Σάββατο, 16 Ιανουαρίου 2016

ΙΩΑΝΝΑ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΟΥ - ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΤΗΣ ΕΡΓΟ


 

 Η Ιωάννα Αθανασιάδου γεννήθηκε το 1965 στη Δράμα, όπου ζει και εργάζεται ως φιλόλογος. 
Σπούδασε στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. 
Είναι παντρεμένη και μητέρα δύο παιδιών. 
Έχει δημοσιεύσει δύο ποιητικές συλλογές: «Ψίθυροι στα περάσματα», Δράμα 2013 και 
«Σώμα Φυλαχτό», εκδόσεις Σαιξπηρικόν 2015.





ΠΟΙΗΜΑΤΑ 

 i) ΨΙΘΥΡΟΙ ΣΤΑ ΠΕΡΑΣΜΑΤΑ



ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ ΤΟ ΒΙΟΣ 

Οι χώρες, μια χούφτα χώμα στην παλάμη.
Οι ώρες, χρυσά πετράδια στο καλάθι.
Λαχταριστές δροσοσταλίδες οι μέρες,
το κεχριμπάρι του ήλιου χρυσό.
Αγριοπούλια αναστατώνουν τον ορίζοντα,
ερμηνεύουν το θρύλο της Άνοιξης.

Ακυβέρνητα άλογα τ’ ουρανού τα όρη,
καλοπιάνουν τ’ ασύγκριτα όνειρα,
σπέρνουν ολόλευκες τις άγκυρες του φωτός.

Ασημώνουν οι άνεμοι το ζηλιάρη το χρόνο,
ξαποσταίνει αδύναμος να ρυθμίσει τον κόσμο.
Σταματά ο ακοίμητος και κοιμάται στα βράχια,
καρτερά τ’ αφροστέφανα των κυμάτων τα νάζια.
Κι ορμηνεύει την Άνοιξη να κερδίσει τη μάχη,
να καθίσει αρχόντισσα στου πελάγου τη ράχη.
Κι αρχινά το τραγούδι του, τραγανό σαν σταφύλι
και λικνίζει τις άγκυρες και τρυγά μαϊστράλια.

Καλοσύνεψε ο σίφουνας και κουρνιάζει στα όρη,
αλαργέψαν τα ξέφτια του, ζευγαρώνουν τα νέφη.
Αργυρό το ξημέρωμα, μες σε χάρες και ύπνους,
κολυμπάνε τα σύννεφα, τρεμοσβήνουνε τ’ άστρα.
Κι ονειρεύονται άνοιξες και χειμώνες και κάστρα
και γλυκά αγριολούλουδα στων κυμάτων τα μπράτσα.

Ευτυχία ολόφωτη στεφανώνει την πλάση,
μεταξένια αγριόκρινα και λευκά γιασεμιά.
Κορδωμένος ο κύριος ο κοσμάκης ο μέγας,
οργανώνει το σύμπαν του με λαγούτα τρελά.

Καρτερία στα όνειρα και ολόλευκα άτια,
ησυχία στ’ απέραντα, τα γαλάζια νερά.
Κρυσταλλένιος ο άνεμος, με λαμπάδες στα χέρια,
οι ομίχλες οι ατίθασες κυοφορούν γαλανά.
Ας κουρνιάσουνε ήσυχα τα γλαράκια στο κύμα,
τα καράβια σαλπάρουνε μ’ ανοιχτά τα πανιά.

Η ειρήνη, η πεντάμορφη λαγκαδιά των ψυχών,
τα κορίτσια της, δέσποινες σε κλαράκια καιρών.
Σιωπή κι αγριοκέρασα τα λουλούδια του χρόνου,
κωπηλάτες ανήσυχοι οι αντάρτες των αιώνων.

Εργασία αστείρευτη οι ολόφωτες γέννες,
τρεμοπαίζουν τ’ αστέρια τους και μυρώνουν βιολιά.
Διαλαλούνε τα σύμπαντα τη γιορτή τη χρυσή,
η ελπίδα της άσπιλη, λαμπερή, πορφυρή.

Ας ανθίσουν εξαίσια τα ουράνια γεφύρια,
που γεφύρωσαν χάσματα του αμόνιαστου χρόνου.
Κι ας φρουρήσουνε ήσυχα τον καιρό το σοφό,
που εργάζεται φρόνιμα κι ανασαίνει λευκός.

Εργασία αστείρευτη του αιώνιου Λόγου,
που τελείωσες έγκαιρα την πανέμορφη πλάση!
Παρηγόρια τα λόγια σου, επεξήγηση ακέρια,
τα λιβάδια σου έξοχα, χρυσαφιά μυστικά.

Ας διαβεί ολοφώτεινη η χαρά η πλανεύτρα,
ας λυγίσει το χρόνο μας, ας πληρώσει τ’ αγέρι.
Θα κουρνιάσουν οι θάλασσες, θα γεμίσουνε φως…
θα στολίσουν αμάλαγα της ειρήνης το βιος…
****
ΚΟΚΚΙΝΗ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΑ
Άνθισε η τριανταφυλλιά στον κήπο.
Έρημο σπίτι το στολίζουν κόκκινα άνθη.
Ρόδινα τριαντάφυλλα,
που θυμίζετε τη χαρά μιας άλλης εποχής!
Τότε που τα παράθυρα ήταν ανοιχτά
και το βάζο γεμάτο…
Τότε που οι φωνές των παιδιών βούιζαν
και τα πρόσωπα ήταν χρυσά και χαμογελαστά.
Πόσα χρόνια πριν;
Όχι πολλά για να διαβούν κάποιοι το ύστατο μονοπάτι…
Όχι πολλά για ν’ αφήσουν έρημο το σπίτι
και να κλείσουν τα παραθυρόφυλλα…
Μόνο το αηδόνι κελαηδά το τραγούδι όσων έφυγαν.
Τους καλεί να ’ρθουν πίσω,
να κόψουν τα δροσερά άνθη,
να τα βάλουν στο στήθος τους.
Ν’ ανθίσουν πάλι τα πρόσωπα τους,
να καταργήσουν την άγρια θάλασσα της φθοράς...
Ειρηνικές ψυχές που φύγατε για πάντα,
κείτεστε στοργικά στα όνειρα μας.
Μιλάτε με λόγια όμορφα και μυστικά
και λέτε για όσα ζήσατε
και για όσα δεν προλάβατε.
Δίνετε συμβουλές για τη χαρά της ζωής,
να την αδράξουμε λέτε,
να μην την αφήσουμε να κυλήσει
σαν άμμος μες από τα δάχτυλά μας.
Έρχεστε στα όνειρα μας,
άραγε από πού;
Μήπως μείνατε για πάντα δίπλα στην κόκκινη τριανταφυλλιά;
Μήπως γνωρίζετε τις ομιλίες μας;
Μήπως στα όνειρα σας ανοίγετε το έρημο σπίτι,
το κατοικείτε ξανά,
βγαίνετε στα περβάζια και χαμογελάτε;
Μικρή τριανταφυλλιά,
που επιμένεις στη χαρά…
Γιατί ανθίζεις;
Γιατί θυμίζεις;
Γιατί δεν αφήνεις τους νεκρούς να ησυχάσουν;
Αρνείσαι τη φθορά,
αρνείσαι την ερημιά,
αρνείσαι το θάνατο.
Και φώλιασες στο στήθος μας για να μας πονάς…
Αγαπημένα άνθη στην άκρη του κήπου,
κάποιος ξέχασε να σας πάρει μαζί του...
Και μπήκατε μέσα μας στη θέση της καρδιάς…
Σκόρπια ροδοπέταλα ραίνουν το μονοπάτι της αυλής,
γίνονται κόκκινα δάκρυα στο πρόσωπο μας…
Αθώα τριανταφυλλιά,
γιατί δε μας αφήνεις επιτέλους να ξεχάσουμε;
****
Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΑΣΤΕΡΙΩΝ(  ποιητικό πεζό ) 

Οι φλόγες, πύρινες ρομφαίες, ανέβαιναν. Γύρω από τις φωτιές κάθονταν πρόσωπα πολλά, βυθισμένα στο σκοτάδι, μέχρι να τα διαλέξει κάποια φλόγα που ξεπηδούσε προς το μέρος τους. Φωτίζονταν τότε μέτωπα ιδρωμένα, μάτια μεγάλα, χείλη γεμάτα έξαψη.

Ήταν η γιορτή του Αη Γιάννη του Κλήδονα και σε όλα τα σταυροδρόμια καίγονταν τα μαγιάτικα στεφάνια. Παλικάρια και κοπελιές συναγωνίζονταν στο πήδημα της φωτιάς. Έπαιρναν φόρα και σαν αέρας περνούσαν μέσα από τις φλόγες. Η φωτιά απειλούσε την ύπαρξη τους, αλλ’ αυτοί άφοβοι έπαιζαν με το Χάρο που ήθελε να τους αρπάξει με τις χίλιες του γλώσσες. Γινόντουσαν μικροί αθάνατοι δίπλα στον Αη Γιάννη τον καβαλάρη, σιμά στον Αη Γιάννη τον χορευτή…

Οι φωτιές έστελναν ένα αντιφέγγισμα κόκκινο και θαμπό, που χανόταν στο μαύρο τ’ ουρανού. Η νύχτα ήταν καλοκαιριάτικη, ξάστερη.

Από κάποιο μπαλκόνι ακούστηκε ένα τραγούδι. Δεν ήταν μήτε μοιρολόγι μήτε τραγούδι της χαράς. Ψήλωνε αλλόκοτα σε μια κραυγή που πήγαινε να φτάσει στη χαρά, αλλά αμέσως κατέβαινε σ’ ένα μονόλογο που άγγιζε τη λύπη, χωρίς να χαθεί εκεί και να γίνει θρήνος γοερός. Ένας γέροντας τραγουδούσε εκείνη τη νύχτα που τα νιάτα θριάμβευαν στη γιορτή του Αη Γιάννη. Το πρόσωπο του είχε το κοκκινωπό των γηρατειών, που έδειχνε αχνές τις φλέβες στα μάγουλα και στα βλέφαρα. Τα μαλλιά του και τα μάτια του είχαν χάσει το χρώμα της νιότης. 
Απ’ το μπαλκόνι του φαινόντουσαν οι φωτιές στα σταυροδρόμια, σαν να έπεσαν τ’ άστρα στη γη κι ο κόσμος χόρευε ξέφρενος απ’ το μυστήριο. «Σήμερα χορεύουν τ’ αστέρια», σκέφτηκε ο γέροντας κι άρχισε πάλι να τραγουδά… 
Προσφυγόπουλο ήρθε στην Ελλάδα… Η μνήμη του περπατούσε στην «πατρίδα», που είχαν αφήσει πίσω… Ο πόνος της, αξέχαστος… Το τραγούδι του, ήχος βουβός, γι’ αυτήν μιλούσε. Δεν ήταν χαρά μήτε θρήνος. Ήταν σοφία και στοχασμός.
Τα νιάτα αναμετριούνταν με τις φωτιές του Αη Γιάννη. Θυμήθηκε τη νιότη του. Τότε που γεμάτος «νεύρο» και θέληση περνούσε μέσα απ’ τις φλόγες… 
Τώρα σιγά-σιγά ένιωθε τον Αη Γιάννη να τον καλεί να πηδήξουν μαζί μια άλλη φωτιά… Οι φλόγες του θανάτου πλησιάζανε… Μαζί θα τον νικούσαν… Όπως μαζί είχαν νικήσει και τη φωτιά του πολέμου και το μαράζι του ξεριζωμού και τα βάσανα μιας ολάκερης ζωής.
Το τραγούδι του καλούσε όσα πέρασαν. Η νιότη του είχε μείνει μαζί τους… Και τώρα που δεν μπορούσε πια να χορέψει το «χορό των αστεριών», έστελνε στα ουράνια σαν φλόγα το τραγούδι της ψυχής του. 
« Ένα ποτάμι είναι η ζωή», σκέφτηκε. « Κανένας χρόνος και κανένας καιρός δεν το επηρεάζουν. Ρέει βουβό, βαθύ, δυνατό. ‘Αχρονο σαν το «χορό των αστεριών». Τίποτε δεν μπορεί να σβήσει τη «φωτιά» που κρύβουν στα στήθη οι χορευτές του. Υπερήφανοι θα βαδίζουν πάνω στο άλογο το μαγεμένο του Αη Γιάννη, μικρά αστέρια δίπλα στα μεγάλα τ’ ουρανού…».


  ii) ΣΩΜΑ ΦΥΛΑΧΤΟ

«Σώμα Φυλαχτό», εκδόσεις Σαιξπηρικόν 2015.

 ΜΟΝΑΞΙΑ

Μοναξιά που περπατάς στους έρημους δρόμους!
Σβησμένα κεριά τα χαμόγελα,
δάκρυα λησμονημένα σε πεζούλια πέτρινα.
Ο καιρός ομίχλη ρευστή, άπιαστη.
Η ψυχή μας ξεχασμένη σε σοκάκια παλιά,
σιγοτραγουδά και μας κοιτά από μακριά,
μας αφήνει μόνους στην αγωνία μας.
Βιάζεται ν’ αποχαιρετήσει τους ζωντανούς της,
να θάψει τους νεκρούς της,
να στολίσει τις αναμνήσεις στα παραθύρια κάποιας παλιάς
άνοιξης.
Κι όλο καθυστερεί να γυρίσει.
Όσο περνούν τα χρόνια επιστρέφει όλο και πιο αργά.
Πόσος χρόνος να φροντίσει τις αγάπες της.
Πόσος χρόνος να φυτέψει λουλούδια γύρω από τις φωτογραφίες.
Να χαϊδέψει τ’ αγαπημένα πρόσωπα,
να τρέξει μαζί τους στα δρομάκια τα παλιά,
να τους βάλει να πλαγιάσουν στα πονεμένα κοιμητήρια.
Κι όλο περισσότερο αργεί κι όλο η μοναξιά μας μεγαλώνει.
–  «Περίμενε, θα γυρίσω» μας λέει.
Αλλά το ρολόι χτυπά πολλές φορές και δεν προλαβαίνει.
Και τη βλέπουμε από μακριά σε λησμονημένους κήπους.
– «Έρχομαι» λέει,
«να ποτίσω τα τριαντάφυλλα, να ρίξω νερό στις γλάστρες.
Έρχονται τα βράδια οι αγαπημένοι,
κάθονται κάτω απ’ το φεγγαρόφωτο.
Μοσχοβολά το χώμα, λάμπουν τα μάτια τους,
κρατούν τη στοργή μου στο στήθος τους.
Πρέπει να είναι καθαρά τα σεντόνια όπου θα κοιμηθούν,
δροσερή η νύχτα στα σώματά τους».
– «Έρχομαι» λέει,
κι όλο φροντίζει τις έρημες κάμαρες,
τους χορταριασμένους κήπους,
τ’ αγαπημένα ξανθά μαλλιά.
– «Έρχομαι» μας λέει,
χαϊδεύοντας τα χλωμά τους χέρια.
Κι όλο και πιο πολύ αργεί.
Και παίρνουμε απόφαση τη μοναξιά μας. 
Οι δρόμοι έρημοι.
Μόνο ο καιρός ακούγεται στα πλακόστρωτα.
Μα οι ρυτίδες μας βαθαίνουν,
η απουσία της ζωής μας αβάσταχτη.
– «Λίγο ακόμη» ακούμε την ψυχή μας να λέει,
«ν’ αγαπήσω τα δέντρα της αυλής,
να βάλω νερό να πιουν τα πουλιά,
να ρίξω θυμίαμα στους τάφους.
Οι νεκροί μιλούν τις νύχτες,
τους ακούν τα περιστέρια,
όλη νύχτα ξαγρυπνούν μαζί τους.
Τις μέρες περπατούν κάτω από τον ήλιο,
κοντοστέκονται στις σκιές,
γελούν δίπλα μας κάτω απ’ το μεγάλο κιόσκι
και δεν τους υποψιαζόμαστε».
–  «Λίγο ακόμη» λέει η ψυχή μας,
κι εμείς της κάνουμε τη χάρη, γιατί έχουμε κατανόηση,
μα η μοναξιά μας μεγαλώνει.
Βαστούμε στα χέρια την ερημιά μας.
Θέλουμε λίγη αγάπη.
Αλλά πότε θα γυρίσει η ψυχή μας, όλο μας ξεχνάει.
–  «Έρχομαι σε λίγο» μας λέει.
Κι όλο ξεχνιέται κάτω απ’ τ’ αστέρια να μετρά τις αναμνήσεις,
να ψελλίζει τραγούδια στα χελιδόνια που φεύγουν,
να καρφιτσώνει λουλούδια στα πέτα των αγαπημένων.
– «Έρχομαι» λέει,
κι εμείς την κοιτούμε μ’ αγάπη και δάκρυα,
γιατί καταλαβαίνουμε τον πόνο της.
– «Μείνε λίγο ακόμη» της λέμε, «δεν πειράζει».
Μα η μοναξιά μας γίνεται αβάσταχτη.
Η αγάπη μάς ερημώνει.
Και περιμένουμε.
Δέντρα γυμνά, ποτάμια στεγνά.
Περιμένουμε έρημοι,
βρέχοντας με δάκρυα το σταυρό της χαμένης μας ζωής,
της χαμένης μας άνοιξης.

****

ΣΧΟΙΝΟΒΑΤΕΣ

  
Γαλάζια λίμνη μακρινή.                     
Οι σκιές πεσμένες στα νερά της,
ένα αχνό φως στο βάθος της.
Η επιφάνειά της απύθμενη σιωπή.  
Γλιστρούν τα μικρά της κύματα
ανάμεσα απ’ τα δέντρα και τους θάμνους στις όχθες της,
κυλούν με τους ψιθυριστούς όρκους,
δροσίζουν τ’ ασύνορα κορμιά
των ξαπλωμένων ονείρων,
τα ωραία σώματα των αγαπημένων
κάποιας χαμένης άνοιξης.
Τα σύννεφα ασυγκίνητα,
τα κλαδιά μελαγχολικά στο πέρασμα του αέρα.
Λευκοντυμένοι ακροβάτες σχοινοβατούν
σε κάποιο αόρατο σχοινί. 
Ισορροπούν πάνω απ’ τη λίμνη,
αγγίζουν τη σιωπή του σώματός τους,    
καθρεφτίζονται στις φευγαλέες στιγμές τους.
Οι ματιές τους φτερουγίζουν
με τις πεταλούδες της νύχτας.
Ο χρόνος τους κάπηλος των ημερών τους,
τραγουδιστής των ονείρων τους.
Περπατούν στα βότσαλα του ανέμου,
βαδίζουν στα σύνορα του κορμιού τους.
Προχωρούν σαν νεκροί στην αιωνιότητα τους.
Η πραγματικότητά τους στα κρύα νερά     
ανερμήνευτη… άπιαστη.
Σχοινοβατούν πάνω απ’ τις μοναχικές σκιές τους,
διαβάτες άγνωστοι.
Αδιάβατο το κορμί τους,
αγέρας νοσταλγικός στην ερημιά.
Ασυντρόφευτη η ψυχή τους,
ξεχασμένη σε φτωχικά ερημοκλήσια.
Κι αυτοί σχοινοβάτες της ζωής τους,
λυγμός που χάνεται στ’ ακίνητα νερά

****

Ο ΑΝΕΜΟΣ


Ανεξερεύνητος φυσά, σε ρεματιές κατρακυλά.
Επαναστάτης, αστείος, τρελός.

Στις ράχες αρμενίζει,
τρομάζει τα νερά.
Τα σύννεφα χτενίζει,
τα στάχυα κρατά σφιχτά.

Κυκλοθυμικός, επίμονος, ουρανόφερτος και πελαγίσιος.

Χορεύει μες στα πέλαγα,
ακροβατεί στις στέγες,
Στα βλέφαρα σκαλώνει,
μπλέκεται στα μαλλιά.

Με μάτια αέρινα, με όρια υπέροχα.

Ζεφύρους ερωτεύεται,
κυνηγάει τα πουλιά.
Άσπρα όνειρα ανταμώνει,
καρτερά τα μυστικά.

Κυνηγιάρης, δροσερός, αλλοπαρμένος και βιαστικός.

Τα νούφαρα μαλώνει,
τα κρινάκια ξεγελά.
Στα όρη ξεφαντώνει,
κρέμεται στα κλαδιά.

Οι πέτρες τού αντιστέκονται, οι χείμαρροι τον χαιρετούν.

Περαστικός ξεφυσά,
ελπιδοφόρος περιφέρεται.
Κλωθογυρνάει στα βήματα,
χορεύει αντικριστούς χορούς.

Ελεύθερος, όμορφος, γαλανομάτης κι αγαπητός.

Κύματα προκαλεί,
θύελλες ξεσηκώνει.
Παλικαρίσια παρελαύνει,
δίνει προστάγματα.

Ασυμμάζευτος, ξεμαλλιάρης κι άστατος.

Αγριοπούλια χαιρετά,
σύννεφα γιγαντώνει.
Αναμετριέται με τις θάλασσες,
ζωγραφίζει τους ορίζοντες.

Επιπόλαιος μοιάζει, παντοδύναμος χαμογελά.

Τρυπώνει στ’ ανοιχτά πουκάμισα,
ξυπνά τους ξεχασμένους πόθους.
Κουρνιάζει στα στήθη τα καρτερικά,
επιστρέφει δροσερές τις μνήμες.

Αφανέρωτος, μυστικός, παιχνιδιάρης και τρυφερός.

Αγέραστος πηγάζει,
τα εφήμερα προσπερνά.
Το χρόνο ξεδιαλέγει,
τον κόσμο αναγεννά.

Λεβέντης, καμαρωτός, αγέρωχος και δυνατός.

Την ύπαρξη δροσίζει τη λευκή, την απαλή,
που αργυρόλευκος άνεμος η πνοή της η πρώτη.
Η απέριττη κι άδηλη τρυφερή προσευχή,
του ονείρου ο ψίθυρος, της χαράς η στοργή.

Αγαπημένη λυγερή, ηλιαχτίδα χρυσή!

Την χαϊδεύει ο άνεμος, την φιλά στα μαλλιά,
της χαρίζει την Άνοιξη, της γελά κι αγαπά.
Κι αρμενίζει αμέριμνη σε ταξίδια τρελά,
στα γαλάζια του πέλαγα, στη γλυκιά του αγκαλιά.



****
ΑΠΟΧΩΡΙΣΜΟΣ 

Στη μνήμη του πατέρα μου.

Οι μέρες λευκά περιστέρια. Οι άνθρωποι τις ακολουθούν
σιωπηλοί. Το τελευταίο τους ταξίδι χωρίς γυρισμό.
Η νοσταλγία ερημώνει. Ο χωρισμός αβάσταχτος.
Δε φέρνει όμως το τέλος. Μια ανελέητη αρχή ξεκινά.
Η αγάπη παντοδύναμη, τρέχει πίσω απ’ τον κόσμο
τον άγνωστο.

Όσοι μένουν πίσω περιμένουν την άμαξα την αόρατη.
Ν’ ανοίξουν οι πόρτες, «περάστε» να τους πουν
«οι αγαπημένοι σας περιμένουν».
Θα ρίξουν μια ματιά τότε στο παγκάκι
όπου χρόνια πολλά περίμεναν και θ’ ανέβουν ανάλαφροι…
Πονεμένα πουλιά κουρνιάζουν σε έρημους σταυρούς.
Τα φτερά τους μαντήλια λευκά στην ερημιά. Τα δάκρυά τους
μαντήλια μαύρα στον κάμπο της νοσταλγίας …

Η καρδιά της γης ακούγεται βαριά.
Κάθε της χτύπος και μια στοργική φωνή.
– «Μικρά πουλιά, πετάξτε, η ψυχή σας μαράθηκε».
– «Γλυκά πουλιά, χαρείτε, ως πότε θα περιμένετε
ν’ ανοίξουν οι άσπρες πλάκες; Έκλεψαν για πάντα τους
αγαπημένους σας. Δεν μπορείτε να νικήσετε τη δύναμή τους».
– «Άδειος ουρανός κι αγριοπερίστερα τους πήραν μαζί τους.
Πέτρα βαριά και χώμα πολεμούν με το τραγούδι σας».
– «Μην τρέχετε στο κατόπι τους,
θα σπάσετε τα φτερά σας».
– «Μην κλαίτε. Η καρδιά των νεκρών θα ραγίσει.
Πώς θ’ αντέξετε τα δάκρυά τους».
– «Αφήστε τους να ξεχάσουν. Η λήθη είναι παρηγοριά
για τα μαραμένα βλέφαρά τους».
– «Πιείτε νερό της λησμονιάς. Λαχτάρησαν το χαμόγελό
σας».
– «Μη χαϊδεύετε το χώμα που τους σκέπασε.
Κουράζεται το νεκρό τους σώμα απ’ την προσπάθεια της
ανάστασης».
– «Αφήστε τους να κοιμηθούν. Αρκετά ξαγρύπνησαν να
τραγουδούν στην ερημιά σας».
– «Ρίξτε νερό να πιουν. Τους δίψασε ο πόνος σας».
– «Γαληνέψτε τις μέρες. Οι ώρες σταμάτησαν κι ο
χρόνος περιμένει».
– «Παρηγορήστε το καντήλι σας. Ο θρήνος είναι ποτάμι
δίχως γυρισμό, δεν μπορεί να τον αντέξει ο θάνατος».
– «Ζωγραφίστε λίγη ζωή στην άδεια ψυχή σας.
Η αιωνιότητα είναι αβάσταχτη δίχως τη χαρά σας».
– «Ξεκινήστε για το παιχνίδι των ουρανών».
Να ’στε σίγουροι ότι περιμένουν!


iii) ΑNEKΔΟΤΑ


Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΥΠΟΣΧΕΣΗ ΤΟΥ ΠΟΣΕΙΔΩΝΑ

Δαντελωτές χαίτες αλόγων στα αδράχτια των ονείρων,
η καταχνιά χρόνος των κοιμισμένων χρυσαετών.
Μια κατάλευκη μέρα η προηγούμενη της ζωής μας,
οι καπετάνιοι των ονείρων περιδιαβαίνουν τα λιμάνια της αθανασίας.
Τα νερά των ωκεανών ορμητικά,
εφήμερος ο κυματοθραύστης της μοίρας.
Τα δελφίνια ταξιδεύουν για τις θάλασσες του νότου,
το ταξίδι τους ένας ολόγιομος καημός.
Οι ονειροδείκτες τυχαίοι στα σύνορα των ουρανών,
οι φωνές των ναυαγίων ασύλληπτες.
Στα καράβια των μοναχικών πειρατών μια φωλιά περιστεριών,
η τελευταία υπόσχεση του Ποσειδώνα τρίαινα πανάρχαιη.
Γενναίοι πολεμιστές τρυγούν τις ηλιαχτίδες του σεληνόφωτος,
οι Διόσκουροι ακονίζουν τα σπαθιά τους.

Ένας μεγάλος πλάτανος κοιμίζει τους αγγέλους,
η μελωδία των ξανθών φεγγαριών συναρπαστική.
Οι καμπανούλες των βυθών χαιρετούν τους ιππότες των ανέμων,
τα εικονίσματα ταξιδεύουν στα γαλάζια κύματα.
Οι δροσοσταλίδες καταιγίδα τρυφερή,
τα κρίνα ανεμίζουν τα λευκά τους όνειρα.
Η τελευταία μας επιθυμία μια ξανθισμένη πασχαλιά,
η εποχή των γλυκών μας χρόνων προσευχή κρυστάλλινη.
Οι αμμουδιές των ήλιων μας χρυσό θυμίαμα,
η γέννηση της απεραντοσύνης σιωπηλή στοργή.
****
ΨΑΡΟΠΟΥΛΑ

Στου πελάγου την άκρη, μικρή ψαροπούλα, λικνίζεσαι.
Βάζεις τον ήλιο στο ταγάρι σου,
τον ωκεανό στην ποδιά σου,
τριγυρνάς αρχόντισσα σε βότσαλα και φύκια.
Σκερτσόζα και τσαχπίνα,
ξελογιάζεις το βυθό,
αναπνέεις το βοριά και το μαΐστρο,
αραδιάζεις τα κύματα στη ράχη του ορίζοντα.
Βαριές οι πατημασιές του Ποσειδώνα στα χρυσά χαλίκια,
κι εσύ αρμενίζεις στις αγκάλες των γοργόνων,
με το κόκκινο και το μπλε στα κουπιά σου,
με τη γαλανόλευκη στα πανιά σου.
Βαρκούλα λυγερή που ημερεύεις τη φοβερή θάλασσα,
που παίζεις κρυφτό με τα μαριόλικα μάτια της!
Γυφτοπούλα μες τη νιότη του ήλιου,
με τα φουστάνια τα χρωματιστά, με τα μαλλιά τα ξέπλεκα!
Τριγυρνάς στα πανηγύρια των αυγερινών,
ρίχνεις τις πλεξούδες σου να σκαρφαλώσουν οι αστερίες και οι ιππόκαμποι.
Και τα δίχτυα σου γεμάτα κύματα και δειλινά,
τραγούδια και μελαμψές νύχτες.
Μικρή ψαροπούλα με τα σκαριά από ουρανό  κι αστέρια,
με την περπατησιά της θάλασσας!
Γλιστράς απαλά στο λευκό του ονείρου,
μαγεύεις τους καπετάνιους των ανέμων.
Με άγκυρα από άγρια κρίνα,
με πλώρη από παιχνιδιάρικα δελφίνια.
Ψιθυρίζεις σε κοράλλια κι ασημένιες τρίαινες,
νανουρίζεις τους ήλιους και τα χρυσά πέλαγα.
Αρχοντοπούλα του μεσημεριού και του κατάλευκου ύπνου,
ειρήνη του απέραντου γαλάζιου!
****
ΠΕΤΡΙΝΑ ΟΝΕΙΡΑ 
(αφιερωμένο στις γυναίκες της προσφυγιάς και του πόνου)

Γυναίκες πετρωμένες σ' ακρόπρωρα,
τ’ αγριοπούλια τους απολιθωμένα.
Τρομαγμένα τα καράβια τους,
τα δάκρυά τους μαρμαρωμένα.
Έγειραν στο χώμα απροστάτευτες,
κυρτωμένες, μοναχικές αγάπες.
Αμίλητες λησμονημένες άνοιξες,
ακοίμητες φωνές.
Μόνες να συντροφεύουν τον άνεμο,
να στρώνουν τα πέτρινα μονοπάτια.
Χλωμά νυχτολούλουδα στα πέλαγα,
αδύναμες πνοές.
Όνειρα της ερημιάς ακίνητα,
πέτρινες σιωπές.
Βράχοι ερημωμένοι κι άσημοι,
πανέρημες σκιές.
Ιωάννα Αθανασιάδου, ποίημα δημοσιευμένο στην εφημερίδα Πρωινός Τύπος
της Δράμας.
****
ΔΙΧΑΣΜΟΣ

Φωνές και πρόσωπα ξενιτεμένα,
άγρυπνα πουλιά της ψυχής μας.
Ο καιρός κοντοστέκεται στις ψιχάλες,
ο χρόνος στα μαρμαρωμένα αλώνια.
Στις νύχτες μας όνειρα παράξενα,
φυσά ανελέητος ο αέρας.
Τα φτερά της αγάπης τσακισμένα,
πότε θα τελειώσει ο διχασμός;
Οι σκιές γέμισαν τις αδειανές κάμαρες,
ο κόσμος μοναχικό καράβι.
Μια στάχτη, ένα χώμα αιμάτινο,
η θάλασσα λαβωμένη από αόρατο βόλι.
Λευκοί σταυροί στο στήθος μας,
πληθαίνουν τα πικραμένα χελιδόνια.
Τα κύματα της ερημιάς ασίγαστα,
η αθωότητα της στιγμής ξεχασμένη.
Ένας λυγμός, ένα φτερούγισμα, ένα ψιθύρισμα,
πότε επιτέλους θα φανεί το λιμάνι;
Ιωάννα Αθανασιάδου
****
Η ΠΟΛΗ
(το ποίημα μιλάει για την πόλη μας τη Δράμα)

Ένας ήλιος κατακόκκινος στο μονοπάτι του ανέμου.
Τα ξέφτια του στα κλαδιά, στα πέτρινα σπίτια,
τα χαλάσματα.
Η πόλη παλιά όσο και οι αναμνήσεις.
Σκαρφαλωμένη στους μεγάλους κισσούς, τους υγρούς τοίχους,
στα περιστέρια που πετούν αναστατωμένα.
Καραβάκι στα νερά, νανουρίζει τους ανθρώπους της,
γερνά μαζί τους.
Τα πρόσωπα ξεθωριασμένα στα πέτρινα σοκάκια,
οι ομιλίες κεριά στα παραθύρια.
Κανείς δεν προσπαθεί ν' αλλάξει την πορεία των ημερών.
Το σχήμα τους θολό και δυσδιάκριτο,
χάνεται στα στενοσόκακα, κρύβεται στις σκιές,
στα ξέφωτα χαμογελά.
Ο χρόνος φέρνει τη λύτρωση.
Τα λόγια τους καρτερικά,
οι κάμαρές τους γαλήνιες.
Η πόλη γέρνει στα σώματά τους,
πλαγιάζουν μαζί ειρηνικά.
Τα κουρασμένα ρολόγια της χτυπούν στα καλντερίμια,
οι ψηλοί τοίχοι καθρεφτίζονται στα λιμάνια της σιωπής.
Οι σκιές ξενυχτούν στα χαλάσματα,
μοσχοβολούν γιασεμί τα δειλινά.
Κι οι άνθρωποι βγαίνουν απ' τις φωτογραφίες, τόσο νέοι.
Συγυρίζουν τους χρόνους,
βάφουν τα καλντερίμια με τον ασβέστη του φεγγαριού,
περιμένουν στις εξώπορτες,
ποτίζουν τα γεράνια τους στις γλάστρες,
μετρούν τα φθινόπωρα με τα χρυσάνθεμα στις αυλές τους.
Ήσυχοι κι ανίδεοι μαζί.
Κι η σιωπή μενεξεδιά,
τα περάσματα δροσερά,
ο θάνατος αθώος.
Ο ένας γέρνει στην ψυχή του άλλου,
η πόλη γέρνει στους ώμους τους.
Τα παραθύρια ανοιγοκλείνουν τις μέρες τους,
τα μάτια τους γεμίζουν ουρανό.
Διαβάτες ξένοιαστοι
κι ερωτευμένοι με τη μικρή τους πόλη παντοτινά.
Ιωάννα Αθανασιάδου, ποίημα δημοσιευμένο στην εφημερίδα Πρωινός Τύπος της Δράμας.






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου