Παρασκευή 1 Σεπτεμβρίου 2017

ΕΥΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ " Ο χορός "


Φευγαλέα ήταν η τελευταία στροφή
Άναρχη, εναρμόνιση η φιγούρα
Τίποτα γνωστό δεν σου θυμίζει; ...Παραζάλη...
Καμία εικόνα;
Κανένας ήχος;
Θες να βγεις αλλά η φυγή σε τρομάζει!
Ασύστολος ο χορός μας…
Ο τελευταίος ψίθυρος γαντζώθηκε διαχυτικά στο αυτί
Να..μια σταγόνα βροχής, αυτής της τελευταίας άνοιξης
που έμελλε να γίνει τελετουργικό του χορού!
(ε.γ.)







Πέμπτη 31 Αυγούστου 2017

ΦΩΤΕΙΝΗ ΨΙΡΟΛΙΟΛΙΟΥ - ΜΑΝΔΡΑΤΖΗ " Ατιτλο "



Στα υπόγεια κλειδωμένη
μόνο στα ονειρα σχεδιάζεται η μορφή σου
ή σε παράθυρα, μισάνοιχτα φόβου
μεγαλώνεις, φυτρώνουν φτερά.
Ο κόσμος από πηλό, την απελπισία του κτίζει
τον δυνάστη λατρεύει, θαυμάζει
και την πίκρα σφιχτά αγκαλιάζει
στον μικρόκοσμο που φτιάχνει σιωπηλά
Για αγκάθια μιλά, υποκρισία,
μα ξεχνά να δει την καρδιά του,
πόσα αγκάθια μπηγμένα χωρά
Το κεφάλι κουνά, προσπερνάει,
βολικά χωρατά μασουλάει,
να ξεχνά, τα θολα του νερά.
Οι χειμώνες, του παγώνουν τις σκέψεις
τα καλοκαίρια, του στεγνώνουν αγάπες
η επανάληψη, παγόβουνα φυλά.
Μεγαλώνουμε αθόρυβα με ανία
των απολογισμών σαν έρθει η ώρα,
μία τρέλα το νου καβαλά
Τα φτερά δυναμώσανε τόσο
μπορείς και στα ύψη ν ανέβεις,
ήταν πολύ ακριβή, η λευτεριά.
Φωτεινή Ψι.








ΝΙΚΟΣ ΔΗΜΟΓΚΟΤΣΗΣ - ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ




Σεπτέμβριος κι η θάλασσα *κρατάει ακόμα γλύκα
και τα βουνά τον στεναγμό * για μια Θεά βροχή .
Αγάπη που σε μύρωσα * στου έρωτα τα δίχτυα
κράτησε την ανάσα μου * σαν δρόσο πρωινή .

Κι εγώ θα ΄ρθω στο σπίτι σου * την ώρα που βραδιάζει
με το μαβί σακάκι μου * στους ώμους μου ριχτό .
Σαν ήλιος που στην δύση του * το όνειρο σκεπάζει
να μην το κλέψει η νυχτιά * μ΄ ένα της ξωτικό .

Και σαν παρθούν τα κάστρα μας * θα πούμε του Σεπτέμβρη
ν΄ ανοίξει τις ημέρες του * σε κύκλο μυστικό .
Να έρθει το Φθινόπωρο * σαν μαγεμένο ξέφτι
να ξετυλίξει τα φιλιά * σαν φύλλα σε χορό ....

Σεπτέμβριος και τ΄ όνειρο * την αστραπή κρατάει
σε κάποιο άσπρο σύννεφο * ψηλά στον ουρανό .
Την πρώτη μας επέτειο * κοιτάει και γελάει
και μ΄ αεράκι απαλό * στέλνει χαιρετισμό !...

Νίκος Δημογκότσης







ΘΟΔΩΡΗΣ ΜΠΕΛΙΤΣΟΣ "Ένα παγωτό ξυλάκι "


Έκλεισε την πόρτα του διαμερίσματος. Μαζί έκλεισε και τ’ αυτιά της, να μην ακούει το σπαραχτικό κλάμα της Φωτεινούλας. Μάταια η γιαγιά της μικρής προσπαθούσε να την ηρεμήσει. Το κοριτσάκι έκλαιγε με σπασμούς φωνάζοντας τη μαμά του. Μπήκε στο ασανσέρ δακρυσμένη. Οι φωνές της μικρής κορούλας της, μυτερά καρφιά στο στήθος της. Και τι να κάνει; Ήδη είχε καθυστερήσει. Αν έχανε το τραμ, όπως είχαν αραιώσει τα δρομολόγια λόγω καλοκαιριού, δεν θα προλάβαινε να είναι στην ώρα της στο μαγαζί. Εποχιακή ήταν, για τους καλοκαιρινούς μήνες, σε παραλιακό καφέ, από Ιούνιο ως Σεπτέμβριο. Έπειτα από οκτώ μήνες ανεργίας, δεν την έπαιρνε να χάσει τη δουλειά. Έλπιζε μήπως την κρατήσουν και το χειμώνα, έστω για λίγα μεροκάματα το μήνα, τα σαββατοκύριακα και τις γιορτές.
Το μεγάλο της πρόβλημα ήταν η μικρή, δεν είχε πού να την αφήσει. Τον Ιούνιο, όταν έκλεισε το νηπιαγωγείο, είχε βολευτεί με κάτι προγράμματα του Δήμου. Μετά την άφηνε στη μάνα της, άλλοτε πρωί άλλοτε απόγευμα, ανάλογα με τη βάρδια της. Κάθε μέρα το ίδιο σκηνικό. Ξυραφιές τα παράπονά της: «δεν σ’ αγαπάω μανούλα, δεν σ’ αγαπάω». Μαχαιριές οι φωνές και το κλάμα της. Ξεσήκωνε την πολυκατοικία. Την καταλάβαινε, όλη μέρα κλεισμένη στο δυάρι με την γιαγιά, σαν φυλακισμένη ήταν. Μα δεν είχε άλλη επιλογή. Τον άλλον ούτε που τον ένοιαξε. Τον πήρε, του εξήγησε την κατάσταση ήρεμα. Ασυγκίνητος. Στο τέλος δεν άντεξε, του έβαλε τις φωνές.
«Είναι και δικό σου παιδί, ρε γαμώτο»! Ούτε που την άκουσε, πήρε την γκόμενα και φύγανε στα νησιά.
«Τα είχαμε συμφωνήσει», της είπε, «τα καλοκαίρια θα την παίρνεις στο χωριό σου».
«Ναι, αλλά τότε ήταν αλλιώς. Τότε δούλευα στην εταιρία, την έστελνα στο χωριό, πήγαινα κι εγώ στην άδειά μου. Τότε η μάνα μου μπορούσε, τώρα με το ζόρι περπατάει. Δεν μπορώ να τις στείλω στο χωριό μόνες τους», μονολόγησε και γύρισε το βλέμμα της να δει αν την είχαν ακούσει οι λιγοστοί επιβάτες του τραμ. 
«Να τα σκεφτόσουν αυτά πριν μείνεις έγκυος, εγώ δεν ήθελα παιδί, στο είχα πει», της πέταξε το φαρμάκι. Ξαναήρθαν όλα ξανά στο μυαλό της.
«Αιτία διαζυγίου;», την είχε ρωτήσει ο δικηγόρος της, «τι να γράψω;».
«Εγκυμοσύνη», του είπε κι εκείνος έβαλε τα γέλια καθώς την είδε με την κοιλιά φουσκωμένη, ήταν ήδη στον έβδομο. Μετά σοβάρεψε καθώς του πέρασε μια ιδέα.
«Από άλλον;», την ξαναρώτησε διστακτικά.
«Όχι, του άντρα μου είναι αλλά δεν το θέλει, ούτε εμένα θέλει τώρα», απάντησε βουρκωμένη. «Του φόρτωσα ανεπιθύμητες ευθύνες, είπε». Την έπιασε νευρικό γέλιο, τα μάτια της έτρεχαν ποτάμι και στην κοιλιά της η αγέννητη Φωτεινούλα κλωτσούσε με μανία τον αμνιακό σάκο. Όντως ήταν για γέλια, το πιο γελοίο ζευγάρι του πλανήτη. Ο δικηγόρος σάστισε.
«Θα την απορρίψει», της είπε.
«Μη φοβάσαι, είμαι γερό σκαρί, μου είπε ο γιατρός, δεν κινδυνεύω», νόμιζε πως της μίλησε για το έμβρυο. Ο δικηγόρος ξανάβαλε τα γέλια.
«Ο δικαστής, λέω, θα την απορρίψει την αίτηση διαζυγίου». Ξεκαρδίστηκαν και οι δύο.
«Γράψε δεν τον θέλω, δεν με θέλει, δεν θελόμαστε, γράψε ό,τι θες, τέλος πάντων, αρκεί να βγει το κωλόχαρτο. Πατέρας να σου πετύχει!», είπε δυνατά ενώ το τραμ έστριβε στην παραλιακή. Ένας παππούς που πήγαινε το εγγονάκι του στη θάλασσα, παρεξηγήθηκε.
«Κάνε μας τη χάρη κυρά μου», της πέταξε. Ευτυχώς είχε φτάσει στη στάση της, κατέβηκε κι άρχισε να τρέχει.
Μέχρι να βγει το διαζύγιο, είχε γεννήσει. Δεν ήρθε καν να την δει, ούτε το επώνυμό του ήθελε να δώσει στη μικρή. «Να της δώσεις το δικό σου», της είπε στο τηλέφωνο, «έτσι και αλλιώς χωρίζουμε, σχεδόν εξώγαμο είναι». Στο ληξιαρχείο το έπαιξε προοδευτικός, ότι δήθεν υποχώρησε επειδή η μάνα ήταν μοναχοπαίδι, για να μη χαθεί το επώνυμο. Μη χαθεί το σπάνιο επώνυμο… Δημητροπούλου, ο γελοίος.
Αργότερα άλλαξε γνώμη καθώς κατάλαβε πως είχε νομικές ευθύνες. Υπογράψαμε και ένα χαρτί. Τα σαββατοκύριακα την έπαιρνε, της έκανε όλα τα χατίρια, της αγόραζε παιχνίδια και γλυκά και μετά άντε εγώ να την ξαναφέρω στα ίσια. Άσε που όταν έκλεισε η κωλοεταιρία κι έμεινα άνεργη δεν είχα και φράγκα. Αν δεν υπήρχε η σύνταξη της μάνας μου, θα είχαμε πεινάσει.
Έφτασε στο καφέ, στο τσακ. Το αφεντικό είχε αρχίζει να μουρμουρίζει. Ευτυχώς το μαγαζί ήταν άδειο ακόμα. Έπιασε να ετοιμάζεται, το μυαλό της ξεμπλόκαρε, για πότε πήγε πέντε ούτε που το κατάλαβε. Στην επιστροφή, στο τραμ, ξανά-μανά τα ίδια σκατά στο κεφάλι της. Τα έβαλε με τον εαυτό της καθώς είχε ξεχάσει ένα αυγό-σοκολάτα με παιχνιδάκι που είχε αγοράσει της μικρής, να την ξεγελάσει, μην αρχίσει πάλι τα παράπονα και την κλάψα. Μπήκε αγχωμένη στο ασανσέρ, πρώτος, δεύτερος, τρίτος, κατέβηκε. Πριν χτυπήσει το κουδούνι, άνοιξε η πόρτα.
«Μανούλα, μανούλα!», η Φωτεινή έτρεξε φωνάζοντας στην αγκαλιά της. Την γέμισε φιλιά. Την πήρε από το χέρι και κατέβηκαν από τις σκάλες. Το στόμα της πήγαινε ροδάνι. Έλεγε, έλεγε, έλεγε, έμαθε όλα τα παιδικά νέα της ημέρας, δηλαδή όλες τις εξελίξεις από τα καρτούν που είχε δει στην τηλεόραση.
«Μανούλα, χτες σου είπα ένα ψέμα», της πέταξε ξαφνικά με απολογητική διάθεση.
«Δεν πειράζει», απάντησε, «αρκεί να μην το ξανακάνεις».
«Είπα κάτι που σε στεναχώρησε», επέμεινε η Φωτεινή, «αλλά δεν ήταν αλήθεια».
«Σου είπα, δεν πειράζει».
«Είπα πως δεν σε αγαπάω αλλά δεν είναι αλήθεια», μουρμούρισε κοιτώντας τα πέδιλά της.
«Και ποια είναι η αλήθεια;», χαμογέλασε δήθεν απορημένη η μάνα.
«Η αλήθεια είναι ότι σε αγαπώ πολύύύ…», φώναξε δυνατά και της αγκάλιασε τα πόδια.
«Αυτό αξίζει ένα παγωτόόό…», φώναξε με τη σειρά της και την πήρε αγκαλιά.
Κάθισαν σε ένα παγκάκι. Σε λίγο δίπλα της ένας μικροσκοπικός κλόουν είχε πασαλείψει μύτη και μάγουλα με σοκολάτα και φράουλα.
«Χωράει η ευτυχία σε ένα παγωτό ξυλάκι;» αναρωτήθηκε κι έβαλε τα γέλια.
Θοδωρής Μπελίτσος
17 Αυγούστου 2017











ΝΙΚΗ ΡΕΠΑΝΗ " ΑΤΙΤΛΟ "


Πόσα χρόνια καρτέρευα ένα σου φιλί?
Πόσες ώρες λιγώθηκα στα ουρλιαχτά της σιωπής 
και περίμενα 
να δω το πρόσωπό σου στο φεγγάρι ! 
Πόσες στιγμές -αιώνες άπλωνα τα χέρια 
να σ' αγγίξω!
και τα μάτια χόρταιναν το θεσπέσιό σου όραμα!
Πόσος πόνος σ' ένα βλέμμα
που διάλεξε να μείνει φιλικό
ενώ ποθούσε μαρτυρικά την λύτρωση?
Και τα χείλη.....
πόσο διψασμένα για ένα σου φιλί?
Σε ζητάνε στην Αιωνιότητα τώρα ...
στο περατό Άπειρο...
στο ιδεατό Σύμπαν ...
στους Γαλαξίες μιας άλλης διάστασης....
Κραυγές απόγνωσης
που δένουν τον λυγμό τους
με το τραγούδι των πλανητών
και χορεύουν στο όνειρο
καθώς παίρνουν τις στροφές
στον αέναο ρυθμό τους......
Ρομινα 4/6/17



Περισσότερα ποιήματα της Νίκης Ρεπάνη ( Ρομινας ) εδώ :




ΤΑΣΟΣ Σ. ΜΑΝΤΖΙΟΣ - ME MIAN EYΛΑΒΕΙΑ ΤΡΕΜΑΜΕΝΗ

Helen Allingham - Baking Bread

Σαν να΄τανε Χριστούγεννα και Πασχαλιά μαζί, σαν να΄τανε της Παναγίας το πανηγύρι, κάθε που η μάνα,άνοιγε τον πυρωμένο φούρνο -έναν παλιό χωριάτικο ξυλόφουρνο, ρημάδι πια!... Κι έτσι μαυροντυμένη, από τα πένθη τα πολλά, έμοιαζε,ιέρεια του ψωμιού καθώς το έβγαζε αχνιστό και γέμιζε μοσχοβολιά,το σπίτι και τα χρόνια μας!... Πάντα,το σταύρωνε η μάνα το ψωμί, με μιαν ευλάβεια,τρεμάμενη και πάντα, έβγαζε μιαν άκρη, για τον πατέρα, που έτρωγε πικρό ψωμί στην ξενιτιά!... Κι ήμασταν,στόματα ανυπόμονα και λαίμαργα εμείς, αφού,μπροστά στην πείνα μας, μονάχα φτώχεια,ήτανε μεγαλύτερη!... Αυτά τα τρία,έλεγε,είνα τα ριζιμιά... Μονάχα αυτά,χρειάζεται,για να ευτυχήσει ο άνθρωπος, υγεία,ψωμί κι αγάπη... Και όταν μας συμβούλευε, όπως το φρέσκο το ψωμί,μας έλεγε, έτσι μες στην ζωή σας να πορεύεστε!... Σαν και την κόρα του,σκληρή, πάντα,να έχετε την θέληση και σαν την ψίχα του, ζεστή και μαλακή, έτσι,να΄ναι η καρδιά σας!... Τάσος Σ. Μάντζιος






ΕΣΠΕΡΟΣ - ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ


ΟΙ ΑΞΙΕΣ
Ισότητα,ελευθερία,δημοκρατία,δικαιοσύνη
αγαπημένες μου πολυτάραχες αξίες μου
αιώνια δίψα των ηλιαχτίδων πάνω στη γη
ηχείτε ως καμπάνες επιστράτευσης
και την ψυχή μου άγρυπνη κρατάτε
Αχ λύτρωση!!αναφωνείτε
αργυρωμένες με το αίμα τόσων και τόσων
που εκτελέστηκαν
που βασανίστηκαν
που φυλακίστηκαν
που εξαφανίστηκαν
γιατί είχαν το ύψος
στα χείλη σας κρασί να πίνουν
και αξιοπρέπεια για το αύριο να ζητήσουν
Η ελπίδα τους όμως έγινε άχυρο
σε βορινούς τόπους
που οργίαζαν περίτεχνα οι αυταπάτες
όταν το άρμα του στέμματος
του ολοκληρωτισμού ρίζωνε και ριγούσε
σε όλα τα φαράγγια και τις βίγλες
που το υνί ιρίδιζε
Ξένοι τρόποι και από αριστερά και από δεξιά
χλώμιασαν το φεγγάρι στα μάτια τους
χώμα δεν υπήρχε πια να τους σκεπάσει
Αγαπημένες μου αξίες πως να σας αρνηθώ
εγώ και άλλοι πολλοί λευκό πανί
Μάταιο!!άλλο δρόμο δε θωρώ
Τι κι αν καινούριο κόσμο-μου είπαν -θα βρω
Με νέους τρόπους οι κομισάριοι το χορτάρι αφανίζουν
και κάννες το νήμα της ζωής δεν ορίζουν
οι εχθροί ντυμένες Παναγίες
κι ο θάνατος ποτέ σε χαρτί δε θα γραφεί
Όμως δύσκολη πια σιωπή μου
στο χαρτί σπαρταράει η ταραχή μου
Άλλωστε τι άλλο μας μένει
μέσα από τους ηττημένους
ανθίζουν οι στόχοι
και γράφεται η ιστορία!!
✽  ✽  ✽  ✽  ✽  ✽
ΑΝΑΤΑΣΗ
Πήραμε τον ήλιο στο μπόι μας
Καυχηθήκαμε για την ύπαρξη μας
πάνω στα κύματα του καλοκαιριού
Για να λυτρώσουμε κάποια όνειρα μας
με ντύμα αλμυρού νερού
μέσα από τις θάλασσες που αγαπήσαμε
μέσα από τις θάλασσες που γέννησαν τις επιθυμίες μας
Κι αφού αναστενάξαμε και παφλάσαμε
μετρώντας όσο το δυνατόν περισσότερα αστέρια
στους ήμερους ουρανούς του Αυγούστου
κινήσαμε ήρεμοι στον ίδιο δρόμο
γεμάτοι υπερβάσεις
βλαστοί της νεανικότητας μας
που ποτέ δεν ξεριζώθηκαν από την ψυχή μας
καρποί πλασμένοι από ερωτοτράγουδα
και γλυκόλογα που δειπνούν με τον εαυτό μας
για να μας σύρουν στον κόσμο της ελπίδας
μέσα από τον παράλογο και ανορθόδοξο
αγέρα που αρθρώνει όλη την οικουμένη μας
Τι κι αν η ματαιοδοξία μας στις πλάτες μας
ντυμένη με στεγνά ρούχα
εμείς δεν θ' αρνηθούμε ποτέ την παιδικότητας μας
δεν θ' αρνηθούμε ποτέ το χαμόγελό μας
θα πάμε κόντρα στους Καλιγούλες των εποχών μας