Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2016

Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΚΑΙ ΤΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

"Σεμνή κατά πάντα η μουσική θεών εύρημα ούσα. "
Πλούταρχος

Giovanni Battista Pergolesi - Orfeo 



Ορέστης Αλεξάκης - Η μόλις μουσική

Μην απορείς που δυσανασχετώ
ν’ ακολουθώ τα βήματά σου Μνήμη
Γνωρίζω την αλήθεια τι ωφελεί
αδιάκοπα σ’ αυτήν να μ’ επιστρέφεις;
Για ποιο σκοπό ο χορός των ερειπίων;
Η επαναβίωση τόσων χωρισμών;
Η εκταφή του ενταφιασμένου χρόνου;

Σώπασε … σώπασε .. η ψυχή κοιμάται
Μην την ξυπνάς … κουράστηκε να ελπίζει
Κουλουριασμένη μέσα στον εαυτό της
έχει αφεθεί στη μόλις μουσική
που η αίσθηση του μάταιου αναδίδει



The musicians (1623), Dirk Hals



Γιάννης Βαρβέρης, «Πιάνο βυθού»

Αυτές οι νότες
που σας στέλνω με την άνωση
δεν έχουν πια κανένα μουσικό ενδιαφέρον.
Απ’ τον καιρό του ναυαγίου
που αργά μας σώριασε τους δυo
ως κάτω στον βυθό
σαν βάρος έκπληκτο
το πιάνο του ολόφωτου υπερωκεανίου κι εγώ
έχουμε γίνει μάλλον μια διακόσμηση πυθμένος
μια υπόκωφη επίπλωση βυθού
ένα λουλούδι εξωτικό
ή ένα τεράστιο όστρακο
φωλιά ιπποκάμπων
διάδρομος ψαριών που όλο απορούν
μπρος στην ασπρόμαυρη αυτή μνήμη
του παπιγιόν των πλήκτρων του κολάρου.
Κι αν σε καμιά βαρκάδα σας
διακρίνετε στην ήρεμη επιφάνεια
τρεις πέντε δέκα φυσαλίδες
σαν ντο και σολ και μι
μη φανταστείτε μουσική
είναι λίγη σκουριά που όταν θυμάται
πιέζει κι ανεβαίνει.
Γι’ αυτό να μην ανησυχείτε.
το πιάνο μου κι εγώ
είμαστ’ εδώ πολύ καλά
εκπνέοντας ίσως πότε πότε νότες άσχετες
αλλά μες στην ασφάλεια πλήρους ναυαγίου
και ιδίως
μακριά επιτέλους
από κάθε προοπτική πνιγμού.

 George Goodwin Kilburne Μουσικό ντουέτο


ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

Νικηφόρος Βρεττάκος - Οἱ μουσικοὶ ἀριθμοί

Χωρὶς τὴ μαθηματικὴ τάξη, δὲν στέκει
τίποτε: Οὔτε οὐρανὸς ἔναστρος,
οὔτε ρόδο. Προπαντὸς ἕνα ποίημα.
Κι εὐτυχῶς ὅτι μ᾿ ἔκανε ἡ μοῖρα μου
γνώστη τῶν μουσικῶν ἀριθμῶν,
ὅτι κρέμασε μίαν ἀχτίνα ἐπὶ πλέον
τὸ ἄστρο τῆς ἡμέρας στὴν ὅρασή μου
καὶ κάνοντας τὰ γόνατά μου τραπέζι
ἐργάζομαι, ὡς νά ῾ταν νὰ φτιάξω
ἕναν ἔναστρο οὐρανό, ἢ ἕνα ρόδο.



Ο Μικρός Σαλπιγκτής, Γεώργιος Ιακωβίδης




Νικηφόρος Βρεττάκος - Το παιδί με τη φυσαρμόνικα

Στον Κούλη Ζαμπαθά

Δεν είναι πια το πολυβόλο που θα κρίνει τη λευτεριά.
Δεν είναι πια οι βασανιστές που θα μας καταλύσουν.
Δεν είναι κείνος που θα βγει να σ' αντιμετωπίσει,
παιδί του αγέρα με τη φυσαρμόνικα!

Άγαλμα του πεζοδρομίου που σε φυσά ο μαΐστρος
στο ένα σου πόδι ενώ σφυρίζεις τους καημούς της πατρίδας
με μια φωνή σαν του ρυακιού που κελαηδεί μες στην καρδιά σου,
-μικρή καρδιά της λευτεριάς που τρέμει όπως η πούλια-
παιδί του αγέρα με τη φυσαρμόνικα!

Αγκάλιασε τις πιπεριές της λεωφόρου το αίμα σου.
Έγινε το αίμα σου πουλί κι ανέβη να μας κελαηδήσει
πάνω απ' τα κυπαρίσσια του Συντάγματος:
«Τιτίβ, τιτσίου! Μη φοβόσαστε!»
Έγινες το πουλί κι η μυγδαλιά, το άστρο και το παράθυρο.

Ζωγραφισμένο από τις αστραπές στην πόρτα μας,
που την αγκάλιαζεν ο θάνατος τη νύχτα να την παραβιάσει,
έσπρωχνες το σκοτάδι μόνο σου! Και μεις, τι να σου ειπούμε;
Μια τέτοια μέθη αθανασίας δεν τη χωρά η καρδιά μας,
παιδί του αγέρα με τη φυσαρμόνικα!

Και μεις, ποιητή των ποιητών, πώς να σε τραγουδήσουμε!
Σύντροφε της ελπίδας μας, πες μας πώς να σε ειπούμε!
Πες μας, γιατί υποφέρουνε τα χείλη μας!
Δε θέλουμε τα λόγια μας να πέσουνε στο χώμα,
δε θέλουμε να χάσουμε μια τέτοια αποστολή!
Αλλιώς καλύτερα να βγαίναμε να σκοτωθούμε στη μάχη,
αλλιώς καλύτερα να φεύγαμε στους ωκεανούς με τα καράβια,
παρά να κλέβουμε τα ψίχουλα του ψωμιού των απελπισμένων,
όταν εσύ φρουρείς μονάχο τα στενά της νύχτας,
παιδί του αγέρα με τη φυσαρμόνικα!

Θα βγω στον κάμπο να μαζέψω τα πεσμένα φώτα του ήλιου
να πλάσω τις ακτίδες του - τούτο το καλοκαίρι,
να πλάσω τις αχτίδες του σε φύλλα, για να γράψω
τον ουρανό και το τραγούδι σου, Ελληνόπουλο,
γιατί το χώμα δε με φτάνει! Δε με φτάνει το αίμα μου!
Γιατί τα δάκρυα δε φτάνουνε να πλάσω τον πηλό μου!
Τι να το κάνω το σπίτι μου! Έξω σε τραγουδάνε,
έξω μιλούν για σένανε· δε μου φτάνει η φωνή μου!
Θα τρέξω εκεί που σ' άκουσα να λες «Όχι» στο θάνατο,
θα τρέξω εκεί που πήγαινες σφυρίζοντας αντίθετα
στ' αστροπελέκι, αντίθετα στη διαταγή και στο γλυκό
ψωμί της γης, αντίθετα
στα γαλανά σου μάτια που ήταν για τον έρωτα!

Και θα τινάξω τους καημούς σου από τις πιπεριές!
Και θα μαζέψω τις φωνούλες σου! Και θα σκεπάσω της ποίησής μου
την Άγια Τράπεζα με τ' αλατζένιο σου πουκάμισο!
Και θα μαζέψω τ' αγριολούλουδα, σα να σηκώνω τη σημαία σου
για να τη στήσω με το χάραμα στην είσοδο της πατρίδας,
στην είσοδο του χρόνου και των καραβιών. Σα να σηκώνω
τον «Άρτο» της Ελλάδας απ' την άσφαλτο,
διάτρητον απ' τις σφαίρες των εχθρών! Να σε σηκώσω
και να σε βάλω σ' ένα μπρούτζινο βάθρο και να σφυρίζεις
στο ένα σου πόδι, γέρνοντας αμέριμνα στον ώμο σου,
κάτω απ' τα συννεφάκια των καιρών
μες στην πλατεία του Συντάγματος!

Πώς να σε ιδώ! Πώς να σε ειπώ! Πώς να σε ζωγραφίσω,
παιδί του αγέρα με τη φυσαρμόνικα!

Από τη συλλογή Η παραμυθένια πολιτεία (1947) του Νικηφόρου Βρεττάκου


E.Delacroix : "Musiciens Juifs de Mogador" 

Νίκος Γκάτσος 
Νίκος Γκάτσος - Ἀμοργός

Γι᾿ αὐτὸ λοιπὸν κι ἐσεῖς παλληκάρια μου μὲ τὸ κρασὶ τὰ φιλιὰ καὶ τὰ φύλλα στὸ στόμα σας
Θέλω νὰ βγεῖτε γυμνοὶ στὰ ποτάμια
Νὰ τραγουδῆστε τὴ Μπαρμπαριὰ ὅπως ὁ ξυλουργὸς κυνηγάει τοὺς σκίνους
Ὅπως περνάει ἡ ὄχεντρα μὲς ἀπ᾿ τὰ περιβόλια τῶν κριθαριῶν
Μὲ τὰ περήφανα μάτια της ὀργισμένα
Κι ὅπως οἱ ἀστραπὲς ἁλωνίζουν τὰ νιάτα.
……………………………

Κι οἱ κουκουβάγιες παιδιά μου
Οἱ κουκουβάγιες οὐρλιάζουνε
Κι οἱ πεθαμένες καλογριὲς σηκώνουνται νὰ χορέψουν
Μὲ ντέφια τούμπανα καὶ βιολιὰ μὲ πίπιζες καὶ λαγοῦτα
Μὲ φλάμπουρα καὶ μὲ θυμιατὰ μὲ βότανα καὶ μαγνάδια

Μὲ τῆς ἀρκούδας τὸ βρακὶ στὴν παγωμένη κοιλάδα
Τρῶνε τὰ μανιτάρια τῶν κουναβιῶν
Παίζουν κορῶνα-γράμματα τὸ δαχτυλίδι τ᾿ Ἅη-Γιαννιοῦ καὶ τὰ φλουριὰ τοῦ Ἀράπη
Περιγελᾶνε τὶς μάγισσες
Κόβουν τὰ γένια ἑνὸς παπᾶ μὲ τοῦ Κολοκοτρώνη τὸ γιαταγάνι
Λούζονται μὲς στὴν ἄχνη τοῦ λιβανιοῦ
Κι ὕστερα ψέλνοντας ἀργὰ μπαίνουν ξανὰ στὴ γῆ καὶ σωπαίνουν
Ὅπως σωπαίνουν τὰ κύματα ὅπως ὁ κοῦκος τὴ χαραυγὴ ὅπως ὁ λύχνος τὸ βράδυ.
…………………………

Δὲν ὠφελεῖ τὸ παράπονο
Ἴδια παντοῦ θά ῾ναι ἡ ζωὴ μὲ τὸ σουραύλι τῶν φιδιῶν στὴ χώρα τῶν φαντασμάτων
Μὲ τὸ τραγούδι τῶν ληστῶν στὰ δάση τῶν ἀρωμάτων 
Μὲ τὸ μαχαίρι ἑνὸς καημοῦ στὰ μάγουλα τῆς ἐλπίδας
Μὲ τὸ μαράζι μιᾶς ἄνοιξης στὰ φυλλοκάρδια τοῦ γκιώνη
Φτάνει ἕνα ἀλέτρι νὰ βρεθεῖ κι ἕνα δρεπάνι κοφτερὸ σ᾿ ἕνα χαρούμενο χέρι
Φτάνει ν᾿ ἀνθίσει μόνο
Λίγο στάρι γιὰ τὶς γιορτὲς λίγο κρασὶ γιὰ τὴ θύμηση λίγο νερὸ γιὰ τὴ σκόνη...

                                George Goodwnin Kilburne, Το νέο σπινέτο.


Νίκος Γκάτσος - Τα τραγούδια μας


Τα καινούρια μας τα τραγούδια
Είναι ήλιος μαζί με συννεφιά
Κι από τώρα για λίγη ώρα
Θα σας κρατήσουν συντροφιά

Τα καινούρια μας τα τραγούδια
Αν τα βρειτε πονηρά
Πες τε ότι είναι
Στον άνεμο – στον άνεμο φτερά
Και γεια χαρά

Τα τραγούδια μας – τα τραγούδια μας
Περιμένουνε σαν έρημα παιδιά
Για να μπούνε να ζεσταθούνε
σε μια καρδιά

Τα τραγούδια μας – τα τραγούδια μας
Χελιδόνια στη βροχή
Να’τα, να’τα
Καλή αρχή


                                                 Γεώργιος Ιακωβίδης: Παιδική Συναυλία

Νίκος Γκάτσος  - Τσάμικος

Στα κακοτράχαλα τα βουνά
με το σουράβλι και το ζουρνά
πάνω στην πέτρα την αγιασμένη
χορεύουν τώρα τρεις αντρειωμένοι.
Ο Νικηφόρος κι ο Διγενής
κι ο γιος της Άννας της Κομνηνής.

Δική τους είναι μια φλούδα γης
μα εσύ Χριστέ μου τους ευλογείς
για να γλιτώσουν αυτή τη φλούδα
απ’ το τσακάλι και την αρκούδα.
Δες πώς χορεύει ο Νικηταράς
κι αηδόνι γίνεται ο ταμπουράς.

Από την Ήπειρο στο Μοριά
κι απ’ το σκοτάδι στη λευτεριά
το πανηγύρι κρατάει χρόνια
στα μαρμαρένια του χάρου αλώνια.
Κριτής κι αφέντης είν’ ο Θεός
και δραγουμάνος του ο λαός.




                                                      Vermeer - Guitar Player

Νίκος Γκάτσος - Το παιδί με το ταμπούρλο

Ζούσε κάποτε στον κόσμο τον αγιάτρευτο
Ένα αγόρι ξεχασμένο κι απροστάτευτο.
Είχε ένα μικρό ταμπούρλο και το βάραγε.
Τι ψυχή βασανισμένη να `ταν άραγε;

Ταμ ταμ ταμ ταμ
Η γειτονιά του δεν το κράταγε.
Ταμ ταμ ταμ ταμ
Τους δρόμους πήρε και περπάταγε.
Ταμ ταμ ταμ ταμ
Καπνός τριγύρω δε φαινότανε
Ταμ ταμ ταμ ταμ
Μα κάπου πόλεμος γινότανε.

Τι τα θέλει τα βιβλία και τα γράμματα
Σ’ όλους έρχονται μια μέρα τα γεράματα.
Τι τα θέλει τα παλάτια, τα μαλάματα.
Η ζωή κυλάει με δάκρυα και με κλάματα.

Ταμ ταμ ταμ ταμ
Κανένας τόπος δεν τον χώραγε
Ταμ ταμ ταμ ταμ
Στις ερημιές μακριά προχώραγε.
Ταμ ταμ ταμ ταμ
Ούτ’ ένα φύλλο δεν κουνιότανε
Ταμ ταμ ταμ ταμ
Μα κάπου πόλεμος γινότανε.

Νύχτα μέρα περπατούσε ασταμάτητα
Σε λαγκάδια φουντωμένα, δάση απάτητα.
Μα στου ποταμού την άκρη που αργοκύλαγε, 
Το τσακάλι του πολέμου παραφύλαγε.

Ταμ ταμ ταμ ταμ
Με τ’ άγριο νύχι του σημάδεψε
Ταμ ταμ ταμ ταμ
Και μια ζωούλα ακόμα κλάδεψε.
Ταμ ταμ ταμ ταμ
Τ’ αγόρι λες ονειρευότανε
Ταμ ταμ ταμ ταμ
Μα γύρω πόλεμος γινότανε.

Κι όταν στις κορφές απάνω μέρα χάραξε
Στη μικρή καρδιά του μέσα κάτι σπάραξε.
Έτσι πέρασε στη χώρα του αμίλητου
Και τ’ αγρίμια του άλλου κόσμου γίναν φίλοι του.

Ταμ ταμ ταμ ταμ
Της γης ο κόρφος δεν τον χώρεσε
Ταμ ταμ ταμ ταμ
Στον ουρανό βαθιά προχώρησε.
Ταμ ταμ ταμ ταμ
Ταμπούρλο πια δεν ακουγότανε
Ταμ ταμ ταμ ταμ
Μα πάντα πόλεμος γινότανε.

Ταμ ταμ ταμ ταμ
Ταμπούρλο πια δεν ακουγότανε
Ταμ ταμ ταμ ταμ
Μα πάντα πόλεμος γινότανε.

Ν. Λύτρας, Κάλαντα



ΧΑΛΙΛ ΓΚΙΜΠΡΑΝ, [ Για τη μουσική]

Κάθισα πλάι σε μια κοπέλα που η καρδιά μου αγαπάει, κι άκουγα τα λόγια της… Η μαγευτική φωνή της Αγαπημένης μου μπήκε στην καρδιά μου. Τούτη είναι η μουσική, ω φίλοι μου, γιατί την άκουσα μέσα απ’ τα στενάγματά εκείνης που αγαπούσα… Με τα μάτια της ακοής μου, είδα την καρδιά της Αγαπημένης μου.

Θεϊκή μουσική
Κόρη της ψυχής του Έρωτα
Δοχείο της πίκρας και της Αγάπης
Όνειρο της ανθρώπινης καρδιάς
Καρπέ της θλίψης

Ανθί της ευτυχίας, ευωδιά και
Μπουμπούκι της χαράς
Γλώσσα των εραστών
Που φανερώνεις μυστικά
Μάνα των δακρύων του κρυφού έρωτα
Εμπνεύστρια ποιητών…
Ενότητα σκέψης μέσα
Σε κομμάτια από λέξεις
Που παίρνεις ομορφιά
Και πλάθεις έρωτα
Κρασί της χαρούμενης καρδιάς
Μέσα στον κόσμο των ονείρων…

Ω μουσική
Στα βάθη σου αφήνουμε τις καρδιές
Και τις ψυχές μας
Εσύ μας δίδαξες να βλέπουμε με τ’ αφτιά μας
Και ν’ ακούμε με τις καρδιές μας.

(Χαλίλ Γκιμπράν, Η φωνή του δασκάλου, εκδ. Μπουκουμάνης)



Adolphe Alexandre Lesrel (1839-1890)~ Muzicanţii
Ο. Ελύτης

Οδυσσέα Ελύτη  «Η συναυλία των υακίνθων»
VIII
Στο βυθό της μουσικής τα ίδια πράγματα σ’ ακολουθούν μετουσιωμένα. Η ζωή παντού μιμείται τον εαυτό της. Κι εσύ κρατώντας το φώσφορο στην παλάμη σου κυκλοφορείς ασάλευτη μέσα στις ίνες της πελώριας τύχης. Και τα μαλλιά σου ποτισμένα στην Ενάτη καμπυλώνουν τις θύμησες και περνούν τους φθόγγους στο στερνό αέτωμα της αμφιλύκης.
Πρόσεξε! Η φωνή που άλλοτε ξεχνούσες ανθίζει τώρα στο στήθος σου. Το κοράλλι αυτό που ανάβει ολομόναχο είναι το τάξιμο που δεν έστερξες ποτές σου. Κι η μεγάλη πυρά που θα σ’ αφάνιζε είναι αυτός ο ανάλαφρος ίλιγγος που σε δένει μ’ απόχρωση αγωνίας στα λοίσθια των μενεξέδων.
Στο βυθό της μουσικής συνταξιδεύουμε

Francois Boucher H αλληγορία της μουσικής

Οδυσσέα Ελύτη - MOZART: ROMANCE
ΑΠΟ ΤΟ ΚΟΝΤΣΕΡΤΟ ΓΙΑ ΠΙΑΝΟ ΑΡ. 20, KV 466 


Όμορφη λυπητερή ζωή
Πιάνο μακρινό υποχθόνιο
Το κεφάλι μου ακουμπάει στον Πόλο
Και τα χόρτα με κυριεύουν

Γάγγη κρυφέ της νύχτας πού με παίρνεις;
Από μαύρους καπνούς βλέπω δορκάδες
Μες στο ασήμι να τρέχουν να τρέχουν
Και δε ζω και δεν έχω πεθάνει

Ούτε ο έρωτας ούτε κι η δόξα
Ούτε τ’ όνειρο ούτε δεν ήταν
Με το πλάι κοιμούμαι κοιμούμαι
Κι ακούω τις μηχανές της γης που ταξιδεύει. 

 Caravaggio - Lute Player


Κ. ΚΑΒΑΦΗΣ 

Κ. ΚΑΒΑΦΗΣ  - Ο Ποιητής και η Mούσα

Ο Ποιητής
Προς τι καλόν, τι όφελος ηθέλησεν η τύχη,
κ’ εν τη αδυναμία μου επλάσθην ποιητής;
Μάταιοι είν’ οι λόγοι μου· της λύρας μου οι ήχοι
αυτοί οι μουσικώτεροι δεν είναι αληθείς.

Εάν θελήσω ευγενές αίσθημα να υμνήσω,
όνειρα είν’, αισθάνομαι, η δόξα κ’ η αρετή.
Παντού απογοήτευσιν ευρίσκ’ όπου ατενίσω,
κ’ επί ακάνθων πανταχού ο πους μου ολισθεί.

Η γη ’ναι σφαίρα σκοτεινή, ψυχρά τε και δολία.
Τα άσματά μου πλανερά του κόσμου είν’ εικών.
Έρωτα ψάλλω και χαράν. Aθλία παρωδία,
αθλία λύρα, έρμαιον παντοίων απατών!

Η Μούσα
Δεν είσαι ψεύστης, ποιητά. Ο κόσμος τον οποίον
οράς εστίν ο αληθής. Της λύρας αι χορδαί
μόναι γνωρίζουν τ’ αληθές, και εις αυτόν τον βίον
οι ασφαλείς μας οδηγοί μόναι εισίν αυταί.

Του θείου είσαι λειτουργός. Σοι έδωκε τον κλήρον
του κάλλους και του έαρος. Μελίρρυτος αυδή
ρέει από τα χείλη σου, και θησαυρείον μύρων
είσαι — χρυσή υπόσχεσις και άνωθεν φωνή.

Εαν η γη καλύπτεται με σκότον, μη φοβείσαι.
Μη ό,τι είναι έρεβος νόμιζε διαρκές.
Φίλε, πλησίον ηδονών, ανθών, κοιλάδων είσαι·
θάρρει, και βάδισον εμπρός. Ιδού το λυκαυγές!

Ομίχλη μόνον ελαφρά το βλέμμα σου τρομάζει.
Υπό τον πέπλον ευμενής η φύσις διά σε
ρόδων, και ίων, κ’ ευγενών ναρκίσσων ετοιμάζει
στεφάνους, των ασμάτων σου ευώδεις αμοιβαί.

(Από τα Αποκηρυγμένα, Ίκαρος 1983)


 Edward Francis Burney  'Musicians of the Old School'


Νίκος Καρούζος 


Νίκος Καρούζος - Τι είναι η μουσική

«Σαν την πηγή που ακούγεται μακριά
στους δροσερούς καρπούς και στις σκιές των εντόμων
έρποντας ο λαμπρός αστρίτης
όπου σε μάζες ονείρου φλέγεται ο τραγοπόδης
η χαρά των ήχων έρχεται ως το αίμα
ως την αλματώδη σιωπή του νου.»
(από τη συλλογή Η ΕΛΑΦΟΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ 1962)


Νίκος Καρούζος - Η Μουσική 

Φύλλα δροσερά των ήχων απ’ το ουράνιο δέντρο
με χυμούς καθώς χάνονται σε παντρειές τραγουδιών
όπου η σιγή δεν έχει ακόνι και στέκει μονάχος
ο λυτρωτής τ’ αστέρια σα μεγάλα νομίσματα κόβοντας
να φέρετε, να φέρετε τον τρόμο στην καρδιά μου.
Φύλλα χαμηλόπνοα των ονείρων ένας αέρας
δυνατός μπορεί ν’ αλλάξει τη φωνή σας
για να λάμψουν οι ρομφαίες από χρώματα
στη χαραυγή του στήθους όταν είμαι πάλι και σας κράζω
να φέρετε, να φέρετε τον τρόμο στην καρδιά μου.
Φύλλα γεμάτα θάνατο φύλλα στον ήλιο μαύρης Ανοίξεως
τί σχολείο που είναι η θλίψη
και τα πουλιά πέρα στην άσπιλη λαλιά βαθαίνουν ετοιμασίες
θάμβος μια χλόη μικρή και την παράκληση
να φέρετε, να φέρετε τον τρόμο στην καρδιά μου.
(Από τη συλλογή Η έλαφος των άστρων,1962:
Νίκος Καρούζος, Ποιήματα, Αθήνα, Άκμων, 1981)



Morph by Virgil Stephens

Κώστας Καρυωτάκης

Κώστας Καρυωτάκης [Είμαστε κάτι...]


Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες

κιθάρες. Ο άνεμος, όταν περνάει,

στίχους, ήχους παράφωνους ξυπνάει

στις χορδές που κρέμονται σαν καδένες.


Είμαστε κάτι απίστευτες αντένες.

Υψώνονται σα δάχτυλα στα χάη,

στην κορυφή τους τ’ άπειρο αντηχάει,

μα γρήγορα θα πέσουνε σπασμένες.


Είμαστε κάτι διάχυτες αισθήσεις,

χωρίς ελπίδα να συγκεντρωθούμε.

Στα νεύρα μας μπερδεύεται όλη η φύσις.


Στο σώμα, στην ενθύμηση πονούμε.

Μας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις

είναι το καταφύγιο που φθονούμε.




                               George Goodwnin Kilburne, Μουσικό ντουέτο.


Κώστας Καρυωτάκης Το πιάνο

Μπροστά στο πιάνο κει το μεγαλόπρεπο
πανώρια κόρη κάθεται
κι απλώνει στ’ άσπρα πλήχτρα του ανάλαφρα
τα χέρια της τ’ ασπρότερα.

Ριγούν αυτά στ’ ονειρευτό της άγγισμα
κι όλο πηδάν χαρμόσυνα
στα χάδια που τα δάχτυλα τ’ αφρόπλαστα
ατέλειωτα σκορπίζουνε.

Και χύνονται στη μυρωμένη κάμαρα
που λάμπει ολοφώτιστη
τρελοί σκοποί, απόκοσμοι, ουράνιοι
και μελωδίες βαγνέριες.

Γιομάτη πόνο μια στροφή ακούγεται,
βαριά χτυπούν τα δάχτυλα,
και σαν σιγοπηδά το πιάνο φαίνεται
πως τρέμει μες στο θρήνο του.

Και τ’ ανθογυάλι’ αυτά που το στολίζουνε
κουνιούντ’, ανατριχιάζουνεμε τ’ άνθια τους μαζί,
 που χάμω γέρνουνε—
θαρρείς από τη λύπη τους


Leonid Afremov Musical Cats



Ναπολέων Λαπαθιώτης - Στο κέντρο το νυχτερινό

Τώρα που παίζει το βιολί
κι έχουμε πιει τόσο πολύ
που μ’ έναν έρωτα τρελό
σαν νά `μαστε δεμένοι. 
Σ’ ένα συντρόφεμα ζεστό
βάλε ξανά να ζαλιστώ
μέσα στο όνειρό σου να κλειστώ
το μόνο που μου μένει. 
Γιατί άμα λείψει το κρασί
και φύγεις έξαφνα και συ
και βουβαθεί και το βιολί
με το γλυκό βραχνά του. 
Μες στης καρδιάς μου το κενό
μεγάλο σαν τον ουρανό
θ’ ακούσω πάλι το βραχνό
τραγούδι του θανάτου.

Gustave Jean Jacquet - The melody 


ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ


Τάσος Λειβαδίτης, «Μουσική»

“Ξέχειλη από σιωπή η απέραντη αίθουσα.
Και το πιάνο ήταν η μεγάλη, άγια Τράπεζα
όπου πάνω της, τα χέρια ενός άντρα, λιγνά κι ασυγκράτητα
κόβαν και μοιράζαν γύρω
τον άρτο της αιωνιότητας”

-Τάσος Λειβαδίτης, «Η μουσική»:


«Καμιά φορά τα βράδια, ιδιαίτερα όταν βρέχει, ο νούς μου ταξιδεύει – πιο συχνά στα παιδικά μου χρόνια. Και τότε ξεπροβάλλει ο καθηγητής του βιολιού. Φορούσε μια ξεθωριασμένη ρεντικότα και μια περούκα μαδημένη – γελούσαμε μαζί του. Αλλά όταν μετά το μάθημα έμπαινε η μητέρα στην κάμαρα (για χάρη της ίσως) έπαιζε κάτι διαφορετικό – μια μελωδία ήρεμη και σοβαρή που μας έκανε να σοβαρευόμαστε κι εμείς άξαφνα, σα να μαντεύαμε αόριστα ότι στο βάθος η μουσική δεν είναι πάθος η όνειρο, νοσταλγία ή ρεμβασμός αλλά μια άλλη δικαιοσύνη.»


 Edward Charles Halle Francesca and Her Lute


CHARLES BAUDELAIRE - Η ΜΟΥΣΙΚΗ

Με συνεπαίρνει η μουσική σα θάλασσα συχνά!
Τότε προς το χλωμό μου αστέρι,
κάτω από καταχνιάς σκεπή ή στον αιθέρα, να!
ανοίγω τα πανιά στ’ αγέρι·

και με τα στήθεια καταμπρός και τα πλεμόνια φουσκωτά
σαν τα’ ανοιχτά πανιά μου,
σκαλώνω απά στα κύματα που ’ρχονται απανωτά
και που τα κρύβει η νύχτα απ’ τη ματιά μου·

όλα τα πάθη μέσα μου να νιώθω να τρεμίζουν·
σαν πλοίο πονεμένο με λικνίζουν
το πρίμο αγέρι, η θύελλα με κάθε της σπασμό

πάνω απ’ το βάραθρο που χάσκει ολανοιχτό·
– Κι άλλοτε η κάλμα, ίσιος, τρανός καθρέφτης ομπροστά μου
όλη η απελπισιά μου!

(CHARLES BAUDELAIRE, Μετάφραση: Γιώργης Σημηριώτης.
Από το βιβλίο: Μπωντλαίρ, «Τα άνθη του κακού», μετάφραση Γιώργης Σημηριώτης, Εκδόσεις Μαρή, Αθήνα, χχ, σελ. 112.)





Ισπανιδα Με Κιθαρα, Πιερ Ωγκύστ Ρενουάρ

LA MUSIQUE

La musique souvent me prend comme une mer !
Vers ma pâle étoile,
Sous un plafond de brume ou dans un vaste éther,
Je mets à la voile;

La poitrine en avant et les poumons gonflés
Comme de la toile
J'escalade le dos des flots amoncelés
Que la nuit me voile ;

Je sens vibrer en moi toutes les passions
D'un vaisseau qui souffre ;
Le bon vent, la tempête et ses convulsions

Sur l'immense gouffre
Me bercent. D'autres fois, calme plat, grand miroir
De mon désespoir !


The Cello Player. Gustave Jean Jacquet 

ΖΑΝ ΜΟΡΕΑΣ  - ΣΤΡΟΦΕΣ

1, XII 

Οι νεκροί μ’ ακούνε μόνο, κατοικώ μέσα σε λάκκους. 
Ως το τέλος εγώ θα ’μαι ο αληθινός εχτρός μου. 
Στους αχάριστους η δόξα, τα καλά μου στους κοράκους. 
Τυραννίζουμαι και σπέρνω, και καρπό δε βλέπω εμπρός μου. 

Όμως δεν παραπονιέμαι. Τι σημαίνει η κρύα η μοίρα, 
η ντροπή, το καταφρόνιο, ή το πείσμα ενός κακού, 
αφού μόλις και σ’ αγγίξω, του Απόλλωνα ω Λύρα, 
πιο σοφά και πιο καθάρια μου βαρείς από προτού; 

μτφρ. Αργύρης Εφιαλιώτης 
(1849-1923) 

The cello recital by Howard Everett Smith

ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ



ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ - Η μουσική των ονομάτων
διαβάζω ονόματα ένα-ένα
φεντερίκα μοντσένι
ελ καμπεσίνο
μιγκέλ ντε ουναμούνο
κι ύστερα
τζων κόνφορντ
άγγελος φοιτητής πρώτος στο μέτωπο
πιερ – εργάτης
τζιάκομο – αγρότης
αλέξανδρος ποιητής
άγνωστος ή ανώνυμος
σκοτώθηκε
σκοτώθηκε
σκοτώθηκε εικοσιδύο χρονών

διαβάζω φράσεις σαν διάττοντες
οι διεθνείς ταξιαρχίες στη μάχη
από πενήντα χώρες τρέξανε
αλληλεγγύη των λαών

τόση ζωή μέσα στα μνήματα
τόση φωτιά πάνω στα μάρμαρα
τόση δίψα
τόσο μεγάλο το κοιμητήριο της Ισπανίας


 George Goodwnin Kilburne, Μελωδίες μνήμης. 
ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ-Μελωδία
[Από την ενότητα Σημεία και σύμβολα]

αιώνια μουσική ανεξιχνίαστη

ήχοι, θραύσματα ήχων
μέσα στους ήχους ανεξιχνίαστα

γράμματα, θραύσματα λέξεων
μέσα στις λέξεις ανεξιχνίαστα

πρόσωπα, ίχνη προσώπων
πάνω στο πρόσωπο ανεξιχνίαστα

ήχοι στους ήχους
λέξεις στις λέξεις
πρόσωπα στον καθρέφτη

ποτάμι στο ποτάμι
αιώνια μουσική από το τίποτα στο τίποτα
ανεξιχνίαστη
(Από τη συλλογή Γαλάζιο βαθύ σαν αντίο,1999, Τόλης Νικηφόρου)


 gypsy woman by shelley.havirko

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

Ἀνατολή

Γιαννιώτικα, σμυρνιώτικα, πολίτικα,
μακρόσυρτα τραγούδια ἀνατολίτικα,
λυπητερά,
πῶς ἡ ψυχή μου σέρνεται μαζί σας!
Εἶναι χυμένη ἀπὸ τὴ μουσική σας
καὶ πάει μὲ τὰ δικά σας τὰ φτερά.

Σᾶς γέννησε καὶ μέσα σας μιλάει
καὶ βογγάει καὶ βαριὰ μοσκοβολάει
μία μάννα· καίει τὸ λάγνο της φιλί,
κ᾿ εἶναι τῆς Μοίρας λάτρισσα καὶ τρέμει,
ψυχὴ ὅλη σάρκα, σκλάβα σὲ χαρέμι,
ἡ λαγγεμένη Ἀνατολή.

Μέσα σας κλαίει τὸ μαῦρο φτωχολόι,
κι ὅλο σας, κ᾿ η χαρά σας, μοιρολόι
πικρὸ κι ἀργό.
Μαῦρος, φτωχὸς καὶ σκλάβος καὶ ἀκαμάτης,
στενόκαρδος, ἀδούλευτος, διαβάτης
μ᾿ ἐσᾶς κ᾿ ἐγώ.

Στὸ γιαλὸ ποὺ τοῦ φύγαν τὰ καΐκια,
καὶ τοῦ μείναν τὰ κρίνα καὶ τὰ φύκια,
στ᾿ ὄνειρο τοῦ πελάου καὶ τ᾿ οὐρανοῦ,
ἄνεργη τὴ ζωὴ νὰ ζοῦσα κ᾿ ἔρμη,
βουβός, χωρὶς καμιᾶς φροντίδας θέρμη,
μὲ τόσο νοῦ,

ὅσος φτάνει σὰ δέντρο γιὰ νὰ στέκει
καὶ καπνιστὴς μὲ τὸν καπνὸ νὰ πλέκω
δαχτυλιδάκια γαλανά·
καὶ κάποτε τὸ στόμα νὰ σαλεύω
κι ἀπάνω του νὰ ξαναζωντανεύει
τὸν καημὸ ποὺ βαριὰ σᾶς τυραννᾷ.

Κι ὅλο ἀρχίζει, γυρίζει, δὲν τελειώνει,
καὶ μία φυλὴ ζῇ μέσα σας καὶ λιώνει.
Καὶ μία ζωὴ δεμένη σπαρταρᾷ,
γιαννιώτικα, σμυρνιώτικα, πολίτικα,
μακρόσυρτα τραγούδια ἀνατολίτικα,
λυπητερά



3 μουσικοί -Πάμπλο Πικάσο 1921



Ὀρφικὸς Ὕμνος

Ἔξω ἀπὸ τοὺς δρόμους τῶν ἀστόχαστων,
λειτουργὸς καὶ ψάλτης ὀρφικός,
ἕναν ὕμνο ξαναφέρνω

μιᾶς λατρείας πανάρχαιας πρὸς τὸ φῶς.
Ἔτρεξε ὡς τὰ τώρα ὁ λογισμός μου,
καταχωνιασμένος ποταμὸς
ξάφνισμα στὸ βούισμα τῶν ἀνθρώπων
τῆς κιθάρας μου ὁ ρυθμός.
Νύχτα ξεκινῶ, νύχτ᾿ ἀνεβαίνω
τὴ δυσκολανέβατη κορφὴ
θέλω μόνος, θέλω πρῶτος
τ᾿ ἀπολλώνιο φῶς νὰ χαιρετίσω,
ἐνῶ κάτου στοὺς ἀνθρώπους
θὰ εἶν᾿ ἀκόμα ὁ ὕπνος καὶ τὸ σκότος.
Κάποτε κάπου...

Κάποτε κάπου ἀφάνταστο τραγούδησα τραγούδι
σὲ τοῦτον τὸ σκοπό,
κάποτε, πρώτη καὶ στερνὴ φορά· καὶ δὲν τὸ βρίσκω
γιὰ νὰ τὸ ξαναπῶ.

Στ᾿ ἄδειο σεντούκι του γυρτὸς ὁ σφιχτοχέρης, ἴδιος,
πάθος, χαμός, ὢ λύπη!
Τοῦ τρέμουνε τὰ δάχτυλα σὰ νὰ μετρᾶν ἀκόμα
τὸ θησαυρὸ ποὺ λείπει.

Βαστῶ μιᾶς φλόγας τὸν καπνὸ κ᾿ ἑνὸς καπνοῦ τὸν ἴσκιο
σὲ τοῦτον τὸ σκοπό.
Κάποτε κάπου ἀφάνταστο τραγούδησα τραγούδι·
ξανὰ δὲ θὰ τὸ πῶ.


 Violinista de Chagall


Ιωάννης Πολέμης  - Τὸ παλιὸ βιολί 

Ἄκουσε τ᾿ ἀπόκοσμο τὸ παλιὸ βιολὶ
μέσα στὴ νυχτερινὴ σιγαλιὰ τοῦ Ἀπρίλη
στὸ παλιὸ κουφάρι του μιὰ ψυχὴ λαλεῖ
μὲ τ᾿ ἀχνὰ κι᾿ ἀπάρθενα τῆς ἀγάπης χείλη.

Καὶ τ᾿ ἀηδόνι τ᾿ ἄγρυπνο καὶ τὸ ζηλευτὸ
ζήλεψε κι ἐσώπασε κι ἔσκυψε κι ἐστάθη
γιὰ νὰ δεῖ περήφανο τί πουλὶ εἶν᾿ αὐτὸ
ποὺ τὰ λέει γλυκύτερα τῆς καρδιᾶς τὰ πάθη.

Ὡς κι ὁ γκιώνης τ᾿ ἄχαρο, τὸ δειλὸ πουλί,
μὲ λαχτάρ᾿ ἀπόκρυφη τὰ φτερὰ τινάζει
καὶ σωπαίνει ἀκούγοντας τὸ παλιὸ βιολί,
γιὰ νὰ μάθει ὁ δύστυχος πῶς ν᾿ ἀναστενάζει.

Τί κι ἂν τρώει τὸ ξύλο του τὸ σαράκι; τί
κι ἂν περνοῦν ἀγύριστοι χρόνοι κι ἄλλοι χρόνοι;
Πιὸ γλυκιὰ καὶ πιὸ ὄμορφη καὶ πιὸ δυνατὴ
ἡ φωνή του γίνεται, ὅσο αὐτὸ παλιώνει.

Εἶμ᾿ ἐγὼ τ᾿ ἀπόκοσμο τὸ παλιὸ βιολὶ
μέσα στὴ νυχτερινὴ σιγαλιὰ τοῦ Ἀπρίλη
στὸ παλιὸ κουφάρι μου μιὰ ψυχὴ λαλεῖ
μὲ τῆς πρώτης νιότης μου τὰ δροσάτα χείλη.


 Emma Irlam Briggs The Violinist 

Μαρία Πολυδούρη - «Η ΑΠΟΤΥΧΗΜΕΝΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ» 

Τὸ βράδι τῆς μεγάλης πρόβας. Μπαίνουν,
ἄφωνα χελιδόνια, οἱ μουσικοὶ
μαυροντυμένοι, μὲ τ᾿ ὀλάσπρο στῆθος,
μὲ μία βιασύνη ἀργὴ καὶ νευρική. 

Οἱ κριτικοί με τὴν καρδιὰ κλεισμένη
ἐπίσημα σ᾿ ἕνα πλαστρὸν σκληρό,
ἀνησυχοῦν τί θἄπρεπε νὰ ποῦνε
γιὰ ἕνα ταλέντο τόσο νεαρό. 

Ὁ μουσουργὸς μαζὶ μὲ δυὸ κυρίους,
ἕνα παιδὶ χαριτωμένο ἐκεῖ
καὶ τίποτε ἄλλο, δὲν μπορεῖ νὰ πείση
πὼς θὰ παιχθῆ δική του μουσική. 

Κ᾿ ἔχει μία ἀνησυχία, μὲ τὴ σκέψη
πὼς εἶναι ἀλήθειες τόσο σκοτεινές,
δύσκολες κι ἀφανέρωτες ποὺ μοιάζουν
σὰν τὶς λησμονημένες ζωντανές. 

Ντάν! –Τὰ παραπετάσματα κινοῦνται
σὰ νέφη σκοτεινὰ ποὺ ὑποχωροῦν
καὶ φαίνονται τὰ χέρια μιᾶς γυναίκας
ποὺ ψάχνουν στὸ κενὸ καὶ προχωροῦν.- 

Νάτη, στὸ μέσο τῆς σκηνῆς ποὺ στέκει
μ᾿ ἕνα γαλήνιο μέτωπο. Γελᾶ
τόσο γλυκά. Στὸ πρόσωπό της τρέχει
ἕνα μεγάλο δάκρυ, ἐνῶ γελᾶ 

τόσο γλυκά. –Τὰ χέρια της ὑψώνει
δεμένα στὸ κενό, σὰν ξαφνικὸ
κακὸ νὰ τὴν ἐχτύπησε, λυγίζει
σ᾿ ἕνα χορὸ τρελλό, δαιμονικὸ 

κι᾿ ἀφήνει μία φωνὴ σὰν πελαγήσια
βουή· κάτι ἀπὸ μάκρη, ἀπὸ βαθιὰ
ποὺ φτάνει κ᾿ εἶναι δρόσος κι ἁρμονία.-
Βροχὴ τῶν δοξαριῶνε χρυσαφιά. 

Κάτι σὰν τὴ φωνὴ τοῦ σπίνου. Φέγγει,
τὸ χεῖλος της καρπὸς χειμωνικὸς
καὶ σκύβει καὶ φιλεῖ τὴ γῆ σὰ νἄταν
ὁ ξεχασμένος τάφος ὁ γλυκός.- 

Τὰ χείλη της σαλεύουν. Τρεμουλιάζει
σύσσωμη, ἕνα ἀνοιξιάτικο κλαρὶ
κι᾿ ὅταν ἀνοίξη τὰ κλεισμένα μάτια
ὅλη καθὼς τὸ μέταλλο ἀναρρεῖ. 

Καὶ πέφτει μ᾿ ἕνα βόγγο πληγωμένου
ἐνῶ τὰ χείλη της γελοῦν γλυκά.-
Τὰ χέρια της μέσ᾿ στὸ κενὸ σφαδάζουν,
δυὸ χέρια σκλαβωμένα, ἐρημικά. 

Καὶ χάνονται πίσω ἀπὸ τὰ γαλάζια
παραπετάσματα ποὺ προχωροῦν
σὰν πνεύματα γαλήνια ποὺ περνοῦνε
χωρὶς ν᾿ ἀνησυχοῦνε καὶ ν᾿ ἀποροῦν. 

Οἱ κριτικοὶ κινοῦν βουβὰ τὰ χείλη
σὰν μ᾿ ἀκαταδεξιά: τί λὲς ἐκεῖ!
Κι᾿ ἀνησυχοῦν στ᾿ ἀλήθεια τί θὰ ποῦνε…
«Μιὰ τόσο δίχως χρῶμα μουσική»! 

The cellist (1909), Amedeo Modigliani

Ζακ Πρεβέρ, Το πουλί -λύρα ή σελίδα γραπτού

Δύο και δύο τέσσερα
 

τέσσερα και τέσσερα οχτώ


οχτώ κι οχτώ κάνουν δεκάξι.


Επαναλάβατε! λέει ο δάσκαλος.


Δύο και δύο τέσσερα


τέσσερα και τέσσερα οχτώ


οχτώ κι οχτώ κάνουν δεκάξι.


Μα να το πουλί-λύρα


που περνά στον ουρανό.


Το παιδί το βλέπει,


το παιδί το ακούει,


το παιδί το φωνάζει:


Σώσε με, παίξε μαζί μου,
 πουλί!


Τότε το πουλί κατεβαίνει


και παίζει με το παιδί.


Δύο και δύο τέσσερα.


Επαναλάβατε! λέει ο δάσκαλος.


Και το παιδί παίζει,


το πουλί παίζει μαζί του…


Τέσσερα και τέσσερα οχτώ


οχτώ κι οχτώ κάνουν δεκάξι


δεκάξι και δεκάξι πόσα κάνουν;


Δεν κάνουν τίποτα δεκάξι και δεκάξι


και προπάντων όχι τριάντα δύο


έτσι ή αλλιώς και φεύγουν.


Και το παιδί έκρυψε το πουλί


μες στο θρανίο του


κι όλα τα παιδιά


ακούν το τραγούδι του


κι όλα τα παιδιά ακούν τη μουσική


κι οχτώ κι οχτώ στη βόλτα τους φεύγουν


και τέσσερα και τέσσερα και δυο και δυο


στη βόλτα τους το σκάνε


κι ένα κι ένα δεν κάνουν ούτε ένα ούτε δύο


ένα ένα το ίδιο φεύγουν.


Και το πουλί-λύρα παίζει


και το παιδί τραγουδάει


κι ο καθηγητής φωνάζει:


Πότε θα πάψετε να κάνετε τον καραγκιόζη!


Μα όλα τ’ άλλα παιδιά
 ακούν τη μουσική


και οι τοίχοι της τάξης


σωριάζονται ήσυχα.


Και τα τζάμια ξαναγίνονται άμμος


το μελάνι ξαναγίνεται νερό


τα θρανία ξαναγίνονται δένδρα


η κιμωλία ξαναγίνεται ακρογιαλιά


το φτερό ξαναγίνεται πουλί.

 Lady with Lute (1877). Ferdinand Wagner II
ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ 
«Εαρινή Συμφωνία»

Για σένα Αγάπη ετοίμασα τα πάντα
κι αν έμαθα να τραγουδώ τόσο γλυκά ήταν γιατί στην ίδια τη φωνή μου
ζητούσα να ’βρω τα ίχνη των βημάτων σου
ζητούσα να φιλήσω μονάχα και τη σκόνη του ίσκιου σου

W. Merrit Chase, Γυναίκα που παίζει μαντολίνο.

H σονάτα του σεληνόφωτος

 Μια απλή ιδιοτροπία τα μαντίλια.
Τώρα τα διπλώνω στα τέσσερα, στα οχτώ, στα δεκάξι
ν’ απασχολώ τα δάχτυλα μου. και τώρα θυμήθηκα
πως έτσι μετρούσα τη μουσική σαν πήγαινα στο Ωδείο
με μπλε ποδιά κι άσπρο γιακά, με δυο ξανθές πλεξούδες
- 8, 16, 32, 64 -

κρατημένη απ’ το χέρι μιας μικρής φίλης μου ροδακινιάς
όλο φως και ροζ λουλούδια,
(συγχώρεσέ μου αυτά τα λόγια – κακή συνήθεια) – 32, 64 -
κ’ οι δικοί μου στήριζαν
μεγάλες ελπίδες στο μουσικό μου τάλαντο.


 Pierre Auguste Renoir  Piano Lessons

Γιώργος Σαραντάρης, «Μέσα στη μουσική»

«Μέσα στη μουσική υπάρχει χώρος
Να κοιμηθεί ο άνεμος
Μαζί του να ταξιδέψουμε κι εμείς
Μέσα στη μουσική εφύτεψαν ένα πάθος
Παράξενο
Άνθος η ζωή μας άνθος
Από στόμα περνά σε στόμα
Κόβονται τα γόνατά μας
Όταν ανεβαίνουμε στ’ άλογα
Τρέχουμε στη μάχη χωρίς κεφάλια
Δεν μας αφήνουν τα σύννεφα
Να σηκώσουμε κάτι από τη γη
Να φέρουμε μια ενθύμηση μαζί μας

Κάπου ο κίνδυνος είναι μεγάλος
Όμως αυθόρμητα τραβάμε ίσια
Προχωρούμε όχι πια μέσα στη μουσική
Αλλά μέσα στο θάνατο

Κι ο δρόμος μας δεν έχει τέλος»



Th. Wilmer Dewing, η μουσικός.
 Μίλτος Σαχτούρης  - Τρεις Εραστές

Στις βραδινές βρεγμένες στράτες
Αχνίζει ένα φως θαλασσί
Πλατύ χέρι στην καρδιά
Βήματα ερειπωμένα
Τρεις εραστές διαβαίνουν απ΄ τα χέρια πιασμένοι.

Ο πρώτος…
Κρέμασε σ’ ένα δέντρο την αγάπη του
Τα μεσάνυχτα προσεύχεται κάτω απ’ το δέντρο
Να κατέβει η αγάπη πιασμένη απ’ τα φύλλα
Να κοπάσει η πλημμύρα των φύλλων …που λιώνουν
Τα δάκρυα του στο χώμα τα πίνει ένας σκύλος
Η αγάπη στα κλαδιά τον πετροβολάει
Το δέντρο ουρλιάζει ο αγέρας

Ο δεύτερος…
Χάρισε την αγάπη του σ’ έναν τρελό βιολιστή
Ο τρελός την επήρε τραγούδι
Βρέχει ο ουρανός λουλούδια νομίσματα
Αντηχούνε οι δρόμοι τ’ ολέθριο βιολί
Της αγάπης το τραγούδι το ‘χουν μάθει τώρα όλοι
Με χείλια σμιχτά μελανά το σφυρίζουν
Μόνο αυτός δεν το ξέρει

Ο τρίτος…
Έκανε την αγάπη του καράβι
Την κατευόδωσε στις τρεις θάλασσες
Τώρα έγινε πάλι παιδί
Σιάχνει πύργους με άμμο
Και μαζεύει χαλίκια κοχύλια
Και προσμένει να γυρίσει ξανά
Το καράβι η αγάπη
Στην καρδιά τους έχουν κι οι τρεις χαράξει ένα δέντρο
Ένα βιολί σιμά στ’ αυτί θα τους τρελάνει
Κι ο καπετάνιος παίζει στο βυθό με τα κοράλλια.

James Tissot (1836-1902)-Kathleen Newton at the Piano ...
ΣΑΠΦΩ
Αποσπάσματα 

i) μια παιδούλα τρυφερή λεπτή που μάζευε 
αγκαλιές λουλούδια που η φωνή της κι 
απ' της λύρας είναι ακόμη πιο γλυκιά 
πιο λευκή κι απ' το γάλα πιο γλυκόπιοτη α- 
πό το νερό πιο μελωδική απ' τη λύρα πιο 
γαύρη απ' της φοράδας πιο βελούδινη απ' 
το ρόδο πιο τρυφερή απ' το ρούχο το απαλό 
πιο πολύτιμη από το χρυσάφι.''
...................................
ii) αρχινώ το τραγούδι μου μ' αιθέρια λόγια 
μα γι'αυτό κι απαλά στ' άκουσμα 
την Ομορφιά διακόνησα-τι ποιο μεγάλο θα μπορούσα 
που μ' αξίωσαν (οι Μούσες) τη δική τους 
δύναμη δίνοντας να λέω: αλήθεια 
σε μελλούμενους καιρούς κάποιος 
θα βρίσκεται να με θυμάτ' εμένα.'' 

 Frederick Leighton - Music Lesson

Γ.  ΣΕΦΕΡΗΣ

Ἀπόμερα οἱ ἀρχαῖες κολόνες, χορδὲς μιᾶς ἅρπας ποὺ ἀντηχοῦν
ἀκόμη...

Ἐπὶ Ἀσπαλάθων...

Ἂν ἀρχίσω νὰ τραγουδῶ θὰ φωνάξω
κι ἂ φωνάξω-
Οἱ ἀγάπανθοι προστάζουν σιωπὴ
σηκώνοντας ἕνα χεράκι μαβιοῦ μωροῦ τῆς Ἀραβίας
ἢ ἀκόμη τὰ πατήματα μιᾶς χήνας στὸν ἀέρα.
Ὁ Στρατὴς ὁ θαλλασινὸς ἀνάμεσα στοὺς ἀγάπανθους


Στὸν κάμπο τοῦ ἀποχωρισμοῦ νὰ ξανανθίζουν κρίνα
μέρες ν᾿ ἀνοίγουνται ὥριμες, οἱ ἀγκάλες τ᾿ οὐρανοῦ,
νὰ φέγγουν στὸ ἀντηλάρισμα τὰ μάτια μόνο ἐκεῖνα
ἁγνὴ ἡ ψυχὴ νὰ γράφεται σὰν τὸ τραγούδι αὐλοῦ...
Ἡ νύχτα νἄ ῾ταν ποὺ ἔκλεισε τὰ μάτια; Μένει ἀθάλη,
σὰν ἀπὸ δοξαριοῦ νευρὰ μένει πνιχτὸ βουητό,
μιὰ στάχτη κι ἕνας ἴλιγγος στὸ μαῦρο γυρογιάλι
κι ἕνα πυκνὸ φτερούγισμα στὴν εἰκασία κλειστό.
Ἐρωτικὸς Λόγος

Τοῦτο τὸ σῶμα ποὺ ἔλπιζε σὰν τὸ κλωνὶ ν᾿ ἀνθίσει
καὶ νὰ καρπίσει καὶ στὴν παγωνιὰ νὰ γίνει αὐλὸς
ἡ φαντασία τὸ βύθισε σ᾿ ἕνα βουερὸ μελίσσι
γιὰ νὰ περνᾶ καὶ νὰ τὸ βασανίζει ὁ μουσικὸς καιρός.
Το Σώμα

J. White Alexander, Ένα πάνελ για μουσική


ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ 

Ὕμνος τοῦ μεγάλου Νόστου - Απόσπασμα 

Βροχὴ πεφτάστρια γύρα μου κι ἀδιάκοπα σταλάζει
τὸ ἀπέραντο γοργά·
κι ὅπως χορεύει πέφτοντας στὸ χῶμα τὸ χαλάζι
κι ὁ οὐρανὸς ὀργᾶ,

σὰν ἀπ᾿ τῆς λύρας τὶς χορδὲς ἀνάμεσα τὸ χέρι
φαντάζει ποὺ χτυπᾶ,
ὅμοια ἡ καρδιά μου ὁλάκερη μέσα σὲ κάθε ἀστέρι
σπαράζει κι ἀγαπᾶ!

Francois Boucher - 1752

Δ. ΣΟΛΩΜΟΣ - Ελεύθεροι Πολιορκημένοι 

«Tο χάραμα επήρα
Tου Ήλιου το δρόμο, 
Kρεμώντας τη λύρα
Tη δίκαιη στον ώμο,― 
Kι’ απ’ όπου χαράζει
Ώς όπου βυθά, 

Tα μάτια μου δεν είδαν τόπον ενδοξότερον από τούτο το αλωνάκι.» 

Robert Tournières - Concert 



ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ 


ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ Τὰ τραγούδια τῶν ἀνθρώπων 

Τὰ τραγούδια τῶν ἀνθρώπων
εἶναι πιὸ ὄμορφα ἀπ᾿ τοὺς ἴδιους
πιὸ βαριὰ ἀπὸ ἐλπίδα
πιὸ λυπημένα
πιὸ διαρκῆ.

* * *

Πιότερο ἀπ᾿ τοὺς ἀνθρώπους,
τὰ τραγούδια τους ἀγάπησα.
Χωρὶς ἀνθρώπους μπόρεσα νὰ ζήσω,
ὅμως ποτὲ χωρὶς τραγούδια·
μοὔτυχε ν᾿ ἀπιστήσω κάποτε
στὴν πολυαγαπημένη μου,
ὅμως ποτέ μου στὸ τραγούδι
ποὺ τραγούδησα γι᾿ αὐτήν·
οὔτε ποτὲ καὶ τὰ τραγούδια
μ᾿ ἀπατήσανε.

* * *

Ὅποια κι ἂν εἶναι ἡ γλῶσσα τους
πάντοτε τὰ τραγούδια τὰ κατάλαβα.

* * *

Σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο τίποτα
ἀπ᾿ ὅσα μπόρεσα νὰ πιῶ
καὶ νὰ γευτῶ
ἀπ᾿ ὅσες χῶρες γνώρισα
ἀπ᾿ ὅσα μπόρεσα ν᾿ ἀγγίξω
καὶ νὰ νιώσω
τίποτα, τίποτα
δὲ μ᾿ ἔκανε ἔτσι εὐτυχισμένον
ὅσο τὰ τραγούδια... 



 αλληγορία της ποίησης και της μουσικής Angelica Kauffman 1782

ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ Δὲ μᾶς ἀφήνουν νὰ τραγουδᾶμε

Δὲ μᾶς ἀφήνουν Ῥόμπσον νὰ τραγουδᾶμε
δὲ μᾶς ἀφήνουν καναρίνι
πού ῾χεις φτερὰ ἀητοῦ
μαῦρε ἀδερφέ μου
δόντια ποὺ ἔχεις
μαργαριτάρια
δὲ μᾶς ἀφήνουν νὰ ψηλώσουμε φωνή.

Φοβοῦνται Ῥόμπσον
φοβοῦνται τὴν αὐγή,
ν᾿ ἀκούσουνε φοβοῦνται
καὶ ν᾿ ἀγγίσουν
φοβοῦνται ν᾿ ἀγαπήσουν
φοβοῦνται ν᾿ ἀγαπήσουνε σὰν τὸν Φερχὰτ
(Ἀλήθεια θὰ ῾χετε κι ἐσεῖς ἕναν Φερχὰτ
οἱ νέγροι πῶς νὰ τόνε λένε Ῥόμπσον;)

Φοβοῦνται τὰ γεννήματα
τὴ γῆς
τὸ γάργαρο νερὸ φοβοῦνται τῆς πηγῆς
φοβοῦνται
νὰ θυμοῦνται
καὶ τὶς χαρές τους
τὸ χέρι ἑνὸς φίλου δὲν ἔσφιξε ποτέ τους
τὸ χέρι τους
ζεστὸ
σὰν τὸ πουλὶ
χωρὶς νὰ θέλει σκόντα
προμήθειες
ἡ κάποια ἀναβολὴ
στὴ πλερωμή.

Φοβοῦνται τὴν ἐλπίδα
φοβοῦνται Ῥόμπσον νὰ ἐλπίσουν
φοβοῦνται καναρίνι
πού ῾χεις φτερὰ ἀητοὺ
φοβοῦνται τὰ τραγούδια μας
μὴ τοὺς τσακίσουν.

Ὀχτώβρης 1949



Portrait of the daughters of Catulle-Mendes at the piano - Pierre Auguste Renoir

Ντίνος Χριστιανόπουλος  

Τι να τα κάνω τα τραγούδια σας

Τι να τα κάνω τα τραγούδια σας
ποτέ δε λένε την αλήθεια
ο κόσμος υποφέρει και πονά
και ‘σεις τα ίδια παραμύθια

Τι να τα κάνω τα τραγούδια σας
ποτέ δε λένε την αλήθεια
ο κόσμος υποφέρει και πονά
και ‘σεις τα ίδια παραμύθια

Τι να τα κάνω τα τραγούδια σας
είναι πολύ ζαχαρωμένα
ταιριάζουν για σοκολατόπαιδα
μα δεν ταιριάζουνε για μένα 

Allegory of Music - Rosalba Carriera
ΕΙΠΑΝ ΓΙΑ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ 

«Χωρίς μουσική, η ζωή θα ήταν ένα λάθος !!!»
(Friedrich Nietzsche)



“Ουκ ένεστιν, πράξις εν ανθρώποις,
ήτις άνευ μουσικής τελείται…”
(Αριστοτέλης)

«Ο άνθρωπος που δεν έχει τη μουσική μέσα του,
που δεν συγκινείται από τη γλυκιά μελωδία των ήχων,
είναι ικανός για προδοσίες, κακές πράξεις, καταστροφές».
William Shakespeare

Η Ωραία Ανδριάνα των Αθηνών- Θεόφιλος Χατζημιχαήλ


ΠΗΓΕΣ 
https://pteroen.wordpress.com/
http://alonakitispoiisis.blogspot.gr/
http://ebooks.edu.gr/
https://itzikas.wordpress.com
http://www.kavafis.gr/
http://annagelopoulou.blogspot.gr/
http://thepoetsiloved.blogspot.gr/
http://users.uoa.gr/
http://pyroessa-logotimis.blogspot.gr/
http://www.greek-language.gr/

http://www.stixoi.info/
http://annagelopoulou.blogspot.gr/
http://antikleidi.com/
http://niovilontou.pblogs.gr/


.

                                       Η Αφροδίτη παίζει άρπα -Giovanni Lanfranco













Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου