Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2016

ΕΙΡΗΝΗ ΛΙΒΑΝΟΥ - Απόσπασμα από το μυθιστόρημα " ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΟΛΥΤΕΛΏΝ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑΤΩΝ''

Edgar Degas - After the Bath, Woman with a Towel

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΟΛΥΤΕΛΏΝ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑΤΩΝ
Κεφάλαιο 24
Εκείνο το ηλιόλουστο πρωινό γύρω στις έντεκα, η Μάρω μου πήρε απ’ την κρεμάστρα το φρεσκοπλυμένο λευκό της πουκάμισο, το φόρεσε, το έδεσε κόμπο στη λεπτή της μέση πάνω απ’ το τζιν, κι αφού έριξε μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη της πήρε την τσάντα της και βγήκε απ’ το υπνοδωμάτιο.

Στην κλειστή πόρτα του μπάνιου κοντοστάθηκε. 

«Αλέκα» φώναξε για να ακουστεί. «Φεύγω. Πάω στην τράπεζα. Να κλειδώσεις. 

Στο δρόμο στάθηκε αναποφάσιστη. Στο τέλος τράβηξε για την παραλία. Είχε πει ψέματα στην Αλέκα. Δεν πήγαινε στην τράπεζα. Δεν είχε καμιά δουλειά στην τράπεζα.

Μια βόλτα θα πήγαινε μόνο να περπατήσει λίγο, να ξεσκάσει και να σκεφτεί. Αυτό το ψέμα με την τράπεζα ήταν ένα εφεύρημα της. Και τους το έλεγε συχνά. Της άρεσε να πιστεύουν τα παιδιά πως είχαν μερικά χρήματα στην τράπεζα σαν οικογένεια κι αυτοί, όπως όλος ο κόσμος. Έτσι! για να αισθάνονται κι αυτά σιγουριά. Μια στήριξη για ώρα ανάγκης που λένε.
Μόνο που εκείνο το ηλιόλουστο πρωινό που διάλεξε να κάνει τον περίπατο της, ήταν η μέρα που μέσα σε μια ώρα, ήρθαν τα πάνω κάτω στην οικογένεια πάλι. Κανένας μας δεν θα μπορούσε ούτε να φανταστεί αυτό που έγινε. Ακόμη κι εγώ που όσο νάναι κάποιες ανώτερες δυνάμεις απ’ αυτές των ανθρώπων, τις έχω. Τι ήταν αυτό που έκανε η Αλέκα μας;
Ποιος κακός δαίμονας μπήκε μέσα της και έκανε αυτό που έκανε; Δεν υπάρχει απάντηση. Όλα είναι προδιαγεγραμμένα. 
Τίποτα που το έχει αποφασίσει η μοίρα δε μπορεί να αλλάξει ο άνθρωπος. Αχ τι πάθη και τι αγάπες και μίση έκρυβαν μέσα τους όλοι αυτοί οι ένοικοι της πολυκατοικίας μας! 
------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Η Αλέκα βγήκε απ’ το μπάνιο μοσχομυρίζοντας το αγαπημένο αφρόλουτρο της μαμάς της. Σκουπίστηκε με την ροζ πετσέτα της, και πήγε στην πόρτα και την κλείδωσε.
.
Περνώντας έξω απ’ το δωμάτιο της Μάρως αντί να πάει στο δωμάτιο της, μπήκε μέσα και στάθηκε γυμνή όπως ήταν μπροστά στον ολόσωμο καθρέφτη.
«Είμαι ακόμη χοντρή». Μονολόγησε κοιτάζοντας το είδωλό της. «Και σκέψου πως έχασα δώδεκα κιλά. Όμως τώρα δεν είμαι σαν πατάτα όπως λέει ο Μάνος. Είμαι περισσότερο αθλητική».
Και ήταν αλήθεια. Το σώμα της Αλέκας είχε αρχίσει πια να δείχνει τις γυναικείες του καμπύλες. Οι πλάτες ήταν ακόμη πιο φαρδιές απ’ το κανονικό, όμως τώρα ξεχώριζαν οι στρογγυλοί της ώμοι και έδειξαν επιτέλους πόσο καλοσχηματισμένοι ήταν. Το στήθος της, μάλλον μικρό σε αναλογία με το παχουλό της σώμα, ήταν σφιχτό και στητό σ’ ένα πλατύ και καθαρό στέρνο. Το ίδιο καθαρό ήταν και το πρόσωπό της. 
Έκανε καλή δουλειά το ινστιτούτο! είπε μέσα της. Ας είναι καλά ο Νίκος. Μακάρι να μπορούσα να του το ξεπληρώσω κάποτε! 
Έκανε έναν μορφασμό.
Το κορίτσι μας δε μπορούσε να καταλάβει τι γινόταν μαζί του. Και ούτε ήξερε αν αυτό που γινόταν ήταν φυσικό, τόσο κολλητοί που ήταν. Της έδειχνε τόση αγάπη! την φρόντιζε τόσο πολύ! μιλούσαν μαζί, γελούσαν μαζί, πήγαιναν βόλτες μαζί, αλλά τίποτα παραπάνω. Ποτέ δεν την άγγιζε με τον τρόπο που αγγίζουν οι άντρες τις γυναίκες. Πότε -πότε μόνο την έπιανε απ’ τους ώμους στη βόλτα τους, και πότε- πότε της έδινε ένα πεταχτό φιλί στο μάγουλο όταν του έλεγε κάποιο πετυχημένο ανέκδοτο.
Πήγε πιο κοντά στον καθρέφτη κοιτάζοντας προσεκτικά το σώμα της. 
Είναι φανερό πως δε με βλέπει σαν γυναίκα. Μόνο σαν φίλη με βλέπει. Συνέχισε να σκέφτεται το κορίτσι με απογοήτευση συνεχίζοντας να κοιτάζεται στον καθρεύτη. Έχω μπερδευτεί τόσο πολύ μαζί του! Μου αρέσει που είναι φίλος μου δε λέω! Αλλά,… είναι και τόσο ωραίος άνδρας! Δεν θα έπρεπε σιγά-σιγά να με δει και αυτός κάπως αλλιώς τώρα που κι εγώ έχω αλλάξει;
Έπιασε τα στήθη της και έκλεισε τα μάτια της. 
Πόσο θα ήθελε να την δει σαν γυναίκα, σκεφτόταν. Πόσο θα χαιρόταν έστω και μια φορά εκείνα τα όμορφα μάτια του να την κοιτούσαν ερωτικά. Όμως όχι. Τα μάτια του είναι τόσο καθαρά όταν με κοιτάζουν! Μόνο φιλία δείχνουν και κανέναν πόθο. Αν,… και κάποιες φορές νομίζω πως κάπως αλλιώς με κοιτάζει, αλλά για τόσο λίγο και τόσο κλεφτά! Σαν!... Μπάα! Μάλλον είναι που θέλω τόσο πολύ να ήταν έτσι!
Ενώ,… στη σκέψη αυτή ανατρίχιασε. Είχε σκεφτεί τον πατέρα του. Που κάθε φορά που συναντιόνταν την έτρωγε με τα μάτια του σαν να ήθελε να την γδύσει. Κολακευόταν. Της άρεσε αυτή η επιθυμία που του προξενούσε. Μπορεί να ήταν μεγάλος αλλά ήταν όμορφος άντρας! Δυνατός! Όχι βέβαια σαν τον Νίκο, αλλά ο Νίκος,…ποτέ δεν θα την έβλεπε σαν γυναίκα. Κάθε στιγμή της το φώναζε με τον τρόπο του αυτό. Εκτός από κείνες τις λίγες φορές, που η ματιά του ήταν αλλιώτικη, κάθε στιγμή της το φώναζε σχεδόν εκκωφαντικά πως είναι μόνο φίλοι. Σαν, για να μην κάνει άλλα σχέδια με το μυαλό της.
Αχ Θεέ μου! αναστέναξε. Είμαι δέκα οκτώ χρονών και ακόμη δε με έχει φιλήσει κανείς.
Στη σκέψη αυτή έπιασε το στήθος της και άρχισε να χαϊδεύει τις ρόγες της. Και μετά, το χέρι της χώθηκε ανάμεσα στα πόδια της. 
Τινάχτηκε όταν ξαφνικά άκουσε το κουδούνι της πόρτας.
Ήρθε η μαμά σκέφτηκε και πήρε τη ροζ πετσέτα που την είχε πετάξει στην καρέκλα. Την κράτησε μπροστά της και πήγε να ανοίξει. 
Ξεκλείδωσε, άνοιξε, και βρέθηκε μπροστά στον… κύριο Στεργίου γυμνή, να κρατάει την πετσέτα που δεν έκρυβε σχεδόν τίποτα.
«Τι…» ψέλλισε ξαφνιασμένη και οπισθοχώρησε ένα βήμα. 
Τα μάτια του Στεργίου κόλλησαν στο γυμνό κορμί της. 
«Ήρθα να πληρώσω τα κοινόχρηστα στη μητέρα σου». Της είπε, και η Αλέκα πρόσεξε πως τα χείλη του έτρεμαν, σαν να βρισκόταν στα χιόνια.
Ανατρίχιασε σύγκορμη από την φανερή ταραχή του. 
Πως της ήρθε; Τι ήταν αυτό που έκανε; Αντί να του κλείσει την πόρτα κατάμουτρα όπως θα έπρεπε να κάνει σαν καλό κορίτσι όπως την είχαμε μαθημένη, στεκόταν εκεί και τον κοιτούσε με μάτια υγρά και χείλη μισάνοιχτα απ’ τον προηγούμενο ερεθισμό της.
«Να περάσω;» τη ρώτησε ο Στεργίου παρατηρώντας την έτσι που τον κοιτούσε σαν χαμένη κρατώντας την πόρτα ανοιχτή. 
«Πως…ναι, περάστε». Του είπε πεταρίζοντας τα βλέφαρα της, χωρίς να ξέρει τι της γίνεται. Του γύρισε την πλάτη με τον πισινό της ακάλυπτο η τρελή, βηματίζοντας αργά-αργά προς το εσωτερικό του σπιτιού. «Εγώ πάω να ντυθώ».είπε. «Ένα λεπτό θα κάνω». Σιγά μην πήγαινε να ντυθεί. Μόνο αυτό δεν είχε στο μυαλό της έτσι που το κορμί της ήταν τυλιγμένο σε μια ηδονική ανατριχίλα. 
Ο Στεργίου μπήκε μέσα και φρόντισε να κλείσει την πόρτα πίσω του.
Η Αλέκα μισογύρισε το κεφάλι της και του χαμογέλασε. Και ήταν το χαμόγελό της τόσο σέξι που τον τρέλανε.
Αχ να υπήρχε τρόπος να με αγγίξει λίγο! Πως με κοιτάει Χριστέ μου! Κανείς ποτέ δε με έχει κοιτάξει έτσι! Σκεφτόταν ζαλισμένη, τρελαμένη κι αυτή.
Σαν υπνωτισμένος Ο Στεργίου από το μαγευτικό θέαμα που του πρόσφερε η Αλέκα, δε στάθηκε στο σαλόνι. Την ακολούθησε και μπήκε στο δωμάτιο της. 
Η πετσέτα πεταμένη στο πάτωμα και η Αλέκα μπροστά του ολόγυμνη να τον κοιτάει με μάτια μισόκλειστα.
Εκείνος έκανε ένα βήμα μπροστά.
«Δεν καταλαβαίνω, το θέλεις;» είπε στο κορίτσι με το στόμα του στεγνό.
«Ναι πολύ!» του απάντησε η δικιά μας η άμυαλη. 
Ο Στεργίου χωρίς να σκεφτεί τίποτα πέταξε τα ρούχα του και την άλλη στιγμή βρέθηκε στο κρεβάτι με την Αλέκα αγκαλιά.
Ωχ μεγάλε μου φετίχ τι ήταν αυτό που έβλεπαν τα μάτια μου; Πως το έκανε αυτό η Αλέκα μας; Ποιος μαύρος σατανάς είχε μπει ξαφνικά στα σώματα τους και τους είχε πιάσει τέτοια λύσσα;

Όταν άνοιξε η πόρτα, κανένας απ’ τους δυο τους δεν την άκουσε. Ήταν χαμένοι στον παράδεισό τους.

Η Μάρω άκουσε τα γρυλίσματα και τα πνιχτά ξεφωνητά και προχώρησε ανήσυχη προς το δωμάτιο της Αλέκας.

Στο θέαμα που αντίκρισαν τα μάτια της έμεινε σαν κεραυνοβολημένη.

Πρώτη την είδε η Αλέκα 

«Ααα! Η μαμά!» φώναξε κατατρομαγμένη και ξεκόλλησε από πάνω του.
«Ααα! Χριστέ μου!» φώναξε και η Μάρω με τη σειρά της, και με όπλο την τσάντα της όρμησε επάνω στον Στεργίου που έκανε προσπάθειες να συνέλθει απ’ τον παράδεισό του.
«Βρωμιάρη! Σάτυρε! Κολασμένε πόρνε!» στρίγκλιζε και τον χτυπούσε με την τσάντα όπου έβρισκε.
«Έξω! Έξω σιχαμένε. Έξω! Στρίγκλισε».
Ο κύριος Στεργίου ξαφνιασμένος και τρομαγμένος πετάχτηκε απ’ το κρεβάτι.
«Τα ρούχα μου. Τα ρούχα μου». Φώναζε ψάχνοντας τριγύρω με τα μάτια του προσπαθώντας με τα χέρια του μπροστά να κρύψει την… θέα.
Η Μάρω, άρπαξε το παντελόνι και το σακάκι του και σε μια έμπνευση της στιγμής, τα έδωσε στην Αλέκα διατάζοντάς την.
«Εσύ πήγαινε τα αυτά μέσα στο δωμάτιό μου και κλείδωσε την πόρτα. Μέσα στη ταραχή της αποφάσισε πως καλύτερα θα ήταν να του κρατήσει τα ρούχα του ώσπου να δει τι θα κάνει μαζί του. Ο κύριος Στεργίου πάλι μες την ταραχή του ούτε που το πήρε είδηση γυρισμένος όπως ήταν να ψάχνει για τα εσώρουχα του.
Η Αλέκα χωρίς να καταλαβαίνει τίποτα έκανε ό, τι της είπε η μάνα της. 
«Εσύ φόρεσε αυτά και έλα μέσα στο σαλόνι». Είπε στον Στεργίου και του πέταξε το σλιπ και τη φανέλα του. 
Το μυαλό της Μάρως δούλευε γρήγορα. 
Τώρα η ζημιά έγινε. Τι να κάνω; Τι να τον κάνω τον παλιάνθρωπο; 
Άρπαξε τρελή από την ταραχή της, ένα άδειο μπουκάλι από ένα δίσκο γεμάτο με μπουκάλια που χρησίμευε για μπαρ, άλλωστε όλα τα μπουκάλια ήταν άδεια στο δίσκο, και η Μάρω τα είχε εκεί για να φαίνεται γεμάτο τάχα μου το μπαράκι, και προσπάθησε να τον χτυπήσει μ’ αυτό. Του έδωσε μία που τον πέτυχε στον ώμο.
Θα σε σκοτώσω βρε σάτυρε! Βρε βρωμιάρη! Φώναζε κυνηγώντας τον γύρω από το τραπέζι. 
Αυτός πρόλαβε την δεύτερη αρπάζοντας το χέρι της που το κράτησε στον αέρα. 
«Μα τι κάνεις χριστιανή μου! Θέλεις να με σκοτώσεις; Τρελή είσαι;» είπε ψιθυριστά αφού βρίσκονταν κοντά στη εξώπορτα και κάποιος μπορεί να τους άκουγε.
«Σκάσε παλιάνθρωπε που μιλάς κιόλας!» 
Η Μάρω, αναμαλλιασμένη, τρελή από το καινούριο κακό που την βρήκε, συνέχισε να τον χτυπάει, με τα χέρια της όπου έβρισκε κι’ αυτός με τα πολλά, της τα κράτησε και κατάφερε να την καθίσει στην καρέκλα. 
Ωχ τι πάθαμε στο σπίτι μας πάλι Χριστέ μουου! έλεγε και ξανάλεγε, χτυπώντας τα χέρια της στα γόνατα της. Και μετά από μέσα της. Κάτι πρέπει να κάνω. Κάτι πρέπει να κάνω. Δεν μπορώ να το αφήσω να περάσει έτσι κι’ αυτό! Εδώ μέσα εγώ είμαι η μάνα αλλά και ο πατέρας. Και δε θα το αφήσω να περάσει έτσι. Τι θα έκανε άραγε ο Φώτης αν έβλεπε τέτοιο πράγμα; 
Φώτισε με Θεέ μου! δεν πιστεύω πως θέλεις να μείνει ατιμώρητος ο παλιάνθρωπος! 
Και ξαφνικά της ήρθε μια ιδέα τόσο καταπληκτική, που η Μάρω δεν είχε ούτε μια τόση δα αμφιβολία ότι της την έστειλε ο Θεός αφού τον παρακάλεσε να τη φωτίσει. 
Κι’ εδώ που τα λέμε κι’ εγώ όπως τους παρακολουθούσα κατατρομαγμένος από το ράφι μου, ακριβώς το ίδιο σκέφτηκα. Τι στο καλό; ατιμώρητο θα τον άφηνε ο Θεός τον παλιάνθρωπο, που απ’ την ντροπή μου γι’ αυτό που έβλεπα να κάνει είχα κλείσει τα μάτια μου;
Αλλά ήταν και ότι η ιδέα που άστραψε στο μυαλό της, ήταν τόσο έξυπνη, που αποκλείεται να ήταν δική της.
Η Μάρω τα είχε χάσει όλα απ’ το Φώτη χωρίς ούτε τις συμβουλές του Θείου της να καταλάβει καλά- καλά τότε που τη συμβούλευε πώς να του πάρει τα μισά. Και τώρα αυτό που έβαλε στο μυαλό της να κάνει το σκέφτηκε μόνη της; Μπαα! Σίγουρα ο καλός Θεός που όλα τα φροντίζει από κει πάνω όπως λέτε οι άνθρωποι, της την έβαλε στο κεφάλι της την ιδέα, και τώρα είχε αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση για την τιμωρία του Στεργίου.
Μόνο Θεέ μου τώρα βοήθα να την πραγματοποιήσω. Άκουσα τη Μάρω να προσεύχεται.
«Τώρα της την έδωσες την ιδέα. Μην κάνεις πίσω». Του φώναξα κι’ εγώ από το ράφι. « Άλλωστε εσύ δεν έχεις φόβο να πας στην κόλαση! Έχεις τον παράδεισο ιδιόκτητο! Όσο και να της την έδωσες αυτήν την ιδέα επάνω στο θυμό σου, μην νομίζεις πως δεν του αξίζει του παλιάνθρωπου! 
Η Μάρω με το μυαλό της να έχει πάρει φωτιά από την τρέλα που επικρατούσε εκεί μέσα, σηκώθηκε απ’ την καρέκλα, πήγε στην πόρτα, και αστραπιαία γύρισε δυο φορές το κλειδί, και την κλείδωσε. Ήταν η πρώτη κίνηση του σχεδίου.
Κράτησε το κλειδί για λίγο στα χέρια της κοιτώντας το αναποφάσιστη, και μετά, του έδωσε μια, και το πέταξε έξω απ’ την μπαλκονόπορτα. 
Ο κύριος Στεργίου όρθιος με τα εσώρουχα την κοιτούσε σαν χαμένος. 
«Τι έκανες τώρα; Πως θα βγω από δω;» 
«Κάτσε κάτω». Τον διέταξε η Μάρω και του έδειξε με το δάχτυλο της μια καρέκλα της τραπεζαρίας. Όταν θα έρθει η ώρα θα βγεις». 
«Άκου Μάρω, ό, τι έγινε, έγινε. Τώρα δεν ξεγίνεται. Δώσε μου τα ρούχα μου να φύγω. Και να το μάθει ο κόσμος χειρότερα θα είναι για την κόρη σου παρά για μένα».
«Έτσι λες; Ήρθαμε πηδήξαμε ένα κορίτσι που ούτε το φιλί δεν ξέρει ακόμη και φύγαμε; Πού το βρήκες αυτό γραμμένο βρε άτιμε;»
«Εντάξει και τώρα τι θέλεις να γίνει;» τη διέκοψε αυτός. «Τώρα τελείωσε. Και να σου πω κάτι; Η μικρή τα ήθελε. Ήρθε και μου άνοιξε με μια πετσετούλα που δεν έκρυβε τίποτα, και δεν έκανε τον κόπο ούτε να σκεπάσει όσα έπρεπε. Εγώ ποτέ δεν θα έκανα κάτι τέτοιο αν δε με προκαλούσε το κορίτσι σου. Ξέρεις πόσο εκτιμάμε την οικογένεια σου όλοι στο σπίτι μου!»
Η Μάρω τον πίστεψε. Ήξερε ότι η Αλέκα ήταν στο μπάνιο. Αλλά και πάλι ο παλιάνθρωπος αντί να γυρίσει και να φύγει, μπήκε μέσα στο σπίτι της και έκανε αυτό που έκανε;
«Άσ’ τα αυτά με την οικογένεια», του είπε «γιατί όταν θα το μάθουν στο σπίτι σου, θα δούμε τι οικογένεια θα γίνετε εσείς. Βρε δεν σκέφτηκες τη γυναίκα σου; δεν σκέφτηκες το γιο σου; Είκοσι πέντε χρονών άνδρας κάνει παρέα κάθε μέρα με την κόρη μου και όμως σεβάστηκε την οικογένειά μου. Κι’ εσύ,…»
Η Μάρω φλυαρούσε άσκοπα επειδή και η ιδέα που της είχε έρθει δεν της ταίριαζε και σαν άνθρωπο εδώ που τα λέμε, και ήθελα και την επεξεργασία της. Πώς να του το πει αυτό του Στεργίου;
«Ε, εντάξει! Και τώρα τι κάθεσαι και με κοιτάς και σε κοιτάω;» της είπε ο Στεργίου. «Τι μου ζητάς βρε Μάρω επιτέλους να την παντρευτώ; Άντε πήγαινε φέρε τα ρούχα μου και άνοιξε μου να φύγω». 
Ξαφνικά τα μάτια της Μάρως άνοιξαν διάπλατα. Ήταν κάτι που δεν το είχε σκεφτεί όλη αυτήν την ώρα. Η μπορεί αυτή να ήταν και η θεία έμπνευση, αφού από κει και πέρα όλα πήραν το δρόμο τους.
«Βρε κι αν μου την γκάστρωσες; Τι θα γίνει αν μου την γκάστρωσες; Όχι – όχι! δεν θα σου ανοίξω ακόμη. Θα φωνάξω την Μπάρμπαρα και την αστυνομία. Αν έχει γκαστρωθεί, να ξέρουν όλοι ότι το παιδί είναι δικό σου. Κατά καμία περίπτωση δε θα αφήσω το παιδί της κόρης μου να είναι αγνώστου πατέρα. Έστω κι’ αν ο πατέρας του θα είσαι εσύ».
Ο κύριος Στεργίου παραλίγο να πάθει έμφραγμα. 
«Ε, είσαι πραγματικά τρελή. Μα κι αν ακόμη έχει γκαστρωθεί, θα σου δώσω όσα χρειάζονται για να κάνει έκτρωση. Έτσι θα το αφήσουμε; Να γεννηθεί; Και θα σου δώσω και κάτι παραπάνω για ψυχική οδύνη δική σου. Αλλά σε παρακαλώ μη τα χοντραίνεις έτσι τα πράγματα. Άσε τις βλακείες τώρα για Μπάρμπαρες και αστυνομίες».
«Και να σ’ αφήσω να φύγεις έτσι; Για να μου κάνεις αργότερα τον ανήξερο; Ε δεν είσαι καλά!»
«Ωραία τότε φέρε μου τα ρούχα μου από μέσα να σου υπογράψω μια επιταγή να τελειώνουμε».
Η Μάρω σηκώθηκε και πήγε στο δωμάτιο της Αλέκας. 
Για να δούμε! Είπε μέσα της. Αν δε με σκοτώσει ο Στεργίου μ’ αυτό που θα του ζητήσω, αν τελειώσουμε και είμαι ακόμη ζωντανή, τότε και αυτός ο κακούργος θα έχει τιμωρηθεί όπως του αξίζει, και η κόρη μου θα ταχτοποιηθεί. 
Η Αλέκα κουλουριασμένη επάνω στο κρεβάτι δεν τολμούσε να την κοιτάξει στα μάτια. Κοιτάζοντας αλλού την ρώτησε με φωνή που έτρεμε. 
«Μαμά τι έγινε;»
«Σκάσε εσύ τώρα. Πού είναι τα ρούχα του;»
«Εκεί στο πάτωμα».
Η Μάρω σήκωσε το σακάκι και το παντελόνι του κυρίου Στεργίου. Έπειτα από ένα μικρό δισταγμό πέταξε το παντελόνι στο πάτωμα. Με το σακάκι μόνο στο χέρι πήγε στο σαλόνι και του το πέταξε στα μούτρα.
«Πόσο περίπου πάει μια έκτρωση;» την ρώτησε αυτός βγάζοντας το μπλοκ και το μολύβι απ’ την τσέπη του. 
«Μια έκτρωση μπορεί να κάνει και χίλια ευρώ και δυο χιλιάδες,… μπορεί και παραπάνω» του είπε η αφηρημένη με το μυαλό της να τρέχει στο σχέδιο της. «Που να ξέρω;» 
Τα μάγουλα της είχαν πάρει φωτιά και το κεφάλι της την πονούσε τόσο πολύ που φοβήθηκε μην της έρθει ταμπλάς. Αλλά αυτό που είχε αποφασίσει θα το έκανε ο κόσμος να χαλούσε.
Ο κύριος Στεργίου άνοιξε το μπλοκ έτοιμος να γράψει το ποσόν. Ούτε που πίστευε πως θα ήταν τόσο εύκολο να ξεμπλέξει έτσι που είχε δει τη Μάρω σαν την τρελή! 
Φτηνά τη γλιτώσαμε! είπε μέσα του.
«Περίμενε. Μην γράψεις τίποτα ακόμη». Του είπε η Μάρω σκληρά. Άρχισε να κάνει βόλτες πάνω κάτω στο σαλόνι, και μετά γύρισε μονοκόμματη προς το μέρος του.
«Δηλαδή, θα υπογράψεις για μια έκτρωση και ξεμπέρδεψες; Πολύ ωραία τα σκέφτηκες! Σαν να μην έγινε τίποτα ε;»
Ο κύριος Στεργίου άρχισε να ξαναφουντώνει. Κατάλαβε πολύ καλά που το πήγαινε η Μάρω. 
«Πόσα; λέγε». Την ρώτησε εκνευρισμένος και την κοίταξε περιφρονητικά. 
Με το μολύβι στο χέρι περίμενε την απάντησή της. 
Η ατμόσφαιρα, οι λέξεις τους, το ύφος τους, όλα έμοιαζαν με κάποια αγοραπωλησία που έπρεπε να τελειώνει. Η Μάρω το σιχάθηκε αυτό. 
Ας τελειώνουμε πια είπε μέσα της.
«Μισό εκατομμύριο ». Του είπε προσποιούμενη την ατάραχη. Τόσο πάνω κάτω στοίχιζε το διαμέρισμα που ήθελε να αγοράσει στην Αλέκα. 
Ο κύριος Στεργίου πέταξε το μολύβι στο τραπέζι και έκλεισε το μπλοκ. 
«Τράβα φώναξε την αστυνομία, την Μπάρμπαρα, το ΦΒΙ και τον Θεό τον ίδιο. Δεν θα με καταστρέψεις εσύ. Και η κόρη σου το ήθελε πιο πολύ κι’ από μένα. Αν δεν το έβλεπα αυτό μπορεί και να έκανα πίσω. Τώρα άνοιξε την πόρτα να φύγω γιατί θα πάρω εγώ την αστυνομία να σε καταγγείλω για εκβιασμό».
Η Μάρω δεν κουνήθηκε απ’ τη θέση της. Του έριξε μια ματιά εξεταστική. Ας κάνει τον ψύχραιμο. Αποκλείεται να μη φοβάται. Είπε μέσα της.
Ακολούθησε μια βαριά σιωπή κι’ από τους δύο αφού ο ένας φοβόταν τον άλλον. 
Ο Στεργίου φοβόταν φυσικά μη μαθευτεί αυτό που έκανε και τότε θα καταστρεφόταν οριστικά. Όχι μόνο με μισό εκατομμύριο.
Θα τρελαινόταν αν μάθαινε η Μπάρμπαρα αυτό που έκανε!
Αυτή την ώρα που η Μάρω του είχε βάλει το μαχαίρι στο λαιμό, κατάλαβε πόσο την αγαπούσε τη γυναίκα του. Θα τρελαινόταν αν αναγκαζόταν να την εγκαταλείψει που όσο κι’ αν είχαν αλλάξει οι σχέσεις τους, γι’ αυτόν δεν έπαυε να είναι μια σίγουρη φωλιά που τον ξεκούραζε. Ούτε και το σπίτι το καινούριο ήθελε να εγκαταλείψει που η Μπάρμπαρα το είχε φτιάξει τόσο όμορφο, κι’ εκείνος το είχε συνηθίσει. Και φυσικά τον τρέλαινε η σκέψη να το μάθει ο γιος του! Και το ρεζίλεμα τον τρέλαινε, και όλα! 
Αλλά και η Μάρω φοβόταν όσο κι’ αυτός! Δεν το είχε πάρει καθόλου αψήφιστα όταν της είπε ότι θα την καταγγείλει για εκβιασμό.
«Θα σου δώσω ογδόντα χιλιάδες και πολλά είναι». Έσπασε τη σιωπή πρώτος ο Στεργίου, και παίρνοντας το μπλοκ πάλι στα χέρια του, συμπλήρωσε αποφασιστικά το ποσόν, έκοψε την επιταγή, και την άφησε στο τραπέζι. 
Η Μάρω άπλωσε διστακτικά το χέρι της, πήρε την επιταγή απ’ το τραπέζι και την κοίταξε για μερικές στιγμές. 
«Πήγαινε τώρα φέρε το παντελόνι μου και άνοιξέ μου να φύγω. Τι κάθεσαι και κοιτάς την επιταγή;» της είπε με ύφος υπεράνω πια.
Δεν του απάντησε. Στριφογύριζε την επιταγή στα χέρια της, χωρίς να μιλάει. 
Το μυαλό της έτρεχε σε όλο αυτό που είχε συμβεί. Ένιωθε πολύ κουρασμένη. Η ψυχή της ήταν κουρασμένη. Αν είχαν τον πατέρα τους τα παιδιά μου τίποτα απ’ όλα αυτά δεν θα γινόταν. Θα είχα κι εγώ έναν προστάτη. Και ο Στεργίου δε θα τολμούσε να κάνει αυτό που έκανε στο κορίτσι μου. 
Και τώρα!...Κοίτα τι πάρε δώσε γίνεται τώρα μέσα στο σπίτι μου! Αλλά και πώς να τον αφήσω έτσι τον παλιάνθρωπο; Οι ογδόντα χιλιάδες ευρώ, που θέλει να μου δώσει είναι σταγόνα στον ωκεανό γι’ αυτόν. Θα πάει στο σπίτι του σαν κύριος και ούτε γάτα ούτε ζημιά. Ούτε καν θα την καταλάβει την τιμωρία που του επέβαλα!
Η αγαπημένη μου Μάρω που είχε σαστίσει από την πρώτη στιγμή που άνοιξε την πόρτα και δεν μπορούσε ακόμη να συνέλθει, δεν ήξερε πια τι άλλο να κάνει. Το μυαλό της είχε θολώσει απ’ αυτά που συνέβαιναν. Δεν της ερχόταν καμιά άλλη ιδέα για μια εκδίκηση που να ταιριάζει σ’ αυτό που έκανε στο κορίτσι της, και τώρα; πώς αλλιώς να τον τιμωρούσε; 
Μακάρι να μπορούσα να τον βασανίσω, σκέφτηκε ρίχνοντας μια ματιά στο Στεργίου που καθόταν με τα εσώρουχα και περίμενε. Μακάρι να μπορούσα να του χώσω ένα πυρωμένο σίδερο στην καρδιά. Μπήκε ο άτιμος μέσα στο ορφανεμένο σπίτι μου και με ντρόπιασε. Έμαθε το παιδί μου τον έρωτα από έναν πενηντάρη χυδαίο πόρνο, πανάθεμά τον!... Πανάθεμα τον!... Θα την σκίσω αυτή την επιταγή μήπως και νιώσω καλύτερα. Μήπως και πάψει να πονάει το στήθος μου απ’ την ντροπή. Κοίταξε ξανά την επιταγή και άθελα της έκανε λογαριασμό πόσα εκατομμύρια σε δραχμές ήταν οι ογδόντα χιλιάδες ευρώ. Τα βρήκε είκοσι πέντε εκατομμύρια περίπου. Αν μου έδινε όσα του ζήτησα θα έπαιρνα εκείνο το διαμέρισμα της Αλέκας και έτσι θα είχε μια δική της περιουσία. Τώρα αυτά τι να τα κάνω; Έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν θα πάρω ούτε ένα ευρώ για τις ανάγκες του σπιτιού από τέτοια λεφτά. Το μυαλό της ξέφευγε απ’ την εκδίκηση στους λογαριασμούς. Άλλωστε τον τελευταίο καιρό όταν ξάπλωνε στο κρεβάτι της, λογαριασμούς έκανε ώσπου να την πάρει ο ύπνος . Της είχε γίνει συνήθεια. Τόσα για τα κοινόχρηστα, τόσα για το σούπερ Μάρκετ, τόσα για τα ρούχα των παιδιών. Όσα οικονομικά κόλπα και να σκαρφιζόταν πάντα λειψά της έβγαιναν. 
«Τι θα κάνεις; Θα μου ανοίξεις επιτέλους;» της φώναξε ο κύριος Στεργίου και την έβγαλε απ’ τις σκέψεις της «Τι την κοιτάς την επιταγή. Είναι ογδόντα χιλιάδες ευρώ. Ξέρεις τι θα πει αυτό;»
«Τι θα πει;»
«Θα πει ότι ένα γαμήσι ποτέ δεν πληρώθηκε ακριβότερα!»
«Μάλιστα!... Αμετανόητος!» μούγκρισε η Μάρω σφίγκοντας τα δόντια της και ακούμπησε αποφασιστικά την επιταγή στο τραπέζι.
«Δεν την θέλω αυτή την επιταγή». 
Αυτός χωρίς δεύτερη κουβέντα την πήρε και την έσκισε. 
«Άνοιξέ μου να φύγω! Τελειώσαμε!» της είπε.
«Δεν θα φύγεις!» Η φωνή της Μάρως ήρεμη! περισσότερο απαθής. 
«Τι είπες;»
Πήγε κοντά της απειλητικός. «Άνοιξε μου να φύγω γιατί…»
Ήταν κατακίτρινος και με το χέρι του εδώ και λίγη ώρα έτριβε το στήθος του που τον πονούσε. 
«Δεν θα φύγεις από δω αν δε μου δώσεις το ποσό που σου ζήτησα στην αρχή».
«Μισό εκατομμύριο ευρώ; Ε, είσαι τρελή! Δεν πρόκειται ποτέ να μου πάρεις τόσα λεφτά».
«Τόσα θέλω για να σου ανοίξω». είπε η Μάρω με αρρωστημένη απάθεια. 
Την πουτάνα είπε ο Στεργίου μέσα του. Πώς θα την καταφέρω την πόρνη να μου ανοίξει; Πώς πιστεύει η μαλακισμένη ότι θα της δώσω μια περιουσία;
Σηκώθηκε αποφασιστικά απ’ την καρέκλα και πήγε και κάθισε στον καναπέ με όλη του την άνεση. Το σλιπ του είχε ανοίξει λίγο μπροστά αλλά δεν έκανε τον κόπο να το κλείσει. Η μπορεί και να μην το είδε. Κοίταξε τη Μάρω μ’ ένα ύφος σαν φτύσιμο.
«Κράτησε με εδώ όσο θέλεις». Της είπε ειρωνικά. «Κάποτε θα μου ανοίξεις. Τι άλλο μπορείς να κάνεις; Μόνη σου θα διασύρεις την κόρη σου; 
Η Μάρω άθελα της έριξε μια ματιά στο σλιπ. Εκεί, στην σκοτεινή τρύπα. 
Κοίτα τον! Ούτε που τον νοιάζει πως κάθεται μπροστά μου ο ξεδιάντροπος! Είπε με το νου της. Θέλει να μου πει τι έκανε στην Αλέκα μ’ αυτό. Το γλεντάει ο άτιμος! 
Ένιωσε την καρδιά της να χτυπάει δυνατά από ταραχή και μίσος. 
«Αλέκαα!» φώναξε δυνατά. 
Σε δευτερόλεπτα το κορίτσι μπήκε στο σαλόνι έχοντας τα μάτια της κατεβασμένα στο πάτωμα.
«Αλέκα άκου προσεκτικά τι θα σου πω». Της είπε. « Θα πας πάλι μέσα κι’ αυτή τη φορά θα κλειδωθείς».
«Γιατί;» ψέλλισε η Αλέκα.
«Γιατί η μάνα σου είναι τελείως παλαβή γι αυτό». Είπε απ’ τον καναπέ ο κύριος Στεργίου. 
«Αν δεν έρθω να σε βγάλω εγώ σ’ ένα τέταρτο,… Πρόσεξε Αλέκα αυτό που θα σου πω να κάνεις. Αν δεν έρθω σ’ ένα τέταρτο να σου μιλήσω θα πάρεις τηλέφωνο την κυρία Μπάρμπαρα και θα της πεις να έρθει αμέσως εδώ. Θα πάρεις και τον Νίκο και την άμεση δράση. Θα τους πεις να έρθουν όλοι εδώ αμέσως. Σ’ ένα τέταρτο Αλέκα».
«Μαμά σε παρακαλώ!» είπε το κορίτσι μας με δάκρυα στα μάτια.
Η Μάρω κρύβοντας ένα λυγμό έτσι που το έβλεπε το παιδί μας, κοίταξε το ρολόι της.
«Στο δωμάτιο σου τώρα και κοίταξε μην κάνεις λάθος».
Ο Στεργίου πετάχτηκε επάνω κατακίτρινος.
«θα σε σκοτώσω σκρόφα! θα σας σκοτώσω και τις δυο!» φώναξε έξαλλος σηκώνοντας το χέρι του προς τη μεριά της Μάρως.
«Αλέκα τρέχα στο δωμάτιό σου και όπως είπαμε». στρίγκλισε η Μάρω προσπαθώντας να αποφύγει το κτύπημα.
Η Αλέκα κατατρομαγμένη έτρεξε μέσα και κλειδώθηκε. 
Τα χέρια του Στεργίου βλέποντας το αδιέξοδο κρεμάστηκαν στα πλάγια σε πλήρη αδράνεια.
«Τώρα κάθισε πάλι αναπαυτικά στον καναπέ και μέτρα τα λεπτά που περνάνε». είπε η Μάρω.
Κάθισε κι αυτή κατακουρασμένη σε μια καρέκλα της τραπεζαρίας. 
Στα δεκατέσσερα λεπτά ο κύριος Στεργίου σηκώθηκε απ’ τον καναπέ και συμπλήρωσε την επιταγή.











Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου