Τετάρτη 26 Φεβρουαρίου 2020

EMILY JANE BRONTE "41 ΠΟΙΗΜΑΤΑ POEMS" Δίγλωσση έκδοση - Bilingual edition


ΤΙΤΛΟΣ: EMILY JANE BRONTE 41 ΠΟΙΗΜΑΤΑ POEMS
ΔΙΓΛΩΣΣΗ 
ΕΚΔΟΣΗ  -BILINGUAL EDITION
Mετάφραση - Εικονογράφηση – Κείμενα: ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΣΙΑΦΑΚΑ
Επιμέλεια στα ελληνικά: ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ
Εκδόσεις : ΑΩ
Σελίδες : 210

ISBN : 978-618-5363-40-6

Α΄παράγραφος του Προλόγου :


"Ένα λουλούδι σε χερσότοπο, αυτό είναι η Έμιλυ. Ένα αγριολούλουδο που φυτρώνει και παλεύει με τον ήλιο, τη βροχή, τον άνεμο, χωρίς να νοιάζεται για την ομορφιά του, δίχως να φοβάται μαρασμό. Ένα λουλούδι αλλιώτικο, που ανοίγει τα πέταλά του στο φως των αστεριών και της σελήνης και τα κλείνει κάτω από τον καυτό ήλιο για να προστατευθεί. Κι έχει το λουλούδι αυτό μια τέτοια σπανιότητα που μαγεύει όποιον το ανακαλύψει."


Δύο ποιήματα της συλλογής με τις παραπομπές τους *

*(Οι παραπομπές είναι ξεχωριστή ενότητα στο βιβλίο και βρίσκονται στο
τέλος.)

i.THE LADY TO HER GUITAR

For him who struck thy foreign string,
I ween this heart hath ceased to care;
Th en why dost thou such feelings bring
To my sad spirit — old Guitar?

It is as if the warm sunlight
In some deep glen should lingering stay,
When clouds of storm, or shades of night,
Have wrapt the parent orb away.

It is as if the glassy brook
Should image still its willows fair,
Th ough years ago the woodman’s stroke
Laid low in dust their Dryad-hair.

Even so, Guitar, thy magic tone
Hath moved the tear and waked the sigh:
Hath bid the ancient torrent moan,
Although its very source is dry

🌑    🌑    🌑    🌑


Η ΚΥΡΑ ΣΤΗΝ ΚΙΘΑΡΑ ΤΗΣ

Γι’ αυτόν που χτύπησε την άγνωστη χορδή,
Θαρρώ πως έπαψε να νοιάζεται η καρδιά·
Γιατί ξυπνάς στη λυπημένη μου ψυχή
Τέτοια αισθήματα — κιθάρα μου παλιά;

Eίναι σαν του ηλιόφωτου τη ζεστασιά
Στα σπλάχνα του κάποιο λαγκάδι να φυλάει,
Της καταιγίδας σύννεφα, της νύχτας η σκιά,
Μακριά αγαπημένα μάτια να έχουν πάει.

Είναι σαν του ρυακιού τα ήρεμα νερά
Να καθρεφτίζουν τις ιτιές ακόμη,
Κι ας έχει χρόνια που ’ριξε του ξυλοκόπου η τσεκουριά
Στη γη απάνω της Δρυάδας τους την κόμη.

Κιθάρα, κι έτσι να ’ναι, στον ήχο σου το μαγικό
Ο στεναγμός μου ξύπνησε, το δάκρυ μου έχει τρέξει:
Αρχαίου χείμαρρου ανασύρθηκε το βογκητό,
Κι ας έχει τώρα πια η κοίτη του στερέψει.


🌑    🌑    🌑    🌑

Παραπομπή

Η Κυρά στην Κιθάρα της ● The Lady to her Guitar



Το ποίημα αυτό γράφτηκε στις 30 Αυγούστου του 1838. Ανήκει στην ομάδα των ποιημάτων από την φανταστική χώρα της Γκόνταλ. Στο ποίημα φαίνεται ο ρόλος της μουσικής στην ανάκληση του συναισθήματος μέσα από τη μνήμη. O ήχος της κιθάρας μεταφορικά γίνεται για την ψυχή το ασφαλές εκείνο μέρος στη μέση μιας μεγάλης φοβερής συναισθηματικής καταιγίδας. Η "θλιμμένη ψυχή"της πρώτης στροφής καταφέρνει τελικά μέσω της μουσικής να νιώσει ευτυχία, ζεστασιά και ασφάλεια. Το ρυάκι μπορεί να συνεχίσει να είναι ένας ευχάριστος τόπος, παρόλη την ιστορία του. Το σημάδι του ξυλοκόπου δεν θα το στιγματίζει για πάντα, όπως ακριβώς και μια κακή σχέση δεν θα θα καταστρέψει όλες τις ακόλουθες σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων.
Η Έμιλυ στο ποίημα αυτό φαίνεται να ενδιαφέρεται λιγότερο για την ψυχολογία και περισσότερο για τον αρχαϊκό μηχανισμό της μνήμης. Σε όλα τα ποιήματά της το όριο μεταξύ παρελθόντος και παρόντος είναι διαπερατό και πάντα σε κίνδυνο κατάρρευσης. Το συναίσθημα είναι αποκομμένο από την πηγή του και επιμένει χωρίς σκοπό να συνδέεται με την παρούσα πραγματικότητα. H Έμιλυ συνεχώς ξαναζεί το παρελθόν στο παρόν κι έτσι κάθε συναισθηματική ισορροπία καταστρέφεται.
🌑    🌑    🌑    🌑
This poem was written on August the 30th, 1838. This poem is one of the Gondal poems and is about the role of music in recalling the emotion through memory. The music of the guitar is like a safe place in the soul, in the middle of a big, terrible emotional storm. The "sad spirit" of the first verse achieves to find happiness, homeliness and safety through music. The brook will continue to be a delightful place, despite its history. The sign of the woodman will not stigmatize it forever, just like a bad relationship will not ruin all of the following relationships between people.
Emily in this poem appears to be less interested in psychology and more about the archaic mechanism of memory. In all her poems the boundary between past and present is permeable, always risking to collapse. The emotion is cut off from its source and insists without any purpose being connected with the present reality. Emily constantly remakes the past to the present, and so any emotional balance is destroyed.

Η εικόνα της  Βασιλικής Σιαφάκα που συνοδεύει το ποίημα .


ii.THE OLD STOIC

Riches I hold in light esteem;
And Love I laugh to scorn;
And lust of fame was but a dream
That vanished with the morn:

And if I pray, the only prayer
That moves my lips for me
Is, ‘Leave the heart that now I bear,
And give me liberty! ’

Yes, as my swift days near their goal,
Tis all that I implore;
In life and death a chainless soul,
With courage to endure.

🌑    🌑    🌑    🌑

Ο ΠΑΛΙΟΣ ΣΤΩΙΚΟΣ

Στα πλούτη εγώ δεν δίνω αξία·
Τον Έρωτα περιγελώ·
Κι ο πόθος για τη δόξα δεν ήταν παρά όνειρο,
Έσβησε με την αυγή:

Και αν προσεύχομαι,
Η μόνη προσευχή στα χείλη μου
Είναι, «Άσε με να’χω την καρδιά και ας πονά ,
Μα δωσ’μου Ελευθερία!»

Ναι, όσο οι φευγαλέες μέρες μου τελειώνουν
Μόνο αυτό ικετεύω·
Σε θάνατο και σε ζωή μια λεύτερη ψυχή,
Με θάρρος να υπομένει.

Παραπομπή 

Παλιός Στωικός ● The Old Stoic

Το ποίημα γράφτηκε την 1η Μαρτίου του 1841, δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στην έκδοση του 1846 και είναι ένα από τα πιο γνωστά και αγαπητά ποιήματα της Έμιλυ.
Ο τίτλος του παραπέμπει στους Στωικούς, τη φιλοσοφική σχολή των Ελληνιστικών και Ρωμαϊκών χρόνων, σύμφωνα με την οποία η ανθρώπινη φύση αποτελεί κομμάτι της παγκόσμιας φύσης και ζει σε αρμονία μαζί της. Από τον προ-ρομαντικό Ρουσώ έως το κίνημα του Ρομαντισμού του 19ου αιώνα αποδίδεται επίσης στη φύση η αρμονία, η ελευθερία και η σοφία που χρειάζεται στη ζωή του ο άνθρωπος, όταν τα αυστηρά κοινωνικά πλαίσια του τις στερούν. Με επιρροές ρομαντικές το ποίημα αυτό δηλώνει την αποστροφή της για τον πλούτο, τον εφήμερο έρωτα και τη δόξα, ως ματαιότητες, ανάξιες να δώσουν νόημα στην ανθρώπινη ζωή. Και όπως οι παλιοί Στωικοί, καταφεύγει στην προσευχή ζητώντας από το Θεό να παραμείνει στωική ακόμη και στο μέλλον, για να έχει τη δύναμη να υπομείνει τον πόνο.
🌑    🌑    🌑    🌑
The poem was written on March the 1st, 1841 and first published in the 1846 edition.
It is one of the most famous and well—loved poems written by Emily. Its title refers to the Stoics, the philosophical school of Hellenistic and Roman times, according to which human nature is part of world-wide nature and lives in harmony with it. From the pre-romantic Rousseau to the 19th century Romantic movement, the harmony, freedom and wisdom that man needs in his life is also to be found in nature. This can be seen especially when man is deprived of these advantages because of strict social rules. In this poem, which has romantic influences, an aversion to wealth, ephemeral love and glory is declared. These are all thought to be futile concepts, unable to give value to human life. Like the old Stoics, the poet resorts to prayer,asking God to help her remain stoic in future, in order to have the power to endure
pain.

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΣΙΑΦΑΚΑ : Mετάφραση - Εικονογράφηση – Κείμενα

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ 

Η Εmily Jane Brontë γεννήθηκε το 1818 στο Thornton του Yorkshire και πέθανε το 1848 στο Haworth, σε ηλικία μόλις τριάντα ετών, από φυματίωση.
Είναι γνωστή από το μοναδικό της μυθιστόρημα, «Ανεμοδαρμένα Ύψη» που δημοσιεύτηκε
το 1847 και θεωρείται ένα από τα καλύτερα έργα της αγγλικής λογοτεχνίας.
Το 1846, δημοσίευσε εικοσιένα ποιήματά της μαζί με τις αδελφές της, σε έναν τόμο με τίτλο «Ποιήματα των Κάρερ, Έλις και Άκτον Μπελ» από τον εκδοτικό οίκο Aylott and Jones, με το ψευδώνυμο Ellis Bell. Η έκδοση πούλησε μόνο δύο αντίτυπα.
Η μορφή της Emily έχει περιβληθεί με μύθους και η κριτική έχει κάνει σύγχυση του χαρακτήρα της με τα πρόσωπα που δημιούργησε στο μυθιστόρημά της. Δεν υπάρχει μία πλήρως σαφή εικόνα της ζωής της, εκτός απ' όσα έγραψε γι' αυτήν η αδελφή της Σάρλοτ.
Τα ποιήματα της Έμιλι ρίχνουν αρκετό φως στη σκέψη και το χαρακτήρα της. Μέσα από τους στίχους της είναι εμφανής η στωικότητά της και το πάθος της για τους χερσότοπους του Υorkshire, που αποτελούσε καθαρή φυσιολατρία.

🌑    🌑    🌑    🌑

Η Βασιλική Σιαφάκα γεννήθηκε στην Αθήνα, κατοικεί στο Χαλάνδρι και εργάζεται στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Είναι πτυχιούχος του Τμήματος Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου Πειραιά και πτυχιούχος του Τμήματος Γαλλικής γλώσσας και φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Έχει κάνει μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο Αθηνών,
στην Διοίκηση και Οικονομική των Τηλεπικοινωνιακών Δικτύων.
Είναι ζωγράφος, έχει πραγματοποιήσει δύο ατομικές εκθέσεις ζωγραφικής, ενώ έχει συμμετάσχει και σε δύο ομαδικές.
Τα τελευταία χρόνια συγγράφει διηγήματα και ποιήματα.




 






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου