Πέμπτη, 4 Ιουνίου 2015

Ιστίου Τόπος,Δημιουργική Γραφή με τη Σοφία Νινιού " Διονύσης Μάινας - Η τρύπα "

Επεξεργασία Σοφία Νινιού

Ο ήλιος είχε ήδη κρυφτεί πίσω από το απέναντι βουνό. Η γρια-Πάνενα, με το βάρος των ογδόντα και πλέον χρόνων της πάνω στα πόδια της, βιάστηκε να πάει φέρει τη γίδα.

Από τότε που ο άνδρας της ο Πάνος αποδήμησε εις Κύριον και νοικοκύρης έγινε ο γιος της ο Αντρίκος, βοηθούσε, όσο μπορούσε, στις δουλειές του σπιτιού και τις περισσότερες φορές αυτή ήταν, που πήγαινε από το πρωί το ζωντανό και το άφηνε να βοσκήσει εδώ, στην άκρη του λόγγου, ποτέ πιο μέσα… και το έπαιρνε το σούρουπο, πριν βραδιάσει, οπωσδήποτε πριν βραδιάσει… ακολουθώντας το δρομάκι στο πλάι, ποτέ τα μονοπάτια μέσα στο λόγγο.

Ο λόγγος απλωνόταν στην πλαγιά κάτω από τον αυλόγυρο του σπιτιού, παραπίσω η εκκλησία με το νεκροταφείο και από πάνω το υπόλοιπο χωριό. Τώρα τον Μάη ήταν καταπράσινος με παχύ γρασίδι και πυκνούς θάμνους, βελανιδιές και πουρνάρια, κυπαρίσσια και αγριελιές και λουλούδια παντού, σε όλα τα χρώματα. Μέσα σε αυτόν τον παράδεισο τριγύριζαν πολύχρωμα έντομα και ζουζουνάκια, πουλιά μικρά και μεγάλα, αγριοκούνελα και σκίουροι. Αλλά, όταν η μέρα έφευγε και παραχωρούσε τη θέση της στο σκοτάδι, ένας άλλος κόσμος εμφανιζόταν, όντα διαβολικά και απόκοσμα: τραγοπόδαροι και εξαποδώ που παραμόνευαν να σου πάρουν τη ψυχή, τετράποδα με μάτια, που βγάζουν φωτιές, και κοφτερά δόντια έτοιμα να σου ξεσκίσουν τις σάρκες , νεράιδες και ξωτικά που σου έπαιρναν τα λογικά, ζούδια και στοιχειά, που πάγωνες στη θωριά τους, πνεύματα πεθαμένων με πολλά κρίματα, που εγκατέλειψαν το παρακείμενο νεκροταφείο και κατοικούσαν στα δέντρα˙ έτσι λέγανε στο χωριό.

Η Πάνενα έλυσε βιαστικά τη γίδα. Όσο γρήγορα ερχόταν το σκοτάδι , τόσο μεγάλωνε μέσα της η ανησυχία. Είχε νωπές ακόμα στο μυαλό τις συζητήσεις στο χωριό για το τελευταίο συμβάν. Τις προάλλες ο Πετρής που πέρασε από το δάσος βράδυ, γυρνώντας από το χωράφι, γλύτωσε παραλίγο από μία νεράιδα που εμφανίστηκε ξαφνικά ανάμεσα από τα δέντρα και τον καλούσε να της πει το όνομά του, με παράξενα γέλια και λόγια. Ευτυχώς ήταν δασκαλεμένος από τα τόσα, που είχαν συμβεί από παλιά, πως δεν έπρεπε να μιλήσει, γιατί αλλιώς θα του έπαιρνε τη μιλιά. Ούτε καν γύρισε να την κοιτάξει. Συνέχισε το δρόμο του, δήθεν αδιάφορα, είπε τρεις φορές από μέσα του το «Πάτερ ημών» και αυτή χάθηκε στο βάθος του Λόγγου. Αλλά και αυτή η ίδια παλιότερα, περνώντας βράδυ από το δρομάκι, είδε ένα θεόρατο παππά σα σκιά να ανεβαίνει σε ένα κυπαρίσσι…

Η γίδα, αφού ελευθερώθηκε, τινάχτηκε προς την ανηφόρα, παίρνοντας το δρόμο προς το σπίτι σέρνοντας το σκοινί και αφήνοντας πίσω την Πάνενα μόνη της, της οποίας η καρδιά ανέβαζε κτύπους από την κοπιαστική ανηφόρα αλλά κυρίως από το φόβο… Ξαφνικά το αίμα της πάγωσε! Ένα αλλόκοτο «εεεεεε» ακούστηκε, σαν να ερχόταν από το πουθενά. Δεν έμοιαζε με κραυγή ανθρώπου αλλά ούτε και ζώου. Επιτάχυνε το βήμα της, προσπάθησε να πει σιωπηλά το «Πάτερ ημών» και τα ’βαλε με τον εαυτό της, που τόσα χρόνια πηγαίνει στην εκκλησία και δεν έμαθε τίποτα περισσότερο από τις δυο λέξεις. «Κύριε ελέησον, Κύριε ελέησον» συνέχισε και «Ιησούς Χριστός νικά κι όλα τα κακά σκορπά». Ταυτόχρονα σταυροκοπιόταν και έφτυνε εξορκίζοντας το κακό. Κόντευε να φτάσει στο σπίτι, όταν άκουσε κάτι σαν κλαψούρισμα, σχεδόν δίπλα της, λες και έβγαινε μέσα από τη γη, λες και ερχόταν κατευθείαν από την κόλαση. Γυρίζει αλαφιασμένη το κεφάλι της και βλέπει την τρύπα, την τρύπα της γεώτρησης. Ήταν μια από τις τρύπες, που είχε ανοίξει ένα συνεργείο πριν μήνες κάνοντας γεωτρήσεις δοκιμαστικές για το φράγμα, που θα γινόταν στο ποτάμι. Τις περισσότερες τις είχαν χώσει αλλά αυτή φαινόταν ξεχασμένη στην άκρη του δρόμου, σχεδόν ανάμεσα στους θάμνους του λόγγου.

Η σκέψη ότι κάποιος σατανάς είχε καταλάβει την τρύπα της έδωσε φτερά στα πόδια, φτάνει στην αυλή του σπιτιού και φωνάζει το γιό της «Αντρίκοοο! Αντρίκοοο!»…

Σε λίγο κατέφθασαν στο σπίτι ο παππάς με το σταυρό, το ευαγγέλιο και ένα θυμιατό στο χέρι, ο Τραγκαράγκας με το δίκανο, ο Πρόεδρος του χωριού και συνέχιζαν να έρχονται και άλλοι. Η νέα είδηση από το καταραμένο μέρος διαδόθηκε αστραπιαία.

Η σύσκεψη έγινε σύντομα. Όλοι συμφώνησαν ότι θα έπρεπε να διώξουν τον σατανά από την είσοδο του χωριού τους, τη χειρότερη απειλή γι’ αυτούς και τα παιδιά τους αλλά και για τα άλλα ζωντανά τους. Το πρόβλημα ήταν το πώς. Ένα τέτοιο εγχείρημα ήταν πολύ επικίνδυνο. Με ένα θεριό τα βάζεις αλλά με ένα στοιχειό δεν ξέρεις τι μπορεί να προκύψει. Και άμα μπει και μέσα σου, μετά τι γίνεται; Η ιδέα να πάει μπροστά ο εκπρόσωπος του Θεού, δηλαδή ο παππάς, που με τη βοήθεια του Παντοδύναμου θα εκδίωκε μακριά και δια παντός το σατανικό ον απορρίφτηκε από τον ίδιο. Ένας γνωστός του παππάς σε ένα άλλο χωριό, που είχε επιχειρήσει να βγάλει ένα δαιμόνιο από ένα άρρωστο, όχι μόνο δεν κατάφερε τίποτα αλλά ξυλοκοπήθηκε και άγρια από τον δαίμονα. Ο Τραγκαράγκας που είχε πιει ήδη, όπως κάθε βράδυ, ένα μπουκάλι έδειχνε να φοβάται λιγότερο. Προσφέρθηκε να πάει στην τρύπα, όχι μόνος του αλλά όλοι μαζί, και να ρίξει μερικές ντουφεκιές μέσα στην τρύπα. Ο Πρόεδρος διατύπωσε τις αμφιβολίες του κατά πόσο θα έκαναν κάτι οι ντουφεκιές σε ένα στοιχειό αλλά δεν είχαν και πολλές επιλογές. Αποφάσισαν τελικά να πάνε τρεις μπροστά, μαζί, και οι άλλοι να μείνουν σε κάποια απόσταση ασφαλείας σε ετοιμότητα για ό, τι προκύψει. Τα παιδιά και οι γυναίκες μακριά.

Ξεκίνησαν λοιπόν με κατεύθυνση την τρύπα ο παππάς με τα εργαλεία της δουλειάς του στο χέρι και το θυμιατό, που του είχε ετοιμάσει ήδη η Πάνενα, ο Τραγκαράγκας με προτεταμένο το δίκανο και το χέρι στην σκανδάλη έτοιμο να διαλύσει με σκάγια ό, τι πεταγόταν και ο Αντρίκος με το καλύτερο όπλο που διέθετε στο σπίτι, μια τσάπα. Ο φόβος τους για το άγνωστο ήταν μεγάλος αλλά μετριαζόταν κάπως, γιατί όλο το χωριό πίσω τους υποστήριζε και επαφιόταν επάνω τους. Ήταν οι ήρωες του χωριού που αναλάμβαναν σίγουρα μια δύσκολη αποστολή, που όμοιά της δεν υπήρξε ούτε στον μεγάλο πόλεμο αλλά ούτε και μετά, στο συμμοριτοπόλεμο. Τα μάτια τους ήταν εκπαιδευμένα να βλέπουν και στο μισοσκόταδο, μια που το ηλεκτρικό δεν είχε έρθει ακόμη στο απομακρυσμένο χωριό τους αλλά τους βοηθούσε και η αποψινή πανσέληνος και η λάμπα πετρελαίου, που πήρε από το σπίτι ο Αντρίκος.

Η τρύπα δεν ήταν μακριά. Καμμιά πενηνταριά μέτρα παρακάτω. Ο παππάς άρχισε να ψέλνει τις ακατάληπτες ευχές του και να θυμιατίζει προς την συγκεκριμένη κατεύθυνση. Η τριάδα προχωρούσε σύσσωμη και μια αγωνία διακατείχε όλους μπρος και πίσω αλλά και παραπίσω. Και ω, του θαύματος, ενώ πλησίαζαν την τρύπα συγχρόνως με τα λόγια του παππά άρχιζαν να ξεχωρίζουν φωνές τρομερές που προέρχονταν αναμφίβολα από τη μεριά της τρύπας. Δίστασαν να προχωρήσουν, κοντοστάθηκαν, ο παππάς ανέβασε τη φωνή του και ο Αντρίκος φούχτωσε μια πέτρα και την πέταξε προς την τρύπα. Η πέτρα αστόχησε και κατέληξε μέσα στους θάμνους. Έριξε και μια δεύτερη αλλά και αυτή αστόχησε, ήταν λίγο μακριά. Και τότε κάνει κάτι το παράτολμο: Άδραξε μιαν άλλη, αφήνει κάτω την τσάπα, ξεκόβει από τους άλλους, πλησιάζει γρήγορα γρήγορα την τρύπα και από μικρή απόσταση πετάει ασφαλώς την πέτρα μέσα και τρέχει αμέσως πίσω. Είχε ήδη γυρίσει την πλάτη του, όταν άκουσε ξεκάθαρα μια κραυγή πόνου, η πέτρα είχε βρει το στόχο της αλλά αυτή η κραυγή δεν του φάνηκε και τόσο διαβολική και μια φωνή που έμοιαζε περισσότερο ανθρώπινη παρά τίποτα άλλο άρχισε να ακούγεται. Κάνει σήμα στον παππά να ησυχάσει. Ακούγονται ξεκάθαρα αυτή τη φορά κλάματα σαν μικρού παιδιού και αυτό τους προκαλεί σύγχυση. Ακούγεται ο παππάς να λέει: ο σατανάς έχει πολλά ποδάρια. Ο Αντρίκος του κάνε νεύμα να σταματήσει.

«Ποιος είσαι;» φώναξε ο Αντρίκος;

Ανάμεσα στα κλάματα ξεχώρισαν μερικές ανθρώπινες λέξεις:

―Εγώ είμαι, ο Γιωργής!

―Ποιος Γιωργής;

―Του Δημήτρη του Ζούλα!

―Και πώς βρέθηκες εκεί μέσα;

«Έπαιζα», είπε και τον πήραν πάλι τα κλάματα.

Οι λέξεις δεν έβγαιναν καθαρές, αλλά ο Ανδρίκος κατάλαβε. Την τρύπα της γεώτρησης την είχαν βρει τα παιδιά για παιχνίδι. Προσπαθούσαν να μπουν στην τρύπα αλλά μόνο τα πολύ αδύνατα και μικρόσωμα χώραγαν και έμπαιναν μέχρι τη μέση τους στηριζόμενοι στα χέρια. Φαίνεται πως ο Γιωργής έχασε τον έλεγχο των χεριών του και έπεσε μέσα.

«Μη φοβάσαι» του λέει «θα σε βγάλω». Ο Αντρίκος ξαπλώνει πάνω στο γρασίδι, τεντώνει το χέρι του μέσα στην τρύπα

―Δωσ’μου το χέρι σου!

Το παιδί είχε πέσει με τα χέρια προς τα πάνω αλλά μόλις που άγγιζε το χέρι του Ανδρίκου, παρά τη μεγάλη προσπάθεια και των δυο. Ήθελε λίγο ακόμα. Ο Ανδρίκος φωνάζει στους άλλους, που ήδη είχαν πλησιάσει, να του φέρουν την τσάπα. Έσκαψε προσεκτικά λίγο και έβαλε βαθύτερα το χέρι του. Το παιδί το έπιασε για λίγο αλλά του ξέφυγε. Είχε σφηνώσει στην τρύπα για τα καλά και τα χέρια του είχαν λάσπες και γλίστραγαν.

―Και με τα δυο σου χέρια!

Το παιδί έπιασε και με τα δυο του χεράκια σφιχτά το ζεστό χέρι και δια μιας βγήκε στην επιφάνεια.

Την χαρά της σωτηρίας την διαδέχτηκε ο πόνος της αταξίας. Το χέρι του Δημήτρη του Ζούλα, που στο μεταξύ έμαθε τα κατορθώματα του γιου του και κατέφθασε αγριεμένος, έπεσε βαρύ στο λασπωμένο προσωπάκι αφήνοντας απάνω του δαχτυλιές.

―Τσακίσου στο σπίτι, χαμένο!

Ο μικρός πήρε μόνος του το δρόμο του γυρισμού σιγοκλαψουρίζοντας από τον πόνο και την ντροπή. Σε λίγο ακολούθησε και η κουστωδία με τους χωρικούς σχολιάζοντας τα συμβάντα, άλλος σοβαρά άλλος χωρατεύοντας. Μαζί τους και ο παππάς και ο Τραγκαράγκας, αμίλητοι. Ακόμη δεν μπορούσαν να χωνέψουν πως όλα τελείωσαν τόσο άδοξα γι’ αυτούς. Πίσω έμεινε ο Αντρίκος, που είχε ήδη χώσει την τρύπα με κλαριά και χώμα και έβαλε και μια βαριά πέτρα από πάνω.

Δεν φοβόταν πια το λόγγο. Όλοι τώρα τον φοβόντουσαν λιγότερο.

                               Ιστίου Τόπος,Δημιουργική Γραφή με τη Σοφία Νινιού


Ο διαδικτυακός αυτός τόπος δημιουργήθηκε για να φιλοξενεί τα κείμενα, που μέσω του μαθήματος της δημιουργικής γραφής, που διδάσκω, εμπνεύστηκαν και έγραψαν οι εκπαιδευόμενοι.

Αφορμή στάθηκε η συνεργασία μου την Άνοιξη του 2015 με τα Κέντρα Δια Βίου Μάθησης των Δήμων
Μοσχάτου-Ταύρου
Καλλιθέας 
Αλίμου 
Στο χώρο όμως αυτό φιλοξενούνται και τα κείμενα φίλων, που εξ αποστάσεως συμβουλεύω και διδάσκω. 

Επέλεξα το μάθημα αυτό, γιατί πιστεύω στην απελευθερωτική του επίδραση στην ψυχή του ανθρώπου, γιατί τον εισάγει στην Τέχνη και του ανοίγει δρόμους στην έκφραση των συναισθημάτων του και στη διατύπωση της σκέψης του.
Σοφία Νινιού

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου