Παρασκευή, 29 Μαΐου 2015

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΛΙΛΗ " Μαύρος Άγγελος "

Φωτογραφία - Αναστασία Λιλή 


Τις νύχτες, σπάει την καρδιά του σε καρφιά και ψάχνει γιά Πιλάτους. Είναι,που τον αρνείται ο θάνατος κάθε που ξημερώνει. Μέσα του κέδροι,που δεν κάρπισαν χίλια χρόνια τώρα,αυθαίρετα συγκατοικούν. Και πέφτει ολημερίς στον πόθο του, ντυμένος μαύρος Άγγελος με Κάτασπρα φτερά.







ΘΑΝΟΣ ΖΟΡΜΠΑΣ " Ποιητικήν ηθογραφία "

Ποιά φώτο μ' έπιασε σ' αυτή τη φινετσάτη πόζα; ποιά ποίηση με φως διαυγί απλώθηκε παντού; ποιό δειλινό χρωμάτισε με τη δική του πρόζα τη θάλασσα κεντίδια μπλε σε φόντο υφαντού; Ο ουρανός σε διάθλαση μουζγώνει στο κεφάλι. Το στόμα δίνει ένα φιλί στις κορυφογραμμές. Κοιτάζοντας προσεκτικά σίγουρος είμαι πάλι πως οι αχτίδες του φωτός στο νου βουτάνε μες. Μα πάλι λέω: μη τυχών το στήσιμο και η ώρα είναι της φαντασίας μου που νόσει, υλικό για κάθε αναγνώστη που διαβάζοντας λοιδώρα το φανφαρόνα που μιλά με γέλιο ειρωνικό; Η σκόνη απ' το φως είναι χυμένη σαν το χιόνι και λούζει το καπέλο μου ξεπλένοντας ωδές στη σύλληψη της μουσικής ο γέρος με τ' αηδόνι και το μικρό παιδί περνάν και κρούνε τις χορδές ..




Πέμπτη, 28 Μαΐου 2015

ΠΑΡΑΘΥΡΑΣ ΗΛΙΑΣ " Ατιτλο "



Το κρεββάτι που ξάπλωσες, όπως τ' άφησες, άστρωτο, το 'χω αφήσει. Καθε που θέλω να πάρω δύναμη, Πάω κι αγκαλιάζω το μαξιλάρι, τις κουβέρτες, τα σεντόνια, που 'χουν την οσμή σου ακόμα. 
Δεν ντρέπομαι να το πω· γλυκοφιλώ τις παντόφλες σου. Όπως κάποτε γλυκοφίλησα τα ποδια σου. 
"Μα, δεν είναι καθαρά" μου λεγες. Ό,τι είναι από σ'ενα άγιο είναι, ψυχή μου, σου απάντησα. Ναι, έτσι είναι και έτσι θα 'ναι πάντα. Σαν αγαπάς αληθινά λατρεύεις δίχως τέλος. Και "Βρώμικο κι άσχημο δεν βρίσκεις να υπάρχει"


Ο πίνακας από http://imgbuddy.com/











ΣΑΚΑΛΗΣ ΓΡΗΓΟΡΗΣ " Οι άνθρωποι "




Με τόσους φίλους τριγύρω
και είμαι μόνος
όταν γελώ
κάνουν πως δεν με βλέπουν
δύσκολο να ανεχτείς
την ευτυχία του άλλου
όταν κλαίω
με κοιτούν συνέχεια
δεν χορταίνουν τη δυστυχία μου
οι φίλοι
που μας περιβάλλουν
γίνονται στενός κορσές
μέχρι να πάρουν
αυτό που θέλουν
κι ύστερα δεν μας ξέρουν
έτσι είναι οι άνθρωποι
έτσι είμαστε εμείς οι άνθρωποι
ρουφάμε σαν βδέλλες
αν βρούμε αίμα
μα τι σας τα λέω
τα ξέρετε καλύτερα
αν τους ανθρώπους
λίγο παρατηρείτε.





Τετάρτη, 27 Μαΐου 2015

ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΤΩΝ ΑΠΑΝΤΑΧΟΥ ΙΝΕΠΟΛΙΤΩΝ - ΚΑΣΤΑΜΟΝΙΤΩΝ " ΕΤΗΣΙΑ ΓΙΟΡΤΗ ΜΝΗΜΗΣ " 2015





Την Κυριακή 24 Μαΐου 2015 εορτάστηκε η ετήσια γιορτή μνήμης του Σωματείου των Απανταχού Ινεπολιτών-Κασταμονιτών.

Μετά την Θεία Λειτουργία, την αρτοκλασία και το μνημόσυνο στην μνήμη των σφαγιασθέντων από τους Τούρκους πατριωτών στον Ιερό Ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, κατάθεσαν στεφάνι στο μνημείο των Ινεπολιτών στην πλατεία απέναντι από την εκκλησία, εκτός του αντιπροέδρου του Σωματείου Γιάννη Καραγιαννίδη, ο Δήμαρχος κ. Ηρακλής Γκότσης και αρκετά Σωματεία και Σύλλογοι της περιοχής τιμώντας τους νεκρούς.







Μας τίμησαν με την παρουσία τους ο Δήμαρχος Νέας Ιωνίας Ηρακλής Γκότσης, η Αντιδήμαρχος Ολγα Κατημερτζή, από τη Δημοτική παράταξη "Δημιουργία Αλληλεγγύη" ο επικεφαλής της και δημοτικός σύμβουλος Παναγιώτης Μανούρης, από τη Δημοτική παράταξη " Δύναμη Προοπτικής " η Δέσποινα Θωμαΐδου, και οι δημοτικοί σύμβουλοι Ισμήνη Ναυπλιώτη και Κώστας Κουλούρης .

Από τον Σύλλογο Σμυρναίων η Πρόεδρος Χρυσ. Αθηνάκη και η Ανθρακίτου Έλσα, από τον Σύνδεσμο Αλαγιωτών ο Πρόεδρος Κώστας Τσοπανάκης, από τον Ιωνικό Σύνδεσμο ο Αντιπρόεδρος Τάκης Κωστιδάκης, από το Δ.Ι.Α.Π.Ε ο κ. Δαρμογιάννης, από την Ενωση Σπάρτης Μ Ασίας ο Αντιπρόεδρος Λουκάς Χριστοδούλου και από την Ε.Γ.Ε. η Λέλα Μπανούση.

Ο Αντιπρόεδρος του Σωματείου Γιάννης Καραγιαννίδης καταθέτει στεφάνι 

Ο Δήμαρχος Νέας  Ιωνίας  Ηρακλής Γκότσης καταθέτει στεφάνι 

Ο Παναγιώτης Μανούρης  από τη Δημοτική παράταξη " Δύναμη Προοπτικής" καταθέτει στεφάνι 

Από την Ενωση Σπάρτης Μ Ασίας ο Αντιπρόεδρος Λ. Χριστοδούλου καταθέτει στεφάνι 

Από τον Σύλλογο Σμυρναίων η Πρόεδρος Χ. Αθηνάκη καταθέτει στεφάνι.

Εκπρόσωπος της Δημοτικής παράταξης " Δύναμη Προοπτικής καταθέτει στεφάνι






ΠΟΛΥΚΡΕΤΗΣ ΜΑΝΩΛΗΣ " ΟΙ ΘΕΟΙ ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ! "


Βλέπω τον ήλιο που τη Νάξο μας κυκλώνει
και τις ακτές της με ακτίνες τις χαϊδεύει. 
Κι όταν το δείλι στον ορίζοντα ζυγώνει, 
απ' την Πορτάρα του περνά κι ύστερα φεύγει. 

Κι όσο τον βλέπω να φωτίζει συμπεραίνω 
πως ο Απόλλων είν' εδώ, δεν έχει φύγει 
κι ακόμα τώρα το νησί μας το φωτάει.


Βλέπω τη γη που ασταμάτητα καρπίζει 

στ' Άνω Σαγκρί, στις Εγγαρές και στο Λιβάδι 
και τους καρπούς της δίχως τέλος τους χαρίζει 
στο δουλευτή όπου μοχθά πρωί και βράδυ. 

Κι όσο τη βλέπω να καρπίζει συμπεραίνω 
πως είν' η Δήμητρα εδώ, δεν έχει φύγει 
κι ακόμα τώρα αυτή τη γη την ευλογάει.


                             

Βλέπω στα Ύρια τις ρώγες μέσ' στ' αμπέλια 
κρασί να γίνονται, χαρά του ουρανίσκου. 
Κι όταν το πίνουν, να χορεύουν τα κοπέλια, 
σε κυκλικούς χωρούς απόλαυση να βρίσκουν. 

Κι όταν τους βλέπω να χορεύουν συμπεραίνω 
πως είν' ο Διόνυσος εδώ, δεν έχει φύγει 
κι ακόμα τώρα, τον χορό πρώτος κρατάει.

                            

Βλέπω τη Νάξο και ακόμα δε χορταίνω 
την ομορφιά που αυτός ο τόπος μάς χαρίζει. 
Εικόνες όμορφες, νησί ευλογημένο, 
τη φαντασία ασταμάτητα κεντρίζει. 

Κι όσο τα βλέπω όλα τούτα συμπεραίνω 
πως οι θεοί είν' όλοι εδώ, δεν έχουν φύγει! 
Αγάπη αιώνια στο νησί μας τους βαστάει!

 Μανώλης  Ι. Πολυκρέτης




ΠΗΓΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΩΝ 
 http://www.dangerous-business.com/
 http://naxos-gr.blogspot.gr/
 https://www.youtube.com/






Τρίτη, 26 Μαΐου 2015

epikouros sofista " Ατιτλο "



Τα όνειρα ήταν μολυσμένα και το παιχνίδι στημένο φίλε και εμείς άρρωστοι συρθήκαμε στην πλάνη ενός αγώνα μάταιου με προκατασκευασμένες ήττες με προδομένη αθωότητα πληρωμένες Μεγάλες ιδέες μεγάλες προσδοκίες όλα ένα ψέμα μέρες σπατάλης της ζωής σε άπλυτο ρούχο ενδεδυμένες περάσαμε για ομορφιά ετούτη την ασκήμια που ζούμε φίλε. Στης δημιουργίας το πρώτο κύτταρο ήταν η βία χαραγμένη με κυνισμό σημαδεμένη εξ’αρχης η τράπουλα των συνειδήσεων. Μοιραία και αναπότρεπτη ίσως αυτή η αλήθεια τώρα όμως ήρθε ο καιρός στης ιστορίας την σιωπή να αφουγκραστούμε τον παγκόσμιο πόνο που έσπειρε τούτος ο βίαιος πολιτισμός της απληστίας μας. Αποτύχαμε ως περιούσιο είδος γιατί ήμασταν φτιαγμένοι κατ΄εικόνα και ομοίωση ανάλγητων θνητών θεών



Δευτέρα, 25 Μαΐου 2015

ΑΛΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ - ΓΙΩΤΑΚΟΥ " ΜΙΣΟΣ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗ!!!!!!!!! "



Σαν σήκωσε το κεφαλάκι της από το σκύψιμο, για να τρίψει με ειδική κρέμα την κατσαρόλα και να γίνει κίτρινη σαν το χρυσό, τότε η Άννα κατάφερε να δει το πρόσωπό της Αγαθής και τρόμαξε. Κρατήθηκε και δεν έβαλε τις φωνές. Το μικρό προσωπάκι ήταν κατακόκκινο από το σκύψιμο και σε διάφορα σημεία υπήρχαν χαρακιές από τα δάχτυλα της κυρίας που με μανία,όχι και για πρώτη φορά, είχαν αφήσει τα σημάδια πάνω στο μικρό, αδυνατισμένο και μελανιασμένο κατά τόπους προσωπάκι της Αγαθής.

Ε! Αυτό δεν το άντεξε! Την αγριότητα αυτή δεν μπόρεσε να την καταπιεί.
Έβαλε τις φωνές. Για πρώτη φορά στη ζωή της ένιωθε τόσο πείσμα και τόση δύναμη συγχρόνως που θα ήθελε να τα καταστρέψει όλα, όσα ως τώρα παίδευαν την Αγαθή.
Μια πρώτη σκέψη κυριάρχησε μέσα της. Να χτυπήσει το κουδούνι από το μεγαλόπρεπο σπίτι και να έρθει αμέσως αντιμέτωπη με τη σκληρή κυρία, τώρα που και εκείνη ήταν σκληρή και πολύ, μα πολύ θυμωμένη!
Δεν άργησε να εφαρμόσει το σχέδιό της!
«Σας τύλιξε η αγριότητα, σας τύλιξε η κακία και σας περισφίγγει τόσο που δεν έχετε τη δύναμη να σκεφτείτε και κάτι άλλο που θα απαλύνει την ψυχή σας και θα την ανυψώσει προς το θείο, προς την αληθινή ευτυχία. Πεθαίνετε κάθε μέρα κυνηγώντας τον πλούτο και την επίδειξη και το δειλινό σας ρίχνει μαυρισμένες τις τελευταίες ακτίνες του και ούτε και αυτό το παίρνετε μυρωδιά και χάνεστε μέσα στην ακόλαστη ζωή και στη φρίκη. Μα τώρα ως εδώ με την αναλγησία σας .Αν ξαναχτυπήσετε τη μικρή θα έχετε να κάνετε μαζί μου. Το ακούσατε αυτό; Μαζί μου και δεν αστειεύομαι και καθόλου.
Η πόρτα άνοιξε και μπροστά της εμφανίστηκε με την σατέν τη ρόμπα και τις δαντελένιες παντόφλες η κυρία. Και τότε η Άννα άναψε! Μέσα της εδραιώθηκε η ιδέα της υπεράσπισης της αδύναμης Αγαθής. Ούτε και καταλάβαινε με τι λέξεις περιέλουζε την πλούσια και φαντασμένη κυρία. Ένα μόνο θυμάται! Πως τελείωσε τα νεύρα της με τις φράσεις.. Αυτά προς το παρόν» είπε η Άννα και κοίταξε με περιφρόνηση την κυρία. «Μήπως θα θέλατε να πείτε κάτι, να δικαιολογήσετε τις δαχτυλιές πάνω στο μικρό προσωπάκι; Σαν δεν ντρέπεστε λίγο!»
Θα τα κανονίσω όλα εγώ και με τους γονείς της, αφού τους πω το τι τραβάει μαζί σας. Εντάξει νομίζω πως είμαστε και αντίρρηση δεν θα φέρετε γιατί θα βγάλω ύστερα στη φόρα όλη την κακοποίηση που της κάνατε».
Και τι περίεργο; Η κυρία δεν έβγαλε άχνα από το στόμα της, σχετικά με τις ύβρεις που δέχτηκε από την Άννα. «Λοιπόν! συνέχισε η Άννα. Τη μικρή θα την πάρω είτε θέλετε, είτε όχι στο σπίτι μου. Δεν είμαστε πλούσιοι, αλλά έχουμε τη δύναμη να δείξουμε την αγάπη μας σε όποιον την έχει ανάγκη. Σε σας δεν πρόκειται να μείνει η Αγαθή για να τραβά κάθε μέρα τα μαρτύρια του Ιώβ. Είστε άσπλαχνοι εσείς και η ψυχή σας είναι φτιαγμένη από πέτρες σκληρές και μυτερές για να πονούν πιο πολύ.
Την άλλη μέρα η Αγαθή κρατώντας σφιχτά στα χεράκια της ένα μικρό μπουγαλάκι με τα λιγοστά της ρουχάκια και με ένα υγρό βλέφαρο προχωρούσε, πιασμένη από το χέρι της Άννας, προς το ουράνιο τόξο, προς τη χαρά και την ηρεμία.

Σε ένα μικρό κυματισμό πλανιέται η πικρή γεύση μιας ξεχασμένης λύπης και μπροστά της διαγράφεται μια φωτεινή γραμμή όλο χρώματα και ομορφιές.

Πιάνεται γερά από το χέρι της Άννας και τα μάτια της δεν χορταίνουν να βλέπουν το γαλανό τον ουρανό, τα παιχνιδίσματα από τα λιγάκι σκούρα και ασπρουδερά συννεφάκια που περνοδιαβαίνουν και κάνουν με το πλάτωμα του ουρανού χίλιες φιγούρες. Μέσα της η καρδιά χοροπηδά από ευτυχία!
Για πρώτη φορά βρίσκεται στη θέση αυτή. Λεύτερη και πιασμένη από ένα χέρι που δεν το φοβάται μήπως και στραφεί εναντίον της και της ματώσει μύτες και μάγουλα.
Για λίγο σκυθρωπιάζει.
Θυμάται στιγμές φρίκης και πονά. Θυμάται πως ο πατέρας της την έφερε από το χωριό, δήθεν σε μια θεία της που θα την αγαπούσε, και βρέθηκε από την πρώτη κιόλας μέρα μέσα στην κόλαση. Θυμάται το μικρό, υγρό δωματιάκι, κάτω στο υπόγειο που κοιμόταν, θυμάται πόσο πολύ κρύωνε το χειμώνα και χουχούλιαζε τα χέρια της για να ζεσταθούν, θυμάται πόσο ξύλο έφαγε, όταν τόλμησε να φάει κάτι, χωρίς να ρωτήσει τον κέρβερο του Άδη, την κυρία της, θυμάται πόσο κρύωνε, όταν με το χιόνι καθάριζε τις απέραντες αυλές και θυμάται... με πολλή αγάπη τον κύριό της που δεν τη μάλωσε ποτέ, που πάντα στα κρυφά της έδινε κάτι να φάει, της έφερνε και κανένα ζαχαρωτό και τότε κρυβόταν στο υπόγειο για να το φάει και να μην πάρει μυρωδιά η κυρία της!
Πόσο γλυκαινόταν με τα ζαχαρωτά! Τα θυμάται και τώρα που το χέρι της Άννας την κρατά σταθερά και με αγάπη. Αυτά όλα τα θυμάται η Αγαθή και λυπάται, αλλά και χαίρεται. Ρωτά τον ουρανό τι είναι ευτυχία; Και κείνος απαντά...Να σε αγαπούν! Ρωτά την ψυχή τι είναι ευτυχία; Και κείνη κοιτά τον καταγάλανο ουρανό. Ρωτά τον εαυτό της ...Αγαθή τι είναι ευτυχία; Και κείνη απαντά..Να έχεις κοντά σου ανθρώπους που σε αγαπούν, να κρατάς στην καρδιά σου ροζ και γαλάζιες και κόκκινες ελπίδες ξεγνοιασιάς, να στολίζεις τα χείλη σου με ένα ωραίο λόγο, να γεμίζεις την καρδιά σου με αγάπη για όλους, να μπορείς να χαίρεσαι την αυγή και το δειλινό που έρχεται στολισμένο με τα πιο φαντα στικά χρώματα της ίριδας, να νιώθεις τον ακατανίκητο πόθο να χαρείς την ομορφιά, να νιώθεις τελικά την αγάπη! Άννα! Σ’ αγαπώ! Άννα! Σε σένα οφείλω τα πάντα!
Άννα! Η μικρή σου Αγαθή που έγραψε στο τριαντάφυλλο την ΕΥΤΥΧΙΑ!!!








ΒΑΣΙΛΑΚΟΥ ΚΑΙΤΗ " Έκλειψη Σελήνης " (διήγημα)


Η έκλειψη Σελήνης έγινε χθες το βράδυ μοναχή της. Επί της Γης οι άνθρωποι συνέχιζαν να κάνουν τα δικά τους, τα γνωστά δικά τους.

Αυτός πώς το πήρε στα σοβαρά ένα τέτοιο νέο που άκουσε στις ειδήσεις και πήρε τα βουνά...

Μπήκε στο αυτοκίνητο και ανηφόρισε κατά την Πεντέλη. Στην πλατεία η γνωστή βουή, ο κόσμος καθόταν στις ταβέρνες και καταβρόχθιζε κρέατα. Στους δρόμους τα αδέσποτα σκυλιά έτρεχαν το ένα πίσω από το άλλο. Το αστεροσκοπείο κλειστό.

Ανέβηκε ακόμα πιο πάνω. Ερημιά. Βρήκε ένα πλάτωμα και σταμάτησε. Ήταν μια βρύση εδώ, τη θυμόταν από τις προηγούμενες επισκέψεις του. Η βρύση έτρεχε ασταμάτητα, ασταμάτητα έχανε το πολύτιμο νερό της. Γύρω σκοτάδι.

Την είδε να αιωρείται ολοστρόγγυλη και ζεστή στην άκρη του ουρανού.

Κάτι είχε κοινό μαζί της, αν και δεν μπορούσε να ξεκαθαρίσει τι ακριβώς.

Από το δρόμο περνούσε πού και πού κάποιο βιαστικό αυτοκίνητο, το φως του έπεφτε φευγαλέα γύρω και φώτιζε ένα μισοσκότεινο, ακίνητο τοπίο, μετά πάλι σκοτάδι και σιωπή.

Η φύση κούρνιαζε. Σκιές γιγάντιες. Κι ο χαμηλότονος ήχος του νερού που έτρεχε λίγο πιο πέρα. Κάποιο φουρφούρισμα στο πλάι του τον τρόμαξε. Αλλά ήταν μόνο ένας αδέσποτος σκύλος. Ήθελε να τον φωνάξει, να τον φιλέψει κάτι, όμως δεν είχε παρά μόνο τσιγάρα. Ο σκύλος τον αγνόησε. Έκανε κι αυτός το ίδιο.

Εκείνη ανέβαινε σιγά-σιγά στον ουρανό. Καμιά σκιά ακόμη στο στρογγυλό της πρόσωπο.

Η ώρα περνούσε. Ησυχία. Ο σκύλος βαρέθηκε κι έφυγε. Μια παρέα νεαροί κατέβηκαν από ένα αυτοκίνητο, ήπιαν νερό, γέλασαν κι έφυγαν.

Εκείνη ανέβαινε.

Άρχισε να κάνει κρύο. Έμεινε στη θέση του καπνίζοντας τσιγάρα και κοιτάζοντάς την. Κάτι είχε κοινό μαζί της, αλλά δεν ήξερε τι.

Πολύ αργά άρχισαν να την ακουμπούν οι πρώτες σκιές. Μπορούσε εν τω μεταξύ να σκεφτεί χιλιάδες πράγματα, να τα συσχετίσει, να τα ανακατέψει, να φτιάξει νέους συνειρμούς.

Οι σκιές έγιναν μια μεγάλη σκιά που αφαιρούσε αδιόρατα τη Σελήνη.

Έμεινε ως το τέλος. Την είδε που σκοτείνιασε, άκουσε μέσα του άγριες φωνές, έκανε υπομονή.

Όταν άρχισε να ξαναφανερώνεται, σηκώθηκε κι έφυγε. Κατέβηκε στην πόλη. Βουή.

Τώρα όμως ήξερε τι είχε κοινό μαζί της. Ήταν ολομόναχος αυτός καθώς κι εκείνη εκεί πάνω. Όσα τους συνέβαιναν, μεγάλα και τρομαχτικά, συνέβαιναν μπροστά στους άλλους, μακριά από τους άλλους. Μόνο οι επιστήμονες τούς μελετούσαν και τους δυο χωρίς συγκίνηση κι έβγαζαν τα συμπεράσματα και τους νόμους τους.

Λίγο πριν μπει στο σπίτι, κοίταξε τον ουρανό. Στεκόταν εκεί ψηλά, ολοκάθαρη και λαμπερή πάλι, σαν να μην είχε μεσολαβήσει το τραύμα.

-Συμβαίνουν αυτά, της είπε. Ευτυχώς πολύ σπάνια. Το περισσότερο καιρό διατηρούμε τους ρυθμούς μας.

Της έκλεισε το μάτι και μπήκε στο σπίτι του.

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ http://ketivasilakou.blogspot.gr/



Έντουαρτ Χόπερ (Edward Hopper)

|Self-Portrait.
O Έντουαρντ Χόπερ (1882-1967) υπήρξε ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους του ρεαλισμού στην αμερικανική τέχνη του μεσοπολέμου. Γεννήθηκε στο Νίακ της Νέας Υόρκης και πέρασε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια σε αυτή τη μικρή επαρχιακή πόλη. Από το 1900 εγκαταστάθηκε οριστικά στη Νέα Υόρκη όπου αρχικά είχε πάει για σπουδές, ζώντας την καθημερινότητα της μεγαλύτερης μητρόπολης των Η.Π.Α.
Μεσούσης της εφηβείας του αποφάσισε να ασχοληθεί με την ζωγραφική. Το ένστικτο τον έσπρωξε στα χρώματα, τις μπογιές και τα πινέλα. Οι γονείς του, που δεν συμφωνούσαν με αυτή την προοπτική, τον παρότρυναν να ασχοληθεί με την εικονογράφηση, που συγγενεύει με την ζωγραφική. Οι γονείς του ενδιαφέρονταν περισσότερο για την επαγγελματική του αποκατάσταση έχοντας την πεποίθηση ότι η εργασία πρέπει να αποδίδει λεφτά. Στο πλαίσιο αυτό, ξεκίνησε σπουδές εικονογράφησης, αλλά στον πρώτο χρόνο τα παράτησε και επέστρεψε εκ νέου στη ζωγραφική.
Από το 1906 μέχρι το 1910 ο εκκολαπτόμενος ζωγράφος έκανε τρία ταξίδια στην Ευρώπη. Αναζήτησε τις καινούριες τάσεις στην τέχνη του συναναστρεφόμενος με άλλους ομοτέχνους του και ήταν ανοιχτός σε καινούριες αντιλήψεις που εμπλούτισαν και έκαναν πιο πολύχρωμες τις δικές του ιδέες. Επηρεάστηκε βαθιά από την τεχνοτροπία ζωγράφων, όπως ο Βελάσκεθ και Γκόγια.

 Summertime, 1943

Η Ευρώπη τον επηρέασε πολύ. Οι εικόνες που προσέλαβε από εκείνη ήταν πέρα για πέρα ανθρώπινες, πλημμυρισμένες από ζεστές διαπροσωπικές σχέσεις. Αυτές οι εικόνες διατηρήθηκαν ζωηρές στη μνήμη του, όταν επέστρεψε στην πατρίδα, εντείνοντας τις διακριτές διαφορές που εντοπίζει σε μία Αμερική «τρομακτικά σκληρή και ωμή». Το γεγονός αυτό αποτελεί μία εξήγηση του γιατί ζωγράφισε τοπία στα οποία απουσιάζει η επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων.
Κύριο θέμα του είναι η αμερικάνικη μεγαλούπολη όπου, κατά τον σύγχρονό του συγγραφέα Sinclair Lewis, «η ανία γίνεται θεός». Στις ανώνυμες προσόψεις από τούβλο, στους νυχτερινούς ερημικούς δρόμους, στις επιγραφές neon και τους σωλήνες του γκαζιού, στα μπαρ, τους κινηματογράφους, τα γραφεία, τα δωμάτια των ξενοδοχείων και τα βενζινάδικα ανακαλύπτει και μορφοποιεί την κοινοτοπία και την αδυναμία φυγής του καθημερινού ανθρώπου της μαζικής κοινωνίας που, όταν απεικονίζεται, μοιάζει με ξύλινη απαθή κούκλα σε μια ανήσυχη, μελαγχολική ατμόσφαιρα.
Στους πίνακες του εκφράζει τη μοναξιά, την αποξένωση και την έλλειψη επικοινωνίας που χαρακτηρίζουν τη ζωή του σύγχρονου ανθρώπου της βιομηχανικής εποχής στις μεγαλουπόλεις. Παρά το γεγονός ότι τα έργα του δίνουν την εντύπωση ότι αποτυπώνουν ρεαλιστικές ψυχρές εικόνες από την εποχή του, ο Χόπερ κατορθώνει να συνθέσει ένα "υπερπραγματικό" σκηνικό με ποιητική, ίσως μυστηριακή, ατμόσφαιρα να περιβάλει τις ανθρώπινες μορφές-κυρίως γυναίκες- που χαρακτηρίζονται από έντονη εσωτερικότητα και προκαλούν για τα "κρυμμένα" συναισθήματά τους έντονη συγκίνηση στους θεατές.
Οι φωτοσκιάσεις γοητεύουν τον καλλιτέχνη, ο οποίος είχε μελετήσει τον τρόπο που χρησιμοποιούσαν το φως οι μεγάλοι Ευρωπαίοι ζωγράφοι, όταν μετά τις σπουδές του ταξίδεψε στην Ευρώπη (Παρίσι, Λονδίνο, Άμστερνταμ, Βρυξέλλες, Βερολίνο) για να δει από κοντά έργα της ευρωπαϊκής ζωγραφικής.
Nighthawks, 1942 


Ο Έντουαρντ Χόπερ φιλοτέχνησε το πορτραίτο των ανθρωπίνων σχέσεων της Αμερικής, στην ανατολή του περασμένου αιώνα. Επέμεινε στη μοναξιά και την μελαγχολία που κουβαλούν οι ψυχές των ανθρώπων που παραμένουν ξένοι σε αυτήν την ζωή. Ζωγράφισε την αλήθεια. Πέθανε στις 15 Μαΐου 1967 όπως ακριβώς το είχε προβλέψει με τα έργα του. Έφυγε «μόνος και ξεχασμένος».http://www.artmag.gr/

Τα ζωγραφικά έργα του Εντουαρντ Χόπερ έγιναν ταινία

Αρκετά κινηματογραφικοί από μόνοι τους, οι πίνακες του σπουδαίου Εντουαρντ Χόπερ κατάφεραν να περάσουν τα όρια μεταξύ των τεχνών και να γίνουν ταινία. Υπεύθυνος για τη μεταμόρφωση είναι ο αυστριακός σκηνοθέτης Γκούσταφ Ντόιτς, ο οποίος στο φιλμ «Shirley» επέλεξε 13 έργα του αμερικανού ζωγράφου για ισάριθμες σκηνές (δωμάτια σπιτιών, ξενοδοχείων, μπαρ, εξοχικά). Πρωταγωνίστρια είναι η Σίρλεϊ, μια νεαρή νεοϋορκέζα ηθοποιός που ζει με τον φωτορεπόρτερ Στιβ. Με τη φωνή της να ακούγεται σαν εσωτερικός μονόλογος, η ταινία είναι ένα φλας μπακ στη ζωή της και παράλληλα μια αναδρομή στην αμερικανική ιστορία από το 1930 ώς το 1960. Από αυτήν την περίοδο, άλλωστε, προέρχονται και οι 13 πίνακες του Χόπερ. Δεν είναι η πρώτη φορά που ο ζωγράφος «δανείζει» την τέχνη του. Εκτός από τις δεκάδες φορές που ο πίνακάς του «Νυχτοβάτες» (οι πότες στο γωνιακό μπαρ) αναπαράχθηκε ως κινηματογραφικό πλάνο, το «Σπίτι δίπλα στον σιδηρόδρομο» ήταν η βάση για τη διασημότερη έπαυλη της 7ης Τέχνης: εκείνη της μητέρας στο «Ψυχώ» του Χίτσκοκ. http://www.tanea.gr/

ΠΙΝΑΚΕΣ 

Night Windows, 1928 

Interior, 1925 

 Two on the Aisle, 1927

Railroad Sunset, 1929

Chop Suey, 1929 

The Barber Shop, 1931

 Hotel Room, 1931

 Compartment C, Car 293

 Gas, 1940
New York Movie, 1939

Office at Night, 1940

The Girlie Show, 1941

Hotel Lobby, 1943

 Summer Evening, 1947 

 High Noon, 1949

 First Row Orchestra, 1951

Rooms by the Sea, 1951

Hotel by a Railroad, 1952

 Morning Sun, 1952 

Sunlight on Brownstone, 1956

Sunlight in Cafeteria, 1958

Second Story Sunlight, 1960

New York Office, 1962

Chair Car, 1965 

 Early Sunday Morning, 1930

Sunday

  Room in Brooklyn 1932

 Girl at Sewing Machine

Summer Interiors (1909)

Western Motel (1957)

Table for ladies


ΠΗΓΗ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟΥΣ ΠΙΝΑΚΕΣ  www.lifo.gr