απώτατο σημείο άφι­ξης της γραφής, τελευταίο πυρήνα της ποιητικής λέξης». Και η μοναδικότητά της ίσως έγκειται στην προσπάθειά της να μας κάνει να βγούμε έξω από τον εγωιστικό και περιορισμέ­νο εαυτό μας, «όχι μόνο για να διεισδύσουμε σε άλλα εγώ, παρόμοια με το δικό μας, αλλά για να δώσουμε το λόγο σε αυτό που δε μιλάει, στο πουλί που στέκεται στην υδρορροή, στο δέντρο την άνοιξη και στο δέντρο το φθινόπωρο…».

Η Μαρία Σπυριδοπούλου είναι η μεταφράστρια του βιβλίου «Αμερικάνικα Μαθήματα» που θα κυκλοφορήσει σε λίγες μέρες από τις εκδόσεις Καστανιώτη







Στανισλάβ Ιγκνάσυ Βίτκιεβιτς ( 24 Φεβρουαρίου 1885 - 18 Σεπτεμβρίου 1939 )

Ο Στανισλάβ Ιγκνάσυ Βίτκιεβιτς (πολωνικά: Stanislaw Ignacy Witkiewicz) ήταν Πολωνός μυθιστοριογράφος, θεατρικός συγγραφέας, φωτογράφος και ζωγράφος. Είναι από τους πλέον αξιόλογους συγγραφείς της Πολωνίας μετά την ανεξαρτησία της χώρας το 1918

Ο Βίτκιεβιτς γεννήθηκε στη Βαρσοβία στις 24 Φεβρουαρίου 1885 και ήταν γιος του Στανισλάβ Βίτκιεβιτς, ζωγράφου και κριτικού τέχνης. Το 1880, η οικογένειά του μετακόμισε στο Ζακοπάνε (Zakopane), όπου ο μικρός Στανισλάβ άρχισε να παίρνει μαθήματα πιάνου. Το 1892, ο Στανισλάβ Ιγκνάσυ βαπτίστηκε με νονά του τη διάσημη ηθοποιό Helena Modjeska.
Το 1893 άρχισε να γράφει σύντομα θεατρικά έργα εμπνευσμένος από τον Σαίξπηρ και παράλληλα να ζωγραφίζει, κυρίως τοπία, υπό την καθοδήγηση του πατέρα του. Από το 1900 και για μια δεκαετία, ταξίδεψε σε πολλές χώρες και πόλεις της Ευρώπης: Αγία Πετρούπολη, Βιέννη, Μόναχο, Παρίσι, Λονδίνο. Το 1905, ο Βίτκιεβιτς συνόδεψε τον Πολωνό συνθέτη Κάρολ Συμανόφσκι (Karol Szymanowski) στην Ιταλία. Το 1907 πηγαίνει στη Βιέννη να δει μια έκθεση πινάκων του Πωλ Γκωγκέν.
Το 1904, ο Βίτκιεβιτς εγγράφεται στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Κρακοβίας, όπου με κάποια διαλείμματα σπούδασε ζωγραφική μέχρι το 1910, με καθηγητή τον Γιόζεφ Μεχόφερ (Josef Mehoffer). To 1913 αρραβωνιάστηκε την Jadwiga Janczewska, η οποία αυτοκτόνησε το 1914. Τσακισμένος από το θάνατο της μνηστής του, ο Βίτκιεβιτς συνοδεύει τον διάσημο ανθρωπολόγο Μπρόνισλαβ Μαλινόφσκι (Bronislaw Malinowski) σε μια εξερευνητική αποστολή του στην Κεϋλάνη και την Αυστραλία.
Μετά την έκρηξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, ο Βίτκιεβιτς φτάνει στην Αγία Πετρούπολη και το 1915 αποφοιτά από το Στρατιωτικό Κολλέγιο Πάβλοφσκι (Pavlovsky) της πόλης. Κατατάσσεται στο στρατό, πηγαίνει στο μέτωπο, τραυματίζεται σε μια μάχη στην Ουκρανία, παρασημοφορείται και αποστρατεύεται με το βαθμό του λοχαγού. Επιστρέφει στο Ζακοπάνε το 1918. Γράφει το θεωρητικό έργο "Νέες Μορφές στη Ζωγραφική". Το 1923 παντρεύεται την Jadwiga Unrug.
Στα επόμενα χρόνια και μέχρι που ξέσπασε ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος, ο Βίτκιεβιτς αφιερώνεται στη συγγραφή μυθιστορημάτων και θεατρικών έργων. Γράφει τα μυθιστορήματά του "Αντίο Φθινόπωρο" (1927) και "Απληστία" (1930). Με την έκρηξη του πολέμου, φεύγει από τη Βαρσοβία και στις 18 Σεπτεμβρίου 1939 αυτοκτονεί στο μικρό χωριό Jeziory στην ανατολική Πολωνία.

Little Witkacy with his father, ca. 1893

Θεατρικό έργο

Στο θέατρο ο Βίτκιεβιτς ανέπτυξε την αισθητική της "καθαρής φόρμας" (pure form), που αποδεσμεύει τον καλλιτέχνη από το φυσικό περιβάλλον και την εξωτερική πραγματικότητα. Εξερευνά κόσμους του ονείρου, της τρέλας, της παρωδίας και της πολιτικής σάτιρας. Τη φιλοσοφία του αυτή την συνταιριάζει στη ζωγραφική και το θέατρο.

Όπως σημειώνει ο Μάρτιν Έσσλιν (Martin Esslin) στο έργο του "Το Θέατρο του Παράλογου", ο σύνδεσμος ανάμεσα στα μοντέρνα κινήματα της ζωγραφικής και στις νέες πειραματικές τάσεις στο σύγχρονο δράμα εκδηλώνεται με τρόπο εντυπωσιακό στον Στανισλάβ Ιγκνάσυ Βίτκιεβιτς. Στα θεατρικά έργα του, ο Βίτκιεβιτς συνδυάζει στοιχεία του σουρεαλισμού με το ύφος, τη δομή και τη φρασεολογία του "θεάτρου του παράλογου". Θεωρείται με τις πρωτοποριακές ιδέες του για το θέατρο ως πρόδρομος του Ιονέσκο, του Μπέκετ και του Φερνάντο Αραμπάλ.

Από τα θεατρικά έργα του Βίτκιεβιτς, μόνο 4 εκδόθηκαν κι άλλα 5 παίχτηκαν στη σκηνή στη διάρκεια της ζωής του. Ανάμεσα στα πιο γνωστά έργα του, που έχουν μεταφραστεί σε ξένες γλώσσες, περιλαμβάνονται:
"Οι Πραγματιστές" (1919)
"Ο Κύριος Πράις ή Τροπική Τρέλα" (1920)
"Μεταφυσική ενός μοσχαριού με δυό κεφάλια" (1921)
"Η Νερόκοτα" (1921)
"Η Σουπιά" (1922)
"Η Τρελή Ατμομηχανή" (1923)
"Ο Τρελός και η Καλόγρια" (1923)
"Η Μητέρα" (1924)
"Οι Υποδηματοποιοί" (1931 - 1934)

Στανισλάβ Ιγκνάσι Βιτκίεβιτς - Αδηφαγία

μετάφραση: Αλέξης Καλοφωλιάς

Η Ευρώπη μπροστά στους μελλοντικούς ολοκληρωτισμούς της.
Προφητικό μυθιστόρημα γραμμένο το 1927 από έναν σημαντικό Πολωνό διανοούμενο. Ένα από τα κορυφαία έργα του ευρωπαϊκού μοντερνισμού.

Αδηφαγία. Το ψυχικό ακόρεστο.
Η ζωή, οι μεταμορφώσεις της, η αξία της.
Η μύηση, η ηδονή, η ματαιότητα.
Η λαγνεία, η μανία, η απόγνωση.
Η ύπαρξη, η ελευθερία, η ουτοπία.
Η διάνοια, η υπέρβαση, η παράνοια.
Η αρχή και το τέλος της αυταπάτης.

Μια μυθιστορηματική ανατομία της κοινωνίας και της πολιτικής σ' ένα έργο με διαχρονική αξία.


ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΒΙΣΤΩΝΙΤΗΣ - ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΔΗΦΑΓΙΑ 

ΑΠΟ ΤΟ http://www.tovima.gr//

Τον Σεπτέμβριο του 1939, λίγο μετά την εισβολή των χιτλερικών στην Πολωνία, ο συγγραφέας Στανισλάβ Ιγκνάσι Βίτκιεβιτς (1885-1939) κατέφυγε με τη νεαρή ερωμένη του στην Ανατολική Πολωνία. Στις 18 του ίδιου μήνα, και ενώ την προηγούμενη ημέρα από την άλλη πλευρά της χώρας είχαν εισβάλει οι Σοβιετικοί, ο Βίτκιεβιτς αυτοκτόνησε. Το ζευγάρι είχε αποφασίσει να αυτοκτονήσει από κοινού – η κοπέλα θα έπαιρνε δηλητήριο και ο συγγραφέας θα έκοβε τις φλέβες του. Ο ίδιος ωστόσο ήπιε κρυφά το βράδυ ένα φιαλίδιο βερονάλ και έκοψε τις φλέβες του. Η ερωμένη του τον βρήκε νεκρό το επόμενο πρωί.
Η συνέχεια είναι λιγότερο τραγική αλλά εξίσου μυθιστορηματική. Μετά το τέλος του Β´ Παγκοσμίου Πολέμου το υπουργείο Πολιτισμού της πολωνικής κυβέρνησης διέταξε την εκταφή των λειψάνων του Βίτκιεβιτς και τη μεταφορά τους στη γενέθλια πόλη του, το Ζακοπάνε, σε επίσημη τελετή όπου θα αποδίδονταν στον συγγραφέα όλες οι δέουσες τιμές. Ετσι ακριβώς έγινε, αλλά σε κανέναν δεν επιτράπηκε να ανοίξει το κλειστό φέρετρο με τα λείψανα του Βίτκιεβιτς. Πολλά χρόνια αργότερα έγινε γνωστό ότι αυτό που είχε βρεθεί στον τάφο του συγγραφέα ήταν τα λείψανα μιας άγνωστης γυναίκας από την Ουκρανία.
Υστερα από 12 χρόνια o ποιητής Τσέσλαφ Μίλος δημοσίευσε το βιβλίο του Ο αιχμάλωτος νους, στο οποίο αναφερόταν εκτενώς σε ένα από τα δύο μυθιστορήματα του Βίτκιεβιτς, την Αδηφαγία, που ήταν ως τότε άγνωστο στη Δύση. Το μεγάλο αυτό μυθιστόρημα – και για πολλούς το σημαντικότερο έργο του Βίτκιεβιτς – πρωτομεταφράστηκε στα αγγλικά μόλις το 1985 από τον Λούις Ιριμπάρνε, 55 χρόνια μετά την πρώτη του έκδοση στα πολωνικά και 58 μετά τη γραφή του. Κατάπληκτη η παγκόσμια κοινότητα των Γραμμάτων ανακάλυπτε με μισό αιώνα καθυστέρηση ένα βιβλίο που πολλοί το χαρακτήρισαν εφάμιλλο του Οδυσσέα του Τζόις και του Ανθρώπου χωρίς ιδιότητες του Μούζιλ. Η έκδοσή του στα ελληνικά γίνεται με ακόμη μεγαλύτερη καθυστέρηση, αλλά το αριστούργημα του Βίτκιεβιτς δεν έχει φθαρεί ούτε στο ελάχιστο από τον χρόνο. Απλώς είναι εκπληκτικό να διαπιστώνει κανείς ότι προηγήθηκε αρκετά των δύο βασικών δυστοπικών μυθιστορημάτων που μας είναι γνωστά: του Γενναίου Νέου Κόσμου του Χάξλεϊ και του 1984 του Οργουελ.

Στην Αδηφαγία ο Βίτκιεβιτς φαντάζεται την Πολωνία στα τέλη του 20ού αιώνα. Μια χώρα εξαντλημένη που παρακμάζει και στην οποία ετοιμάζονται να εισβάλουν οι Κινέζοι. Ενας φιλόσοφος από τη Μογγολία ονόματι Μούρτι Μπινγκ έχει παρασκευάσει ένα χάπι που όσοι το παίρνουν γαληνεύουν και γίνονται ευτυχείς. Οι πάντες λαμβάνουν το χάπι, όχι γιατί εξαναγκάζονται αλλά γιατί, όπως σχολιάζει στον Αιχμάλωτο νου ο Μίλος, «υπάρχει ένας πόθος για την αρμονία και την ευτυχία που βρίσκεται βαθύτερα από τον συνήθη φόβο ή τον πόθο να ξεφύγει κανείς από τη μιζέρια ή τη φυσική καταστροφή». Τέτοιος είναι και ο πόθος του νεαρού ήρωα του μυθιστορήματος Ζένεζιπ Κάπεν που εισέρχεται στη φάση της γοητευτικής και καταστροφικής μύησης σε αυτόν τον νέο κόσμο με τη βοήθεια της πριγκίπισσας Τικοντερόγκα. Αλλά σε τούτο το μυθιστόρημα παρανοϊκού πάθους παρελαύνει και πλήθος εκκεντρικών, επίδοξων φιλοσόφων, έκφυλων αριστοκρατών και πολιτικών ηγετών στα όρια της παραφροσύνης.

Οπως συμβαίνει και με άλλα σπουδαία μυθιστορήματα της Κεντρικής Ευρώπης (τους Υπνοβάτες ή το Βιργιλίου θάνατος του Μπροχ λ.χ.), η Αδηφαγίαδιαβάζεται ως μεγαλειώδης και καταστροφική πολιτική αλληγορία. Το χάπι του Μούρτι Μπινγκ είναι προϊόν της συνταγής για την ευτυχία που το έχει δημιουργήσει ένας διανοούμενος – και ο σταλινισμός είναι προϊόν των διανοουμένων. Είναι αυτό που αιχμαλωτίζει τον νου και τη συνείδηση, ένα είδος ιδεολογικής «όστιας», γι’ αυτό άλλωστε και το σταλινικό καθεστώς δεν προέκυψε από τη λειτουργία του λεγόμενου κοινού νου αλλά, σύμφωνα πάντοτε με τον Μίλος που στα νιάτα του υπηρέτησε το καθεστώς αυτό (υπηρέτησε ως πρέσβης της Πολωνίας στο Παρίσι αμέσως μετά τον Β´ Παγκόσμιο Πόλεμο), «από την επανάσταση του στομάχου».

Η λαγνεία επομένως που κυριαρχεί στην Αδηφαγία, το πάθος των πρωταγωνιστών του βιβλίου να «καταπιούν» όλες τις ηδονές ενός κόσμου – που τους καταπίνει εκείνος στο τέλος -, είναι το ομόλογο του νου, η σκοτεινή του πλευρά, ο αντικόσμος.

Θα ήταν φυσικά προτιμότερο η ελληνική μετάφραση να είχε γίνει από το πολωνικό πρωτότυπο, αλλά η κλασική αγγλική μετάφραση του Λουίς Ιριμπάρνε που χρησιμοποιήθηκε είναι ένα εξαίρετο και απολύτως αξιόπιστο κείμενο.


Ζωγραφική

 self-portrait 1924

Ως ζωγράφος, ο Βίτκιεβιτς υπέγραφε με το ψευδώνυμο Βίτκασυ (Witkacy). Η σουρεαλιστική, ονειρική και τόσο εφιαλτική ζωγραφική του επηρέασε σε σημαντικό βαθμό και χάραξε νέες ατραπούς για τους καλλιτέχνες του εικοστού αιώνα.
Μια επιλογή από τους πιο χαρακτηριστικούς πίνακές του περιλαμβάνει: "Aυτοπροσωπογραφία" (περ. 1910), "Αυτοπροσωπογραφία" (1913), "Μασκαράτα" (1917), "Φανταστικό όραμα" (1917), "Δυο Κεφάλια" (1920), "Ο Πειρασμός του Αγίου Αντωνίου" (1916 - 21), "Σύνθεση με Γυναικείες Φιγούρες" (1917 - 20), "Σύνθεση με Ρινόκερους" (1918), "Γελαστό Αγόρι" (1920), "Συνθέσεις: Σατανάς" (1920), "Ο Πειρασμός του Αδάμ" (1920), "Γενική Σύγχυση" (1920), "Νεκρή Φύση με Ρολόι" (1921), "Η Μαρύσια με Σκύλο στην Κεϋλάνη" (1920 - 21), "Ο Ζευς μεταμφιεσμένος σε Ταύρο" (1921), "Σύνθεση" (1922), "Πορτραίτο της Κυρίας Szarota" (1924), "Αυτοπροσωπογραφία" (1924), "Πορτραίτο της Jadwiga Witkiewicz" (1925), "Πορτραίτο της Maria Nawrocka" (1929), "Αυτοπροσωπογραφία" (1938), "Αυτοπροσωπογραφία" (1939).


Ο πειρασμός του Αγίου Αντωνίου, Εθνικό Μουσείο Κρακοβίας, 1916 - 1921


 Self-portrait 1938


 Self-portrait with Mrs. Maryla Grosmanowa 1927

Composition 1922

Nova Aurigae 1918

Portret Karola Krystalla

Antares w Skorpionie ( Αντάρες στον Σκορπιό ) 

Kompozycja z pięcioma postaciami ( Σύνθεση με πέντε χαρακτήρες )

 Kuszenie Adama ( Ο πειρασμός του Αδάμ )

Tworzenie świata ( Δημιουργώντας τον κόσμο )


 Pejzaż górski ( Ορεινό τοπίο
 )

Fantazja - Bajka





 Australian landscape
Οι πίνακες είναι από:













Σωτήρης Μουστάκας (17 Σεπτεμβρίου 1940 - 4 Ιουνίου 2007 )



Από την ταινία - Ένας νομοταγής πολίτης

Ο Σωτήρης Μουστάκας (17 Σεπτεμβρίου 1940, Λεμεσός Κύπρου - 4 Ιουνίου 2007, Αθήνα) ήταν Κύπριος ηθοποιός, ένας από τους μεγαλύτερους κωμικούς ηθοποιούς της Ελλάδας, βραβευμένος για την προσφορά του στην ελληνική επιθεώρηση.
Ο Μουστάκας γεννήθηκε στο χωριό Κάτω Πλάτρες της επαρχίας Λεμεσού και ήταν ο νεότερος από τα επτά αδέρφια του. Σε ηλικία 15 χρονών, συμμετείχε ενεργά στον Απελευθερωτικό Αγώνα της ΕΟΚΑ την περίοδο 1955 έως 1959,  όπου μοίραζε φυλλάδια και έγραφε συνθήματα στους τοίχους.  Συνελήφθη από τους Άγγλους και φυλακίστηκε για περίοδο εφτά μηνών. Μόλις αποφυλακίστηκε τελείωσε το σχολείο και το 1958 αναχώρησε για την Αθήνα για να σπουδάσει ηθοποιία, παρά τις αντιρρήσεις του πατέρα του.
Το 1954, πήγε σε μια θεατρική παράσταση του Νίκου Σταυρίδη στη Λεμεσό, ανακάλυψε την αγάπη του για το θέατρο. Μετά το τέλος της παράστασης, ο Μουστάκας πλησίασε τον Σταυρίδη και του είπε πως θέλει να γίνει κι αυτός ηθοποιός. Ο Σταυρίδης του είπε να έρθει στην Αθήνα να τον βρει. Όταν έφτασε στην Αθήνα, έπιασε δουλειά σ' ένα εστιατόριο ως σερβιτόρος, ενώ παράλληλα έδωσε εξετάσεις στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, όπου πέρασε με την δεύτερη προσπάθεια. Τότε γνώρισε την ηθοποιό Μαρία Μπονέλου, την οποία νυμφεύθηκε το 1973 και με την οποία απέκτησε μια κόρη, την Αλεξία. Την ίδια περίοδο πέρασε και στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Ως σπουδαστής εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο θεατρικό σανίδι κρατώντας ένα μικρό ρόλο στο έργο «Χαραυγή» του Δημήτρη Μπόγρη (1961) κι ένα χρόνο αργότερα έκανε την πρώτη του επαγγελματική εμφάνιση με τον θίασο της Κάκιας Αναλυτή και του Κώστα Ρηγόπουλου στο έργο των Βαγγέλη Γκούφα και Βασίλη Ανδρεόπουλου «Μια πόρτα δραχμές πεντακόσιες». Με τον ίδιο θίασο συνεργάστηκε και τον επόμενο χρόνο, ενώ ακολούθησαν συνεργασίες με τους θιάσους Μάρως Κοντού - Γιώργου Πάντζα και Λάμπρου Κωνσταντάρα - Μάρως Κοντού.

Στα μέσα της δεκαετίας του '60 έπαιξε στους «Όρνιθες» του Αριστοφάνη, σε σκηνοθεσία Κάρολου Κουν, ενώ σημαντική θεωρήθηκε η ερμηνεία του στον «Ασυλλόγιστο» του Μολιέρου σε σκηνοθεσία Μιχάλη Μπούχλη. Τη θεατρική σεζόν 1969-1970 συνεργάστηκε με τον θίασο Αλέξη Μινωτή - Κατίνας Παξινού στο θεατρικό του Σον Ο’ Κέιζι «Η Ήρα και το παγόνι». Το 1976 συγκρότησε τον δικό του θίασο και ανέβασε τα έργα «Το κλουβί με τις τρελές», «Βιολιστής στη στέγη», «Ο καλός στρατιώτης Σβέικ» και «Ο σιγανοπαπαδιάς».

Ηθοποιός με άνεση στον αυτοσχεδιασμό, διακρίθηκε ιδιαίτερα στην επιθεώρηση. Το 1994 τιμήθηκε με το βραβείο επιθεώρησης «Παναθήναια» για την ερμηνεία του στο νούμερο «Άμλετ» και δύο χρόνια η Εταιρεία Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων τού απένειμε το βραβείο «Παπαδούκα» για το νούμερο «Οι δύο δουλειές» στην επιθεώρηση «Και Μί-μη χειρότερα».

Στον κινηματογράφο, η καριέρα του ξεκίνησε το 1964 με τον «Ζορμπά» του Μιχάλη Κακογιάννη, όπου υποδύθηκε τον τρελό του χωριού και ολοκληρώθηκε με τον ρόλο του Τιτσιάνο στην ταινία του Γιάννη Σμαραγδή «Ελ Γκρέκο» το 2007. Σταθμός θεωρήθηκε η ερμηνεία του στην ταινία «Ο Νομοταγής Πολίτης», σε σκηνοθεσία Ερρίκου Θαλασσινού και σενάριο Κώστα Μουρσελά. Τη δεκαετία του '80 πρωταγωνίστησε σε δεκάδες βιντεοταινίες. Το 2002 βραβεύτηκε για τον ρόλο τού 98χρονου χάκερ στην τηλεοπτική σειρά του Γιάννη Σμαραγδή «Τα χαϊδεμένα παιδιά», που μεταδόθηκε από την ΕΤ1.

Θάνατος

Απεβίωσε τα ξημερώματα της 4ης Ιουνίου του 2007 στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Αθηνών στην ηλικία των 66 ετών, μετά από έκτακτη εισαγωγή λόγω ξαφνικής αδιαθεσίας που αισθάνθηκε κατά τη διάρκεια θεατρικής πρόβας. Ο λόγος του θανάτου του ήταν η λοίμωξη του αναπνευστικού, ενώ τα τελευταία χρόνια της ζωής του έπασχε από καρκίνο. Κηδεύτηκε στις 6 Ιουνίου του 2007 στο κοιμητήριο Χαλανδρίου δημοσία δαπάνη. Τελευταία του επιθυμία ήταν να σκεπαστεί η σορός του με την γαλανόλευκη ελληνική σημαία.

Στον ρόλο του Τιτσιάνο στην ταινία - Ελ Γκρέκο



Βραβεία

Ο Μουστάκας έπαιξε σε δεκάδες τηλεταινίες, κινηματογραφικές ταινίες και πολλές θεατρικές παραστάσεις. Το 1994, απέσπασε το βραβείο επιθεώρησης Τα Παναθήναια, για την ερμηνεία του στο Άμλετ. Το 1996, έλαβε το πρώτο βραβείο Παπαδούκα της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων, για τον ρόλο του την επιθεώρηση Οι Δύο Δουλειές. Τέλος, το 2003 απέσπασε το βραβείο Ερμηνείας Ελληνικού Έργου Καρόλος Κουν, για την συνολική του συνεισφορά στην επιθεώρηση.

Απόψεις

Ο Μουστάκας είχε εκφράσει πολλές φορές την αγάπη του για την ηθοποιία και το θέατρο. Είχε δηλώσει ότι η ηθοποιία είναι "σαν ένα απάτητο κι ανεξερεύνητο βουνό. Σκαρφαλώνεις με κόπο, φτάνεις στην κορυφή και βλέπεις ότι υπάρχει κι άλλη κορυφή, κι ύστερα κι άλλη. Όταν πεις έφτασα, το έχεις χάσει το παιχνίδι".

Ανέφερε πως το θέατρο τον έκανε να νοιώθει νέος και ότι "στο θέατρο πρέπει να υπάρχει μια παιδικότητα. Αυτό που κάνουμε είναι ένα παιχνίδι. Πώς όταν είμαστε μικρά θέλουμε να βάζουμε μάσκες, να μεταμφιεζόμαστε, να κάνουμε διάφορα;". Έχει προσθέσει ότι εργάζεται ως ηθοποιός πάνω από σαράντα χρόνια, αλλά ποτέ δεν τα υπολόγισε, "όπως κάνουν ορισμένοι που γιορτάζουν τα είκοσί τους χρόνια κτλ. Για μένα πέρασαν χωρίς καν να το καταλάβω".

Ο Μουστάκας αρεσκόταν στην αλήθεια της ηθοποιίας, καθώς δήλωσε: "Είμαι αληθινός σ' αυτό που κάνω, χωρίς ψεύτικα τερτίπια, χωρίς χυδαιότητες και αυτό το νιώθει ο κόσμος. Για μένα το θέατρο είναι χαρά, κατάθεση ψυχής". Τέλος, προτιμούσε το είδος της κωμωδίας, την οποία χαρακτήριζε ως "φάρμακο".

πηγές 


Ο Σ. Μουστάκας διαβάζει Γεώργιο Σουρή - Αθήνα