Τρίτη, 19 Σεπτεμβρίου 2017

ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΔΕΚΟΥΛΟΥ - ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ " Σ' ανήλιαγα μέρη "




Τα όνειρά σου αλυχτούν στις καλαμιές,
μικρά ναυάγια στα πελάγη των ματιών σου,
μαυροντυμένα είναι τα θέλω σου του χτες
και νέο ρέκβιεμ η ψυχή γράφει δικό σου.

Έχεις χαθεί στου Κάτω κόσμου τα στενά
σε μονοπάτια θολερά, σ' ανήλια μέρη,
έχει η πυξίδα σου βορρά τη λησμονιά
και πίσω το κλαδί ελιάς ποιος θα το φέρει;

Διψά η λεμόνια μας στην αυλή
κρέμονται έρμα, ξεχασμένα τα σταφύλια.
Ξίνησε μες στο κιούπι το κρασί
Μουσκέψανε τα μάτια τα μαντήλια.

Σε καρτερώ τα δειλινά στ' αραξοβόλι,
να δέσει η ψυχή σου, ν' απαγγιάσει,
μα έσβησαν τον φάρο δυο δαιμόνοι
κι εσύ τη ρότα σου για πάντα έχεις χάσει.

17/9/16
Σταυρούλα Δεκούλου Παπαδημητρίου













ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΑΚΗ " Πώς να του πεις; "


Είναι αλήθεια

κι εκείνες οι στιγμές

που θα ’θελες

ποτέ σου

να μη ζούσες.

Πώς άραγε να πεις σ’ ένα παιδί :

- Έφυγε ταξίδι μακρινό.

Σε βλέπει από ψηλά,

να ξέρεις.

Πώς να του πεις

πως αγκαλιά πια

δεν θα έχει να κρυφτεί

σαν θα πονάει.

Πώς να του πεις

πως δεν θα έχει πια

κείνη να του θυμίζει

τη ζακέτα να φορά

να μην κρυώνει.

Πώς να του πεις

πως δεν θα έχει πια

κείνη που γέμιζε

με « Πρόσεχε»

την κάθε του ημέρα;

Πώς να του πεις

σαν σε ρωτά αν θα ξανάρθει

πως δεν θα ’ρθει ποτέ ξανά

Πως μέσα του θα ζει

πώς να του πεις;

Πώς;

Πες αλήθεια!

Πώς να του τα πεις;

Καλύτερα νομίζω

να σιωπήσεις…

Μια αγκαλιά

να ανοίξεις μοναχά…

Ν’ απλώσεις χέρι

και καρδιά

για ν’ ακουμπήσει…

18-9- 2017
Η μέρα που ράγισε η καρδιά μας

©Δέσποινα Αυγουστινάκη


https://bloggernefeli.blogspot.gr/










ΝΙΚΟΣ ΒΑΡΔΑΚΑΣ " Φαλιμέντο "


Άδολα, δίχως φθόνο και με περίσσιο φόβο ξεκίνησες

το ταξίδι σου το μεγαλύτερο στο φαλιμέντο . Μετάλαβες την

αδιαφορία, την ασώματη κυοφορία του ψέματος της. Αργά, συνοπτικά

και δίχως βιασύνη άρχισε να βραδιάζει.

Στο νησί του πόθου, των όμορφων στιγμών που βιώσατε οι δυο σας

έφθασες πριν λίγο. Συντεταγμένη η πομπή, των αναμνήσεων πορεύεται ενώ δεξιά

και αριστερά στέκονται το παρόν και το μέλλον. Σε κοιτάζουνε βαθιά στα μάτια

εκεί που η δύναμη προσφέρει την θέση στο κενό.

Θεό τον βάφτισες, ως άλλο είδωλο απομυθοποίησες το πρόσωπο της. Ζητάς την παρέα

του, την ευμετάβλητη κίνηση του μοιραίου. Ως άτολμος και αναποφάσιστος

διακρίνεις στο έσχατο του χρόνου το όνομα σου. Μοιάζει μνημείο λαξεμένο, με

τέχνη που το κυπαρίσσι σκιά του προσφέρει. Φαλιμέντο ,ως απάντηση στα γιατί

των δόλιων συνοδοιπόρων σου.

Σε περιμένει το φως στην αυγή, ως ένα κλείσιμο μεμιάς των βλεφάρων.









ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΖΑΡΑΝΗΣ ΕΥΔΑΙΜΩΝ - Ο ΚΑΛΠΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΝΟΥ

Christian Schloe art
Καλπάζω με το άτι της σκέψης στον ατέλειωτο κάμπο των επιθυμιών στον ορίζοντα του ανεκπλήρωτου με γκέμια τη λογική και τη γνώση πάνω στην σέλα της πραγματικότητας! Καλπάζω με το άυλο άλογο μου τον ψαρή το καθαρόαιμο αυτό άτι της ευσυνειδησίας κόντρα στον άνεμο της απαισιοδοξίας ενάντια στην επιθυμία της πλεονεξίας! Καλπάζω, καλπάζω, καλπάζω χωρίς να φεύγω απ’ την πραγματικότητα και με επίθεση στο κατεστημένο αφού κάνω έλεγχο των δυνατοτήτων μου! Καθώς συνεχίζω τον φρενήρη δρόμο μου αισθάνομαι το γοργοπόδαρο άτι κάθιδρο τα ρούχα μου να διαλύονται απ’ την προσπάθεια κι’ εγώ να συνεχίζω στον ίδιο ρυθμό τον καλπασμό καλπασμό κόντρα σε όλες αυτές τις αντιξοότητες ενάντια στην ίδια την ύπαρξη μου! Καλπάζω, καλπάζω, καλπάζω το γυμνό κορμί μου μαστιγώνεται απ’ την αδιαφορία και την αγωνία για την επίγνωση του ανολοκλήρωτου μέχρι να εξαϋλωθεί στον αγώνα της ύπαρξης του τίποτα! Καλπάζω, καλπάζω, καλπάζω κι’ η ύπαρξη μου καταντά αδιόρατη προσπαθώντας να ολοκληρώσει τον σκοπό της! Καλπάζω, καλπάζω, καλπάζω ως το τέλος αυτής της αμφίβολης μου ζήσης αυτό είναι όλο κι’ όλο το ζητούμενο τίποτα άλλο δεν υπάρχει εκτός απ’ αυτό! Θα ‘βρω άραγε ποτέ το χαμόγελο της χαράς που προσδοκώ μες το ατέλειωτο αυτό παιγνίδι της υπαρκτής πραγματικότητας; «Ευδαίμων Συριανός»













ΜΑΡΙΝΑ ΣΟΛΔΑΤΟΥ - Η ΠΛΑΤΕΙΑ ΕΡΜΗ

Πηγή φωτογραφίας:Julia Margaret Cameron

Απόψε το βράδυ, σαν τρεις σημάνει,
ξημέρωμα δεν θα υπάρχει για εσάς, κυρία μου...

Έτσι ωχρή θα σας βρίσκουν οι ώρες,
ο έρωτας, τα ποιήματα κι οι ουράνιες πτήσεις
θα αποθάνουν...

Ο τρελός θα φέρει μοναχά στάχτη
κι ένα έρημο τοπίο θα σας κυνηγά,
σε μιάν σκηνή οπού θα παίζετε το πτώμα
κι οι εξόριστοί σας μελωδοί τους βασιλιάδες...

Πολύ ονειρευτήκατε, κυρία μου,
ούτε το σήμαντρο δεν χτυπά
τα ξύλινά σας λόγια...

Η πλατεία έρμη από εσάς, ήσυχη,
με φωνές ανώδυνες,
τόσο όσο...
Πόσο αγαπώ το ωχρό του προσώπου σας χρώμα!
Γελώ, σας φαντάζομαι νεκρή, νεκρή...

''Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΠΟΝΟΣ ΤΟΥ ΔΕΝΔΡΟΥ" Μαρίνα Σολδάτου
** ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΟΧΥΡΩΜΕΝΑ**






ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΣΙΛΑΚΟΣ " Το χελιδόνι "

πηγή φωτογραφίας 



Με ένα χελιδόνι, το ίδιο πάντα,
μου έστελνες -αραιά και πού- ένα μήνυμα κρεμασμένο
από τα φτερά της αποδημίας.

Εγώ ερμήνευα χαρές και πίκρες
κάθε που η οπτική της ψυχής μου
ευθυγράμμιζε χρώματα, σκιές και ουρανό.

Ένα κλαδάκι βασιλικό από τα γήινα αντιγύριζα
να σου θυμίζει του σώματος την ταφή
και της καρδιάς την ευφορία κατά την ύψωση.

Πέρασε καιρός να καρτερώ συννεφιασμένες επισκέψεις,
να αφουγκράζομαι, μάταια,
το πέταγμα της συνήθειας.

Κάποια παιδιά είπαν « πέρασε το καλοκαίρι»
κι΄ εγώ αποκρίθηκα « η αγάπη θα ξανάρθει ».

Πνευματικά δικαιώματα Κώστας Βασιλάκος
Αθήνα 19/09/2017






ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ - Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου (απόσπασμα του έργου του)

Pierre-Auguste Renoir, The Bridge at Argenteuil in Autumn (1882)

Άνεμος του Νοεμβρίου

Τώρα όμως βράδιασε. Ας κλείσουμε την πόρτα κι ας κατεβάσουμε
τις κουρτίνες
γιατί ήρθε ο καιρός των απολογισμών. Τι κάναμε στη ζωή μας;
Ποιοι είμαστε; Γιατί εσύ κι όχι εγώ;
Καιρό τώρα δεν χτύπησε κανείς την πόρτα μας κι ο ταχυδρόμος έχει
αιώνες να φανεί. Α, πόσα γράμματα, πόσα ποιήματα
που τα πήρε ο άνεμος του Νοεμβρίου. Κι αν έχασα τη ζωή μου
την έχασα για πράγματα ασήμαντα: μια λέξη ή ένα κλειδί, ένα
χτες ή ένα αύριο
όμως οι νύχτες μου έχουν πάντα ένα άρωμα βιολέτας
γιατί θυμάμαι. Πόσοι φίλοι που έφυγαν χωρίς ν’ αφήσουν διεύθυν-
ση, πόσα λόγια χωρίς ανταπόκριση
κι η μουσική σκέφτομαι είναι η θλίψη εκείνων που δεν πρόφτασαν ν’
αγαπήσουν.

Ώσπου στο τέλος δεν μένει παρά μια θολή ανάμνηση από το παρελ-
θον (πότε ζήσαμε;)
και κάθε που έρχεται η άνοιξη κλαίω γιατί σε λίγο θα φύγουμε και
κανείς δεν θα μας θυμηθεί.


 Theodore Robinson – Autumn Sunlight


Το όνειρο

Τελικά τους έκλεισα την πόρτα «τι να την κάνω εγώ την πραγματικό-
τητα, τους λέω-εγώ έχω τ΄»όνειρο»
ίσως γι΄ αυτό αγαπώ τα νεκροταφεία, γιατί βάζουν τέλος στις λε-
πτομέρειες.
Ένα τραγούδι λυπημένο τη νύχτα είναι πάντα ένας αποχαιρετι-
σμός.


Wassily Kandinsky, Walled City in Autumn Landscape (1902) 


Τερέζα

Εκείνο το βράδυ γύρισα ανήσυχος, «Τερέζα» φώναξα, τίποτα, έψαξα τα δωμάτια, κατέβηκα στο υπόγειο «που είναι η Τερέζα;» ρώτησα, «πέθανε, είπε κάποιος – την κηδέψαμε χθες», «ηλίθιοι, φώναξα, σας ξεγέλασε, δεν ξέρετε τι μεγάλη πουτάνα ήταν » κανείς δε μίλησε «μα πως μπορεί ένας άγγελος να πεθάνει » είπα κλαίγοντας.

Άνοιξα το παράθυρο και πράγματι εκεί στο βάθος τ’ ουρανού έλαμπε η Τερέζα σαν άστρο.


 Francis Coates Jones – Nymphs in the Autumn Woods


Εφηβεία

Είναι κάτι βράδια που μόνον ένας στεναγμός μας χωρίζει απ’ τον Παράδεισο
κι άλλοτε ανατέλλει η σελήνη απ΄το λόφο σα μεγάλη ευτυχία
περοπλανήσεις στη νύχτα κι οι γρίλιες απ΄όπου μισοείδαμε το εσώ-
ρουχο μιας γυναίκας που κοιμόταν
κι άξαφνα στη στροφή του δρόμου η θλίψη ενός φανοστάτη μας
πλημμύριζε με δάκρυα.

Κανείς δε μας περίμενε όταν γυρίσαμε



Mary Cassatt – Autumn

Ο πρώτος στίχος

Aλλά γιατί καμιά φορά στεκόμαστε στη μέση ενός αγνώστου δρό-
μου ή μπροστά σ’ ένα παλιό σπίτι. Τι μας θυμίζουν; Ποιόν
αναζητούμε;
Κι άλλοτε κάτω από μια γέφυρα ή πίσω από μια κουρτίνα νιώθεις
να ζείς πιο αληθινά –
Πράγματα που θα εξοφλήσεις κάποτε με τη ψυχή σου.
Ώσπου ένα πρωί ακουγόταν το πρώτο κελάηδημα στον κήπο.
Άνοιξη.
Η μητέρα άλλαζε καπέλο, η νεαρή υπηρέτρια ανέβαινε στη σοφί-
τα κι έκλαιγε κι ο παππούς ξεχνούσε να διαβάσει τη Βίβλο….

Τώρα κάθομαι στην παλιά κουνιστή πολυθρόνα που κάθησαν τρείς
γενιές. Πού πήγαν τόσοι άνθρωποι;
Ολόκληρη η ζωή μου δεν ήταν παρά η ανάμνηση ενός ονείρου
μέσα σε ένα άλλο όνειρο. Κι η Άννα όταν γελούσε ήταν σα να
Σκόρπιζε γιασεμιά
φωτίζοταν για λίγο η νύχτα.

Θυμάμαι παιδί που έγραψα κάποτε τον πρώτο στίχο μου.
Από τότε ξέρω ότι δε θα πεθάνω ποτέ-
αλλά θα πεθαίνω κάθε μέρα.


 Claude Monet, Autumn Effect at Argenteuil (1873) 


Φύλλα ημερολογίου

Ποιος ξέρει τι θα συμβεί αύριο,
ή ποιος έμαθε ποτέ τι συνέβη χτες,
Τα χρόνια μου χάθηκαν εδώ κι εκεί, σε δωμάτια, σε τραίνα,
Σε όνειρα
Αλλά καμία φορά η φωνή μιάς γυναίκας καθώς βραδιάζει μοιάζει
Με το αντίο μιας ηλικίας που τελείωσε
Κι οι μέρες που σου λείπουν, ώ Φεβρουάριε, ίσως μας αποδοθούν
Στον παράδεισο-
Συλλογιέμαι τα μικρά ξενοδοχεία όπου σκόρπισα τους στεναγμούς
Της νιότης μου
Ώσπου στο τέλος δεν ξεφεύγει κανείς, αλλά και να πάει που;
Κι ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο
Ένας τον άλλον –

Κύριε, αδίκησες τους ποιητές δίνοντας τους μόνο ένα κόσμο,
Κι όταν πεθάνω θα’ θελα να με θάψουν σ’ ένα σωρό από φύλλα
Ημερολογίου
Για να πάρω και το χρόνο μαζί μου.
Κι ίσως ο,τι μείνει από μας να’ ναι στην άκρη του δρόμου μας
Ένα μικρό μη με λησμόνει


http://tleivaditis.weebly.com/

Emil Nolde, Autumn Sea