Σάββατο, 30 Ιουνίου 2018

Έρνεστ Χέμινγουεϊ ( 21 Ιουλίου 1899 – 2 Ιουλίου 1961 )

O Έρνεστ Μίλλερ Χέμινγουεϊ (Ernest Miller Hemingway, 21 Ιουλίου 1899 – 2 Ιουλίου 1961) ήταν ένας από τους σημαντικότερους Αμερικανούς συγγραφείς του 20ού αιώνα, γνωστός ακόμα και για το δημοσιογραφικό του έργο, με ζωή περιπετειώδη και πολυτάραχη όσο αποτυπώνεται στα βιβλία του. Αποτέλεσε μέλος της αποκαλούμενης «Χαμένης Γενιάς» (Lost Generation) των Αμερικανών λογοτεχνών στο Παρίσι, στις δεκαετίες του 1920 και του 1930. Ανάμεσα στα πιο γνωστά έργα του συγκαταλέγονται Ο Γέρος και η Θάλασσα, Για ποιον χτυπά η καμπάνα και ο Αποχαιρετισμός στα όπλα. Το 1953 τιμήθηκε με το Βραβείο Πούλιτζερ, ενώ τον επόμενο χρόνο βραβεύθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Αγάπησε με πάθος τις ταυρομαχίες, το κυνήγι, τα ταξίδια (εργάστηκε ως πολεμικός ανταποκριτής) και τις γυναίκες (έκανε τέσσερις γάμους)

Ο Χέμινγουεϊ γεννήθηκε το 1899 στο Όουκ Παρκ του Ιλλινόις, κοντά στην πόλη του Σικάγου, αποτελώντας τον πρώτο γιο — και δεύτερο από τα συνολικά έξι παιδιά — του Κλάρενς Έντμοντς Χέμινγουεϊ και της Γκρέις Χωλ. Είχε συνολικά τέσσερις αδελφές και έναν αδελφό, ενώ έλαβε τα ονόματά του από τον παππού του Έρνεστ Χωλ και τον θείο του Μίλλερ Χωλ. Η μητέρα του διέθετε ιδιαίτερη κλίση στο τραγούδι και στο παρελθόν είχε πραγματοποιήσει καριέρα στην όπερα διδάσκοντας παράλληλα μουσική και τραγούδι. Ο πατέρας του ήταν γιατρός, αλλά και ερασιτέχνης ψαράς και κυνηγός, μεταδίδοντας στον Χέμινγουεϊ τη φυσιολατρία και το ενδιαφέρον για τον αθλητισμό. Το Όουκ Παρκ, στο οποίο μεγάλωσε, αποτελούσε μία συντηρητική πόλη, την οποία ο ίδιος αποκάλεσε αργότερα ως πόλη με «ανοιχτές αυλές και στενά μυαλά», ενώ ανατράφηκε σύμφωνα με την παράδοση, σε ένα έντονα θρησκευτικό περιβάλλον.
Κατά τη διάρκεια των γυμνασιακών του σπουδών, ο Χέμινγουεϊ διακρίθηκε για τις επιδόσεις του όχι μόνο στα γράμματα (ειδικότερα στη φιλολογία) αλλά και στα αθλήματα του μποξ και του αμερικάνικου ποδοσφαίρου. Παράλληλα, έγραψε τα πρώτα του άρθρα στην εφημερίδα Trapeze καθώς και στο λογοτεχνικό περιοδικό Tabula του γυμνασίου του. Αποφοιτώντας, δεν συνέχισε τις σπουδές του σε κάποιο κολέγιο, αλλά ξεκίνησε να εργάζεται ως δημοσιογράφος, το 1917, στην εφημερίδα The Kansas City Star, θέση στην οποία τελικά παρέμεινε για μόλις έξι μήνες. Κατά την σύντομη παραμονή του, ο ίδιος έγραψε πως έμαθε τους καλύτερους κανόνες συγγραφής, αναφερόμενος προφανώς στις οδηγίες προς τους δημοσιογράφους, για σύντομες προτάσεις και παραγράφους, ενεργητικά ρήματα και αυθεντικότητα στη γραφή.

Πρώτος παγκόσμιος πόλεμος

Σε ηλικία δεκαοχτώ ετών, ο Χέμινγουεϊ, μετά από προτροπή του πατέρα του, προσπάθησε να καταταχθεί στον Αμερικανικό στρατό για να λάβει μέρος στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Τελικά απορρίφθηκε, πιθανώς εξαιτίας προβλήματος όρασης από το αριστερό του μάτι, ωστόσο δεν έχει διασωθεί ιατρικό αρχείο που να επιβεβαιώνει τον λόγο για τον οποίο απορρίφθηκε. Παρά την αδυναμία του να καταταγεί στον στρατό, τον Δεκέμβριο του 1917, έγινε δεκτός ως εθελοντής οδηγός ασθενοφόρου του Ερυθρού Σταυρού και αφού αποχώρησε από την εφημερίδα όπου εργαζόταν, τον Απρίλιο του 1918 αναχώρησε για το ιταλικό μέτωπο. Αρχικά επισκέφτηκε το Παρίσι και στη συνέχεια ταξιδεψε στο Μιλάνο στις αρχές Ιουνίου, όταν και έλαβε τις πρώτες διαταγές.
Σύντομα ήρθε σε επαφή με την τραγικότητα και τις βαρβαρότητες του πολέμου, έχοντας ως αποστολή την περισυλλογή πτωμάτων. Λίγες εβδομάδες μετά την άφιξή του στην Ιταλία, στις 8 Ιουλίου 1918, ο Χέμινγουεϊ τραυματίστηκε από θραύσματα, ενώ μετέφερε εφόδια στους στρατιώτες και τελικά παρασημοφορήθηκε από το ιταλικό κράτος για την ανδρεία του. Οι εμπειρίες του στο μέτωπο, η ανάρρωσή του σε νοσοκομείο του Μιλάνου μετά τον τραυματισμό του, καθώς και η σχέση που ανέπτυξε με την εθελόντρια νοσοκόμα Άγκνες φον Κουρόφσκι αποτέλεσαν υλικό για το μεταγενέστερο μυθιστόρημά του Αποχαιρετισμός στα όπλα. Η αποτυχία του ειδυλλίου του με την Άγκνες τού προκάλεσε ένα βαρύ ψυχικό τραύμα που τον επηρέασε πολύ στη μετέπειτα ζωή του
.

Πρώτα λογοτεχνικά έργα

Με τη λήξη του πολέμου, ο Χέμινγουεϊ επέστρεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Όουκ Παρκ. Το 1920 άρχισε να εργάζεται ως δημοσιογράφος και ανταποκριτής της εφημερίδας Toronto Star Weekly του Τορόντο. Τον επόμενο χρόνο νυμφεύθηκε τη Χάντλυ Ρίτσαρντσον και για ένα διάστημα έζησαν στο Παρίσι, όπου ο Χέμινγουεϊ γνώρισε αρκετούς λογοτέχνες, ενώ συνδέθηκε φιλικά με τον Σκοτ Φιτζέραλντ, τον Έζρα Πάουντ και τον Τζαίημς Τζόυς. Κάλυψε δημοσιογραφικά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο με σημαντικές ανταποκρίσεις για την καταστροφή της Σμύρνης και την ανταλλαγή πληθυσμών στη Θράκη. Παράλληλα, το 1923 ολοκλήρωσε και το πρώτο του βιβλίο, με τίτλο Τρία διηγήματα και δέκα ποιήματα (Three Stories and Ten Poems), το οποίο εκδόθηκε στο Παρίσι από τον Ρόμπερτ Μακάλμον (Robert McAlmon). Την ίδια χρονιά ο Χέμινγουεϊ επέστρεψε για σύντομο χρονικό διάστημα στην Αμερική λόγω της εγκυμοσύνης της συζύγου του και προκειμένου να γεννηθεί εκεί ο γιος τους υπό καλύτερες συνθήκες. Την περίοδο αυτή εργάστηκε στην εφημερίδα Toronto Daily Star ενώ παραιτήθηκε την 1η Ιανουαρίου 1924 προκειμένου να επιστρέψει οικογενειακώς στο Παρίσι.
Μετά από σχετική σύσταση του Έζρα Πάουντ, ο Φορντ Μάντοξ Φορντ δημοσίευσε διηγήματα του Χέμινγουεϊ στο λογοτεχνικό περιοδικό Transatlantic Review. Την περίοδο 1925-1929 ολοκλήρωσε μερικά από τα σημαντικότερα έργα του, μεταξύ των οποίων η συλλογή διηγημάτων του Στον καιρό μας (In Our Time), το μυθιστόρημα Ο Ήλιος ανατέλλει ξανά (The Sun Also Rises), η συλλογή Άνδρες χωρίς γυναίκες (Men Without Women) και ο Αποχαιρετισμός στα όπλα (A Farewell to Arms, 1929), έργο με το οποίο γνώρισε και σημαντική αναγνώριση και εμπορική επιτυχία. Γνωρίστηκε επίσης με την Γερτρούδη Στάιν, η οποία τον εισήγαγε στον κύκλο των καλλιτεχνών με επίκεντρο την Μονμάρτρη και ειδικότερα τη λογοτεχνική «Χαμένη Γενιά» (Lost Generation) των εξόριστων Αμερικανών συγγραφέων του Παρισιού.

Αμερική

Το 1927 χώρισε με την Χάντλυ Ρίτσαρντσον, νυμφεύθηκε για δεύτερη φορά την Αμερικανίδα Πωλίν Φάιφερ, ανταποκρίτρια μόδας για τα περιοδικά Vanity Fairκαι Vogue, και μαζί εγκαταστάθηκαν τον επόμενο χρόνο στo Κη Γουέστ της Φλόριντα, τόπο που αποτέλεσε μία σταθερή βάση για τον Χέμινγουεϊ τα επόμενα χρόνια. Στις 28 Ιουνίου απέκτησε τον δεύτερο γιο του, τον Πάτρικ ενώ τον Δεκέμβριο του 1928 σημειώθηκε η αυτοκτονία του πατέρα του, ο οποίος αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, καθώς και προβλήματα υγείας. Η δημοσίευση του Αποχαιρετισμός στα Όπλα στις 27 Σεπτεμβρίου 1929, του προσέφερε σημαντική λογοτεχνική και εμπορική αναγνώριση. Το 1932 εκδόθηκε ο Θάνατος στο απομεσήμερο (Death in the Afternoon), έργο στο οποίο ο Χέμινγουεϊ διαπραγματεύθηκε την ταυρομαχία, τόσο εγκυκλοπαιδικά όσο και με αναφορές στη μεταφυσική και θρησκευτική της διάσταση. Υπήρξε θαυμαστής των ταυρομαχιών ήδη από το 1925, μετά από ταξίδια του στην Ισπανία.
Το καλοκαίρι του 1933 ταξίδεψε στην Αφρική όπου συμμετείχε σε σαφάρι για διάστημα περίπου τριών μηνών. Οι εμπειρίες του αποτέλεσαν υλικό για το μυθιστόρημα Οι Πράσινοι Λόφοι της Αφρικής (Green Hills of Africa) που εκδόθηκε το 1935. Τον Μάρτιο του 1937 ο Χέμινγουεϊ ταξίδεψε στην Ισπανία προκειμένου να καλύψει δημοσιογραφικά τον ισπανικό εμφύλιο. Την περίοδο αυτή ανέπτυξε παράλληλα σχέση με την Μάρθα Γκέλχορν, η οποία επίσης κάλυπτε τον πόλεμο, γεγονός που οδήγησε σε ένα δεύτερο διαζύγιο το 1940 και σε έναν τρίτο γάμο του με την Γκέλχορν, λίγες εβδομάδες αργότερα.

Κούβα

Μετά τον τρίτο του γάμο, ο Χέμινγουεϊ εγκαταστάθηκε στην Κούβα, στη βίλα Φίνκα Βίχια (Finca Vigia), κοντά στην Αβάνα. Το συγκεκριμένο σπίτι, αποτέλεσε το πρώτο που αγόρασε ο ίδιος ο Χέμινγουεϊ, έναντι 18.500 δολαρίων. Είχε παλαιότερα ξαναταξιδέψει στην Κούβα, το 1928, και το νησί θα αποτελούσε την βάση του σχεδόν μέχρι τον θάνατό του. Κατά την εποχή που ξέσπασε ο Ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος αρθρογραφεί υπέρ της Δημοκρατίας και ενεργοποιείται γύρω από ομάδες συμπαθούντων που στέλνουν βοήθεια στα δημοκρατικά κυβερνητικά στρατεύματα. Ο ίδιος αποφασίζει να πάρει μέρος στις πολεμικές ανταποκρίσεις στο μέτωπο της Αραγωνίας, όπως και γύρω από την πολιορκημένη από τα στρατεύματα του Φράνκο, Μαδρίτη. Το ξενοδοχείο Φλόριντα στη Μαδρίτη στο οποίο έμενε, συγκέντρωνε τους πιο γνωστούς Αμερικανούς εθελοντές στον πόλεμο, τους οποίους γνώριζε προσωπικά και ήταν φίλος τους, όπως ο Ρόμπερτ Μέρριμαν, αρχηγός των αμερικανικών εθελοντικών ταξιαρχιών και ο άσος πιλότος Φρανκ Γκλάσκοου Τίνκερ, υποσμηναγός της Δημοκρατικής Αεροπορίας. Στις ανταποκρίσεις του από την Ισπανία υπάρχουν προσωπικοί διάλογοι με αυτούς, ακόμα και ποιήματα αφιερωμένα στους νεκρούς του φίλους.
Οι εμπειρίες του αυτές αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για το μυθιστόρημα Για ποιον χτυπά η καμπάνα, το οποίο ολοκλήρωσε στην Κούβα τον Ιούλιο του 1940. Το βιβλίο αναγνωρίζεται σήμερα ως ένα από τα σημαντικότερα έργα του Χέμινγουεϊ και όταν εκδόθηκε είχε μεγάλη εμπορική επιτυχία, λαμβάνοντας και πολύ θετικές κριτικές. Πρόσωπα έμπνευσης για τους πρωταγωνιστές του έργου αυτού ήταν, και με τα ίδια ακριβώς ονόματα, το ζευγάρι Ρόμπερτ και Μάριον Μέρριμαν. Ο Ρόμπερτ του έργου όπως και ο αληθινός Ρόμπερτ Μέρριμαν, και η Μάριον, θα πέσουν μαχόμενοι στην Ισπανία για το καθήκον, όπως αυτοί είχαν ορίσει στον εαυτό τους

Δεύτερος Παγκόσμιος πόλεμος

Μετά τη συμμετοχή των Ηνωμένων Πολιτειών στον Δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, ο Χέμινγουεϊ οργάνωσε μία επιχείρηση ανακάλυψης γερμανικών υποβρυχίων στις ακτές της Κούβας και των ΗΠΑ. Συγκέντρωσε αρκετούς φίλους και γνωστούς του, ενώ παράλληλα εξόπλισε κατάλληλα το αλιευτικό του σκάφος (γνωστό και ως Pilar). Ονόμασε την οργάνωση αυτή Crook Factory, ωστόσο δεν είχε κανένα αποτέλεσμα. Σύμφωνα με τη σύζυγό του Μάρθα, το εγχείρημα του Χέμινγουεϊ αποτελούσε δικαιολογία ώστε να αποφύγει μία πραγματική δημοσιογραφική αποστολή αλλά και για να διασκεδάσει με τους φίλους του.
Την άνοιξη του 1944, ο Χέμινγουεϊ αποφάσισε τελικά να ταξιδέψει στην Ευρώπη για τη δημοσιογραφική κάλυψη του πολέμου, με πρώτο σταθμό το Λονδίνο. Στο διάστημα αυτό, επήλθε ρήξη στη σχέση με τη σύζυγό του ενώ παράλληλα γνώρισε τη δημοσιογράφο του περιοδικού Time Μαίρη Γουέλς, με την οποία παντρεύτηκαν τελικά (συνολικά για τέταρτη φορά) το 1946. Ο Χέμινγουεϊ επέστρεψε στην Αμερική τον Μάρτιο του ίδιου έτους, μετά τη λήξη του πολέμου.

Τελευταία χρόνια

Το 1950 εκδόθηκε το πρώτο μυθιστόρημα από την εποχή του Για ποιον χτυπά η καμπάνα, με τον τίτλο Across the River and Into the Trees, το οποίο πραγματεύεται μία ρομαντική ιστορία που εκτυλίσσεται στην μεταπολεμική Βενετία. Το μυθιστόρημα έλαβε κακές κριτικές ενταγμένες σε μία γενικότερη αμφισβήτηση της ικανότητάς του να συνεχίσει να δημιουργεί σημαντικά έργα. Η θεώρηση αυτή ανατράπηκε δύο χρόνια αργότερα, με την ολοκλήρωση της νουβέλας Ο Γέρος και η Θάλασσα, το 1951 και την έκδοσή της τον Σεπτέμβριο του 1952. Δημοσιεύτηκε αρχικά στο περιοδικό Life και προκάλεσε πολύ θετικά σχόλια, οδηγώντας τελικά στη βράβευση του Χέμινγουεϊ με το Βραβείο Πούλιτζερ (1953) και το Νόμπελ Λογοτεχνίας (1954).
Αμέσως μετά τη θερμή υποδοχή της νουβέλας, ταξίδεψε αρχικά στην Ισπανία και αργότερα στην Αφρική. Επί αφρικανικού εδάφους, συμμετείχε σε δύο αεροπορικά ατυχήματα τα οποία τού προκάλεσαν σοβαρούς τραυματισμούς. Ενδεικτικό της σοβαρότητάς τους είναι το γεγονός πως αφού επέστρεψε στην Κούβα, του στάθηκε αδύνατο να παραστεί στην απονομή του Νόμπελ Λογοτεχνίας, η οποία έλαβε χώρα στις 28 Οκτωβρίου του 1954. Αντ' αυτού, απέστειλε ένα γράμμα, το οποίο διάβασε ο Αμερικανός πρεσβευτής στη Σουηδία, Τζον Κάμποτ, ανακοινώνοντας την αποδοχή του βραβείου εκ μέρους του συγγραφέα.

Θάνατος

Τα επόμενα χρόνια αντιμετώπισε αρκετά προβλήματα υγείας που στάθηκαν εμπόδιο στη συνέχιση του έργου του. Η κατάστασή του επιδεινώθηκε επιπλέον από την υπερβολική χρήση αλκοόλ καθώς και από την κατάθλιψη που εμφάνιζε. Παρά τις αντιξοότητες, κατάφερε να ολοκληρώσει το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα Μία κινητή γιορτή (A Moveable Feast), έργο που τελικά εκδόθηκε μετά τον θάνατό του. Αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Κούβα τον Ιούλιο του 1960 και εγκαταστάθηκε στην πόλη Κέτσαμ (Ketchum) του Αϊντάχο. Τον ίδιο χρόνο νοσηλεύθηκε στην κλινική Mayo λόγω της υψηλής του πίεσης αλλά κυρίως της κατάθλιψης και της παράνοιάς του. Εκεί υποβλήθηκε και σε θεραπείες με ηλεκτροσόκ (ECT). Σύμφωνα με τον βιογράφο του Jeffrey Meyers, δέχθηκε 11 έως 15 θεραπείες τέτοιου είδους, οι οποίες όμως, όχι μόνο δεν τον βοήθησαν αλλά αντιθέτως είχαν αρνητικά αποτελέσματα, προκαλώντας του απώλεια μνήμης και επιταχύνοντας πιθανά και τη μελλοντική του αυτοκτονία.
Αποπειράθηκε για πρώτη φορά να αυτοκτονήσει την άνοιξη του 1961, και τελικά στις 2 Ιουλίου αυτοπυροβολήθηκε στο κεφάλι με κυνηγετικό όπλο, λίγες ημέρες πριν τα εξηκοστά δεύτερα γενέθλιά του. Ο τάφος του βρίσκεται σήμερα στο καθολικό νεκροταφείο του Κέτσαμ.

Πολιτικές και θρησκευτικές απόψεις

Ο Χέμινγουεϊ ήταν υποστηρικτής της δημοκρατίας και ιδεολογικά ανήκε στην αριστερά, αφού είχε σοσιαλιστικές ιδέες και έδειχνε μεγάλη συμπάθεια στους αναρχικούς. Μάλιστα, πρόσφατα ανακαλύφθηκε ότι η CIA τον είχε καταγράψει σε ένα από τα βιβλία της ως κομμουνιστή πράκτορα της KGB, κάτι που δεν είχε σχέση με την πραγματικότητα. Πάντως ο ίδιος, αν και ήταν αριστερός, είχε και κάποιες απόψεις σε ορισμένα ζητήματα που δεν συμβάδιζαν απόλυτα με τις θέσεις της αμερικανικής αριστεράς. Οι θρησκευτικές του πεποιθήσεις είναι πιο περίπλοκες και σύνθετες. Κατά την επικρατέστερη άποψη ο Χέμινγουεϊ ήταν Χριστιανός καθολικός στην αρχή της ζωής του, αλλά μετέπειτα έγινε άθεος

Ο γέρος και η θάλασσα

«Ο Γέρος και η θάλασσα» (αγγλικά: The Old Man and the Sea‎) είναι νουβέλα που γράφτηκε από τον Έρνεστ Χέμινγουεϊ το 1951 στις Μπαχάμες και δημοσιεύθηκε το 1952. Το 1953 ο Χέμινγουεϊ έλαβε για αυτό το Βραβείο Πούλιτζερ (Μυθοπλασίας) και η έκδοσή του συνετέλεσε στην απονομή του Βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1954. Το διήγημα αναφέρεται σε έναν γέρο ψαρά που μόνος και αβοήθητος παλεύει απελπισμένα στον ωκεανό, στα ανοιχτά της Κούβας, με έναν τεράστιο ξιφία
Ήρωας της ιστορίας είναι ο Σαντιάγκο, ένας φτωχός και ηλικιωμένος ψαράς που για 84 ημέρες έχει αποτύχει να πιάσει έστω κι ένα ψάρι. Τις πρώτες σαράντα μέρες είχε μαζί του ένα παιδί, τον Μανολίνο, στη συνέχεια όμως βγαίνει μόνος με τη βάρκα για ψάρεμα.
Την επόμενη, 85η ημέρα, κατορθώνει να ψαρεύψει ένα ψάρι τεραστίων διαστάσεων, έναν ξιφία, το οποίο όμως δυσκολεύεται να το τραβήξει στην ξηρά. Αγωνίζεται δυο ολόκληρα μερόνυχτα και στο τέλος πετυχαίνει να νικήσει το ψάρι. Καταπονημένος όπως είναι, αδυνατεί να το ανεβάσει στη βάρκα, λόγω και του τεράστιου βάρους του ψαριού. Έτσι, αποφασίζει να το δέσει στο πλάι και ξεκινά το δρόμο της επιστροφής, κάνοντας όνειρα για τη θριαμβευτική επιστορφή στο χωριό του. Ωστόσο, η τύχη δεν είναι με το μέρος του. Η θάλλασα θα παίξει μαζί του ένα τελευταίο, άσχημο παιχνίδι.Οι καρχαρίες, κατά τη διάρκεια της διαδρομής, κατασπάραξαν το μεγάλο ψάρι που είχε πιάσει ο Σαντίαγκο. Έτσι, όταν πλέον μπαίνει στο λιμάνι, το μόνο που έχει απομείνει να θυμίζει το κατόρθωμα του γερο-ψαρά είναι το μέγαλο άσπρο κόκαλο του ξιφία Είναι νύχτα, και ο Σαντιάγκο ανηφορίζει από το λιμάνι προς την καλύβα του, κουβαλώντας το κατάρτι της βάρκας του. Την επομένη το πρωί εμφανίζεται ο Μανολίνο, που του φέρνει καφέ και μαζί κάνουν σχέδια για μελλοντικές ψαριές. Κατόπιν ο Σαντιάγκο αποκοιμιέται, ονειρευόμενος λιοντάρια που παίζουν στην παραλία.

Απόσπασμα 

«Το ψάρι είναι φίλος μου» είπε δυνατά. «Δεν έχω ξαναδεί ούτε έχω ξανακούσει για κανένα τέτοιο ψάρι». Όμως πρέπει να το σκοτώσω. Πάλι καλά που δεν είμαστε αναγκασμένοι να σκοτώσουμε τ’ αστέρια»
Φαντάσου να έπρεπε κάθε μέρα κάποιος να προσπαθεί να σκοτώσει το φεγγάρι, συλλογίστηκε. Το φεγγάρι σώνεται και χάνεται. Φαντάσου όμως να ήταν αναγκασμένος κάθε μέρα κάποιος να προσπαθεί να σκοτώσει τον ήλιο; Γεννηθήκαμε τυχεροί, σκέφτηκε.
Τότε, λυπήθηκε το μεγάλο ψάρι που δεν είχε τίποτα να φάει μα η απόφασή του να το σκοτωσει δεν κλονίστηκε στιγμή από τη λύπησή του για αυτό. Πόσους ανθρώπους θα ταΐσει, σκέφτηκε. Όμως αξίζουν να το φάνε; Όχι βέβαια. Κανείς δεν είναι άξιος να το φάει, έτσι όπως φέρεται, και έτσι περήφανο που είναι.
Δεν τα καταλαβαίνω αυτά τα πράγματα, σκέφτηκε. Όμως πάλι καλά που δεν είμαστε αναγκασμένοι να προσπαθήσουμε να τα βάλουμε με τον ήλιο, το φεγγάρι ή τ’ αστέρια. Φτάνει που ζούμε από τη θάλασσα και σκοτώνουμε τα αληθινά μας αδέλφια.






Για ποιον χτυπά η καμπάνα

Βασισμένο στις εμπειρίες του από τον Ισπανικό Εμφύλιο, το "Για ποιον χτυπά η καμπάνα" θεωρήθηκε από τους βιβλιοκριτικούς ως το κορυφαίο έργο του συγγραφέα και ένα από τα καλύτερα πολεμικά μυθιστορήματα όλων των εποχών. Περιγράφει τέσσερις μέρες από τη ζωή του ήρωα και πρωταγωνιστή Ρόμπερτ Τζόρνταν, ενός Αμερικανού που έχει σταλεί με την ιδιότητα του δυναμιτιστή, για να ανατινάξει μια στρατηγικής σημασίας γέφυρα. Τέσσερις μονάχα μέρες, στα τέλη της άνοιξης του 1937 στην Ισπανία, και συγκεκριμένα στα δάση γύρω από τη Σεγκόβια. Στη διάρκεια αυτών των κρίσιμων ημερών, ο Τζόρνταν βιώνει συγκλονιστικά τον έρωτα στο πρόσωπο της πανέμορφης και βασανισμένης Μαρίας, το φόβο και την αγωνία σε μια σπαρασσόμενη από τον Εμφύλιο χώρα, την αφοσίωση και τη φιλία, αλλά και τη δεισιδαιμονία στα πρόσωπα των Ισπανών ανταρτών. Παντού γύρω του ελλοχεύει ο θάνατος, που δίνει σε όλα τα συνθήματα μια ολότελα διαφορετική διάσταση και ένταση. (ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ)


Κεντρικό πρόσωπο του βιβλίου είναι ο Αμερικανός ιδεαλιστής καθηγητής Ρόμπερτ Τζόρνταν, ο οποίος εγκαταλείπει την πατρίδα του και πηγαίνει στην Ισπανία για να πολεμήσει για την δημοκρατία κατά τη διάρκεια του ισπανικού εμφυλίου πολέμου.
Εκεί γνωρίζεται με μία ομάδα ντόπιων ανταρτών που αποτελείται από τρεις άνδρες και δύο γυναίκες και όλοι μαζί καταστρώνουν σχέδια για την ανατίναξη μιας γέφυρας. Μέσα στη σκληρότητα του πολέμου αναπτύσσεται κι ένα συναίσθημα ανάμεσα στον Τζόρνταν και μια νεαρή αντάρτισσα και το ζευγάρι προσπαθεί να βρει κάποιο νόημα στον παραλογισμό του πολέμου και στη δική του αβέβαιη θέση.
Η στιγμή για την ανατίναξη φτάνει, η αποστολή πετυχαίνει, όμως γίνεται φανερό ότι ο πόλεμος έχει χαθεί. Ο Ισπανός αρχηγός των ανταρτών, σπρωγμένος από δειλία και φόβο, προδίδει την ομάδα στους εχθρούς και στη μάχη που ακολουθεί ο Τζόρνταν τραυματίζεται βαριά.
Θα μπορούσε να είχε σωθεί αν ακολουθούσε την υπόλοιπη ομάδα ή θα μπορούσε να υπακούσει στην αγάπη της συντρόφου του και στην επιθυμία του να ζήσουν μαζί. Όμως μετράει η αίσθηση του καθήκοντος, αφού η πίστη του είναι ότι και η παραμικρή προσπάθεια κατά του φασισμού, αξίζει να γίνει. Πείθει λοιπόν τους άλλους να φύγουν, ενώ ο ίδιος βρίσκει τον θάνατο χρησιμοποιώντας τον εαυτό του για να καθυστερήσει την φάλαγγα των φασιστών.

Μηνύματα και αντιδράσεις
Παρά το ότι η βάση του βιβλίου είναι ο πόλεμος και ο θάνατος που βρίσκονται παντού, κατά βάθος το μυθιστόρημα έχει ξεκάθαρες και σοβαρές πολιτικές σκέψεις. Οι χαρακτήρες του δεν είναι άφοβοι και άτρωτοι, όμως αγαπούν την ζωή και γι αυτό μάχονται γι αυτήν, παρ' ότι πολλές φορές αναρωτιούνται αν αξίζει τον κόπο. Γι αυτούς, δημοκρατία σημαίνει επιβίωση.
Ο χρόνος που γράφτηκε και δημοσιεύτηκε το βιβλίο έχει ιδιάζουσα σημασία. Αν και επικρίθηκε, ειδικά από τους πολιτικούς, σαν μια παραμορφωμένη εικόνα του ισπανικού εμφυλίου πολέμου, ολόκληρο το μυθιστόρημα και ειδικά οι απόψεις του ήρωά του επηρέασαν την αμερικανική κοινή γνώμη σε μια εποχή που ολόκληρη η χώρα προσπαθούσε να αποφασίσει αν έπρεπε να πάρει μέρος στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο βοηθώντας τους Βρετανούς κατά των Γερμανών ή να παραμείνει θεατής, καθώς τα συμφέροντά της δεν θίγονταν άμεσα.
Η πρόθεση του συγγραφέα ήταν να μεταδώσει την πίστη ότι κανένας δεν μπορεί να μένει αμέτοχος σε ότι συμβαίνει γύρω του. Είναι υπεύθυνος, γι αυτό και υποχρεωμένος να λάβει μέρος. Όλο αυτό το «πιστεύω» βρίσκεται συμπυκνωμένο στην πρώτη σελίδα του μυθιστορήματος, σε απόσπασμα από ένα έργο του ποιητή Τζον Ντον (John Donne) του 1624 με τίτλο "Devotions upon Emergent Occasions", στο οποίο αναφέρεται η φράση «...Και γι' αυτό ποτέ μη στείλεις να μάθεις για ποιον χτυπά η καμπάνα. Χτυπά για σένα».



ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΤΑ ΟΠΛΑ

Στη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου ένας νεαρός Αμερικανός κατατάσσεται ως εθελοντής στον Ιταλικό Στρατό και τον στέλνουν στην πρώτη γραμμή. Εκεί γνωρίζει και ερωτεύεται την Εγγλέζα νοσοκόμα Κατερίνα Μπάρκλεϋ. Το ειδύλλιό τους συνεχίζεται και κορυφώνεται σ’ ένα νοσοκομείο στο Μιλάνο, όπου έχει μεταφερθεί εκείνος μετά τον τραυματισμό του στο γόνατο από θραύσμα οβίδας.
Στο μεταξύ, η άμεση επαφή του με τη φρίκη του πολέμου του έχει διαλύσει μια σειρά από αυταπάτες και, όταν παρασυρμένος από το στρόβιλο της γενικής υποχώρησης των Ιταλικών στρατευμάτων κινδυνεύει να τουφεκιστεί εντελώς άδικα από την Ιταλική Στρατιωτική Αστυνομία, αποφασίζει να λιποτακτήσει. 
Πράγματι, κατορθώνει να φύγει κρυφά για την Ελβετία παίρνοντας μαζί του και την Κατερίνα και για λίγους μήνες οι δυο εραστές θα ζήσουν τη γαλήνια ευτυχία της αγάπης τους.
Όμως η καταστροφή ενεδρεύει... (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Απόσπασμα 
"Αυτός ο κόσμος τσακίζει τους ανθρώπους και στο μέρος που τσακίζονται εμφανίζεται ένα ράγισμα. Κι όσοι αρνούνται να τσακιστούν, αυτούς ο κόσμος τους σκοτώνει. Σκοτώνει χωρίς να λογαριάζει τους πολύ γενναίους, τους πολύ δυνατούς και τους πολύ ρομαντικούς. Αν δεν είστε από αυτούς θα σας σκοτώσει επίσης. Όμως τότε θα αφήσει τον χρόνο να κάνει την δουλειά του"http://www.mikresistories.org/




Ο ήλιος ανατέλλει ξανά

Ο Hemigway εκδίδει το "Ο ήλιος ανατέλλει ξανά" το 1926. Ηδη από το 1921 βρίσκεται στο Παρίσι μαζί με την πρώτη του γυναίκα και εργάζεται ως ανταποκριτής της Καναδέζικης εφημερίδας "Τορόντο Σταρ". Το βιβλίο αυτό καθιερώνει τον Hemigway ως αξιόλογο συγγραφέα και μας εισάγει στο κλασσικό, απέριττο ύφος του. Μέσα απ' τις σελίδες του ζωντανεύουν στιγμές από τη ζωή μιας παρέας "αυτοεξόριστων" στο Παρίσι, καθώς και προσωπικά βιώματα πάνω στα έργα και τις ημέρες της γενιάς του, της "χαμένης γενιάς" όπως χαρακτηρίστηκε. Οι ήρωες του έργου, οι οποίοι έχουν βγει από το σφαγείο του Α' Παγκοσμίου Πολέμου παραπαίουν ανάμεσα σε μνήμες, απωθημένα, διαψεύσεις ελπίδων, ζήλιες, αδιέξοδα. Μέσα σε ένα κλίμα φαινομενικής ανεμελιάς και ελευθερίας, ουσιαστικά ασφυκτιούν και αναζητούν διέξοδο στην κραιπάλη και στο ποτό.

Απόσπασμα 

Κάποιος ζήτησε τη Ζωρζέτ για χορό, και εγώ τράβηξα για τον πάγκο. Έκανε πραγματικά πολλή ζέστη και η μουσική του ακορντεόν ήταν ευχάριστη μέσα στη θερμή νύχτα. Ήπια μια μπύρα όρθιος στο κατώφλι, με τ' αεράκι του δρόμου να με δροσίζη. Δυο ταξί κατέβαιναν τον απότομο δρόμο. Και τα δύο σταμάτησαν απέναντι από το χορό. Μια παρέα νεαροί, μερικοί με ζέρσεϋ και άλλοι με πουκάμισο, ξεχύθηκαν έξω. Στο φως της εισόδου μπορούσα να διακρίνω τα χέρια τους και τα φρεσκολουσμένα κυματιστά μαλλιά τους. Ο αστυφύλακας που έστεκε στην πόρτα με κοίταξε και χαμογέλασε. Μπήκαν μέσα. Καθώς έμπαιναν, είδα κάτω από το φως λευκά χέρια, κυματιστά μαλλιά, λευκά πρόσωπα να μορφάζουν, να χειρονομούν, να μιλούν. Μαζί τους ήταν και η Μπρέτ. Ήταν γοητευτική και φαινόταν πολύ ευχαριστημένη ανάμεσα τους.

Ένας απ' αυτούς διέκρινε τη Ζωρζέτ και είπε: 
— Μα την πίστη μου. Να ένα πραγματικό τσουλί. θα χορέψω μαζί της, Λετ. Κοίτα να δής.

Ο ψηλομελάχροινος που λεγόταν Λέτ, είπε: 
— Μην κάνης ανοησίες.

Ο ξανθοκατσαρομάλλης απάντησε: 
— Μην ανησυχής, γλύκα μου. 

Και μ' αυτούς ήταν η Μπρέτ.

Ήμουν πολύ θυμωμένος. Οπωσδήποτε, τέτοιου είδους ανθρωποι πάντα με νευρίαζαν. Ξέρω ότι ο κόσμος τούς θεωρεί διασκεδαστικούς και ότι πρέπει να είμαστε ανεκτικοί, αλλά εγώ νιώθω πάντα την επιθυμία να τους πετάξω κάτι στη μούρη για να σπάσω αυτή την υπεροπτική και βλακώδη στάση. Αντί γι' αυτό, κατηφόρισα το δρόμο και ήπια μια μπύρα στο μπαρ του επομένου κέντρου. Η μπύρα δεν ήταν καλή και κατέβασα ένα κονιάκ, που ήταν χειρότερο για να στρώσω τη γλώσσα μου. Όταν γύρισα στο χορό, ο κόσμος είχε πλημμυρίσει την πίστα και η Ζωρζέτ γυρόφερνε με τον ψηλό ξανθό νεαρό, που με τα μάτια γλαρωμένα και το κεφάλι πλαγιασμένο χόρευε κουνώντας τα χοντρά πισινά του. Μόλις ταμάτησε η μουσική, κάποιος άλλος απ' αυτούς της ζήτησε να χορέψη μαζί του. Την είχαν πάρει μαζί τους. Ήξερα πια ότι όλοι θα χόρευαν μαζί της. Το ίδιο είναι όλοι τους.

μετάφραση: Νίκος Σαρλής 



Η Μικρασιατική Καταστροφή όπως την έζησε και την κατέγραψε o Έρνεστ Χέμινγουεϊ

Ως πολεμικός ανταποκριτής της καναδικής εφημερίδας «Toronto Star» ο Χέμινγουεϊ είχε βρεθεί αυτόπτης μάρτυς στον τόπο της καταστροφής και την είχε περιγράφει σε μια σειρά άρθρων του, που εκδόθηκαν το 1985 σε βιβλίο με τον τίτλο: «Dateline: Toronto».

"Το χειρότερο, είπε, ήταν οι γυναίκες με τα νεκρά παιδιά. Δε μπορούσαμε να τις πείσουμε να μας δώσουν τα πεθαμένα παιδιά τους. Είχαν τα παιδιά τους, νεκρά ακόμα και έξι μέρες, αλλά δεν τα εγκατέλειπαν. Δε μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα. Τελικά έπρεπε να τους τα πάρουμε με τη βία.» (Από τη συλλογή διηγημάτων του με το γενικό τίτλο «Στην προκυμαία της Σμύρνης»).

Με τα παραπάνω λόγια κάποιος ήρωας του Έρνεστ Χέμινγουεϊ, αξιωματούχος πολεμικού πλοίου των ΗΠΑ αγκυροβολημένου στη Σμύρνη, περιγράφει τη μεγάλη καταστροφή. Το απόσπασμα είναι από το πρώτο λογοτεχνικό κείμενο που εξέδωσε ο Αμερικανός συγγραφέας το 1925, μόλις 26 χρονών τότε, και με το οποίο άρχισε να αποκτά παγκόσμια φήμη. Πρόκειται για τη συλλογή διηγημάτων του «Στην εποχή μας» (In Our Times), όπου το πρώτο του διήγημα, ουσιαστικά ο πρόλογος του βιβλίου, έχει τον τίτλο «Στην προκυμαία της Σμύρνης».

Όσο κι αν μιλάμε για διήγημα, ο συγγραφέας δεν γράφει από απλή φαντασία. Μόλις πριν τρία χρόνια ως πολεμικός ανταποκριτής της καναδικής εφημερίδας «Toronto Star» ο Χέμινγουεϊ είχε βρεθεί ως αυτόπτης μάρτυς στον τόπο της καταστροφής και την είχε περιγράφει σε μια σειρά άρθρων του, που εκδόθηκαν το 1985 σε βιβλίο με τον τίτλο: «Dateline: Toronto». Ως ανταποκριτής αυτής της εφημερίδας είχε ταξιδέψει από το Παρίσι στην Κωνσταντινούπολη και σε άλλα μέρη της Τουρκίας στέλνοντας κατά την πορεία του τα άρθρα του στην καναδική εφημερίδα. Στην έκδοση της 20ής Οκτωβρίου 1922 γράφει: «Ο άντρας σκεπάζει με μια κουβέρτα την ετοιμόγεννη γυναίκα του πάνω στον αραμπά για την προφυλάξει από τη βροχή. Εκείνη είναι το μόνο πρόσωπο που βγάζει κάποιους ήχους [από τους πόνους της γέννας]. Η μικρή κόρη τους την κοιτάζει με τρόμο και βάζει τα κλάματα. Και η πομπή προχωρά. Δεν ξέρω πόσο χρόνο θα πάρει αυτό το γράμμα να φτάσει στο Τορόντο, αλλά όταν εσείς οι αναγνώστες της Σταρ το διαβάσετε να είστε σίγουροι ότι η ίδια τρομακτική, βάναυση πορεία ενός λαού που ξεριζώθηκε από τον τόπο του θα συνεχίζει να τρεκλίζει στον ατέλειωτο λασπωμένο δρόμο προς τη Μακεδονία».

Τα λόγια αυτά δεν είναι γραμμένα από κάποιον που πρώτη φορά αντικρίζει τη φρίκη του πολέμου. Ο νεαρός Χέμινγουεϊ είχε ζητήσει να καταταγεί ως εθελοντής στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά δεν έγινε δεκτός λόγω της κακής όρασής του. Αυτό δεν τον εμπόδισε να γίνει εθελοντής νοσοκόμος, να τραυματιστεί σοβαρά δυο φορές στην Αυστρία και τελικά να αποσυρθεί αφού τιμήθηκε με το βραβείο ανδρείας. Κι αυτά πριν να βρεθεί στην Τουρκία ως πολεμικός ανταποκριτής της Toronto Star, μόλις 23 χρονών. Μέσα από το λογοτεχνικό του ταλέντο, που φανερώθηκε μέσα στα επόμενα χρόνια, ο συγγραφέας δίνει συγκλονιστικές περιγραφές μιας περιόδου που έχει σημαδέψει την ψυχή του Νεοέλληνα, μ’ όλο που κοντεύει να περάσει σχεδόν ένας αιώνας από τότε.

Σ’ ένα από τα κείμενα αυτά, στο οποίο αναφερθήκαμε ήδη, «Στην προκυμαία της Σμύρνης», που θεωρείται αριστούργημα γραφής και διδάσκεται, καθώς είδαμε στο Ιντερνέτ, στους φοιτητές αγγλικής φιλολογίας σε πολλά πανεπιστήμια, γράφει: «Είχαμε ρητές εντολές να μην επέμβουμε, να μη βοηθήσουμε. Το πλοίο μας είχε τόση δύναμη που θα μπορούσαμε να βομβαρδίσουμε όλη τη Σμύρνη και να σταματήσουμε το μακελειό, αλλά η εντολή ήταν να μην κάνουμε τίποτα. Το παράξενο ήταν, είπε [ο υποτιθέμενος αξιωματούχος του αμερικάνικου πολεμικού που διηγείται την ιστορία], πώς ούρλιαζαν κάθε νύχτα τα μεσάνυχτα. Δεν ξέρω γιατί ούρλιαζαν αυτή την ώρα. Ήμασταν στο λιμάνι κι αυτές στην προκυμαία και τα μεσάνυχτα άρχιζαν να ουρλιάζουν. Στρέφαμε πάνω τους τους προβολείς και κι αυτές τότε σταματούσαν…».

Ο Χέμινγουεϊ ως πολεμικός ανταποκριτής είναι πιο σαφής. Ξέρει ότι 1.250.000 Έλληνες διώχτηκαν από τα σπίτια τους με την ανταλλαγή των πληθυσμών: «Ό,τι και να πει κανείς για το πρόβλημα των προσφύγων στην Ελλάδα δεν πρόκειται να είναι υπερβολή. Ένα φτωχό κράτος με μόλις 4 εκατομμύρια πληθυσμό πρέπει να φροντίσει για άλλο ένα τρίτο των κατοίκων. Και τα σπίτια που άφησαν οι Μουσουλμάνοι που έφυγαν δεν επαρκούν σε τίποτα, χώρια η διαφορά στο επίπεδο κουλτούρας που είχαν συνηθίσει οι Έλληνες στην Κωνσταντινούπολη».

Σε μια άλλη ανταπόκρισή του στη «Σταρ» γράφει: «Βρίσκομαι σε ένα άνετο τρένο, αλλά με τη φρίκη της εκκένωσης της Θράκης όλα μου φαίνονται απίστευτα. Έστειλα τηλεγράφημα στη «Σταρ»» από την Αδριανούπολη. Δεν χρειάζεται να το επαναλάβω. Η εκκένωση συνεχίζεται… Ψιχάλιζε. Στην άκρη του λασπόδρομου έβλεπα την ατέλειωτη πορεία της ανθρωποθάλασσας να κινείται αργά στην Αδριανούπολη και μετά να χωρίζεται σ’ αυτούς που πήγαιναν στη Δυτική Θράκη και τη Μακεδονία. Δε μπορούσα να βγάλω από το νου μου τους άμοιρους ανθρώπους που βρίσκονταν στην πομπή γιατί είχα δει τρομερά πράγματα σε μια μόνο μέρα. Η ξενοδόχισσα προσπάθησε να με παρηγορήσει με μια τρομερή τούρκικη παροιμία: «Δε φταίει μόνο το τσεκούρι, φταίει και το δέντρο». (Toronto Star, 14 Νοέμβρη 1922) «Η υποχώρηση του ελληνικού στρατού ήταν μια θλιβερή υπόθεση, αλλά δε χρειάζεται να κατηγορούμε γι’ αυτό τον απλό Έλληνα φαντάρο. Ακόμα και όταν γινόταν εκκενώσεις περιοχών οι Έλληνες δρούσαν ως πραγματικοί στρατιώτες. Ο Κεμάλ θα είχε μεγάλο πρόβλημα αν ήταν να τους αντιμετωπίσει στη Θράκη.» Ο λοχαγός Wittal του Ινδικού Ιππικού, που βρισκόταν στην Ανατόλια ως παρατηρητής κατά τη διάρκεια του πολέμου των Ελλήνων με τον Κεμάλ, μου είπε: «Οι Έλληνες στρατιώτες ήταν μαχητές πρώτης κατηγορίας. Οι αξιωματικοί τους ήταν άριστοι… Θα μπορούσαν να έχουν καταλάβει την Άγκυρα και να τελειώσουν τον πόλεμο αν δεν είχαν προδοθεί». Κατά τον Χέμινγουεϊ η προδοσία αυτή πήγασε και από τους συμμάχους, αλλά και από τον βασιλιά Κωνσταντίνο που αντικατέστησε τους έμπειρους -αλλά βενιζελικούς- αξιωματικούς, με δικούς του «που ποτέ δεν είχαν ακούσει τον κρότο της μάχης».

Και τελειώνει με μια πρόταση που δεν θα την έγραφε ποτέ ένας απλός δημοσιογράφος, αν δεν είχε μέσα του το ταλέντο του μεγάλου νομπελίστα συγγραφέα: «Όλη μέρα περνούν δίπλα μου, λεροί, εξαντλημένοι, αξύριστοι, ανεμοδαρμένοι στρατιώτες που βαδίζουν στη γκρίζα γυμνή ύπαιθρο της Θράκης. Χωρίς μπάντες, χωρίς [ανθρωπιστικές] οργανώσεις να τους ανακουφίσουν, χωρίς τόπο να ξαποστάσουν, παρά γεμάτοι ψείρες, με βρώμικες κουβέρτες και κουνούπια όλη τη νύχτα. Είναι οι τελευταίοι από αυτό που ήταν κάποτε η δόξα της Ελλάδας. Κι αυτό είναι το τέλος της δεύτερης πολιορκίας της Τροίας» (Toronto Star, 3 Νοεμβρίου 1922).
Μπορεί ο συγγραφέας να ήταν σκληραγωγημένος και από τη φύση του (πλην των άλλων ήταν και μποξέρ) ή από τη ζωή του ως πολεμικός ανταποκριτής, αλλά δε μπορεί να μη συγκινηθεί με τόσο πόνο. Χρόνια αργότερα, αφού είχε καλύψει δημοσιογραφικά και τον εμφύλιο πόλεμο στην Ισπανία, μιλώντας μέσα από το στόμα ενός ήρωά του γράφει: «Δε θέλω να κοιμηθώ γιατί έχω τη προαίσθηση ότι αν κλείσω τα μάτια μου στο σκοτάδι και αφεθώ στον εαυτό μου, η ψυχή μου θα βγει από το σώμα». Σε ένα από τελευταία του άρθρα από την Τουρκία στην Τορόντο Σταρ γράφει: «Ποιος θα θρέψει τόσο πληθυσμό; Κανένας δεν το ξέρει και μέσα στα επόμενα χρόνια ο χριστιανικός κόσμος θα ακούει μια σπαρακτική κραυγή που ελπίζω να φτάσει και ως τον Καναδά: Μην ξεχνάτε τους Έλληνες!».

(Από το περιοδικό «Ζωσιμάδες» (τ. 40) του Συλλόγου Αποφοίτων Ζωσιμαίας Σχολής Ιωαννίνων)






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου