Σάββατο, 27 Απριλίου 2013

Ράινερ Μαρία Ρίλκε «Η ανάσταση του Λαζάρου»


Giotto - Raising of Lazarus
Για τον ένα, λοιπόν και για τον άλλο,/ 
χρειάστηκε αυτό. Γιατί, σημάδια, βλέπεις,
που να  φωνάζουν μόνα τους, χρειαζόνταν./ 
Μα, ονειρευόταν, οι Μαρίες και οι Μάρθες
θα ‘πρεπε ν’ αρκεστούν και να εννοήσουν,/
 ότι μπορούσε. Μα δεν το πίστευαν,
κι όλοι έλεγαν: Τι έρχεσαι, Κύριε, τώρα;/ 
Και, τότε, πήγε, το Απαγορευμένο
να πράξει στην ειρηνεμένη φύση:/
 Καταγαναχτισμένος. Για τον τάφο, ρώτησε,
με κλειστά, σχεδόν, τα μάτια,/ 
Πονούσε. Πώς κυλούσαν τα δάκρυά του,
τους φάνηκε, και σπρώχνονταν κοντά του/ 
γιομάτοι περιέργεια. Μα ως και ο δρόμος
του ‘ταν πολύς και, εκείνο, του φαινόταν/ 
σαν πείραμα, που με τη φρίκη παίζει, -
και μια αψηλή φωτιά ξέσπασεν, αίφνης,/
 μέσα του – τέτοια αντίρρηση, για κάθε
μια διάκριση που κάνουν για τη ζωή τους/ 
ή για το θάνατό τους, ώστε, εκείνη
η αντίρρηση, για κάθε ζυγό, εγίνη/
 μόνο έχθρα, τη στιγμή, που, βραχνιασμένα,
τους πρόσταζε: Κυλήστε την πέτρα!/ 
Πώς θα βρόμαγε πια (γιατί, η τετάρτη
μέρα ήταν) μια φωνή ‘πε, – όμως εκείνος,/ 
παιδεμένος στεκόταν, κι ήταν, όλος,
γιομάτος απ’ την κίνησην εκείνη,/ 
που μέσα του υψωνόταν, και βαρύ,
πολύ βαρύ, του ανύψωνε το χέρι -/ 
(ποτέ πιο αργά ένα χέρι δεν υψώθη
κι ούτε θα υψωθεί πια, απ’ το χέρι εκείνο),/ 
ώσπου λάμποντας, στάθηκε στον αέρα
και, πάνω, κει, σύρθηκεν ως τα νύχια:/ 
τώρα, τον πήρε η φρίκη, τι, θα θέλαν
όλοι οι νεκροί, από τον απομυζημένο/ 
τάφο, να ρθούνε πίσω, ξεπετώντας
σάμπως νύμφες εντόμων, απ’ το στρώμα/ 
της οριζόντιας θέσης τους – μα Κάτι
μόνο, ύστερα, λοξά στη μέρα, εστάθη,/ 
κ’ είδαν, πως η ακαθόριστη κι αβέβαιη ζωή,
στην αγορά το πήρε πάλι.
(Ρ. Μ. Ρίλκε, Ποιήματα, εκδ. Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος, μτφ. Άρη Δικταίου)
 ΠΗΓΗ http://itzikas.wordpress.com/




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου