Σάββατο, 6 Ιουνίου 2015

Ιστίου Τόπος,Δημιουργική Γραφή με τη Σοφία Νινιού " Δέσποινα Ξανθοπούλου - Η ιστορία μιας καρυδιάς "


Ήταν προχωρημένος χειμώνας του 1907. Η μικρή μονόκανη βάρκα που χωρούσε μόλις τρεις άνδρες, γνωστή στα μέρη της Δυτ. Μακεδονίας και ως πλάβα γλίστρησε σιωπηλά στα ρηχά παγωμένα νερά της λίμνης των Γιαννιτσών, του Βάλτου.
Μία ακόμη μάχη ανάμεσα στ΄ αντάρτικα σώματα Ελλήνων και Βουλγάρων είχε λήξει. Οι άνδρες βοήθησαν τον νεαρό αρχηγό τους να σηκωθεί και προχώρησαν όλοι μαζί προς την οχυρωμένη καλύβα τους. Τα πόδια τους βυθίστηκαν μέχρι ο γόνατο στην παχιά λάσπη, που δυσκόλευε τη μετάβασή τους από το προσεκτικά κατασκευασμένο πρόχωμα στην οχυρωμένη καλύβα.
Με ευλάβεια εναπόθεσαν στο χωμάτινο πάτωμά της τον τραυματισμένο αρχηγό τους.
Τα τραύματά του ήταν ευτυχώς ελαφριά, όμως δυσκόλευαν την ήδη επιβαρυμένη υγεία του. Ο ελώδης πυρετός τον βασάνιζε από το 1902, όταν υπηρετούσε ως φύλακας των συνόρων στο τάγμα ευζώνων που έδρευε στον Τίρναβο.
Ο νεαρός αξιωματικός κάθισε στην άκρη της καλύβας του σκεπτικός. Το Κέντρο της Θεσσαλονίκης του είχε κοινοποιήσει την απόφασή του. Ο καπετάν Άγρας έπρεπε να μεταβεί στη Νάουσα, όπου και θα νοσηλευόταν σε κάποιο από τα σπίτια των Ελλήνων πατριωτών. Είχαν περάσει τέσσερις και πλέον μήνες από την άφιξή του στα πολύπαθα εδάφη της Μακεδονίας, τον Οκτώβριο του 1906. Τέσσερις δύσκολοι μήνες στη βαλτώδη περιοχή της λίμνης των Γιαννιτσών. Ο απολογισμός της δράσης του ήταν θετικός. Με αυτοθυσία και απαράμιλλο θάρρος είχε καταφέρει να ταπεινώσει τον αντίπαλο που κυριαρχούσε στο βάλτο και να καθαρίσει τη λίμνη από τις σφηκοφωλιές του. Δυστυχώς, η φωτιά που έκαιγε το σώμα του αποδείχτηκε, προσωρινά τουλάχιστον, δυνατότερη σε ένταση από τη φωτιά των υψηλών ιδανικών, που πυρπόλησαν την ψυχή του και τον έκαναν από νεαρό εύελπι να ονειρεύεται τη στιγμή που θα πάρει μέρος στον Μακεδονικό Αγώνα.   
Έπρεπε να αφήσει για λίγο το Βάλτο, που παρά το αφιλόξενο περιβάλλον του, τον είχε κατακτήσει. Με βλέμμα απλανές σκεπτόταν ότι θα του έλειπε η πλούσια βλάστησή του, τα ψηλά καλάμια και τα ραγάζια που έδιναν υλικό για να φτιάξουν τις καλύβες και τα στρώματά τους, αλλά θα του έλειπε και η μεγάλη ποικιλία των ζώων που τόσους μήνες κατοικούσαν πλάι του. Αναρωτιόταν πως θα κοιμόταν στην ησυχία της πόλης, ενώ τόσο καιρό τον νανούριζαν τα ουρλιαχτά των λύκων και των αλεπούδων που πλησίαζαν στις άκρες της λίμνης, τα ατελείωτα κοάσματα των βατράχων ,τα  τιτιβίσματα και κραξίματα των πουλιών και τόσοι άλλοι μυστηριακοί και άγνωστοι ήχοι.
Και τα παλικάρια του;. Πως θα τα αποχωριζόταν; Του ήταν όχι απλά δύσκολο, αλλά επίπονο να σκέφτεται τη ζωή του μακριά από αυτούς, που μαζί έσπαγαν για ώρες τον πάγο που σχηματιζόταν στην επιφάνεια της λίμνης από τις χαμηλές θερμοκρασίες του χειμώνα.
 Μέχρι τότε τίποτα δεν είχε σταθεί εμπόδιο στο δρόμο του, ούτε οι δύσκολες καιρικές συνθήκες ούτε το βαρύ και υγρό κλίμα της λίμνης, ούτε οι αποπνικτικές αναθυμιάσεις που αναδύονταν από το βούρκο της, μα ούτε και οι συνεχείς παρακλήσεις των συγγενών του και της λατρεμένης του μάνας που τον εκλιπαρούσε να γυρίσει πίσω στην Αθήνα.
Ως αξιωματικός, πιστός στο καθήκον και τους ανώτερους του δεν μπορούσε να μην υπακούσει στις εντολές τους και έτσι με την ανατολή της νέας μέρας θα πήγαινε στη Νάουσα, για να συνεχίσει εκεί τον αγώνα, όχι ως αρχηγός σώματος αλλά ως εθνικός πράκτορας.
Στη Νάουσα ο καπετάν Άγρας βολεύτηκε στο σπίτι του οπλαρχηγού Αντώνη Μίγγα. Εκεί συνειδητοποίησε πόσο του είχε λείψει η ζεστή οικογενειακή ατμόσφαιρα, που βρήκε χωρίς φειδώ στο σπίτι του οπλαρχηγού Αντώνη Μίγγα.
Ένας δυνατός δεσμός φιλίας και αγάπης αναπτύχθηκε πολύ γρήγορα ανάμεσα στους δύο άντρες που είχαν αφιερωθεί στον ιερό αγώνα. Στην πόλη δέχεται συχνά επισκέψεις ανταρτών που δρουν στο Βάλτο. Μαθαίνει νέα τους, δίνει συμβουλές, απονέμει δικαιοσύνη και φροντίζει, ώστε και στον τελευταίο συνοικισμό να δημιουργηθούν αξιόμαχοι πυρήνες από νέους αγωνιστές για την απελευθέρωση της Μακεδονίας.
Είχε μπει πια η άνοιξη. Κάθε Τρίτη ο καπετάν Άγρας κατά πως συνήθιζε, έφυγε αξημέρωτα για το παζάρι της Βέροιας. Συνόδευε έναν φίλο συναγωνιστή που παρουσιαζόταν ως τερζής, ράπτης γουναρικών. Με προσεγμένη ανεμελιά περιηγήθηκε στους πάγκους των εμπόρων. Έλληνες, Βούλγαροι και Εβραίοι είχαν απλώσει τις πραμάτειες τους δεξιά και αριστερά του κεντρικότερου δρόμου της πόλης. Η Βέροια έσφυζε από ζωή.
Πολύβουο μελίσσι οι κάτοικοι από διάφορες περιοχές της κεντρικής και δυτικής  Μακεδονίας συναλλάσσονταν με δυνατή φωνή και έκλειναν τις εμπορικές τους συμφωνίες σε διαφορετικές γλώσσες και διαλέκτους, που όμως κατά περίεργο τρόπο εναρμονίζονταν και γίνονταν κατανοητές όπως οι διαφορετικοί ήχοι ενός συμφωνικού έργου.
      Ο καπετάν Άγρας γύρισε αργά το βράδυ στο σπίτι του φίλου του Μίγγα. Είχε φέρει και ένα μικρό δώρο στη μονάκριβη κόρη του Ελένη. Το παιδί, πολύ μικρό σε ηλικία ενθουσιάστηκε μ΄ αυτό και δεν το άφηνε από τα χέρια του. Όταν έμειναν μόνοι τους, ενημέρωσε το Μίγγα για τις πολύτιμες πληροφορίες που είχε συλλέξει. Είχε έρθει σ΄ επαφή με ανθρώπους του αρχικομιτατζή Ζλατάν. Του έφεραν ένα μήνυμα ειρήνης, αγάπης και συναδέλφωσης.
Ο καιρός περνούσε γρήγορα. Στο νου του καπετάν Άγρα γυρόφερνε αυτή η λύση για την πολύπαθη Μακεδονία που δεν θα βασιζόταν στον ένοπλο αγώνα αλλά στη συνεργασία Ελλήνων και Βουλγάρων. Συζητούσε με απεσταλμένους από τα γύρω χωριά και αλληλογραφούσε με τους αρχηγούς τους.
Τελικά πείστηκε να προχωρήσει σε συνάντηση μαζί τους, δύο οδηγοί θα τον πήγαιναν άοπλο στο σημείο συνάντησης με τον αρχηγό Ζλατάν για να υπογράψουν την πολυπόθητη συμμαχία.
Ο αδελφικός του φίλος Μίγγας δέχτηκε να τον συνοδέψει, αφού κανείς δεν μπορούσε να αλλάξει γνώμη στον πεισματάρη Άγρα.
     Ήταν 2 Ιουνίου 1907, Σάββατο βράδυ. Ο καπετάν Άγρας και ο Μίγγας κάθισαν στο τραπέζι. Η μικρή κόρη του Μίγγα ήταν ανάμεσά τους με το παιδικό της γέλιο να σκορπίζει κάθε ανησυχία. Και υπήρχε ανησυχία για το αν έχουν τιμή αυτοί που πρότειναν τον συμβιβασμό. Μάταια οι γυναίκες της οικογένειας του Μίγγα προσπάθησαν να τους κρατήσουν κοντά τους.
Η απόφαση είχε παρθεί. Θα τους συναντούσαν άοπλοι την Κυριακή το πρωί στο συμφωνημένο  μέρος.
Ο καπετάν Άγρας βάδιζε με την επίσημη στρατιωτική στολή του ανθυπολοχαγού του πεζικού. Ήταν περήφανος, γιατί θα σύναπτε μια συμφωνία συνεργασίας, ωφέλιμη για την πατρίδα που με περίσσεια αγάπη είχε περιβάλλει σ΄ όλη του τη ζωή.
Καθώς διέσχιζαν τα χωράφια με τις κατάφορτες από καρπό κερασιές ο καπετάν Άγρας είδε τη χαροκαμένη μάνα, τον φοβισμένο πατέρα και τα ορφανά να τον κοιτούν κατάματα με βλέμμα θολό και να σηκώνουν τα χέρια τους σε μια στάση ικεσίας, να σταματήσει το αιματοκύλισμα που έβαψε κόκκινα τα ιερά χώματα της πατρίδας του Μ. Αλεξάνδρου.
Ήταν πεπεισμένος ότι βάδιζε στο σωστό δρόμο για να σώσει τους βασανισμένους από ξένα συμφέροντα κατοίκους της Μακεδονίας. Η ώρα περνούσε και η μικρή ομάδα των δύο φίλων και δύο οδηγών έμπαινε βαθύτερα στα πυκνά δάση του Βερμίου. Οι ψηλές οξιές εμπόδιζαν τις ακτίνες του ηλίου να φτάσουν στο έδαφος. Η σκοτεινιά βοήθησε και τους άνδρες του Ζλατάν να τους επιτεθούν, να τους ακινητοποιήσουν και να τους δέσουν. Άφησαν ελεύθερους τους οδηγούς και για τρεις ατέλειωτες ημέρες περιέφεραν τους δύο Έλληνες στα γύρω χωριά για να μάθουν όλοι ότι ο προστάτης των καταπιεσμένων, ο φόβος και ο τρόμος των κομιτατζήδων δεν ήταν πια ελεύθερος.
Νόμιζαν ότι μπορούσαν έτσι να υποδουλώσουν τον περήφανο Έλληνα αγωνιστή, όμως η ψυχή του παρέμεινε αδούλωτη μέχρι την τελευταία στιγμή.
     Έφτασε η Πέμπτη 7 Ιουνίου 1907. Οι Βούλγαροι αργά το βράδυ οδήγησαν τα δύο θύματα τους στο χωριό Βλάδοβο κοντά σ’ ένα σταυροδρόμι. Οι δύο άντρες άπνοοι από τις κακουχίες, την πείνα, την αγρύπνια και τα φοβερά βασανιστήρια γονάτισαν κάτω από ένα πελώριο δέντρο. Ήταν μια καρυδιά. Τα κλαδιά της ήταν τόσο μεγάλα που κάλυπταν και σκίαζαν το οδόστρωμα.
Στο σημείο αυτό αποφασίζεται να παιχτεί η τελευταία πράξη του δράματος. Τιμωρία για τους δύο Έλληνες Μακεδονομάχους ήταν η αγχόνη.
Διάλεξαν το πιο γερό κλαδί και κρέμασαν πρώτα τον Καπετάν Άγρα και μετά τον Μίγγα. Γρήγορα τα νέα μαθεύτηκαν απ’ άκρη σε άκρη, σε όλη την Ελλάδα. Ο Τέλλος Αγαπηνός, είχε μόλις κλείσει τα 27 του χρόνια και όμως έγινε θρύλος, δημοτικό τραγούδι και μνημείο για να θυμίζει στις επόμενες γενιές τα κατορθώματά του και πως τίποτα για εμάς τους Έλληνες δεν κερδίθηκε χωρίς κόπο και αιματηρές θυσίες.
Ο τάφος του ήρωα και το δέντρο, η καρυδιά έγιναν ιερό προσκύνημα ήδη από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Ο χώρος της αγχόνης είναι ιερός και η καρυδιά αποτελεί εθνικό κειμήλιο.
Ο χρόνος όμως είναι μεγάλος εχθρός όχι μόνο για τον άνθρωπο και τις πράξεις του που μπορεί να περάσουν στη λησμονιά αλλά και για το δέντρο.
Έτσι έγινε μια προσπάθεια να μεταφερθεί το κλαδί της καρυδιάς όπου κρέμασαν τον Άγρα στο Εθνολογικό Μουσείο Αθηνών. Δυστυχώς όμως το 1939 έγινε παρανάλωμα του πυρός, όταν κάηκε η αίθουσα Φιλοπτώχου Αδελφότητας Εδέσσης όπου φυλασσόταν προσωρινά.
     Σήμερα όποιος επισκεφτεί το χωρίο Άγρα στην Έδεσσα βλέπει το μνημείο του νεαρού Μακεδονομάχου και ένα άσπρο κουφάρι, απομεινάρι του δέντρου που στα κλαδιά του άφησε την τελευταία του πνοή ένας από τους μεγαλύτερους ήρωες του Μακεδονικού Αγώνα, το όνομα του οποίου έγινε θρύλος, που στοιχειώνει την περιοχή, όπου άλλοτε απλωνόταν ο βάλτος των Γιαννιτσών, όπως η καρυδιά τον κάμπο της Έδεσσας.

 Ιστίου Τόπος,Δημιουργική Γραφή με τη Σοφία Νινιού


Ο διαδικτυακός αυτός τόπος δημιουργήθηκε για να φιλοξενεί τα κείμενα, που μέσω του μαθήματος της δημιουργικής γραφής, που διδάσκω, εμπνεύστηκαν και έγραψαν οι εκπαιδευόμενοι.

Αφορμή στάθηκε η συνεργασία μου την Άνοιξη του 2015 με τα Κέντρα Δια Βίου Μάθησης των Δήμων
Μοσχάτου-Ταύρου
Καλλιθέας 
Αλίμου 
Στο χώρο όμως αυτό φιλοξενούνται και τα κείμενα φίλων, που εξ αποστάσεως συμβουλεύω και διδάσκω. 
Επέλεξα το μάθημα αυτό, γιατί πιστεύω στην απελευθερωτική του επίδραση στην ψυχή του ανθρώπου, γιατί τον εισάγει στην Τέχνη και του ανοίγει δρόμους στην έκφραση των συναισθημάτων του και στη διατύπωση της σκέψης του.
Σοφία Νινιού








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου