Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2015

ΕΙΡΗΝΗ ΛΙΒΑΝΟΥ - Απόσπασμα από το μυθιστόρημα ''μια ηλιαχτίδα για δύο''


«Αν δεν τον αγαπάς γιατί τον παντρεύεσαι; Χώρισε τον να πάει στο διάολο! Άλλον γνωρίσαμε άλλος μας βγήκε». 
«Νόμιζα πως θα με βοηθούσε Τασώ. Ήθελα να κάνω οικογένεια. Παιδιά που να μ’ αγκαλιάζουν. Ο Τίτος δεν θέλει ούτε παιδιά». 
«Μόνο γι’ αυτό κλαις; Που δε θέλει ο Τίτος να κάνει παιδιά; Αχ βρε Νίνα! νομίζεις πως δεν καταλαβαίνω; Καλύτερα να μη δουλεύαμε εδώ. Αυτή η καθημερινή επαφή με το Μάρκο… «Δεν είναι αυτό Τασώ!» 
«Αυτό είναι. Και μη μου κρύβεσαι πια! Ότι θέλεις να μου πεις, πέστο μου να ξαλαφρώσεις. Εγώ θα είμαι πάντα εδώ για σένα». Δεν της είπα τίποτα!

Στο γάμο μου ήμουν πολύ χαρούμενη. Η Κλαίρη, η κουνιστή κοπέλα που δούλευε στις προμήθειες, και που τώρα την είχα κάνει γραμματέα μου, μου είχε δώσει μερικά χαπάκια, πολύ αποτελεσματικά όπως μου είπε για τέτοιες στιγμές. 
«Το παθαίνουν αυτό οι νύφες». Μου είπε έτσι μέσα στην κατήφεια που με έβλεπε. «Παρ’ τα. Θα αισθανθείς καλύτερα». 
Έτσι και στην εκκλησία, και στη δεξίωση, ήμουν χαρούμενη, όμορφη, και πολύ –πολύ ερωτευμένη με τον Τίτο. Δεν ήθελα ούτε ματιές με το Μάρκο, ούτε συζητήσεις με την Τασώ που με κοιτούσε ερευνητικά. Για να τα αποφύγω όλα αυτά, βρήκα και έκανα κάτι πολύ αποτελεσματικό. Όλη τη νύχτα χόρευα. Έβαλα όλη μου την τέχνη απ’ ότι είχα μάθει στο μπαλέτο, την ανακάτεψα με όλα τα είδη των χορών όπως συνήθιζα, και χόρευα. Αυτό το ανακάτεμα ήξερα πως άρεσε φοβερά στο Μάρκο. Έτσι μου έλεγε τις λίγες φορές που είχαμε χορέψει μαζί. Ο Πρώτος μου χορός ήταν με τον Τίτο φυσικά. Χόρεψα μαζί του τόσο αισθησιακά που τον ζάλισα. 
«Για νυφικό είχα διαλέξει ένα στράπλες στενό ελαστικό φόρεμα, που μου έφθανε στο γόνατο. Ήταν ολόιδιο σαν εκείνο το αντίγραφο του Βερσάτσε που τόσο είχε αρέσει στο Μάρκο όταν το φόρεσα τη μέρα που πήγαμε σε κείνο το σικάτο εστιατόριο. Το νυφικό στο γάμο, ήταν γνήσιο Βερσάτσε αυτή τη φορά, και το συμπλήρωσα με μακριά γάντια και ψηλοτάκουνες γόβες. 
Όταν τα κορίτσια με ρώτησαν τι ακριβώς ήθελα να κάνω μ’ αυτά τα δύο ίδια φορέματα, δεν ήξερα στα σίγουρα τι ακριβώς, ούτε κι’ εγώ η ίδια. Ίσως το έκανα επειδή εκείνη τη βραδιά που το φόρεσα, ο Μάρκος μου χάρισε το δαχτυλίδι, κι’ έτσι το φόρεμα του Βερσάτσε, είχε γίνει φόρεμα αρραβώνων,… Ίσως που μετά πήγαμε στη μαμά μου να της το αναγγείλουμε, κι’ εκείνη τη βραδιά γίναμε οι τρεις μας οικογένεια…. 
Μπορεί και να αναζητούσα στο γάμο μου, λίγη απ’ τη γλύκα εκείνης της βραδιάς. Κάτι που να ζεστάνει την ψυχή μου. Έτσι σαν υποκατάστατο. 
Όμως, τίποτα μα τίποτα δεν έγινε όπως το υπολόγισα. Την ψυχή μου δεν τη ζέστανε ούτε το φόρεμα ούτε φυσικά οι αναμνήσεις. Το μόνο που πέτυχα μ’ αυτό το φόρεμα σαν νυφικό, ήταν να είμαι απλά μια απαράδεκτα σέξι νύφη. Δε βαριέσαι! Είπα κοιτάζοντας στον καθρέφτη λίγο πριν ξεκινήσουμε Ας είμαι όπως νάναι. Εδώ που τα λέμε δεν είχα καθόλου διάθεση να ντυθώ ρομαντική νυφούλα στο πλευρό του Τίτου. Έτσι, μ’ αυτό το νυφικό που περισσότερο έμοιαζα με πόρνη πολυτελείας, ξετρέλανα και το Μάρκο όταν ήρθε η σειρά του να χορέψουμε. 
«Δεν έχω δει πιο σέξι νύφη!» μου είπε αυτός μόλις με πήρε στην αγκαλιά του. Φαίνεσαι ευτυχισμένη. Είσαι;». 
«Όχι! Είναι που είσαι μεθυσμένος και δεν μπορείς να ξεχωρίσεις την ήρα απ’ το στάρι... Γιατί μέθυσες; 
«Χρειαζόμουν κάποιο βοήθημα ώσπου να περάσει αυτή η βραδιά… Γιατί είπες όχι;». «Απάντησα στην ερώτησή σου». 
«Τι θέλεις να πεις; Φαίνεσαι πολύ χαρούμενη! 
«Η Κλαίρη μου έδωσε χάπια της ευτυχίας». 
«Γιατί πήρες χάπια; Αφού χρειαζόσουν χάπια γι’ αυτό, τότε γιατί το έκανες;» Σφίχτηκα επάνω του. 
«Αφού ξέρεις γιατί με ρωτάς;» 
«Όχι δεν ξέρω». 
«Μα για τον ίδιο λόγο που κι’ εσύ μέθυσες. Χρειαζόμουν κι’ εγώ ένα βοήθημα ώσπου να περάσει αυτή η βραδιά. 
«Μάλιστα! Και τι θα γίνει με τις άλλες βραδιές; Σου το είχα πει ότι δεν θα ήταν εύκολο. Γιατί το έκανες Νίνα; 
«Μμμ! Επειδή το έκανες κι’ εσύ. Ήθελα να πάμε κόντρες με τους γάμους». Είπα μ’ ένα μικρό γέλιο. 
«Ούτε για σένα είναι εύκολο;» συνέχισα απορημένη τάχα. 
«Μου φαίνεται περίεργο αυτό μετά απ’ όσα έχεις κάνει. Μετά απ’ το Λαγονήσι, μετά και απ’ το γάμο σου, μου καρφώθηκε η ιδέα πως δεν έχει καμιά σημασία για σένα ποια θα βρίσκεται στο κρεβάτι σου». 
«Μερικές φορές γίνεσαι πολύ σκληρή». Είπε. 
«Γιατί είμαι σκληρή; Τι σε πείραξε περισσότερο από τις αλήθειες που είπα;» 
«Με πειράζει που κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις τι είσαι για μένα. Αλλά δεν είναι αυτή η συζήτηση που θα κάνουμε στο γάμο σου Νίνα. Τώρα αυτό τελείωσε». Αυτό το «τελείωσε» με σοβάρεψε. 
«Ναι! Τελείωσε!» Αναστέναξα και η φωνή μου ακούστηκε απελπισμένη. 
Αυτός με έσφιξε λίγο πιο δυνατά. Ένιωσα τα μπράτσα του γύρω μου, και απελπίστηκα περισσότερο. 
«Όταν γυρίσω απ’ το ταξίδι, όλα θα είναι διαφορετικά». Είπα θλιμμένη. «Θα είμαστε δυο φιλικές οικογένειες. Θα πηγαίνουμε σινεμά, εκδρομές, και θα παίζω με το μωρό σου κυνηγητό». Ο χορός τελείωσε κι’ εκείνος με άφησε από τα χέρια του. «Αντίο Μάρκο!». «Αντίο Νίνα μωρό μου!» είπε και πέρασε τα δάχτυλά του απ’ το μάγουλό μου σ’ έναν τρυφερό αποχαιρετισμό. Στα μάτια του γυαλίζανε κάτι σαν δάκρια που πάντως κατάφερνε και τα συγκρατούσε. 
«Πως το καταφέρνεις αυτό;» τον ρώτησα κοιτάζοντας τον κατάματα. 
«Ποιο» 
«Να… που συγκρατείς τα δάκρια σου όταν θέλεις να κλάψεις;» 
«Εσύ πως το καταφέρνεις;» 
«Εγώ φοβάμαι το τσούξιμο από τη μάσκαρα». Γέλασε. 
«Μάρκο…» είπα διστακτικά. Δεν ήξερα αν έστεκε αυτό που ήθελα να τον ρωτήσω. Ήμουν τόσο ζαλισμένη απ’ αυτά τα χάπια! «Ναι…» «Αφού νιώθουμε ακόμη έτσι μωρό μου,… Αφού δεν είναι εύκολο ούτε και για σένα απ’ ότι κατάλαβα,… έχω σκεφτεί ένα σχέδιο». 
«Τι σχέδιο;» 
«Άκου!... μια φορά με τον Τίτο, είχα κλείσει τα μάτια μου και σκεφτόμουνα εσένα. Αλλά,… δεν πέτυχε. Το σχέδιο μου λοιπόν είναι,… Να κανονίζαμε Μάρκο εσύ κι’ εγώ μια απαρέγκλιτη ώρα που θα κάνουμε έρωτα με τους… συζύγους, και να σκεπτόμαστε ο έναν τον άλλον εκείνες τις στιγμές… Μπορεί τότε… Ο Μάρκος με κοίταξε κατάπληκτος σαν να μην πίστευε αυτά που άκουγε. 
«Νίνα τι έκανες; πήρες τα χάπια και ήπιες;» με διέκοψε με αγωνία. 
«Ναι αυτό έκανα. Αυτά τα χάπια ήταν μια σαχλαμάρα. Χρειαζόμουν κάτι ακόμη για συμπλήρωμα. Τι με κοιτάς έτσι;» είπα μ’ ένα μικρό γέλιο. 
«Νίνα πήγαινε στον Τίτο. Πες του να σε πάρει και να φύγετε». Μου είπε αναστατωμένος. «Πήγαινε να του το πεις, αλλιώς θα πάω εγώ». 
«Ο. Κ. Μάρκο πήγαινε. Να του πεις όμως πως πήρα τα χάπια γιατί αγαπάω εσένα. Κι’ εσύ πήγες και παντρεύτηκες τη Ντάνα. Γιατί παντρεύτηκες τη Ντάνα Μάρκο; Τι ήταν επιτέλους το τόσο κακό που σου έκανα και μ’ άφησες μωρό μου;» 
«Νίνα δε θα το λύσουμε εδώ στην πίστα αυτό». 
«Ναι λες και θα το λύσουμε ποτέ!» 
Του γύρισα την πλάτη και πήγα στον Τίτο. .
ειρηνη λιβανου






3 σχόλια:

  1. ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΌ ΑΝΕΚΔΟΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΟΥ

    ΕΙΡΗΝΗ ΛΙΒΑΝΟΥ ΒΑΓΙΑ !!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. βΡΈΘΗΚΑ ΝΑ ΓΡΆΦΩ ΤΑ ΒΙΒΛΊΑ ΜΟΥ ΣΕ ΜΙΑ ΕΠΟΧΉ ΟΙ ΕΚΔΟΤΙΚΟΊ ΟΊΚΟΙ ΌΧΙ ΜΌΝΟ ΔΕΝ ΠΛΗΡΏΝΟΥΝ ΤΟΥς ΣΥΓΚΡΑΦΕΊς ΑΛΛΆ ΖΗΤΆΝΕ ΚΑΙ ΛΕΦΤΆ ΓΙΑ ΤΗΝ ΈΚΔΟΣΉ ΤΟΥΣ ΣΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΌΤΗΤΑ ΕΊΝΑΙ ''ΥΠΈΡΟΓΚΑ ΤΑ ΛΕΦΤΆ ΠΟΥ ΖΗΤΆΝΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΟΧΉ ΤΗς ΚΡΊΣΗς ΣΤΗΝ ΟΠΟΊΑ ΒΡΙΣΚΌΜΑΣΤΕ. ΌΣΟ ΚΙ' ΑΝ ΑΞΊΖΟΥΝ ΤΑΒΙΒΛΊΑ ΜΑς !!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Δε θα εκδώσω ποτέ τίποτα. Νο μανευ νο ...........
    ειρήνη Λιβανού Βάγια



    ΑπάντησηΔιαγραφή