Τετάρτη 15 Ιανουαρίου 2020

Ρουμπέν Νταρίο (18 Ιανουαρίου 1867 – 6 Φεβρουαρίου 1916) , Νικαραγουανός ποιητής

Ο Φέλιξ Ρουβέν Γκαρσία Σαρμιέντο (Félix Rubén García Sarmiento), γνωστός ως Ρουμπέν Νταρίο (18 Ιανουαρίου 1867 – 6 Φεβρουαρίου 1916) ήταν Νικαραγουανός ποιητής που εγκαινίασε το ισπανοαμερικανικό λογοτεχνικό ρεύμα του μοδερνίσμο (modernismo). Αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους ισπανόφωνους ποιητές και είναι γνωστός με το προσωνύμιο "πρίγκιπας των ισπανικών γραμμάτων".

Ο Ρουμπέν Νταρίο γεννήθηκε στις 18 Ιανουαρίου του 1867 στην πόλη Μετάπα (σήμερα "Σιουδάδ Νταρίο", Ciudad Darío). Οι γονείς του, Μανουέλ Γκαρσία και Ρόσα Σαρμιέντο, αφού είχαν λάβει την κατάλληλη εκκλησιαστική άδεια λόγω του γεγονότος ότι ήταν δεύτερα ξαδέλφια είχαν παντρευτεί στην πόλη Λεόν της Νικαράγουας. Λίγο καιρό μετά τον γάμο τους του η μητέρα του εγκατέλειψε τον σύζυγό της, αντιδρώντας στην μποεμική του συμπεριφορά και την έντονη τάση του προς τις γυναίκες και το αλκοόλ και πήγε να ζήσει στην πόλη όπου τελικά γεννήθηκε ο μελλοντικός ποιητής. Ως αποτέλεσμα της πρόσκαιρης συμφιλίωσης του ζεύγους γεννήθηκε και η πρώτη του αδερφή, που πέθανε ωστόσο λίγες μέρες μετά.

Μετά τον οριστικό χωρισμό των γονιών του, κατέφυγαν στην οικογένεια της μητέρας του στην ίδια πόλη της Λεόν, όπου και μεγάλωσε έχοντας ως κατά τρόπον τινά θετούς γονείς του τους θείους του Φέλιξ και Μπερνάντα. Η μητέρα του σύντομα γνώρισε έναν άλλον άντρα και μετακόμισε στην Ονδούρα ενώ με τον πατέρα του δεν διατηρούσε παρά μια πολύ αραιή επαφή και τον φώνταζε "θείο Μανουέλ". Σύντομα υιοθέτησε το επίθετο "Νταρίο", που αποτελούσε παραδοσιακό παρατσούκλι της πατρικής του οικογένειας και που χρησιμοποιούταν εδώ και δυο γενιές ως κανονικό επίθετο.

Από μικρός θεωρήθηκε παιδί-θαύμα. Ο ίδιος αναφέρει ότι από τριών ήξερε να διαβάζει ενώ δημοσίευσε το πρώτο του σονέτο στα δεκατρία. Οι πρώτες του λογοτεχνικές επιρροές αποτέλεσαν οι Ισπανοί ποιητές της εποχής (Χοσέ Θορρίγια, Ραμόν ντε Καμποαμόρ, Γκασπάρ Νούνιεθ ντε Άρθε) και ο Βίκτωρ Ουγκώ. Η πρώτη του δημοσιογραφική απόπειρα έλαβε χώρα στο περιοδικό της φιλελεύθερης αντιπολίτευσης La verdad, όπου προσπάθησε να μιμηθεί το στυλ του εκουαδοριανού δημοσιογράφου και δοκιμιογράφου, Χουάν Μοντάλβο. Στο πλαίσιο αυτό και έχοντας ήδη περάσει δύο χρόνια σε Ιησουιτικό σχολείο, και παρόλη την παιδική του σχέση με την θρησκεία, ανέπτυξε μια αντικληρικαλιστική τάση που στη συνέχεια θα δημιουργούσε εμπόδια στην σταδιοδρομία του. Από νωρίς λοιπόν έγινε γνωστός στην δημόσια ζωή της Νικαράγουας ως το παιδί-ποιητής.

Πρώτα ταξίδια

Αποτέλεσμα της φήμης που απέκτησε ήταν η πρόσκλησή του στην πρωτεύουσα, Μανάγουα και η προσπάθεια μερικών φιλελεύθερων πολιτικών να τον στείλουν με κρατική υποστήριξη για σπουδές στη Γαλλία. Ο αντικληρικαλισμός των στίχων του δεν ήχησε θετικά στα αφτιά του συντηρητικού προέδρου της χώρας με αποτέλεσμα να του προταθεί αντί για την Ευρώπη, να σπουδάσει στην Γρανάδα. Απαρνούμενος την πρόταση αυτή λόγω της αντιπαλότητας μεταξύ της μητρικής του Λεόν και της Γρανάδα, παρέμεινε για έξι μήνες στην πρωτεύουσα αρθρογραφώντας σε δύο εφημερίδες, El Ferrocarril και El Porvenir και εμβαθύνοντας στην γνώση των ισπανικών γραμμάτων. Τότε γνώρισε και μια από τις μελλοντικές του γυναίκες, Ροσάριο Μουρίγιο.

Τον Αύγουστο του 1882 μέσω του λιμανιού του Κορίντο φτάνει στο Ελ Σαλβαδόρ όπου διέμεινε για έναν χρόνο. Εκεί τέθηκε υπό την προστασία του προέδρου της χώρας και ήρθε σε επαφή με την γαλλική ποίηση μέσω του ντόπιου ποιητή Φρανσίσκο Γκαβίδια. Τότε θρυλείται ότι προσάρμοσε τον αλεξανδρινό στίχο για πρώτη φορά στην ισπανική μετρική. Επέστρεψε στην Νικαράγουα το 1883 όπου έμεινε μέχρι τον Ιούνιο του 1886, οπότε και έφυγε για τη Χιλή μετά από προτροπή του διπλωμάτη κι επιχειρηματία Χουάν Κάνιας.

Στη Χιλή πέρασε δύσκολα χρόνια. Έφτασε σε σημείο να ζήσει την ρατσιστική αντιμετώπιση που έτρεφαν οι αριστοκράτες Χιλιανοί προς τους Κεντροαμερικανούς γενικά και προς τον ίδιο ειδικά, λόγω της μέτριας εικόνας που παρουσίαζε και στην οποία τον καταδίκαζε η ισχνή οικονομική του κατάσταση. Γνώρισε ωστόσο σημαντικές προσωπικότητες των χιλιανών γραμμάτων, όπως τον ποιητή Πέδρο Μπαλμασέδα (Pedro Balmaceda). Πέρασε από διάφορα επαγγέλματα (συνεργάτης εφημερίδων, υπάλληλος σε τελωνείο) και το 1888 δημοσίευσε το έργο του "Azul...", συλλογή με ποιήματα και πεζά κείμενα που απετέλεσε σημείο σταθμό στην ιστορία του ισπανοαμερικανικού μοδερνίσμο.

Το έργο του "Azul..." προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις. Με την έκδοσή του, πέρα από το να εδραιώσει την φήμη του ως αξιοπρόσεκτη μορφή στα ισπανικά γράμματα της Αμερικής, προσέλκυσε και τις ματιές από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Ο Χουάν Βαλέρα του αφιέρωσε δύο γράμματα αν και κατέκρινε την υπερβολική επιρροή του από τα γαλλικά γράμματα. Η φήμη του τον καθιέρωσε ως έναν από του κύριους απεσταλμένους της μεγαλύτερης σε κυκλοφορία ισπανοαμερικανικής εφημερίδας της εποχής, της αργεντινικής La Nación.

Επιστροφή στην Κεντρική Αμερική και ταξίδια

Η επιστροφή στην πατρίδα του ήταν αναπόφευκτη και πραγματοποιήθηκε τον Μάρτιο του 1889. Παρά την λαμπρή υποδοχή, έφυγε για το Ελ Σαλβαδόρ όπου ανέλαβε διευθυντής στην εφημερίδα La Unión. Εκεί παντρεύτηκε την Ραφαέλα Κοντρέρας, εν μέσω εντάσεων μεταξύ των κρατών της Κεντρικής Αμερικής. Μετακινήθηκε στην Γουατεμάλα κι έπειτα στην Κόστα Ρίκα, όπου και γεννήθηκε ο πρώτος του γιος και μελλοντικός κληρονόμος του, Ρουβέν Νταρίο Κοντρέρας στις 12 Νοεμβρίου του 1891.

Χωρίς να το περιμένει, με την επιστροφή του στην Νικαράγουα η κυβέρνηση τον διόρισε εκπρόσωπο της χώρας στις εκδηλώσεις για τα 400 χρόνια από την ανακάλυψη της Αμερικής από τον Κολόμβο που θα λάμβαναν χώρα στην Ισπανία.). Στο ταξίδι είχε την ευκαιρία να γνωρίσει μια έτερη μορφή του μοδερνίσμο, τον κουβανό Χουλιάν ντελ Κασάλ. Στην Ισπανία συναναστράφηκε με την αφρόκρεμα της μαδριλένικης κοινωνίας, έχοντας επαφές τόσο με πολιτικούς όπως τον Αντόνιο Κάνοβας ντελ Καστίγιο, όσο και με τους λογοτέχνες όπως τον Γκασπάρ Νούνιεθ ντε Άρθε και την Εμίλια Πάρδο Μπαθάν.

Κατά την επιστροφή του πεθαίνει η σύζυγός του. Ωστόσο επανακτά την σχέση του με την Ροσάριο Μουρίγιο και την παντρεύεται. Αποδέχεται την προσφορά του Κολομβιανού προέδρου Χοσέ Κάρο για να αναλάβει τον ρόλο του πρόξενου της Κολομβίας στην Αργεντινή και ξεκινάει ένα ταξίδι που θα τον φέρει σε γνωριμία με τον Χοσέ Μαρτί, την Νέα Υόρκη και το Παρίσι. Στην γαλλική πρωτεύουσα θα συναντήσει τον Πολ Βερλαίν.

Αργεντινή και Ισπανία

Ως γενικός πρόξενος της Κολομβίας στο Μπουένος Άιρες έκανε μια κατεξοχήν μποεμική ζωή. Συνεργάστηκε με τις κύριες εφημερίδες της χώρας και από τα συγκεντρωμένα άρθρα του στην La Nación έκδοσε μια συλλογή με αφανής συγγραφείς και ποιητές της εποχής με το όνομα Los Raros ("οι περίεργοι" ή "οι σπάνιοι") το 1896. Παράλληλα δούλευε υλικό που θα εμφανιζόταν μετέπειτα στο έργο του Prosas profanas το οποίο και αποτέλεσε το δεύτερο μεγάλο βήμα για την καθιέρωση του μοδερνίσμο παρά τον αρχικό σάλο που προκάλεσε, κυρίως από τους ακολούθους των παραδοσιακών μοντέλων στη λογοτεχνία[8]. Η ίδρυση του περιοδικού Revista de América και ο κύκλος που δημιουργήθηκε τότε στο Ατενέο του Μπουένος Άιρες συμπληρώνουν την δραστηριότητά του. Η επαφή του με τον κόσμο των απόκρυφων επιστημών τότε βρίσκεται επίσης σε έξαρση[9].

Με τον Ισπανο-αμερικανικό πόλεμο του 1898 αποστάλθηκε ως απεσταλμένος της La Nación στην Ισπανία, από όπου επισκέφτηκε και την Έκθεση του Παρισιού το 1900. Από το δημοσιογραφικό του έργο εκείνη την περίοδο προέκυψε το 1901 βιβλίο του España Contemporánea. Crónicas y retratos literarios.

Στην Ισπανία συναναστράφηκε με μεγάλες φιγούρες των ισπανικών γραμμάτων και προκάλεσε την συμπάθεια και τον θαυμασμό πολλών προς το κίνημα του μοντερνισμού. Εκεί γνώρισε την Φρανθίσκα Σάντσεθ ντελ Πόθο με την οποία απέκτησε μια κόρη που πέθανε χωρίς αυτός να τη γνωρίσει. Το 1903 μετακόμισε στο Παρίσι και ανέλαβε την θέση του γενικού πρόξενου της Νικαράγουα στη Γαλλία. Τότε ταξίδεψε στην Ιταλία, την Μεγάλη Βρετανία, το Βέλγιο, την Αυστρία και την Γερμανία.

Το συμμετείχε σε μια επιτροπή για την διευθέτηση των συνόρων μεταξύ Ονδούρας και Νικαράγουας και δημοσίευσε ένα ακόμη μεγάλο έργο του, το Cantos de vida y esperanza, los cisnes y otros poemas, σε επιμέλεια του Χουάν Ραμόν Χιμένεθ. Επίσης παρουσίασε και μερικά από τα πιο γνωστά του ποιήματα, το "Salutación del optimista" και "A Roosevelt". Το τελευταίο έκανε μεγάλη εντύπωση λόγω του στρατευμένου του χαρακτήρα εναντίον της Αμερικανικής στρατηγικής υποταγής της Λατινικής Αμερικής.

Συμμετείχε στο ΙΙΙ Παναμερικανικό συνέδριο στο Ρίο ντε Τζανέιρο και το 1907 επισκέπτηκε την Μαγιόρκα εν μέσω δικαστικών μαχών με την επίσημη σύζυγό του, Ροσάριο Μουρίγιο.

Τα τελευταία του χρόνια

Παραιτήθηκε από τη θέση του γενικού προξένου και από το Παρίσι προσπάθησε να επιμεληθεί και να εκδώσει νέα βιβλία. Εκείνη την εποχή υπέφερε από έντονο αλκοολισμό και ψυχολογικές διαταραχές. Το 1910, μετά την θριαμβική του επίσκεψη στο Μεξικό, προσπάθησε να αυτοκτονήσει βρισκόμενος στην Αβάνα .

Το 1912 αποδέχθηκε την προσφορά των νεόπλουτων επιχειρηματιών από την Ουρουγουάη, Ρουβέν και Αλφρέδο Γκίδο για να διευθύνει τα περιοδικά Mundial και Elegancia και δημοσίευσε την βιογραφία του μαζί με το έργο Historia de mis libros. Ξαναβρέθηκε στη Μαγιόρκα το 1913 κι έπειτα στη Βαρκελώνη όπου συνέθεσε το τελευταίο σημαντικό του έργο, Canto a la Argentina y otros poemas.

Επέστρεψε στην πατρίδα του το 1915 για να καταλήξει στην μητρική του πόλη, Λεόν, όπου και πέθανε στις 7 Ιανουαρίου 1916. Σήμερα βρίσκεται θαμμένος στον καθεδρικό ναό της πόλης και το αρχείο του ανήκει στο Πανεπιστήμιο Κομπλουτένσε της Μαδρίτης.

Έργα

Ο Ρουμπέν Νταρίο είναι ένας από τους λιγότερο μεταφρασμένους και γνωστούς ποιητές της Λατινικής Αμερικής, παρά την σημαντικότητά του.

Ποίηση (οι πρώτες εκδόσεις, στα ισπανικά)
Abrojos. Santiago de Chile: Imprenta Cervantes, 1887.
Rimas. Santiago de Chile: Imprenta Cervantes, 1887.
Azul.... Valparaíso: Imprenta Litografía Excelsior, 1888. Segunda edición, ampliada: Guatemala: Imprenta de La Unión, 1890. Tercera edición: Buenos Aires, 1905.
Canto épico a las glorias de Chile Editor MC0031334: Santiago de Chile, 1887.47
Primeras notas, [Epístolas y poemas, 1885]. Managua: Tipografía Nacional, 1888.
Prosas profanas y otros poemas. Buenos Aires, 1896. Segunda edición, ampliada: París, 1901.
Cantos de vida y esperanza. Los cisnes y otros poemas. Madrid, Tipografía de Revistas de Archivos y Bibliotecas, 1905.
Oda a Mitre. París: Imprimerie A. Eymeoud, 1906.
El canto errante. Madrid, Tipografía de Archivos, 1907.
Poema del otoño y otros poemas, Madrid: Biblioteca "Ateneo", 1910.
Canto a la Argentina y otros poemas. Madrid, Imprenta Clásica Española, 1914.
Lira póstuma. Madrid, 1919.

Πρόζα (οι πρώτες εκδόσεις, στα ισπανικά)
Los raros. Buenos Aires: Talleres de "La Vasconia", 1896. Segunda edición, aumentada: Madrid: Maucci, 1905.
España contemporánea. París: Librería de la Vda. de Ch. Bouret, 1901.
Peregrinaciones. París. Librería de la Vda. de Ch. Bouret, 1901.
La caravana pasa. París: Hermanos Garnier, 1902.
Tierras solares. Madrid: Tipografía de la Revista de Archivos, 1904.
Opiniones. Madrid: Librería de Fernando Fe, 1906.
El viaje a Nicaragua e Intermezzo tropical. Madrid: Biblioteca "Ateneo", 1909.
Letras (1911).
Todo al vuelo. Madrid: Juan Pueyo, 1912.
La vida de Rubén Darío escrita por él mismo. Barcelona: Maucci, 1913.
La isla de oro (1915) (inconclusa).
Historia de mis libros. Madrid, Librería de G. Pueyo, 1916.
Prosa dispersa. Madrid, Mundo Latino, 1919.

Άπαντα (στα ισπανικά)
Obras completas. Prólogo de Alberto Ghiraldo. Madrid: Mundo Latino, 1917-1919 (22 volúmenes).
Obras completas. Edición de Alberto Ghiraldo y Andrés González Blanco. Madrid: Biblioteca Rubén Darío, 1923-1929 (22 volúmenes).
Obras poéticas completas. Madrid: Aguilar, 1932.
Obras completas. Edición de M. Sanmiguel Raimúndez y Emilio Gascó Contell. Madrid: Afrodisio Aguado, 1950-1953 (5 volúmenes).
Poesías. Edición de Ernesto Mejía Sánchez. Estudio preliminar de Enrique Ardenson Imbert. México: Fondo de Cultura Económica, 1952.
Poesías completas. Edición de Alfonso Méndez Plancarte. Madrid: Aguilar, 1952. Edición revisada, por Antonio Oliver Belmás, en 1957.
Obras completas. Madrid: Aguilar, 1971 (2 volúmenes).
Poesía. Edición de Ernesto Mejía Sánchez. Caracas: Biblioteca Ayacucho, 1977.
Obras completas. Madrid: Aguilar, 2003. (A pesar del título, solo contiene sus obras en verso. Reproduce la edición de Poesías completas de 1957).
Obras completas. Edición de Julio Ortega con la colaboración de Nicanor Vélez. Barcelona: Galaxia Gutenberg, 2007- ISBN 978-84-8109-704-7.



ΠΟΙΗΜΑΤΑ
Κοχύλι

Ένα χρυσό βαρύ κοχύλι πάνω στην άμμο βρήκα.
Μαργαριτάρια φίνα το στολίζαν.
με θεία δάχτυλα η Ευρώπη το ‘χε αγγίξει
σαν έσκιζε τα κύματα πα’ στον ουράνιο ταύρο.

Στα χείλη μου το σήκωσα το βουερό κοχύλι
για να σαλπίσω την ηχώ των θαλασσών.
το ακούμπησα στο αυτί μου και τα κυανά άκουσα βάθη
τον μυστικό τους θησαυρό να ψιθυρίζουν.

Γεύομαι τώρα την αλμύρα των πικρών ανέμων
που της Αργούς φουσκώναν τα πανιά
σαν ερωτεύονταν του Ιάσονα το όνειρο τα αστέρια.

και των κυμάτων ακούω το μουρμουρητό και μια άγνωστη λαλιά
και μια βαθιά φουσκονεριά κι έναν αγέρα μυστηριώδη…
(Το κοχύλι έχει το σχήμα της καρδιάς.)

(Μετάφραση από τα ισπανικά: Παναγιώτης Αλεξανδρίδης)

https://3pointmagazine.gr/


Η ΜΠΑΛΑΡΙΝΑ ΜΕ ΤΑ ΠΟΔΙΑ ΓΥΜΝΩΜΕΝΑ

Είχε ένα βήμα εξόχως ρυθμικό, γατίσιο –
με σβέλτα και γλυκά άλματα ισοζυγισμένα,
με κάτι το ζωώδες και μαζί θεΐσιο:
η μπαλαρίνα με τα πόδια γυμνωμένα.

Η φούστα της μιά φούστα ήταν από ρόδα·
ασπίδες δυό τα στήθη της τα διογκωμένα…
Με πράματα και θάματα άνοιγε και ευώδα…
Η μπαλαρίνα με τα πόδια γυμνωμένα.

Στηθαίες τέρψεις διενεργούσαν καταπλεύσεις
προς του αφαλού της το κρυφό μαργαριτάρι
χορταίνοντας χυδαίους λογισμούς με γεύσεις
από συκόμελα και φραουλίσια χάρη.

Στου θρόνου της το πλάι στέκονταν αγόρια:
οι γελωτοποιοί μου, σαν κορμιά χαμένα…
Σελήνη εκείνη ακέραιη και Ανακτόρια:
η μπαλαρίνα με τα πόδια γυμνωμένα.
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής

http://frear.gr/


Φθινοπωρινοί στίχοι

Όταν πάει προς εσένα η σκέψη μου ευωδιάζει
και βαθαίνει απ' την τόση γλύκα του βλέμματός σου.
Με τα γυμνά σου πόδια πατάς σε αφρού ασπράδα
και στα χείλια σου κλείνεις την ευτυχία του κόσμου.

Η εφήμερη αγάπη μικρή απόλαυση δίνει
κι ίδιο τέλος προσφέρει στη χαρά και στη λύπη.
Πριν μια ώρα ένα όνομα χάραξα μες στο χιόνι,
λίγο πριν την αγάπη μου είπα πάνω στην άμμο.

Τα ολοκίτρινα φύλλα πέφτουνε στην αλέα,
που παν κι έρχονται τόσα ερωτευμένα ζευγάρια
και τα ρόδα σου, Άνοιξη, φυλλορροούν κι εκείνα
στο κρασί που απομένει μες στην κούπα του Οχτώβρη.

(Μετάφραση: Ηλίας Ματθαίου
από την Ανθολογία ισπανικής ποίησης,
Εκδόσεις Γνώση, Αθήνα 1983)
http://galeria-hispanica.blogspot.com/


MÚSICAS NOCTURNAS

Se nota la falta de españoles entre los emigrantes. No se oyen las guitarras animadoras, ni las castañuelas; ni se ve danzar la jota, o la seguidilla con acompañamiento de palmadas y jaleos. Ciertamente, van gentes de otro espíritu y de otras costumbres. Apenas, en esta noche en que brilla la luna, se oye un precario acordeón que toca un vago vals vienés. Desde la masa humana de tercera sube es música como con fatiga, y parece que todos escuchan en silencio. Arriba -e vidi quatro stelle- brilla la Cruz del Sur; y un creciente de luna platea la noche y pone una luz apacible sobre las aguas. El acordeón sigue en un Danubio azul interminable. La orquesta ha comenzado sus tocatas al otro lado del barco, en la veranda. Luego, hay un silencio, turbado apenas por el roce de las olas con el casco del vapor. Y en medio de ese silencio, de la masa humana de los emigrantes, brota un coro sonoro y grave que se diría religioso en la tranquilidad de la poesía nocturna. Son los alemanes. Cantan, con su amor musical, una canción de su país, una de esas canciones que son propias a los hombres del Norte, hombres impregnados del “vapor del arte” que han vivido cerca de las selvas oscuras, y han oído, cerca de las ruinas de los castillos en que habitaron los viejos margraves, cantar sobre los árboles de leyenda los ruiseñores, lanzar sobre el Océano su canto, hijos de la pensativa y melodiosa Germania; y no se sabría adónde dirigen el ímpetu armonioso, si a la tierra antigua que dejaron, o a la nueva en donde ven surgir una esperanza.

ΝΥΧΤΕΡΙΝΕΣ ΜΟΥΣΙΚΕΣ

Αισθητή είναι η απουσία των Ισπανών ανάμεσα στους μετανάστες. Δεν ακούγονται οι όλο κέφι κιθάρες ούτε οι καστανιέτες· ούτε φαίνονται κάποιοι να χορεύουν με συνοδεία από παλαμάκια και φωνασκίες. Σίγουρα, πηγαινοέρχονται άνθρωποι με διαφορετικό πνεύμα, με άλλες συνήθειες. Μόλις που ακούγεται μέσα σ’ αυτή τη νύχτα, όπου λάμπει η σελήνη, μελαγχολικό ένα ακορντεόν να παίζει ένα αργόσυρτο βιενέζικο βαλς. Μέσα από την ανθρώπινη μάζα της τρίτης θέσης ανεβαίνει αυτή η μουσική σαν κάπως κουρασμένη και φαίνεται όλοι να την ακούνε μες στη σιωπή. Πάνω -με τα τέσσερά του αστέρια- λάμπει ο Σταυρός του Νότου· και μια ημισέληνος ασημώνει τη νύχτα και ρίχνει ένα φως πραϋντικό και γαλήνιο πάνω στα νερά. Το ακορντεόν συνεχίζει σε ένα γαλάζιο και απέραντο Δούναβη. Η ορχήστρα άρχισε με τα κρουστά της στην άλλη μεριά του καραβιού, στο κατάστρωμα. Ύστερα η σιωπή, μια σιωπή που απλώνεται σχεδόν απ’ την επιφάνεια των κυμάτων και που καλύπτει όλο το κατάστρωμα του βαποριού. Και στο μέσο αυτής της σιωπής, μέσα από τη μάζα την ανθρώπινη των εμιγκρέδων, αρχίζει ένας χορός επιβλητικός, βαρύς και ηχερός, που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί και θρησκευτικός μες στη γαλήνη της νυχτερινής ποίησης. Είναι οι Γερμανοί. Τραγουδάνε, με την αγάπη τους για τη μουσική, ένα τραγούδι της πατρίδας τους, ένα από εκείνα τα τραγούδια που θεωρούνται χαρακτηριστικά των ανθρώπων του Βορρά, ανθρώπων μυημένων «στο πνεύμα της τέχνης», που έζησαν κοντά στα σκοτεινά τα δάση και άκουσαν, κάτω απ’ τα ερείπια των κάστρων, όπου κατοικούσαν οι γέροι πρόγονοί τους, να τραγουδούν πάνω στα μυθικά δέντρα τ’ αηδόνια, να κραυγάζουν δυνατά πάνω απ’ τον Ωκεανό το τραγούδι τους, τα παιδιά απ’ τη συλλογισμένη και μελωδική Γερμανία· και δε θα μπορούσε με ακρίβεια να λεχθεί προς τα πού εκφράζουν την ορμή και το αρμονικό τους ταμπεραμέντο, αν είναι δηλαδή για τη χώρα που άφησαν ή για τη νέα, απ’ όπου βλέπουν να ξεπροβάλει μια κάποια ελπίδα.
Μετάφραση: Στέλιος Καραγιάννης

MONOTONÍA DEL MAR

¡Otra vez! Monotonía de las travesías, de las gentes, siempre las mismas: hombres de negocios, viajantes de sus aburrimientos, apacibles mamás, inglesas tiesas, coquetas, cocotas; y en los amontonamientos de la tercera clase, los rebaños de la inmigración, las almas opacas o revueltas de la carne de fatiga, los que van soñando una ilusión de bienestar: un Brasil, un Uruguay, una Argentina de oro. Monotonía de la inmensidad de agua, que cambia a cada instante, permaneciendo la misma: los colores de los cristales del Océano son ya más oscuros, más brillantes, más transparentes; mas siempre es el eterno espectáculo de esta divinidad visible y móvil, que llega a fatigar con su aspecto vasto e invariable. Apenas las fiestas del sol cambian, con sus decoraciones inauditas y sus rompimientos de oro y piedras preciosas, la visión fatigante, y el corazón de la máquina rítmica, también monótonamente, el paso del barco sobre las olas; y en ninguna parte como en medio de esta inmensa monotonía se despiertan en el espíritu dos misteriosos dones del alma: el recuerdo y la esperanza.


ΜΟΝΟΤΟΝΙΑ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ

Και ξανά! Μονοτονία των δρόμων και των ανθρώπων που πάντοτε είναι οι ίδιοι: άνθρωποι του εμπορίου, ταξιδιώτες από πλήξη, ευγενικές μητέρες, Εγγλέζες ψυχρές, κοκέτες, κοκότες· και μες στον συνωστισμό της τρίτης θέσης, τα κοπάδια των μεταναστών, οι ψυχές οι σκοτεινές ή οι βυθισμένες μέσα στα κουρασμένα σώματα αυτών που δειλά-δειλά ονειρεύονται μια ψευδαίσθηση γλυκιάς ζωής· κάποια Βραζιλία, κάποιαν Ουρουγουάη, κάποια Αργεντινή του χρυσού. Μονοτονία της απεραντοσύνης του νερού, που αλλάζει κάθε στιγμή παραμένοντας το ίδιο: τα χρώματα των κρυστάλλινων νερών του Ωκεανού είναι ήδη πιο σκοτεινά, πιο λαμπερά, πιο διάφανα· μα πάντοτε είναι το ίδιο θέαμα, απ’ αυτή τη θεϊκή ομορφιά, την ορατή και κινούμενη, που τελικά κουράζει μ’ αυτή τη θέα του αχανούς και του αμετάβλητου. Αίφνης οι γιορτές του ήλιου αλλάζουν, με τις απίθανες τις διακοσμήσεις τους και τα θραύσματα από χρυσάφι και πολύτιμες πέτρες, τον κουρασμένο ρεμβασμό, και η καρδιά της μηχανής ρυθμίζει, επίσης βαριεστημένα, το πέρασμα του πλοίου πάνω απ’ τα κύματα· και σε κανένα μέρος, όπως καταμεσής σ’ αυτή την απέραντη μονοτονία, δεν εγείρονται μέσα στο πνεύμα τα δύο μυστηριώδη δώρα της ψυχής: η ανάμνηση και η ελπίδα
Μετάφραση: Στέλιος Καραγιάννης

LOS PESCADORES DE SIRENAS

Péscame una, ¡oh egipán pescador! que tenga en sus escamas radiantes la irisada riqueza metálica que decora los admirables arenques. Péscame una cuya cola bifurcada pueda hacer soñar en el pavo real marino, y cuyos costados finos y relucientes tengan aletas semejantes a orientales abanicos de pedrería. Péscame una que tenga verdes los cabellos, como debe tenerlos Lorelay, y cuyos ojos tengan fosforescencias raras y mágicas chispas; cuya boca salada bese y muerda cuando no cante las canciones que pudieran triunfar de la astucia de Ulises; cuyos senos marmóreos culminen florecidos de rosa, y cuyos brazos, como dos albos y divinos pitones, me aten para llevarme a un abismo de ardientes placeres, en el país recóndito en donde los palacios son hechos de perlas, de coral y de concha de nácar. Mas esos dos sátiros que se divierten en la costa de alguna ignorada Lesbos, Temple o Amatunte, son, ciertamente, malos pescadores. El uno, viejo y fornido, se apoya en un grueso palo nudoso, y mira con cómica extrañeza la sirena asustada y poco apetecible que su compañero ha pescado. Ese saca la red, y no parece satisfecho de ser pesca. De los cabellos de la sirena chorrea el agua, formando en el mar círculos concéntricos. Sobre las testas bicornes y peludas se extiende, al beso del día, un fresco follaje, mientras reina en su fiesta de oro, sobre nubes, tierra y olas, la antorcha del sol.


ΟΙ ΨΑΡΑΔΕΣ ΤΩΝ ΣΕΙΡΗΝΩΝ

Ψάρεψέ μου μια, ω Αιγύπτιε ψαρά!, που τα λέπια της να λαμποκοπάνε από τον ιριδωτό μεταλλικό πλούτο, που τις θαυμάσιες ρέγκες στολίζει. Ψάρεψέ μου μια, που η διχαλωτή ουρά της να μπορεί να με κάνει να ονειρεύομαι το θαλασσινό βασιλικό παγώνι, που τα πλευρά της τα φίνα και λαμπερά να έχουν φτερά όμοια καθώς οι ανατολίτικες βεντάλιες, οι καμωμένες από πολύτιμες πέτρες. Ψάρεψέ μου μια, που να έχει πράσινα τα μαλλιά, όπως πρέπει να τα έχει η Λορελάυ, και που τα μάτια της να βγάζουν φωσφορισμούς σπάνιους και μαγικούς σπινθήρες· που το στόμα της το αλμυρό να φιλάει και να δαγκώνει, όταν δεν τραγουδάει τα τραγούδια που θα μπορούσαν να νικήσουν την πανουργία του Οδυσσέα· που τα μαρμάρινα στήθη της να μεσουρανούν με μια ανθοφορία από ρόδα και που τα μπράτσα της, σαν δύο λευκοί και θεϊκοί πύθωνες, να με αιχμαλωτίζουν για να με ανυψώσουν σε μιαν άβυσσο από φλογερές ηδονές, σε μια χώρα απόκρυφη, όπου τα κάστρα και τα παλάτια είναι φτιαγμένα από μαργαριτάρια, από κοράλλια και από κοχύλια σεντεφένια. Αλλά εκείνοι οι δύο Σάτυροι που διασκεδάζουν στην ακτή κάποιας άγνωστης Λέσβου, Τέμπλου ή Αμαθούντας, είναι, ασφαλώς, κακοί και αδέξιοι ψαράδες. Ο πρώτος, γέρος και μεγαλόσωμος, κρατιέται σ’ ένα όλο ρόζους, κακοφτιαγμένο ιστίο και κοιτάζει με μια κωμική παραξενιά τη Σειρήνα, τη φοβισμένη και λίγο επιθυμητή, που ο σύντροφός του έχει ψαρέψει. Αυτός τραβάει το δίχτυ και δε φαίνεται ικανοποιημένος απ’ το ψάρι του. Από τα μαλλιά της Σειρήνας σταλάζει το νερό, σχηματίζοντας πάνω στη θάλασσα κύκλους ομόκεντρους. Πάνω απ’ τις τριχωτές και δικέρατες κεφαλές ξανοίγεται, στο φιλί της μέρας, ένα υγρό φύλλωμα, ενώ βασιλεύει, μέσα σε μια φιέστα από χρυσάφι, πάνω απ’ τα σύννεφα, τη γη και τα κύματα, η δάδα του ήλιου.
Μετάφραση: Στέλιος Καραγιάννης














Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου