Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2019

ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ " ΈΝΘΕΟΝ "

Edgar Degas - After the Bath
την ηλικιωμένη πουτάνα
που πλενόταν κάθε φορά
και σταυροκοπιόταν
μουρμουρίζοντας
λόγια συγχώρεσης
και ήταν σαν το νερό και το σαπούνι
να αλαφρώνει την καρδιά
και την συνείδηση
κι ένοιωθε πάλι
καθαρή και εξαγνισμένη
σαν όπως με λιβάνι
έδιωχνε μακριά
κακό και τύψεις

Και ήταν η μέρα
που έφυγε από τη ζωή
η Αμαλία η Θεσσαλονικιά
και η κυρά Τασία η γειτόνισσα
ευχήθηκε μέσα
από την ταπεινή κουζίνας της
κάπου εκεί κοντά στη Γιαννιτσών
χαμηλώνοντας τα μάτια και σιάζοντας
ένα φτηνό σεμεδάκι
«ο Θεός να ξεκουράσει το κορμάκι της
... να αναπάψει την ψυχή της»

και πείστηκε κείνη τη μέρα
από τις σκέψεις του και τα γεγονότα
πως ο Θεός φανερώνεται
μέσα από τις ψυχές των απόκληρων
και των καταφρονεμένων….

ΑΘΉΝΑ 12/1/2019








Μαντλίν " Η κορφή της ρίζας " Χαϊκού


Μαντλίν  - Η κορφή της ρίζας 
Εκδόσεις - Ελευσις & Υδράνη 
Ετος Εκδοσης - Ιανουάριος 2019
 Είδος  -   Χαϊκού 
ISBN 978-618-5347-11-6

Η Ένθετη ζωγραφιά εξώφυλλου είναι του Βασίλη Τρικούπη.

Οπισθόφυλλο 


Τα χαϊκού της Μαντλίν

Για την Μαντλίν (Μαρία – Μαγδαληνή Αυγούλη), η καθορισμένη ποιητική φόρμα του χαϊκού, στο τρίστιχο των 5 – 7 – 5 συλλαβών, δεν αποτελεί το ζητούμενο κατόρθωμα της ποιητικής αποτύπωσης, μιας όποιας στιγμιαίας αισθητικής εντύπωσης – αντανάκλασης φαινομένων του εξωτερικού τοπίου, όπως συνηθίζεται σ’ αυτό το είδος της ποίησης.
Η Μαντλίν ανταποκρίνεται στην πρόκληση αυτού του περιορισμού της έκφρασης και την χρησιμοποιεί σαν κομποσκοίνι εσωτερικής αναζήτησης «τοπίων» και φαινομένων του έσω κόσμου.
Γίνεται φανερό λοιπόν πως η Μαντλίν δίνει μια πολύ διαφορετική διάσταση στην ποίηση των χαϊκού που γνωρίσαμε μέχρι σήμερα, σηματοδοτώντας μια ξεχωριστή πνευματική και ποιοτική αναβάθμιση στο είδος αυτό της ποίησης.
Έτσι, έχουμε την ανάδειξη μιας τελείως ξεχωριστής ποιητικής έκφρασης, που αναφέρεται σε μια βαθιά φιλοσοφημένη διερεύνηση του ανθρώπινου ψυχισμού, με μια εκπληκτική εννοιολογική συμπύκνωση λόγου, έτσι που το κάθε της ποίημα θα μπορούσε να είναι το θέμα μιας ομιλίας εξαιρετικού ανθρωποκεντρικού ενδιαφέροντος.

Γιώργης Παπανικολάου - Ζτρέκος

Χαϊκού Συλλογής 

Δύσκολοι καιροί 
στο αντάμωμα ψυχών 
υπολογίζω.
          ❀

Πρόθυμα μυαλά 
ασελγούν στις ψυχές μας. 
Άχαροι χρόνοι!
          ❀
Πλάνης παγίδα. 
Γυμνώσανε τον λαό 
με πλαστή Μοίρα
          ❀
Γλυκιά η Ζωή
θλιμμένοι μενεξέδες
μου το είπανε!
         ❀
Να θες να Μπορείς. Νου και Σθένος να Εχεις να διακρίνεις.
          ❀
Αχ! Αμυγδαλιά. Σε χορό νοσταλγικό χιόνισες άνθη
          ❀
Βροχή ρυθμική. Διψασμένη η ρίζα υψώνει κορφή.
         ❀
Η μύγα πετά στο ίδιο μέρος πάντα... Λείπεις Μέλισσα.
          ❀
Άγρια νύχτα καπνίζω τα όνειρα. Στυφό τ' άρωμα
          ❀
Να μου θυμίζω να μην ξεχνάω ποτέ να Ευγνωμονώ!
          ❀
Μάγος Ποιητής σμίγει μέντα με μύρο. Υφαίνει μορφές
          ❀
Γέρικη Μορφή 
τα μάτια της στυλώνει 
βαθιά στην μνήμη.


Η " κορφή της ρίζας " κυκλοφορεί και σε μορφή MOVIE BOOK , το πρώτο σε κυκλοφορία στην Ελλάδα, παραγωγής και έκδοσης του καλλιτεχνικού σωματείου " Ελευσις & Υδράνη "




Ομιλία του Γιώργη Παπανικολάου - Ζτρέκου κατά την παρουσίαση του βιβλίου

«Η ΚΟΡΥΦΗ ΤΗΣ ΡΙΖΑΣ» ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΗΣ ΜΑΝΤΛΙΝ 
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΤΗΝ «ΕΛΕΥΣΗ & ΥΔΡΑΝΗ» ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ 20.1.19 

Βρίσκομαι απόψε στην πολύ ευχάριστη θέση να μιλήσω για το βιβλίο μιας πολύ καλής μου φίλης, της Μαρίας – Μαγδαληνής Αυγούλη, της δικής μας Μαντλίν.
Εδώ θέλω να πω ότι το βιβλίο αυτό, που είναι το πρώτο της, πήρε σάρκα και οστά, μετά από πολύμηνες παροτρύνσεις και πιέσεις θα έλεγα προς την συγγραφέα του, για να προχωρήσει επιτέλους στο μάζεμα των σκόρπιων ποιημάτων που δημοσίευε κατά καιρούς, και να μας τα προσφέρει με την μορφή ενός βιβλίου.
Έτσι, κρατάμε τώρα στα χέρια μας ένα καλαίσθητο βιβλίο, που είναι αποτέλεσμα του εκδοτικού τμήματος του σωματείου μας «Έλευσις και Υδράνη», που έχει πλέον καθιερώσει την υψηλή ποιοτική επιμέλεια των αρκετών βιβλίων που έχει εκδώσει, κι όλων όσων έχουν σειρά για να εκδοθούν.
Στο εξώφυλλο υπάρχει ένα σκίτσο που έγινε από τον ποιητή και εικαστικό Βασίλη Τρικούπη, που νομίζω πως είναι ταιριαστό με την όλη θεματική που αναπτύσσεται στο περιεχόμενο αυτής της ποιητικής συλλογής.
Θεωρώ επίσης, ότι και ο ευρηματικός τίτλος του βιβλίου « Η κορυφή της ρίζας», προϊδεάζει για μια ξεχωριστή ποιητική θεματολογία, που σαν μια πρώτη εντύπωση μπορώ να πω, ότι σχεδόν πάντα, αυτό που μας αποκαλύπτει η κορυφή της ρίζας, εξαρτάται απόλυτα από τις δυνατότητες της ίδιας της ρίζας, που στη περίπτωση αυτού εδώ του βιβλίου φαίνεται πως αυτές οι δυνατότητες είναι μεγάλες.
Η ποιητική δημιουργία της Μαντλίν, που παρουσιάζουμε σήμερα, είναι μια σειρά τρίστιχων ποιημάτων, που ανήκουν στην ποιητική φόρμα των χαϊκού.
Χωρίς να έχω εντρυφήσει ιδιαίτερα στο είδος αυτό της ποίησης, αλλά έχοντας διαβάσει κάποιες αντίστοιχες ποιητικές συλλογές, και παίρνοντας κάποιες πληροφορίες από το ηλεκτρονικό λεξικό,μαθαίνω πως το χαϊκού, εκτός του ότι κινείται στην καθορισμένη φόρμα των 3 στίχων των 5 – 7 – 5 συλλαβών, στα γιαπωνέζικα σημαίνει «αστείοι στίχοι», είναι η πιο σύντομη μορφή ποίησης στον κόσμο και όταν πρωτοεμφανίστηκε περιέγραφε εικόνες της φύσης και των εποχών του χρόνου. Αργότερα, με τον Ιάπωνα ποιητή Ματσούο Μπασό 1644-1694, αποκτά την έκφραση μιας κατάστασης διαλογισμού Ζεν, που συνδυάζεται με αναφορές σε εικόνες της φύσης.
Έχοντας υπόψη μου όλα αυτά και διαβάζοντας τα ποιήματα της Μαντλίν,διαπίστωσα ότι, ενώ οι στίχοι της κινούνται αυστηρά στα καθορισμένα πλαίσια των χαϊκού, η θεματολογία της ελάχιστα έχει να κάνει με την συνήθη αναφορά σε εικόνες και φαινόμενα της φύσης.
Όπου οι λέξεις αναφέρονται σε καταστάσεις της φύσης, γίνεται με τέτοιο τρόπο ώστε να επισημάνει και να αναδείξει καταστάσεις του νου και της ψυχής.
Για παράδειγμα διαβάζω από το βιβλίο ένα από τα ποιήματα αυτού τους είδους: «Άκου Άνθρωπε/ Νύχτωσε η εποχή/ Φυσά μοναξιά». Εδώ λοιπόν η νύχτα κι ο αγέρας έρχονται να επισημάνουν την εποχή της ανθρώπινης μοναξιάς.
Κι ένα άλλο παρόμοιο: «Πλέκουν οδύνες/ Αγέλαστοι του κόσμου/ Πικροί οι χρόνοι».
Βλέπουμε κι εδώ πως ο χρόνος, ως φυσική κατάσταση, γίνεται πικρός από τις ψυχικές οδύνες που προκαλούνται από τους Αγέλαστους του κόσμου.
Αυτή η άμεση σύνδεση της φύσης με την έσω πραγματικότητα, για την επισήμανση κι ανάδειξη τόπων της ψυχής και του συναισθήματος, διατρέχει όλη την ποιητική δημιουργία της συλλογής που παρουσιάζουμε σήμερα.
Όλες σχεδόν οι σημαντικές καταστάσεις του ανθρώπινου ψυχισμού, που αφορούν τις διαπροσωπικές, κοινωνικές, ερωτικές σχέσεις και υπαρξιακές αναζητήσεις, αποτελούν την θεματική προσέγγιση του ποιητικού λόγου της Μαντλίν.
Όμως αυτός ο ποιητικός λόγος δεν εξυπηρετεί μόνο την ανάγκη της ισορροπίας κι αρμονίας της ποιητικής έκφρασης, αλλά, πηγάζοντας εκ βαθέων, έχει την γοητεία μιας αληθινής ψυχικής και πνευματικής ανάτασης.
Η ποιήτρια ξέρει τον τρόπο να παίρνει από τις λέξεις την ουσία τους, κι έτσι να διατυπώνει και να εκφράζει το νόημα που αναδύεται από τις πνευματικές της περιπλανήσεις στον κόσμο της ψυχής και της καρδιάς.
Στην ποίηση της Μαντλίν, αυτές οι περιπλανήσεις δεν έχουν την ανεμελιά μιας απλής περιήγησης στα πέριξ ενός πνευματικού τόπου, αλλά η ποιητική της δημιουργία αναδεικνύει διεργασίες που απαιτούν πνευματική εγρήγορση κι εμβάθυνση στα ενδότερα της ψυχής.
Τα ερεθίσματα που δίνουν το έναυσμα για την απαρχή της δημιουργικής διαδικασίας, προέρχονται από την ζώσα πραγματικότητα και τα τεκταινόμενα του έσω κι έξω κόσμου.
Κι όλα αυτά, όχι με μια απλή αναφορά και καταγραφή γεγονότων και φαινομένων, αλλά με μια φιλοσοφική διάθεση αναζήτησης κι ανάδειξης τόσο των όσων συντελούν στην ανάδειξη των ανώτερων ποιοτήτων κι αξιών της ανθρώπινης ύπαρξης, όσο και μέσα από την επισήμανση των κατώτερων συναισθημάτων που υποβαθμίζουν και ισοπεδώνουν αυτές τις αξίες.
Διαβάζοντας κάποιος τα ποιήματα της Μαντλίν, το λιγότερο που μπορεί να αισθανθεί είναι το λεπτό κι ευαίσθητο άρωμα της ανθρωπιάς, που εκπέμπεται από ένα χαμόγελο ψυχής σαν ύμνος στον Έρωτα και στην ομορφιά της ζωής.
Διαβάζουμε: «Γρύλοι των άστρων/ Κάλαντα του Έρωτα/ Γεμισ’ η νύχτα».

Πολλές φορές, αυτός ο ύμνος βγαίνει κι από την καταγγελία των όσων προσπαθούν να υποβαθμίσουν και να αλλοιώσουν αυτή την ομορφιά.

Διαβάζουμε: «Ψέγουν το Καλό/ Διακριτικός φόνος/ Αήθης νίκη».

Κι άλλες φορές πάλι, προτρέπει να γίνει η μοναξιά έναρξη εσωτερικού διαλόγου και με ειλικρίνεια να φέρει φως αλήθειας στη ζωή.

Διαβάζουμε: «Λάμπουν οι χαρές/ οι καμωμένες με φως/ μιας κρουστής σιωπής».

Κλείνοντας αυτή την πολύ συνοπτική μου αναφορά στην ποιητική συλλογή που παρουσιάζουμε απόψε, θέλω να πω συμπερασματικά ότι η ποίηση της Μαντλίν, κατά την προσωπική μου άποψη, χρησιμοποιεί τους περιορισμούς της ποιητικής φόρμας των χαϊκού ως μια δυνατή πρόκληση για μια μέγιστη συμπύκνωση στην ποιητική αποτύπωση ενός φιλοσοφημένου και πολυδιάστατου λόγου, κι ως εκ τούτου, προσθέτει μια διαφορετική πνευματική και ποιοτική κατάθεση σ’ αυτό το είδος της ποίησης.
Μαντλίν μου σε συγχαίρω για το βιβλίο σου και είμαι σίγουρος πως είναι η απαρχή για μια πολύ σημαντική συνέχεια στον χώρο της ποίησης και της λογοτεχνίας γενικότερα.
Καλή συνέχεια λοιπόν….
Γιώργης Παπανικολάου – Ζτρέκος
Μαρούσι 7/1/2019





Βιογραφικά στοιχεία
Είμαι η Μαντλίν (το βαφτιστικό μου είναι Μ.Μαγδαληνή). Γεννήθηκα στην Αθήνα στις 4-10- 1966 'Εχω δυο υπέροχους γιους,τον Πάρη μου & τον Τάσο μου. Είναι ότι πολυτιμότερο έχω στην ζωή μου. Είμαι ο Εαυτός Μου. Τα βιογραφικά δεν τα κατάλαβα ποτέ, γιατί δεν θεωρώ πως είναι αντιπροσωπευτικά (προσωπική μου άποψη),καθότι στην πορεία μου συνάντησα πολλούς ανθρώπους με πτυχία, μα λίγους με Παιδεία κι ας πιστεύουν λανθασμένα πως το ένα επιφέρει τ ‘άλλο. Άσε δε…που περί του 85% είναι φιγούρα. Δεν νομίζω πως ανταποκρίνονται στην ιδιαίτερη φύση κανενός, ως εκ τούτου περιττή κι η αναφορά σ αυτό. Μοναδικός σκοπός μου το κυνήγι των ονείρων μου, άνευ life coach. Είμαι υπέρ της ωραίας τρέλας που ονομάζεται κι ενθουσιασμός. Αυτό το μοναδικό χάρισμα, με τις θεϊκές ικανότητες, των οποίων η δημιουργική κυρίαρχη δύναμη, εμπνέει το μυαλό όσων το διαθέτουν, κοσμώντας συνάμα και τη ζωή τους. Εστιάζω στις σκοτεινές μου πλευρές κι έτσι βλέπω το φως αυτούσιο. Συνεχίζω παράλληλα και τη δια βίου αυτοδιδασκαλία. Προσπαθώ να καταστρέφω καθρέφτες και ν ανοίγω παράθυρα. με εκτίμηση και σεβασμό















ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ " ΠΡΩΙΝΟΣ ΚΑΦΕΣ "


Αντάλλασσε βαριεστημένες καλημέρες
με μαγαζάτορες
και διακριτικά χαμόγελα
με πωλήτριες έξω από το πολυκατάστημα,
καθώς κατηφόριζε για το φτηνό καφενείο…

- Ελληνικό σκέτο;

Ένευε ναι επιβεβαιώνοντας τον σερβιτόρο
και αφηνόταν να βλέπει
τους μοναχικούς ηλικιωμένους
έτσι βουλιαγμένους στα χρόνια τους
και απορροφημένους στον καφέ
και την εφημερίδα τους.

Αποστρεφόταν να βλέπει
ακουμπισμένα στις καρέκλες
μπαστούνια και δεκανίκια..

Στο πάρκο συνοδοί και σκύλοι
στην πρωινή βόλτα τους
και γίνονταν οι σκύλοι πρόφαση
να μιλήσουν οι άνθρωποι…

Τόσες μοναξιές κρατημένες
από τα λουριά των σκύλων
απλωμένες η μια κοντά στην άλλη
και λόγια για τα λόγια
έτσι για να ειπωθούν
σαν μια αφορμή να ακούνε την φωνή τους…

και κρυφές ματιές στο «πιάτο ημέρας»

Πόσες σκοτωμένες ώρες
πόσες μοναξιές
πόσες κουβέντες άδειες…

Και αν έκανε τον κόπο
τούτης της βόλτας
είναι που ονειρευόταν
γραντζουνιές στο σώμα της κάθε μοναξιάς
να τρέχουν αίμα…
Να τρέξουν αίμα οι άχρωμες καλημέρες
τα αμήχανα λόγια
να ξεχειλίσουν οι πόνοι και οι καρδιές…

Να ανοίξουνε τα τραύματα
Να μιλήσουν απροσχημάτιστα οι αλήθειες
Να ξαναβρούν το βάθος τους οι άνθρωποι…

ΑΘΉΝΑ 21/1/2019






Παρουσίαση της Ποιητικής Συλλογής του Δημήτρη Μωρόγιαννη " Βελούδινα δεσμά "






ΕΚΔΗΛΩΣΗ - ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ 

Στο Αμφιθέατρο του Δήμου Περιστερίου

Παρουσίαση της Ποιητικής Συλλογής του Δημήτρη Μωρόγιαννη 

 " Βελούδινα δεσμά "

Είσοδος με την αγάπη μας 
Εξοδος με την αγκαλιά μας 


Στάση Μετρό Περιστέρι
Τετάρτη 31 - 1- 2019 και ώρα 7μ.μ.






ΘΟΔΩΡΗΣ ΜΠΕΛΙΤΣΟΣ " Λογισμοί στο σύθαμπο " Διηγήματα


Θοδωρής Μπελίτσος - Λογισμοί στο σύθαμπο
Είδος - Διηγήματα
Ετος Εκδοσης - 2019
Σελίδες - 
156 
ISBN - 978-618 - 82852-2-4
Νέα Σμύρνη 2019

Στιγμιότυπα και φιγούρες της καθημερινότητας, συχνά με φόντο ιστορικά γεγονότα ή εορταστικές επετείους, αποτελούν τον καμβά των 26 διηγημάτων, επί του οποίου ο συγγραφέας καταθέτει τις σκέψεις, τις αγωνίες και τα σχόλιά του για το νόημα της ύπαρξης, την αξία της ζωής και το μεγαλείο του ανθρώπου. Σχόλια άλλοτε πικρά, άλλοτε αισιόδοξα μα πάντα με επίκεντρο τον άνθρωπο και τις αδυναμίες του.

Στα διηγήματα, που γράφτηκαν την περίοδο 2014-2018, περιλαμβάνονται και τα βραβευμένα σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς:
«Περνάς και δεν μας χαιρετάς...»,
Α΄ Βραβείο Διηγήματος Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Καλαμάτας 2018.
«Στου Μπαμπούμ φαντάζ'»,
Βραβείο μυθοπλασίας και γλωσσικής απόδοσης στη ντοπιολαλιά της Λήμνου, 2018.

Το βιβλίο διατίθεται:
-Από το βιβλιοπωλείο AdLibitum, Νικομηδείας 18, Ν. Σμύρνη. τηλ. 2109338006
-Από το συγγραφέα: 6972143237 - iq1234@otenet.gr


Οπισθόφυλλο 

Αποσπάσματα

Περνάς και δεν μας χαιρετάς…

Α΄ Βραβείο στο διαγωνισμό διηγήματος 2018
της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Καλαμάτας


«Αλλιώτικη μέρα σήμερα», σκέφτηκε ο Αλέκος. Ούτε ήλιος ούτε συννεφιά, καταχνιά μόνο και ζέστη. Απέναντι ο κουρέας ανέβαζε τα ρολά. Έβγαλε την τσίγκινη ταμπέλα στο πεζοδρόμιο: 
«Κουρείον η ‘‘Ομορφιά’’. Ανδρικόν-Παιδικόν», με ένα μεγάλο κόκκινο βέλος στο πάνω μέρος που έδειχνε προς την πόρτα του μαγαζιού.
«Γιατί γράφει παιδικόν; Αφού μόνο μεσήλικες και υπερήλικες κουρεύει, με λιγοστό μαλλί και πολλή όρεξη για κουβέντα», αναρωτήθηκε για άλλη μια φορά ο Αλέκος. Όπως είχε αναρωτηθεί και χτες και προχτές και την προηγούμενη εβδομάδα αλλά και πέρυσι και πρόπερσι, από τότε που καθηλώθηκε στην καρέκλα της σάλας, μέσα από το παράθυρο. Όπως θα αναρωτιόταν την επόμενη μέρα, τη μεθεπόμενη, την επόμενη εβδομάδα, τον επόμενο μήνα, ίσως και τον επόμενο χρόνο. 
Τέταρτη χρονιά στην ίδια θέση, στο ανοιχτό παράθυρο της σάλας, το μισοκρυμμένο πίσω από τη νεραντζιά. Σαν έχασε τη Χρυσούλα, πήρε την κάτω βόλτα. Μέρα με τη μέρα γινόταν όλο και πιο βαρύθυμος. Το μεράκι για τη δουλειά του έφυγε. Τα μόνιμα βουρκωμένα μάτια δεν τον βοηθούσαν πια να ράψει, να γαζώσει και να μπαλώσει σωστά. Τα δάχτυλά του γίνονταν ολοένα και πιο δυσκίνητα, όχι μόνο από τα αρθριτικά. Δυσκολευόταν ακόμα και να τρυπήσει το δέρμα. Όταν χάλασε ένα μποτάκι που του είχαν φέρει για αλλαγή σόλας, το πήρε απόφαση. Αποζημίωσε την γυναικούλα που είχε έρθει έτοιμη για καυγά και την ίδια κιόλας ημέρα κλείδωσε το Υποδηματοποιείον. Δεν ξαναμπήκε μέσα εκεί. Σόλες, δέρματα και καλαπόδια απόμειναν να κρέμονται στον τοίχο, με ένα παράπονο και μιαν απορία για το ξαφνικό κακό που τα βρήκε. 
Τον πρώτο καιρό βγήκε από το σπίτι, πήγε στο καφενείο, πήγαινε στης ανιψιάς του, αλλά δεν είχε μάθει από κόσμο και δεν μπόρεσε να συνηθίσει. Τα αρθριτικά χειροτέρεψαν ακόμα πιο πολύ την κατάσταση. Σταδιακά κλείστηκε μέσα. Ο κόσμος του περιορίστηκε στη θέα από το παράθυρο της σάλας. 
-Καλημέρα, Μπάμπη. 
-Καλημέρα, Αλέκο, πάω στο μανάβη, θες τίποτα;
-Καλημέρα, κυρά-Κατίνα. 
-Καλημέρα, κυρ-Αλέκο, άστα η μέση μου με τάραξε απόψε. 
-Καλημέρα Αννούλα.
Μια πρωινή καλημέρα απόμεινε ως καθημερινή επαφή του με τη ζωή. Ποια ζωή, δηλαδή; Τα νέα των συνταξιούχων: γιατροί, φάρμακα, εξετάσεις, θεραπείες, αναπόληση του παρελθόντος. Και βέβαια, έννοιες για παιδιά, νύφες, γαμπρούς, εγγόνια και τα παρόμοια. Μέρα με τη μέρα, βδομάδα με τη βδομάδα, χρόνο με το χρόνο, οι καλημέρες λιγόστευαν. Ο ένας μετά τον άλλον οι άνθρωποι που είχε ζήσει μαζί τους γερνούσαν, αρρώσταιναν, κλείνονταν στα σπίτια τους ή σε γηροκομεία, έφευγαν. 
Όταν κάποιος εξαφανιζόταν από το δρόμο, στην αρχή ρωτούσε τα παιδιά του, τους συγγενείς του, μα με τον καιρό δεν εύρισκε τι να ρωτήσει, αφού η απάντηση ήταν πάνω-κάτω η ίδια:
-Τι να κάνει, γεράματα κυρ-Αλέκο. 
Είτε δεν βαστούσαν τα πόδια, είτε δεν δούλευε το μυαλό. Σταδιακά, άρχισαν να τον αποφεύγουν, να μην περνούν από το παραθύρι του ή να περνούν βιαστικά κάνοντας πως δεν τον έχουν δει.
Περνάς και δεν μας χαιρετάς…
🌑    🌑    🌑    🌑
Η βραχνάδα στη φωνή της

Τη βραχνάδα της γιαγιάς της είχε η Μέλανι, που είχε και τ’ όνομά της και την τσαχπινιά της και τα μαύρα μάτια της και όλα τα χούγια της Μελανίτσας. Αυτή η βραχνάδα στη φωνή της τρέλαινε τους άντρες. Τους θύμιζε την Τζάνις Τζόπλιν και τη Μαριάν Φέιθφουλ. Στους νεότερους την Μπόνι Τάιλερ.
Ίσα που την πρόλαβε τη γιαγιά της. Αν δεν υπήρχαν κάποιες φωτογραφίες της, τη μορφή της δεν θα την ήξερε καθόλου. Τα περισσότερα γι’ αυτήν τα είχε μάθει από την μητέρα της, την Μιρτζάν Χαρακιάν, την Μερτζανή Σιαμέτογλου, τη θυγατέρα του Αχμέτη από το Κουρού-τεπέ, που δεν ήξερε αν έπρεπε να λέει πως ήταν Ρωμιά, Αρμένισσα ή Τουρκάλα. 
-Πάντως Αμερικάνα δεν είμαι, της έλεγε η μάνα της. Από την Ανατολή βαστάω. Αχμέτη λέγανε τον πατέρα μου, Αρμένης με ανάστησε, Ρωμιά ήτανε η μάνα μου. Τούρκικα, ρωμαίικα κι αρμένικα τραγούδια, τραγουδούσε.
Στα κουτουρού τ’ άκουγε αυτά η μικρούλα Μέλανι. Σύντομα τα ξέχασε. 
-Εγώ είμαι Μποστόνιαν μάδερ, μουρμούριζε δειλά στα αγγλορωμέικα, όσο ήτανε μικρή.
-Άι αμ ε Μποστόνιαν, ξεστόμισε με θράσος στα δεκάξι της, γουάτ δε χελ αρ γιου τόκινγκ, μάμι;
Παιδί του Γούντστοκ και των σίξτις, μετακόμισε στη Νέα Υόρκη κι άρχισε να παίζει στην κιθάρα της: ‘Πίπολ αρ στρέιντζ’, ‘Δε χάουζ οβ ράιζινγκ σαν’, ‘Φόλινγκ φρομ γκρέις’, τέτοια. Έπαιξε και σε κάποια μπαρ για το χαρτζιλίκι της, αλλά πιο πολύ έπαιζε για την παρέα και τους φίλους και φυσικά για τους εφήμερους εραστές της. 
Ίδια η γιαγιά της και σ’ αυτό.

-ο-ο-ο-

Αυτή η βραχνάδα έσωσε τη Μελανίτσα, όταν ο θεός βαρέθηκε τον κόσμο κι άφησε Ρωμιούς, Αρμένηδες, Οβριούς και Τούρκους να σφάζονται σαν τραγιά. Ένα Τουρκάκι, ο Αχμέτης, που την αγαπούσε, τήνε ξύπνησε, όταν μπήκαν οι Τσέτες στο χωριό. Την έντυσε αντράκι και την έκρυψε στο μαντρί του, ψηλά στο Κουρού-τεπέ. Εκεί, μαζί με τα γίδια, έζησε για είκοσι μήνες, γυναίκα του Αχμέτ. Εκεί γέννησε την κόρη της, τη Μερτζανή, εκεί τη βύζαξε. 
Ώσπου ημέρεψαν οι άνθρωποι και αποφάσισε να κατέβει στο χωριό, να δει τι απόγιναν οι δικοί της. Χάλασμα το καφέ του πατέρα της, χάρβαλο το πατρικό της, ραγισμένος ο δικέφαλος στο πανωπόρτι. Ρωμιοί, Αρμένηδες και Οβριοί άφαντοι. Μόνο Τούρκους σκέπαζε το μεγάλο πλατάνι. Κάποιος τη θυμήθηκε και φώναξε: «σόιλε Ιμιτλερίμ, Μελανίτσα χανούμ». Για πότε φάνηκαν οι τζανταρμάδες, για πότε τη φόρτωσαν σε έναν αραμπά ούτε που πήρε χαμπάρι. Τι κι αν έδειχνε το μωρό της, τη Μερτζανή, στο καλάθι, τι και αν φώναζε «Ισί Άχμετ». 
«Μιμπάντελε Γιουνάν», της έλεγαν κι ανάθεμα αν καταλάβαινε τι σημαίνει. 
Τη φόρτωσαν σε ένα πλοίο κι έφτασε στον Πειραιά. Έκλαιγε συνέχεια. 
«Είμαι γυναίκα του Αχμέτη, γιατί με φέρατε εδώ;», έλεγε σε όποιον έβρισκε μπροστά της. «Ισί Άχμετ, ισί Άχμετ», μα όλο και λιγότεροι την καταλάβαιναν. 
«Σιαμέτογλου», είπε κάποιος πίσω από ένα γραφείο. «Χήρα με παιδί», συμπλήρωσε ένας άλλος σε ένα κατάστιχο. Έτσι έγινε Μελανία Σιαμέτογλου με χαρτιά και σφραγίδες του Ελληνικού κράτους. 
Μόνο αυτή γλίτωσε από τη φαμελιά της. Ούτε πατέρα, ούτε μάνα, ούτε άλλο συγγενή ξαναείδε. Σφάχτηκαν, τούρκεψαν; Γλίτωσαν και πήγαν αλλού; Τι απόγιναν, δεν έμαθε ποτέ. Ούτε για τον Αχμέτη έμαθε πως τρελάθηκε, όταν κατάλαβε τι είχε συμβεί, και πως χρόνια ολόκληρα τριγύριζε στα ρουμάνια και στις κορφές του Κουρού-τεπέ, φωνάζοντας τ’ όνομά της και τ’ όνομα της θυγατέρας του: «γκιουζέλ σιβγκιλίμ», «γκιουζέλ Μερτζάν». 

🌑    🌑    🌑    🌑
FB, όπως ΦΟΒΟΣ

Μπήκε στην ιστοσελίδα του περιοδικού κι άρχισε να ξεφυλλίζει τις σελίδες των άλλων συνεργατών. Τρόμαξε. Δεν βρήκε κανένα με λιγότερα από χίλια λάικ. 
«Πρωί πρωί, ρε πούστη μου, χίλια λάικ. Τι γίνεται;»
Πήγε λίγο στα χθεσινά κείμενα. Τρόμαξε πιο πολύ. Όλα είχαν από τρεις χιλιάδες και πάνω. Ακόμα και των πιο νέων συνεργατών. Πανικοβλήθηκε. Φαντάστηκε τον εαυτό της στην ανεργία· να αφήνει το νοικιασμένο δυάρι· να επιστρέφει στο πατρικό της· το «στα έλεγα εγώ» της μάνας της. 
«Ρεπόρτερ και ανοησίες», της είχε πει, όταν ανακοίνωσε ότι θα γραφτεί σε σχολή δημοσιογραφίας. «Πάρε το Νικολάκη με το ψιλικατζίδικο, ρε κορίτσι μου, που λιώνει για σένα». Φυσικά εννοούσε: «Πάρε το ψιλικατζίδικο με το Νικολάκη». 
Αλλιώς τα νόμιζε, όταν ξεκίνησε. Δυο άρθρα την εβδομάδα της ζήτησαν, Τρίτη και Παρασκευή, για το πολιτιστικό ένθετο. Συγγραφείς, καλλιτέχνες, εκδηλώσεις, τέτοια πράγματα. Στρώθηκε με μανία στο ψάξιμο· παρουσιάσεις βιβλίων, συναυλιών, εκθέσεων. Συγκέντρωσε υλικό κι άρχισε να στέλνει. Από την αρχή άρχισαν τα σχόλια. 
«Ποιοι είναι αυτοί; Δεν τους ξέρει ούτε η μάνα τους».
«Είπα να προβάλω ανθρώπους της γενιάς μου», απολογήθηκε. «Πώς θα τους μάθουν, αν δεν γράψει κάποιος;». Αυτό το δεύτερο μόνο το σκέφτηκε, δεν το είπε.
«Κοίτα, εδώ είναι επιχείρηση, δεν κάνουμε χάρες σε κολλητούς. Προβάλλουμε ό,τι πουλάει», πήρε την πρώτη κρυάδα από τον σκληρό υπεύθυνο του πολιτιστικού. 
«Πήγαινε σε κανένα μαγαζί να μιλήσεις με την τραγουδίστρια, να γράψεις καμιά ίντριγκα, μισο-αλήθεια, μισο-ψέμα δεν έχει σημασία», τη συμβούλεψε ένας άλλος από τους παλιούς, που είτε την είχε πάρει με καλό μάτι είτε απλά του είχε γυαλίσει στο μάτι η νέα ρεπόρτερ.
«Για ένα κατοστάρικο το άρθρο θα τρέχω στα μαγαζιά της νύχτας;», σκέφτηκε αλλά ούτε αυτό το είπε.
🌑    🌑    🌑    🌑
Παράπλευρες απώλειες

Η ζωή του Αστέρη
Χωμένος στο λάπτοπ αναζητούσε σαλέ στις αυστριακές Άλπεις για τις χειμερινές διακοπές, όταν τον διέκοψε ο ήχος του κινητού. Η διοίκηση είχε στείλει το νέο κατάλογο των «διαθεσίμων», όπως αποκαλούσε κομψά τους υπό απόλυση υπαλλήλους. Χαμογέλασε, τον περίμενε άλλωστε. Άνοιξε το αρχείο κι άρχισε να το περιεργάζεται ανέμελα, έχοντας την κρυφή ελπίδα πως θα βρει μέσα εκεί κάποιον από τους δυνατούς ανταγωνιστές του.
Ξαφνικά η οθόνη του κινητού ξεχείλισε από παγάκια που πλημμύρισαν το δωμάτιο, στρογγυλοκάθισαν στο σαλόνι, απλώθηκαν στους καναπέδες, έφτασαν ως το λαιμό του. Άρχισε να τρέμει. Ο τυφώνας που είχε ξεσπάσει από καιρό, είχε φτάσει. Τυλίχτηκε με ένα κασκόλ και ξαναδιάβασε το μήνυμα. Δεν είχε κάνει λάθος. 
Το σιφούνι όρμησε στο δωμάτιο. Ρούφηξε το κάμπριο, το δωμάτιο του σαλέ και την κοκκινομάλλα γκόμενα μαζί με το σπάνιο διαμάντι που της είχε δωρίσει. Σκόρπισε στους πέντε ανέμους το ακριβό του κοστούμι, τα μεταξωτά πουκάμισα, το χειροποίητο περσικό χαλί, τις πιστωτικές κάρτες, ακόμα και το πανάκριβο κινητό.
Το ονοματεπώνυμο «Αστέριος Τριανταφύλλου», που αρχικά το προσπέρασε βιαστικά στη δεύτερη σελίδα, σηματοδοτούσε το τέλος του.
Τρεκλίζοντας άνοιξε το ερμάριο, πήρε ένα μπουκάλι βότκα και μπήκε στο ασανσέρ.

Η ζωή του Λάκη
-Δύο συν μία δώρο! κολλητέ. Δεν στο είπα; Στο είπα: ‘Ιτς μάι λάκι ντέι’.
-Σιγά, μη σου κάνουν και δώρα. Να σε βάλουν στο τρυπάκι θέλουν! Ξύπνα… ‘λάκι’.
Ξεκίνησε από ντροπή. Έπρεπε να φανεί ισάξιος των πιο παλιών. 
-Μαλάκα, δε γουστάρω, έλεγε στην αρχή στον κολλητό του. Αλλά αν δεν τραβήξω τζούρα με διώχνουν από την παρέα.
-Φύγε ρε μαλάκα! Όσο είναι νωρίς, απαντούσε ο κολλητός.
-Σιγά μη φύγω, τώρα που έχω τσάμπα δόση. 
Τράβηξε μια βαθιά ρουφηξιά και άραξε να νιώσει την απόλαυση. Σχεδόν τίποτα δεν ένιωσε, μόνο την έντονη πίκρα στο στόμα. Του ήρθε αναγούλα.
-Αφού σε χαλάει, μόνος σου το είπες, γιατί συνεχίζεις, ρε μαλάκα; τον ταρακούνησε ο κολλητός.
-Χέσε με και συ με τη μουρμούρα σου, απάντησε όλο νεύρα. Έβγαλε το δεύτερο φιξάκι, το έστριψε και μπήκε στο αόρατο για τους άλλους βασίλειο της χαράς. Εξωτική παραλία, γυμνόστηθες χαβανέζες με φούστες από χόρτα, τεκίλα και πολύχρωμα λουλούδια.
«Πσσσς! Τι λες ρε φίλε, κοίτα τι υπάρχει στον κόσμο κι εμείς κοιμόμαστε με τα μπάζα της οδού Αθηνάς».
Ο κολλητός έκλεισε την πόρτα και άφησε τον… ‘λάκι’ να κάνει το ταξίδι του.

🌑    🌑    🌑    🌑

Να πάρει ο δγιάβολος, για πεζικά!

«Έμπλεος ενθουσιασμού ο κ. Λυκειάρχης εκφώνησε μια μνημειώδη ομιλία, μεστή υψηλών νοημάτων», σχολίασε ο απεσταλμένος της τοπικής εφημερίδας, παραθέτοντας ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα:

Αείμνηστε συμπολίτα Μιχαήλο,
Η εχθρική σφαίρα ήτις ανέκοψε προώρως το νήμα του βίου σου, ανύψωσε το όνομά σου εις το πάνθεον των ηρώων υπερασπιστών της πατρίδος. Είμεθα υπερήφανοι δια το απαράμιλλον θάρρος όπερ επέδειξες αγωνιζόμενος τον υπέρ πάντων αγώνα εις το μέτωπον ένθα σε έταξεν το χρέος, υπεραμυνόμενος βωμών και εστιών.

-Επί σκοπόν! Πύρ!, έσκουξε ο έφεδρος ανθυπολοχαγός και οι φαντάροι της διμοιρίας πυροβόλησαν στον αέρα.
Η τελετή είχε τελειώσει. Ο δήμαρχος, ολόχαρος, έσπευσε να συγχαρεί τον ομιλητή και κάλεσε τους παρευρισκόμενους στο δημοτικό κατάστημα όπου θα προσφέρονταν αναψυκτικά, καφές και τα σχετικά. Ετοιμάζονταν να κατέβουν από την εξέδρα, όταν πλησίασε στο μικρόφωνο ένας ηλικιωμένος ξωμάχος, με ρούχα που φανέρωναν πως μόλις είχε έρθει από κάποιο χωράφι.
-Συγχωρέστε με για τα ρούχα αλλά είχα να αρμέξω και φοβήθηκα ότι δεν θα σας προλάβω, γι’ αυτό δεν άλλαξα, είπε. 
Ο τελετάρχης έτρεξε ενοχλημένος, αλλά πριν προλάβει να κλείσει το μικρόφωνο, εκείνος συνέχισε: 
-Είμαι ο Χαραλάμπης, με ξέρετε, ο ξάδερφος του Μιχαήλου. Άλλος συγγενής του δεν απόμεινε. Σκέφτηκα να σας διαβάσω το τελευταίο γράμμα που μου έστειλε από το μέτωπο πριν σκοτωθεί. Σαράντα χρόνια το φυλάω και να πού ήρθε η ώρα του. 
Ο τελετάρχης έκανε πίσω, υπακούοντας στο νεύμα του δημάρχου. Ως και τα πουλιά στα δέντρα σίγησαν, καθώς ο ξωμάχος ξεδίπλωνε το κιτρινισμένο χαρτί:

Εν Μετώπω τη 24/1/19…

Αγαπητέ εξάδελφε Χαράλαμπε,

Υγίαινε.
Ίδον να με εύχεσαι του χρόνου διπλός, αλλά βλαστήματα. Ο Θεός γνωρίζει εάν θα είμεθα πολίται ή θα μας τρώνε τα όρνια σε αυτά τα άγρια βουνά, διότι τα πεζικά είναι φωτγιά. Μάθε εξάδελφε ότι αυτήν την φοράν είχαμεν πολλά παιδγιά χαμένα και πολλά τραματιζμένα, με κομμένα χέρια, πόδια. Και άστα, είναι φρίκη!
Τους ασπαζμούς μου εις τους γονείς και αδέλφγια σου, εις τους γονείς μου, εις την μανάκα μας και εις όλους τους γνωστούς. Και πες στη Ζαφειρούλα πως δεν την ξεχνώ· μόλις πάρω άδεια θα περάσουμε δαχτυλίδια. Κάνε μου αυτή χάρη εξάδελφε, να πάρει ο δγιάβολος για πεζικά!

Σε χαιρετώ, 
Ο εξάδελφος σου 
Μιχαήλος Γ.
🌑    🌑    🌑    🌑

Καλήν ημέραν άρχοντες…

Ήταν ένα περίεργο σούρουπο. Δεκέμβρης. Χαμηλά στον ορίζοντα ένα χρυσοπόρφυρο μήλο έβαφε τα ήρεμα νερά του Μεσσηνιακού. Ο ήλιος που ολημερίς ήταν κρυμμένος πίσω από βαριά σύννεφα, είχε βρει ένα άνοιγμα και καληνύχτιζε τους υπηκόους του. Ήταν η ώρα που μπορούσες να τον αντικρίσεις κατάματα. Να νιώσεις τη δύναμή του, χωρίς να σε τρομάζει η λάμψη του. Να ρουφήξεις τη ζωντάνια και τη θέρμη του, χωρίς να τσουρουφλιστείς. Να μαγευτείς από την ισχύ του. Να νιώσεις αδύναμος και μόνο στη σκέψη πως μπορεί αυτή να είναι η τελευταία φορά που δύει. Στη σκέψη πως αποχωρίζεται για πάντα αυτόν τον πλανήτη που είναι δικό του δημιούργημα, πως αποφάσισε να φτιάξει έναν καινούργιο, απαλλαγμένο από το εγωιστικό ανθρώπινο γονίδιο. Ήταν η ώρα που όλα τα ζωντανά πλάσματα σιωπούν και λουφάζουν τρομαγμένα. Συγκεντρώνουν τη σκέψη τους σε μια προσευχή προς το ζωοδότη πατέρα τους να τα σπλαχνιστεί και να επιστρέψει το επόμενο πρωί, λαμπερός και ξεκούραστος, ώστε να συνεχίσουν κι αυτά να υπάρχουν. 
Ο Πότης μόλις είχε γυρίσει από το ράβδο. Πήρε τον καφέ του και βγήκε στο μπαλκόνι. Όπως κάθε απόγευμα, κάθισε στην πολυθρόνα του και βάλθηκε να αγναντεύει το βασιλιά του ουρανού που σε λίγο θα έσβηνε πίσω από τα βουναλάκια, στην απέναντι μεριά του κόλπου. Πλησίαζε το χειμωνιάτικο ηλιοστάσιο και ο ήλιος από καιρό είχε πάρει ρότα κατά το νοτιά προς την Κορώνη. Βασίλευε πάνω από τη Λογγά. Μετά τα Χριστούγεννα θα άρχιζε πάλι να ανεβαίνει προς το βοριά, θα έφτανε στο χοντρό βουνό πάνω από το Πεταλίδι, θα το προσπερνούσε και ως τον Ιούνιο θα πλησίαζε τη Βελίκα. Και ξανά-μάνα η ίδια διαδρομή.
Τέτοιες σκέψεις στριφογύριζαν στο μυαλό του κάθε απόγευμα κι έπαιρνε κουράγιο και δύναμη να συνεχίσει τη μοναχική ζωή του. Με τις σκέψεις αυτές ανανέωνε τις ελπίδες του πως η ανθρώπινη φύση έχει και τις καλές πλευρές της και όχι μόνο τις άσχημες και βρώμικες που είχε γνωρίσει κατά κόρον στα τριάντα χρόνια της αστυνομικής του θητείας. Του έδινε κουράγιο το ηλιοβασίλεμα. Αυτά τα δέκα λεπτά, που ο δημιουργός ήλιος επέτρεπε στους θνητούς κατοίκους του πλανήτη Γη να τον αντικρίσουν κατάματα, ο Πότης στεκόταν σιωπηλός, με σεβασμό και δέος, ευχαριστώντας το παντοδύναμο άστρο που είχε δώσει παράταση ζωής για μια ακόμα ημέρα στον πιο αχάριστο πλανήτη που είχε δημιουργήσει και στο πιο αχάριστο ζώο αυτού του πλανήτη.

🌑    🌑    🌑    🌑

Στου Μπαμπούμ φαντάζ’
(στα Λημνιά)

Βραβείο μυθοπλασίας και γλωσσικής απόδοσης 2018
στο διαγωνισμό «Έμπνευσή μου η γλώσσα: Λογοτεχνική 
δημιουργία εμπνευσμένη από την ντοπιολαλιά της Λήμνου»

Μετά το παναγύρ’ τ’ Αγιώρεγ’ το Φαντνιώ λμέριαζε στ’ μάντρα. Τι κι αν φώναζ’ η δασκάλα στ’ μάνατς, τ’ Σνούδα, στη συντχιά στον πήγαδο που πάγαινε να ποτίσ’ το μαύρο.
-Έναι χουρκό ακόμα, Σνιώ, μπάντεξε κανά χρόνο να μάθ’ κομμάτ’ γράμματα και μετά το στέλνς στ’ μάντρα.
-Τι χουρκό, μι λέγς κερά-δασκάλα; Κοτζάμ κοπιλούδα γένκεν. Δεν νογάς, μαθέ, τα βζά τς πώς τσιτών’νε τ’ ποκαμίσατς. Τι λογού, δε γλέπς στην αγκηλσά πώς τ’ λμπίζντεν τα Καμνιωτέρια; Καλά τα γράμματα αλλά να με διν’ κι κανά χέρ’. Θα τ’ν έχω να λιέται ολμέρα, να σλατσέρν’ κι να χορεύ’ τον μπαλαρτό στην πλατέα; Αμάν ιγώ! Έτσ’ κι γέν’ ακνή, ποιος θα τ’νε πάρ’ κερά-δασκάλα;
Με κειά και με τ’ άλλα, το Φαντνιώ τ’ άφκεν το σκολειό.

Βιογραφικά στοιχεία 

Ο Θοδωρής Μπελίτσος (γεν. 1957) μεγάλωσε και ζει στη Νέα Σμύρνη. Είναι χημικός και υπηρέτησε στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Ασχολείται συστηματικά με την ιστορία, τη λαογραφία, τη γλώσσα και τη λογοτεχνία ως συγγραφέας και ερευνητής. Έχει εκδώσει 25 περίπου βιβλία, μεταξύ των οποίων τη συλλογή διηγημάτων Κυνηγός ονείρων (2014) και τη νουβέλα Ζωές μετά… (2017). Έχει συμμετάσχει σε εκδόσεις συλλογικών έργων και έχει δημοσιεύσει δεκάδες άρθρα, μελέτες, βιβλιοκρισίες και διηγήματα σε έντυπα και ιστοσελίδες. Λογοτεχνικά εκφράζεται μέσα από τον ιστότοπο ‘The strange quark: Καταφύγιο λόγου’.
Για το έργο του έχει τιμηθεί από την Ακαδημία Αθηνών, τους Δήμους Ν. Σμύρνης και Λήμνου, τον Πανιώνιο Γ.Σ. και άλλους φορείς. Έχει λάβει βραβεία στους διαγωνισμούς διηγήματος: 
α) Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Καλαμάτας και 
β) Λογοτεχνικής δημιουργίας στη λημνιακή ντοπιολαλιά.











Δημήτρης Κούρος (ζωγράφος - γλύπτης) - Έκθεση Σχεδίων στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο


Με χαρά σας καλούμε στην έκθεση σχεδίων

“Μέσα από τις σχισμές…”

του γλύπτη - ζωγράφου Δημητρίου Κούρου

21 Ιανουαρίου – 24 Φεβρουαρίου 2019
στο φιλόξενο Καφέ του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου
28ης Οκτωβρίου (Πατησίων) 44, Τ.Κ. 106 82, Αθήνα
Σε συνεργασία με τον Σύλλογο Γλυπτών Ελλάδος
Εγκαίνια: Δευτέρα 21/1/2019, 17:30
Είσοδος ελεύθερη

Με την ευγενική υποστήριξη του Καφέ του Μουσείου και του Κτήματος Τσέλεπου

Παρακαλούμε δηλώστε την παρουσία σας στην έκθεση εδώ

Περισσότερες πληροφορίες για την έκθεση εδώ: www.dkouros.gr

Email επικοινωνίας: dkourosmail@gmail.com

Υπεύθυνη επικοινωνίας: Βήνη Φιλιππή (κιν. 6959998029) 
FB: Dimitrios Kouros


Σκέψεις του καλλιτέχνη που αφορά τα έργα του που παρουσιάζονται στην έκθεση

“Μέσα από τις σχισμές…”
του γλύπτη- ζωγράφου Δημητρίου Κούρου
21 Ιανουαρίου – 24 Φεβρουαρίου 2019 


«Με τα πιο απλά και εκφραστικά μέσα, μολύβι, κάρβουνο, παστέλ και υδρόχρωμα, προσπάθησα με τα έργα μου αυτά να καταγράψω το τρικυμιώδες ταξίδι της ψυχής, που μέσα από την πεπερασμένη βιωτή της ύπαρξης, γυρεύει με βαθιά ανάγκη και πόθο, να εννοήσει και να εμπλουτιστεί με τη χαμένη ευλάβεια, με το Κάλλος και την Αρμονία.
Με αυτό τον τρόπο προσδοκώ να παραχθεί κραδασμός, «... ως πρόγευση καρπού έργου…», αποκρούοντας τους επιφανειακούς εντυπωσιασμούς και τις φανταχτερές εκφάνσεις και αρκούμενος στη πηγαία και ακατέργαστη χαρά που παρηγορητικά και σιωπηλά προς όλους επιθυμεί να προσφέρει.
Είναι μία επίμονη άσκηση διαισθητικών ανιχνεύσεων, μέσα από ένα εσώτερο χωνευτήρι αισθητικών και πνευματικών αξιών, μέσα από σχισμές στον χώρο, στον χρόνο, στο περιβάλλον…
Πυρήνας, γέννηση, κίνηση, στάση· όλα συνυπάρχουν και διαμορφώνονται κατάλληλα για να κάνουν μέτοχο τον θεατή.»
Στο πλαίσιο της έκθεσης στο Καφέ του Μουσείου την Κυριακή 17/2/2019 και ώρα 12:00-14:00, ο Αρχιτέκτονας και Ιστορικός Τέχνης και Αρχιτεκτονικής Κωστής Καζαμιάκης, θα μιλήσει για το έργο του Δημητρίου Κούρου, ενώ στη συνέχεια οι επισκέπτες θα έχουν την ευκαιρία να συζητήσουν με τον καλλιτέχνη.
Ο καλλιτέχνης Δημήτριος Κούρος


Ο Δημήτριος Κούρος (www.dkouros.gr), γλύπτης και ζωγράφος, ξεκίνησε την γνωριμία και αναζήτηση με το χώρο της τέχνης με οδηγό τον ζωγράφο Αντώνη Γκλίνο. Σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών της Τήνου με δάσκαλο τον Γιάννη Μανιατάκο και στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα, με δασκάλους τον Δημήτρη Μυταρά και τον Δημήτρη Καλαμάρα. Συνέχισε τις σπουδές του στο Παρίσι, με δασκάλους τον γλύπτη Cezar και τον Francois Duffot. Έχει πραγματοποιήσει ατομικές και ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Έργα του βρίσκονται στην Ελλάδα, τη Γαλλία, τις Η.Π.Α., την Ιαπωνία και τον Καναδά.









Νέα Κυκλοφορία | Θανάσης Ζλατάνος - «Αόρατες ιστορίες» από το άλμπουμ «2Ασιμος».



Θανάσης Ζλατάνος - «Αόρατες ιστορίες» από το άλμπουμ «2Ασιμος».



Η πρόσφατη κυκλοφορία του Θανάση Ζλατάνου είναι το άλμπουμ «2Ασιμος», το οποίο περιέχει ανέκδοτη συνέντευξη του Νικόλα Άσιμου και 5 διασκευές τραγουδιών του, καθώς και 10 καινούρια τραγούδια που έγραψε ο ίδιος ο Θανάσης Ζλατάνος.

Κυκλοφορεί σε περιορισμένα αντίτυπα από την thanasis zlatanos official.

Στο άλμπουμ συμπεριλαμβάνεται και το τραγούδι «Αόρατες ιστορίες», ένα ιδιαίτερο τραγούδι αφιερωμένο στην μνήμη του άδικου χαμού του Βαγγέλη Γιακουμάκη. 

Δείτε το βίντεο του τραγουδιού εδώ




Official links