Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2015

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΤΕΚΟΥ «Θάλασσες μας χώρισαν»


Το νέο βιβλίο της Ιφιγένειας Τέκου με τίτλο  «Θάλασσες μας χώρισαν»  κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Διόπτρα.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΑΠΟ ΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

«Περίμενε, μη φεύγεις. Δεν σε κατηγορώ. Σκέψεις κάνω, προσπαθώντας να καταλάβω αν με αγάπησες ποτέ. Με αγάπησες; Την ένιωσα την αγάπη σου τόσες φορές να μ’ αγκαλιάζει σαν ζεστό πανωφόρι, δεν μπορεί να έκανα τόσο λάθος. Ίσως με αγάπησες διαφορετικά, με τον τρόπο τον δικό σου, ίσως να έπρεπε να δεχτώ αυτό το είδος έρωτα που μου πρόσφερες και να μην ψάχνω κάτι περισσότερο».

Δύο αδελφές, η Παρασκευούλα και η Ελπίδα, βρίσκονται σε διαρκή σύγκρουση από τα παιδικά τους χρόνια. Η μία όμορφη, λαμπερή, πάντα να κλέβει τις εντυπώσεις , η άλλη χαμηλών τόνων και εσωστρεφής, περνά απαρατήρητη. Το πένθος που θα ξεσπάσει στην οικογένειά τους, σε συνδυασμό με την ιταλική κατοχή στη Σύμη, θα τις οδηγήσει στην Κωνσταντινούπολη. Για μια στιγμή θα έρθουν κοντά, αλλά σύντομα ο ανταγωνισμός τους θα αναζωπυρωθεί. Η Παρασκευούλα θα γνωρίσει τον Παύλο και θα αγαπηθούν ολοκληρωτικά. Το ζευγάρι θα μετακομίσει στην Αλεξάνδρεια, ενώ η Ελπίδα θα βρεθεί παράφορα ερωτευμένη με τον άντρα της αδελφής της. Θα προσπαθήσει να ξεχαστεί σε μια τακτοποιημένη ζωή, όπου θα αγαπηθεί αλλά δεν θα αγαπήσει, καθώς το μυαλό της θα ταξιδεύει συνεχώς στον Παύλο, και στη φαντασία της θα βιώνει τον απόλυτο έρωτα μαζί του. Η μοίρα όμως, μέσα από συμβάντα σημαδεμένα με τρέλα, απόρριψη, καταπιεσμένους πόθους, καταστροφικά αισθήματα, θα μπλέξει τις ζωές τους σε ένα κουβάρι, και στο τέλος θα τις ξεβράσει σε μια θάλασσα δακρύων και τύψεων, με την ανάγκη για συγχώρεση αμοιβαία, προκειμένου να αντέξουν το βάρος των πράξεών τους.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ 1
Το τελευταίο τους βράδυ στο νησί ήταν δύσκολο. Αμίλητοι είχαν μαζέψει όλα τους τα πράγματα, αμίλητοι είχαν φάει το τελευταίο τους δείπνο στην κουζίνα. Από κανένα στόμα δεν έβγαινε μια λέξη. Μόλις ξημέρωνε, θα άφηναν πίσω τους το σπίτι και τη ζωή τους, θα άφηναν στο νησί τις καλές και τις κακές αναμνήσεις τους. Όσο κι αν τους έδινε ελπίδα αυτή η προοπτική, άλλο τόσο τους πόναγε. Να τραβάς μια μεγάλη γραμμή και να τα σβήνεις όλα δεν είναι εύκολο, γιατί είναι σαν να σβήνεις τον εαυτό σου. Κι έπειτα, υπάρχουν άραγε εγγυήσεις ότι οι θύμησες, οι μυρωδιές και τα αισθήματα που θα αφήσεις πίσω σου δεν θα σε ακολουθήσουν όπου κι αν πας;
Η καταρρακτώδης βροχή που ξέσπασε εκείνο το βράδυ, ύστερα από τόσους άνυδρους μήνες, έμοιαζε λυτρωτική για όλους. Το βρεγμένο χώμα ανάβρυζε το βασανιστικό άρωμα της θλίψης, ανακατεμένο με τις μυρωδιές της γης, που αγκάλιασε περιχαρής το ουρανοκατέβατο πότισμα. Η Ελπίδα άφησε τον Μιχάλη να κοιμάται και πήγε να χωθεί στο σουφά της κουζίνας μαζί με τις κόρες της. Σαν να την περίμεναν, σήκωσαν τα σκεπάσματα και της έκαναν χώρο. Η Ελπίδα μπήκε ανάμεσά τους και τις αγκάλιασε σφιχτά. «Φοούμαι, μάνα, τη δυνατή βροχή και τις αστραπές! Φοούμαι ότι ο ουρανός έχει θυμώσει μαζί μου και με τιμωρεί», έλεγε η Ελπίδα κι έχωνε το κεφάλι κάτω από το μπράτσο της μητέρα της. Η Αννέζα τις έσφιγγε δυνατότερα πάνω της και τις καθησύχαζε «Μην τζαρώνετε!  Αυτή η βροχή είναι τα δάκρυα του ουρανού που στενοχωριέται με τη δυστυχία των ανθρώπων. Μας στέλνει τα δάκρυά του για να ξεπλύνει τη λύπη που έχουμε μέσα στην καρδιά μας». Από κείνο το βράδυ και για όλο το υπόλοιπο της ζωής τους, η Ελπίδα και η Παρασκευή καλοδέχονταν τη βροχή, βέβαιες πως θα έπαιρνε μαζί της τη θλίψη τους.
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ 2
Η μυρωδιά από τα γεμιστά καλαμαράκια είχε πλημμυρίσει όλο το σπίτι κι είχε σμίξει με το πιλάφι της Γιωργίας, τα πολίτικα κουλουράκιατης Νίτσας, τους ντολμάδες-πιπεριά με κουκουνάρι και σταφίδες της Ερασμίας. Οι έντονες ευωδιές των φαγητών τους είχαν συναντηθεί προτού καν ιδωθούν οι ίδιες. Με τα παράθυρά τους πάντα ανοιχτά τώρα που το επέτρεπε ο ανοιξιάτικος καιρός, αντάλλασαν οσμές, λόγια, μπουγάδες, ακόμη και ιδέες. Όταν την προηγούμενη μέρα ακούστηκε μια θυμωμένη γυναικεία φωνή να ουρλιάζει «Μπιτ παζάρι το κάνατε το σπίτι, μπρεεεεε!», όλες γέλασαν ταυτόχρονα, καθώς κατάλαβαν πως η Χρυσάνθη φώναζε πάλι στα παιδιά της. Θαρρείς και τα απαρτμάν ήταν συνδεδεμένα μ’ έναν μαγικό τρόπο και οι ένοικοί τους ήταν μια μεγάλη φασαριόζικη, υπέροχη οικογένεια.
Καθώς η Αννέζα έκλεισε την πόρτα για να βρει τις φιλενάδες της, σταυροκοπήθηκε τρεις φορές, όπως έκανε πάντα. Με κάθε της σταυροκόπημα ήταν σαν να ξόρκιζε το κακό έξω από το σπίτι της. Στο δρόμο ήταν ήδη όλες μαζεμένες και την περίμεναν ανυπόμονα.
«Άντε! Μεσημέριασε για!» τη μάλωσαν χαμογελώντας κι έπειτα η γυναικεία παρέα κίνησε για το καθιερωμένο της χαμάμ μέσα στο τσακίρ κέφι.
Αυτή ήταν η μία πλευρά της καθημερινότητας στην Πόλη, έτσι όπως τη βίωνε η Αννέζα. Μέσα σ’ αυτή την καθημερινότητα όμως υπήρχαν και άλλες στιγμές, λιγότερο ευχάριστες, όπως τα πρωινά που η Αννέζα έμενε μόνη της κι έκλαιγε με τις ώρες επειδή κάτι της θύμισε τον Θαρρινό, ή όταν επισκεπτόταν τις όμορφες εκκλησίες της Πόλης και μίλαγε στις εικόνες για τον πόνο της, ελπίζοντας να της δώσουν κουράγιο. Μπορεί να είχε βγάλει το μαύρο τσεμπέρι από το κεφάλι, ύστερα από παρότρυνση της οικογένειας και των φίλων της, αλλά τα μαύρα ρούχα δεν θα τα αποχωριζόταν ποτέ. Ήταν άλλωστε σε πλήρη αρμονία με την εσωτερική της απόγνωση.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ 


Η Ιφιγένεια-Ειρήνη Τέκου γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε γαλλική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και αργότερα πήρε μεταπτυχιακό τίτλο από το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών στη Διοίκηση Επιχειρήσεων. Εργάστηκε ως διοικητική υπάλληλος για αρκετά χρόνια σε διάφορες πολυεθνικές εταιρίες, ασχολείται με μεταφράσεις και ιδιαίτερα μαθήματα σε παιδιά. Το πρώτο της βιβλίο βγήκε το 2014 από τις εκδόσεις Κέδρος με τίτλο Μνήμες χαμένες στην άμμο ενώ το δεύτερο βιβλίο της βγήκε τον Νοέμβριο του 2015 από τις εκδόσεις Διόπτρα με τίτλο Θάλασσες μας χώρισαν. Προς το τέλος του 2015 αναμένεται και το πρώτο της νεανικό μυθιστόρημα από τις εκδόσεις Λιβάνη με τίτλο «Αγάπα το ή παράτα το».

www.facebook.com/ifigeniatekou
twitter: @ifigeniatekou



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου