Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2016

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΖΑΡΑΝΗΣ ΕΥΔΑΙΜΩΝ - ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

Lorenzo Lotto -  The Nativity

ΕΛΑ ΚΥΡΙΕ!

Κύριε…
ήρθες πριν δυο χιλιάδες χρόνια
μες απ’ την ταπεινή σου φάτνη
με των βοδιών την ανάσα να ζεσταίνει το Θείο Σου κορμί!
Πως πέρασαν τόσα… πολλά χρόνια;
Ήρθες να φέρεις τη γαλήνη! – Ήρθες να φέρεις την αγάπη!
Ήρθες να διώξεις τον πόνο! – Ήρθες να σκορπίσεις το σκοτάδι!
Ήρθες να μας λυτρώσεις απ’ την αμαρτία!
Ήρθες να μας γιομίσεις με χαρά!
Όμως….. τόσα χρόνια και τίποτα απολύτως δεν άλλαξε!
Τόσα και τόσα χρόνια διάβηκαν! - Μα… πλήθυνε το δάκρυ!
Περίσσεψε ο πόνος! – Πάγωσε η καρδιά!
Σκοτώνονται όλο και πιο πολλοί! – Το μίσος θέριεψε!
Κυριαρχεί παντού η απάτη! – Βασιλεύει το έγκλημα!
Ο αδύναμος πεθαίνει! – Ο φτωχός υποφέρει!
Πάντα υποφέρει! – Κι’ εμείς πονεμένοι! – Προσδοκούμε πάντα σε Σε!
Συναγμένοι σε μια γωνιά προσευχόμαστε σε Σένα!... Πάντα σε Σένα!
Κύριε…
προσμένουμε πάλι τη γέννηση Σου!
Να ‘ρθεις να λιγοστέψει ο πόνος! – Γιατί… καθημερνά περισσεύει!
Να ‘ρθεις ν’ ανθίσει το χαμόγελο στα χείλη! – Να στεγνώσει το δάκρυ!
Πέτρωσε πια η καρδιά μας και δεν μπορεί να Σ’ αφουγκραστεί!
Λίγωσε απ’ τον πόνο η καρδιά! – Ξέπνοη φεύγει η ελπίδα!
Κι’ εμείς ξεμείναμε δίχως αυτή! - Έρμοι μες την έρημο της αμαρτίας!
Κύριε…
στ’ αλήθεια πρέπει πάλι να ‘ρθεις!
Πρέπει να σκαλίσεις τις στάχτες με τ’ αποκαΐδια της καρδιάς μας!
Να λαμπαδιάσει η φλόγα της αγάπης! – Να ζεσταθούν λίγο οι καρδιές!
Θα έρθεις άραγε στ’ αληθινά; - Ή θα μας πουν μόνο πάλι ότι ήρθες;
Τα φώτα θα λαμπυρίζουν παντού! – Στις εκκλησιές θα Σε υμνούν!
Τα παιδιά θα παίρνουν δώρα! - Οι καμπάνες θα κτυπούν χαρμόσυνα!
Όλα είναι έτοιμα για την υποδοχή Σου! - Σε προσμένουν οι πονεμένοι!
Σε καρτερούν οι ταπεινοί! – Η καρδιά μας ολάνοιχτη για Σε!
Έλα να ζεστάνεις τις καρδιές! – Έλα να φωτίσεις το σκοτάδι!
Τουρτουρίζουμε όλοι απ’ την απονιά!
Υποφέρουμε δίχως Εσένα!
Έλα Σε παρακαλούμε!! – Έλα!! - Μην αργείς άλλο!

«Ευδαίμων Συριανός»






ΑΥΤΟΙ ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΜΑΓΟΙ

Οι τρεις μάγοι πήγαν με δώρα στο θείο βρέφος
να προσκυνήσουν τον νέο βασιλιά του κόσμου!
Αληθινά… να προσκυνήσουν μια άδολη ψυχή!
Έτσι λέει η ιστορία αυτή!
Ήταν τότε που οι βασιλιάδες υπήρχανε
να τους προσκυνήσουνε οι μάγοι!
Ήταν τότε…
Μήπως κι’ οι μάγοι θα ‘ρθουν πάλι
να προσκυνήσουν τις άδολες ψυχές μας
ετούτη τη φορά;
Σα βρέφη θα τους δεχτούμε όποτε κι’ αν έρθουν!
Υπάρχουν όμως άδολες ψυχές σήμερα;
Ένα ερώτημα που ανήκει σ’ όλους!
Σήμερα… που οι βασιλιάδες ξεθώριασαν
και γίνανε φιγούρες κι’ επίσημα πρόσωπα
απλά για παρελάσεις!
Τι θα προσκυνήσουν οι μάγοι;
Για ποιον είναι τα δώρα;
Σε ποιον η προσκύνησις;
Μαγικές εικόνες οι βασιλιάδες!
Μαγικές εικόνες κι’ οι μάγοι!
Μήπως κι’ εμείς δεν είμαστε
μαγικές εικόνες του σήμερα
στ’ άγνωστο της ανυπαρξίας;

Τι κι’ αν δεν γίναμε ποτέ μάγοι και βασιλιάδες
και δεχθήκαμε να γενούμε πιόνια
σ’ αυτό το σκάκι της ζωής;
Πάντα η ζωή στο ίδιο δρόμο προχωρεί!

«Ευδαίμων Συριανός»




ΚΑΝΕ ΚΑΤΙ ΚΥΡΙΕ

Ήρθα στα γενέθλια Σου!
Μες την ολόφωτη την εκκλησιά
καθώς η σκέψη μου γυρίζει σε Σένα!
Εκεί που γεννιέσαι κάθε χρόνο!
Στην μικρή απέριττη Σου φάτνη και στις καρδιές μας!
Φέτος όμως… ο βοριάς ρίζωσε για καλά μες τις καρδιές
και δεν μπορούμε να ζεσταθούμε… ούτε και για λίγο!
Ράγισε η καμπάνα της καρδιάς και δεν σημαίνει τον ερχομό Σου!
Όλων η φροντίδα αρχίζει και τελειώνει στο έχει μας!
Ακόμη και οι ευχές γινήκαν ανούσιες!
Λόγια μόνο λόγια… σκέτα λόγια δίχως μιαν υπόσταση!
Καμιά θαλπωρή από την φλόγα της γαλήνης Σου!
Κι’ ενώ ο αγέρας λυσσομανά μέσα κι’ έξω απ’ τις καρδιές μας
το κλάμα μας δεν μπορεί να ακουστεί
απ’ τις φωνές των διαδηλώσεων!
Κόμπος δέθηκε πια η καρδιά μας!
Θέλησε να ξαποστάσει κάπου… μα του κάκου!
Δεν υπάρχει η ζέση της προσμονής Σου!
Μόνο έγνοιες και ψέματα
… παντού ψέματα… χοντρά ψέματα
και μες σ’ αυτά μπερδεύεται η Αλήθεια Σου
ακόμη… απ’ αυτούς που σε υπηρετούν
κι’ από αυτούς ακόμη που σε πιστεύουν!
Κάνε κάτι Κύριε κάτι για τις καρδιές μας… που είναι γυμνές στο ψέμα!
Κρυώνουν…. ζέστανε τες με το παράδειγμα Σου!

«Ευδαίμων Συριανός»





ΑΝ ΘΑ ΞΑΝΑΡΘΕΙΣ…

Κύριε,
πέρασαν δύο χιλιάδες χρόνια από τότε που ήσουν κοντά μας!
Αλήθεια!
Αν ποτέ ξανάρθεις στην γη τίποτα δεν θα ‘βρεις όπως και πριν!
Δεν ξέρω αν θα ‘σαι σε ταπεινή φάτνη
ή μέσα σε παλάτια αλλά σαν θα ‘ρθεις…
θα δεις κτίρια μεγαθήρια κι’ ανθρώπους θηρία!
Θα δεις αεροπλάνα που πετούν ίδια πουλιά
και πουλιά να πέφτουν σαν αεροπλάνα!
Δεν υπάρχουν άμαξες με δύο άλογα…
αλλά αυτοκίνητα με διακόσα!
Θα δεις το κέρδος, την αδικία και το μίσος να κυριαρχούν παντού
ακόμη και στους ανθρώπους π’ άφησες να διδάσκουν τον λόγο Σου!
Ήρθες απλός και ταπεινός για να μας υψώσεις
στο απόλυτο μεγαλείο της δόξας Σου!
Μα… η λύπη, ο πόνος κι’ η δυστυχία περίσσεψαν στον κόσμο μας!
Τι κι’ αν σταυρωθείς για μια ακόμα φορά… κανείς δεν θα ενδιαφερθεί!
Κανείς δεν θα το αντιληφθεί… έχουν όλοι τα δικά τους «προβλήματα»!
Έχει σκληρύνει τόσο πολύ η καρδιά του ανθρώπου
από τότε… που φοβάμαι ότι δεν θα μπορέσεις να κάνεις τίποτα!
Δίδαξες την αγάπη… μα οι πιστοί Σου
στο όνομα Σου κάνουν τα μεγαλύτερα εγκλήματα!
Διαστρέφουν ακόμη και το λόγο Σου!
Φανέρωσες τον προδότη που αυτοτιμωρήθηκε
αλλά σήμερα οι άνθρωποι προδίδουν τον ίδιο τους τον εαυτό
δίχως να δίνουν καμιά σημασία γι’ αυτό!

Αν θα ξανάρθεις θα Σε προσμένω
μ’ ανοιχτή την καρδιά μου να Σε δεχθεί!
Όμως αλήθεια… γιατί να ‘ρθεις;
Δεν πρόκειται να βρεις ανθρώπους να σε νιώσουν!
Εγώ… απλά στο λέω απλά για να στο πω!

«Ευδαίμων Συριανός»






ΓΙΩΡΓΗΣ ΒΩΔΙΝΑΣ ( Vg Gv ) - ΜΗ ΛΥΓΙΖΕΙΣ


Μουχροί ανήλιαγοι καιροί το μέλλον μελανιάζουν
τάφοι οι πόλεις ζωντανών σωρούς αντράλας μπάζουν
Ριγμένες μέρες κατά Γης πριν χαραυγή σκιρτήσει
σε μουχλιασμένες κάμαρες μεσουρανεί η πλήξη
Θύελλες αποξένωσης τις ρούγες μακελεύουν
οι εξαρτήσεις πειρατές συθέμελα κουρσεύουν
Ριπές απόγνωσης βροντούν μυδράλια τα πλήκτρα
πυρπολημένα δάχτυλα μελαγχολία πνίχτρα
Άχρωμα συναισθήματα λόγια φαλιρισμένα
μαρμαρωμένα βλέμματα φιλιά ταριχευμένα
Ρίγη αγοραφοβικά σε γρίλιες παραδέρνουν
προκαταλήψεις σαν υνιά ψυχή και σώμα γδέρνουν
Λιμπρέτα παραισθήσεων σ' οθόνες δίνουν ρέστα
λάμες συρματοπλέγματα δραματική φιέστα
Σύνδρομα δέρνουν το μυαλό τα βίτσια καραούλι
κοχλάζουν τ' αφανέρωτα οι διγλωσσίες τρούλοι
Αγκυλωμένες λογικές σκλάβες σε φρεναπάτες
αρματωμένοι κωδικοί γκρίζους κλειδώνουν χάρτες
Σκούζουν οι πλάνες σαν σκυλιά ξορκίζουν ηλιαχτίδες
πλέκουν μαεστρικά θηλιά θωρούν με παρωπίδες
Στράφι κυλάει η ζωή αδρά παροπλισμένη
αγνάντια σε θολό γυαλί ανέραστη χωλαίνει
Βολεύεται στην παρακμή αρνιέται την αλήθεια
παθητικά φυλλορροεί θηλάζει παραμύθια
Λέξη νεκρή η συντροφιά ξυλιάζουν συνειδήσεις
χαμόγελα εικονικά άνευρες παρορμήσεις
Άνθρωπε μη λιποψυχείς στα κάτεργα της θλίψης
σ' αλάνες τρέξε να χαρείς πριν σε χαρούν οι τύψεις
Σ' ομοβροντίες κραδασμών κράτησε μη λυγίσεις
άδραξε θάλπος αγκαλιών πάλι ν΄ανθοβολήσεις
08 / 12 / 2016
( Vg Gv )







ΛΟΥΙΤΖΙ ΠΙΡΑΝΤΕΛΛΟ ( 28 Ιουνίου 1867 - 10 Δεκεμβρίου 1936 )


Ο Λουίτζι Πιραντέλλο (ιταλικά: Luigi Pirandello, 28 Ιουνίου 1867 - 10 Δεκεμβρίου 1936), ήταν Ιταλός δραματουργός, μυθιστοριογράφος και δοκιμιογράφος, στον οποίο απονεμήθηκε το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1934.

Γεννήθηκε στο Αγκριτζέντο της Σικελίας, τον αρχαίο Ακράγαντα. Προερχόταν από αστική οικογένεια του Risorgimento που ήταν ιδιοκτήτρια κτημάτων και ορυχείων θείου. Αρχικά, ήθελε να ακολουθήσει σταδιοδρομία φιλολόγου και διαλεκτολόγου (υποστηρίζει στη Βόννη μια διατριβή για τη φωνητική και τη μορφολογία του ιδιώματος της γενέτειράς του πόλης) και εισοδηματία ποιητή - τα πρώτα του δημοσιεύματα είναι πράγματι μικροί τόμοι λυρικών ποιημάτων που κλίνουν προς την ευαισθησία του λυκόφωτος και του ρομαντισμού, όπως τα Mal giocondo (Χαρούμενο κακό, 1889), Pasqua di Gea (Πάσχα της Γης, 1891) και Elegia renane (Ελεγεία του Ρήνου, 1895)- που έχουν συντεθεί λίγο πολύ πάνω στο πρότυπο των Ρωμαϊκών ελεγείων του Γκαίτε τα οποία μετέφρασε τον επόμενο χρόνο. Σπούδασε φιλολογία στο Παρίσι και στη Βόννηκαι δίδαξε ως καθηγητής της ιταλικής φιλολογίας στο ανώτατο ινστιτούτο της ιταλικής πρωτεύουσας. Στη Ρώμη ο Πιραντέλο συνεργάστηκε με πολλά λογοτεχνικά περιοδικά. δημοσιεύοντας ποιήματα και πεζογραφήματά του. Έγινε γνωστός στο ευρύτερο κοινό με το μυθιστόρημά του "Ο μακαρίτης Ματθαίος Πασκάλ". Εκείνο όμως που τον έκανε παγκοσμίως γνωστό ήταν το θεατρικό του έργο. Το πρώτο μέρος του συνολικού θεατρικού του έργου ο Πιραντέλο το έγραψε σε μια ιδιαίτερα οδυνηρή εποχή γι' αυτόν, εξαιτίας του θανάτου της μητέρας του και της διανοητικής αρρώστιας της συζύγου του. Από τα πολλά έργα του Πιραντέλο αναφέρουμε τα : Όταν ήμουν τρελός, Όπως με θέλεις, Να ντύσουμε τους γυμνούς, Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα, Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε, Απόψε αυτοσχεδιαζουμε.

Ελληνικές μεταφράσεις έργων του Πιραντέλλο

Θέατρο
Così è (se vi pare) (Έτσι είναι, αν έτσι νομίζετε, 1916) : Μάριος Πλωρίτης ("Γκόνη")
Liolà (Λιολά, 1916) : Πάρις Θεοφανίδης ("Δωδώνη")
Il piacere dell'onestà (Η ηδονή της τιμιότητος, 1917) : Μάριος Πλωρίτης ("Γκόνη")
La patente (Η πατέντα, 1918) : Μάνθος Κρίσπης (Νέα Εστία, 1961 Β΄)
Sei personaggi in cerca d'autore (Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα, 1921) : Αλέξης Σολομός ("Δωδώνη")
Enrico IV (Ερρίκος Δ΄) : Γ.Ρούσος ("Γκόνη")
Come Tu Me Vuoi - L'imbecille (Όπως Με Θέλεις - Ο ηλίθιος, 1922) : Μάριος Πλωρίτης ("Δωδώνη")
Vestire gli ignudi (Να ντύσουμε τους γυμνούς, 1922) : Μάριος Πλωρίτης ("Γνώση")
L'uomo dal fiore in bocca (Ο άνθρωπος με το λουλούδι στο στόμα, 1923) : Λ.Μυριβήλη ("Γκόνη")
Come tu mi vuoi ('Οπως με θέλεις, 1930) : Μάριος Πλωρίτης ("Δωδώνη")
Questa sera si recita a soggetto (Απόψε αυτοσχεδιάζουμε, 1930) : Δημήτρης Μυράτ ("Δωδώνη")
O di uno o di nessuno (Ενας ή κανένας, 1929) και All' uscita (Στην Εξοδο, 1916) μετ. Ιάνης Λο Σκόκκο (ἐκδ. Μαρή)
NON SI SA COME (Δίχως Να Ξέρεις Πως, 1934): Άννα Βαρβαρέτσου-Τζόγια ("Δωδώνη")
Οι Γίγαντες του Βουνού: Χρίστος Κρεμνιώτης ("Ηριδανός")
Ο Άνθρωπος, Το Κτήνος και η Αρετή: Ερρίκος Μπελιές ("Ηριδανός")
Μονόπρακτα: Ερρίκος Μπελιές ("Ηριδανός")

Πεζογραφία
L’ esclusa (Η αποδιωγμένη, 1901) : Πάνος Ράμμος ("Παρατηρητής")
Il fu Mattia Pascal (Ο μακαρίτης Ματία Πασκάλ, 1904) : Μανώλης Γιαλουράκης ("Πανεπιστημιακός Τύπος")
Quaderni di Serafino Gubbio, operatore (Τετράδια του Σεραφίνο Γκούμπιο, κινηματογραφιστή, 1916 & 1925) : Γ.Λαμπιδώνης ("Αστάρτη")
Uno, Nessuno e Centomila ('Ενας Κανένας και Εκατό Χιλιάδες): Αγνή Σπηλιώτη-Αγγέλου ("Ζαχαρόπουλος Σ.Ι.")
Χάος, Μετάφραση: Σωτήρης Τριβιζάς, Εκδόσεις: Καστανιώτη
διηγήματα : πλείονες ("Δίφρος")
διηγήματα : Κατ.Γλυκοφρύδη ("Καστανιώτης")
Ευρωπαϊκά γράμματα: ιστορία της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας. Αθήνα: Σοκόλης, 1999.


Σοφία Ιορδανίδου - Εισαγωγή στο έργο του Πιραντέλο

Pirandello in 1884.
Οι μάσκες και ο καθρέφτης: «Ο καθένας μας δεν είναι αυτό που νομίζει ότι είναι, αλλά είναι ένας, κανένας κι εκατό χιλιάδες», γράφει ο Σίλβιο ντ’ Αμίκο, σχολιάζοντας την ιδεολογία που διατρέχει το έργο του βραβευμένου με το Νόμπελ λογοτεχνίας (1934) Λουίτζι Πιραντέλλο, που επανέφερε την Ιταλία στο κύριο ρεύμα της ευρωπαϊκής δραματουργίας. Πράγματι, σε αυτήν ακριβώς την ιδέα του για την πολλαπλότητα του ατόμου, τη διάσπαση του ατόμου και τη συνεπακόλουθη υποκειμενικότητα της αλήθειας στηρίζεται ολόκληρη η δραματουργία του σικελού δραματουργού, που έμελλε να γίνει ο σημαντικότερος εκπρόσωπος του θεάτρου του «γκροτέσκ», γενέθλιος τόπος του οποίου είναι η Ιταλία.

Κοινό θέμα των θεατρικών συγγραφέων που προηγήθηκαν του Πιραντέλλο, του Λουίτζι Κιαρέλλι, του Λουίτζι Αντονέλλι και του Ρόσσο ντι σαν Σεκόντο, είναι ο χειρισμός της «ιλαροτραγικής αιώρησης του ανθρώπου ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία»1 με ένα γκροτέσκ χιούμορ. Το θέμα της «μάσκας» του προσώπου βρίσκει την κορύφωσή του στο θέατρο του Πιραντέλλο∙ η πάλη ανάμεσα στο πρόσωπο και τη μάσκα του οδηγείται, διά μέσου την άφταστης συγγραφικής δεξιοτεχνίας του, σε εκβάσεις σπαρακτικές: «Όταν αντικρίζουμε τον εαυτό μας, έλεγε ο ίδιος, η ομαδική συνέπεια είναι ένας ασυγκράτητος θρήνος. Ο θρήνος αυτός αποτελεί το θέατρό μου». Κι όμως, από το θέατρό του δε λείπει το έλεος για τους ήρωές του. Στα έργα του τον απασχολεί η ματαιότητα των επιδιώξεων του ανθρώπου και η αδυναμία του να κατανοήσει ολοκληρωτικά και αντικειμενικά μια προσωπικότητα. Τα πλέον αντιπροσωπευτικά της γραφής του είναι τα Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα, Ερρίκος ο Δ΄, Να ντύσουμε τους γυμνούς, Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε.
Τα έργα του Πιραντέλλο θα μπορούσαμε να τα κατηγοριοποιήσουμε ως εξής: α) η ιλαροτραγωδία του ερωτικού τριγώνου, β) η μάσκα και το πρόσωπο, γ) οι ηθογραφίες στη σικελική διάλεκτο και δ) τα συμβολικά έργα.
Ο Λουίτζι Πιραντέλλο δεν είχε ταξιδέψει ποτέ στην Ελλάδα. Ο ίδιος, ωστόσο, θαύμαζε τη χώρα μας, ως πατρίδα του θεάτρου. Σε συνέντευξή του που είχε παραχωρήσει στον Κώστα Ουράνη, λέει σχετικά: «Την Ελλάδα τη φέρνω μέσα μου. Το πνεύμα της παρηγοράει και φωτίζει την ψυχή μου. Μπορώ μάλιστα να σας πω ότι, χωρίς να ‘χω πάει, την ξέρω. Είμαι από τη Σικελία, από τη Μεγάλη Ελλάδα, κι υπάρχει πολύ από την Ελλάδα στη Σικελία. […] Άλλωστε […] είμαι ο ίδιος ελληνικής καταγωγής. Το όνομά μου είναι Πυράγγελος. Το Πιραντέλλο δεν είναι παρά η φωνητική παραφθορά του: Πιραντζέλο, Πιραντέλλο…».

Η αρχαία ελληνική τραγωδία έχει παίξει, όπως ο ίδιος διατείνεται, σημαντικό ρόλο στο έργο του Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα: «…το έχω συλλάβει σαν ελληνικό κλασσικό έργο. Έβαλα σ’ αυτό το Χορό […] Ο Χορός στο έργο μου είναι οι ηθοποιοί. Κορυφαίος του Χορού είναι ο διευθυντής του θεάτρου. Και τα «έξι πρόσωπα» είναι τα τραγικά πρόσωπα του έργου […] Θα ‘θελα να κατέβαινα κάποτε στην Ελλάδα, για να παρουσιάσω εγώ ο ίδιος, στον τόπο της τραγωδίας, τα «Έξι πρόσωπα» σαν αρχαία τραγωδία…»2.

Στην Ελλάδα η πρόσληψη του έργου του Σικελού δραματουργού είναι εκτεταμένη: από το 1914, οπότε πρωτοπαρουσιάστηκε έργο του, μέχρι σήμερα έχουν παρουσιαστεί 27 από τα 44 έργα του σε 103 παραστάσεις. Αρχικά η κριτική και το κοινό διχάζονται όσον αφορά το νεοφερμένο συγγραφέα: οι παραστάσεις του επισύρουν επικριτικά σχόλια ή θριαμβευτικούς επαίνους. Με την πάροδο όμως των ετών, οι θεατράνθρωποι αποδέχονται τον Πιραντέλλο ως μείζονα συγγραφέα.
Η υποδοχή του ξεκινά το 1914 με την παράσταση του έργου του Η μέγγενη, από το θίασο της Κυβέλης. Την ευθύνη για την πρώτη εκείνη παρουσίαση έργου του Πιραντέλλο φέρει ο Τηλέμαχος Λεπενιώτης, ένας από τους «μύστες» της Νέας Σκηνής του πρωτοπόρου σκηνοθέτη Κωνσταντίνου Χρηστομάνου. Αξίζει να αναφερθεί, πως η Ελλάδα είναι η πρώτη χώρα εκτός Ιταλίας, στην οποία παρουσιάζεται έργο του βραβευμένου με Νόμπελ σικελού συγγραφέα.

Τα χρόνια που ακολουθούν, κύριος φορέας του έργου του στη χώρα μας, θα είναι ο Σπύρος Μελάς, ο οποίος συστήνει στο ελληνικό κοινό τα κυριότερα έργα του, ενώ στις παραστάσεις του καθιερώνεται η Ελένη Παπαδάκη ως η σημαντικότερη ελληνίδα πιραντελλική ηθοποιός. Τις μετέπειτα δεκαετίες οι μορφές που θα κυριαρχήσουν στη σκηνοθεσία έργων του Λουίτζι Πιραντέλλο θα είναι αυτές του Καρόλου Κουν και του Δημήτρη Μυράτ, ο οποίος μάλιστα θα τιμηθεί το 1983 με το βραβείο για «τον καλύτερο πιραντελλικό σκηνοθέτη εκτός Ιταλίας», ενώ κατεξοχήν ερμηνευτής σε έργα του Ιταλού συγγραφέα θα είναι και ο Βασίλης Διαμαντόπουλος. 
Σοφία Ιορδανίδου - Δημοσιογράφος , Σύμβουλος Επικοινωνίας
 


ΘΕΑΤΡΙΚΑ ΕΡΓΑ 


i.ΕΞΙ ΠΡΟΣΩΠΑ ΖΗΤΟΥΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ 


Το πιο διάσημο και ριζοσπαστικό έργο του Ιταλού συγγραφέα, γράφτηκε το 1921 και άνοιξε νέους δρόμους στο σύγχρονο ευρωπαϊκό δραματολόγιο.
Σε ένα θέατρο ο θίασος ετοιμάζει παράσταση και ξαφνικά εμφανίζονται τα έξι μέλη μιας οικογένειας, δημιουργήματα κάποιου συγγραφέα που ξεκίνησε να γράφει ένα θεατρικό έργο αλλά δεν το τελείωσε ποτέ. Αυτά τα έξι πρόσωπα ζητάνε από τον θιασάρχη να ανεβάσει έργο με θέμα τη δική τους ζωή, οπότε να αποκτήσουν και πλήρη θεατρική υπόσταση. Ο Πιραντέλλο πραγματεύεται τις έννοιες "μάσκα" και "πρόσωπο", "σύμβαση" και "αλήθεια", "ύπαρξη" και "οντότητα" για να δείξει την εντυπωσιακή αντίθεση τους.

Στο Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα, οι θεατές παρακολουθούν τις πρόβες ενός θιάσου όταν ξαφνικά εισβάλλουν στο θέατρο έξι χαρακτήρες οι οποίοι ζητούν από τον σκηνοθέτη να αναλάβει να γράψει την ιστορία τους και να την ανεβάσει. Οι χαρακτήρες ζητούν επίμονα να τους δοθεί ζωή, να τους επιτραπεί να αφηγηθούν την ιστορία τους. Για το σκοπό αυτό ο καθένας τους παρουσιάζει την ιστορία, ειδωμένη όμως από τη δική του οπτική γωνία. Ο Πιραντέλο περιγράφει πώς συνέλαβε την ιδέα του έργου στην εισαγωγή της έντυπης έκδοσής του: μια άκαρπη προσπάθεια για ένα έργο που σταμάτησε να γράφει όταν συνειδητοποίησε ότι έχει στενοχωρήσει ήδη τους αναγνώστες του με εκατοντάδες και εκατοντάδες ιστορίες. "Γιατί να τους στενοχωρήσω τώρα με τη διήγηση των θλιβερών εμπλοκών αυτών των έξι δυστυχισμένων;" Οι χαρακτήρες, εντούτοις, ήδη υπάρχοντες στο μυαλό του, λέει ο ίδιος: "ήταν πλάσματα του πνεύματός μου, αυτοί οι έξι ζούσαν ήδη μια ζωή που ήταν δική τους κι όχι δική μου πια, μια ζωή που δεν ήταν στη δύναμή μου να τους αρνηθώ πλέον."

Χαρακτήρες

Ο Πατέρας - Είναι παντρεμένος αρχικά με Τη Μητέρα και επιμένει να στείλουν το γιο μακριά για να ζήσει στη εξοχή. Ύστερα, είπε Στη Μητέρα να παντρευτεί ένα άλλο άτομο που αισθάνθηκε ότι αγάπησε περισσότερο. Αργότερα, δημιουργεί σχεδόν σχέση με την προγονή του (Την Κόρη) έως ότου παρεμβαίνει Η Μητέρα. Όταν μαθαίνει ότι ο δεύτερος σύζυγος Της Μητέρας πέθανε, φέρνει αυτή, Το Γιο, Την Κόρη, Το Κορίτσι, και Το Αγόρι πίσω για να ζήσουν μαζί του.

Η Μητέρα - Αρχικά παντρεμένη με Τον Πατέρα, ερωτεύεται έναν από τους υπαλλήλους του και φεύγει με αυτόν με εντολή Του Πατέρα. Έχει τρία παιδιά, Το αγόρι, Το Κορίτσι, και Την Κόρη με το δεύτερο σύζυγο και έχει Το Γιο με Τον Πατέρα.

Ο Γιος - Ο γιος Του Πατέρα και Της Μητέρας. Για να τον κάνει πιο δυνατό, Ο Πατέρας τον στέλνει μακριά στην εξοχή για να ζήσει με μια παραμάνα όταν είναι μωρό. Επομένως, μεγάλωσε χωρίς να γνωρίζει τους γονείς του και τους αντιπαθεί. Αντιπαθεί επίσης την θετή οικογένειά του, μην θεωρώντας τους μέρος της οικογένειας.

Η Κόρη - η εύψυχη κόρη Της Μητέρας και του δεύτερου συζύγου της. Απασχολείται από την Μαντάμ Πάτσε και ύστερα από "δύο μήνες ορφανή", δημιουργεί σχεδόν ένα δεσμό με Τον Πατέρα. Αναφέρεται ότι το σκάει από το σπίτι αργότερα στην ιστορία. Σύμφωνα με την ίδια, πήγαινε στο συγγραφέα της ιστορίας συνεχώς, προσπαθώντας να τον κάνει να τελειώσει την ιστορία.

Το Αγόρι - το μεσαίο παιδί και μόνος γιος Της Μητέρας από το δεύτερο σύζυγό της. Αντιπαθείται από Την Κόρη, η οποία νομίζει ότι είναι ηλίθιος. Δεν μιλά ποτέ κατά τη διάρκεια του έργου. Στο τέλος του παιχνιδιού, αυτοκτονεί πυροβολώντας το κεφάλι του με ένα περίστροφο.

Το Κορίτσι- η νεώτερη κόρη Της Μητέρας και του δεύτερου συζύγου της. Είναι η συμπάθεια Της Κόρης. Αναφέρεται μια φορά ότι ονομάζεται Ροζέτα. Δεν μιλά ποτέ κατά τη διάρκεια του έργου. Στο τέλος του έργου, πνίγεται σε μια λιμνούλα μέσα στην οποία έπαιζε, αν και Ο Γιος προσπαθεί να την τραβήξει έξω.

Η Μαντάμ Πάτσε - εργοδότρια της μητέρας και (πιό πρόσφατα) Της Κόρης. Διευθύνει ένα κατάστημα - οίκο ανοχής. Εμφανίζεται μόνο για ένα μικρό διάστημα στο έργο, όταν Η Κόρη και Ο Πατέρας εκτελούν μαζί τη σκηνή τους στο κατάστημα. Μιλά με ένα ιταλο-ισπανικό ύφος.

Ανάλυση

Το έργο αφιερώνει πολύ χρόνο στο να εκθέσει τους περιορισμούς του θεάτρου ως μέσο αφήγησης. Έτσι το έργο μπορεί να θεωρηθεί απλά ως μια άσκηση στην πολυεξερευνημένη σήμερα σφαίρα του μεταθεάτρου. Όμως ερευνά μεγαλύτερα ερωτήματα που προσδιορίζουν την ύπαρξη και υποδηλώνει ευθύνες σύμφυτες με τη δημιουργικότητα.

Το έργο πρωτοανέβηκε στη σκηνή το 1921 από την Compagnia Di Dario Niccomedi στο θέατρο Valle της Ρώμης με ανάμεικτη υποδοχή. Το κοινό χωρίστηκε σε υποστηρικτές και αντιπάλους του έργου, με τους δεύτερους να φωνάζουν: "Τρελοκομείο! Τρελοκομείο!" Ο συγγραφέας, που ήταν παρών στην παράσταση με την κόρη του Λιέτα, αναγκάστηκε ούτε λίγο ούτε πολύ να φυγαδευτεί από το θέατρο μέσω μιας βοηθητικής εξόδου, προκειμένου να αποφύγει το πλήθος των αγανακτισμένων αντιθέτων. Το ίδιο δράμα, εντούτοις, σημείωσε μεγάλη επιτυχία όταν παρουσιάστηκε στο Μιλάνο



                                        


ii. ΕΤΣΙ ΕΙΝΑΙ ΑΝ ΕΤΣΙ ΝΟΜΙΖΕΤΕ 


Μυστήριο καλύπτει τη συμπεριφορά του κρατικού υπαλλήλου Πόνζα που έχει μετακομίσει με τη γυναίκα του και την πεθερά του σε μια άλλη πόλη, μετά από μια καταστροφή στον τόπο όπου εργαζόταν. Εντύπωση προκαλεί στον προϊστάμενο αλλά και στο περιβάλλον του –που ζει και αναπνέει για το κουτσομπολιό- ότι ο Πόνζα αναγκάζει τις δύο γυναίκες να ζουν χωριστά και τις απαγορεύει να συναντώνται μεταξύ τους. Όταν ο Πόνζα και η πεθερά του καλούνται για εξηγήσεις από τον προϊστάμενο και τον νομάρχη, οι απαντήσεις περιπλέκουν το μυστήριο, αφού ο καθένας έχει την δική του εκδοχή για την πραγματικότητα. https://www.n-t.gr/

....Τι είναι το έργο; Ενα παιχνίδι ανάμεσα σε αλήθειες και ρόλους, ένα παιχνίδι που επιβεβαιώνει την ανάγκη μας να κοροϊδεύουμε τον εαυτό μας κυρίως αλλά και τους άλλους. Υπάρχει μία πραγματικότητα;
Ο Πιραντέλο τοποθετεί τη δράση σε ένα κλειστοφοβικό περιβάλλον, με τους ήρωες να προσπαθούν να αποδείξουν - ο καθένας για τον εαυτό του - την αλήθεια των αντιφατικών ιστοριών τους προκειμένου να ικανοποιήσουν την περιέργειά τους. Με τον Πόντσα στον κεντρικό ρόλο, τη γυναίκα του και την πρώην πεθερά του, ο Πιραντέλοδημιουργεί αυτό το τρίγωνο στο οποίο βασίζεται για να ξεδιπλώσει τις σκέψεις και τις απόψεις του. Το «Ετσι είναι αν έτσι νομίζετε» είναι μια σάτιρα ιδιοφυής και ποιητική μαζί, σκληρή και αδύναμη, σαρωτική αλλά και γεμάτη οίκτο για την αδυναμία του ανθρώπου να κατανοήσει τα αληθινά κίνητρα ακόμη και των δικών του πράξεων.
Στην πλοκή του έργου ο Πόντσα, ένας κρατικός υπάλληλος που έχει μετακομίσει με τη γυναίκα του και την πεθερά του σε μια άλλη πόλη, προκαλεί το ενδιαφέρον του περιβάλλοντός του και γεννά κουτσομπολιά με τον τρόπο που ζει μαζί με τις δύο γυναίκες. Ετσι, όταν ο ίδιος και η πεθερά του καλούνται για εξηγήσεις από τον προϊστάμενο και τον νομάρχη, οι απαντήσεις περιπλέκουν το μυστήριο, αφού ο καθένας έχει τη δική του εκδοχή για την πραγματικότητα.http://www.tovima.gr/

Ο Πιραντέλλο στον πρόλογο του έργου του γράφει: " Νομίζω πως η ζωή είναι μία πολύ θλιβερή φάρσα. Γιατί έχουμε μέσα μας -χωρίς να μπορούμε να ξέρουμε πως, γιατί κι από που- την ανάγκη να εξαπατούμε αδιάκοπα τον εαυτό μας, δημιουργώντας μία πραγματικότητα (μία για τον καθέναν και ποτέ την ίδια για όλους) που κάθε τόσο αποδεικνύεται ότι είναι μάταιη και φανταστική. Όταν ένας άνθρωπος ζει, ζει και δεν φαίνεται. Λοιπόν, κάντε έτσι ώστε να φαίνεται, δείξτε τον την ώρα που ζει υπό το κράτος των παθών του. Βάλτε μπροστά του έναν καθρέφτη. Τότε ή μένει κατάπληκτος από την όψη του ή στριφογυρίζει τα μάτια του για να μην δει τον εαυτό του ή έξω φρενών φτύνει την εικόνα του ή οργισμένος δίνει μία γροθιά για να την καταστρέψει. Κι αν έκλαιγε δεν μπορεί πια να κλάψει. Κι αν γελούσε δεν μπορεί πια να γελάσει άλλο. Μια φορά, κάτι δυσάρεστο θα είναι το αποτέλεσμα. Αυτό το δυσάρεστο είναι το Θέατρό μου. "

Οι ήρωες του Πιραντέλλο έχουν κοινό θέμα τους μία ιλαροτραγική αιώρηση ανάμεσα στην πραγματικότητα και την φαντασία.
«Θα μπορούσες να πεις πως τα έργα του είναι μεγαλειώδεις φάρσες», έγραψε ο Μάριος Πλωρίτης, που μετέφρασε τους διαλόγους στο«Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε» το 1966 »και το γελοίο ζευγαρώνει με το σπαρακτικό. Και τα δύο μαζί ενωμένα και αχώριστα, κραυγάζουν την αγωνία του ανθρώπου ανάμεσα στη θλιβερή εσωτερική του πραγματικότητα και στο εύθραυστο απατηλό προσωπείο του».

To έργο, το οποίο είναι εμπνευσμένο από το διήγημα ‘’Η κυρία Φρόλα και ο κύριος Πόντζα, ο γαμπρός της’’, ανέβηκε για πρώτη φορά στις 18 Ιουνίου 1917 στο θέατρο Olimpia του Μιλάνο από τον θίασο του Βιρτζίνιο Τάλλι.

Η υπόθεση

Ο Λαμπέρτο Λαουντίζι, πρωταγωνιστής της υπόθεσης στο «Έτσι είναι, αν έτσι νομίζετε», ενέχει την ματιά του συγγραφέα για τα πράγματα. Ακονισμένο πνεύμα, θυμώνει εύκολα αλλά έπειτα γελάει κι αφήνει τους άλλους να κάνουν του κεφαλιού τους, διασκεδάζοντας με το θέαμα της ανθρώπινης βλακείας. Βρίσκεται στο σαλόνι του σπιτιού της αδερφής του, της οποίας ο σύζυγος είναι γενικός γραμματέας του Νομάρχη (πρόσωπο υψηλά ιστάμενο στην τοπική κοινωνία). Τόσο η αδερφή του όσο κι η κόρη της είναι αναστατωμένες με την υποτιθέμενα προσβλητική συμπεριφορά που τους επέδειξε η νέα τους γειτόνισσα. Πρόκειται για μία ηλικιωμένη κυρία που εγκατέστησε ο -άρτι αφιχθείς στην πόλη- γαμπρός της στο διπλανό διαμέρισμα. Οι δύο γυναίκες δοκίμασαν από περιέργεια να την προσεγγίσουν αλλά η γειτόνισσα τυπικά και ψυχρά απέφυγε να ικανοποιήσει την περιέργειά τους (σχετικά με την ζωή της, τον γαμπρό και την κόρη της, που αποτελούν τα νέα πρόσωπα μία κλειστής κοινωνίας που διψάει για κουτσομπολιό). Αδερφή και ανηψιά εξηγούν στον Λαουντίζι ότι η κατάσταση «τις αφορά» καθώς ο γαμπρός καθημερινά παίρνει την πεθερά του, την πηγαίνει στο σπίτι του (παράξενο που δεν μένουν μαζί) για να συναντήσει την κόρη της και σύζυγό του. Όμως η ηλικιωμένη γυναίκα αδυνατεί να ανέβει τα 100 σκαλοπάτια της οικίας του κι έτσι τραβάει ένα σκοινί που είναι συνδεμένο στο μπαλκόνι της κόρης της. Η κόρη βγαίνει και κοιτάζει την μητέρα εκ του μακρόθεν, συνομιλούν για λίγο και με ένα καλαθάκι που ανεβοκατεβαίνει ανάμεσά τους ανταλλάσσουν επιστολές. Ο γαμπρός -παρών και παρατηρητής- μόλις ολοκληρωθεί η κατ’ επίφασιν επίσκεψη επιστρέφει την πεθερά του στο διαμέρισμά της.
Και καθώς «η κοινή γνώμη» απαιτεί εξηγήσεις για αυτές τις ιδιόρυθμες συμπεριφορές, η αδερφή του Λαουντίζι ζήτησε από τον άντρα της να θέσει το θέμα στον ίδιο τον Νομάρχη, καλώντας τον να επιπλήξει την ηλικιωμένη γυναίκα και να την υποχρεώσει (τόσο την ίδια όσο και τον γαμπρό της) να παράσχουν εξηγήσεις. Ο Λαουντίζι αναφωνεί έκπληκτος:
Όλα τούτα είναι κατάχρηση εξουσίας, καθαρή τυραννία. Ασχολείστε γιατί δεν έχετε τι άλλο να κάνετε..
Εν τούτοις, το αίτημα πράγματι φτάνει στον Νομάρχη και σύντομα η μυστηριώδης γειτόνισσα (κυρία Φρόλλα) σπεύδει να δώσει εξηγήσεις. Αρχικά υπαινίσσεται ότι ο γαμπρός της είναι ένας εξαιρετικά ταλαιπωρημένος αλλά και ευαίσθητος συνάμα άνθρωπος. Το χωριό του καταστράφηκε πρόσφατα κι έχασε όλους τους συγγενείς του. Έκτοτε κρεμάστηκε κυριολεκτικά στον μοναδικό δικό του άνθρωπο: την γυναίκα του. Η κ. Φρόλλα λέει ότι και η ίδια δεν έχει λόγο να μην κατανοεί την ανάγκη του ζεύγους να μένει μόνο του. Εξάλλου, λατρεύει την κόρη της και αποφάσισε να αρκεστεί σ’ αυτήν την ιδιόρυθμη επικοινωνία, που επινόησε ο γαμπρός της για να την βλέπει.«Λατρεύει την κόρη μου, λέει η συμπαθής γυναίκα, και την θέλει αποκλειστικά δική του. Ακόμη κι η αγάπη της για την ίδια της την μητέρα θέλει (ο γαμπρός) να φτάνει
σε μένα διαμέσου εκείνου».
Η ομήγυρης ξαφνιάζεται από την εξήγηση. Τα σχόλια αρχίζουν. «Είναι εγωιστής, τρελός, τύραννος, απάνθρωπος». Η γυναίκα αποχωρεί από την σκηνή ενώ σε λίγο ο υπηρέτης αναγγέλλει μία αιφνίδια επίσκεψη: ο γαμπρός της (ο Πόνζα) ζητάει ακρόαση. Εμφανίζεται κάθιδρος και ταραγμένος. Καμία συνάρτηση με την εικόνα του «τέρατος» που ήδη είχαν όλοι στο νου τους. Εξηγεί στα γρήγορα το «δράμα» του. Η πεθερά του είναι τρελή. Η κόρη της πέθανε πριν από τέσσερα χρόνια, λέει ο Πόνζα και ο ίδιος παντρεύτηκε πρόσφατα την δεύτερη σύζυγό του. Όμως εξακολουθούσε να συντηρεί την πρώην πεθερά του συγκλονισμένος από το δράμα της. Ώσπου εκείνη ξαφνικά, βλέποντας την δεύτερη γυναίκα στο πλευρό του Πόνζα την «ταύτισε» με την κόρη της. Έτσι συνήλθε από την βαριά της κατάθλιψη και το ζευγάρι δέχτηκε να ενισχύσει την «φαντασίωση» που έκανε την ηλικιωμένη γυναίκα ευτυχισμένη και πάλι, από λύπηση και μόνο. Και επινόησαν όλη αυτή την τελετουργία για μία σύντομη και του εκ του μακρόθεν επικοινωνία.
Η ομήγυρης συγκλονίζεται. Τι δράμα! Τι άνθρωπος! Τι καλοσύνη! Ο Πάνζο εισπράττει τους επαίνους και αποχωρεί. Όμως στη σκηνή εισβάλλει και πάλι η πεθερά του: Ξέρω, σας είπε ότι είμαι τρελή, λέει ευθαρσώς. Και συνεχίζει με συμπάθεια: ο καημένος, όταν παντρεύτηκε την κόρη μου τον έπιασε ένα είδος τρέλας ερωτικής. Κάποτε κόντεψε να την πνίξει. Η κόρη μου χρειάστηκε να νοσηλευθεί σε κλινική. Την φυγαδεύσαμε στα κρυφά. Και μετά τον έπιασε μία φρενιασμένη απελπισία. Νόμιζε πως η γυναίκα του πέθανε. Ντύθηκε στα μαύρα. Έκανε χίλιες τρέλες και δεν καταφέραμε να του ξεκολλήσουμε αυτή την έμμονη ιδέα. Τόσο, που ένα χρόνο μετά, όταν η κόρη μου γιατρεμένη και ανθηρή επέστρεψε κοντά του, δεν θέλησε να την αναγνωρίσει. Για να τον κάνουμε να την ξαναπάρει αναγκαστήκαμε με την συνενοχή μερικών φίλων να σκηνοθετήσουμε ένα δεύτερο γάμο».
Η ομήγυρης ξανά ανάστατη. «Μα τότε είναι πράγματι τρελός». Το νέο αβίαστο συμπέρασμα.
Ο Λαουντίζι στέκεται ανάμεσά τους και τους λέει γελώντας δυνατά: «Κοιταζόσαστε όλοι στα μάτια ε; Λοιπόν, ποιά είναι η αλήθεια;».
Έρευνες αρχίζουν για επίσημα έγγραφα που θα τεκμηριώσουν ποιά ιστορία είναι αληθινή. Κάποτε ο Αστυνόμος φέρνει ένα και μοναδικό χαρτί, που όμως δεν φωτίζει αρκούντως την υπόθεση. «Για μένα η πραγματικότητα δεν βρίσκεται μέσα σ’ αυτά τα έγγραφα -λέει πάλι ο Λαουντίζι, αλλά στην ψυχή αυτών των δύο ανθρώπων και δεν μπορώ να ελπίζω πως θα φτάσω στο βάθος αυτής της ψυχής. Δεν μου μένει λοιπόν παρά να πιστέψω όσα μου λένε, γιατί απλούστατα δεν υπάρχουν αποδείξεις. Τις αποδείξεις που ζητάτε τις κατέστρεψαν οι ίδιοι μέσα στην ψυχή τους. Θα χωρέσει αυτό στο μυαλό σας καμία φορά;»

Η σκηνή αδειάζει. Ο Λαουντίζι μένει μόνος και κατευθύνεται σε έναν καθρέφτη. Γελάει κατάμουτρα στον εαυτό του και μετά τον ρωτά: «Δεν μου λες αγαπητέ, ποιός από τους δυo μας είναι τρελός; Εγώ λέω πως εσύ είσαι κι εσύ μου ανταποδίδεις το χτύπημα. Ας είναι, ας μην επιμείνουμε. Εδώ μεταξύ μας, ξέρουμε δα μία χαρά τι είμαστε κι οι δύο. Α, αν είμαστε μονάχοι στον κόσμο δεν θα είχαμε καμία δυσκολία. μα υπάρχουν βλέπεις κι οι άλλοι, αυτό είναι το κακό. Δεν σε βλέπουν με τον ίδιο τρόπο που σε βλέπω εγώ, μ’ εννοείς;. Και ξέρεις τι καταντάς να είσαι γι’ αυτούς; Ένα φάντασμα. Κι ωστόσο, δες τι ανόητοι που είναι οι άνθρωποι. Νάτοι τώρα φρενιασμένοι από την περιέργεια κυνηγάνε να τσακώσουν τους άλλους. Σαν να ήταν δυνατόν να τσακώσουν ένα φάντασμα…»

Ο Νομάρχης αποφασίζει να επιληφθεί προσωπικά του θέματος. Καλεί σε κατ’ αντιπαράστασιν εξέταση πεθερά και γαμπρό. Κι οι δύο έχουν επιχειρήματα. Κι οι δύο επιτείνουν τις υποψίες. Όλοι πλέον διψούν για την .. αλήθεια. Κι όλο μπερδεύονται και δυσκολεύονται να βγάλουν συμπέρασμα για το ποιός την λέει και ποιός της κρύβει. Ο Λαουντίζι προτείνει -εδώ που φτάσαμε- να ακούσουν και την περιβόητη σύζυγο του Πόνζα και κόρη της κυρίας Φρόλλα. Η γυναίκα «προσάγεται» στη σκηνή. Μαυροφορεμένη και με βέλο στο πρόσωπο.

– Τι άλλο μπορεί να θέλετε απ’o μένα, ύστερα από όσα μάθατε; τους ρωτά.
– Την αλήθεια, επιμένει καίτοι συγκινημένος ο Νομάρχης.
– Τι την αλήθεια; Η μόνη αλήθεια είναι αυτή. Είμαι πραγματικά η κόρη της κυρίας Φρόλλα και η δεύτερη σύζυγος του Πόνζα.
Νέο ξάφνιασμα στο ακροατήριο της.
– Πως αυτό; ρωτούν εν χορώ όλοι.
– Μα ναι, αναφωνεί η γυναίκα. Και για μένα δεν είμαι καμία, καμία.
Για μένα, είμαι εκείνη, που νομίζουν οι άλλοι.



Το Θέατρο Της Δευτέρας  - Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε (1976)

iii. NA ΝΤΥΣΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΓΥΜΝΟΥΣ 


Έργο γραμμένο το 1922, είναι ένα από τα πιο συγκροτημένα "παιχνίδια γύρω από την υποκειμενικότητα της μνήμης" που θεατροποιεί ο Λουίτζι Πιραντέλλο. Η Ερσίλια Ντρέι βρίσκεται σε ηθικό αδιέξοδο και, μετά από μια αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας, καταλήγει στο σπίτι του συγγραφέα Λουντοβίκο Νότα. Στην εξέλιξη του έργου θα αποδειχτεί πως όλοι οι ήρωες, δίμορφοι σαν τον Ιανό, υποστηρίζουν με επιμονή τη δική τους υποκειμενική αλήθεια θέτοντας στο κοινό μεταφυσικά και αναπάντητα ερωτήματα για την υπόσταση του ανθρώπου.http://www.biblionet.gr/

Περιγραφή:

Μια πολύ ευάλωτη, αδύνμη, λεηλατημένη κοπέλα είναι η Ερσίλια Ντρέι του έργου τούτου. «Γυμνή» κοινωνικά και οικονομικά -δασκάλα σε πλούσια σπίτια- ολομόναχη κι ανυπεράσπιστη, «δεν μπόρεσε ποτέ να είναι τίποτα» όπως λέει. Και παρομοιάζει τον εαυτό της, ίσα ίσα, με «ένα ρούχο της δουλειάς, ένα τριμμένο ρούχο, που το κρεμάνε κάθε βράδυ σ ένα καρφί, στον τοίχο». Μ όλο που είναι νέα κι όμορφη -ή ακριβώς γι αυτό- «δεν είχε ποτέ ένα ρούχο της προκοπής... που να μην το ξεσκίζουν τα σκυλιά που χυμούσαν ολοένα καταπάνω της από παντού...» όλοι εκείνοι που επωφελούνταν απ την φτώχεια και την ανημποριά της.
Κι όταν οι άλλοι, τα «σκυλιά», την προδίνουν και την κομματιάζουν όσο ποτέ, κι εκείνη απελπισμένη παίρνει δηλητήριο για ν αυτοκτονήσει... εκεί, την τελευταία στιγμή, θέλει «να φτιάξει ένα όμορφο ρούχο, όχι για να ζήσει, αλλά για να πεθάνει μ αυτό»: πλάθει μια «ρομαντική» εξήγηση για την αυτοκτονία της. [...]http://www.protoporia.gr/

Προτομή του Πιραντέλλο 
σε δημόσιο πάρκο στο Παλέρμο.
«Πρόκειται για μια ζοφερή κωμωδία, στην οποία δεσπόζουν τα γνωστά μοτίβα της πιραντελλικής δραματουργίας. “Φαινομενική” και “Αντικειμενική” πραγματικότητα. Αμφισβήτηση του εγώ από το ίδιο το εγώ και τους άλλους. Ο Πιραντέλλο λέει: “Οι άνθρωποι ζουν με τις αυταπάτες τους και προσπαθούν απελπισμένα, στην πορεία της ζωής τους, να γνωρίσουν την πραγματικότητα”, “Δεν υπάρχει αντικειμενική αλήθεια, η αλήθεια είναι διαφορετική για κάθε άνθρωπο”, “Οι άνθρωποι έχουν ανάγκη να αυταπατώνται δημιουργώντας μια φανταστική πραγματικότητα για την ύπαρξή τους.
Οι ήρωες του έργου “ντύνουν” τα γυμνά γεγονότα της ζωής τους, με μια ψευδαίσθηση που τους βοηθάει να πιστοποιούν πως είναι ζωντανοί.
Το δημοσίευμα ενός σκανδαλοθήρα δημοσιογράφου, πυροδοτεί το μηχανισμό της απελπισμένης προσπάθειας της Ερσίλια Ντρέι και των τριών αντρών που την περιβάλλουν, να συνειδητοποιήσουν τις αυταπάτες, μέσα στις οποίες ζουν. Οι ήρωες εδώ ζουν σε μια μεγάλη εσωτερική αμφιβολία, που τελικά τους αφαιρεί σταδιακά τη συνείδηση του εγώ.

Παραμορφώνουν και παραποιούν θεληματικά ή άθελα, γεγονότα της ζωής τους, προκειμένου η πανικόβλητη ύπαρξή τους να προφυλαχτεί και να κρυφτεί. Να “ντυθεί”.

Η ψευδαίσθηση βοηθάει τη μοναχική ηρωίδα Ερσίλια Ντρέι, να προσπαθήσει να “ντυθεί” μ’ ένα “ρούχο” καθωσπρέπει. Τα γεγονότα του βίου της, παίρνουν διαφορετικές όψεις ανάλογα με το μέγεθος της φαντασίας με την οποία “ντύνει” τα γυμνά περιστατικά της ζωής της. Κοιτάζει τον εαυτό της μέσα σ’ ένα παραμορφωτικό καθρέφτη, μόλις τα εξωτερικά γεγονότα της δώσουν αφορμή γι’ αυτό. Επιχειρεί να υποστυλώσει την ύπαρξή της με διάφορα ρομαντικά ψέματα τα οποία κατασκευάζει και τα επιβάλει στα αντρικά πρόσωπα που την περιβάλουν ερωτικά. Οι τρεις άντρες όμως προσπαθούν να “ντύσουν” τα γυμνά γεγονότα της ζωής της με “ρούχο” καθωσπρέπει, που αυτοί επιλέγουν.»

ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΣ 




ΝΑ ΝΤΥΣΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΓΥΜΝΟΥΣ - Θέατρο της Δευτέρας


iv. ΑΠΟΨΕ ΑΥΤΟΣΧΕΔΙΑΖΟΥΜΕ 


Στο συγκεκριμένο έργο η λογική αλυσίδα των συλλογισμών διακόπτεται κάθε τόσο, αφού οι ήρωες βγάζουν το ένδυμα του όλου και ντύνονται αυτό του ηθοποιού που υποδύεται τον ρόλο. Έτσι, η φαινομενικά δραματική εξέλιξη του έργου διακόπτεται και το κοινό ταξιδεύει τη μια στη δραματουργία και την άλλη στην πραγματικότητα. Όμως ποια πραγματικότητα, όταν και αυτή είναι προκατασκευασμένη και προορισμένη να διακόψει τη δράση, για να τη συνεχίσει φυσικότατα λίγο αργότερα; Οι θεατές δεν ταυτίζονται με τους ήρωες του έργου, διότι διαμεσολαβούν ο σκηνοθέτης και οι ηθοποιοί ως θεατρικές Οντότητες, επιβεβαιώνοντας τη θεωρία πως όταν η Ζωή γίνεται Τέχνη, όπως συμβαίνει συχνά στο θέατρο, χρειάζεται να υπενθυμίζεται στο κοινό πως παρακολουθεί μια προσομοίωση ζωής. Το κοινό είναι ένα σύνολο από εύπλαστης διάθεσης και διαθεσιμότητας ανθρώπων, που στην καθημερινότητά τους βλέπουν ένα ψεύτικο τριαντάφυλλο και λένε "Ωραίο σαν αληθινό" και αργότερα ένα αληθινό τριαντάφυλλο και λένε "Ωραίο σαν ψεύτικο". Αυτό το πηγαινέλα μεταξύ πραγματικότητας και κατασκευής επιτυγχάνει με το έργο του ο δαιμόνιος Πιραντέλλο. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)http://www.biblionet.gr/




ΔΙΗΓΗΜΑ - 
ΤΟ ΠΙΘΑΡΙ

ΓΕΜΑΤΕΣ ΟΙ ΕΛΙΕΣ και τούτη τη χρονιά. Γερά δέντρα, προκομμένα, φορτωμένα πέρσι, ξανακάρπισαν φέτος όλες, παρά το χιόνι που τις βρήκε στον ανθό.
Ο Τζίραφα έκανε ένα γύρο στα κτήματά του από το Κότε ως το Πριμοσόλε, και προβλέποντας πως δε θα έφταναν τα πέντε παλιά κιούπια που είχε στην αποδοχή για το λάδι, της καινούριας σοδιάς, παράγγειλε στην ώρα του ένα άλλο πιο μεγάλο ακόμα στο Σάντο Στέφανο της Καμάστρα, εκεί που τα έφτιαχναν. Ψηλό κοντά ένα μπόι, χώρια το κεφάλι, γερό, φαρδύ, το καλύτερο απ’ όλα.
Είχε στήσει γερό καβγά με τον καμινά γι’ αυτό το πιθάρι. Μα και με ποιον δεν τα ’βαζε ο ντον Λολό Τζίραφα; Για το καθετί, το παραμικρό, για ένα πετραδάκι που έπεφτε από το φράχτη, για ένα άχυρο, φώναζε να του σελώσουν τη φοράδα να τρέξει στην πόλη να κάνει μήνυση. Έτσι με τα παράβολα, τα δικαστικά έξοδα και τις αμοιβές των δικηγόρων, κόντευε να καταστραφεί.
Λέγανε πως ο νομικός του σύμβουλος βαρέθηκε να τον βλέπει μπροστά του δυο τρεις φορές την εβδομάδα, και για να τον ξεφορτωθεί του χάρισε ένα βιβλιαράκι σαν σύνοψη. Ήταν ο κώδικας για να ψάχνει και να βρίσκει μόνος του, αν είχαν νομική βάση οι αγώνες που σκόπευε ν’ αρχίσει.
Παλιότερα, όλoι όσοι είχαν προστριβές μαζί του, του φώναζαν, για να τον πάρουν στο ψιλό:

— Σέλωσε τη φοράδα! Τώρα, όμως:

— Το βιβλίο! Το βιβλίο! Συμβουλέψου τον κώδικα!

Κι ο ντον Λολό απαντούσε:

— Σίγουρα! Και θα σας τυλίξω όλους σε μια κόλα χαρτί, βρωμόσκυλα!

Τούτο το καινούριο πιθάρι, πληρωμένο μετρητά τέσσερα τάλιρα κουδουνιστά, το στέγασαν προσωρινά σ’ ένα βαθύ κατώι, ώσπου να κάνουν χώρο στην αποθήκη. Ήταν στ’ αλήθεια κρίμα να βλέπεις ένα τόσο όμορφο πιθάρι μέσα σ’ εκείνη την τρώγλη που μύριζε μούστο κι εκείνη τη στυφή, διαπεραστική μυρωδιά των χώρων όπου δεν μπαίνει φως κι αέρας.

Εδώ και δυο μέρες είχε αρχίσει το ράβδισμα της ελιάς κι ο ντον Λολό ήταν στις φούριες του. Έτρεχε σαν τρελός ανάμεσα στους ραβδιστάδες και στους αγωγιάτες που κουβάλαγαν με τα μουλάρια κοπριά και την άδειαζαν σωρούς στην πλαγιά για το λίπασμα της καινούριας εποχής. Δεν ήξερε με ποιον να τα πρωτοβάλει. Βλαστήμαγε σαν Τούρκος κι απειλούσε με κεραυνούς κι ετούτους και τους άλλους αν έλειπε μια ελιά —μάλιστα, μία ελιά— λες και τις είχε μετρήσει όλες, μία μία, πάνω στα δέντρα. Με την άσπρη καπελαδούρα του, το πουκάμισο ξεκούμπωτο, τα μανίκια ανασκουμπωμένα, κάθιδρος, έτρεχε από δω κι από κει, αγριεμένος, ξύνοντας με λύσσα τα ξυρισμένα μάγουλά του, όπου το γένι ξαναφύτρωνε προτού προλάβει να φύγει καλά καλά το ξυράφι από πάνω τους.
Ώσπου λοιπόν, το απομεσήμερο της τρίτης μέρας τρεις από τους χωρικούς που ράβδιζαν τα δέντρα, μπαίνοντας στο κατώγι για ν’ ακουμπήσουν τις σκάλες και τα μπαστούνια, απόμειναν βουβοί βλέποντας τ’ όμορφο, κατακαίνουριο πιθάρι ανοιγμένο στη μέση.

— Κοιτάχτε! Κοιτάχτε!

— Ποιος να το ’κανε;

— Ωχ, μάνα μου! Ποιος τον ακούει τώρα τον ντον Λολό! Το καινούριο πιθάρι! Τι κρίμα!

Ο πρώτος, πιο φοβιτσιάρης απ’ όλους, πρότεινε να κλείσουν αμέσως την πόρτα και να φύγουν ήσυχα ήσυχα, αφήνοντας απ’ έξω, ακουμπισμένες στον τοίχο, σκάλες και ραβδιά. Μα ο δεύτερος:

— Μουρλαθήκατε; Με τον ντον Λολό; Είναι ικανός να πιστέψει πως του το σπάσαμε εμείς. Εδώ, όλοι, ασάλευτοι!

Βγήκε έξω από το κατώγι, έκανε τα χέρια του χωνί και φώναξε:

— Ντον Λολό! Έι ...έι, ντον Λολόοοο!

Να τον, εκεί πέρα με τους εργάτες που κουβαλούσαν την κοπριά. Χειρονομούσε έξαλλος όπως πάντα, δίνοντας κάθε τόσο μια σπρωξιά στην άσπρη καπελαδούρα του που πότε του έπεφτε ως τα μάτια, πότε πίσω στο λαιμό. Ο ουρανός είχε βαφτεί πορφυρός από τις στερνές αχτίδες του ήλιου που έγερνε στη δύση και μέσα στη γαλήνη και τη δροσούλα που έπεφταν στην εξοχή με το σούρουπο, ξεχώριζαν ακόμα πιο έντονα οι κινήσεις ετούτου του μόνιμα οργισμένου ανθρώπου.

— Ντον Λολό! Έι... ντον Λολόοο!

Σαν πλησίασε κι είδε τη ζημιά έκανε σαν τρελός. Στην αρχή ρίχτηκε και στους τρεις. Άρπαξε τον έναν από το λαιμό και τον κόλλησε στον τοίχο, φωνάζοντας:

— Μα την Παναγία, θα μου το πληρώσετε!

Ρίχτηκαν πάνω του οι άλλοι δυο και τον σταμάτησαν και τότε έστρεψε τη λύσσα του στον ίδιο του τον εαυτό. Πέταξε το καπέλο κατάχαμα, έσυρε τα νύχια στα μάγουλά του χτυπώντας τα πόδια κι έπιασε να θρηνεί σαν να μοιρολογούσε πεθαμένο.

— Το καινούριο πιθάρι! Το πιθάρι μου! Τέσσερα τάλιρα! Άπιαστο ακόμα!

Ήθελε να μάθει ποιος του το είχε σπάσει. Ήταν δυνατό να σπάσει από μόνο του; Κάποιος πρέπει να το έσπασε από κακία, από ζήλια! Μα πότε; Πώς; Δεν φαίνονταν πουθενά ίχνη βίας. Να είχε έρθει ραϊσμένο από το εργαστήρι; Μα πώς! Κουδούνιζε σαν καμπάνα!...

Σαν είδαν οι χωρικοί πως καταλάγιασε η πρώτη μανία, έπιασαν να τον παρηγορούν, να τον καθησυχάζουν. Το πιθάρι μπορούσε να φτιαχτεί. Δεν είχε σπάσει άσχημα. Ένα κομμάτι μόνο. Ένας καλός κανατάς θα μπορούσε να το μπαλώσει και θα γινόταν πάλι καινούριο. Κι ήταν κι αυτός ο μπαρμπα-Ντίμα Λικάζι, που είχε ανακαλύψει μια θαυματουργή κόλλα που κρατούσε ζηλότυπα το μυστικό της: μια κόλλα που ούτε με σφυρί δεν μπορούσες να την ξεκολλήσεις σαν έπιανε. Αν ήθελε λοιπόν, ο ντον Λολό, αύριο με το χάραμα θα ερχόταν εδώ ο μπαρμπα-Ντίμα Λικάζι, και το πιθάρι του θα γινόταν καλύτερο κι από πρώτα.

Ο ντον Λολό αρνιόταν γιατί όλα ήταν ανώφελα και δεν υπήρχε γιατριά. Στο τέλος όμως υποχώρησε, άφησε να τον πείσουν κι έτσι το άλλο πρωί μόλις χάραξε, ο μπαρμπα-Ντίμα Λικάζι παρουσιάστηκε στο Πριμοσόλε με το καλάθι με τα σύνεργα στην πλάτη.

Ήταν ένας γέρος στραβοκάνης, με τις αρθρώσεις όλο κόμπους σαν τον κορμό γέρικης ελιάς. Τις κουβέντες του τις έπαιρνες από το στόμα με το αγκίστρι. Μόνιμα κατσούφης και θλιβερός, πίστευε πως κανένας δεν μπορούσε να εκτιμήσει την εφεύρεσή του που ήταν ακόμα χωρίς πατέντα. Και γι’ αυτό κοίταζε πάντα μπρος και πίσω, για να μην του κλέψουν το μυστικό.

— Δείξε μου αυτή την κόλλα. Ήταν το πρώτο που του είπε ο ντον Λολό, αφού τον περιεργάστηκε δύσπιστα, από την κορφή ως τα νύχια.

Ο μπαρμπα-Ντίμα έγνεψε όχι με το κεφάλι, όλος αξιοπρέπεια.

— Θα δείτε στην πράξη.

— Θα γίνει καλό;

Ο μπαρμπα-Ντίμα ακούμπησε στη γη το καλάθι κι έβγαλε από μέσα ένα μεγάλο μαντίλι από κόκκινο βαμβακερό πανί τριμμένο και χιλιοτυλιγμένο. Έπιασε να το ξεδιπλώνει αργά αργά —μέσα στη γενική προσοχή και περιέργεια— κι όταν στο τέλος ξεπρόβαλε από μέσα ένα ζευγάρι γυαλιά με σπασμένα μπράτσα, δεμένα με σπάγγο, αυτός στέναξε κι οι άλλοι γέλασαν. Ο μπαρμπα-Ντίμα δεν έδωσε σημασία. Σκούπισε τα δάχτυλα προτού πιάσει τα γυαλιά, τα φόρεσε κι ύστερα βάλθηκε να εξετάζει με μεγάλη σοβαρότητα το πιθάρι που το είχαν βγάλει στο αλώνι.

— Καλό θα γίνει, αποφάνθηκε.

— Μόνο με την κόλλα δε βασίζομαι, δήλωσε ο Τζίραφο. Θέλω και στηρίγματα.

— Φεύγω! απάντησε ο μπαρμπα-Ντίμα και ξανάβαλε το καλάθι στην πλάτη του.

Ο ντον Λολό τον άρπαξε από το μπράτσο.

— Πού πας; Για δες ύφος! Ούτε ο Καρλομάγνος! Χριστιανέ μου, εκεί μέσα θα βάλω λάδι και το λάδι ιδρώνει! Ένα μίλι σπάσιμο, μόνο με την κόλλα θα το κολλήσεις; Θέλω και στηρίγματα! Κόλλα και στηρίγματα! Εγώ προστάζω.

Ο μπαρμπα-Ντίμα έκλεισε τα μάτια, έσφιξε τα χείλια και κούνησε το κεφάλι. Όλοι ίδιοι! Του αρνιόνταν την ευχαρίστηση να κάνει καθαρή δουλειά, ευσυνείδητη, τεχνική και ν’ αποδείξει την αξία της κόλλας του.

— Αν το πιθάρι δεν κουδουνάει πάλι σαν καμπάνα... άρχισε.

— Δεν ακούω τίποτα τον διέκοψε ο ντον Λολό. Θέλω και στηρίγματα! Πληρώνω και για τα δυο. Πόσα θέλεις;

— Για την κόλλα μόνο...

— Θεέ μου, τι κεφάλι! Πώς να σου μιλήσω; Είπα, θέλω και στηρίγματα. Συνεννοηθήκαμε; Δεν έχω καιρό για χάσιμο!

Κι έφυγε να πάει να τα βάλει με τους ανθρώπους του.

Ο μπαρμπα-Ντίμα έπεσε στη δουλειά φουσκωμένος από οργή και πείσμα. Και η οργή και το πείσμα φούντωναν κάθε φορά που έβαζε το τρυπάνι στο πιθάρι και στο σπασμένο κομμάτι, για να περάσει ένα σύρμα και να γίνει η ραφή. Σε κάθε τρύπα μούγκριζε, το μάτι του αγρίευε, το μούτρο του γινόταν όλο και πιο πράσινο από τη χολή. Σαν τέλειωσε ετούτη η πρώτη δουλειά, πέταξε με λύσσα το τρυπάνι στο καλάθι. Τοποθέτησε το σπασμένο κομμάτι στο πιθάρι για να δει αν ταίριαζαν οι τρύπες κι αν ήταν σε ίσια απόσταση, κι ύστερα, με την τανάλια έκοψε τόσα κομματάκια σύρμα όσα κι οι ραφές που έπρεπε να κάνει και φώναξε για βοήθεια έναν από τους χωρικούς που ράβδιζαν τις ελιές.

— Κουράγιο, μπαρμπα-Ντίμα. του είπε αυτός, βλέποντας το αλλοιωμένο πρόσωπό του.

Ο μπαρμπα-Ντίμα έκανε μια οργισμένη κίνηση. Άνοιξε το σιδερένιο κουτί που είχε την κόλλα, το ύψωσε στον ουρανό σαν να ’θελε να το προσφέρει στον Θεό, μια και οι άνθρωποι δεν ήθελαν ν’ αναγνωρίσουν την αξία του· κι ύστερα άρχισε, με το δάχτυλο, να την αλείφει γύρω γύρω στο σπασμένο κομμάτι. Πήρε την τανάλια και τα κομματάκια το σύρμα που είχε ετοιμάσει από πριν, μπήκε μέσα στην ανοιχτή κοιλιά του πιθαριού και πρόσταξε το χωρικό να τοποθετήσει το κομμάτι έτσι όπως είχε κάνει ο ίδιος λίγο πριν. Και προτού αρχίσει να κάνει τις ραφές, φώναξε, από μέσα, στο χωρικό:

— Τράβα! Τράβα μ’ όλη σου τη δύναμη! Δες, ξεκολλάει; Ανάθεμά τον όποιον δεν πιστεύει! Χτύπα, χτύπα! Σημαίνει ναι ή όχι, σαν καμπάνα κι ας είμαι κι εγώ μέσα; Μπρος, πήγαινε να το πεις στον αφέντη σου.

— Όποιος είναι από πάνω προστάζει, μπαρμπα-Ντίμα, στέναξε ο χωρικός. Κι όποιος είναι από κάτω, βρίσκει τον μπελά του. Βάλε τα στηρίγματα, κατά πως το θέλει!

Κι ο μπαρμπα-Ντίμα έπιασε να περνάει κάθε κομματάκι σύρμα από τις δυο τρύπες, από τη μια κι από την άλλη μεριά της ρωγμής. Και με την τανάλια, έστριβε τις δυο άκριες. Του πήρε μια ώρα να τα περάσει όλα. Ο ιδρώτας ποτάμι, μέσα στο πιθάρι. Δούλευε και κλαιγόταν για την κακή του τύχη. Κι ο χωρικός απ’ έξω, τον παρηγορούσε.

— Τώρα, βοήθα με να βγω, του είπε στο τέλος ο μπαρμπα-Ντίμα.

Μα το πιθάρι όσο φαρδιά κοιλιά είχε, τόσο είχε και στενό λαιμό. Ο μπαρμπα- Ντίμα, μέσα στη λύσσα του, δεν το είχε προσέξει. Τώρα, δοκίμαζε και ξαναδοκίμαζε, μα τρόπο να βγει δεν έβρισκε. Κι ο χωρικός, αντί να τον βοηθήσει, χτυπιόταν από τα γέλια. Φυλακισμένος, φυλακισμένος εκεί μέσα στο πιθάρι που το είχε μπαλώσει ο ίδιος, το είχε κάνει σαν καινούριο και τώρα, για να βγει, δεν υπήρχε άλλος τρόπος, παρά να το σπάσει πάλι από την αρχή, κι αυτή τη φορά αγιάτρευτα.

Με τις φωνές και με τα γέλια, έτρεξε κι ο ντον Λολό. Ο μπαρμπα-Ντίμα μέσα στο πιθάρι, ίδιος αγριεμένος γάτος.

— Βγάλτε με! ούρλιαξε. Για τον Θεό, θέλω να βγω! Αμέσως! Βοηθήστε με!

Ο ντον Λολό έμεινε στην αρχή άλαλος. Δεν μπορούσε να το πιστέψει.

— Μα πώς; Εκεί μέσα; Ράφτηκε μέσα;

Πλησίασε στο πιθάρι και φώναξε στο γέρο:

— Βοήθεια; Πώς να σε βοηθήσω, ξεμωραμένε γέρο; Δεν έπρεπε να πάρεις πρώτα τα μέτρα; Εμπρός, δοκίμασε: βγάλε έξω το ένα χέρι... έτσι! και το κεφάλι... άντε... όχι, σιγά!... Περίμενε! όχι έτσι!... Μα πώς τα κατάφερες; Και το πιθάρι τώρα; Ηρεμία. Ηρεμία! σύστηνε στους γύρω λες κι οι άλλοι είχαν χάσει την ηρεμία τους.

— Μου φούντωσε το κεφάλι! Ηρεμία! Ετούτη είναι καινούρια περίπτωση... Τη φοράδα!

Και χτύπησε με τα νύχια του το πιθάρι. Στ’ αλήθεια, σήμαινε σαν καμπάνα.

— Ωραία! Καινούριο από την αρχή... Περιμένετε! είπε στον φυλακισμένο. Σέλωσέ μου τη φοράδα! πρόσταξε το χωρικό και ξύνοντας το κούτελο του, συνέχισε μονολογώντας:

— Μα για δες τι μου έτυχε! Ετούτο δω δεν είναι πιθάρι, είναι εργαλείο του διαβόλου!

Κι έτρεξε στο πιθάρι, όπου ο μπαρμπα-Ντίμα χτυπιόταν σαν ζώο πιασμένο στο δόκανο.

— Καινούρια περίπτωση, αγαπητέ μου, που πρέπει να τη λύσει ο δικηγόρος. Τη φοράδα! Τη φοράδα! Πάω κι έρχομαι! Κάντε υπομονή! Για το συμφέρο σου... Ήσυχα! Κι εγώ θα κοιτάξω το δικό μου. Και πρώτ’ απ’ όλα, για να διατηρήσω τα δικαιώματά μου, θα κάνω το χρέος μου. Ορίστε: σου πληρώνω τη δουλειά, το μεροκάματο. Πέντε λίρες. Σε φτάνουν;

— Δε θέλω τίποτα! ούρλιαξε ο μπαρμπα-Ντίμα. Θέλω να βγω!

— Θα βγεις. Μα στο μεταξύ εγώ σε πληρώνω. Ορίστε, πέντε λίρες.

Τις έβγαλε από την τσέπη του σακακιού και τις έριξε στο πιθάρι. Κι ύστερα ρώτησε με έγνοια:

— Κολάτσισες; Ψωμί και προσφάι, γρήγορα! Δεν θέλεις; Πέτα το στα σκυλιά! Εγώ πάντως στο έδωσα.

Παράγγειλε να του το δώσουν, πήδησε στη σέλα και δρόμο, καλπάζοντας για την πόλη. Όσοι τον είδαν, νόμισαν πως πήγαινε να κλειστεί στο τρελοκομείο, τόσο παλαβά χειρονομούσε.

Ευτυχώς, δε χρειάστηκε να περιμένει στον προθάλαμο του δικηγόρου. Μα αναγκάστηκε να περιμένει ώσπου να σταματήσει αυτός τα γέλια, όταν του εξέθεσε την περίπτωση.

— Με συγχωρείτε, πού το βρίσκετε το αστείο; Η αφεντιά σας δεν καίγεται. Δικό μου είναι το πιθάρι!

Μα αυτός εξακολουθούσε να γελάει κι ήθελε να του ξαναδιηγηθεί το περιστατικό, και δώσ’ του καινούριο γέλιο. Ώστε μέσα ε; Ράφτηκε μέσα; Κι αυτός, ο ντον Λολό, τι σκόπευε να κάνει; Να... να τον κρατήσει μέσα... χα... χα... χα... μέσα... χαχαχά, για να μη χάσει το κιούπι;

— Πρέπει να το χάσω; ρώτησε ο ντον Λολό σφίγγοντας τις γροθιές. Κι η ζημιά και το ρεζιλίκι;

— Μα ξέρετε πώς λέγεται αυτό; του είπε στο τέλος, ο δικηγόρος. Λέγεται παράνομος κράτησις προσώπου!

— Κράτηση; Και ποιος τον κράτησε; Μόνος του μπήκε εκεί μέσα! Τι φταίω εγώ;

Ο δικηγόρος του εξήγησε τότε πως υπήρχαν δυο περιπτώσεις: από τη δική του τη μεριά, ο ντον Λολό έπρεπε να ελευθερώσει αμέσως το φυλακισμένο για να μην κατηγορηθεί για παράνομο κράτηση. Από την άλλη, ο μάστορης έπρεπε να λογοδοτήσει για τη ζημιά που είχε κάνει με την απερισκεψία ή την επιπολαιότητά του.

— Α! ο Τζίραφα πήρε ανάσα. Θα μου πληρώσει το πιθάρι!

— Σιγά! τον έκοψε ο δικηγόρος. Όχι, βέβαια, σαν να ήταν καινούριο!

— Και γιατί;

— Μα γιατί ήταν σπασμένο! Τι στην ευχή!

— Σπασμένο; Όχι, κύριέ μου! Ήταν γερό, ολόγερο! Καλύτερο από καινούριο, το είπε κι ο ίδιος! Και τώρα αν το σπάσω δεν μπορώ να το ξανακολλήσω. Θα πάει χαμένο το πιθάρι, κύριε δικηγόρε!

Ο δικηγόρος τον βεβαίωσε πως θα το λάβαινε υπόψη του, και θα τον έβαζε να το πληρώσει στην κατάσταση που ήταν τώρα.

— Βάλτε τον να το εκτιμήσει μόνος του, τον συμβούλεψε.

— Χρυσόστομε! φώναξε ο ντον Λολό κι έφυγε τρέχοντας.

Σαν γύρισε, κατά το βραδάκι, βρήκε τους χωρικούς να έχουν στήσει πανηγύρι γύρω από το κατοικημένο πιθάρι. Ακόμα κι ο σκύλος έπαιρνε μέρος, πηδώντας και γαβγίζοντας. Ο μπαρμπα-Ντίμα δεν ήταν μόνο ήρεμος, αλλά είχε αρχίσει να διασκεδάζει με την παράξενη περιπέτειά του και γελούσε με την καρδιά του.

Ο Τζίραφα τους παραμέρισε όλους κι έσκυψε πάνω από το πιθάρι.

— Α! Είσαι καλά;

— Περίκαλα! Στη δροσιά. Πιο καλά κι από το σπίτι μου, του αποκρίθηκε ο γέρος.

— Χαίρομαι. Λοιπόν, σε πληροφορώ πως ετούτο το πιθάρι μου κόστισε, καινούριο, τέσσερα τάλιρα. Πόσο πιστεύεις πως αξίζει τώρα;

—Με μένα μέσα; ρώτησε ο μπαρμπα-Ντίμα.

Γέλια οι χωριάτες.

— Σιωπή! φώναξε ο Τζίραφα. Ένα από τα δυο; ή η κόλλα σου αξίζει κάτι ή δεν αξίζει τίποτα. Αν δεν αξίζει τίποτα, είσαι απατεώνας. Αν αξίζει κάτι, το πιθάρι πρέπει να έχει, έτσι όπως είναι, κάποια τιμή. Ποια; Κάνε εσύ την εκτίμηση.

Ο μπαρμπα-Ντίμα απόμεινε να συλλογιέται για λίγο κι ύστερα είπε:

— Αποκρίνομαι. Αν με είχες αφήσει να το κολλήσω μόνο με την κόλλα, όπως ήθελα εγώ, πρώτα πρώτα, δεν θα βρισκόμουνα εδώ μέσα και το πιθάρι θα είχε πάνω κάτω την αρχική του αξία. Έτσι μπαλωμένο με τούτες τις ραφές, που έπρεπε αναγκαστικά να τις κάνω από μέσα, τι τιμή μπορεί να έχει, ούτε το τρίτο απ’ όσο άξιζε καλά καλά.

— Ένα τρίτο; ρώτησε ο Τζίραφα. Ένα τάλιρο και τριάντα τρία;

— Λιγότερο ναι, περισσότερο όχι.

— Ε λοιπόν, είπε ο ντον Λολό, ας περάσει ο λόγος σου και δώσ’ μου ένα τάλιρο και τριάντα τρία.

— Τι πράγμα; έκανε ο μπαρμπα-Ντίμα σαν να μην είχε ακούσει.

— Σπάω το κιούπι για να βγεις, κι εσύ με πληρώνεις σύμφωνα με την εκτίμησή σου, έτσι είπε ο δικηγόρος.

— Να πληρώσω εγώ; τσίριξε ο μπαρμπα-Ντίμα. Αστειεύεται η αφεντιά σου; Εδώ μέσα θα κάτσω, να πιάσω σκουλήκια.

Και βγάζοντας, με κάποιο ζόρι αλήθεια, μια κοκάλινη πίπα από την τσέπη του, την άναψε και βάλθηκε να καπνίζει διώχνοντας τον καπνό από το λαιμό του πιθαριού.

Ο ντον Λολό έμεινε άναυδος. Ετούτη την περίπτωση, να μη θέλει να βγει ο μπαρμπα-Ντίμα από το πιθάρι, ούτε αυτός, ούτε ο δικηγόρος την είχαν προβλέψει. Και τώρα τι γινόταν; Πώς θα λυνόταν το πρόβλημα; Πήγε να προστάξει και πάλι:

— Τη φοράδα! Μα σκέφτηκε πως είχε νυχτώσει πια.

— Α, έτσι; ρώτησε. Θέλεις να εγκατασταθείς στο πιθάρι μου; Είσαστε μάρτυρες όλοι! Δεν θέλει να βγει για να μην πληρώσει. Αύριο θα σου κάνω μήνυση για καταχρηστική διαμονή και επειδή μου παρεμποδίζεις τη χρήση του πιθαριού.

Ο μπαρμπα-Ντίμα έστειλε πρώτα άλλο ένα σύννεφο καπνού κι ύστερ’ απάντησε ατάραχος:

— Όχι κύριε. Εγώ δεν εμποδίζω τίποτα. Μήπως κάθομαι εδώ μέσα γιατί μου κάνει κέφι; Βγάλτε με κι εγώ φεύγω ευχαρίστως. Αλλά να πληρώσω... ούτε γι’ αστείο, αφέντη μου!

Ο ντον Λολό σήκωσε το πόδι του, σ’ ένα ξέσπασμα λύσσας, και έκανε να κλωτσήσει το πιθάρι· μα συγκρατήθηκε. Αντίθετα, το αγκάλιασε με τα δυο χέρια και το τράνταζε μ’ όλη του τη δύναμη.

— Βλέπεις τι αξίζει η κόλλα μου, του είπε ο μπαρμπα-Ντίμα από μέσα.

— Χολέρα! μούγκρισε ο Τζίραφα. Ποιος σε αδίκησε, εγώ ή εσύ; Και πρέπει να πληρώσω εγώ; Μείνε εκεί και πέθανε από την πείνα. Θα δούμε ποιος θα νικήσει!

Κι έφυγε χωρίς να σκεφτεί τις πέντε λίρες που του είχε ρίξει στο πιθάρι, το πρωί. Μ’ αυτά τα λεφτά, ο μπαρμπα-Ντίμα σκέφτηκε να το γλεντήσει με τους χωρικούς που άργησαν να γυρίσουν στα σπίτια τους κι έμειναν να περάσουν τη νύχτα τους στο αλώνι. Ένας πήγε να ψωνίσει στην ταβέρνα, εκεί κοντά. Και λες και το ’κανε επίτηδες, είχε και μια πανσέληνο που θαρρείς και ήταν μέρα.

Κάποια ώρα, ο ντον Λολό που είχε πλαγιάσει ξύπνησε από ένα σαματά της κόλασης. Βγήκε στο μπαλκόνι κι εκεί, στο αλώνι, κάτω από το φεγγάρι, αντίκρισε μύριους διαβόλους: οι χωρικοί μεθυσμένοι, πιασμένοι χέρι χέρι, χόρευαν γύρω από το κιούπι. Ο μπαρμπα-Ντίμα, μέσα, τραγουδούσε, ξελαρυγγιαζόταν.

Αυτή τη φορά, ο ντον Λολό δεν κρατήθηκε. Όρμησε σαν αφηνιασμένος ταύρος και προτού προλάβουν να τον σταματήσουν, με μια κλωτσιά, έστειλε το πιθάρι να κατρακυλήσει, κάτω στην πλαγιά. Κι αυτό, κατρακυλώντας με συνοδεία τα γέλια και τα ξεφωνητά των μεθυσμένων, πήγε και τσακίστηκε πάνω σε μια ελιά.

Κι έτσι νίκησε ο μπαρμπα-Ντίμα.

μτφρ. Ντίνα Σιδέρη - Κώστας Ασημακόπουλος

ΣΧΟΛΙΟ

Έξοχο δείγμα του σατιρικού ρεαλισμού του Πιραντέλλο, «Το Πιθάρι» επικεντρώνεται στην αντιπαράθεση δύο εκκεντρικών και εξίσου αδιάλλακτων τύπων, που εκπροσωπούν διαφορετικούς κόσμους. Η περηφάνια του λαϊκού μάστορα συγκρούεται με την απληστία του δικομανούς κτηματία και αντιτάσσει στη δική του απόλυτη αλλά στρεβλή λογική την καταλυτική δύναμη του παραλόγου (ο μάστορας δηλώνει διατεθειμένος να ζήσει στο πιθάρι). Μετατρέποντας τον εγκλεισμό του σε διονυσιακό πανηγύρι και ταυτοχρόνως αποκαλύπτοντας την ένδεια και την απομόνωση του φαινομενικά πανίσχυρου αντιδίκου του, ο εφευρετικός μάστορας ανατρέπει (με την αμέριστη υποστήριξη της κοινότητας) τους όρους του παιχνιδιού και αναγκάζει τον εξαγριωμένο κτηματία να αποβάλει τη δικονομική του πανοπλία και να υποταχτεί στη γήινη και απτή δικαιοσύνη (και στη σοφία της κοινής λογικής). Η αριστοτεχνικά κινηματογραφική οργάνωση της αφήγησης (που συνετέλεσε και στην επιτυχή μεταφορά του διηγήματος στην οθόνη με την ταινία Χάος των αδελφών Ταβιάνι) συμβάλλει στη μετατροπή μιας κατ’ επίφαση ηθογραφικής ιστορίας του ιταλικού Νότου σε ηθικό μύθο, ο οποίος επιβεβαιώνει την ικανότητα του απλού λαού να αντιστέκεται, μέσω της δύναμης του παραλόγου που αρδεύει την παράδοσή του, στον θεσμοθετημένο παραλογισμό των εκμεταλλευτών του.










Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2016

ΗΛΙΑΣ ΠΑΡΑΘΥΡΑΣ - Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ & ΤΟ ΚΑΝΑΡΙΝΙ

René Magritte " La Thérapeute"

Ήταν κάποτε ένας Βασιλιάς σκληρός και πολεμοχαρής• του άρεσαν οι μάχες, δίψαγε για λάφυρα, κι ήθελε χρόνο με το χρόνο τα σύνορα της χώρας του να μεγαλώνει.

Ποτέ του δε γέλαγε, τα χείλη του σφιχτά, τα μάτια του άγρια και τραχιά σαν τις παλάμες του χωριάτη. Ή, αν το θες καλύτερα να καταλάβεις, σαν ακρογιάλι στρωμένο από βότσαλα. Δοκίμασες ποτέ ξυπόλητος σε τέτοιο ακρογιάλι τη θάλασσα να φτάσεις; 
Σίγουρα θα πληγωθείς. Έτσι πλήγωνε κι ο Βασιλιάς το κάθε τι που ήταν γύρω του.
Μονάχα ένα πράγμα τον έκανε τα χείλη χαλαρά για λίγο ν’ αφήσει, το βλέμμα να μερέψει και μια υποψία χαμόγελου στο πρόσωπό του να φανεί.
Το καναρίνι μέσα στο χρυσό κλουβί.
Το καναρίνι με τη γλυκιά φωνή. Θεέ μου, πόσο σε μάγευε σαν τραγουδούσε!

Κάθε που ο Βασιλιάς έφτανε στο παλάτι γεμάτος αίματα από τις μάχες τις πολλές, αξύριστος, με καινούργιες ουλές και τραύματα, δεν πήγαινε να κάνει το λουτρό του, να φάει και να ξαπλώσει όπως θά ’κανε κάθε κουρασμένος, αλλά πήγαινε ν’ ακούσει το κελάηδισμά του.
Μια φορά, το λοιπόν, γυρνώντας απ’ τον πόλεμο, έτρεξε γρήγορα γρήγορα στη μεγάλη σάλα ν’ ακούσει το καναρίνι να τραγουδά. Όμως το καναρίνι ήταν νεκρό μες στο κλουβί του. Αγρίεψε, ούρλιαξε ο Βασιλιάς, λες κι ορδές εχθρών τον είχαν κυκλώσει. «Υπηρέτες, φρουροί, αυλικοί, ποιος φταίει γι’ αυτό;;;».
Έντρομο όλο το παλάτι μαζεύτηκε γύρω του. Κανείς δεν τόλμησε να μιλήσει, να πει έστω μία δικαιολογία, ή ένα «δε γνωρίζω, Βασιλιά».
Ώσπου έξαφνα μια θαρραλέα φωνή ακούστηκε. «Βασιλιά μου! Βασιλιά μου!». Ήταν ο σοφός του παλατιού που στεκόταν δίπλα στο μάγο. Ο σοφός κατευθύνθηκε προς το κλουβί, άνοιξε το πορτάκι του κι έβγαλε έξω τη μία από τις δύο ταΐστρες. «Να, κάτι γράφει εδώ, κάτι είναι σκαλισμένο απ’ το ραμφάκι του καναρινιού, δες μόνος σου Βασιλιά μου, είμαι γέρος και δεν καλοβλέπω τόσο ψιλή γραφή!». 
Ο Βασιλιάς πήρε την ταΐστρα στα χέρια του και διάβασε αυτό που έγραφε. Τι έγραφε;
Εσύ!!!
«Εσύ, εσύ, εσύ», έλεγε και ξανάλεγε μονολογώντας, την οργή τώρα στο πρόσωπό του την είχε διαδεχθεί η θλίψη.
«Είναι και κάτι ακόμη», ακούστηκε ο μάγος. Γέρος κι αποκρουστικός στην όψη, με μια φωνή που σ’ έκανε να τρέμεις με τη βαθιά βραχνάδα της, κίνησε προς το κλουβί, έβγαλε τη δεύτερη ταΐστρα και την περιεργάστηκε με προσοχή.
«Βασιλιά μου, τι περίεργο κι αυτό! Εδώ σε τούτη την ταΐστρα με ψιλή γραφή σε γλώσσα ξεχασμένη, που ξέρουν μόνο μάγοι και αποκρυφιστες, λέει τα υλικά και τον τρόπο για να κάνεις το αρχαίο ξόρκι που ζωντανεύει τους νεκρούς!

Κι έτσι ξεκινά το μοναχικό ταξίδι του Βασιλιά μας. Έντεκα χρόνια ταξίδευε για να βρει τα υλικά που έπρεπε να φέρει στο μάγο για να κάνει το ξόρκι, έχοντας μοναδική βοήθεια ένα ραβδί κι ένα χάρτη να τον κατευθύνει στο πού θα πάει.
Περπατούσε και ρωτούσε αν πάει καλά για τη σπηλιά του φόβου! Εκεί έπρεπε να περάσει τρεις ολόκληρες μέρες και τρεις νύχτες μέσα στο σκοτάδι, αντιμετωπίζοντας τρομερά οράματα. Εκεί είδε τους εχθρούς του ενωμένους να τον κυκλώνουν. Είδε ένα σπαθί να πέφτει με ορμή επάνω στο λαιμό του. Είδε τον εαυτό του γέρο κι ανήμπορο χωρίς τη δύναμη της νιότης. Είδε και το χρυσό κλουβί άδειο παντοτινά να μένει. Κι όσο προχωρούσε, τόσο τα μάτια του έβλεπαν καλύτερα, τόσο το φως δυνάμωνε. Τελικά βρήκε την έξοδο και λίγο πιο κάτω ένα μελίσσι. Μάζεψε κάμποσο μέλι για το ξόρκι κι έφαγε κιόλας για να πάρει δύναμη.
Κι όλο πήγαινε, κι όλο τραβούσε για την κοιλάδα των αναμνήσεων, και τελικά τη βρήκε. Άρχισε να την περπατάει. Έπρεπε να την περάσει δίχως πισωγύρισμα σε τρεις ημέρες και τρεις νύχτες.
Κι είδε το σκληρό πατέρα του που τον χτυπούσε με ξύλα και ζωνάρια, ούρλιαξε από τον πόνο. «Έτσι θα γίνεις σκληρός, έτσι θα μάθεις, έτσι θα γίνεις Βασιλιάς!».
Είδε την πρώτη του αγάπη, δάκρυσε, έκλαψε, η μύτη του θυμήθηκε το άρωμά της• κανέλλα. Μύρισε έντονα κανέλλα. Για μια στιγμή αισθάνθηκε το χέρι της μες στο δικό του, θυμήθηκε στενά δρομάκια και χρυσόφλουρα φεγγάρια, και μετά την είδε να μακραίνει, να χάνεται για πάντα. Δεν άντεχε, δεν άντεχε, μα προχωρούσε.
Στο τέλος της κοιλάδας βρήκε επιτέλους τη γέρικη ελιά. Μάζεψε τους καρπούς της για το ξόρκι, έφαγε κι όσους μπορούσε. Πίκριζαν, αλλά θα τον κρατούσαν ζωντανό, και θα του ’δίναν δύναμη για να τραβήξει για το όρος της σιωπής.
Κακοτράχαλος ο δρόμος κι επικίνδυνος. Κατρακυλούσαν πέτρες και βράχια από τις πλαγιές του. Τα πόδια του γλυστρούσαν κι έπαιρνε τον κατήφορο. Πολλές φορές κόντεψε να σκοτωθεί, απέχοντας λίγο απ’ το γκρεμό.
Έφτασε με τα πολλά στην κορυφή του όρους. Εκεί ήταν ο ναός της αλήθειας. Άνοιξε την πόρτα, μπήκε μέσα. Η πόρτα έκλεισε ξωπίσω του απότομα.
Η αίθουσα του ναού ήταν γεμάτη από εκτυφλωτικό φως. Άκουσε φωνές, αισθάνθηκε παρουσίες. Έκανε να μιλήσει, μα η φωνή του δεν έβγαινε.
«Ποιος είσαι;», ρώτησαν οι φωνές, «ο Βασιλιάς είμαι», πήγε να πει, αλλά η φωνή του δεν έβγαινε.
«Ο Βασιλιάς! χα χα χα!». Γέλια ακούστηκαν από παντού. «Ακούν τη σκέψη, μιλάνε με τη σκέψη, μα ποιοι είναι;». «Εσύ ποιος είσαι;», είπαν ξανά οι φωνές. «Ο Βασιλιά είμαι».
«Χα χα χα! Ο Βασιλιάς!», αντήχησαν τα γέλια ολόγυρά του, «ο Βασιλιάς!». Το ερώτημα το ίδιο, η απάντηση ίδια, ξανά και ξανά. Είχε χάσει την αίσθηση του χρόνου, δεν αισθανόταν τίποτε, ούτε αφή, ούτε γεύση, όλες οι αισθήσεις ήταν νεκρές.
Και τότε απάντησε: «Είμαι φως!». «Ναι, είσαι φως! Και τι άλλο;». «Είμαι και σκοτάδι, είμαι χώμα και σύννεφα δεμένα με τη θέλησή σας!».
«Πήγαινε τώρα!», πρόσταξαν οι φωνές. Άνοιξε η πόρτα, βγήκε έξω, ήταν μεσημέρι, αλλά του φαινόταν πως είναι νύχτα. Βρήκε στην έξοδο έναν μικρό καθρέφτη που έγραφε ‘αλήθεια’. Τον πήρε για το ξόρκι και συνέχισε για την πολιτεία των τεχνών.
Τρεις μέρες και τρεις νύχτες περπάταγε, ώσπου έφτασε μπροστά στις πύλες της. Κτύπησε με δύναμη την κεντρική πύλη. Η θύρα της ήταν περίτεχνα σκαλισμένη με μικρές εικόνες στη σειρά, που, αν τις ακολουθούσες, ήταν σαν ν’ άνοιγες ένα βιβλίο με παθήματα ανθρώπων και θεών, με ιστορίες και μύθους λαών που ξεχάστηκαν στο πέρασμα του χρόνου.
Είδε ένα καράβι φορτωμένο με ζώα τόσα πολλά κι άγνωστα στα μάτια του. Είδε έναν θεό που τον φιλεύανε ανθρώπινο κρέας, κι αυτός οργισμένος, γιατί κατάλαβε τι έφαγε, καταράστηκε αυτούς που τον γελάσανε. Είδε έναν άντρα να παίρνει στο κατόπι μια νεράιδα κι αυτή να μην τον θέλει, να γίνεται δέντρο, κι έπειτα ο άντρας να παίρνει τα φύλλα και τα κλαδάκια της στεφάνι πλεγμένο επάνω στα μαλλιά του.
Άνοιξε η πόρτα, ένας καμπούρης κακάσχημος με σπυριά και κρεατοελιές στο πρόσωπό του φανερώθηκε μπροστά του. «Είμαι ο άρχοντας της πολιτείας τούτης, κι από ‘δώ η γυναίκα μου». Θεέ μου, τι ήταν αυτό, τι απερίγραπτη ομορφιά, τι χαρά, τι λεπτότητα, μα τι κάνει αυτή η γυναίκα μ’ αυτόν;!
«Λοιπόν, τι μπορώ να κάνω για σένα;»
«Άρχοντά μου, θέλω κάτι απ’ αυτήν εδώ την πόλη• θέλω το πολυτιμότερο που έχει μέσα της για να το χρησιμοποιήσω για το ξόρκι που ανασταίνει τους νεκρούς»
«Βρες ό,τι θεωρείς πολυτιμότερο και πάρ’ το, χάρισμά σου», είπε ο καμπούρης κι απομακρύνθηκε με την όμορφη γυναίκα του.
Προχώρησε στα ενδότερα της πόλης. Πλήθος ανθρώπων, ζωγράφοι, γλύπτες, ποιητές, χορευτές, όλοι εκεί ασκούνταν στην τέχνη τους. Ένα μεγάλο εργαστήρι, ένα μεγάλο παζάρι με λογιών λογιών κομψοτεχνήματα, όλα εξίσου όμορφα, όλα εξίσου πολύτιμα, τι να διαλέξει…
Μέρες έψαχνε, μήνες, χρόνια, έγινε φίλος με τους καλλιτέχνες, έμαθε πολλά για τον Απόλλωνα και τις Μούσες, γέμισε η καρδιά του γνώσεις και ομορφιά.
«Λοιπόν, βρήκες τελικά αυτό που έψαχνες Βασιλιά;»
Στράφηκε να δει ποιος είναι. Ήταν ο άρχοντας της πόλης.
«Όχι ακόμα, άρχοντά μου, όλα τόσο όμορφα και πολύτιμα, δεν ξέρω τι να διαλέξω».
«Γιατί δε ρωτάς τους καλλιτέχνες αυτής της πόλης ποιο είναι το πολυτιμότερο», είπε ο άρχοντας και έφυγε.
«Καλή ιδέα», σκέφτηκε κι άρχισε να ρωτά. Ρώτησε έναν γλύπτη που τού ‘πε ότι το πολυτιμότερο είναι η έμπνευση και ότι το τελευταίο του γλυπτό είναι το πιο εμπνευσμένο. Ρώτησε έναν ποιητή, έναν συγγραφέα, όλοι τους πάνω κάτω του έλεγαν για το τελευταίο τους έργο. 
Αποφάσισε να πάει να βρει τον άρχοντα της πόλης, αυτόν να ρωτήσει. Κτύπησε την πόρτα του σπιτιού του.
«Καλώς το Βασιλιά, βρήκες αυτό που έψαχνες;»
«Άρχοντά μου, ό,τι έχει φτιάξει ο καθένας το θεωρεί το πολυτιμότερο».
«Ε τότε, φτιάξε κι εσύ κάτι και πάρε το για το ξόρκι, το πολυτιμότερο φτιαγμένο απ’ το χέρι σου».
«Μα εγώ άρχοντά μου δεν είμαι καλλιτέχνης», είπε, μα ο καμπούρης είχε φύγει κλείνοντας την πόρτα στα μούτρα του Βασιλιά.

Πήρε σμίλη και μάρμαρο, δεν τα κατάφερε, πήρε πινέλα, χρώμα και καμβά, δεν τα κατάφερε, το μάρμαρο του έσπαγε, τα χρώματα δεν ταίριαζαν.
Προσπάθησε σκληρά μήνες πολλούς κάτι να φτιάξει, ώσπου μια μέρα ξέσπασε. 
«Δεν αξίζω τίποτα, είμαι ένας άχρηστος», πήρε ένα μολύβι που βρέθηκε μπροστά του κι άρχισε να γράφει:
Τι αξία έχει η διαδρομή χωρίς προορισμό
Τι αξία έχει ο προορισμός αν δε φέρει την ευτυχία στη ζωή τ’ ανθρώπου
Τι αξία έχει η ζωή μου χωρίς το γλυκό σου κελάηδισμα, μικρό μου καναρίνι.
Έξαφνα τότε εμφανίστηκε ο καμπούρης άρχοντας και τού ‘πε:
«Τώρα έχεις το πολυτιμότερο. Μπορείς να φύγεις, καλέ μου Βασιλιά».

Έντεκα χρόνια περάσανε και να, ξανά ο Βασιλιάς, ο μάγος κι ο σοφός του παλατιού στην ίδια θέση που ήταν και τότε.
Τα υλικά, το μέλι, η ελιά, ο καθρέφτης και το χαρτί με τις σκέψεις του Βασιλιά από την πόλη των τεχνών, όλα σωστά, όλα όπως ήταν γραμμένα επάνω στην ταΐστρα του καναρινιού. Μα τίποτα. Το καναρίνι πουθενά. Τότε ο Βασιλιάς έπεσε σε μεγάλη λύπη.
Αλλά ξαφνικά φώναξε ο σοφός: «Βασιλιά μου, Βασιλιά μου, κάτι άλλαξε στη γραφή, δεν είναι πια η ίδια». Άνοιξε το κλουβί, έβγαλε την ταΐστρα και την έδωσε στο Βασιλιά.
«Είναι ψιλή η γραφή και είμαι γέρος, δεν καλοβλέπω Βασιλιά μου, να, δες μόνος σου τι λέει».
Ο Βασιλιάς πήρε την ταΐστρα στα χέρια του και διάβασε:
Όχι πια!!!
«Όχι πια, όχι πια», μονολόγησε ο Βασιλιάς.
Και τότε, πρώτη φορά στη ζωή του, γέλασε. Γέλασε δυνατά, τρανταχτά.
Κι άρχισε να τραγουδά. Κι ήταν η φωνή του σαν κελάηδισμα, κι ήταν σαν καναρίνι και Βασιλιάς να είχαν γίνει ΕΝΑ!!!
 Ηλίας Παραθύρας